Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΝΑΧΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017

Γιατί αλλάζει το όνομά του κάποιος όταν γίνεται μοναχός; (Αγ. Νεκταρίου)



Γιατί αλλάζει το όνομά του κάποιος όταν γίνεται μοναχός;

 (Αγ. Νεκταρίου)


Στους οσιότατους μοναχούς που υπόσχονται να ζουν ενάρετη ζωή επικράτησε η αλλαγή του ονόματός τους. Αυτό γίνεται για δύο σπουδαιότατους λόγους. Πρώτος λόγος είναι η απάρνηση ολοκληρωτικά της προηγούμενης ζωής και η συνεχής ενθύμηση της μεταβολής της, και δεύτερον, για να έχουμε παράδειγμα τον άγιο στην πορεία της ζωής μας, του οποίου φέρουμε το όνομα.

Η αλλαγή του ονόματος, μας βοηθά να ξεχνούμε το παρελθόν και συνεχώς υπενθυμίζει την μεταβολή που έγινε σ’ αυτόν που άλλαξε τον τρόπο της ζωής του και τις ανειλημμένες υποχρεώσεις, που οφείλει να εκπληρώνει με πολλή αγάπη και προθυμία. Το όνομα είναι τόσο πολύ συνδεδεμένο με το πρόσωπο, ώστε να μη μπορούμε να ξεχωρίσουμε την προσωπικότητά μας από αυτό. Γι’ αυτό και η ενθύμηση του ενός φέρνει στην μνήμη το άλλο και η αναφορά στο ένα γίνεται ταυτόχρονα και προς το άλλο. Εφόσον έχουμε το παλιό όνομα υπάρχει αναπόσπαστη η μνήμη του παλαιού ανθρώπου, αντίθετα όταν ακούμε το νέο όνομα υπάρχει μνήμη του νέου ανθρώπου.

Επικράτησε να γίνεται η αλλαγή του ονόματος, για την ηθική δύναμη που έχει. Η αλλαγή όμως χάνει τη δύναμή της, όταν η θέλησή μας αδρανεί να εκτελεί και να εφαρμόζει τις υποσχέσεις, που υπενθυμίζει το νέο όνομα στους μοναχούς. Αυτό δε συμβαίνει, διότι ζει μέσα τους ο παλαιός άνθρωπος και αγαπούν περισσότερο αυτόν από τον νέο, γι’ αυτό και αδιαφορούν στις συνεχείς υπομνήσεις που γίνονται σ’ αυτούς όταν τους καλούν με το νέο όνομα. Η αδιαφορία αυτή προς τις υποχρεώσεις, τις οποίες υπενθυμίζει στους μοναχούς το όνομα, μαρτυρεί την ύπαρξη ενός άλλου κακού, την αθέτηση της φωνής της συνειδήσεως. Διότι σε κάθε αθέτηση του καθήκοντος της νέας ζωής, που υπενθυμίζει πάντοτε το νέο όνομα, η συνείδηση επαναστατεί και διαμαρτύρεται, αλλά δεν εισακούεται, διότι κυριαρχεί ο παλαιός άνθρωπος, ο οποίος περιφρονεί τις αξιώσεις του νέου ανθρώπου, που εκφράζονται από τη φωνή της συνειδήσεως. 

Η περιφρόνηση αυτή φθάνει μέχρι τέτοιο σημείο, ώστε και να αποδοκιμάζει τη φωνή της συνειδήσεως, ότι αξιώνει ανόητα και παράλογα, και στο τέλος της επιβάλλει τη σιωπή. Η κατάσταση αυτή μοιάζει με την πώρωση της συνειδήσεως. Ο δε μοναχός που περιφρόνησε τη φωνή για την τήρηση των υποχρεώσεών του, αυτός έπαθε, ό,τι υποφέρουν όσοι έχουν πώρωση συνειδήσεως και αλλοίμονο σ’ αυτόν. Αυτός θα κατακριθεί, διότι δεν έζησε κατά Θεόν, και έβαλε το εγώ του και τη δική του γνώση πάνω από τη γνώση των Οσίων Πατέρων, και διότι δεν έκανε καλή προσφορά.

Πρόσφεραν στον Θεό θυσίες οι αδελφοί Κάιν και Άβελ, αλλά ο Κάιν δεν έκανε καλή προσφορά και αποδοκιμάστηκε από τον Θεό. Πρόσφερε ο Οζίας θυμίαμα στο Θεό με χρυσό θυμιατήριο, αλλά κατακρίθηκε, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Και ο Σαούλ πρόσφερε θυσίες στο Θεό αλλά κατακρίθηκε και αποδοκιμάστηκε αυτός και ο οίκος του, γιατί δεν έκανε καλή προσφορά. Πρόσφεραν και οι Ιουδαίοι θυσίες, αλλά ο Θεός τις αποδοκίμασε και έλεγε «μισεί αυτάς η ψυχή μου»· ώστε δεν είναι αρκετό για να ευαρεστήσει κάποιος το Θεό να προσφέρει μόνο θυσίες, δώρα και προσευχές, αλλά να κάνει καλή προσφορά δηλαδή να έχει συναίσθηση της ατέλειας και της αναξιότητάς του. Αλλά για -να υπάρχει τέτοια συναίσθηση απαιτείται τέλεια αυταπάρνηση και υποταγή στις εντολές του Θεού, και ταπείνωση και αδιάλειπτη πνευματική εργασία.

Εάν λοιπόν μόνον έτσι προσφέρουμε επάξια θυσίες στο Θεό, πρώτη δε και μέγιστη θυσία του προσφέρουμε την καρδιά μας, πώς η θυσία και η προσφορά μας θα γίνουν ευπρόσδεκτες στον Θεό, όταν δεν είμαστε άξιοι να προσφέρουμε θυσία ευάρεστη, ούτε τα προσφερόμενα είναι ως προσφορά άξια για τον Θεό; Γι’ αυτό μην επαναπαυόμαστε στις δεήσεις και προσφορές μας, εάν προηγουμένως δεν φροντίσουμε με πολλή επιμέλεια να κάνουμε τους εαυτούς μας άξιους πιστούς και τις θυσίες μας ευπρόσδεκτες στο Θεό. Γι’ αυτό βρίσκονται σε μεγάλη πλάνη όσοι νομίζουν ότι κάθε λατρεία και θυσία είναι ευάρεστες στο Θεό.
Λατρεία ευάρεστη και θυσία ευπρόσδεκτη στο Θεό είναι «πνεύμα συντετριμμένο και καρδία συντετριμμένη», και όχι πνεύμα υπερήφανο και αλαζονικό και καρδία άτεγκτη και εμπαθής.

Αυτά λοιπόν επιζητεί η αλλαγή του ονόματος κατά πρώτο λόγο. Κατά δε τον δεύτερο λόγο επιζητεί την υποχρέωση να έχει υπόδειγμα αρετής και τελειότητας τον βίο και το πολίτευμα του αγίου, του οποίου το όνομα φέρουμε, και σ’ όλη μας τη ζωή να αγωνιζόμαστε για να γίνουμε τέλειοι ακολουθώντας το παράδειγμά του. Το υπόδειγμα της αρετής του αγίου ενισχύει πάρα πολύ τον αγωνιζόμενο. Απ’ αυτό διδάσκεται, να ταπεινώνεται ακόμα και εάν κατάγεται από βασιλική οικογένεια· μαθαίνει να υπομένει και εάν τα δεινά είναι αφόρητα· μαθαίνει ν’ αγαπά και αυτούς που τον μισούν· μαθαίνει να τιμά και αυτούς που τον προσβάλουν· μαθαίνει να ζει υπέρ των αδελφών και ν’ αποθνήσκει υπέρ του νόμου του Θεού και των θείων εντολών του· μαθαίνει να αγαπά την έσχατη θέση και χαίρεται στην αφάνεια. Και τί δεν μαθαίνει; Εάν απαριθμήσω ένα-ένα όσα μαθαίνουμε από το παράδειγμα τον αγίων, δεν θα με φθάσει ούτε ο χρόνος, ούτε το χαρτί για να τα αναφέρω.

Πηγή: Αγ. Νεκταρίου, «35 Ποιμαντικές επιστολές», σ. 87-91, εκδ.Υπακοή 

Βίαζε να γνωρίσεις τον εαυτό σου και τότε θα γνωρίσεις πολλά πράγματα






Βίαζε να γνωρίσεις τον εαυτό σου και τότε θα γνωρίσεις πολλά πράγματα



ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ
Γιά τήν συνείδησι καί τήν γνῶσι τοῦ ἑαυτοῦ μας

       ~ Νά μήν εἶσαι φοβισμένος ἐξ αἰτίας κάποιου, οὔτε φυσικά καί ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου. Στά βάθη τῆς ὑπαρξεώς μας ζῆ ἕνα κριτής, ὁ ὁποῖος δέν μᾶς ἐξαπατᾶ καί ἡ φωνή του εἶναι πολύ σπουδαιότερη ἀπό τήν γνώμη ὅλου τοῦ κόσμου.


        Στήν ψυχή τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἐλέγχεται ἀπό τήν συνεί­δησί του, ἐνωρίτερα ἤ ἀργότερα, θά ἔλθουν ὅμως στιγμές, πού ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του θά διαμαρτυρηθῆ μέ ὅλη τήν δύναμί της. Αὐτές εἶναι στιγμές βασανιστικές, στιγμές οἱ ὁποῖες θά κρατήσουν χρόνια καί οἱ ὁποῖες θά εἶναι μόνο ἡ ἀρχή, χωρίς τέλος. Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κλίνει περισσότερο πρός τό κακό καί στό βάθος τῆς ψυχῆς του φωλιάζει ἡ ἁμαρτία.

         Ἄνθρωπος λέγεται μόνο ἐκεῖνος πού ξέρει τόν ἑαυτό του. Γιά νά γνωρίσης τόν ἑαυτό σου, εἶναι ἡ δυσκολώτερη καί ἡ ὠφελιμώτερη γνῶσις. Ὁ ἐγωϊσμός μεγαλύνει πάντοτε, ἐσφαλμένα βέβαια, τόν ἑαυτό μας καί τά χαρίσματά μας πρῶτα στά ἰδικά μας μάτια! Δέν εἶναι τίποτε εὐκολώτερο ἀπό τό νά ἀπατᾶσαι ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου καί καπνιζόμενος μέ τήν κενοδοξία νά νομίζης ὅτι εἶσαι κάτι, ἐνῶ δέν εἶσαι τίποτε.


       Μή καταπιάνεσαι νά κρίνης τούς ἄλλους, ὅσο νά ἐξετάζης τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου… δεκαπλασίασε τό κλᾶμμα καί τόν στεναγμό τῆς καρδίας σου γιά τίς ἁμαρτίες σου, διότι εἶναι δυνατόν αὐτές νά εἶναι δέκα φορές χειρότερες ἀπό ὅ,τι ἐσύ πιστεύεις καί ταπείνωσε ἑκατό φορές τήν δῆθεν καλωσύνη τῶν καλῶν σου ἔργων, διότι ἴσως πράγματι νά εἶναι ἔτσι. Αὐτή ἡ διδασκαλία περιλήφθηκε ἀπό τόν ἅγιο Μακάριο τόν Αἰγύπτιο.


       Βίαζε νά γνωρίσης τόν ἑαυτό σου καί τότε θά γνωρίσης πολλά πράγματα. Ὅποιος βλέπει τίς ἁμαρτίες του θά ἰδῆ νά μπαίνη μέσα του ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Πολλοί θέλουν νά ξέρουν τί γίνεται στίς ξένες χῶρες, ἀλλά τί εὑρίσκεται στήν ψυχή τους δέν θέλουν νά ἐξετάσουν.

         Δέν ὑπάρχει τίποτε μεγαλύτερο ἀπό τό νά γνωρίζης τήν ἀδυναμία καί ἀμάθειά σου. Τό πρῶτο σημεῖο τῆς σοφίας σου εἶναι νά ἀναγνωρίσης τά λάθη σου. Ἡ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν σφαλμάτων μας εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας μας. Ὅποιος ἐγνώρισε τίς ἁμαρτίες του, ἔφθασε στό μέσον τοῦ δρόμου γιά τήν δικαίωσί του, ἀλλά ὅποιος ὅμως δέν τίς ἐγνώρισε, ἐκεῖνος ἀκόμη δέν ἄρχισε οὔτε τήν νηστεία, οὔτε τήν προσευχή.


         Γιά νά γνωρίσουμε τόν ἑαυτό μας, πρέπει νά καλοῦμε κάθε ἡμέρα τήν ψυχή μας σέ δικαστήριο καί νά ζητοῦμε λογαριασμό γιά τήν ζωή καί τήν συμπεριφορά του ἀπέναντί μας, ἀπέναντι τοῦ κόσμου καί ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Νά μή κοιμούμεθα, προτοῦ νά σκεφθοῦμε τίς ἁμαρτίες τίς ὁποῖες ἐπετελέσαμε στόν διάβα τῆς ζωῆς μας.

         Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος νικητής στήν γῆ, παρά ἐκεῖνος, πού ἐνίκησε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του καί κυριαρχεῖ ἐπάνω στά πάθη του.

       Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἐχθρός γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τίποτε δέν πρέπει νά φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, ὅσο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Ὅποιος ἐξουσιάζει τίς αἰσθήσεις του, αὐτός διέρχεται τήν ζωή του μέ εἰρήνη.


        Ἡ ἀπόκτησις τῆς εἰρήνης δέν πρέπει νά ἀναζητηθῆ πρῶτα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά πρῶτα στό σῶμα σου, στό πνεῦμα σου καί στήν ψυχή σου. Ἐάν δέν γίνης βασιλεύς ἐπάνω στίς ἐπιθυμίες καί τούς λογι­σμούς σου, δέν θά κληρονομήσης τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

        Ἐπειδή δημιουργήθηκες ἐλεύθερος καί κλήθηκες στήν ἐλευθερία, μήν ἀνέχεσαι νά γίνης δοῦλος τῶν ἀκαθάρτων παθῶν σου.

από το βιβλίο: «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ»
 – ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ (1910-1989)

Ο μοναχός που δέχτηκε το χαστούκι και νίκησε τον διάβολο!



Ο μοναχός που δέχτηκε 

το χαστούκι και νίκησε τον διάβολο!



          Ἡ ταπεινοφροσύνη στολίζει τὸν ἄνθρωπο. Ὁ ταπεινὸς ἄνθρωπος ὅπου καὶ ἂν σταθεῖ, ὅπου καὶ ἂν βρεθεῖ, σκορπάει μία κατὰ κάποιο τρόπο μυστηριώδη χάρη καὶ γίνεται ἀγαπητὸς καὶ προσφιλής.


               Τὴν ταπείνωσιν οἱ δαίμονες τὴν τρέμουν, ὅπως ἀκριβῶς συνέβη καὶ μὲ ἕναν ὑποτακτικόν: Ἕνας Χριστιανὸς εἶχε μία κόρη δαιμονισμένη καὶ τὴν ἐπῆγε σὲ πολλοὺς γιατροὺς ἀλλὰ δὲν βρῆκε τὴν θεραπεία της. Αὐτὸς ὁ Χριστιανὸς εἶχε ἕνα φίλο, πνευματικὸ ἄνθρωπο ὁ ὁποῖος εἶχε σχέση μὲ τοὺς μοναχούς, καὶ λέγοντάς του τὸ παράπονο, τὸν πόνο του γιὰ τὸ κορίτσι του, τοῦ λέγει ἐκείνος


-Τὸ παιδί σου θὰ βρεῖ θεραπεία μόνον ὅταν καλέσεις ἕνα μοναχό, ὑποτακτικό, καὶ ἔλθει στὸ σπίτι σου καὶ κάνει μίαν εὐχούλα, θὰ ἰδεῖς ἀμέσως τὸ παιδί σου θὰ γίνει καλά.


—Καὶ ποῦ θὰ τὸν βρῶ ἐγὼ αὐτὸν τὸν μοναχό;

—Νά! Κάτω στὴν ἀγορὰ κατεβαίνουν, λέγει, ἀπὸ τὴν ἔρημο νεώτεροι ὑποτακτικοὶ μοναχοὶ καὶ πωλοῦν διάφορα ἐργόχειρα. Σ’ ἕνα τέτοιο μοναχὸ πὲς του «Ἔλα στὸ σπίτι νὰ σοῦ πληρώσω τὰ ἐργόχειρα, διότι τώρα ἐπάνω μου δὲν ἔχω χρήματα». Καὶ πές του νὰ σοῦ κάνει μία εὐχὴ καὶ θὰ δεῖς ὅτι τὸ παιδί σου θὰ γίνει καλά.


Αὐτὸς ἀμέσως τὸ πρωὶ κατεβαίνει στὴν ἀγορὰ βλέπει ἕνα νέο μοναχὸ νὰ πωλεῖ διάφορα, ἐκεῖ, ἐργόχειρα.
Τοῦ λέει:


—Πάτερ, πόσο τὰ δίνεται αὐτά;
—Τόσο. Εἶπε ὁ μοναχός.
—Μπορεῖς νὰ ἔλθεις μέχρι τὸ σπίτι νὰ σὲ πληρώσω, γιατί ἐπάνω μου δὲν ἔχω χρήματα;
—Ἔρχομαι, λέγει.


             Καὶ ἀφοῦ προχωροῦσαν πρὸς τὸ σπίτι καὶ πλησίαζαν, ὁ διάβολος μυρίστηκε τὸ πράγμα, ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα του νὰ πάρει τὸ ἐξιτήριό του καὶ νὰ φύγει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἑτοιμάστηκε καὶ αὐτός. Καὶ μπαίνοντας ὁ μοναχὸς μέσα στὸ σπίτι, τὸν ἀπαντᾶ ἡ κόρη καὶ σηκώνει τὸ χέρι καὶ τοῦ δίνει ἕνα ράπισμα, τοῦ μονάχου. Αὐτός, ὁ μοναχός, γύρισε καὶ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ προσώπου καὶ τοῦ δίνει καὶ ἀπ’ ἐκεῖ ἕνα ράπισμα, καὶ ἀμέσως ἡ κόρη ἔπεσε κάτω καὶ ἔβγαζε ἀφρούς. Καὶ στὸ τέλος, φεύγοντας τὸ δαιμόνιο εἶπε, ὅτι ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ μὲ βγάζει καὶ μὲ διώχνει. Καὶ ἀμέσως τὸ παιδὶ ἔγινε καλά.

              Ὁ ὑποτακτικὸς αὐτός, ἀπὸ τὴν πράξη αὐτὴ φαίνεται ὅτι ἦταν ἕνας προοδευμένος, ἕνας πετυχημένος μοναχὸς ὁ ὁποῖος ὁπωσδήποτε θὰ εἶχε ἐξασκηθεῖ στὴν παιδεία καὶ στὴ θεραπεία τῆς ψυχῆς του.


            Στὴν προσευχή μας πάντοτε νὰ παρακαλοῦμε καὶ νὰ δεόμεθα τοῦ Θεοῦ νὰ μᾶς ἁπαλλάττη ἀπ’ αὐτὸ τὸ θηρίο, τὸν ἐγωισμόν, καὶ νὰ μᾶς χαρίζη τὴν ἁγίαν ταπείνωσιν τῆς ψυχῆς.



Τι είναι η Θεοεγκατάλειψη.



Τι είναι η Θεοεγκατάλειψη. 

Ποιοι είναι οι τέσσερις τρόποι Θεοεγκατάλειψης




      Στο βίο και τη διδασκαλία του Οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου βλέπουμε τον άγιο να επανέρχεται επανειλημμένα στο θέμα της θεοεγκατάλειψης.


      Ομιλεί εκ πείρας καθώς επί δεκαπενταετία έζησε αυτή την φοβερή δοκιμασία. Με το βίωμα του μεταφέρει στη σύγχρονη εποχή, αυτή την Αγιογραφική και Πατερική διδασκαλία ιδιαίτερα απαραίτητη για τους αγωνιζομένους χριστιανούς.


       Πολλοί χριστιανοί ξεκινούν με ενθουσιασμό την πνευματική ζωή της αναγεννήσεως. Όμως στην πορεία, όταν συστέλλεται η Θεία Χάρη και επέρχεται καταιγίδα πειρασμών και δοκιμασιών,, προσεύχονται, επικαλούνται το Θεό, χωρίς καμιά απάντηση. Απογοητεύονται, συγχύζονται, τα χάνουν. Η πίστη κλονίζεται. Οι αμφιβολίες περιτριγυρίζουν «ώσπερ μέλισσαι».


       Αυτή η κατάσταση παρομοιάζεται με την πορεία του Ισραηλιτικού λαού στην έρημο. Είναι μια πορεία σε μια έρημο απαρηγόρητη «εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω».


        Το ίδιο βίωμα έχουν οι Μάρτυρες στους διωγμούς και οι Όσιοι στην άσκηση της ερήμου. Όλοι όμως συμφωνούν, ότι όταν λέμε Θεοεγκατάλειψη, δεν έχουμε πλήρη εγκατάλειψη του ανθρώπου από το Θεό. Απλώς ο Θεός μετά την πρώτη επίσκεψη, συστέλλει την Χάρη Του για να φανεί η διάθεση του αγωνιστού χριστιανού…

theoegkataleipsi
Οι Τέσσερις τρόποι εγκατάλειψης

Κατά τον Άγιο Μάξιμο τέσσερις είναι γενικά οι τρόποι Θεοεγκατάλειψης:

  1. «η κατ’ οικονομία Θεού», όπως έγινε στο πάθος του Κυρίου, ώστε με τη νομιζόμενη εγκατάλειψη να σωθούν οι άνθρωποι, που είχαν εγκαταλειφθεί.
  2. η προς δοκιμήν, όπως με τον Ιώβ και τον Ιωσήφ, για να αναδειχθούν ο πρώτος υπόδειγμα ανδρείας, και ο άλλος υπόδειγμα σωφροσύνης.
  3. τρίτη, η πατρική παιδαγωγία, όπως με τον Απόστολο Παύλο, για να φυλάξει με την ταπεινοφροσύνη την άφθονη χάρη. 
  4. τέλος, η εγκατάλειψη λόγω αποστροφής, όπως των Ιουδαίων, ώστε με την τιμωρία να μαλακώσουν και να λυγίσουν σε μετάνοια. Όλοι αυτοί οι τρόποι είναι σωτήριοι και γεμάτοι από Θεία αγαθότητα και φιλανθρωπία.

από το βιβλίο:
 «ΘΕΟΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ» 
– Από την διδασκαλία του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου
 – Αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη 
(Ιερά Μονή Αγίου Κοσμά Αιτωλού – Αρναία)

Σάββατο 28 Μαΐου 2016

Τι συμβολίζουν τα σήμαντρα και τα τάλαντα

Τι συμβολίζουν τα σήμαντρα και τα τάλαντα



         Πριν τη διάδοση της καμπάνας ήταν σε χρήση τα σήμαντρα, τόσο στα Μοναστήρια όσο και στους ενοριακούς Ναούς. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, επανήλθε η χρήση τους, καθώς απαγορεύτηκε ο χτύπος της καμπάνας.

        Σήμερα είναι σε χρήση μόνον στα Μοναστήρια. Ανάλογα με την Ακολουθία του νυχθημέρου, είναι σε χρήση και το αντίστοιχο σήμαντρο.

             Με αυτή την ονομασία αναφέρονται:

       α) Το τάλαντο ή χειροσήμαντρο, το οποίο είναι μια μακρόστενη σανίδα που στις άκρες μπορεί να έχει τρείς ή πέντε οπές. Οι τρείς οπές συμβολίζουν τον Τριαδικό Θεό, ενώ οι πέντε οπές, σε σχήμα Σταυρού, τις ανθρώπινες αισθήσεις που πρέπει να είναι σε εγρήγορση.
Ο ήχος συμβολίζει την διδασκαλία της Παλαιάς Διαθήκης, τα βήματα του Θεού μέσα στον Παράδεισο, όταν επισκεπτόταν τους πρωτοπλάστους αλλά, και το κάλεσμα του Νώε για την είσοδο των ζώων κατά ζεύγη στην κιβωτό.
 
Παλαιά Διαθήκη, Γένεση – Κεφάλαιο 3, Στίχοι 8 – 10..«Και άκουσαν τη φωνή τού Κυρίου τού Θεού, να περπατάει στον παράδεισο προς το δειλινό· και ο Αδάμ και η γυναίκα του κρύφτηκαν από το πρόσωπο του Κυρίου τού Θεού, ανάμεσα στα δέντρα τού παραδείσου. Και ο Κύριος ο Θεός κάλεσε τον Αδάμ, και του είπε: Πού είσαι; Κι εκείνος είπε: Άκουσα τη φωνή σου στον παράδεισο, και φοβήθηκα, επειδή είμαι γυμνός· και κρύφτηκα».

Το τάλαντο είναι και μονάδα βάρους καθώς και νομισματική υποδιαίρεση, που χρησιμοποιούσαν οι Αιγύπτιοι, οι Εβραίοι, οι Έλληνες οι Ρωμαίοι. Το τάλαντο ως μονάδα βάρους, συμβολικά μεταφέρεται και καθορίζει το βάρος των αγαθών έργων και της πίστης για τη σωτηρία της ψυχής.


β) Το μεγασήμαντρο ή κόπανος είναι μια κρεμαστή χοντρή μακρόστενη σανίδα, που έχει και αυτή στις άκρες τρείς ή πέντε οπές, συμβολίζοντας αντίστοιχα τον Τριαδικό Θεό και τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις, οι οποίες πρέπει να είναι σε εγρήγορση. Ο ήχος συμβολίζει την διδασκαλία την Καινής Διαθήκης, την παρουσία του ενανθρωπήσαντος Θεού στην γη και το κήρυγμά Του, καθώς και το δοθέν τάλαντο, το οποίο πρέπει να αξιοποιήσει ο άνθρωπος, σύμφωνα με την παραβολή των ταλάντων.
 
                Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, Κεφάλαιο 25, Στίχοι 14 – 30..

«Επειδή, θα΄ρθει σαν ένας άνθρωπος ο οποίος, προκειμένου να αποδημήσει, κάλεσε τους δούλους του, και τους παρέδωσε τα υπάρχοντά του· και σε έναν μεν έδωσε πέντε τάλαντα, σε άλλον δε δύο, και σε άλλον ένα· σε κάθε έναν σύμφωνα με τη δική του ικανότητα· κι αμέσως αποδήμησε. Εκείνος δε που πήρε τα πέντε τάλαντα πήγε, και δουλεύοντας μ’ αυτά, έκανε άλλα πέντε τάλαντα. 

Το ίδιο και εκείνος που πήρε τα δύο, κέρδισε κι αυτός άλλα δύο. Εκείνος δε που πήρε το ένα, πήγε και έσκαψε στη γη, και έκρυψε το ασήμι τού κυρίου του. Και μετά από πολύ καιρό έρχεται ο κύριος εκείνων των δούλων, και κάνει λογαριασμό μαζί τους.Και όταν ήρθε αυτός που πήρε τα πέντε τάλαντα, παρουσίασε άλλα πέντε τάλαντα, λέγοντας: Κύριε, πέντε τάλαντα μου παρέδωσες· δες, με βάση αυτά κέρδησα άλλα πέντε τάλαντα. Και ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Εύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου. 

Και καθώς ήρθε κοντά και εκείνος που πήρε τα δύο τάλαντα, είπε: Κύριε, δύο τάλαντα μου παρέδωσες· δες, με βάση αυτά κέρδησα άλλα δύο τάλαντα. Και ο κύριός του είπε σ’ αυτόν: Εύγε, δούλε αγαθέ, και πιστέ· στα λίγα φάνηκες πιστός, επάνω σε πολλά θα σε καταστήσω· μπες μέσα στη χαρά τού κυρίου σου.
Και καθώς ήρθε κοντά και εκείνος που πήρε το ένα τάλαντο, είπε: Κύριε, σε γνώρισα ότι είσαι σκληρός άνθρωπος, θερίζοντας όπου δεν έσπειρες, και μαζεύοντας απ’ όπου δεν διασκόρπισες· και επειδή φοβήθηκα, πήγα και έκρυψα το τάλαντό σου μέσα στη γη· δες, έχεις το δικό σου. 

Και ο κύριός του, απαντώντας, είπε σ’ αυτόν: Πονηρέ δούλε και οκνηρέ, ήξερες ότι θερίζω όπου δεν έσπειρα, και μαζεύω απ’ όπου δεν διασκόρπισα· έπρεπε, λοιπόν, να βάλεις το ασήμι μου στους τραπεζίτες· και όταν ερχόμουν εγώ, θα έπαιρνα το δικό μου μαζί με τόκο. 

Πάρτε, λοιπόν, απ’ αυτόν το τάλαντο, και δώστε το σ’ αυτόν που έχει τα δέκα τάλαντα. Επειδή, σε όποιον έχει, θα δοθεί, και θα του περισσεύσει· και απ’ αυτόν που δεν έχει, και εκείνο που έχει, θα αφαιρεθεί απ’ αυτόν. Και τον αχρείο δούλο ρίξτε τον στο εξώτερο σκοτάδι· εκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών».

Ο κόπανος είναι ένα παλαιό χειρωνακτικό γεωργικό εργαλείο για το αλώνισμα των δημητριακών. Η μετατροπή και χρήση του εργαλείου αυτού από την Εκκλησία συμβολίζει το πνευματικό «αλώνισμα» των ψυχών.

γ) Το αγιοσίδερο είναι μεταλλικό σήμαντρο, που με τον ήχο του συμβολίζει και υπενθυμίζει την σάλπιγγα του Αγγέλου, η οποία θα ακουστεί κατά την Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, την φωνή του Θεού που θα αποδώσει στον κάθε άνθρωπο την δίκαιη κρίση Του. 

Αρχιμ Ισαάκ Τσάπογλου – Βιβλίο:
 «Ηγάπησα, Κύριε, ευπρέπειαν οίκου σου…»

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Ο Όσιος Παχώμιος ο Μέγας – Ο θεμελιωτής της κοινοβιακής ζωής († 15 Μαϊου)

Ο Όσιος Παχώμιος διδάσκεται από  Άγγελο Κυρίου περί της μοναχικής ζωής

Ο Όσιος Παχώμιος ο Μέγας – Ο θεμελιωτής της κοινοβιακής ζωής († 15 Μαϊου)

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος γεννήθηκε τὸ 292 μ.Χ. στὴν Κάτω Θηβαΐδα τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ γονεῖς εἰδωλολάτρες καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Μεγάλου (306 – 337 μ.Χ.).

Στὸ στρατό, στὸν ὁποῖο κατετάγη, γνωρίσθηκε μὲ Χριστιανοὺς στρατιῶτες καὶ διδάχθηκε ἀπὸ αὐτοὺς τὰ τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Ὅταν δὲ ἀπολύθηκε ἀπὸ τὶς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐγκατέλειψε τὸν κόσμο καὶ ἀφοῦ μετέβη στὴν Ἄνω Θηβαΐδα, βαπτίσθηκε καὶ ἐκάρη μοναχός.

Ἐπιθυμώντας μεγαλύτερη ἡσυχία, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴν ἐρημικὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄσκηση, κατέφυγε στὴν ἔρημο καὶ ἐτέθη ὑπὸ τὴν πνευματικὴ καθοδήγηση τοῦ περίφημου ἡσυχαστοῦ Παλάμονος († 12 Αὐγούστου), τοῦ ὁποίου ἔγινε τέλειος μιμητής.

Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα, περὶ τὸ 320 μ.Χ., κατέφυγε σὲ ἔρημο νησίδα τοῦ Νείλου, στὴ νῆσο Ταβέννη τῆς Ἄνω Θηβαΐδος, ὅπου βοηθούμενος καὶ ἀπὸ τὸν ἀσπασθέντα τὸ μοναχικὸ σχῆμα ἀδελφό του Ἰωάννη, ἵδρυσε μικρὴ μονή.

Ἡ φήμη τῆς ἁγιότητας καὶ τῆς συνέσεώς του, εἵλκυσε πολλοὺς μοναχούς, ἐξαιτίας δὲ τούτου ὁλοένα καὶ μεγάλωνε τὴ μονή του, ὥστε σὲ διάστημα ὀλίγων ἐτῶν αὐτὴ νὰ ἀριθμεῖ περισσότερους ἀπὸ 14.000 μοναχούς. Ἔτσι ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους οἰκιστὲς καὶ ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου.

Ὁ Ὅσιος Παχώμιος θεωρεῖται θεμελιωτὴς τῆς κοινοβιακῆς ὀργανώσεως τῶν ἀσκητῶν. Ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴ Λαυσαϊκὴ Ἱστορία, βιβλίο ποὺ ἔγραψε ὁ Παλλάδιος περὶ τὸ 420 μ.Χ., οἱ μοναχοὶ τοῦ Παχωμίου, ποὺ ὀνομάζονταν Ταβεννησιῶτες, ζοῦσαν ἀνὰ τρεῖς σὲ μικρὰ οἰκήματα. Ὁ Ὅσιος Παχώμιος ἐπέβαλε στοὺς μοναχοὺς κοινὴ προσευχὴ κάθε πρωὶ καὶ βράδυ (συνολικὰ βέβαια οἱ μοναχοὶ προσεύχονταν, σύμφωνα μὲ τὸν Κανόνα, δώδεκα φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ δώδεκα τὴ νύχτα), κοινὴ ἐργασία, κοινὰ ἔσοδα, κοινὲς δαπάνες, κοινὰ γεύματα καὶ ὁμοιόμορφη ἐνδυμασία. Τὰ γεύματά τους ἀποτελοῦνταν ἀπὸ φυτικὲς τροφὲς καὶ τυρί. Κατ’ αὐτὰ οἱ μοναχοὶ δὲν μιλοῦσαν μεταξύ τους καί, γι’ αὐτό, συνεννοοῦνταν μὲ νεύματα. Κάλυπταν δὲ τὰ πρόσωπά τους κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦν νὰ βλέπουν μόνο τὴν τράπεζα.

Ἡ ὁμοιόμορφη στολή τους ἀποτελεῖτο ἀπὸ τὰ ἑξῆς ἐνδύματα: λινὸ χιτώνα («λεβιτωνάριο»), ποὺ ἔφθανε λίγο κάτω ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ ζωνόταν μὲ ζώνη, λευκὸ μαλλοφόρο ἔνδυμα αἰγὸς ἢ προβάτου («μηλωτή»), ἐπίσης ζωσμένο, ποὺ ἔφθανε ὡς τὰ γόνατα καὶ εἶχε τὴ μαλλοφόρο ὄψη πρὸς τὰ ἔξω, κωνοειδὲς κουκούλιο, ποὺ στὸ πίσω μέρος ἔφθανε ὡς τοὺς ὤμους, καὶ μικρὸ λινὸ ὠμοφόριο («μαφόριον» ἢ «μαφόριον»), ποὺ κάλυπτε συνήθως τὸν αὐχένα καὶ τοὺς ὤμους. Ὑποδήματα σπανίως χρησιμοποιοῦσαν.
Οἱ Ταβεννησιῶτες μοναχοὶ κοιμοῦνταν καθήμενοι καὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων κάθε Σάββατο καὶ Κυριακή. Διαιροῦνταν σὲ εἴκοσι τέσσερα τάγματα, καθένα ἀπὸ τὰ ὁποία χαρακτηρίζονταν μὲ ἕνα γράμμα τῆς ἀλφαβήτου, ἀνάλογα μὲ τὴν κατάσταση καὶ τὸν τρόπο συμπεριφορᾶς ἐκείνων ποὺ τὸ ἀποτελοῦσαν.

Πνεῦμα ὀργανωτικὸ καὶ ἀπαράμιλλος στὴν καθοδήγηση καὶ διακυβέρνηση προσώπων καὶ πραγμάτων, κατόρθωσε νὰ διατηρήσει μεταξὺ τοῦ πλήθους τῆς περὶ αὐτὸν ἀδελφότητας πειθαρχία καὶ ἀγάπη, φροντίζοντας ὡς φιλόστοργος πατέρας γιὰ τὶς πνευματικὲς καὶ ὑλικές τους ἀνάγκες, διὰ δὲ τῶν σοφῶν συμβουλῶν του καὶ τοῦ παραδείγματός του νὰ τοὺς ἐνθερρύνει στὸν ἀγῶνα πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λόγω τῆς θεοσεβείας καὶ τῆς θεοφιλοῦς δράσεώς του ὁ Ὅσιος Παχώμιος προικίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ διὰ τῆς χάριτος τῆς θαυματουργίας καὶ ἐπιτέλεσε πλεῖστα ὅσα θαύματα.
Τὸ 348 μ.Χ. περιποιούμενος ὁ ἴδιος τοὺς μοναχοὺς ποὺ ἀσθένησαν ἀπὸ πανώλη, ἀρρώστησε καὶ ὁ ἴδιος καὶ μετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸν Ὅσιο Παχώμιο διαδέχθηκε στὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς ὁ Ὅσιος Θεοδόσιος ὁ Ἡγιασμένος († 16 Μαΐου).

Η μνήμη του Οσίου Παχωμίου εορτάζεται στις 15 ΜΑΪΟΥ

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.

Ἀγελάρχης ἐδείχθης τοῦ Ἀρχιποίμενος, Μοναστῶν τᾶς ἀγέλας Πάτερ Παχώμιε, πρὸς τὴν μάνδραν ὁδηγῶν τὴν ἐπουράνιον, καὶ τὸ πρέπον ἀσκηταῖς, ἐκεῖθεν σχῆμα μυηθείς, καὶ τοῦτο πάλιν μυήσας· νῦν δὲ σὺν τούτοις ἀγάλλῃ, καὶ συγχορεύεις ἐν οὐρανίαις σκηναῖς.

Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.

Τὴν τῶν Ἀγγέλων ἐν σώματι πολιτείαν, ἐπιδειξάμενος Παχώμιε θεοφόρε, τούτων καὶ τῆς εὐκλείας ἠξίωσαι, τῷ τοῦ Δεσπότου θρόνῳ, σὺν αὐτοῖς παριστάμενος, καὶ πᾶσι πρεσβεύων θείαν ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον.

Πάχος ἀπορρίψας τὸ γεηρόν, πρὸς γνόφον εἰσέδυς, τῶν ἀΰλων θεωριῶν· ὅθεν ἐκομίσω, τὰς θεογράφους πλάκας, Παχώμιε παμμάκαρ, ζωῆς τῆς κρείττονος.

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Συγκλονιστική – αληθινή ιστορία



«Μπαμπά δος μου και μένα από αυτά τα ωραία κόκκινα στολίδια που έχεις μπροστά σου»

 (Συγκλονιστική – αληθινή ιστορία)


*Μία αλληλουχία συγκλονιστικών γεγονότων που καθόρισαν την ζωή του Μοναχού Μακαρίου, ο οποίος είχε αφήσει το Μοναχικό σχήμα του και αποφάσισε να γυρίσει στον κόσμο…
ΓΕΡΩΝ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΗΣ (†1892 – 1975)

…Ο Μακάριος ο Γρηγοριάτης τό ἔτος 1922 ἔφυγε διά νά μονάσῃ στό ῞Αγιον ῎Ορος, καί ἐβύθισε σέ μεγάλο πένθος τούς γονεῖς του καί ἰδιαίτερα τήν μητέρα του, διότι σ᾿ αὐτόν ἐστήριζε ὅλες τίς ἀνθρώπινες ἐλπίδες της.

Ἀφοῦ ἦλθε στό Μοναστήρι, μετά τρία χρόνια ἐκάρη Μοναχός. Τότε ἀρρώστησε καί βγῆκε στήν Θεσσαλονίκη διά νά ὑποβληθῆ σέ ἐγχείρησι κήλης. Τό ἔμαθε ἡ μητέρα του, ὅτι ὁ υἱός της εἶναι ἄρρωστος στήν Θεσσαλονίκη καί ἦλθε ἀμέσως κοντά του. Τόν παρεκίνησε νά κατέβῃ στήν Ἀθήνα γιά νά κάνῃ ἐκεῖ τήν ἐγχείρησι. Πράγματι, χειρουργήθηκε στήν Ἀθήνα, ἀλλά, ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νά ἐπιστρέψῃ στήν Μονή, συνάντησε δυναμική θά ἐλέγαμε τήν ἀντίδρασι τῆς μητέρας του. Μέ τά δάκρυά της, τίς παρακλήσεις καί ὑποσχέσεις, τόν κατέπεισε νά μείνῃ στό κόσμο γιά νά γηροκομήσῃ τούς γονεῖς του καί νά κληρονομήσῃ τήν τεράστια  πατρική περιουσία.

Παρ᾿ ὅτι ὡς ἄνθρωπος ὑπέκυψε σ᾿ αὐτόν τόν πειρασμό τῆς μητέρας του, ὅμως δέν ἔπαυε καθημερινῶς νά ἐκτελῇ τόν μοναχικό του κανόνα, τά κομβοσχοίνια του καί τίς προσευχές του. Αὐτή ἡ ἀγαθή προαίρεσίς του, συνεκίνησε τόν Θεόν καί τοῦ ἑτοίμασε τήν ὁδόν τῆς ἐπιστροφῆς, ὅπως τόν ἄσωτο υἱό.῾Ο πόθος τῆς μετανοίας εἶχε ἀνάψει στήν καρδιά του, ἀλλά πῶς τώρα παντρεμένος μέ ἕνα παιδάκι 7 ἐτῶν, θά ἐγκαταλείψῃ τήν οἰκογένειά του, τήν περιουσία του, τούς φίλους καί συγγενεῖς του γιά νά πάρῃ τόν δρόμον τοῦ χαμένου παραδείσου; Τά ἀδύνατα παρ᾿ ἀνθρώποις δυνατά παρά τῷ Θεῷ ἐστίν. Τρία συγκλονιστικά γεγονότα προεκάλεσαν τήν ἐσπευσμένη ἀπαγκίστρωσί του ἀπό τά γήϊνα μέ τά ὁποῖα ἦταν τόσο σφυκτά δεμένος ἐπί 9 χρόνια.

Κάποια φορά πιεζόμενος ἀπό τό πάθημά του, ἐπεσκέφθηκε τόν ἐνάρετο χριστιανό καί μεγάλο λογοτέχνη Ἀλέξανδρο Μωραϊτίδη γιά νά πάρῃ τήν συμβουλή του.

-Κύριε Ἀλέξανδρε, τοῦ εἶπε, ἔχω νά σᾶς εἰπῷ κάτι.

-Εὐχαρίστως ὅ,τι θέλετε.

-Ἐμένα ὅπως μέ βλέπετε καί μέ ξέρετε, δέν εἶμαι ὁ κύριος Μηνᾶς Ζωϊόπουλος, ἀλλά ὁ Μοναχός Μακάριος Γρηγοριάτης. Τί πρέπει νά κάνῳ γιά νά σωθῷ; ‘Από τήν μιά πλευρά οἱ ἰσχυροί οἰκογενειακοί δεσμοί, καί ἀπό τήν ἄλλη ὁ ἔλεγχος τῆς συνειδήσεως καί ὁ φόβος τῆς αἰωνίου κολάσεως μέ ἔχουν φέρει σέ ἀδιέξοδο. Δέν ξέρω, τί νά κάνῳ; Τί μέ συμβουλεύετε;

῾Ο κ. Ἀλέξανδρος ἔβγαλε ἀπό τό συρτάρι του τό Μέγα καί Ἀγγελικό Σχῆμα τῶν Μοναχῶν, τό ἀσπάσθηκε μπροστά του καί τοῦ εἶπε:

-Βλέπεις αὐτό τό Σχῆμα; Κάθε ἡμέρα τό ἀσπάζομαι τώρα ἐπί 12 χρόνια, καί περιμένω πότε νά ἔλθῃ ἡ εὐλογημένη ὥρα νά τό φορέσῳ, καί ἐσύ μέ ἐρωτᾶς τί νά κάνῃς; Νά γυρίσῃς ἀμέσως πίσω. ῾Υπάρχει μετάνοια καί σωτηρία. ῾Η ἀγωνία ὅπου ἔχεις γιά τήν ψυχική σου σωτηρία, εἶναι σημεῖον τοῦ Θείου ἐλέους. Καί διά τήν οἰκογένειάν σου μή μεριμνᾶς, θά φροντίσῃ δι᾿ αὐτήν ὁ Θεός.

Τό δεύτερο γεγονός εἶναι τό ἑξῆς: 

Ο γέροντάς του ὁ παπᾶ Γεώργιος, δέν ἔπαυε ἀπό τό Μοναστήρι νά τοῦ στέλλῃ γράμματα καί νά τόν παρακαλῇ νά γυρίσῃ πίσω. Κάποια φορά ἕνα ἀπό αὐτά ἔπεσε στά χέρια τῆς γυναικός του, ἡ ὁποία μέχρι τότε δέν ἤξερε ὅτι ὁ ἄνδρας της ἦταν πρίν Μοναχός ἁγιορείτης. Τό ἤξερε μόνον ὁ ἀδελφός της μέ τόν ὁποῖον ὁ ἀδελφός Μακάριος συνεργαζόταν στίς ξενοδοχειακές του ἐπιχειρήσεις.

῞Οταν τό βράδυ ἦλθε στό σπίτι ὁ δυστυχής Μακάριος, ἄκουσε κατάπληκτος ἀπό τήν γυναῖκα του τά ἑξῆς λόγια: «῎Ησουν πρίν Μοναχός καί μοῦ τό ἔκρυβες ἔεε: Λοιπόν ἀπό σήμερα διακόπτουμε κάθε συζυγική σχέσι».

‘Εν τῷ μεταξύ στίς ἐπιχειρήσεις του δέν ἔβλεπε ποτέ «ἄσπρη ἡμέρα». Χρεωκοποῦσε ἀπό τήν μία, ἄνοιγε μέ τόν κουνιάδο του ἄλλη. Καί σ’ αὐτήν ἀποτύγχανε. Κάποτε ἐπῆγε στόν Πύργο τῆς Ἠλείας καί ἄνοιξε μέ τόν συνεργάτη του κινηματογράφο. Τόν ἔκλεισε ὅμως γρήγορα, διότι δέν εἶχε πελατεία. ῎Αν καί ἔκαιε καντήλι στό σπίτι του καί στό εἰκόνισμα εἶχε ῞Αγια Λείψανα, ἐν τούτοις ὅλα τοῦ ἤρχοντο ἀνάποδα. Τόν κυνηγοῦσε ὁ Θεός μέ ἀνθρώπινες ἀποτυχίες διά νά τόν ἀναγκάσῃ νά θυμηθῇ τίς ὑποσχέσεις του καί νά ἐργασθῇ, ὅπως πρῶτα διά τήν σωτηρίαν τῆς ψυχῆς του.

Τό τρίτο πλέον συνταρακτικό γεγονός ἦταν τό ἑξῆς:

῞Ενα βράδυ καθώς ἦταν κουρασμένος, ἐξάπλωσε στό κεραβάτι του. Μαζί του ἐπάνω εἰς τό στῆθος του ἐπῆρε καί τό παιδάκι του μέ τό ὁποῖο ἔπαιζε, τό χάϊδευε καί τό φιλοῦσε. Ξαφνικά βλέπει τό παιδί ἐπάνω στό στῆθος τοῦ πατέρα του, ἐνῶ φοροῦσε ἄσπρο ὑποκάμισο, κόκκινα γράμματα. Ἦταν τά γράμματα τοῦ Ἀγγελικοῦ του Σχήματος, τό ὁποῖον σάν σφραγίδα παραμένει ἀνεξίτηλο ἀπό τή ζωή κάθε  Μεγαλόσχημου Μοναχοῦ. 

-«Μπαμπά, δός μου καί ἐμένα ἀπό αὐτά τά ὡραῖα κόκκινα στολίδια πού ἔχεις μπροστά σου;» 

Ο πονεμένος Γέρο-Μακάριος κατάλαβε, ὅτι τόν ἀγαπᾶ ἀκόμα ὁ Θεός, ἀφοῦ στό μικρό παιδάκι τοῦ ἀπεκάλυψε, ὅτι εἶναι ἀκόμα Μοναχός καί Μοναχός θά πεθάνῃ. Ἀπεφάσισε ἀμέσως νά ἐπιστρέψῃ.

 

Χωρίς νά ἐνημερώσῃ τήν σύζυγόν του, τούς ἄλλους συγγενεῖς του, ἐφίλησε μέ κλάματα τό παιδάκι του καί μέ τό βραδυνό τραῖνο ἔφθασε κατ᾿ εὐθείαν στήν Θεσσαλονίκη. Τήν ἄλλη ἡμέρα μέ τό πλοιάριο ἦλθε στήν μετάνοιά του, τήν Μονή τοῦ ῾Οσίου Γρηγορίου. Ἐδῶ ὁ Θεός τοῦ προβάλλει ἄλλη δοκιμασία καί παιδαγωγική τιμωρία διά νά τόν δοκιμάσῃ. Πλησιάζοντας εἰς τήν πύλη τῆς Μονῆς, μία δύναμις τόν ἐμποδίζει. Ἐπιχειρεῖ καί πάλιν νά εἰσέλθῃ, ἀλλά ἀδύνατον. Ἐπί τρεῖς φορές ἐπιχειρεῖ, καί ὁ Θεός τῆς ἀγάπης ἀρνεῖται. Περιμένει κάποια μεγάλη τώρα ὑπόσχεσι, τήν ὁποίαν ὁ ἀδελφός Μακάριος δέν ἄργησε νά δώσῃ στόν φιλάνθρωπο Δεσπότη Χριστό. Τοῦ εἶπε:

«Δέσποτα Ἰησοῦ Χριστέ καί ῞Αγιε Νικόλαε, Προστάτα τῆς Μονῆς μας, δεχθῆτε με στό Μοναστήρι σας, καί σᾶς ὑπόσχομαι δέν θά βγῷ πάλι στόν κόσμο μέ τό θέλημά μου».

Πράγματι ἀφέθη ἐλευθέρα ἡ εἴσοδος, καί μεγάλη χαρά ἔγινε στήν Μονή «ἐπί ἑνί ἁμαρτωλῶ μετανοοῦντι, ὅτι νεκρός ἦν καί ἀνέζησε, ἀπολωλός ἦν καί εὑρέθη».

῎Εκτοτε ἔζησε στό Μοναστήρι ἐπί 41 χρόνια μέ θερμή μετάνοια καί δάκρυα, καθημερινῶς ἐνθυμούμενος τό ὀλίσθημα πού ὡς ἄνθρωπος ἔπεσε, καί ὡς υἱός τοῦ Θεοῦ ἐπανῆλθε καί ἀνεστήθη. ῾Η ἄπειρη εὐσπλαχνία του, καθώς μοῦ ἔλεγε, τοῦ τρυποῦσε τά στήθη καί τοῦ προκαλοῦσε πολλά δάκρυα εὐγνωμοσύνης καί εὐχαριστίας…

από το βιβλίο: «ΓΡΗΓΟΡΙΑΤΙΚΟ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ» – Μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου (ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΟΣΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ – ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΑΘΩ – 2005)

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Α­ΚΟ­ΛΟΥ­ΘΙ­Α ΤΟΥ ΜΙ­ΚΡΟΥ ΣΧΗ­ΜΑ­ΤΟΣ

 
Α­ΚΟ­ΛΟΥ­ΘΙ­Α 
ΤΟΥ ΜΙ­ΚΡΟΥ ΣΧΗ­ΜΑ­ΤΟΣ
 
Με­τά τό κρου­σθῆ­ναι τό μι­κρόν, καί ἄρ­ξα­σθαι τούς Ἀ­δελ­φούς τῶν Ὡ­ρῶν, εἰ­σφέ­ρει ὁ Ἐκ­κλη­σι­άρ­χης τόν μέλ­λο­ντα ἀ­πο­κα­ρῆ­ναι, καί ποι­εῖ γο­νυ­κλι­σί­ας ἔ­μπρο­σθεν τῶν ἁ­γί­ων Θυ­ρῶν, καί εἰς τούς Χο­ρούς ἀ­νά μί­αν, εἷ­τα τῷ Ἡ­γου­μέ­νῳ· καί τό­τε ἐ­ξελ­θών ἐν τῷ Νάρ­θη­κι, ἀ­πο­τί­θε­ται τά συ­νή­θη ἱ­μά­τι­α. Καί ἀρ­ξα­μέ­νης τῆς Θεί­α Λει­τουρ­γί­ας, ἵ­στα­ται ἐ­πί τῶν βα­σι­λι­κῶν πυ­λῶν ἄ­ζω­στος, ἀ­νυ­πό­δε­τος καί ἀ­σκε­πής.
Ψαλ­λο­μέ­νων δέ τῶν Ἀ­ντι­φώ­νων, με­τά τήν Εἴ­σο­δον, λέ­γε­ται τό Κο­ντά­κι­ον τῆς ἡ­μέ­ρας εἰς τό Δό­ξα· εἰς δέ τό, Καί νῦν, ψάλ­λε­ται τό πα­ρόν Τρο­πά­ρι­ον. Ἦ­χος α΄.

Τόν τά­φον σου Σω­τήρ.
Ἄ­γκά­λας πα­τρι­κάς, δι­α­νοῖ­ξαι μοι σπεῦ­σον· ἀ­σώ­τως τόν ἐ­μόν, κα­τη­νά­λω­σα βί­ον· εἰς πλοῦ­τον ἀ­δα­πά­νη­τον, ἀ­φο­ρῶν τῶν οἰ­κτιρ­μῶν σου Σω­τήρ, νῦν πτω­χεύ­ου­σαν, μή ὑ­πε­ρί­δῃς καρ­δί­αν· σοί γάρ Κύ­ρι­ε, ἐν κα­τα­νύ­ξει κραυ­γά­ζω· ἥ­μαρ­τον Πά­τερ, εἰς τόν οὐ­ρα­νόν, καί ἐ­νώ­πι­όν σου.
Τού­του δέ ψαλ­λο­μέ­νου τρίς, εἰ­σά­γε­ται πα­ρά τοῦ Ἐκ­κλη­σι­άρ­χου ὁ Ἀ­δελ­φός, ποι­ῶν κα­τά τρεῖς τό­πους γο­νυ­κλι­σί­ας ἀ­νά τρεῖς, μέ­χρι τῶν ἁ­γί­ων Θυ­ρῶν.
Καί ἀ­να­στά­ντα κα­τη­χεῖ αὐ­τόν ὁ Ἡ­γού­με­νος, οὕ­τως·
Ἄ­νοι­ξον τά τῆς καρ­δί­ας σου ὦ­τα, Ἀ­δελ­φέ, καί ἄ­κου­σον τῆς φω­νῆς τοῦ Κυ­ρί­ου, λε­γού­σης· Δεῦ­τε πρός με πά­ν­τες οἱ κο­πι­ῶ­ντες, καί πε­φορ­τι­σμέ­νοι, κἀ­γώ ἀ­να­παύ­σω ὑ­μᾶς· ἄ­ρα­τε τόν ζυ­γόν μου ἐ­φ’ ὑ­μᾶς, καί μά­θε­τε ἀ­π’ ἐ­μοῦ, ὅ­τι πρᾶ­ος εἰ­μι, καί τα­πει­νός τῇ καρ­δί­ᾳ, καί εὑ­ρή­σε­τε ἀ­νά­παυ­σιν ταῖς ψυ­χαῖς ὑ­μῶν. Νῦν οὖν τήν προ­σή­κου­σαν ἀ­πό­κρι­σιν πρός ἑ­κά­στην τῶν ἐ­ρω­τή­σε­ων με­τά φό­βου καί χα­ρᾶς ἀ­πό­δος τῷ Θε­ῷ. Ἀ­σφα­λῶς δέ γί­νω­σκε, ὅ­τι αὐ­τός ὁ Σω­τήρ ἡ­μῶν με­τά τῆς πα­νυ­μνή­του αὐ­τοῦ Μη­τρός, καί τῶν ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων, καί πά­ντων τῶν Ἁ­γί­ων αὐ­τοῦ, ἐ­νταῦ­θα πά­ρε­στιν, ἐ­νω­τι­ζό­με­νος τά πα­ρά σοῦ ἐκ­πο­ρευ­ό­με­να λό­γι­α· ἵ­να, ὅ­ταν ἔλ­θῃ κρῖ­ναι ζῶ­ντας καί νε­κρούς, ἀ­πο­δώ­σῃ σοι, οὐ κα­θ’ ὅ μέλ­λεις συ­ντα­γῆ­ναι καί κα­θο­μο­λο­γῆ­σαι, ἀλ­λά κα­θ’ ὅ ἄν φυ­λά­ξαις, ἅ ὁ­μο­λο­γή­σεις. Νῦν οὖν, εἰ ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ προ­σέρ­χῃ τῷ Θε­ῷ, με­τά προ­σο­χῆς ἀ­πο­κρί­νου ἡ­μῖν, πρός ἅ μέλ­λεις ἐ­πε­ρω­τᾶ­σθαι.  
Ἐ­ρώ­τη­σις: Τί προ­σῆλ­θες, Ἀ­δελ­φέ, προ­σπί­πτων τῷ ἁ­γί­ῳ Θυ­σι­α­στη­ρί­ῳ, καί τῇ ἁ­γί­ᾳ Συ­νο­δί­ᾳ ταύ­τῃ;
Ἀ­πό­κρι­σις: Πο­θῶν τόν βί­ον τῆς ἀ­σκή­σε­ως, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Πο­θεῖς ἀ­ξι­ω­θῆ­ναι τοῦ Ἀγ­γε­λι­κοῦ Σχή­μα­τος, καί κα­τα­τα­γῆ­ναι ἐν τῷ χο­ρῷ τῶν Μο­να­ζό­ντων;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ὁ ἱ­ε­ρεύς:
Ὄ­ντως κα­λόν ἔρ­γον καί μα­κά­ρι­ον ἐ­ξε­λέ­ξω, ἀλ­λ’ ἐ­άν καί τε­λει­ώ­σῃς· τά γάρ κα­λά ἔρ­γα κό­πῳ κτῶ­νται καί πό­νῳ κα­τορ­θοῦ­νται.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Ἑ­κου­σί­α σου τῇ γνώ­μῃ προ­σέρ­χῃ τῷ Κυ­ρί­ῳ;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Μή ἔκ τι­νος ἀ­νά­γκης ἤ βί­ας;
Ἀ­πό­κρι­σις: Οὐ­χί, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Πα­ρα­με­νεῖς τῷ Μο­ναστη­ρί­ῳ καί τῇ ἀ­σκή­σει, ἕ­ως ἐ­σχά­της σου ἀ­να­πνο­ῆς;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Φυ­λάτ­τεις σε­αυ­τόν ἐν παρ­θε­νί­ᾳ, καί σω­φρο­σύ­νῃ καί εὐ­λα­βεί­ᾳ;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Σώ­ζεις μέ­χρι θα­νά­του τήν ὑ­πα­κο­ήν τῷ Προ­ε­στῶ­τι, καί πά­σῃ τῇ ἐν Χρι­στῷ Ἀ­δελ­φό­τη­τι;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Ὑ­πο­μέ­νεις πᾶ­σαν θλῖ­ψιν καί στε­νο­χω­ρί­αν τοῦ μο­νή­ρους βί­ου, δι­ά τήν βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Εἶ­τα λέ­γει ὁ ἱ­ε­ρεύς τήν Κα­τή­χη­σιν:
Βλέ­πε, Τέ­κνον, οἵ­ας συν­θή­κας δί­δως τῷ Δε­σπό­τῃ Χρι­στῷ· Ἄγ­γε­λοι γάρ πά­ρει­σιν ἀ­ο­ρά­τως, ἀ­πο­γρα­φό­με­νοι τήν ὁ­μο­λο­γί­αν σου ταύ­την, ἥν καί μέλ­λεις ἀ­παι­τεῖ­σθαι ἐν τῆ δευ­τέ­ρᾳ Πα­ρου­σί­ᾳ τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ. Ὑ­φη­γοῦ­μαι οὖν σοι τήν τε­λει­ο­τά­την ζω­ήν, ἐν ᾗ κα­­τά μί­μη­σιν ἡ τοῦ Κυ­ρί­ου πο­λι­τεί­α δι­α­δεί­κνυ­ται, δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νος ἅ­περ χρή ἁ­σπά­σα­σθαί σε, καί ὧν περ δέ­ον ἐκ­φυ­γεῖν. Ἰ­δού γάρ προ­έ­θου, Τέ­κνον, τό προ­σελ­θεῖν καί δου­λεύ­ειν τῷ Κυ­ρί­ῳ. Εἰ οὖν βού­λει Μο­να­χός γε­νέ­σθαι, πρό πά­ντων κα­θά­ρι­σον σε­αυ­τόν ἀ­πό πα­ντός μο­λυ­σμοῦ σαρ­κός καί πνεύ­μα­τος, ἐ­πι­τε­λῶν ἁ­γι­ω­σύ­νην ἐν φό­βῳ Θε­οῦ. Κτῆ­σαι τα­πει­νο­φρο­σύ­νην, δι’ ἧς κλη­ρο­νό­μος γε­νή­σῃ τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀ­γα­θῶν· ἀ­πό­θου τῆς βι­ω­τι­κῆς συ­νη­θεί­ας τό θρά­σος· ὑ­πα­κο­ήν ἔ­χε πρός πά­ντας. ἀ­γόγ­γυ­στος ἔ­σο ἐν ταῖς ἐ­πι­τασ­σο­μέ­ναις σοι δι­α­κο­νί­αις· ἐν τῇ εὐ­χῇ καρ­τε­ρι­κός· ἐν ταῖς ἀ­γρυ­πνί­αις μή κα­τό­κνει· ἐν τοῖς πει­ρα­σμοῖς μή ἀ­θύ­μει· ἐν ταῖς νη­στεί­αις μή ἐ­κλύ­ου. Γί­νω­σκε δέ, ὅ­τι δι­ά προ­σευ­χῆς καί νη­στεί­ας δεῖ ἐ­ξι­λε­ώ­σα­σθαί σε τόν Θε­όν. Ἐν ταῖς ἀ­σθε­νεί­αις μή ὀ­λι­γώ­ρει· ἐ­πι­τή­ρει δέ τούς πο­νη­ρούς λο­γι­σμούς· οὐ γάρ μέλ­λει παύ­σα­σθαι ὁ ἐ­χθρός, ὑ­πο­βάλ­λων σοι μνή­μην τοῦ προ­τέ­ρου βί­ου, καί μῖ­σος πρός τήν ἐ­νά­ρε­τον πο­λι­τεί­αν. Χρή οὖν σε, ἀρ­ξά­με­νον τῆς ὁ­δοῦ τῆς ἀ­πα­γού­σης ἐ­πί τήν Βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν, μή στρα­φῆ­ναι εἰς τά ὀ­πί­σω· οὐ γάρ εὔ­θε­τος ἔ­σῃ εἰς τήν Βα­σι­λεί­αν τῶν Οὐ­ρα­νῶν. Μήν οὖν προ­τι­μή­σεις τί τοῦ Θε­οῦ· μή ἀ­γα­πή­σῃς μή­τε πα­τέ­ρα, μή­τε μη­τέ­ρα, μή­τε ἀ­δελ­φούς, μή­τε τι­νά τῶν ἰ­δί­ων, μή­τε σε­αυ­τόν ἀ­γα­πή­σῃς ὑ­πέρ τόν Θε­όν· μή τάς βα­σι­λεί­ας τοῦ κό­σμου, ἤ ἀ­νά­παυ­σιν οἱ­αν­δή­πο­τε καί τι­μήν· μή πτω­χεί­αν ἀ­πο­στρα­φῇς, μή κα­κου­χί­αν, μή ἐ­ξου­δέ­νω­σιν ἀν­θρώ­πων, μή­τε ἄλ­λο, ὅ νο­μί­ζεις εἶ­ναι δυ­σχε­ρές, καί κω­λυ­θῇς τρέ­χειν ὀ­πί­σω τοῦ Χρι­στοῦ· ἀλ­λ’ ἀ­εί ἐ­νο­πτρι­ζό­με­νος τά ἐν ἐλ­πί­δι τῶν κα­τά Θε­όν ζώ­ντων ἀ­γα­θά, καί τούς ἀ­π’ αἰ­ῶ­νος λο­γι­ζό­με­νος Μάρ­τυ­ρας καί Ὁ­σί­ους, οἵ πολ­λοῖς ἱ­δρῶ­σι, καί πό­νοις, καί μυ­ρί­οις αἵ­μα­σι, καί θα­νά­τοις ταῦ­τα ἐ­κτή­σα­ντο, νῆ­φε ἐν πᾶ­σι, κα­κο­πά­θη­σον, ὡς κα­λός στρα­τι­ώ­της Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, ὅς πλού­σι­ος ὤν ἐν ἐ­λέ­ει, δι’ ἡ­μᾶς ἐ­πτώ­χευ­σε, γε­νό­με­νος κα­θ’ ἡ­μᾶς, ἵ­να ἡ­μεῖς πλου­τή­σω­μεν τήν Βα­σι­λεί­αν αὐ­τοῦ. Καί δεῖ οὖν καί ἡ­μᾶς μι­μη­τάς γε­νέ­σθαι αὐ­τοῦ, καί δι’ αὐ­τόν πά­ντα ὑ­πο­μεῖ­ναι, προ­κό­πτο­ντας ἐν ταῖς ἐ­ντο­λαῖς αὐ­τοῦ ἡ­μέ­ρας καί νυ­κτός· αὐ­τός γάρ ὁ Κύ­ρι­ος εἶ­πεν·
Εἴ τις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἐλ­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τόν, καί ἀ­ρά­τω τόν σταυ­ρόν αὑ­τοῦ, καί ἀ­κο­λου­θεί­τω μοι· ὅ­περ ἐ­στι, πα­ρε­σκευ­α­σμέ­νον ἀ­εί μέ­χρι θα­νά­του πρός πᾶ­σαν ἐκ­πλή­ρω­σιν τῶν αὐ­τοῦ ἐ­ντο­λῶν· καί πει­νᾶ­σαι ἔ­χεις, καί δι­ψῆ­σαι, καί γυ­μνη­τεῦ­σαι, ὑ­βρι­σθῆ­ναι τε καί χλευ­α­σθῆ­ναι, ὀ­νει­δι­σθῆ­ναι, καί δι­ω­χθῆ­ναι, καί πολ­λοῖς ἄλ­λοις πε­ρι­α­χθῆ­ναι λυ­πη­ροῖς, οἷς ἡ κα­τά Θε­όν ζω­ή χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται· καί ὅ­ταν ταῦ­τα πά­ντα πά­θῃς, Χαῖ­ρε, φη­σίν, ὅ­τι ὁ μι­σθός σου πο­λύς ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς· ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ τῶ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν, ᾧ ἡ δό­ξα εἰς τούς αἰ­ῶ­νας. Ἀ­μήν.
Ἐ­ρώ­τη­σις: Ταῦ­τα πά­ντα οὕ­τω κα­θο­μο­λο­γεῖς, ἐ­π’ ἐλ­πί­δι τῆς δυ­νά­με­ως τοῦ Θε­οῦ, καί ἐν ταύ­ταις ταῖς ὑ­πο­σχέ­σε­σι δι­α­καρ­τε­ρεῖν συ­ντάσ­σῃ μέ­χρι τέ­λους ζω­ῆς, χά­ρι­τι Χρι­στοῦ;
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τοῦ Θε­οῦ συ­νερ­γοῦ­ντος, τί­μι­ε Πά­τερ.
Καί εὐ­θύς ἐ­πεύ­χε­ται ὁ Ἱ­ε­ρεύς.
Ὁ πα­νοι­κτίρ­μων οὖν Θε­ός καί πο­λυ­έ­λε­ος, ὁ τά ἄ­χρα­ντα σπλάγ­χνα τῆς αὐ­τοῦ ἀ­νε­ξι­χνι­ά­στου ἀ­γα­θό­τη­τος ὑ­πα­νοί­γων πα­ντί τῷ προ­σερ­χο­μέ­νῳ αὐ­τῷ, πό­θῳ καί ἀ­γά­πῃ θερ­μῇ· ὁ εἰ­πών ὅ­τι ἐ­πι­λή­σε­ται γυ­νή τά ἔκ­γο­να αὐ­τῆς, ἤ ἐ­γώ ἀ­πι­λή­σο­μαί σου· ὁ καί τόν σόν πό­θον εἰ­δώς, καί τῇ προ­θέ­σει σου ἐ­πι­βάλ­λων τήν πα­ρ’ αὐ­τοῦ δύ­να­μιν, πρός ἐκ­πλή­ρω­σιν τῶν αὐ­τοῦ ἐ­ντο­λῶν, ἐ­πι­λά­βοι­το, καί ἐ­πα­να­γκα­λί­σαι­το, καί ὑ­πε­ρα­σπί­σαι σου, καί γέ­νοι­τό σοι τεῖ­χος ὀ­χυ­ρόν ἀ­πο προ­σώ­που ἐ­χθροῦ, πέ­τρα ὑ­πο­μο­νῆς, πα­ρα­κλή­σε­ως ἀ­φορ­μή, εὐ­το­νί­ας χο­ρη­γός, εὐ­ψυ­χί­ας πο­ρι­σμός, ἀν­δρεί­ας συ­να­γω­νι­στής· συ­κοι­τα­ζό­με­νος, συ­να­νι­στά­με­νος, γλυ­καί­νων καί εὐ­φραί­νων σου τήν καρ­δί­αν τῇ πα­ρα­κλή­σει τοῦ Ἁ­γί­ου αὐ­τοῦ Πνεύ­μα­τος, ἀ­ξι­ῶν σε καί τῆς με­ρί­δος τῶν ἁ­γί­ων καί ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἡ­μῶν, Ἀ­ντω­νί­ου, Εὐ­θυ­μί­ου, Σάβ­βα, καί τῶν σύν αὐ­τοῖς· (Ἐ­πί δέ Γυ­ναι­κῶν· Τῆς ἁ­γί­ας Πρω­το­μάρ­τυ­ρος Θέ­κλης, Εὐ­πρα­ξί­ας, Ὀ­λυ­μπι­ά­δος, καί τῶν σύν αὐ­ταις) με­θ’ ὧν καί κλη­ρο­νο­μή­σεις τήν Βα­σι­λεί­αν τῶν οὐ­ρα­νῶν, ἐν Χρι­στῷ Ἰ­η­σοῦ τῷ Κυ­ρί­ῳ ἡ­μῶν· ᾧ ἡ δό­ξα καί τό κρά­τος καί ἡ βα­σι­λεί­α, καί ἡ δύ­να­μις, σύν τῷ Πα­τρί, καί τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καί ἀ­εί, καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Εἶ­τα κλί­να­ντος αὐ­τοῦ τήν κε­φα­λήν, καί τοῦ Δι­α­κό­νου εἰ­πό­ντος·
Τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν·
Τί­θη­σιν ὁ Ἱ­ε­ρεύς ἐ­πά­νω αὐ­τοῦ τό σχη­μα­το­λό­γι­ον, καί λέ­γει τήν Εὐ­χήν ταύ­την εἰς ἐ­πή­κο­ον πά­ντων.
Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, ὁ ἀ­ξί­ους εἶ­ναι νο­μο­θε­τή­σας τούς τά βι­ω­τι­κά πά­ντα κα­τα­λι­πό­ντας, καί συγ­γέ­νει­αν, καί φί­λους, καί ἀ­κο­λου­θή­σα­ντάς σοι, πρόσ­δε­ξαι καί τόν δοῦ­λον σου (τόν δε), τόν ἀ­πο­τα­ξά­με­νον πᾶ­σι τού­τοις, κα­τά τάς Ἁ­γί­ας ἐ­ντο­λάς σου, καί ὁ­δή­γη­σον αὐ­τόν ἐν τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ σου, προ­σπί­πτο­ντά σοι ἀ­με­τε­ω­ρί­στως· τεί­χι­σον αὐ­τόν ἐν τῇ δυ­νά­μει τοῦ Ἁ­γί­ου σου Πνεύ­μα­τος, εἰς τό δύ­να­σθαι ἐ­νερ­γεῖν κα­τ’ αὐ­τοῦ πᾶ­σαν ἐ­να­ντί­αν μη­χα­νήν, ὑ­πο­μο­νήν αὐ­τῷ δω­ρού­με­νος, πρός τό εὐ­α­ρε­στεῖν σοι δι­α­πα­ντός· πρε­σβεί­αις τῆς ὑ­πε­ρα­γί­ας Δε­σποί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου, καί πά­ντων τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν ἀ­π’ αἰ­ῶ­νός σοι εὐ­α­ρε­στη­σά­ντων. Ὅ­τι εὐ­λό­γη­ται, καί δε­δό­ξα­σται τό πά­ντι­μον καί με­γα­λο­πρε­πές ὄ­νο­μά σου, τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, νῦν καί ἀ­εί, καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Ὁ Ἱε­ρεύς. Εἰ­ρή­νη πᾶ­σι.
Ὁ Δι­α­κο­νος. Τάς κε­φα­λάς ἡ­μῶν τῷ Κυ­ρί­ῳ κλί­νω­μεν.
Ὁ Ἱ­ε­ρεύς.
Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, ἡ ἐλ­πίς καί κα­τα­φυ­γή πά­ντων τῶν ἐλ­πι­ζό­ντων ἐ­πί σέ, ὁ δι­α­φό­ρους ὁ­δούς σω­τη­ρί­ας ἡ­μῖν ὑ­πο­δεί­ξας, δι­ά τῆς ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ σου, πρόσ­δε­ξαι τόν δοῦ­λον σου (τόν δε), τόν ἀ­πο­λι­πό­ντα τάς κο­σμι­κάς ἐ­πι­θυ­μί­ας, καί ἑ­αυ­τόν προ­σε­νέ­γκα­ντα σοί τῷ Δε­σπό­τῃ, θυ­σί­αν ζῶ­σαν, εὐ­ά­ρε­στον. Πε­ρί­ε­λε ἀ­π’ αὐ­τοῦ πᾶ­σαν σαρ­κι­κήν ἐ­πι­θυ­μί­αν, καί τάς ἀ­λό­γους προ­λή­ψεις· ἵ­να τῇ ἀ­φαι­ρέ­σει τῶν ἀ­ναι­σθή­των τρι­χῶν, συ­να­πο­βά­λη­ται καί τάς ἀ­λό­γους ἐν­θυ­μή­σεις τε καί πρά­ξεις, καί ἀ­ξι­ω­θῇ ἀ­να­λα­βεῖν τόν ζυ­γόν σου τόν χρη­στόν, καί τό ἐ­λα­φρόν σου φορ­τί­ον, καί ἆ­ραι τόν σταυ­ρόν, καί ἀ­κο­λου­θῆ­σαί σοι τῷ Δε­σπό­τῃ. Δι­α­τή­ρη­σον αὐ­τόν εἰς τόν σόν ἁ­γι­α­σμόν, καί δώ­ρη­σαι αὐ­τῷ πρό­θε­σιν ἀ­γα­θήν, ἐν τῇ τη­ρή­σει τῶν Ἁ­γί­ων σου ἐ­ντο­λῶν, συ­να­ρι­θμῶν αὐ­τόν, ἐν και­ρῷ εὐ­θε­τῳ, τῷ χο­ρῷ τῶν ἐ­κλε­κτῶν σου. Χά­ρι­τι, καί φι­λαν­θρω­πί­ᾳ τοῦ μο­νο­γε­νοῦς σου Υἱ­οῦ, με­θ’ οὗ εὐ­λο­γη­τός εἶ, σύν τῷ πα­να­γί­ῳ καί ἀ­γα­θῷ, καί ζω­ο­ποι­ῷ σου Πνεύ­μα­τι, νῦν καί ἀ­εί, καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Εἶ­τα ἐ­κτεί­νας τήν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ ὁ Ἱ­ε­ρεύς εἰς τό ἅ­γι­ον Εὐ­αγ­γέ­λι­ον, λέ­γει:
 
Ἰ­δού ὁ Χρι­στός ἀ­ο­ρά­τως ἐ­νταῦ­θα πά­ρε­στι. Βλέ­πε, ὅ­τι οὐ­δείς σε ἀ­να­γκά­ζει ἐλ­θεῖν ἐ­πί τοῦ­το ό σχῆ­μα. Βλέ­πε, ὅ­τι σύ ἐκ προ­θέ­σε­ως θέ­λεις τόν ἀρ­ρα­βῶ­να τοῦ με­γά­λου, καί ἀγ­γε­λι­κοῦ σχή­μα­τος.
 
Ἀ­πό­κρι­σις: Ναί, τί­μι­ε Πά­τερ, ἐκ προ­θέ­σε­ως.
Καί με­τά τό συ­ντά­ξα­σθαι, ἐ­πι­θείς ὁ Ἱ­ε­ρεύς τό ψα­λί­δι­ον ἐ­πί τοῦ Ἱ­ε­ροῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, λέ­γει πρός αὐ­τόν·
Λά­βε τό ψα­λί­δι­ον, καί ἐ­πί­δος μοι αὐ­τό.
Ὅ­περ λα­βών ὁ ἱ­ε­ρεύς, καί αὖ­θις ἐ­πι­θείς τῷ Εὐ­αγ­γε­λί­ῳ, λέ­γει πά­λιν πρός αὐ­τόν τά αὐ­τά. Τού­του δέ τρίς γε­νο­μέ­νου, τε­λευ­ταῖ­ον, ἐ­πι­δό­ντος αὐ­τοῦ τό ψα­λί­δι­ον, λέ­γει πρός αὐ­τόν ὁ ἱ­ε­ρεύς.
Ἰ­δού ἐκ χει­ρός τοῦ Χρι­στοῦ λαμ­βά­νεις αὐ­τό. Βλέ­πε δέ τί­­νι προ­σέρ­χῃ, τί­νι συ­ντάσ­σῃ, καί τί­νι ἀ­πο­τάσ­σῃ.
Με­τά τᾶ­υ­τα κρα­τῶν ὁ Ἱ­ε­ρεύς τό ψα­λί­δι­ον λέ­γει:
Εὐ­λο­γη­τός ὁ Θε­ός ὁ θέ­λων πά­ντας ἀν­θρώ­πους σω­θῆ­ναι, καί εἰς ἐ­πί­γνω­σιν ἀ­λη­θεί­ας ἐλ­θεῖν, ὁ ὤν εὐ­λο­γη­τός εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων.
Εἶ­τα κου­ρεύ­ει αὐ­τόν ὁ Ἱ­ε­ρεύς, σταυ­ρο­ει­δῶς λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), κεί­ρε­ται τήν κό­μην τῆς κε­φα­λῆς αὐ­τοῦ, εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν ὑ­πέρ αὐ­τοῦ τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Καί ψάλ­λε­ται πα­ρά τῶν Ἀ­δελ­φῶν τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Εἶ­τα ἐν­δύ­ει αὐ­τόν τό ἱ­μά­τι­ον, λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), ἐν­δύ­ε­ται χι­τῶ­να ἀ­γαλ­λι­ά­σε­ως, εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν ὑ­πέρ αὐ­τοῦ τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.­..
Εἶ­τα τήν ζώ­νην, λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), πε­ρι­ζω­νύ­ε­ται τήν ὀ­σφύν αὑ­τοῦ δύ­να­μιν ἀ­λη­θεί­ας, εἰς νέ­κρω­σιν σώ­μα­τος, καί ἀ­να­καί­νι­σιν πνεύ­μα­τος, ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν ὑ­πέρ αὐ­τοῦ τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.­..
Εἶ­τα τό κα­λυμ­μαύ­χι­ον, λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), κα­λύ­πτε­ται πε­ρι­κε­φα­λαί­αν ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­ας, εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν ὑ­πέρ αὐ­τοῦ τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.­..
Εἶ­τα τό παλ­λί­ον, λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), λαμ­βά­νει τό παλ­λί­ον, τόν ἀρ­ρα­βῶ­να τοῦ με­γά­λου καί Ἀγ­γε­λι­κοῦ Σχή­μα­τος, εἰς στο­λήν ἀ­φθαρ­σί­ας καί σε­μνό­τη­τος, ἐν ὀ­νό­μα­τι τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν ὑ­πέρ αὐ­τοῦ τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.­..
Εἶ­τα τά σαν­δά­λι­α, λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), ὑ­πο­δεῖ­ται σαν­δά­λι­α εἰς ἑ­τοι­μα­σί­αν τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου τῆς εἰ­ρή­νης, εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν ὑ­πέρ αὐ­τοῦ τό, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.­..
Εἶ­τα τόν μαν­δύ­αν, λέ­γων·
Ὁ Ἀ­δελ­φός ἡ­μῶν (ὁ δεῖ­να), ἔ­λα­βε τόν ἀρ­ρα­βῶ­να τοῦ με­γά­λου καί Ἀγ­γε­λι­κοῦ Σχή­μα­τος, εἰς τό ὄ­νο­μα τοῦ Πα­τρός, καί τοῦ Υἱ­οῦ, καί τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἴ­πω­μεν.
Εἶ­τα· Τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν·
Κύ­ρι­ε, ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, εἰ­σά­γα­γε τόν δοῦ­λον σου (δεῖ­να) εἰς τήν πνευ­μα­τι­κήν σου αὐ­λήν, α­κί συ­γκα­τα­ρί­θμη­σον αὐ­τόν τῷ λο­γι­κῷ σου ποι­μνί­ῳ. Κά­θα­ρον αὐ­τοῦ τό φρό­νη­μα ἀ­πό τῶν σαρ­κι­κῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν, καί τῆς κε­νῆς ἀ­πά­της τοῦ βί­ου τού­του· καί δός αὐ­τῷ ἀ­δι­α­λεί­πτως μνη­μο­νεύ­ειν τῶν ἀ­πο­κει­μέ­νων ἀ­γα­θῶν τοῖς ἀ­γα­πῶ­σι σε, καί σταυ­ρώ­σα­σιν ἑ­αυ­τούς τῷ βί­ῳ, δι­ά τήν βα­σι­λεί­αν σου. Σύ γάρ εἶ ὁ ποι­μήν καί ἐ­πί­σκο­πος τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν, καί σοί τήν δό­ξαν ἀ­να­πέ­μπο­μεν, τῷ Πα­τρί καί τῷ Υἱ­ῷ καί τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν, καί ἀ­εί, καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων . Ἀ­μήν.
Καί εἰ μέν οὐκ ἔ­στι Λει­τουρ­γί­α, λέ­γο­νται τά Εἰ­ρη­νι­κά ταῦ­τα, καί τό Ἀ­πο­στο­λο­ευ­άγ­γε­λον· καί δί­δο­ται τῷ ἀ­πο­κα­ρέ­ντι κη­ρός, τό Ἅ­γι­ον Εὐ­αγ­γέ­λι­ον, ἤ Σταυ­ρός· καί γί­νε­ται ὁ Ἀ­σπα­σμός.
Ἐν εἰ­ρή­νη τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Ὁ Χο­ρός· Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Ὑ­πέρ τῆς εἰ­ρή­νης τοῦ σύ­μπα­ντος κό­σμου.
Ὑ­πέρ τοῦ Ἀ­δελ­φοῦ ἡ­μῶν (τοῦ δε) καί τῆς πα­ρά Θε­οῦ σκέ­πης, καί βο­η­θεί­ας αὐ­τοῦ, τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Ὑ­πέρ τοῦ ἀ­μέ­μπτως, ἀ­κα­τα­κρί­τως, καί ἀ­νε­μπο­δί­στως δι­α­νύ­σαι αὐ­τόν τόν σκο­πόν τοῦ μο­να­στι­κοῦ Σχή­μα­τος, τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Ὑ­πέρ τοῦ δι­ά­γειν αὐ­τόν ἐν πά­σῃ εὐ­σε­βεί­ᾳ, καί εὐ­λα­βεί­ᾳ, καί σε­μνό­τη­τι, τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Ὑ­πέρ τοῦ ἀ­πο­θέ­σθαι αὐ­τόν, τόν πα­λαι­όν ἄν­θρω­πον, καί ἐν­δύ­σα­σθαι τόν νέ­ον, τόν κα­τά Θε­όν κτι­σθέ­ντα, τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Ὑ­πέρ ἀ­φέ­σε­ως, καί συγ­χω­ρή­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν αὐ­τοῦ, τοῦ Κυ­ρί­ου δε­η­θῶ­μεν.
Ὑ­πέρ τοῦ ρυ­σθῆ­ναι αὐ­τόν καί ἡ­μᾶς ἀ­πό πά­σης θλί­ψε­ως.
Ἀ­ντι­λα­βοῦ, σῶ­σον, ἐ­λέ­η­σον καί δι­α­φύ­λα­ξον ἡ­μᾶς ὁ Θε­ός τῆ σῆ χά­ρι­τι.
Τῆς Πα­να­γί­ας, ἀ­χρά­ντου, ὑ­πε­ρευ­λο­γη­μέ­νης, ἐν­δό­ξου Δε­σποί­νης ἡ­μῶν Θε­ο­τό­κου καί ἀ­ει­παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας με­τά πά­ντων τῶν ἁ­γί­ων μνη­μο­νεύ­σα­ντες, ἑ­αυ­τούς καί ἀλ­λή­λους καί πᾶ­σαν τήν ζω­ήν ἡ­μῶν Χρι­στῷ τῷ Θε­ῷ πα­ρα­θώ­με­θα.
Ὁ Ἱ­ε­ρεύς:
Ὅ­τι ἅ­γι­ος εἶ ὁ Θε­ός ἡ­μῶν, καί σοί τήν δό­ξαν ἀ­να­πέ­μπο­μεν, τῷ Πα­τρί καί τῷ Υἱ­ῷ καί τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, νῦν καί ἀ­εί, καί εἰς τούς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων.
Ὅ­σοι εἰς Χρι­στόν ἐ­βα­πτί­σθη­τε, Χρι­στόν ἐ­νε­δύ­σα­σθε. Ἀλ­λη­λού­ϊ­α, κτλ.
Προ­κεί­με­νον. Κύ­ρι­ος φω­τι­σμός­ μου καί σω­τήρ μου.
Στίχ. Κύ­ρι­ος ὑ­πε­ρα­σπι­στής τῆς ζω­ῆς μου.
Ὁ Ἀ­πό­στο­λος
Πρός Ἐ­φε­σί­ους Ἐ­πι­στο­λῆς Παύ­λου τό Ἀ­νά­γνω­σμα.
κεφ. στ΄10
Ἀ­δελ­φοί ἐν­δυ­να­μοῦ­σθε ἐν Κυ­ρί­ῳ, ἐν­δυ­να­μοῦ­σθε ἐν Κυ­ρί­ῳ καὶ ἐν τῷ κρά­τει τῆς ἰ­σχύ­ος αὐ­τοῦ. ἐν­δύ­σα­σθε τὴν πα­νο­πλί­αν τοῦ Θε­οῦ πρὸς τὸ δύ­να­σθαι ὑ­μᾶς στῆ­ναι πρὸς τὰς με­θο­δεί­ας τοῦ δι­α­βό­λου· ὅ­τι οὐκ ἔ­στιν ἡ­μῖν ἡ πά­λη πρὸς αἷ­μα καὶ σάρ­κα, ἀλ­λὰ πρὸς τὰς ἀρ­χάς, πρὸς τὰς ἐ­ξου­σί­ας, πρὸς τοὺς κο­σμο­κρά­το­ρας τοῦ σκό­τους τοῦ αἰ­ῶ­νος τού­του, πρὸς τὰ πνευ­μα­τι­κὰ τῆς πο­νη­ρί­ας ἐν τοῖς ἐ­που­ρα­νί­οις. δι­ὰ τοῦ­το ἀ­να­λά­βε­τε τὴν πα­νο­πλί­αν τοῦ Θε­οῦ, ἵ­να δυ­νη­θῆ­τε ἀ­ντι­στῆ­ναι ἐν τῇ ἡ­μέ­ρᾳ τῇ πο­νη­ρᾷ καὶ ἅ­πα­ντα κα­τερ­γα­σά­με­νοι στῆ­ναι. στῆ­τε οὖν πε­ρι­ζω­σά­με­νοι τὴν ὀ­σφὺν ὑ­μῶν ἐν ἀ­λη­θεί­ᾳ, καὶ ἐν­δυ­σά­με­νοι τὸν θώ­ρα­κα τῆς δι­και­ο­σύ­νης, καὶ ὑ­πο­δη­σά­με­νοι τοὺς πό­δας ἐν ἑ­τοι­μα­σί­ᾳ τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου τῆς εἰ­ρή­νης, ἐ­πὶ πᾶ­σιν ἀ­να­λα­βό­ντες τὸν θυ­ρε­ὸν τῆς πί­στε­ως, ἐν ᾧ δυ­νή­σε­σθε πά­ντα τὰ βέ­λη τοῦ πο­νη­ροῦ τὰ πε­πυ­ρω­μέ­να σβέ­σαι· καὶ τὴν πε­ρι­κε­φα­λαί­αν τοῦ σω­τη­ρί­ου δέ­ξα­σθε, καὶ τὴν μά­χαι­ραν τοῦ Πνεύ­μα­τος, ὅ ἐ­στι ρῆ­μα Θε­οῦ.
Ἀλ­λη­λού­ϊ­α. Οὗ­τος ὁ πτω­χός ἐ­κέ­κρα­ξε.
Εὐ­αγ­γέ­λι­ον.
Καί ὑπέρ τοῦ καταξιωθῆναι ἡμᾶς τῆς ἀκροάσεως τοῦ Ἁγίου Εὐαγγελίου, Εἰρήνη πᾶσι.
Καί τῷ πνεύματί σου.
Ἐκ τοῦ κα­τά Ματ­θαῖ­ον ἁγίου Εὐαγγελίου τό ἀνά­γνω­­­­σμα πρόσχωμεν.
Δόξα σοι Κύριε, δόξα σοι.
κεφ. ι΄37
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος· Ὁ φι­λῶν πα­τέ­ρα, ἤ μη­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στι μου ἄ­ξι­ος· καὶ ὁ φι­λῶν υἱ­ὸν ἢ θυ­γα­τέ­ρα ὑ­πὲρ ἐ­μὲ οὐκ ἔ­στι μου ἄ­ξι­ος· καὶ ὃς οὐ λαμ­βά­νει τὸν σταυ­ρὸν αὐ­τοῦ καὶ ἀ­κο­λου­θεῖ ὀ­πί­σω μου, οὐκ ἔ­στι μου ἄ­ξι­ος. Δεῦ­τε πρός με πά­ντες οἱ κο­πι­ῶ­ντες καὶ πε­φορ­τι­σμέ­νοι, κἀ­γὼ ἀ­να­παύ­σω ὑ­μᾶς. ἄ­ρα­τε τὸν ζυ­γόν μου ἐφ᾿ ὑ­μᾶς καὶ μά­θε­τε ἀπ᾿ ἐ­μοῦ, ὅ­τι πρᾷ­ός εἰ­μι καὶ τα­πει­νὸς τῇ καρ­δί­ᾳ, καὶ εὑ­ρή­σε­τε ἀ­νά­παυ­σιν ταῖς ψυ­χαῖς ὑ­μῶν· ὁ γὰρ ζυ­γός μου χρη­στὸς καὶ τὸ φορ­τί­ον μου ἐ­λα­φρόν ἐ­στιν.
Δι­ά­κο­νος· Ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς ὁ Θε­ός, κατά τό μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου, ἐπάκουσον καί ἐλέησον.
Ἔ­τι δε­ό­με­θα ὑ­πέρ ἀ­φέ­σε­ως, καί συγ­χω­ρή­σε­ως τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν τοῦ δού­λου τοῦ Θε­οῦ (τοῦ δε).
Ὁ Ἱ­ε­ρεύς· Ὅ­τι ἐ­λε­ή­μων καί φι­λάν­θρω­πος Θε­ός ὑ­πάρ­χεις κτλ.
Καί δί­δω­σιν αὐ­τῷ τόν Σταυ­ρόν, λέ­γων·
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος· Εἴ­ τις θέ­λει ὀ­πί­σω μου ἀ­κο­λου­θεῖν, ἀ­παρ­νη­σά­σθω ἑ­αυ­τόν, καί ἀ­ρά­τω τόν σταυ­ρόν αὑ­τοῦ,καί ἀ­κο­λου­θεί­τω μοι.
Καί τό κη­ρί­ον ἁ­πτό­με­νον, λέ­γων·
Εἶ­πεν ὁ Κύ­ρι­ος· Οὕ­τω λαμ­ψά­τω τό φῶς ὑ­μῶν ἔ­μπρο­σθεν τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­πως εἴ­δω­σι ὑ­μῶν τά κα­λά ἔρ­γα καί δο­ξά­σω­σι τόν Πα­τέ­ρα ἡ­μῶν τό­ν ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς.
Καί γί­νε­ται ὁ Ἀ­σπα­σμός, ἐν ᾧ ψάλ­λε­ται τό πα­ρόν
Ἰ­δι­ό­με­λον. Ἦ­χος α΄
Ἐ­πι­γνῶ­μεν ἀ­δελ­φοί, τοῦ μυ­στη­ρί­ου τήν δύ­να­μιν· τόν γάρ ἐκ τῆς ἁ­μαρ­τί­ας πρός τήν πα­τρι­κήν ἑ­στί­αν ἀ­να­δρα­μό­ντα Ἄ­σω­τον Υἱ­όν, ὁ πα­νά­γα­θος Πα­τήρ προ­ϋ­πα­ντή­σας ἀ­σπά­ζε­ται, καί πά­λιν τῆς ἰ­δί­ας δό­ξης χα­ρί­ζε­ται τά γνω­ρί­σμα­τα, καί μυ­στι­κήν τοῖς ἄ­νω ἐ­πι­τε­λεῖ εὐ­φρο­σύ­νην, θύ­ων τόν μό­σχον τόν σι­τευ­τόν· ἵ­να ἡ­μεῖς ἀ­ξί­ως πο­λι­τευ­σώ­με­θα, τοῦ­τε θύ­σα­ντος φι­λαν­θρώ­που Πα­τρός, καί τοῦ ἐν­δό­ξου θύ­μα­τος, τοῦ Σω­τῆ­ρος τῶν ψυ­χῶν ἡ­μῶν.
Καί με­τά τόν ἀ­σπα­σμόν, γί­νε­ται Ἀ­πό­λυ­σις.
Ἵ­στέ­ον ὅ­τι, ὁ τοι­οῦ­τον Μο­να­χός ὀ­φεί­λει προ­σκαρ­τε­ρεῖν ἐν τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ ἡ­μέ­ρας πέ­ντε, σχο­λά­ζων ἀ­πό πα­ντός ἔρ­γου, πλήν ἀ­να­γνώ­σε­ως, εἰ ἐ­πί­στα­ται.