Παρασκευή 20 Μαΐου 2016

ΕΝΟΡΙΑ




ΕΝΟΡΙΑ
 
Πρωτοπρεσβ. Γεωργίου Δ. Μεταλληνού
Ομοτίμου Καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών
 
    Η Διαρκής Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά την συνεδρία της την 5ην Φεβρουαρίου 2009, έλαβε την απόφαση, το εισαγωγικό σημείωμα των «Διπτύχων της Εκκλησίας της Ελλάδος του σωτηρίου έτους 2010 να αφιερωθή» εις την Ενορία, «επί τη συμπληρώσει εκατόν (100) ετών από της ψηφίσεως του πρώτου Νόμου περί Ενοριών». Ανέθεσε δε την σύνταξή του εις τον υπογραφόμενον, ο οποίος πλήρης υιικής ευγνωμοσύνης απεδέχθη την προσγενομένην εις αυτόν τιμήν, ανταποκρινόμενος, το κατά δύναμη, στην σεπτή εντολή της εν Ελλάδι Εκκλησίας.
  • 1. Ουσία και γένεσις της Ενορίας.
    Ο όρος ενορία, παραγόμενος εκ του επιθέτου ενόριος, σημαίνει ιστορικά τον εντός ορίων χώρο, μία καθωρισμένη περιοχή η τοπική περιφέρεια (territorium)1. Σήμερα ως ενορία χαρακτηρίζεται κυρίως η εκκλησιαστική περιφέρεια ενός ναού (ενοριακού), από τον οποίο αντλεί και αυτή το όνομά της, όπως και το σύνολο των ορθοδόξων πιστών, που κατοικούν στην ίδια περιφέρεια και συνέρχονται δια τις εκκλησιαστικές συνάξεις. Ο σημερινός τύπος των Ενοριών είναι πολύ νεώτερος και διαμορφώθηκε μεταξύ ιε΄ και ιζ΄ αιώνος.
    Στην εκκλησιαστική πραγματικότητα η βασική μονάδα οργανώσεως, ο πυρήνας της ποιμαντικής και διοικητικής δομής της Εκκλησίας, ως «σώματος Χριστού» και εν Χριστώ κοινωνίας, είναι η Ενορία. Ως ευχαριστιακή σύναξις των πιστών εμφανίζεται η Ενορία, σε άμεση αναφορά και συνάρτηση με την Επισκοπή, εις την οποία οργανικά ανήκει, ως «η καθολική εκκλησία» στον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Ο πιστός ζη το μυστήριον της Εκκλησίας στην ζωή και πράξη της Ενορίας του, μέσα στην οποία, αγωνιζόμενος και αγιαζόμενος, ενώνεται με τον Χριστόν, τον Κύριον της Εκκλησίας, και τους εν Χριστώ αδελφούς του, πραγματοποιώντας συνεχώς την εν Χριστώ ύπαρξη και εκκλησιαστικότητά του. Ο λόγος, συνεπώς, δια την ενορία και την ζωή της είναι κατ' ουσίαν λόγος δια την ίδια την Εκκλησία και την παρουσία της εις τον κόσμον.
    Οι αρχές της Ενορίας2 «εμφανίζονται λίαν σκοτειναί»3. Αρχικά η ενορία ταυτιζόταν οριακά με την επισκοπή, την κυρίως εν τόπω Εκκλησία. Ο επίσκοπος, ήδη από τον α΄ αιώνα, ήταν η ορατή κεφαλή του σώματος της τοπικής εκκλησίας, «στην οποία βιώνεται η πληρότητα του μυστηρίου της Εκκλησίας ως του ιστορικού σώματος του Χριστού»4. Κατά μίαν εκτίμηση οι πρώτες ενδείξεις δια την εμφάνιση της ενορίας τοποθετούνται εις τα μέσα του γ΄ αιώνος5. Άλλοι όμως την ανάγουν εις τα μέσα του β΄αιώνος, «με την γένεση του θεσμού των χωρεπισκόπων η επισκόπων των αγρών («χώραι»)6. Γεγονός, πάντως, είναι ότι η εμφάνιση της ενορίας υπήρξε αποτέλεσμα πρακτικών αναγκών, όπως η ραγδαία αύξηση του αριθμού των χριστιανών της τοπικής εκκλησίας. Έτσι προέκυψαν οι «πρεσβυτεροκεντρικές ευχαριστιακές συνάξεις»7 στα όρια της επισκοπής. Με τον λεγόμενον «επιμερισμόν του συνθρόνου» διασπάται η αρχικά «ενιαία επισκοποκεντρική Ευχαρτιστία», εις πολλάς πρεσβυτεροκεντρικάς τοιαύτας»8, γεγονός που δεν αλλοίωσε όμως «την σχέση επισκόπου και τοπικής εκκλησίας»9. Η υπό τον πρεσβύτερο, συνεπώς, ενορία δεν αποτελούσε «αυτοτελή ευχαριστιακήν κοινότητα, αλλ' απλή «προέκτασιν της επισκοποκεντρικής ευχαριστίας»10. Η συνείδηση αυτή έμεινε στην Ορθοδοξία διαχρονικά αμετάτρεπτη και ισχύει και σήμερα σ' όλη την έκτασή της. Η παρουσία του επισκόπου στην ευχαριστιακή σύναξη της ενορίας πραγματώνεται και δηλώνεται με την μνημόνευση του ονόματός του και κυρίως με το αντιμήνσιον (ειλητόν) στην Αγία Τράπεζα, που φέρει την υπογραφή του11. Μολονότι το ερώτημα για την σχέση της δικαιοδοσίας του Πρεσβυτέρου προς εκείνην του Επισκόπου, «αποτελεί εν εκ των θεμελιωδεστέρων προβλημάτων, εις το οποίον η απάντησις δεν έχει πλήρως δοθή εισέτι» από την Ορθόδοξη Θεολογία12, ήδη από τον β΄ αιώνα είναι γνωστή η θέση των πρεσβυτέρων στην ζωή της τοπικής εκκλησίας και η σχέση τους με τον επίσκοπο ως ορατής κεφαλής της13.
    Οι περί ενορίας αποστολικές και πατερικές αυτές καταβολές επέζησαν παρ' όλες τις μετεξελίξεις και στην μακρά πορεία της αυτοκρατορίας της Νέας Ρώμης (Ρωμανίας). Αναγεννητικές προσπάθειες, όπως του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου (+μετά το 1035), επαναπροσανατόλιζαν χριστοκεντρικά την πορεία της, προβάλλοντας τον επίσκοπο (και πρεσβύτερο) ησυχαστή («πνευματικόν», Α΄ Κορ. 2,5) στην ζωή της τοπικής Εκκλησίας και θέτοντας την αγιοπνευματική ζωή και εμπειρία, ως πορεία θεώσεως, στο επίκεντρο της στοχοθεσίας της ενοριακής ποιμαντικής πράξεως.
 
 2. Η Ενορία στην ιστορία του Γένους
    Η σημασία της ενορίας δια την ζωή των πιστών και η συμβολή της στην ιστορική συνέχεια, συνοχή και ενότητα της τοπικής εκκλησίας φαίνεται κυρίως εις την μακρόσυρτη και ποικιλώνυμη δουλεία του Γένους. Σύνολη η ζωή του δούλου Γένους και το ορθόδοξο ήθος ως καθολική στάση ζωής διεσώθη στα όρια της ενοριακής δραστηριότητος, και μάλιστα όχι μόνον πνευματικά (λατρεία), αλλά και κοινωνικά, στο ευρύτερο πλαίσιο της Εθναρχούσης Εκκλησίας. Ακόμη και αυτός ο «πολιτικός» βίος, συστατικό αστασίαστο και αναπόσπαστο της ιστορικής ταυτότητος του Γένους, διεσώθη στην ζωή της τοπικής κοινότητος, που ταυτιζόταν οριακά με την ενορία.
    Στην δουλεία η ενορία περιέκλειε σύνολη την ζωή της Κοινότητος. Και οι επαγγελματικές συσσωματώσεις, («συντεχνίες», εσνάφια, ρουφέτια, συντροφίες, κομπανίες κ.α.) με τους Αγίους-προστάτες τους, τον Ναό είχαν ως αφετηρία και κέντρο της δραστηριότητός τους. Οι εκπρόσωποί τους μετείχαν στην διοίκηση των ενοριών και την διαχείριση των ναών (επίτροποι λ.χ.) και στο φιλανθρωπικό έργο. Στην ενορία εορταζόταν η μνήμη του προστάτου Αγίου των συντεχνιών και ετελούντο τα μυστήρια, οι πανηγύρεις και τα μνημόσυνα. Η ενορία διακρατούσε την πνευματική ζωή, κατεύθυνε τον πνευματικό αγώνα, οδηγούσε στην μετάνοια και την συναδέλφωση, ιδιαίτερα την Μεγάλη Τεσσαρακοστή (κατανυκτικός εσπερινός της Κυριακής της Τυροφάγου) και το Πάσχα, με την αλληλοσυγχώρηση. Όλα τα κοινωνικά γεγονότα είχαν ως κέντρο και αφετηρία την Θεία Ευχαριστία και τον Ναό. Δραστηριότητες της αγροτικής ζωής (σπορά, όργωμα, θερισμός, συγκομιδή των καρπών) και κοινωνικά φαινόμενα, όπως η «ξέλαση» (συμπαράσταση στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες εκείνων που ήσαν εμπερίστατοι), η παιδεία, με δάσκαλο, κατά κανόνα, τον Παπά-εφημέριο, η ατομικά γεγονότα, που γίνονται και κοινωνικά (γέννηση, βάπτιση, γάμος, κηδεία), μαζί με τις άλλες λαοσυνάξεις (εμποροπανηγύρεις, πανηγύρεις στην μνήμη των Αγί­ων και μάλιστα του τοπικού Προστάτου-Αγίου) διακρατούσαν την ενότητα της τοπικής κοινότητος. Και στο κέντρο όλων αυτών των γεγονότων ο Εφημέριος-Παπάς, ως πνευματικός πατέρας, φίλος, αδελφός, σύμβουλος, συμπαραστάτης. Ο Κληρικός-εφημέριος που παρά την έλλειψη συχνά υψηλοτέρας σχολικής παιδείας, ήταν κατά κανόνα φορέας του πατερικού πνεύματος και των ησυχαστικών πρακτικών (ευχή, νηστεία, αγρυπνία, θυσιαστική προσφορά στο ποίμνιο-τα πνευματικά του τέκνα) και πρωτοστατούσε σε θέματα φιλανθρωπίας και παντοειδούς αγάπης14. Είναι δε γεγονός, ότι ουδέποτε υπήρξε χάσμα και αποστασιοποίηση μεταξύ του ταπεινού «Παπά» και του Λαού15, όπως στην δυτική φεουδαρχία. Ο ελληνορθόδοξος εφημέριος σήκωνε και αυτός τον σταυρό της δουλείας, συμμετέχοντας στα παθήματα του ποιμνίου του.
    Βέβαια, αυτά ως προς την ενορία ίσχυαν στις οθωμανοκρατούμενες περιοχές. Στον χώρο της ενετοκρατίας-λατινοκρατίας (ως λ.χ. στα Επτάνησα) «το ισχύον ενοριακό σύστημα ... δεν κάλυπτε το σύνολον του πληθυσμού16. Παράλληλα με την ενορία λειτουργούσε συνήθως και η «αδελφότητα», χωρίς τα δύο αυτά μεγέθη να ταυτίζονται17. Στις περιοχές όμως, που βρίσκονταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το σύστημα διοικήσεως της Εκκλησίας, διεξαγόμενο υπό την άμεση μέριμνα της Εθναρχίας, διατηρούσε, κατά κανόνα, ομοιομορφία, διαρθρωμένο σε μητροπόλεις και επισκοπές, με μικρότερη μονάδα διαποιμάνσεως και διοικήσεως την Ενορία18, η οποία δεν ήταν μόνον αγροτική, αλλά και αστική. Στα αστικά σύνολα, αν ήταν εκτεταμένα, ήτο δυνατόν να υπάρχουν περισσότεροι του ενός εφημέριοι. Στην ύπαιθρο όμως συνήθως ολόκληρο το χωριό είχε ένα μόνο ναό, αποτελώντας και μία ενορία, με τον κληρικό-εφημέριό της. Σ' αυτήν την περίπτωση ίσχυε στην πράξη ο λόγος του Ιησού Χριστού «γινώσκω τα εμά και γινώσκομαι υπό των εμών» (Ιω. 10,14). Την ευρύτερη λειτουργικότητα του ναού κατά τις δυσχείμερες αυτές εποχές, μαρτυρεί το και σήμερα συχνά σωζόμενο υπόστεγο με τα πέτρινα έδρανα στο προαύλιό του, η και στον νάρθηκα, όπου οι χωρικοί συνέρχονταν δια να «βουλευθούν» δια τα τοπικά ζητήματα και να λάβουν τις αναγκαίες αποφάσεις19. Ο ναός καθίστατο, έτσι, στην πράξη το κέντρο της όλης ζωής, συνεχίζοντας και εκπληρώνοντας την αποστολική (πρβλ. Πράξ. 2,42 ε. ΄4,32 ε.) και πατερική αποστολή του χώρου της συνάξεως.
    Μέσα από την διαμόρφωση του εθνικού βίου στην διάρκεια της δουλείας προέκυψε κατά τους τελευταίους αιώνες της και η σήμερα σωζόμενη εικόνα της ενορίας ως αυτοδιοικουμένης μονάδος υπό τον εφημέριο και τους επιτρόπους, υπό την πνευματική και ποιμαντικο-διοικητική εποπτεία του Επισκόπου-Μητροπολίτου. Η λατρεία, αλλά και η κοινωνική μέριμνα και προσφορά ήταν η κύρια φροντίδα της ενορίας, όταν μάλιστα το κήρυγμα ήταν σπανιότερο. Η λατρεία, η μόνη λαοσύναξη που δεν διεκόπη ποτέ, ήταν ο αποφασιστικός παράγων που συγκρατούσε το ποίμνιο στην ορθόδοξη πίστη, διαφοροποιώντας το, και μέσω της ελληνικής γλώσσης, από τα δύο κατέναντι, το οθωμανικό και το λατινικό (φραγκικό), και συντηρώντας το ελληνορθόδοξο φρόνημα, με την συνεχή υπόμνηση της ιστορίας μας.
    Όχι σπάνια ο κλήρος ανελάμβανε και την υπεράσπιση του λαού ενώπιον των οθωμανικών αρχών20. Η εθνική προσφορά όμως του κλήρου κορυφωνόταν στην σχολική φροντίδα, με βάση τα λειτουργικά βιβλία (Οκτώηχος, Ψαλτήριον κ.λπ.) και, συνεπώς την διάσωση και της γλώσσης, στο λεγόμενο «κρυφό σχολειό», που υπήρξε ιστορική πραγματικότητα, με την ανάδειξη του νάρθηκα η του μοναστικού κελλιού σε αίθουσα διδασκαλίας, στο φως του λυχναριού και της κανδήλας, ως ανεπίσημη, και όχι πάντα εύκολη, μέριμνα του κλήρου για την παιδεία του ποιμνίου21.
    Μόνιμο δομικό πρότυπο, πνευματικά και κοινωνικά, αλλά και κολυμβήθρα καθολικής αναβαπτίσεως και αναγεννήσεως δια την ενορία ήταν τα μοναστήρια της περιοχής. Όπως σημειώνει ο καλός γνώστης της «βυζαντινής» και «μεταβυζαντινής» ιστορίας του Γένους μας αείμνηστος Στήβεν Ράνσιμαν: «Το θρησκευτικό επίπεδο μιας περιοχής εξαρτιόταν κυρίως από τα μοναστήρια της, τα οποία παρείχαν τους πνευματικούς συμβούλους και εξομολόγους, από τους οποίους κρεμόταν ο λαός της υπαίθρου και οι ιερείς μαζί του»22.
    Η πολεμική, όχι τόσο των Οθωμανών, αλλά και των Δυτικών, εναντίον των Μοναστηρίων και του Ανατολικού Μοναχισμού ήταν στην ουσία πολεμική κατά των προπυργίων της πατερικής παραδόσεως και του πολιτισμού της Ρωμηοσύνης23. Δεδομένου δε ότι οι Μονές διασώζουν την δομή της Εκκλησίας και τα συστατικά του βίου της, ως ήδη ετονίσθη από τον ιερό Χρυσόστομο24, η χαλάρωση της σχέσεως των «κοσμικών» ενοριών με τα παραδοσιακά μοναστήρια τον ιθ΄ αι. και η εισαγωγή στα αστικά κέντρα ενός «κοσμικού μοναχισμού» δυτικού τύπου, ως και η ανάπτυξη ενός κοινωνικού ακτιβισμού κατά τα δυτικά πρότυπα, συνέβαλε εις την προώθηση του σχεδίου των ευρωπαϊστών μας δια την δημιουργία μιας «Νεοελληνικής Εκκλησίας»25 ερήμην του παραδοσιακού μοναχισμού και των πνευματικών προϋποθέσεών του.
 
3. Νομική θωράκιση της Ενορίας στην Ελλαδική Επικράτεια.
    Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830) η τυπική οργάνωση της Ενορίας απασχόλησε επανειλημμένως την Πολιτεία. Το 1833 λ.χ. επί βασιλέως Όθωνος, η ευθύνη των Ενοριών ανετέθη εις τους Δήμους, εξακολούθησαν δε να ισχύουν προγενέστερες διατάξεις. Σημαντικός όμως υπήρξε ο Νόμος 3596/1910 «περί ενοριακών ναών και της περιουσίας αυτών»26. Ο Νόμος αυτός εκάλυψε υπαρκτά κενά και εθεράπευσε τραυματικές καταστάσεις, ήταν δε έργο του πολιτικού και θεολόγου Αθανασίου Ευταξίου27. Σημαντική ήταν η δια πρώτη φορά απόδοση κανονικών δικαιωμάτων εις τους λαϊκούς δια την εκλογήν των πρεσβυτέρων-εφημερίων και η αναφορά στα προσόντα και την μισθοδοσίαν τους από το ταμείο των ναών. Περαιτέρω, μολονότι ο Νόμος «έθετε καθόλου τας βάσεις οριστικής τακτοποιήσεως του εφημεριακού ζητήματος»28, «δεν εγένετο όμως η πρέπουσα εκ μέρους της Εκκλησίας εφαρμογή»29. Επεξεργασία του νόμου αυτού έγινε το 1923 (συμμετοχή του καθηγ. Αμίλκα Αλιβιζάτου)30, ακολούθησαν δε μεταγενέστερες τροποποιήσεις με βασική εκείνη του Α.Ν. 2200 της 1.2.1940 «Περί ιερών ναών και εφημερίων»31.
    Το ενδιαφέρον της Ιεραρχίας δια τα πράγματα των Ενοριών και βελτίωση της καταστάσεως του ιερού εφημεριακού κλήρου δεν έλειψε ποτέ32. Σημαντική τομή πραγματοποιεί ο και σήμερον ισχύων Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας (Ν. 590/1977)33, στα άρθρα 36.1-38.2 «Περί της ενοριακής οργανώσεως». Η ενορία «μετά του ενοριακού ναού» είναι «βασική μονάς οργανώσεως του εκκλησιαστικού βίου» και «νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, ΝΠΔΔ» (36/1). Περαιτέρω ορίζονται τα περί εφημερίων και της μισθοδοσίας τους (άρθρα 37-38)34. Το 1979 όμως εξεδόθη ο Κανονισμός υπ' αριθμ. 8 , που διέπει έκτοτε το ενοριακό καθεστώς της Εκκλησίας της Ελλάδος με τον τίτλο: «Περί ιερών Ναών και Ενοριών (άρθρα 1-20) και την ακόλουθη σπονδύλωση: άρ. 1-2: Ναοί, άρ. 3-6: Ενορίαι, άρ. 7-12: Περί εκκλησιαστικών Συμβουλίων, άρ. 13: Ιδιόκτητοι και προσκυνηματικοί ιεροί Ναοί, άρ. 14: Ιεροί Ναοί Κοιμητηρίων, άρ.15: Περί ανεγέρσεως Ναών και εκτελέσεως εκκλησιαστικών έργων, άρ.16: Περί εκμισθώσεων και εκποιήσεων, άρ. 17: Περί ερανικών επιτροπών και άρ. 18-20: Ειδικαί και ακροτελεύτιοι Διατάξεις35.
 
4. Η Ενορία σήμερα: Δεδομένα και προοπτικές
    Ο λόγος για την Ενορία σήμερα36 και η μέριμνα για την πορεία της κρίνεται αναγκαιότατη, εφόσον η ακμή η η παρακμή ( κατ' άνθρωπον) της Εκκλησίας συνδέεται άμεσα με την κατάσταση της Ενορίας, στα πρόσωπα και την δράση της. Ζωντανή Ενορία σημαίνει ζωντανό εκκλησιαστικό οργανισμό και ανάλογη παρουσία του εκκλησιαστικού σώματος στην συγκεκριμένη ιστορική πραγματικότητα. Η δόμηση της ζωής της ενορίας σήμερα δεν μπορεί να διαφοροποιείται, κατά την ουσία της, από ό,τι εθεμελιώθη υπό των Αγίων Αποστόλων και συνεχίσθηκε στην πορεία των αιώνων από τους Αγίους Πατέρες μας, τους μόνους αυθεντικούς εκφραστές της Ορθοδοξίας εις όλους τους αιώνες. Οι Άγιοί μας είναι τα αμετακίνητα πρότυπα της εν Χριστώ ζωής ως «ολοτελούς» (Α΄ Θεσσ. 5,23) «αποτάξεως» του «εν τω πονηρώ κειμένου κόσμου» (Α΄ Ίω. 5,19), δηλαδή της αμαρτίας του και «συντάξεως» με τον Χριστόν, σύμφωνα με τον γνωστότατο λειτουργικό λόγο: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτό σημαίνει «παράθεσιν» όλου του βίου, πνευματικού και σωματικού, εις την χάριν του Θεού. Η Ενορία-Εκκλησία δεν τεμαχίζει τον άνθρωπο και γι' αυτό η διακονική προσφορά της στον άνθρωπο και την κοινωνία είναι πνευματική, αλλά και σωματική-υλική, ως αναφορά στις δύο όψεις της ίδιας πραγματικότητος. Με αυτήν την προϋπόθεση διαμορφώνεται και αναπτύσσεται και το φιλανθρωπικό έργο της Ενορίας.
    Η διαμόρφωση της ενοριακής-εκκλησιαστικής ζωής ήδη κατά την αποστολική εποχή έλαβε τον χαρακτήρα μιας πλήρους Θεοκρατίας, ως Χριστοκρατίας, με την ανάθεση δηλαδή όλου του βίου στον Χριστόν, τον Θεόν, Σωτήρα και μόνον Κύριον και Δεσπότην της Εκκλησίας. Στον Χριστόν τον εκκλησιαστήν μας, που συνάγει και «εκκλησιάζει» τους πιστούς σ' Αυτόν, στο Πανάγιο Σώμά Του, αναφέρεται και προσφέρεται αδιαλείπτως η όλη ύπαρξή τους, δια να ενώνονται μαζί Του στην Θεία Ευχαριστία, και να αγιάζονται, συναγιάζοντας και την κοινωνία τους.
    Την Χριστοκεντρική αυτή πραγματικότητα της εκκλησιαστικής κοινωνίας εικονίζει και εκφράζει, αλλά και συνεχώς πραγματώνει, μια πράξη λειτουργική, που λαμβάνει χώρα στο τέλος της Θείας Λειτουργίας. Πρόκειται για την συστολή των Τιμίων Δώρων στο Άγιο Ποτήριο μετά την μετάληψη. Μέσα στο Άγιο Ποτήριο, το «ατομικό σώμα» του Χριστού γίνεται τώρα ένα με το «κοινωνικό»Του σώμα. Η εν Χριστώ κοινωνία των πιστών είναι ήδη όλη συναγμένη μέσα στο Άγιο Ποτήριο. Όχι μόνο μια κατακόρυφη κοινωνία κάθε πιστού (ατομικά) με τον Θεό εν Χριστώ, αλλά και η οριζόντια εν Χριστώ ένωση όλων των μελών του σώματος μεταξύ τους. Η Εκκλησία-Χριστός, κεφαλή και σώμα, γίνεται έτσι, ορατή πραγματικότητα. Έτσι κατανοείται ο ορισμός του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού για την Εκκλησία: «Εικών ... εστι του Θεού ... η αγία Εκκλησία, ως την αυτήν τω Θεώ περί τους πιστούς ενεργούσα ένωσιν»37.
    Ο λόγος όμως περί θεοκρατίας στην ενοριακή ζωή κατ' ουδένα τρόπο σημαίνει κληρικοκρατία και φεουδαρχική ανθρωποκρατία, αλλά άναγνώριση και υπαρκτική διακήρυξη, ότι «Εις άγιος, Εις Κύριος, Ιησούς Χριστός» στην ζωή της Ενορίας-Εκκλησίας. Κληρικοί και Λαϊκοί συναντώμεθα στο ένα σώμα, ως κυβερνώσα και κυβερνωμένη τάξη, αλλά όχι κατά τα κοσμικά πρότυπα. Και οι Λαϊκοί έχουν την θεόσδοτη δυνατότητα να αναπτύξουν τα χαρίσματά τους στην διακονία του όλου σώματος. Άλλωστε το «κυβερνάν» και «κυβερνάσθαι» στην Εκκλησία δεν είναι δικαίωμα, αλλά κυρίως καθήκον38. Στην εκκλησιαστική-ενοριακή ζωή δεν υπάρχουν αξιώματα και εξουσίες, με την κοσμική έννοια του όρου, αλλά λειτουργήματα και διακονίες. Κάθε διακονία απορρέει από τον Χριστόν και είναι διακονία του σώματός Του, με πρώτον διάκονον Αυτόν τον Ίδιον39. Έτσι και στην Θεία Λειτουργία δεν υπάρχουν «τελούντες» και παθητικά «παρακολουθούντες», αλλά «συνεπιτελούντες», αφού η Λειτουργία είναι «λείτου έργον», του Λαού, όλου δηλαδή του σώματος. Πόσον μάλιστα, που ο λειτουργός, λόγω της ειδικής ιερωσύνης του «την εαυτού δανείζει γλώ­τταν και την εαυτού παρέχει χείρα», κατά τον ιερόν Χρυσόστομον40, δια να τελέσει όμως τα πάντα ο «αοράτως συν ημίν ων» Ιησούς Χριστός. Εξ άλλου, κατά τον ίδιο Πατέρα, «πρόβατα και ποιμένες» «προς την ανθρωπίνην εισίν διαίρεσιν΄ προς δε τον Χριστόν πά­ντες πρόβατα. Και γαρ οι ποιμαίνοντες και οι ποιμαινόμενοι υφ' ενός, του άνω Ποιμένος, ποιμαίνονται»41.
    Ο εφημέριος στην Ενορία ενεργεί σε κάθε περίπτωση ως Πνευματικός Πατέρας και «θεραπευτής» των ψυχών των πνευματικών του τέκνων, με στόχο την κάθαρση της καρδίας, τον αγιοπνευματικό φωτισμό της και την θέωση. Πορεία θεώσεως είναι στην ουσία της η ζωή της Ενορίας, τελικά, με την ένταξη, όπως ελέχθη, συνόλου της ζωής στον εκκλησιαστικό, δηλαδή τον εν Χριστώ τρόπον υπάρξεως. Η αντιμετώπιση των συγχρόνων προβλημάτων της ενοριακής ζωής συνδέεται άμεσα με την αναβίωση της εσχατολογικής και θεολογικής μας συνειδήσεως δια την αναζήτηση των ριζών των προβλημάτων και την επανεκτίμηση και επανερμηνεία τους, προς αναζήτηση και των ορθών, στο πνεύμα δηλ. της πατερικής μας παραδόσεως, λύσεων. Προέχει όμως η εκ νέου ανακάλυψη της Ενορίας ως τόπου φανερώσεως του μυστηρίου της Εκκλησίας και της δυνατότητος βιώσεώς του. Πρακτικά και νομικά μέτρα βοηθούν ως ένα σημείο, όταν όμως δεν αναιρούν το εκκλησιολογικό, λειτουργικό και εσχατολογικό περιεχόμενό της, μεταβάλλοντάς την σε ένα κοσμικό η νομικό θεσμό, αναιρετικό της αληθινής ταυτότητός της. Συχνά «οι Ενορίες μας είναι απλώς επιβεβαίωση του απρόσωπου η αντιπροσωπικού χαρακτήρα της ανθρώπινης ζωής στις σύγχρονες κοινωνίες» († π. Μ. Καρδαμάκης). Ο εφημέριος καλείται να ξαναγίνει, όπου δεν είναι, πνευματικός πατέρας, ανταποκρινόμενος στις ουσιαστικές ανάγκες των πνευματικών του τέκνων, με την εν Χριστώ και Αγίω Πνεύματι ιεράρχησή τους.
    Το δράμα πολλών Ενοριών σήμερα, ιδιαίτερα στον χώρο της διασποράς, είναι η μεταβολή τους από «εν Χριστώ σύναξιν» σε «κοινωνική, «εθνική», «πολιτιστική» η οποιαδήποτε άλλη. Ο σκοπός όμως που καλείται να πραγματώσει με την ύπαρξη και λειτουργία της η Ενορία, δεν μπορεί να κλείνεται στα στεγανά οποιωνδήποτε ενδοκοσμικών συμβατικοτήτων. Αρχίζει μεν την διακονία της προς τον κόσμο και τις ανάγκες του, αλλά δεν χάνει ποτέ την προοπτική της αιωνιότητος. Αυτό εξασφαλίζεται με το να μένει και σήμερα η Ενορία «εργαστήριον αγιότητος», όπως ήθελε την Εκκλησία ο ιερός Χρυσόστομος. Ότι δε αυτός είναι ο σκοπός της εν τόπω Εκκλησίας, φαίνεται από τα λειτουργικά μας βιβλία και το περιεχόμενό τους, που είναι κοινό σε κάθε τοπική φανέρωση της Εκκλησίας.
    Η επίγνωση του λόγου υπάρξεως της Ενορίας θα οδηγήσει στην επανεύρεση του εαυτού της. Ο Ναός, τότε, δεν θα είναι τόπος περιπτωσιακής συναντήσεως, αλλά το κέντρο της ζωής των πιστών. Δεν θα είναι απλά χώρος «τελετών», αλλά θα λειτουργεί, όπως το «καθολικόν» στο μοναστήρι. Σ' αυτό η λειτουργία του Ναού (πνευματικότητα) συνεχίζεται στην λειτουργία της κοινής τραπέζης και τα διακονήματα (αδελφικότητα) και του κελλιού (προσωπικός αγώνας). Το ίδιο και στην Ενορία: η λειτουργία του ναού επεκτείνεται στις οικίες των ενοριτών, που γίνονται «κατ' οίκον» εκκλησίες. Με την πρόοδο της πνευματικότητος είναι δυνατόν αυτό αρχικά σε μια μερίδα του ποιμνίου, υπάρχουν δε δείγματα που ενισχύουν την αναστάσιμη ελπίδα.
    Ένα αποφασιστικό βήμα θα ήταν η εξεύρεση λύσεως δια τον απεγκλωβισμό του Κλήρου από την υπαλληλοποίηση, η αρχικά τουλάχιστον τον περιορισμό της. Διότι μόνο τότε η ιερωσύνη θα επανεύρει τον χαρισματικό-πνευματικό της χαρακτήρα και η Ενορία θα ξαναποκτήσει τον προς τα μέσα και προς τα έξω δυναμισμό της.
    Είναι, εξ άλλου, ανάγκη να υπερβαθούν πραγματικά εμπόδια στην ανάπτυξη του ενοριακού έργου, όπως λ.χ. συμβαίνει με τις «ενορίες μαμούθ» των αστικών κέντρων42 . Ο στόχος οφείλει να είναι το πως ο ναός θα γίνει το απόλυτο κέντρο ζωής της Ενορίας. Όλα τα άλλα «κέντρα», που παράγουν οι εκσυγχρονιστικές τάσεις, έχουν δευτερεύουσα σημασία. Το κύριο μέλημα οφείλει να είναι πως η λειτουργική σύναξη και ευχαριστιακή κοινωνία θα ξαναγίνει ο σκοπός της υπάρξεως της Ενορίας. «Η Λειτουργία είναι η ζωή της Εκκλησίας, η εμπειρία της, το μυστήριό της, η ελπίδα της, η στιγμή της αλήθειάς της και μόνο μέσα στην Λειτουργία της Εκκλησίας κατανοείται η θέση της σ' αυτόν τον κόσμο και η σχέση της με αυτόν τον κόσμο και η ύπαρξή της «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας» ( π. Αλ. Σμέμαν).
 
 
Σημειώσεις:
1. Προδρόμου Ι. Ακανθοπούλου, Η ιστορία των Ενοριών του Οικουμενικού Πατριαρχείου κατά την Τουρκοκρατία, Θεσσαλονίκη 1984, σ. 2.
2. Πρώτη ιστορική αναφορά με την σημερινή έννοια σε επιστολή του αγίου Γρηγορίου Νύσσης (δ΄ αι.) προς Φλαβιανόν: «Και τινος μηνύσαντος κατά την ορεινήν αυτού ενορίαν διάγειν...» (PG 46,1001 Α). Με την έννοια μικρής περιοχής, όπου κατοικούσαν Χριστιανοί, απαντά και στον άγιο Επιφάνιο Σαλαμίνος Κύπρου: «... ος κατώκει εν τη της Ελευθερουπόλεως Ιερουσαλήμ ενορία, επέκεινα της Χεβρών...» (PG 41, 677C).
3. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου (Δ. Ζηζιούλα), Η ενότης της Εκκλησίας εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω κατά τους τρεις πρώτους αιώνας, Εν Αθήναις 19902, σ.151.
4. Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, τ. Α΄, Αθήναι 1992, σ. 185.
5. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, Η ενότης ..., όπ.π., σ.175.
6. Βλασίου Ι. Φειδά, Εκκλησιαστική Ιστορία, όπ.π., σ.189.
7. Στο ίδιο, σ.189. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, όπ. π., σ.187.
8. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, όπ.π., σ.187, 151.
9. Βλασίου Ι. Φειδά, όπ.π., σ.187.
10. Μητροπολίτου Περγάμου Ιωάννου, όπ. π., σ.179.
11. Στο ίδιο, σ. 183 ε.
12. Στο ίδιο, σ. 157 (και σημ. 32)
13. Στο ίδιο, σ.169 ε.ε.
14. Βλ. εκτενή ανάλυση στις ειδικές μελέτες των Προδρόμου Ι. Ακανθοπούλου, όπ. π., και Ιωάννου Ε. Αναστασίου, Αι Ενορίαι της Ελληνικής Εκκλησίας κατά την διάρκειαν του ΙΗ΄ αιώνος, Επιστ. Επετ. Θεολογικής Σχολής Παν/μίου Θεσσαλονίκης, τ. 29, σ.9-20. Πρβλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Τουρκοκρατία. Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, Αθήνα 2005, σ. 105 ε.ε. (=η ζωή στην Εκκλησία).
15. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Τουρκοκρατία, όπ.π., σ.106
16. Σπ. Χρ. Καρύδη, Ορθόδοξες Αδελφότητες και συναδελφικοί Ναοί στην Κέρκυρα (15ος-19ος αι.), ΑΘήνα 2004, σ. 671.
17. Στο ίδιο, σ. 675.
18. Ιωάννου Αναστασίου, Αι Ενορίαι..., όπ.π., σ.10.
19. Στο ίδιο, σ. 19.
20. Στο ίδιο, σ. 19 ε.
21. Βλ. Κρυφό Σχολειό, μύθος η πραγματικότητα; Έρευνα του περιοδ. ΑΡΔΗΝ (τεύχ. 64, Απρ.-Μάϊος 2007, σ. 25 ε.ε.(με βιβλιογραφία)
22. Στήβεν Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν αιχμαλωσία ( μετάφραση Κ. Παπαρρόδου), Αθήνα 1979, σ. 662.
23. Βλ. π. Γ.Δ.Μεταλληνού, Η προσφορά του Μοναχισμού στο Έθνος, στον τόμο του Ιδίου, Συναντήσεις..., Αθήνα 2005, σ. 11-26.
24. «Ούτως οι εν τοις μοναστηρίοις ζώσι νυν, ώσπερ ποτέ οι πιστοί». Ομιλία στις Πράξεις ΙΑ΄, 3 (PG 60,98).
25. Βλ. π. Γ.Δ. Μεταλληνού, Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων και η διένεξη περί «Νεοελληνικής Εκκλησίας», στο: Στα μονοπάτια της Ρωμηοσύνης..., Αθήνα 2008, σ. 245-266.
26. Αμίλκα Σ. Αλιβιζάτου, Οι Ιεροί Κανόνες και οι Εκκλησιαστικοί Νόμοι, Εν Αθήναις 1949, σ. 641 ε.ε.
27. (1849-1931) Τα βιογραφικά του βλ. στο Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (της Εκδοτικής Αθηνών), τ. 3 (1990) σ. 392. Προηγήθηκε (1909) ο περί γενικού εκκλησιαστικού ταμείου νόμος (ΓΥΙΔ΄), δια του οποίου «επεδιώκετο η οικονομική περισυλλογή και χειραφέτησις της Εκκλησίας, ώστε να καταστή αύτη ικανή να λύση το ζήτημα του εφημεριακού κλήρου», Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β΄, Εν Αθήναις 19702, σ. 265.
28. Γερασίμου Ι. Κονιδάρη, στο ίδιο, σ. 265.
29. Αμίλκα Σ. Αλιβιζάτου, ΟΙ ιεροί Κανόνες ..., όπ. π., σ. 642.
30. Το «σπουδαίο» Ν.Δ. 17/12/1923. Στο ίδιο. Πρβλ. Γ.Ι. Κονιδάρη, όπ. π., σ. 271.
31. Αμίλκα Σ. Αλιβιζάτου, ΟΙ Ιεροί Κανόνες..., όπ. π., σ. 643 ε.ε.
32. Χαρακτηριστικοί είναι εν προκειμένω μία σπουδαία συζήτηση στην Ιερά Σύνοδο δια τον εφημεριακό κλήρο στις 10.11.1958, με κύριον εισηγητή τον μακαριστό Μητροπολίτη Κίτρους κυρόν Βαρνάβαν (Βλ. Θεοκλήτου Στράγκα, τ. Ε΄, Αθήναι 1974, σ. 3018 ε.ε. εδώ: 3074-3088), που οπωσδήποτε προετοίμασε τις περαιτέρω εξελίξεις.
33. Ν. 590/1977 (ΦΕΚ 146 Α΄/31.5.77).
34. Βλ. Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα Δ. Τζωρτζάτου, Οι βασικοί θεσμοί Διοικήσεως της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος. Μετά ιστορικής ανασκοπήσεως, Εν Αθήναις 1977, σ. 84-86.
35. Βλ. Βλασίου Ι. Φειδά, Ιεροί Κανόνες και Καταστατική Νομοθεσία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 1997, σ. 583-605.
36. Χρήσιμο είναι το συλλογικό έργο Ενορία. Προς μία νέα ανακάλυψή της, εκδ. «Ακρίτας», Αθήνα χ.χρ.
37. PG 91,668 B.
38. Αμίλκα Σ. Αλιβιζάτου, Το Κανονικόν Δίκαιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 1941, σ. 10.
39. Πρβλ. Ματθ. 20,18 Μάρκ. 10,45.
40. PG 62,204.
41. PG 52, 784. Βλ. εκτενώς στο: Ιωάννου Ν. Καρμίρη, Η θέσις και η διακονία των Λαϊκών εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία, Εν Αθήναις 1976 και Του Ιδίου, Δογματικής Τμήμα Ε΄, Ορθόδοξος Εκκλησιολογία, Αθήναι 1973, σ. 430-518, όπου και περαιτέρω βιβλιογραφία.
42. Βλ. Ευθυμίου Στύλιου (τιτουλάριου Μητροπολίτου Αχελώου), Το σύγχρονον αστικόν περιβάλλον ως ποιμαντικόν πρόβλημα, Αθήναι 1980.
 
 
«ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΤΥΠΟΣ» 
ΑΡ. ΦΥΛ. 1817-1820 


Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Ἡ ἐνορία πρέπει νά γίνη ἀσκητικόν κέντρον


 

  Ἡ ἐνορία πρέπει νά γίνη ἀσκητικόν κέντρον
 ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ

«...Τήν ἄσκησιν εἰς τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ πρέπει νά ἀντιτάξωμεν εἰς τόν πολιτιστικόν ἀσκητισμόν, ὁ ὁποῖος γίνεται εἰς τό ὄνομα τοῦ σαπισμένου καί παραμορφωμένου εὐρωπαϊκοῦ ἀνθρώπου, εἰς τό ὄνομα τοῦ ἀθεϊσμοῦ, τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ἀντιχρίστου. Διά τούτο τό κύριον χρέος τῆς Ἐκκλησίας μας εἶναι νά δημιουργῆ τούς χριστοφόρους ἀσκητάς. Ἡ φωνή πού πρέπει νά ἀκούεται μέσα της σήμερα εἶναι: ὀπίσω πρός τούς χριστοφόρους ἀσκητάς, πρός τούς Ἁγίους Πατέρας! ...Διότι αὐταί αἱ θεανθρώπιναι ἀσκήσεις-ἀρεταί ἐδημιούργησαν τόν ἅγιον Ἀντώνιον, τόν ἅγιον Γρηγόριον, τόν ἅγιον Σάββα. Καί σήμερον, μόνον αἱ ὀρθόδοξοι ἀσκήσεις -ἀρεταί ἠμποροῦν νά κάνουν ἁ γ ί α ν τήν κάθε ψυχήν καί τήν ψυχήν ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ μας. Ἐφ' ὅσον ὁ θεανθρώπινος σκοπός εἶναι αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος, καί τά μέσα του εἶναι ἐπίσης αἰώνια καί ἀναλλοίωτα, διότι ὁ Ἰησοῦς Χριστός εἶναι χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας (Ἑβρ. 13,8).



»Ἐδῶ εἶναι ἡ διαφορά μεταξύ τοῦ ἀνθρωπίνου κόσμου καί τοῦ κόσμου τοῦ Χριστοῦ: τό ἀνθρώπινον εἶναι πεπερασμένον καί χρονικόν, τό τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀναλλοίωτον καί αἰώνιον. Ἡ Ὀρθοδοξία ὡς μοναδικός φορεύς καί φύλαξ τοῦ τελείου καί παμφώτου Προσώπου τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ πραγματοποιεῖται ἀποκλειστικῶς μέ τά θεανθρώπινα -ὀρθόδοξα μέσα, τάς ἀσκητικάς ἐν χάριτι ἀρετάς, ὄχι μέ μέσα δανεισμένα ἀπό τόν Ρωμαιοκαθολικισμόν ἤ τόν Προτεσταντισμόν, διότι αὐτοί εἶναι χριστιανισμοί κατά τήν ἔκδοσιν τοῦ ὑπερηφάνου εὐρωπαίου ἀνθρώπου, καί ὄχι τοῦ ταπεινού Θεανθρώπου... Ἡ ὀρθόδοξος ψυχή τοῦ λαοῦ μας τείνει πρός τούς Ἁγίους Πατέρας, πρός τούς Ὀρθοδόξους Ἀσκητάς... Ἡ Ὀρθοδοξία πάντοτε δημιουργεῖ ἀσκητικάς ἀναγεννήσεις, καί ἄλλας ἀναγεννήσεις ἡ Ὀρθοδοξία δέν ἀναγνωρίζει.

»Οἱ ἀσκηταί εἶναι οἱ μόνοι ἱεραπόστολοι τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ ἀσκητισμός εἶναι ἡ μόνη ἱεραποστολική σχολή τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἄσκησις καί ζωή, διά τοῦτο μόνον μέ τήν ἄσκησιν καί τήν ζωήν κηρύττει καί πραγματοποιεῖ τήν ἱεραποστολήν της. Νά ἀναπτυχθῆ ὁ ἀσκητισμός, ὁ προσωπικός καί ἐκκλησιαστικός, -αὐτός πρέπει νά εἶναι ἡ ἐσωτερική ἱεραποστολή τῆς Ἐκκλησίας μας μέσα εἰς τόν λαόν μας. Ἡ ἐνορία πρέπει νά γίνη ἀσκητικόν κέντρον. Ἀλλά αὐτό ἠμπορεῖ νά τό κάμῃ μόνον ἐφημέριος - ἀσκητής... Ἀλλ' ὅλα αὐτά ἀπαιτοῦν ὡς προϋπόθεσιν: τό νά γίνουν οἱ ἴδιοι οἱ ἀρχιερεῖς μας, οἱ ἱερεῖς μας καί οἱ μοναχοί μας ἀσκηταί, καί δι΄ Αὐτό: Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν» («Ἄνθρωπος καί Θεάνθρωπος», σελ. 59-61).

Μοναξιά και πλήξη.





Μοναξιά και πλήξη.
(Αγ.Θεοφάνη του Έγκλειστου).


 Η χάρη του Θεού να ‘ναι μαζί σου! ''Είμαι μόνη'', γράφεις, ''και αισθάνομαι πλήξη''. Είναι φυσικό αυτό το αίσθημα. Νομίζω, ωστόσο, μετά τις αποφάσεις που πήρες και τα όσα συνακόλουθα σε συμβούλεψα να κάνεις, δεν θα έπρεπε να αισθάνεσαι έτσι. Ακόμα και μόνη, δεν θα ένιωθες μοναξιά, αν βίωνες την παρουσία του Κυρίου, που είναι κοντά σου, όπως άλλωστε και ο Φύλακας Άγγελός σου˙ είναι κοντά σου όχι νοερά, αλλά πραγματικά.

  Η επίγνωση, λοιπόν, της παρουσίας του Θεού δεν θα άφηνε το αίσθημα της μοναξιάς ούτε την πλήξη, που το ακολουθεί, να κυριαρχήσουν στην καρδιά σου. Πιστεύω, πάντως, ότι πρόκειται για μια κατάσταση προσωρινή, από την οποία σύντομα θ’ απαλλαγείς. Σε κάθε περίπτωση, όταν είσαι μόνη, προσπάθησε να θυμάσαι ότι ο Κύριος και ο Φύλακας Άγγελός σου είναι μαζί σου.

 Επίσης, μην αμελείς να επωφελείσαι από κάθε περιστασιακή μόνωση, έστω και στιγμιαία, συνομιλώντας απερίσπαστα και ευφρόσυνα με τον Πλάστη σου. Τέτοια μόνωση είναι γλυκιά. Ελπίζω να γεύεσαι κάπου-κάπου τη γλυκύτητά της, κι έτσι να την επιζητείς σαν παράδεισο επίγειο.



  Πρόσφατα, καθώς ξεφύλλιζα ένα βιβλίο, βρήκα τις συμβουλές ενός γονιού, του κόμητος Σπεράνσκι, στην κόρη του. Ανάμεσα στ’ άλλα, τη συμβουλεύει πώς ν’ αποφεύγει την πλήξη. Ο καθένας, λέει, έχει κάμποσες καθημερινές ασχολίες, που είναι αναγκαίες και αναπόφευκτες. Υπάρχουν άνθρωποι, πάντως, των οποίων οι ασχολίες αυτές είναι απλές. Έτσι, δεν τους παίρνουν πολύ χρόνο. Πώς θ’ αποφύγουν, λοιπόν, την πλήξη, αν δεν γεμίσουν με κάτι το χρόνο που τους περισσεύει; Να το μυστικό: Μή μένεις άπρακτη και αργόσχολη μήτε για μια στιγμή. Γέμιζε όλο σου τον χρόνο με καλά και ωφέλιμα έργα, έτσι που, μόλις τελειώνεις το ένα, ν’ αρχίζεις κάποιο άλλο. Και με τι λογής έργα μπορείς ν’ ασχολείσαι; 1) Με τις καλές τέχνες : μουσική, ζωγραφική κ.λπ. 2 ) Με κάποιο εργόχειρο, όπως λ.χ. το πλέξιμο ή το ράψιμο. 3) Με τη σοβαρή μελέτη, δηλαδή την προσεκτική ανάγνωση αξιόλογων βιβλίων. Με τέτοια έργα αν ασχολείσαι, δεν θα ξαναδοκιμάσεις πλήξη.



 Ξέρω κάποιον άνθρωπο που ζει μόνος. Όταν τον ρωτάει κανείς αν πλήττει, αποκρίνεται: ''Δεν έχω καιρό να πλήξω, γιατί είναι τόσα πολλά εκείνα που πρέπει να κάνω! Κάθε πρωί, μόλις ξυπνήσω, καταπιάνομαι με δουλειές. Και ποτέ δεν καταφέρνω να τις τελειώσω, ως το βράδυ!''. Απ’ όσα ανέφερα πιο πάνω, η μελέτη είναι η καλύτερη θεραπεία για την πλήξη.

Ο κόμης Σπεράνσκι, βέβαια, αναφέρεται στη μελέτη των επιστημών, συνιστώντας την αποφυγή των ελαφρών αναγνωσμάτων. Έτσι κι αλλιώς, απ’ ό,τι φαίνεται, εσένα δεν σου αρέσουν τα αναγνώσματα αυτά. Προτιμάς τα σοβαρά, εγκυκλοπαιδικά, μορφωτικά και επιστημονικά. Καλά και χρήσιμα είναι αυτά. Πιο πολύ, ωστόσο, να μελετάς βιβλία πνευματικά και ψυχωφελή. Οι ανθρώπινες επιστήμες απαρχαιώνονται και αναθεωρούνται με το πέρασμα του χρόνου. Η Θεία επιστήμη, της πνευματικής ζωής, όμως, μένει πάντα νέα, αξεπέραστη, αληθινή. Όσο πιο πολλά μαθαίνεις απ’ αυτή την επιστήμη, τόσο περισσότερο θ’ ανακαλύπτεις πράγματα άγνωστα, τόσο περισσότερο θα γνωρίζεις τον παντοτινά καινούριο κόσμο του Θεού. Μελέτα, λοιπόν, όπως επιθυμείς άλλωστε, πνευματικά βιβλία και απόκτησε τη Θεία σοφία. Ο Κύριος να σ' ευλογεί!

Πως πρέπει να προσέχει τον εαυτό του όποιος ζει μέσα στον κόσμο

Πως πρέπει να προσέχει τον εαυτό του όποιος ζει μέσα στον κόσμο

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ
Ψυχή όλων των ασκήσεων, που γίνονται για τον Κύριο, είναι η προσοχή. Δίχως προσοχή, όλες αυτές οι ασκήσεις είναι άκαρπες, νεκρές. Όποιος ποθεί τη σωτηρία του, πρέπει να μάθει να προσέχει άγρυπνα τον εαυτό του, είτε ζει στη μόνωση είτε ζει μέσα στον περισπασμό, οπότε καμιά φορά, και χωρίς να το θέλει, παρασύρεται από τις συνθήκες.

Αν ο φόβος του Θεού γίνει το ισχυρότερο απ' όλα τ' άλλα αισθήματα της καρδιάς, τότε πιο εύκολα θα προσέχουμε τον εαυτό μας, τόσο στην ησυχία του κελιού μας όσο και μέσα στο θόρυβο που μας κυκλώνει από παντού.

Στη διατήρηση της προσοχής πολύ συμβάλλει η συνετή μετρίαση της τροφής, που μειώνει τη θέρμη του αίματος. Η αύξηση αυτής της θέρμης από τα πολλά φαγητά, από την έντονη σωματική δραστηριότητα, από το ξέσπασμα της οργής, από το μεθύσι της κενοδοξίας και από άλλες αιτίες προκαλεί πολλούς λογισμούς και φαντασιώσεις, δηλαδή τον σκορπισμό του νου. Γι' αυτό οι άγιοι πατέρες σ' εκείνον που θέλει να προσέχει τον εαυτό του συστήνουν πριν απ' όλα τη μετρημένη, διακριτική και διαρκή εγκράτεια από τις τροφές.

Όταν σηκώνεσαι από τον ύπνο -πρόκειται για μια προεικόνιση της αναστάσεως των νεκρών, που περιμένει όλους τους ανθρώπους- να κατευθύνεις τις σκέψεις σου στο Θεό. Να προσφέρεις σαν θυσία σ' Εκείνον τους πρώτους καρπούς της λειτουργίας του νου σου, όταν αυτός δεν έχει ακόμα προσλάβει καμιά μάταιη εντύπωση.

Αφού ικανοποιήσεις όλες τις ανάγκες του σώματος, όπως κάθε άνθρωπος που σηκώνεται από τον ύπνο, διάβασε με ησυχία και αυτοσυγκέντρωση τον συνηθισμένο προσευχητικό σου κανόνα. Φρόντισε όχι τόσο για την ποσότητα όσο για την ποιότητα της προσευχής. Αυτό σημαίνει να προσεύχεσαι με απόλυτη προσοχή. Έτσι θα φωτιστεί και θα ζωογονηθεί η καρδιά από την κατάνυξη και τη θεία παρηγοριά.

Μετά τον κανόνα της προσευχής, προσπαθώντας πάλι με όλες σου τις δυνάμεις για τη διατήρηση της προσοχής, να διαβάζεις την Καινή Διαθήκη, κυρίως το Ευαγγέλιο. Διαβάζοντας, να σημειώνεις με επιμέλεια τις παραγγελίες και τις εντολές του Χριστού, για να κατευθύνεις σύμφωνα μ' αυτές όλες σου τις πράξεις της ημέρας, φανερές και κρυφές.

Η ποσότητα της μελέτης εξαρτάται από τις δυνάμεις σου και από τις περιστάσεις. Δεν πρέπει να βαραίνεις το νου σου με υπέρμετρη ανάγνωση προσευχών ή της Γραφής. Δεν πρέπει, επίσης, να παραμελείς τις υποχρεώσεις σου για να προσευχηθείς ή να μελετήσεις περισσότερο. Όπως η άμετρη χρήση υλικής τροφής προκαλεί διαταραχές στο στομάχι και το εξασθενίζει, έτσι και η άμετρη χρήση πνευματικής τροφής εξασθενίζει το νου, του προκαλεί αποστροφή προς τις ευσεβείς ασκήσεις και του φέρνει αθυμία.

Στον αρχάριο οι άγιοι πατέρες συστήνουν να προσεύχεται συχνά αλλά σύντομα. Όταν ο νους ωριμάσει πνευματικά και δυναμώσει, τότε θα μπορεί να προσεύχεται αδιάλειπτα. Σε τέτοιους χριστιανούς, που έχουν γίνει ώριμοι, φτάνοντας στα μέτρα της τελειότητας του Χριστού, αναφέρονται τα λόγια του αποστόλου Παύλου: «Επιθυμώ να προσεύχονται οι άνδρες σε κάθε τόπο και να σηκώνουν στον ουρανό χέρια καθαρά (από κάθε μολυσμό), δίχως οργή και λογισμούς», δηλαδή δίχως εμπάθεια, περισπασμό ή μετεωρισμό. Γιατί αυτό που είναι φυσικό για έναν άνδρα, δεν είναι ακόμα φυσικό για ένα νήπιο.

Αφού, λοιπόν, ο άνθρωπος φωτιστεί από τον Ήλιο της δικαιοσύνης, τον Κύριο Ιησού Χριστό, μέσω της προσευχής και της μελέτης, μπορεί να επιδοθεί στις καθημερινές του ασχολίες, προσέχοντας ώστε σ' όλα τα έργα και τα λόγια του, σ' όλη την ύπαρξή του να κυριαρχεί και να ενεργεί το πανάγιο θέλημα του Θεού, όπως αυτό αποκαλύφθηκε και εξηγήθηκε στους ανθρώπους με τις ευαγγελικές εντολές.

Αν στη διάρκεια της ημέρας υπάρχουν ελεύθερες στιγμές, χρησιμοποίησε τες για να διαβάσεις με προσοχή μερικές επιλεγμένες προσευχές ή περικοπές της Αγίας Γραφής, ενισχύοντας έτσι τις ψυχικές σου δυνάμεις, που έχουν εξασθενήσει από τις διάφορες δραστηριότητες μέσα στον πρόσκαιρο κόσμο. Αν τέτοιες χρυσές στιγμές δεν υπάρχουν, να λυπάσαι γι' αυτό, όπως αν είχες χάσει θησαυρό. Ό,τι χάθηκε σήμερα δεν πρέπει να χαθεί και αύριο, γιατί η καρδιά μας εύκολα παραδίνεται στη ραθυμία και τη λήθη. Απ' αυτές, πάλι, γεννιέται η σκοτεινή άγνοια, που καταστρέφει το έργο του Θεού, το έργο της σωτηρίας του ανθρώπου.

Αν συμβεί να πεις ή να κάνεις κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τις εντολές του Θεού, τότε χωρίς καθυστέρηση διόρθωσε το σφάλμα σου με την ειλικρινή μετάνοια. Με τη μετάνοια να επιστρέφεις πάντα στο δρόμο του Θεού, όταν ξεφεύγεις απ' αυτόν, καταφρονώντας το θείο θέλημα Μη μένεις για πολύ έξω από το δρόμο του Θεού! Στις αμαρτωλές σκέψεις και φαντασιώσεις και στα εμπαθή αισθήματα να αντιπαραθέτεις με πίστη και ταπείνωση τις ευαγγελικές εντολές, λέγοντας μαζί με τον άγιο πατριάρχη Ιωσήφ: «Πώς μπορώ να κάνω αυτό το κακό και ν' αμαρτήσω μπροστά στο Θεό;».

Όποιος προσέχει τον εαυτό του πρέπει ν' απαρνηθεί γενικά κάθε φαντασίωση, όσο ελκυστική και εύσχημη κι αν φαίνεται αυτή. Κάθε φαντασίωση είναι περιπλάνηση του νου όχι στην περιοχή της αλήθειας αλλά στη χώρα των φαντασμάτων, που δεν υπάρχουν ούτε πρόκειται να υπάρξουν και που πλανούν το νου, εμπαίζοντας τον. Συνέπειες των φαντασιώσεων είναι η απώλεια της προσοχής, ο σκορπισμός του νου και η σκληρότητα της καρδιάς την ώρα της προσευχής. Έτσι αρχίζει η διαταραχή της ψυχής.

Το βράδυ, όταν πηγαίνεις για ύπνο -που, μετά την εγρήγορση της ημέρας και σε σύγκριση μ' αυτήν, προεικονίζει τον θάνατο- να εξετάζεις τις πράξεις που έκανες όσο ήσουνα ξύπνιος. Ένας τέτοιος αυτοέλεγχος δεν είναι δύσκολος για τον άνθρωπο που ζει προσεκτικά. Γιατί η προσοχή εξαφανίζει τη λήθη, που είναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ' όποιον έχει περισπασμούς. Έτσι, λοιπόν, αφού θυμηθείς όλες τις αμαρτίες που έκανες στη διάρκεια της ημέρας, είτε με πράξεις είτε με λόγια είτε με σκέψεις, εγκάρδια πρόσφερε γι' αυτές τη μετάνοιά σου στο Θεό, έχοντας τη διάθεση της διορθώσεως. Μετά διάβασε τον κανόνα της προσευχής σου. Τέλος, κλείσε την ημέρα σου όπως την άρχισες, δηλαδή με θεϊκούς λογισμούς.

Την ώρα που κοιμάται ο άνθρωπος, πού πάνε όλες οι σκέψεις και τα αισθήματα του; Τι μυστική κατάσταση είναι αυτή του ύπνου, κατά την οποία τόσο η ψυχή όσο και το σώμα ζουν και συνάμα δεν ζουν, αποξενωμένα καθώς είναι από την αίσθηση της ζωής, σαν νεκρά; Ακατανόητος είναι ο ύπνος, όπως και ο θάνατος. Όπως στην αιώνια ανάπαυση, έτσι και στην πρόσκαιρη του ύπνου η ψυχή ξεχνάει ακόμα και τις πιο μεγάλες πίκρες, ακόμα και τις πιο φοβερές επίγειες συμφορές.

Και το σώμα; ...;. Αφού σηκώνεται από τον ύπνο, οπωσδήποτε θα αναστηθεί και από τους νεκρούς.

Ο μεγάλος αββάς Αγάθων είπε: «Είναι αδύνατο να προκόψουμε στην αρετή, αν δεν προσέχουμε άγρυπνα τον εαυτό μας». Αμήν.

ΕΙΡΗΝΗ

 
"Επί γης ειρήνη". Για ποιους;
              Τις ημέρες των Χριστουγέννων, θυμόμαστε τα λόγια των αγγέλων, καθώς έψελναν το: "επί γης ειρήνη". Όμως 2000 χρόνια από τότε, ο κόσμος είναι βουτηγμένος στους πολέμους. Μήπως απέτυχε αυτός ο αγγελικός ψαλμός;
Καθώς το θείο βρέφος αντίκριζε τον κόσμο ως άνθρωπος, ο άγγελοι έψελναν για ειρήνη. Έτσι ρωτούν οι άνθρωποι που είναι μακριά από την εμπειρία της Εκκλησίας: "Πού είναι η ειρήνη; Γιατί οι πόλεμοι και οι δυστυχίες συνεχίζονται; Τι άλλαξε εν τέλει, με τη γέννηση του Χριστού;"
Σε αυτά τα ερωτήματα θα απαντήσει το παρόν άρθρο.
 
Το πρώτο που πρέπει να πούμε, είναι τα λόγια των αγγέλων. Το βυζαντινό κείμενο που χρησιμοποιούμε συνήθως, τα αναφέρει ως εξής: "δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία" (Λουκάς 2/β: 14). Όμως, στην πραγματικότητα δεν το είπαν έτσι ακριβώς οι άγγελοι! Οι άγγελοι είπαν το εξής: "δόξα εν υψίστοις Θεω και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκίας". 
 Τα κριτικά κείμενα, (όπως για παράδειγμα το Νέστλε Άλαντ), έχει εντοπίσει ως αρχαιότερα, τα κείμενα που στο τέλος της φράσης έχουν ένα "ς". Και παρά το ότι το Βυζαντινό κείμενο χωρίς το "ς", δεν αλλοιώνει το νόημα, (εφόσον και η ερμηνεία παραμένει η ίδια), κάνει τα λόγια των αγγέλων πιο δυσνόητα. Ας δούμε λοιπόν, τι σημαίνουν τα λόγια, ερμηνεύοντάς τα, σύμφωνα με την αρχαιότερη γραφή, που περιέχει το γράμμα "ς".
 
"Δόξα στον ύψιστο Θεό, και στη γη ειρήνη, σε ανθρώπους της ευδοκίας του Θεού" (ή στους ανθρώπους στους οποίους ευδόκησε ο Θεός).
Παρατηρούμε ότι δεν είναι μέτοχοι της ειρήνης όλοι οι άνθρωποι. Μέτοχοι της ειρήνης είναι ΜΟΝΟ οι άνθρωποι στους οποίους ο Θεός ευδόκησε.
 
Όμως γιατί δεν δίνεται αυτή η ειρήνη σε όλους τους ανθρώπους; Και πόσο σωστό είναι κάτι τέτοιο, εφόσον και δίκαιοι άνθρωποι ταλαιπωρούνται όλους αυτούς τους αιώνες, από πολέμους και δυστυχία;
 
Για να απαντηθούν τα ερωτήματα αυτά, πρέπει πρώτα να δούμε για τι είδους ειρήνη μιλούσαν οι άγγελοι. Γιατί οι άγγελοι δεν μιλούσαν για μια εγκόσμια ειρήνη, αλλά για κάτι πολύ διαφορετικό.
Ο Ιησούς Χριστός είχε μιλήσει για το είδος αυτό της ειρήνης, όπως καταγράφεται στο ευαγγέλιο του Ιωάννη: 
 
"Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν· ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν. μη ταρασσέσθω υμών η καρδία μηδέ δειλιάτω" (Ιωάννης 14/ιδ: 27).
 
Αυτό σημαίνει σε ελεύθερη απόδοση: "Σας αφήνω ειρήνη. Σας δίνω τη δική μου την ειρήνη. Σας δίνω όμως ειρήνη, όχι όπως αυτή που δίνει ο κόσμος. Μη ταράζεται η καρδιά σας, και μη δειλιάζει".
 
Είναι προφανές εδώ, ότι η Χριστιανική ειρήνη, δεν έχει σχέση με την εγκόσμια ειρήνη, ούτε με την αποφυγή της δυστυχίας. Αλλά είναι μια εσωτερική κατάσταση ειρήνης, την οποία απολαμβάνουν οι άνθρωποι της ευδοκίας του Θεού.
 
Άλλωστε ο ίδιος ο Χριστός, ξεκαθάρισε, ότι δεν ήρθε στη γη για να φέρει εγκόσμια ειρήνη: "34 Μη νομίσητε ότι ήλθον βαλείν ειρήνην επί την γην· ουκ ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. 35 ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής· 36 και εχθροί του ανθρώπου οι οικιακοί αυτού" (Ματθαίος 10/ι).
 
Είναι σαφές και εδώ, ότι η ειρήνη που θα έφερνε ο Χριστός, θα ήταν μια άλλου είδους, εσωτερική ειρήνη, που δεν αφορούσε τη σχέση μεταξύ ανθρώπων, ή τα δεινά που ίσως κάποιος αντιμετώπιζε στη ζωή του. Όταν για παράδειγμα θα στρέφονταν εναντίον του Χριστιανού τα μέλη της ίδιας του της οικογενείας, χάριν της πίστης του, αυτός θα είχε μια άλλη, εσωτερική ειρήνη, που θα τον κρατούσε γαλήνιο και θα τον βοηθούσε να τα υπομείνει όλα αυτά.
 
Ο απόστολος Παύλος, μας μιλάει για τον καρπό του Αγίου Πνεύματος, που είναι: "αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια" (Γαλάτας 5/ε: 22, 23).
 
Εάν αυτά τα παραπάνω, (συμπεριλαμβανομένης και της ειρήνης), είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, σημαίνει μήπως αυτό, ότι έχουν το Άγιο Πνεύμα και οι μη Χριστιανοί; Γιατί και αυτοί εκδηλώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Φυσικά όχι! Χωρίς το Χριστιανικό βάπτισμα, το Άγιο Πνεύμα δεν δίνει αυτά τα χαρίσματα. Τα χαρίσματα αυτά όμως, δεν έχουν σχέση με τις "κατά κόσμον" αυτές ιδιότητες. Γιατί στη Χριστιανική πίστη, βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους, σε μια ανώτερη βαθμίδα, που οι άλλοι άνθρωποι δεν διανοούνται.
Εφόσον λοιπόν είναι αυτά τα χαρίσματα προϊόν της Χριστιανικής αναγέννησης, εξηγείται και ο λόγος που η ειρήνη του Θεού, (όπως και τα υπόλοιπα χαρίσματα), δεν δίνονται σε όλους. Δεν αποτελεί αυτό προσωποληψία από μέρους του Θεού. Γιατί ο καθένας είναι ελεύθερος να λάβει αυτά τα δώρα, αν συμπεριληφθεί στο Σώμα του Χριστού δια της αναγεννήσεως του αγίου βαπτίσματος, και συνεχίζει να καλλιεργεί τη Χριστιανική ζωή. Είναι δώρα που δίνει ο Θεός σε όλους όσους δέχονται και λαμβάνουν τον Χριστό ως κεφαλή τους. "Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού, οί ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ' εκ Θεού εγεννήθησαν" (Ιωάννης 1/α: 12,13).

Έτσι εξηγείται και ο λόγος που ο Θεός δεν "ευδοκεί" σε όλους τους ανθρώπους. Η ευδοκία του Θεού, γίνεται σε λίγους μόνο ανθρώπους, αυτούς που ΘΕΛΟΥΝ να ανήκουν στο Σώμα του Χριστού. Είναι δηλαδή ευδοκία όχι μόνο του Θεού, αλλά και δική τους. Οι ίδιοι είναι αυτοί που "προσελκύουν" την ευδοκία του Θεού, ανάλογα με την προαίρεσή τους απέναντι στην πίστη και τον Θεό.

Ακόμα και το Βυζαντινό κείμενο, (χωρίς το "ς"), λέει: "και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία". Δεν λέει "εν ΤΟΙΣ ανθρώποις". Δεν χρησιμοποιεί εκεί το οριστικό άρθρο. Λέει: "εν ανθρώποις". Αυτό σημαίνει ότι και χωρίς την πρωτογενή του μορφή, το χωρίο δεν μιλάει για ευδοκία σε όλους τους ανθρώπους, αλλά σε κάποιους μόνο από αυτούς. Και ποια θα ήταν η ευδοκία προς αυτούς; Φυσικά η "ειρήνη". Μιλάει λοιπόν για μια ειρήνη που δίνεται επιλεκτικά, "τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού" και αναγεννώμενους Χριστιανούς.

Γι' αυτή την ειρήνη, λέει ο απόστολος Παύλος: "η ειρήνη του Θεού η υπερέχουσα πάντα νουν φρουρήσει τας καρδίας υμών και τα νοήματα υμών εν Χριστω Ιησού" (Φιλιππισίους 4/δ: 7). Πρόκειται για μια ειρήνη ανώτερη από κάθε νου, γιατί είναι η ίδια η ειρήνη του Θεού. Έχοντας αυτή την ειρήνη, ο άνθρωπος ακόμα και αν βρίσκεται εν μέσω πολέμου και δυστυχίας, εν μέσω δυσκολιών και διωγμών, πάντα έχει μια εσωτερική γαλήνη. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είπε: "Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία· πιστεύετε εις τον Θεόν, και εις εμέ πιστεύετε. 2 εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί εισιν· ει δε μη, είπον αν υμίν· πορεύομαι ετοιμάσαι τόπον υμίν· 3 και εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν, ίνα όπου ειμί εγώ, και υμείς ήτε. 4 και όπου εγώ υπάγω οίδατε, και την οδόν οίδατε" (Ιωάννης 14/ιδ). Και ο Χριστιανός γνωρίζει, ότι αυτός ο κόσμος, αυτή η ζωή, δεν είναι όλα όσα υπάρχουν. Γνωρίζει, ότι ΕΧΕΙ, (από τώρα), ένα σπίτι μαζί με τον Θεό. Και δεν αφήνει τίποτα να του "ταράξει την καρδιά". Ξέρει ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Θεού. "31 ...ει ο Θεός υπέρ ημών, τις καθ’ ημών;... Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού; θλίψις ή στενοχωρία ή διωγμός ή λιμός ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μάχαιρα; 36 καθώς γέγραπται ότι ένεκά σου θανατούμεθα όλην την ημέραν· ελογίσθημεν ως πρόβατα σφαγής. 37 αλλ’ εν τούτοις πάσιν υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς. 38 πέπεισμαι γαρ ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή ούτε άγγελοι ούτε αρχαί ούτε δυνάμεις ούτε ενεστώτα ούτε μέλλοντα 39 ούτε ύψωμα ούτε βάθος ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από της αγάπης του Θεού της εν Χριστω Ιησού τω Κυρίω ημών" (Ρωμαίους 8/η).
ΤΙΠΟΤΑ στον κόσμο αυτό, δεν είναι δυνατόν να αδικήσει τον Χριστιανό. Καμία δυστυχία, και καμία δύναμη. Και ο Χριστιανός που νιώθει τη συνείδησή του καθαρή ενώπιον του Θεού, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Όταν οι άλλοι πανικοβάλλονται και τρομάζουν, εκείνος ΠΙΣΤΕΥΕΙ. Όταν οι άλλοι δυστυχούν, εκείνος ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΤΑΙ. Όταν οι άλλοι απελπίζονται, εκείνος ΕΛΠΙΖΕΙ. Η εσωτερική του ειρήνη είναι ανεξάντλητη.

Ναι, λοιπόν. Ο Χριστός έφερε ειρήνη. Μα όχι σε όλους. Μόνο σε όσους ευλαβούνται το όνομά Του. Σε όσους "εξέλεξε προ καταβολής κόσμου, να είναι άγιοι και ακηλίδωτοι μπροστά Του, με αγάπη, και τους προώρισε σε υιοθεσία, δια Ιησού Χριστού, κατά την ευδοκία του θελήματός Του" (Εφεσίους 1/α: 4, 5).


Τρίτη 17 Μαΐου 2016

ΔΙΑΒΟΛΟΣ: ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ ΑΣΤΟ ΓΙΑ ΑΥΡΙΟ!

 

ΔΙΑΒΟΛΟΣ: ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΚΑΝΕΙΣ ΣΗΜΕΡΑ ΑΣΤΟ ΓΙΑ ΑΥΡΙΟ!


Ο Εωσφόρος κάποτε κάλεσε όλα τα διαβολάκια και ζήτησε από το καθένα να του προτείνει ένα σατανικό σχέδιο που θα είναι ιδιαίτερα καταστρεπτικό για τους ανθρώπους.

Τα διαβολάκια πρότειναν το καθένα το δικό του σχέδιο, αλλά ο Εωσφόρος βράβευσε εκείνο το διαβολάκι που πρότεινε το σατανικό σχέδιο της αναβολής. «Εγώ, είπε ο μικρός διαβολάκος, θα λέω σ' όλους τους Χριστιανούς πως όλα όσα τους λέει η Εκκλησία είναι ορθά και αληθινά, αλλά δεν είναι ανάγκη από τώρα να τα παίρνουν στα σοβαρά. Τώρα μπορούν να ζούνε όπως θέλουν και στα γεράματά τους μπορούν να αποφασίσουν και για τη σωτηρία της ψυχής τους. Όλα να τα ακούνε αλλά με διάθεση αναβολής.»

Η αναβολή αποδεικνύεται το ισχυρότερο όπλο στα χέρια του διαβόλου. Πολλοί χριστιανοί πέφτουν ακριβώς σ' αυτήν την παγίδα. Είναι η ώρα της προσευχής, ο πονηρός ζητά την αναβολή. Δεν πειράζει, είσαι κουρασμένος, αύριο προσευχήσου. Σου δίνεται μια ευκαιρία να κάνεις μια ελεημοσύνη; Ο πονηρός με χίλιες δύο προφάσεις σε αποτρέπει. Και συ είσαι πτωχός. Μπορεί αύριο να βρεις κάποιον πτωχότερο από αυτόν. Είναι η ώρα του εκκλησιασμού; Ο πονηρός λέει: Δεν πειράζει, εκκλησιάζεσαι την άλλη Κυριακή. Πλησιάζει η ώρα της μελέτης του Νόμου του Θεού; Ο πονηρός υπαγορεύει: Δεν χάθηκε ο κόσμος που δεν θα μελετήσεις και μια ημέρα.

Έρχεται η ώρα της ιεράς εξομολογήσεως; Ο πονηρός συμβουλεύει: Καλή η εξομολόγηση, αλλά όχι και κάθε τόσο. Άλλωστε, δεν έκανες κανένα σπουδαίο αμάρτημα. Ακολουθεί η Θεία Κοινωνία, η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων; Ο διάβολος συγκατανεύει: Καμία αντίρρηση να μεταλαμβάνεις τα Άχραντα Μυστήρια, αλλά όχι και τόσο συχνά. Μια ή το πολύ δυο φορές τον χρόνο φθάνει. Και έτσι, χωρίς πολύ κόπο, ο διάβολος κερδίζει έδαφος και εμείς συνεχώς υποχωρούμε χωρίς να το αντιλαμβανόμεθα.

Η οδός της αναβολής, χωρίς αμφιβολία, μας οδηγεί στη χώρα του ποτέ. Το σήμερα είναι δικό μας. Το αύριο μάς είναι άγνωστο, άδηλο και αβέβαιο. Ακόμη και το θέμα της σωτηρίας της ψυχής μας, το σοβαρότερο όλων των προβλημάτων μας, όταν εμπλακεί εις τα δίκτυα της αναβολής, υπάρχει ο κίνδυνος να το χάσουμε. Αυτό που μπορούμε σήμερα να κάνουμε, ποτέ δεν πρέπει να το αφήνουμε για την αυριανή ημέρα, διότι κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί το αύριο να μας φέρει.

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Ο φαρδύς δρόμος οδηγεί τους ανθρώπους στην κόλαση

Ο φαρδύς δρόμος οδηγεί τους ανθρώπους στην κόλαση

Οι εντολές του Θεού δεν είναι βαριές, είναι πολύ ελαφριές, ανακουφίζουν, δροσίζουν και δημιουργούν και φτιάχνουν μακαριότητα στην ψυχή του ανθρώπου. Γι’ αυτό ο Χριστός μας δεν ζήτησε πολλά πράγματα. Και στη Δευτέρα Παρουσία δεν θα πει “γιατί δεν ασκητεύσατε…”. Όχι. Θα πει “γιατί δεν ελεήσατε, γιατί δεν θρέψατε, γιατί δεν ντύσατε, γιατί δεν ανακουφίσατε το φυλακισμένο”.

Τι είναι αυτά; Έργα αγάπης. Γι’ αυτό είπε ο Χριστός “Ποιος είναι αυτός που με αγαπάει; Αυτός που τηρεί τις εντολές μου. Εκείνος που δε με αγαπάει δεν τηρεί τις εντολές μου”. Με τον έλεγχο που έκανε στους εξ αριστερών, ήθελε να τους πει, ότι “εσείς δεν είχατε αγάπη και εφόσον δεν είχατε αγάπη, δεν μπορείτε να μπείτε στο νυμφώνα της αγάπης”. Ο νυμφώνας της αγάπης κερδίζεται μόνο με την αγάπη και τη θυσία. Γι’ αυτό θα πρέπει, με την αγάπη και την ταπείνωση, να περάσουμε στη Βασιλεία των Ουρανών.

Στενή και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν. Ο φαρδύς δρόμος οδηγεί τους ανθρώπους στην κόλαση. Ποιος είναι ο φαρδύς δρόμος; Η ξένοιαστη κοσμική ζωή, και όταν περνούν οι μέρες μας άδειες…

Δεν πρέπει να μας πλανά ο διάβολος· και να προσπαθήσουμε, κατά το Ευαγγέλιο του Χριστού μας, να καθαρίσουμε το έσωθεν του ποτηρίου που είναι η ψυχή μας, η καρδιά μας, ο νους μας. Αν το μέσα του ποτηρίου, λέει, το κάνεις, άνθρωπε, καθαρό και το έξωθεν θα είναι καθαρό. Υποκριτά, μην κάνεις το έξω, και το μέσα το αφήνεις ακάθαρτο. Στα μάτια του Θεού είναι όλα φανερά. Τους ανθρώπους θα τους ξεγελάσουμε, θα δείξουμε άλλο πρόσωπο, αλλά τα μέσα μας είναι γνωστά στο Θεό. Να φροντίσουμε μέσα μας να τακτοποιηθούμε, ν’ αλλάξουμε. Το χρόνο που μας έδωσε ο Θεός να τον γεμίσουμε με καλά έργα, με καλές σκέψεις, με αγνά αισθήματα.

Να μην καθόμαστε και ασχολούμαστε με αργολογίες, να μην ασχολούμαστε με συζητήσεις άκαιρες και βλαβερές. Ν’ απαλλάξουμε τη γλώσσα μας από το να κρίνουμε τους ανθρώπους, τον αδελφό μας, τον πλησίον μας. Όχι, όχι μην το κάνουμε αυτό. Να κρίνουμε τον εαυτό μας, να καταδικάσουμε τον εαυτό μας. Αν τον καταδικάσουμε, θα τον απαλλάξουμε της καταδίκης του Θεού. Αν καταδικάσουμε, θα καταδικαστούμε κι αν κρίνουμε, θα κριθούμε, και με όποια μεζούρα μετρήσουμε θα μας μετρήσει ο Θεός.

Η κάθε στιγμή που περνάει δεν ξαναγυρνάει. Ο διάβολος μάς κερδίζει χρόνο, μάς απασχολεί με πράγματα γήινα και πρόσκαιρα προκειμένου να μας κερδίσει το χρόνο να μην τον έχουμε, ώστε να μην προσφέρουμε περισσότερα στο Θεό και στην ψυχή μας. Ας προσέξουμε όσο μπορούμε να είμαστε εν εγρηγόρσει, να γρηγορούμε στο μυαλό, στην καρδιά, να μην αφήνουμε σκέψεις, να μην αφήνουμε την καρδιά μας να μολύνεται. [...] Πόσες φορές αν θα ελέγξουμε τη συνείδησή μας, θα δούμε ότι δεν προσέχουμε. Επομένως δημιουργούμε σκάνδαλο. Αυτές τις αμαρτίες δεν τις γνωρίζουμε. Να τις εξαγορευθούμε και να σβήσουν.

Γι’ αυτό θα τα προσέχουμε όλα αυτά τα πράγματα, για να είμαστε έτοιμοι. Ο θάνατος είναι φοβερός, δεν είναι παιχνίδι. Εάν κανείς από μας έχει γνωρίσει λίγο περί θανάτου, αν κινδύνεψε από ασθένεια, είδε πόσο φοβερό είναι. Βλέπετε πώς δακρύζει ο άνθρωπος ή και κλαίει και τρέχουν τα μάτια του κατά την ώρα την επιθανάτια; Γιατί κλαίει; Γιατί βλέπει ότι έρχονται οι ενάντιες δυνάμεις, έρχονται τα δαιμόνια ν’ αρπάξουν την ψυχή. Κι η ψυχή τρέμει σαν το φθινοπωρινό φύλλο στον ελάχιστο άνεμο.

Λέει το τροπάριο της νεκρώσιμης ακολουθίας: “οίον αγώνα έχει η ψυχή χωριζομένη του σώματος, πόσα δάκρυα τότε; Προς τους αγγέλους τα όμματα τρέπουσα άπρακτα καθικετεύει, προς τους ανθρώπους τας χείρας εκτείνουσα ουκ έχει τον βοηθούντα“. Λέει, στρέφει τα μάτια στους αγγέλους δεν παίρνει τίποτα. Γιατί οι άγγελοι λένε “κατά τα έργα σου αλληλούια”. Θα σε βοηθήσουμε, αλλά έπρεπε να βοηθήσεις κι εσύ με τα έργα σου. Σηκώνει τα χέρια προς τους ανθρώπους, βοηθήστε με. Κι εκείνοι λένε: τι να σε βοηθήσουμε, τον εαυτό μας δεν μπορούμε να βοηθήσουμε, εσένα θα βοηθήσουμε; Και τότε βάζει μυαλό ο κάθε άνθρωπος. Τι μπορεί όμως να κάνει εκείνη την ώρα, αφού ξεψυχάει;

Αυτή τη μελέτη, αυτή την αλήθεια, αυτή την πραγματικότητα την οποία βλέπουμε να την ζει κάθε δικός μας άνθρωπος που φεύγει από τη ζωή, γιατί δε μας γίνεται μάθημα να τακτοποιήσουμε τον εαυτό μας τώρα, ώστε όταν έρθει αυτή η περίπτωση, η ώρα, να είμαστε έτοιμοι; Ναι μεν θα πικραθούμε, ο θάνατος είναι από φύσεως σκληρός και πικρός, αλλά όταν η συνείδηση δεν μας καταμαρτυρεί, βάλσαμο έρχεται στην ψυχή. Η ψυχή ελπίζει, της γίνεται μια αίσθηση ότι κάτι θα γίνει. Γι’ αυτό λοιπόν, πριν έρθει αυτή η φοβερή ώρα, πριν έρθει αυτή η πρώτη κρίση της ψυχής από τη μεγάλη κρίση της Δευτέρας Παρουσίας, ας ετοιμαστούμε, ας προσέξουμε, ας βιαστούμε τώρα, όχι αύριο και μεθαύριο.

Από σήμερα, απ’ αυτή τη στιγμή, μέσα στην ψυχή μας μετάνοια κι επιστροφή στο Θεό. Κι όταν ο Θεός δει αυτή την καλή διάθεση από μέρους μας, θα μας βοηθήσει. Και αυτή τη μικρή διάθεση θα την κάνει μεγάλη,ώστε να επιτελεστεί αυτή η μεγάλη σωτηρία των ψυχών μας.

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΦΡΟΝΟΣ


ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ 
(απόσπασμα ΚΕΙΜΕΝΑ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ)

Ο άφρων στερείται φρόνησης και διορατικότητας, περιπλανιέται και χάνεται μέσα στις σκέψεις του. Ο άφρων προσκρούει σε πολλές επιθυμίες που είμαι ανόητες και βλαβερές. Παρασύρεται σε σκοτεινούς δρόμους και οδηγείται σε καταστροφή και σε απώλεια. 

Ο άφρων είναι ασεβής ∙ η αφροσύνη του τον οδήγησε στην άρνηση του Θεού: «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστι Θεός». Η ψυχή του άφρονα λατρεύει το σώμα και το σαρκικό φρόνημα. Το δε φως που υπήρχε σ’ αυτήν κατέληξε να γίνει σκοτάδι . Όταν περιεργάζεται τον κόσμο, τίποτε άλλο δεν διακρίνει παρά την άστατη ύλη στις διάφορες μορφές της. Η δυνατή του όραση δεν μπορεί να διακρίνει τίποτα στο σκοτάδι που την περικυκλώνει , έξω από την ύλη που στερείται πνεύματος. Η ψυχή του άφρονα αρνήθηκε την ίδια της την ύπαρξη , γιατί ο άφρων πορεύεται στο σκοτάδι και νύχτα ζοφερή έχει πλημμυρίσει την ψυχή του. 

Οι δρόμοι του άφρονα οδηγούν στον Άδη. Η πορεία της αφροσύνης του είναι γεμάτη σφάλματα και πολύ δύσβατη. Η ίδια η δημιουργία με μια φωνή «κραυγάζει» και εξαγγέλλει τη δημιουργική σοφία. Μόνο ο άφρων τολμά να την απορρίπτει. Από κοινού η γλώσσα της ανθρωπότητας , ομολογεί ότι υπάρχει Δημιουργός του σύμπαντος, ο άφρων άνθρωπος όμως στέκεται αντίθετος σ’ αυτήν. Ο άφρων αρνείται τον Θεό μέσα από την καρδιά του. Αρνείται τον θεμελιωτή τη στιγμή που βλέπει την οικοδομή.

 Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει για τον άφρονα: «Είπε ο άφρων στην καρδιά του∙ δεν υπάρχει Θεός , δεν υπάρχει θεμέλιο∙ και πώς στέκεται η οικοδομή; Δεν υπάρχει η καρίνα , η βάση του πλοίου∙ και πως αυτό συγκροτήθηκε; Δεν υπάρχει ναυπηγός∙ και πώς αρμολογήθηκε το καράβι; Δεν υπάρχει οικοδόμος∙ και πώς έγινε το σπίτι; Δεν υπάρχει μουσική∙  και πώς ακούγεται από τη λύρα η μουσική; Δεν υπάρχει αυτός που προβλέπει∙ και πώς μέσα απ’ όλα αναδεικνύεται η πρόνοια του Θεού; 

Δεν υπάρχει ο ηνίοχος∙ και πώς οδηγούνται τα άρματα των τεσσάρων τροχών; Δεν υπάρχει ο αγαλματοποιός∙ και πώς έγιναν οι άνθρωποι που, όπως τα αγάλματα, βρέθηκαν στον κόσμο; Δεν υπάρχει ο καμαροποιός∙ και τότε ποιος στερέωσε σαν καμάρα τον ουρανό; Δεν υπάρχει ο χρυσοχόος∙ και τότε ποιος ακούμπησε τον ήλιο στον ουρανό σαν έναν ολόχρυσο δίσκο πάνω σ’ ένα τραπέζι; Δεν υπάρχει ο λαμπαδούχος∙ και τότε ποιος έστησε τη σελήνη σαν ασημένια λαμπάδα μέσα στη νύχτα;

Δεν υπάρχει αυτός που φωτίζει και τότε ποιος έδωσε σε σένα αστέρια να σου φέγγουν και να σε φωταγωγούν; Δεν υπάρχει αυτός που έφτιαξε «φῶτα μεγάλα μόνῳ» και τότε ποιος τοποθέτησε σε τόσο ύψος τα αστέρια και τα έκανε να ανάβουν σαν λυχνάρια; Καθώς και ο προφήτης λέει: «τῷ ποιήσαντι φῶτα μεγάλα μόνῳ, τὸν ἥλιον  εἰς τάς ἀρχὰς τῆς ἡμέρας καὶ τὴν σελήνην  εἰς τάς ἀρχὰς τῆς νυκτός ». Δεν υπάρχει ο Δημιουργός και πώς η καλλονή , η μεγάλη ομορφιά των κτισμάτων, μαρτυρά τον Κτίστη; Γιατί εξαιτίας του τόσου μεγέθους και της τόσης ομορφιάς , κατ’ αναλογία, μπορούμε σ’ αυτά να δούμε τον Δημιουργό. 

Είπε ο άφρων μέσα στην καρδιά του: δεν υπάρχει Θεός. Όλα όσα γίνονται δηλαδή, πράττονται και ενεργούνται στον κόσμο, έχουν αυτόν που τα σχεδιάζει και αυτόν που τα εκτελεί και μόνο ο κόσμος δεν έχει Αυτόν που τον δημιούργησε και τον στόλισε; Αν για σένα δεν υπάρχει Θεός, τί κάνεις στον χώρο όπου υπάρχουν τα του Θεού; Μένεις στο σπίτι του Θεού και αρνείσαι τον οικοδεσπότη; Ή δώσε το ενοίκιο που δεν είναι τίποτα άλλο από την ευχαρίστηση ή φύγε από το σπίτι. Γιατί μένεις και μολύνεις το σπίτι βλασφημώντας;».
Ο άφρων αποστράφηκε τη φρόνηση που είναι αρετή της νόησης , τη λαμπάδα της ψυχής , τη βασίλισσα των λογισμών και τη διδασκαλία των καλών, και απέβαλε τη σοφία, τη σύνεση και τη γνώση. Άφρονα λέει ο Γραφή, όχι αυτόν που δεν έχει μυαλό, ή τον παράφρονα, ή αυτόν που έχει λίγο μυαλό, αλλά τον κακόφρονα. Ταλαίπωρος άνθρωπος ο άφρων.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Σπάζοντας τα δεσμά του θανάτου


Όταν ο Χριστός ανέστη εκ του τάφου και εμφανίστηκε στους μαθητές Του και στις Μυροφόρες, τους χαιρέτησε με τη λέξη «Χαίρετε»! Και αργότερα, όταν εμφανίστηκε στους αποστόλους, οι πρώτες Του λέξεις ήταν «Ειρήνη υμίν»! Ειρήνη, διότι η ταραχή τους ήταν πολύ μεγάλη – ο Κύριός τους είχε πεθάνει. Κάθε ελπίδα να νικήσει ο Θεός την κακότητα, να υπερισχύσει το αγαθό του κακού, είχε χαθεί. 

Έμοιαζε να έχει θανατωθεί η ίδια η ζωή, το φως να έχει σβήσει. Όλο κι όλο που απέμεινε στους Μαθητές, στους ανθρώπους που είχαν ζήσει εν αγάπη κοντά στον Χριστό και είχαν πιστέψει σ’ Αυτόν, ήταν αν συνεχίσουν να υπάρχουν, όχι πια να ζουν. Είχαν ήδη γευθεί την αιώνια ζωή, τώρα ήταν καταδικασμένοι να περιμένουν ένα σκληρό θάνατο στα χέρια των εχθρών του Χριστού.


«Ειρήνη υμίν» – «Έχω αναστηθεί, είμαι ζωντανός, είμαι μαζί σας, και άρα τίποτε – ούτε θάνατος, ούτε διωγμός- μπορεί πια να μας χωρίσει ή να σας στερήσει την αιώνια ζωή, τη νίκη του Θεού». Και αφού τους έπεισε ότι αναστήθηκε σωματικά, αφού τους ξανάδωσε τη χαμένη τους ειρήνη και μια ακλόνητο βεβαιότητα πίστεως, ο Χριστός πρόφερε λόγια που ίσως στην εποχή μας να ηχούν απειλητικά και τρομακτικά για πολλούς: «Καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, και εγώ πέμπω υμάς». Λίγες μόνον ώρες μετά τον σταυρικό θάνατό Του, λίγο μετά τη φοβερή εκείνη νύχτα στη Γεσθημανή, οπότε ο Χριστός συνελήφθη από τους εχθρούς Του, καταδικάστηκε σε θάνατο, οδηγήθηκε έξω από τα τείχη της πόλης και πέθανε πάνω στο σταυρό, τα λόγια αυτά παίρνουν τη μορφή απειλής. Και μόνο με την πίστη, με την παντοδύναμη βεβαιότητα ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ότι ο Θεός είχε νικήσει, ότι η Εκκλησία είχε γίνει μια ανίκητη δύναμη, θα μπορούσαν να γίνουν λόγια ελπίδας και θριαμβικής ιεραποστολής.



Οι Μαθητές ξεκίνησαν να κηρύττουν˙ τίποτε δεν τους σταματούσε. Δώδεκα άνθρωποι αντιμέτωποι με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Δώδεκα ανυπεράσπιστοι άνδρες, χωρίς κατοχυρωμένα δικαιώματα βγήκαν να μεταφέρουν το απλούστατο μήνυμα: ότι η θεία αγάπη είχε εισέλθει στον κόσμο και ότι για χάρη αυτής της αγάπης ήταν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους, ώστε και άλλοι να πιστέψουν και να ζήσουν, ώστε να ανατείλει φως «τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου».



Τους περίμενε πράγματι ο θάνατος˙ όλοι οι απόστολοι, εκτός από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Τους επιφυλάχθηκε θάνατος και διωγμός και πόνος και σταυρός ( Β΄ Κορ. 6, 3-14 ).



Αλλά η πίστη μας, η πίστη στον Χριστό, στον Σαρκωμένο Θεό, η πίστη στον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, η πίστη που έφερε την άσβεστη αγάπη στον κόσμο, θριάμβευσε. «Η πίστη ημών η νικήσασα τον κόσμον».



Το κήρυγμα αυτό άλλαξε τη στάση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο˙ καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια του άλλου. Ο προορισμός του κόσμου διευρύνθηκε και απέκτησε βάθος, ξεπέρασε τα όρια της γης και ένωσε τη γη με τον ουρανό. Και όπως είπε ένας Δυτικός ιεροκήρυκας, εμείς τώρα οι Χριστιανοί, έχουμε γίνει τα πρόσωπα εκείνα που ο Θεός τους εμπιστεύτηκε τη φροντίδα των άλλων ανθρώπων˙ που δεν θα χάνουν την ελπίδα τους, γιατί τη φύτεψε ο Θεός μέσα τους˙ που θα μπορέσουν να φέρουν τη θριαμβευτική αυτή νίκη μέσα στο καμίνι του τρόμου, των δικαστικών διώξεων, του μίσους και του διωγμού- αυτή τη νίκη που έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο, δια της πίστεως στον Εσταυρωμένο και αναστάντα Ιησού.



Ας ορθώσουμε λοιπόν το ανάστημά μας γι’ αυτήν την πίστη. Ας την ομολογούμε άφοβα, ας τη διδάξουμε στα παιδιά μας, ας τα οδηγούμε στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία, πριν ακόμη τα παιδιά μας μπορέσουν να τα κατανοήσουν, τα ενώνουν με τον Θεό και φυτεύουν τη αιώνια ζωή μέσα τους.



Και όλοι μας, νωρίτερα ή αργότερα, θα σταθούμε ενώπιον της κρίσεως του Θεού κα θα πρέπει να απαντήσουμε αν μπορέσαμε να αγαπήσουμε όλο τον κόσμο- πιστούς και απίστους, αγαθούς και πονηρούς- με την ίδια θυσιαστική, σταυρωμένη, νικηφόρα αγάπη με την οποία ο Θεός αγάπησε εμάς. Είθε ο θεός να μας δώσει θάρρος ακατανίκητο, πίστη νικηφόρα, αγάπη χαρούμενη, ώστε να εδραιωθεί η Βασιλεία για την οποία Εκείνος ενανθρώπησε, να γίνουμε εμείς υιοί Θεού και η γη μας αληθινός ουρανός, όπου θα ζει και θα βασιλεύει η αγάπη.



Χριστός Ανέστη!

Από το βιβλίο: «Anthony Bloom
Στο φως της Κρίσης του Θεού
ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ»

ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ, ΤΙ ΛΕΓΕΙ ΔΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ


Ο Άγιος Κυπριανός για τον θάνατο



    Αγίου Κυπριανού Καρθαγένης (+258 μ.Χ.) 

    Ο άγιος Κυπριανός με το παρακάτω κείμενό του, μας δείχνει τον Χριστιανικό τρόπο θεώρησης του θανάτου. Όχι με απελπισία, αλλά με προσμονή και ανυπομονησία.  

    Γιατί ποιος ευλογημένος άνθρωπος, δεν θα σπεύσει με χαρά να αντικρύσει τον Κύριό Του το συντομότερο;

    Δεν πρέπει να θλιβώμεθα, αγαπητοί χριστιανοί από την εκδημία των αδελφών μας προς τον Θεό, αφού γνωρίζομε καλά ότι δεν έχουν χαθή, αλλ' ότι απλώς προηγούνται από εμάς. Ξέρουμε πράγματι ότι δεν μας εγκαταλείπουν παρά για να προπορευθούν, όπως κάνουν συχνά οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί. Μπορούμε να λυπούμεθα, χωρίς όμως να θρηνούμε την απώλειά τους.
    Ο απόστολος Παύλος, μέμφεται κάθε άνθρωπο που δοκιμάζει θλίψι με τον θάνατο των δικών του, τον επιπλήττει και μάλιστα τον κατηγορεί: «Ου θέλομεν δε υμάς αγνοείν, αδελφοί, περί των κεκοιμημένων, ίνα μη λυπήσθε καθώς και οι λοιποί οι μη έχοντες ελπίδα. ει γαρ πιστεύομεν ότι Ιησούς απέθανε και ανέστη, ούτω και ο Θεός τους κοιμηθέντας δια του Ιησού άξει (θα φέρη) συν αυτώ» (Α' Θεσσ., δ' 13-14). Πράγμα που σημαίνει ότι αυτοί που θλίβονται για τον θάνατο των δικών τους, είναι πράγματι αυτοί που δεν έχουν ελπίδα.
    Επομένως, εμείς που ζούμε με την ελπίδα και πιστεύομε στον Θεό, εμείς που έχομε την πεποίθηση ότι ο Χριστός υπέφερε για εμάς και ανέστη, που έχομε αναγεννηθή δι' Αυτού και εν Αυτώ, γιατί θλιβόμεθα τόσο με την εκδημία των δικών μας, σαν να ήσαν χαμένοι δια παντός, αφού ο ίδιος ο Χριστός, ο Κύριός μας, μας ενισχύει με αυτούς τους λόγους: «Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή· ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιω. ια΄, 25-26). Εάν, λοιπόν, πιστεύομε στον Ιησού Χριστό, εάν έχομε εμπιστοσύνη στους λόγους και στις υποσχέσεις Του, δεν θα πεθάνομε ποτέ.
    Ας μην λησμονούμε ότι ο θάνατος δεν είναι μία τελική έξοδος, αλλά ένα πέρασμα, μια πρόσκαιρη πορεία προς την αιωνιότητα. Ποιος δεν θα βιαζόταν να φθάση σε μία ζωή καλύτερη; Ποιος δεν θα ήταν ανυπόμονος να αλλάξη μορφή, να μεταμορφωθή κατ' εικόνα Χριστού και να πλησιάση το ταχύτερον στην ουράνια ευγένεια και δόξα, όπως το κηρύσσει ο απ. Παύλος: «Ημών γαρ το πολίτευμα εν ουρανοίς υπάρχει, εξ ου και σωτήρα απεκδεχόμεθα Κύριον Ιησούν Χριστόν, ος μετασχηματίσει το σώμα της ταπεινώσεως ημών εις το γενέσθαι αυτό σύμμορφον τω σώματι της δόξης Αυτού» (Φιλ. γ΄, 20).
    Όπως μαρτυρεί το βιβλίο της Γενέσεως, ο Ενώχ αρπάχθηκε από την ζωή, αυτός που είχε την εύνοια του Θεού: «Ευηρέστησεν Ενώχ τω Θεώ, και ουχ ευρίσκετο, ότι μετέθηκεν αυτόν ο Θεός» (Γεν. ε΄, 24). Δια μέσου του Σολομώντος, το άγιον Πνεύμα μας διδάσκει ομοίως ότι, αυτοί που ευαρεστούν στον Θεό, καλούνται πρόωρα από την ζωή και ελευθερώνονται γρηγορώτερα από τον κόσμο· από φόβο μήπως, η πολύ μεγάλη παραμονή στην γη, συμβή να τους φθείρη: «Ηρπάγη, μη κακία αλλάξη σύνεσιν αυτού. Αρεστή γαρ ην Κυρίω η ψυχή αυτού· δια τούτο έσπευσεν εκ μέσου πονηρίας» (Σοφ. Σολ. ιδ΄, 11-14)
    Ευρίσκομε ακόμη μέσα στους Ψαλμούς το παράδειγμα του Δαυίδ, μιας ψυχής αφοσιωμένης στον Θεό με την πίστη την πνευματική, που σπεύδει με βιασύνη προς τον Κύριο: «Ως αγαπητά τα σκηνώματά Σου, Κύριε των δυνάμεων. Επιποθεί και εκλείπει η ψυχή μου εις τας αυλάς του Κυρίου» (Ψαλμ. πγ΄, 2).
    Είναι ίδιον εκείνου που ο κόσμος γοητεύει, που αφήνεται να πλανηθή από τα απατηλά θέλγητρα του κόσμου, να επιθυμεί να παραμείνει επί μακρόν στην ζωή. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως, μας υποχρεώνει ζωηρά να μη προσηλωνόμεθα στον κόσμο, υπακούοντες στις σαρκικές επιθυμίες μας, και μας παροτρύνει με αυτούς τους λόγους: «Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω· εάν τις αγαπά τον κόσμον, ουκ έστιν η αγάπη του Πατρός εν αυτώ· ότι παν το εν τω κόσμω, η επιθυμία της σαρκός και η επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου, ουκ έστιν εκ του Πατρός, αλλ' εκ του κόσμου εστί. Και ο κόσμος παράγεται (παρέρχεται) και η επιθυμία αυτού· ο δε ποιών το θέλημα του Θεού μένει εις τον αιώνα» (Α΄ Ιω. β΄, 15-17).
    Ας είμεθα μάλλον έτοιμοι να υπακούσωμε στις βουλές του Θεού, ισχυροί με μια ψυχή ευθεία και ειλικρινή, με μια πίστη ακλόνητη και ένα θάρρος σταθερό, και ας μη θλιβώμεθα από τον θάνατο αυτών που μας είναι αγαπητοί. όταν σημάνει η ώρα, να καλέσει και εμάς ο Θεός, ας βαδίσωμε προς Αυτόν χωρίς δισταγμό, χωρίς βαρυθυμία.
    Αν οι δούλοι του Θεού όφειλαν, σε κάθε εποχή, να συμμορφώνονται με αυτόν τον κανόνα, η τήρησίς του τώρα έχει γίνει μία αναγκαιότητα. Ο κόσμος, πράγματι, επιταχύνει τον όλεθρό του και βρίσκεται πολιορκημένος από πλήθος συμφορών που τον φθείρουν, εις τρόπον ώστε εμείς που έχομε συνείδηση των κακών, που τον έχουν ήδη προσβάλλει σφοδρώς και που γνωρίζομε ότι γεγονότα ακόμη βαρύτερα τον απειλούν, συμπεραίνομε χωρίς κόπο ότι, το μεγαλύτερο συμφέρον για εμάς τους Χριστιανούς είναι να αποσυρθούμε, το γρηγορώτερον, από την γη εδώ.
    Και δεν πρέπει, αγαπητοί αδελφοί μου, να λησμονούμε ότι, έχομε ήδη αποχωρισθεί από τον κόσμο και ζούμε εδώ κάτω «ως πάροικοι και παρεπίδημοι» – σαν ξένοι και περαστικοί – (Α΄ Πέτρ. β΄, 11), σαν ταξιδιώτες. Ευλογημένη η ημέρα, που έχει ορίσει στον καθένα την πραγματική του κατοικία και που, αφού μας αποσπάσει από αυτόν τον κόσμο και μας απαλλάξει από τα δεσμά του, μας μεταφέρει στον Παράδεισο και στην Βασιλεία των Ουρανών. Τι γλυκύτητα να πεθαίνεις χωρίς φόβο! Τι μακαριότητα βαθειά και ατελείωτη, να ζεις μέσα στην αιωνιότητα!
    Ποιος είναι αυτός που δεν θα έσπευδε να ξαναφθάσει στην πατρίδα του, μετά από ένα διάστημα παραμονής στην ξενιτιά; Πατρίδα μας είναι ο παράδεισος και εξ αρχής είχαμε τους Πατριάρχες για πατέρες. Γιατί, λοιπόν, δεν σπεύδομε ν' αντικρύσωμε την πατρίδα μας;
    Εκεί ευρίσκεται ο ένδοξος χορός των Αποστόλων, η ζωογόνος πληθύς των Προφητών, η αναρίθμητη στρατιά των Μαρτύρων, στεφανωμένων για τα κατορθώματά τους ενάντια στον εχθρό και τον πόνο, απολαμβάνοντες εκεί τον θρίαμβό των. Εκεί ακτινοβολούν οι παρθένοι, που υπεδούλωσαν με αξιέπαινες προσπάθειες την φιληδονία της σαρκός. Εκεί, τέλος, ανταμοίβονται οι άνθρωποι που επέδειξαν ευσπλαχνία και οίκτο, που πολλαπλασίασαν τις ελεήμονες πράξεις τους συντρέχοντες, σαν βοηθοί, στις ανάγκες των πτωχών και, πιστοί στα παραγγέλματα του Κυρίου, κατάφεραν να ανυψωθούν από τα γήινα αγαθά στους θησαυρούς τους ουράνιους.
    Ας βιαστούμε λοιπόν, να τους συναντήσωμε και να παρουσιασθούμε ενώπιον του Κυρίου, και ο Χριστός μας ας διαγνώσει τον πόθο της πίστεως και της ψυχής μας· Αυτός, ο Οποίος απονέμει την ύψιστη ανταμοιβή της δόξης Του σε αυτούς, που τον έχουν ποθήσει με την πιο μεγάλη θέρμη της καρδιάς τους.