Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!

(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).
«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.
Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·
παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.
Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.
Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)

«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.
Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.
Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·
μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» 

(Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!

(αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου).

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!(αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου). 
 
"Και Εκκλησία λέγω όχι μόνο τον τόπο, αλλά και τον τρόπο, όχι μόνο τους τοίχους της Εκκλησίας, αλλά τους νόμους της Εκκλησίας. Όταν καταφεύγεις στην εκκλησία μην καταφεύγεις στον τόπο, αλλά στη γνώμη. Γιατί εκκλησία δεν είναι τοίχος και στέγη, αλλά πίστη και τρόπος ζωής….      
Τίποτε δεν είναι ίσο με την Εκκλησία. Μη μου λέγεις τα τείχη και τα όπλα, γιατί τα τείχη με το χρόνο παλαιώνουν, ενώ η Εκκλησία ποτέ δε γερνά. Τα τείχη οι βάρβαροι τα γκρεμίζουν, την Εκκλησία όμως ούτε οι δαίμονες τη νικούν. Και ότι τα λόγια αυτά δεν είναι μεγάλη καύχηση το μαρτυρούν τα πράγματα.
Πόσοι πολέμησαν την Εκκλησία και αυτοί που την πολέμησαν χάθηκαν; Αυτή όμως ανέβηκε πάνω από τους ουρανούς. Τέτοιο μεγαλείο έχει η Εκκλησία.
Όταν την πολεμούν, νικάει˙ όταν την επιβουλεύονται, θριαμβεύει˙ όταν τη βρίζουν, γίνεται λαμπρότερη˙ δέχεται τραύματα και δεν πέφτει από τις πληγές˙ κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται˙ δοκιμάζεται από τρικυμίες, αλλά δεν παθαίνει ναυάγιο˙ παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται….
Μην απομακρύνεσαι από την εκκλησία, γιατί τίποτε δεν είναι πιο δυνατό από την Εκκλησία. Η ελπίδα σου είναι η Εκκλησία, η σωτηρία σου η Εκκλησία, το καταφύγιό σου η Εκκλησία.
Είναι πιο ψηλή από τον ουρανό, είναι πιο πλατιά από τη γη. Ποτέ δε γερνά και πάντοτε είναι νέα.
Γι’ αυτό η Γραφή, για να δηλώσει τη στερρεότητα και τη σταθερότητά της, την ονομάζει όρος˙ για να δηλώσει την αφθαρσία της, την ονομάζει παρθένο˙ για να δηλώσει τη συγγένειά της προς το Θεό, την ονομάζει θυγατέρα˙ για να δηλώσει τη μεγάλη γονιμότητά της, την ονομάζει στείρα που γεννάει επτά˙ για να παραστήσει την ευγένεια της, χρησιμοποιεί χίλια ονόματα….
Γιατί, όπως ο Κύριος της έχει πολλά ονόματα˙ και πατέρας ονομάζεται, και οδός ονομάζεται, και ζωή ονομάζεται, και φως ονομάζεται και βραχίονας ονομάζεται, και εξιλέωση ονομάζεται, και θεμέλιο ονομάζεται, και θύρα ονομάζεται, και αναμάρτητος ονομάζεται, και θησαυρός ονομάζεται, και Κύριος ονομάζεται και Θεός ονομάζεται, και Υιός ονομάζεται, και μονογενής ονομάζεται, και μορφή Θεού και εικόνα Θεού ονομάζεται. Μήπως αρκεί ένα όνομα να παραστήσει το όλον;  Καθόλου. Αλλά γι’ αυτόν υπάρχουν άπειρα ονόματα, για να μάθουμε κάτι για το Θεό, έστω και μικρό. Έτσι ακριβώς και η Εκκλησία έχει πολλά ονόματα".

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ευτρόπιον, ομιλ. Β, αποσπάσματα, Άπαντα τα έργα, Τόμος 33, Ομιλίες, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη, 1985).

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Τα λίγα και απλά της προσευχής




Τα λίγα και απλά της προσευχής

 ~ Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου



        Αν η γλώσσα μας προφέρει προσευχητικά λόγια και η διάνοιά μας ονειροπολεί, τίποτα δεν έχουμε να ωφεληθούμε.


       Απεναντίας, θα κατακριθούμε, επειδή ακριβώς με μεγαλύτερη υπομονή και εντατικότερη προσοχή μιλάμε σε ανθρώπους παρά στον Κύριό μας. Στο κάτω-κάτω, κι αν ακόμα δεν πάρουμε τίποτε απ’ Αυτόν, το να βρισκόμαστε σε διαρκή επικοινωνία μαζί Του μικρό καλό είναι;


          Αν ωφελούμαστε πολύ, όταν συζητάμε μ’ έναν ενάρετο άνθρωπο, πόσο θα ωφεληθούμε, αλήθεια, συνομιλώντας με τον Πλάστη, τον Ευεργέτη, το Σωτήρα μας, έστω κι αν δεν μας δίνει ό,τι Του ζητάμε;

Γιατί, όμως, δεν μας δίνει; Θα το τονίσω γι’ άλλη μια φορά:
 
         Γιατί συνήθως Του ζητάμε πράγματα βλαβερά, νομίζοντας πως είναι καλά και ωφέλιμα.

Δεν γνωρίζεις, άνθρωπέ μου, το συμφέρον σου.

        Εκείνος, που το γνωρίζει, δεν εισακούει την παράκλησή σου, γιατί φροντίζει περισσότερο από σένα για την σωτηρία σου.

       Αν οι γονείς δεν δίνουν πάντα στα παιδιά τους ό,τι τους ζητούν, όχι βέβαια επειδή τα μισούν, μα επειδή, απεναντίας, υπερβολικά τα αγαπούν, πολύ περισσότερο θα κάνει το ίδιο ο Θεός, ο οποίος και περισσότερο από τους γονείς μας μας αγαπά και καλύτερα απ’ όλους γνωρίζει ποιο είναι το καλό μας.

         Όταν, λοιπόν, αποκάνεις ικετεύοντας τον Κύριο, κι Εκείνος δεν σου δίνει σημασία, μην παραπονιέσαι.

         Ξεχνάς, άλλωστε, πόσες φορές εσύ άκουσες κάποιον φτωχό να σε παρακαλάει και δεν του έδωσες σημασία;

          Και αυτό το έκανες από σκληρότητα, ενώ ο Θεός το κάνει από φιλανθρωπία. Ωστόσο, ενώ δεν δέχεσαι να κατηγορήσουν εσένα, που από σκληρότητα δεν άκουσες τον συνάνθρωπό σου, κατηγορείς το Θεό, που από φιλανθρωπία δεν σε ακούει.

        Είπα όμως προηγουμένως, ότι κι όταν ακόμα δεν σε ακούει, η ωφέλειά σου από την προσευχή είναι μεγάλη. Γιατί είναι αδύνατο ν’ αμαρτήσει ένας άνθρωπος που προσεύχεται πρόθυμα και αδιάλειπτα, ένας άνθρωπος που συντρίβει την καρδιά του, ανεβάζει το νου του στον ουρανό και ομολογεί ταπεινά στον Κύριο τα αμαρτήματά του.

        Γιατί, ύστερ’ από μία τέτοια προσευχή, πετάει μακριά κάθε φροντίδα για τα γήινα, αποκτάει φτερά, γίνεται ανώτερος από τ’ ανθρώπινα πάθη.

          Τα δροσερά νερά δεν δίνουν στα φυτά τόση θολερότητα, όση δίνουν τα δάκρυα στο δέντρο της προσευχής, κάνοντάς το ν’ ανεβαίνει ψηλά, ως το θρόνο του Θεού. Έτσι, μάλιστα, Εκείνος εισακούει την προσευχή μας.

         Και πώς να μην εισακούσει την προσευχή μιας ψυχής, που στέκεται μπροστά Του με αυτοσυγκέντρωση, με κατάνυξη, με ταπείνωση;

Μιας ψυχής που έχει μεταφερθεί νοερά από τη γη στον ουρανό;

         Μιας ψυχής που έχει διώξει κάθε ανθρώπινο λογισμό, κάθε βιοτική μέριμνα, κάθε εμπαθή προσκόλληση, κι έχει αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην μυστική και πανευφρόσυνη κοινωνία με τον Κύριό της;

       Ναι, έτσι πρέπει να προσεύχεται ο χριστιανός.

      Αφού συγκεντρώσει και εντείνει όλη του την σκέψη, τότε να ικετεύει το Θεό έμπονα.

Δεν χρειάζεται να λέει ατέλειωτα λόγια, φτάνουν τα λίγα και απλά.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

ΕΥΧΗ λεγομένη μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς ἀκολουθίας

ΕΥΧΗ

λεγομένη μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς ἀκολουθίας 
διά τάς ἐν τῷ μεταξύ τῆς δοξολογίας
συμβαινούσας παρατροπάς τοῦ νοός.


Φιλάνθρωπε καί ἐλεῆμον Κύριε, ὁ ἀξιώσας με καί κατά τήν παροῦσαν ὥραν, στῆναι ἐνώπιόν σου εἰς προσευχήν καί δοξολογίαν τοῦ κράτους σου, συγχώρησόν μοι, ὅσα ἀπό παιδικῆς ἡλικίας ἐν πάσαις μου ταῖς αἰσθήσεσιν ἥμαρτόν σοι, πανοικτίρμον καί πολυεύσπλαγχνε ˙ συγχώρησόν δέ μοι καί τά ἀρτίως ἐπιγεγονότα μοι πταίσματα, ἐν τῷ τῆς προσευχῆς ταύτης καιρῷ διά μετεωρισμοῦ καί πλάνης καί ρεμβασμοῦ, διά λογισμῶν ὑψηλοφροσύνης καί κενοδοξίας, διά θυμοῦ, ὀργῆς καί μνησικακίας, διά τῆς ἀναιδοῦς καί μιαρᾶς βλασφημίας, δι᾿ ὀλιγωρίας καί ὄκνου καί ραθυμίας, δι᾿ αἰχμαλωσίας καί ἀπαγωγῆς τοῦ νοός καί τῆς διανοίας εἰς ἀτόπους καί πονηράς ἐπιθυμίας, ἵνα μή καυχήσηται σατάν ὁ ἐχθρός κατ᾿ ἐμοῦ, ὅτι οὐδ᾿ ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ τῆς ἐξομολογήσεως καί προσευχῆς μου ἀναμάρτητος διετηρήθην· δεῖξον οὖν, ὑπεράγαθε Κύριε, ὅτι σύ εἶ ὁ ἐξουσιάζων τοῦ σοῦ πλάσματος, καί σοῦ ἐστι τό κράτος καί ἡ βασιλεία εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.
Εὐχαί,
κατά το μέτρον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν τοῦ νυχθημέρου,
 ἐπιγραφόμεναι Ἰωάννῃ τῷ Χρυσοστόμῳ.
Α΄. Κύριε, μή στερήσῃς με τῶν ἐπουρανίων σου καί αἰωνίων ἀγαθών.
Β΄. Κύριε, λύτρωσαί με τῶν αἰωνίων κολάσεων.
Γ΄. Κύριε, εἴτε λόγῳ εἴτε ἔργῳ εἴτε κατά νοῦν καί διάνοιαν ἥμαρτον, συγχώρησόν μοι.
Δ΄. Κύριε, λύτρωσαί με ἀπό πάσης ἀνάγκης καί ἀγνοίας καί λήθης καί ραθυμίας καί τῆς λιθώδους ἀναισθησίας.
Ε΄. Κύριε, λύτρωσαί με ἀπό παντός πειρασμοῦ καί ἐγκαταλείψεως.
Στ΄.Κύριε, φώτισον τήν καρδίαν μου, ἥν ἐσκότισεν ἡ πονηρά ἐπιθυμία.
Ζ΄. Κύριε, ἐγώ μέν ὡς ἄνθρωπος ἁμαρτάνω, σύ δέ ὡς Θεός ἐλέησόν με.
Η΄. Κύριε, ἴδε τήν ἀσθένειαν τῆς ψυχῆς μου, καί πέμψον τήν χάριν σου εἰς βοήθειάν μου, ἵνα ἐν ἐμοί δοξασθῇ τό ὄνομά σου τό ἅγιον.
Θ΄. Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἔγγραψον τό ὄνομα τοῦ δούλου σου ἐν βίβλῳ ζωῆς, χαριζόμενός μοι καί τέλος ἀγαθόν.
Ι΄. Κύριε ὁ Θεός μου, οὐκ ἐποίησα οὐδέν ἀγαθόν· ἀλλ᾿ ἀρξαίμην ποτέ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου.
ΙΑ΄. Κύριε, βρέξον εἰς τήν καρδίαν μου τήν δρόσον τῆς χάριτός σου.
ΙΒ΄. Κύριε, ὁ Θεός τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, μνήσθητί μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ, τοῦ αἰσχροῦ, τοῦ πονηροῦ καί βεβήλου κατά τό μέγα ἔλεός σου, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
ΙΓ΄. Κύριε, ἐν μετανοίᾳ με παράλαβε καί μή ἐγκαταλίπῃς με.
ΙΔ΄. Κύριε, μή εἰσενέγκῃς με εἰς πειρασμόν.
ΙΕ΄.Κύριε, δός μοι ἔννοιαν ἀγαθήν.
ΙΣ΄ Κύριε, δός μοι δάκρυον καί μνήμην θανάτου καί κατάνυξιν.
ΙΖ΄. Κύριε, δός μοι τῶν λογισμῶν μου ἐξαγόρευσιν.
ΙΗ΄ Κύριε, δός μοι ταπείνωσιν, ἐκκοπήν θελήματος καί ὑπακοήν.
ΙΘ΄. Κύριε, δός μοι ὑπομονήν, μακροθυμίαν καί πραότητα.
Κ΄. Κύριε, ἐμφύτευσον ἐν ἐμοί τήν ρίζαν τῶν ἀγαθῶν, τόν φόβον σου.
ΚΑ΄. Κύριε, ἀξίωσόν με ἀγαπᾶν σε ἐξ᾿ ὅλης μου τῆς ψυχῆς, καί τῆς διανοίας, καί τῆς καρδίας, καί τηρεῖν ἐν πᾶσι τό θέλημά σου.
ΚΒ΄. Κύριε, σκέπασόν με ἀπό τε ἀνθρώπων πονηρῶν, καί δαιμόνων καί παθῶν, καί ἀπό παντός μή προσήκοντος πράγματος.
ΚΓ΄. Κύριε, ὡς κελεύεις, Κύριε, ὡς γινώσκεις. Κύριε, ὡς βούλει· γενηθήτω τό θέλημά σου ἐν ἐμοί. ΚΔ΄. Κύριε, τό σόν θέλημα γενέσθω καί μή τό ἐμόν.
Πρεσβείαις καί ἱκεσίαις τῆς Παναγίας Θεοτόκου καί πάντων τῶν ἁγίων σου·
ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας. Ἀμήν.

“Για νὰ μὴν λυπάσθε….” Ἰωάννου Χρυσοστόμου

“Για νὰ μὴν λυπάσθε….”  

Ἰωάννου Χρυσοστόμου



“Δεν θέλω, ἀδελφοί μου, νὰ ἀγνοεῖτε τα σχετικὰ μὲ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γιᾶ νᾶ μὴν λυπάσθε, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. “Γιατί ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Ἰησοῦς πέθανε καῖ ἀναστήθηκε, ἔτσι καῖ ὁ Θεός, ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, ὄντας ἐνωμένοι μαζί του μὲ τὴν πίστη στὸν Ἰησοῦ, θᾶ τοὺς πάρει κοντᾶ του”2.
1.- Ἂς δοῦμε λοιπόν, πρῶτα ἀπ’ὅλα αὐτό: Γιατί ὁ Ἀπόστολος, ὅταν μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει το θὰνατό Του, “θάνατο”, ἐνῶ ὅταν μιλάει γιὰ τὸ τέλος του ἀνθρώπου, ὀνομάζει το θὰνατο “κοίμηση”, καὶ ὂχι “θάνατο”. Μιλάει γιὰ ὅσους ἔχουν “κοιμηθεὶ” καὶ ὄχι γιᾶ ὅσους “πέθαναν”. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ μὲ πίστη στὸν Ἰησοῦ νᾶ φέρει μαζί Του. Καὶ στὴ συνέχεια λέει: “ἐμεὶς οἱ ζωντανοὶ ποὺ θὰ μείνουμε πὶσω καὶ θὰ εἲμαστε στὴ ζωὴ ὅταν ἔρθει ὁ Κύριος, δὲν θὰ προφθάσουμε ὅσους θᾶ ἔχουν κοιμηθεί”3. Οὔτε ἐδῶ βέβαια, εἶπε “αὐτοὺς ποὺ ἔχουν πεθάνει”, ἀλλὰ μολονότι μιλάει τρίτη φορὰ γι’αὐτό, πάλι τὸ ὀνόμασε “κοίμηση”. Ὅταν ὅμως μιλάει γιὰ τὸ Χριστὸ λέει: “Ἂν πιστεύουμε ὅτι ὁ Χριστὸς πέθανε”. Δὲν λέει “κοιμήθηκε, ἀλλὰ “πέθανε”.
Γιατί λοιπόν, τὸ θὰνατό του Χριστοῦ τὸν ὀνόμασε θὰνατο, ἐνῶ τὸν θὰνατό του ἀνθρώπου τὸν ὀνόμασε κοίμηση; Δὲν χρησιμοποίησε ἀσφαλώς, ὁ Ἀπόστολος ἄσκοπα καὶ ἐπιπόλαια αὐτὲς τὶς λέξεις, ἀλλὰ θέλησε μὲ αὐτὴ τὴ διάκριση, νὰ διδάξει κάτι πολὺ σπουδαῖο καὶ μεγάλο.
Γιὰ τὴν περίπτωσή του Χριστοῦ, χρησιμοποίησε τὴ λέξη “θάνατο”, γιὰ νὰ βεβαιώσει το πάθος Του. Γιὰ τους ἀνθρώπους ὅμως χρησιμοποίησε τὴ λέξη “κοίμηση” γιὰ νὰ παρηγορήσει τὸν πόνο μας.
Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε γι’αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ μὲ ἄνεση τὴ λέξη “θάνατος”. Γιὰ τὴν περίπτωση ὅμως τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος στηρίζεται στὴν ἐλπίδα της ἀναστάσεώς Του, χρησιμοποιεῖ ὁ Ἀπόστολος τὴ λέξη “κοίμηση”, προσπαθώντας ἔτσι, νὰ παρηγορήσει τους δικοὺς γιὰ τὴν στέρησή του ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε καὶ ταυτόχρονα νᾶ τοὺς ἐνισχύσει μὲ τὴν ἐλπίδα της ἀναστάσεως. Γιατί, ὅποιος ἔχει κοιμηθεῖ, σίγουρα θᾶ ἀναστηθεῖ, ἐφόσον ὁ θάνατος δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο, παρὰ ὕπνος μακρύς.
Μπορεῖς βέβαια, νὰ πεῖς ὅτι αὐτὸ ποὺ πέθανε οὔτε αἰσθάνεται, οὔτε ἀκούει, οὔτε βλέπει τίποτα. Καὶ σ’αὐτὸν ὅμως, ποὺ κοιμᾶται συμβαίνει το ἲδιο. Θὰ μπορούσαμε μάλιστα, νὰ σημειώσουμε ἐδῶ κάτι ἀξιοθαύμαστο. Ἡ ψυχὴ δηλαδή, ἐκείνου ποὺ κοιμᾶται συμμετέχει κατὰ κάποιο τρόπον στὸν ὕπνο του σώματος. Ἡ ψυχὴ ὅμως ἐκείνου ποὺ ἔχει πεθάνει, παραμένει σὲ ἐγρήγορση.
Θᾶ μποροῦσε ἴσως κάποιος νᾶ πεῖ: Ναί, καλὰ ὅλα αὐτά, ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ πεθαίνει, σὲ λίγο σαπίζει, διαλύεται καὶ γίνεται σκόνη καὶ στάχτη. Τί σημασία ἔχει ὅμως αὐτό, ἀγαπητέ μου; Αὐτὸ εἶναι ἀκριβώς, ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὀποῖο πρέπει νᾶ χαίρεσαι. Γιατί αὐτὸ κάνει καὶ ὁ ἄνθρωπος ὅταν θέλει νᾶ ξαναφτιάξει ἕνα σπίτι, ποὺ πάλιωσε. Βγάζει δηλαδή, πρῶτα ἔξω τοὺς ἐνοίκους του καὶ μετά, ἀφοῦ γκρεμίσει το παλιὸ χτίζει καινούργιο καὶ ὀμορφότερο. Φυσικά, καθόλου δὲν λυποῦνται οἱ ἔνοικοι ποὺ βγῆκαν γιᾶ λίγο ἀπὸ τὸ παλιὸ σπίτι, ἀλλὰ χαίρονται πάρα πολύ. Γιατί δὲν τοὺς ἀπασχολεῖ ἡ κατεδάφηση, ἀλλὰ χαίρονται προκαταβολικᾶ γιᾶ τὴν νέα οἰκοδομὴ ποὺ θὰ ξαναχτιστεῖ.
Τὸ ἲδιο ἀκριβώς, κάνει καὶ ὁ Θεός. Ἐπειδὴ θέλει νᾶ μᾶς ἀνακαινίσει, διαλύει το σῶμα μας, ἀφοῦ πρῶτα βγάλει ἔξω ἀπὸ αὐτὸ τὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ ἀνακαινίσει το σῶμα καὶ μετὰ νὰ ἐγκαταστήσει μέσα τὴν ψυχή, μὲ περισσότερη λαμπρότητα καὶ δόξα.
2.- Τὸ ἲδιο θα’κανε καὶ ἂν κάποιος εἶχε ἕνα μεταλλικὸ ἀντικείμενο ποὺ ἔχει σκουριάσει ἀπὸ τὸ χρὸνο. Θὰ τὸ ἔσπαζε σὲ μικρὰ κομμάτια, θὰ τὸ ἔλιωνε στὸ καμίνι καὶ θὰ τὸ ξανάχυνε, φτιάχνοντας ἒτσι ἕνα καινούργιο πιὸ λαμπρὸ καὶ ὄμορφο. Ὅπως λοιπόν, ἡ διάλυσή του μετάλλου στὸ καμίνι δὲν εἶναι ἀφανισμός, ἀλλὰ ἀνάπλαση τοῦ ἀντικειμένου, ἔτσι καὶ ὁ θάνατός του ἀνθρώπινου σώματος δὲν εἶναι καταστροφή, ἀλλὰ ἀνακαίνηση. Ὅταν λοιπόν, δεῖς νᾶ διαλύεταί το σῶμα καὶ νὰ σαπίζει, ὅπως λυώνει το μὲταλλο στὸ καμίνι, μὴ σταματήσεις σ’αὐτὸ ποὺ βλέπεις, ἀλλὰ νᾶ προσδοκᾶς τὴν ἀνακαίνηση. Οὔτε πάλι, νὰ σταθεὶς στὴν ἀναλογία του παραδείγματος μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση, ἀλλὰ γύρισε πάλι τὴ σκέψη σου στὸ παράδειγμά του μεταλλουργοῦ.
Ὁ μεταλλουργὸς ὅταν χύνει το παλιὸ μὲταλλο δὲν ξαναφτιάχνει γιὰ παράδειγμα, χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα, ἀλλὰ μεταλλικὸ καὶ ἄψυχο. Ὁ Θεὸς ὅμως, δὲν κάνει ἔτσι, ἀλλὰ ἐνῶ βάζει στὴ γῆ πήλινο καῖ θνητό σῶμα, ἀνασταίνει χρυσὸ καὶ ἀθάνατο ἀνδριάντα. Δέχεται ἡ γῆ φθαρτό καῖ θνητό σῶμα καί σου ἐπιστρέφει ἄφθαρτο καὶ ἀθάνατο.
Μὴν στέκεσαι λοιπόν, σὲ ἐκεῖνον ποὺ ἔχει πιᾶ κλείσει τα μάτια του καὶ κείτεται βουβὸς καὶ ἄφωνος, ἀλλὰ σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀναστηθεῖ. Σκέψου ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἀπολαύση δόξα ἀνέκφραστη, θαυμαστὴ καὶ ἐξαίσια. Στρέψε τα μάτια σου ἀπὸ αὐτὸ ποὺ βλέπεις, σὲ ἐκεῖνο ποὺ θὰ γίνει.
Ὀδύρεσαι βέβαια καὶ θρηνεῖς, γιατί ἔχασες τὴν συντροφιὰ ἑνὸς δικού σου ἀνθρώπου. Δὲν εἶναι ὅμως λίγο παράλογο, ἀγαπητέ μου, νὰ παντρεύεις γιὰ παράδειγμα, τὴν κόρη σου σὲ ξένο τόπο, καὶ νὰ μὴν στεναχωριέσαι ποὺ εἶναι μακριᾶ σου, ἀφοῦ περνάει καλὰ καὶ εἶναι ἐκεὶ εὐτυχισμένη κι ἐδῶ ποὺ ὄχι κανένας ἄνθρωπος, ἀλλὰ ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος πῆρε κοντά Του τὸν ἂνθρωπό σου νὰ θρηνεῖς σπαρακτικὰ καὶ νὰ ὀδύρεσαι;
Θά μου πεῖς βέβαια, πὼς μπορῶ νὰ μὴν πονάω, ἄνθρωπός μου εἶναι αὐτὸς ποὺ ἔφυγε. Οὔτε ἐγὼ ὅμως, σοῦ λέω κάτι τέτοιο. Δὲν σοῦ μιλάω γιὰ τὴ λύπη ἀλλὰ γιὰ τὴν ὑπερβολή. Γιατί, τὸ νὰ λυπᾶται κανεὶς εἶναι φυσικό. Τὸ νὰ χτυπιέται ὅμως, πὰνω ἀπὸ τὸ μὲτρο, εἶναι δεῖγμα μανίας, παραφροσύνης καὶ ἀδυναμίας ποὺ συνήθως ἐκδηλώνει ἡ γυναικεία ψυχή.
Πόνεσε, κλάψε, ἀλλὰ μὴν ἀπογοητεύεσαι, μὴν θυμώνεις καὶ μὴν ἀγανακτεῖς. Εὐχαρίστησέ το Θεὸ ποὺ παίρνει τὸν ἂνθρωπό σου. Ἔτσι θὰ τιμήσεις ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ ἔτσι, θὰ τὸν ἐφοδιάσεις μὲ λαμπρά, ἐντάφια δῶρα. Ἂν ὅμως ἀπελπιστεῖς καὶ ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε δυσκολεύεις καὶ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν πῆρε βλασφημεῖς καὶ τὸν ἑαυτό σου βλάπτεις. Ἀντίθετα, ἂν εὐχαριστεῖς γι’αὐτὸ τὸν Θεό, καὶ τὸν ἂνθρωπό σου ἐτίμησες καὶ τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε δόξασες καὶ τὸν ἑαυτό σου ἔχεις ὠφελήσει.
Δάκρυσε, στὸ μέτρο ποὺ δάκρυσε κι ὁ Κύριος σου γιὰ τὸ Λάζαρο καὶ ἒτσι μὲ τὸ παράδειγμά Του, ἔχει θέσει μέτρα, ὅρους καὶ κανόνα της λύπης καὶ σὲ μάς. Αὐτά τα ὅρια, δὲν πρέπει ποτὲ νᾶ τὰ ὑπερβαίνουμε. Τὸ ἲδιό μας διδάσκει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ ἐκείνους” λέει, “ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, θέλω νᾶ ξέρετε, τί ἀκριβὼς συμβαίνει, γιᾶ νᾶ μὴν λυπόσαστε, σᾶν τους ἄλλους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Νᾶ λυπᾶσαι, λέει ὁ Ἀπόστολος, ἀλλὰ ὄχι σάν τους εἰδωλολάτρες, ποὺ δὲν ἔχουν ἰδέα γιὰ τὴν ἀνάστασή των νεκρῶν, καὶ γι’αὐτὸ δὲν ἐλπίζουν γιὰ τὴν μέλλουσα ζωή.
Σᾶς λέω εἰλικρινὰ πὼς ντρέπομαι καὶ κοκκινίζω, ὅταν περπατάω ἔξω καὶ συναντῶ γυναῖκες νὰ κλαῖνε γοερά, νὰ χτυπιοῦνται, νὰ τραβοῦν τὰ μαλλιά τους, νὰ ξεσκίζουν το πρὸσωπό τους. Καὶ τὸ χειρότερο αὐτά τα κάνουν μπροστᾶ στὰ μάτια των ἄλλων ποὺ εἶναι εἰδωλολάτρες. Πολὺ δίκιο θὰ ἔχουν αὐτοὶ νὰ πούν: Αὐτοὶ εἶναι οἱ χριστιανοί, ποὺ πιστεύουν στὴν ἀνάστασή των νεκρῶν; Αὐτοὶ εἶναι ἀσφαλώς, ἀλλὰ δὲν συμφωνοῦν τα λόγια τους μὲ τὰ ἔργα τους. Μὲ τὰ λόγια πιστεύουν στὴν ἀνάστασή των νεκρῶν, στὴν πράξη ὅμως, συμπεριφέρονται σᾶν ἐκείνους ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα. Ἂν πίστευαν πραγματικά, ὅτι ὑπάρχει ἀνάσταση, δὲν θᾶ ἔκαναν ὅσα τώρα κάνουν. Ἆν ἦταν βέβαιοι, ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ἔφυγε, γιᾶ νᾶ κληρονομήσει τὴν ἐπουράνια δωρεά, δὲν θὰ θρηνοῦσαν ἀπαρηγόρητα.
Αὐτὰ καὶ πολὺ περισσότερά μας καταμαρτυροῦν οἱ ἄπιστοι, ὅταν ἀκοῦν τὰ μοιρολόγια μας. Ἂς ντραποῦμε λὶγο καὶ σοβαρευτοῦμε, γιὰ νὰ μὴν βλὰπτουμε καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ ὅσους μας βλέπουν νᾶ συμπεριφερόμαστε κατ’αὐτὸ τὸν τρόπο.
Ἐξήγησέ μου λίγο, γιὰ ποιὸ λόγο σπαράζεις καὶ μοιρολογᾶς ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε; Ἂν ἦταν κακός, πρέπει νᾶ εὐχαριστεῖς τὸν Θεό, γιατί ἔδωσε τέλος στὴν κακία του. Ἂν ἦταν καλόγνωμος πρέπει νᾶ χαίρεσαι, γιατί τὸν πῆρε ἔγκαιρα κοντά Του ὁ Θεός, πρὶν ἀλλάξει καὶ χάσει τῆ σύνεσή του ἐξαιτίας της κακίας. Ἔφυγε πιᾶ σὲ τόπο ποὺ εἶναι ἀσφαλισμένος καὶ δὲν κινδυνεύει νᾶ χάσει τῆ σωφροσύνη του.
Ἴσως μοῦ πεῖς ὅτι κλαῖς γιατί αὐτὸς ποὺ ἔφυγε ἦταν νέος. Δόξασε λοιπόν, τὸν Θεὸ ποὺ τὸν πῆρε νωρίς, στὴν ἐπουράνια κληρονομιά. Ἀλλὰ κι ἂν ἦταν γέρος, θὰ ἔπρεπε νᾶ εὐχαριστεῖς καὶ νᾶ δόξασεις τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ξεκούρασε.
Νὰ σεβαστεῖς, σὲ παρακαλῶ, τὴν ὥρα τῆς ἐξόδιας ἀκολουθίας. Ψάλλονται τόσα πολλὰ καὶ ὡραία τροπάρια, διαβάζονται τόσες εὑχές. Εἶναι συγκεντρωμένος μεγάλος κύκλος πατέρων της Ἐκκλησίας καὶ πνευματικῶν ἀδελφῶν χριστιανῶν, ὄχι γιὰ νὰ βλέπουν ἐσένα νὰ κλαῖς καὶ νὰ ὀδύρεσαι μὲ ἀγανάκτηση, ἀλλὰ γιᾶ νᾶ εὐχαριστεῖς τὸν Θεὸ ποὺ τὸν ἀνέπαυσε. Γιατί, ὅπως γίνεται ὅταν πρόκειται νᾶ ἀναλάβει ἕνα σπουδαῖο ἀξίωμα, ποὺ τὸν προπέμπουν μὲ ἐπευφημίες καὶ ζητωκραυγές, ἒτσι γίνεται καὶ στὴν κηδεία. Φεύγει ὁ πιστός, γιὰ νὰ δεχθεὶ τὴν ἐπουράνεια κληρονομία καὶ νὰ δεχθοὺν μεγαλύτερη τιμὴ καὶ σύσσωμη ἡ Ἐκκλησία τὸν προπέμπει μὲ εὐχὲς καὶ ψαλμωδίες.
Ὁ θάνατος εἶναι ἀνάπαυση, εἶναι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ κόπους καὶ μέριμνες βιωτικές. Γι’αὐτὸ καὶ ὅταν δεῖς κάποιον δικό σου, νὰ φεύγει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, μὴν ἀγανακτεῖς, ἀλλὰ στρέψου μὲ κατάνυξη στὸν ἑαυτό σου. Ἐξέτασε τὴ συνείδησή σου. Ἀναλογίσου ὅτι μετὰ ἀπὸ λίγο, τὸ ἲδιο τέλος περιμένει κι ἐσένα. Σοβαρέψου καὶ κᾶνε το θὰνατό του ἄλλου ἀφορμὴ γιὰ δική σου ἀνάνηψη. Σταμάτησε νὰ ζεῖς ἀδιάφορα, σκέψου τί ἔχεις ἐσὺ μέχρι τότε κάνει. Διόρθωσέ τα λάθη σου, ἄλλαξε τὴ ζωή σου. Αὐτὸ ἀκριβὼς εἶναι, ἐκεῖνο ποὺ ξεχωρίζει τοὺς χριστιανοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Ἀλλιὼς κρίνουν οἱ χριστιανοί τα πράγματα. Ὁ ἄπιστος κυττάζει τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν προσκυνάει, γιατί νομίζει πὼς ὁ οὐρανὸς εἶναι Θεός. Στρέφει στὴ γῆ καῖ τὴν λατρεύει καὶ θαυμάζει ὅτι ὑλικὸ ὑπάρχει πάνω σ’αὐτή.
Οἱ χριστιανοὶ ὅμως, δὲν κάνουν το ἲδιο. Βλὲπουν τὸν οὐρανὸ καὶ δοξάζουν τὸν Δημιουργό του, γιατί πιστεύουν ὅτι ὁ οὐρανὸς εἶναι δημιούργημα καὶ ὄχι Θεός. Ἡ θέα της δημιουργίας χειραγωγεῖ τὸν πιστὸ πρὸς τὸν Δημιουργό της. Ὃ ἄπιστος βλέπει τὸν πλοῦτο καὶ τὰ ἐπίγεια ἀγαθὰ καὶ σαγηνεύεται. Βλέπει κι ὁ χριστιανὸς τὸν πλοῦτο καὶ τὸν περιφρονεῖ. Εἶναι φτωχὸς ὁ ἄπιστος καὶ ὀδύρεται. Ζεῖ φτωχικὰ ὁ χριστιανὸς καὶ χαίρεται. Διαφορετικᾶ βλέπει ὁ χριστιανός τα πράγματα κι ἀλλιὼς ὁ ἄπιστος.
Τὸ ἲδιο ἀκριβὼς κάνουμε καὶ μὲ τὸ θὰνατο.Βλέπει τὸν νεκρὸ ὁ ἄπιστος καὶ τὸν θεωρεῖ ὁριστικὰ χαμένο. Τὸν βλέπει κι ὁ χριστιανὸς καὶ τὸν θεωρεῖ σᾶν νᾶ βρίσκεται σὲ βαθὺ ὕπνο. Συμβαίνει καὶ στὴν περίπτωσή του θανάτου, ὅτι γίνεται καὶ μὲ τὰ γράμματα. Ὅλοι ἔχουμέ τα ἴδια μάτια καὶ βλέπουμέ τα γράμματα. Ἐκεῖνοι ποὺ ξέρουν νὰ διαβάζουν, εἰσπράττουν το μήνυμα ποὺ ἔχουν μέσα τους, καθὼς διαβάζονταί τα γράμματα. Ὅσοι ὅμως δὲν ξέρουν νᾶ διαβάζουν, βλέπουν βέβαιά τα γράμματα, ἀλλὰ δὲν παίρνουν κανένα μήνυμα ἀπὸ τὴν ὕπαρξή τους.
Κάτι ἀνάλογο συμβαίνει καὶ στὴ ζωή μας. Μὲ τὰ ἴδια μάτια βλέπουμε τὰ γεγονότα, ἀλλὰ ὄχι καὶ μὲ τὸ ἲδιο πιστεύω. Ἐφόσον λοιπόν, διαφέρουμε ὡς χριστιανοὶ ἀπὸ τοὺς ἄπιστους, πὼς μποροῦμε νὰ συμπεριφερόμαστε ἴδια μ’αὐτούς, ὅταν φεύγει κάποιος δικός μας ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τῆ ζωή;
3.- Ἀναλογίσου, ἀγαπητέ μου, γιὰ ποιὸ λόγο ἔφυγε ὁ ἄνθρωπός σου ἀπὸ αὐτὴ ἐδῶ τῆ ζωή, καὶ παρηγορήσου. Αὐτὸς τώρα βρίσκεται μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Παὺλο, μὲ τὸν Ἀπόστολο Πὲτρο, μὲ τὸ χορὸ ὅλων των Ἁγίων. Ἀναλογίσου πὼς θὰ ἀναστηθεῖ μὲ μεγάλη δόξα καὶ λαμπρότητα. Μὲ τὰ κλάματα καὶ τοὺς ὀδυρμοὺς δὲν μπορεῖς νὰ ἀλλάξεις τίποτα ἀπ’ὅσα ἔχουν πιᾶ γίνει. Ἀντίθετα, θὰ κάνεις μεγάλο κακὸ στὸν ἑαυτό σου. Σκέψου ποίους; μοιάζεις μὲ τὰ κλάματα καὶ τὰ μοιρολόγια σου. Μὴν γίνεσαι κοινωνός της ἁμαρτίας των ἀπίστων. Ποιοὺς μιμῆσαι μὲ τοὺς ὀδυρμούς; Ποιοὺς ζηλεύεις; Ἀσφαλὼς τοὺς ἄπιστους, αὐτοὺς ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα, καθὼς εἶπε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: “Γιὰ νὰ μὴν λυπόσαστε ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Πρόσεξε, τί ἀκριβὼς θέλει νᾶ πεῖ ὁ Ἀπόστολος. Δὲν εἶπε “ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα γιὰ ἀνάσταση”, ἀλλὰ “αὐτοὶ ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Γιατί, αὐτὸς ποὺ δὲν ἐλπίζει στὴ μέλλουσα Κρίση, δὲν ἔχει καμιὰ ἐλπίδα, οὔτε γνωρίζει ὅτι ὑπάρχει Θεός, οὔτε γιὰ τὴ ματαιότητα τῶν παρόντων καὶ τὴν Θεία Πρόνοια, ποὺ ἐπιβλέπει καὶ φροντίζει γιᾶ ὅλους καὶ ὅλα.
Αὐτὸς βέβαια, ποὺ δὲν γνωρίζει καὶ δὲν πιστεύει στὸ Θεὸ εἶναι πιὸ ἀνόητος καὶ ἀπὸ θηρίο, ἐφόσον ἔχει πετάξει ἀπὸ μέσα τοῦ κάθε ἰερὸ καὶ ὂσιο. Γιατί ὅποιος δὲν περιμένει ὅτι θᾶ λογοδοτήσει γιᾶ τὰ ἔργα του, δὲν νοιάζεται ν’ἀποκτήσει τὴν ἀρετὴ οὔτε νὰ ἀποβάλλει τὴν κακία.
Ἂς ἀποφεύγουμε λοιπὸν νὰ μοιάζουμε στὴ συμπεριφορὰ μὲ τοὺς ἄπιστους, τώρα ποὺ καταλαβαίνουμέ το βάθος των πραγμάτων καὶ ἀφοῦ κατανοήσαμε τὴν ἀνοησία καὶ τὴν παραφροσύνη των ἀπίστων ἀνθρώπων ποὺ θρηνοῦν ἔτσι καὶ κόπτονται. Γιατί καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος γι’αὐτό το λὸγο σου τοὺς ἔφερε ὡς παράδειγμα. Σοῦ τοὺς ἀνέφερε γιᾶ νᾶ δεῖς σὲ ποιὸ λάθος πέφτεις μὲ τὸ νὰ τοὺς μιμῆσαι στὴν συμπεριφορά. Κι ἔτσι, νᾶ φροντίζεις νᾶ ἀποφύγεις τὴν συμφωνία μαζί τους καὶ νὰ ἐπανέλθεις στὴ δική σου, χριστιανικὴ εὐγένεια.
Αὐτὲς τὶς ἀναφορὲς τὶς κάνει συχνὰ καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Γιατί, θέλει νᾶ μᾶς δείξει, μὲ ποίους μοιάζουμε στὴ συμπεριφορά, ὥστε νὰ ντραποῦμε ἀπὸ τὰ χάλια μας καὶ νὰ ἀποφύγουμε νὰ ὁμοιωνόμαστε στὴν ἁμαρτία μὲ τοὺς ἄπιστους.
Γράφοντας λοιπόν, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πρὸς τοὺς Θεσσαλονικεῖς, ἔλεγε: “Καθένας νᾶ συγκρατεῖ το σῶμα του καὶ νὰ τὸ διατηρεῖ ἁγιασμένο καὶ τιμημένο καὶ νὰ μὴν γινόσαστε αἰχμάλωτοί του πάθους της ἀτιμίας, ὅπως κάνουν οἱ εἰδωλολάτρες, ποῦ δέν γνωρίζουν τὸν Θεό”4. Καὶ πάλι: “Νὰ μὴν ζῆτε ὅπως οἱ εἰδωλολάτρες, ποὺ συμπεριφέρονται σύμφωνα μὲ τῆ ματαιότητά του λογισμοῦ τους”5.
Κατὰ τὸ ἲδιο τρόπο, γράφει καὶ σ’αὐτὴ τὴν περίπτωση ὁ Ἀπόστολος καὶ λέει: “Δὲν θέλω νᾶ ἀγνοεῖτε, ἀδελφοί μου, ὅσα ἔχουν σχέση μ’ἐκείνους ποὺ ἔχουν κοιμηθεῖ, γιᾶ νᾶ μὴν λυπάσθε, ὅπως οἱ ἄλλοι ποὺ δὲν ἔχουν ἐλπίδα”. Γιατί δὲν εἶναι τα ἴδια τὰ γεγονότα πού μας κάνουν νᾶ λυπόμαστε, ἀλλά ἡ προαίρεσή μας. Δέν εἶναι ὁ θάνατός του ἀνθρώπου ποὺ ἔφυγε, ἀλλὰ ἡ ἀδυναμία αὐτῶν ποὺ εἶναι στὴ ζωὴ καὶ θρηνοῦν.
Τὸν πιστὸ λοιπὸν ἄνθρωπο, κανένα ἀπὸ τὰ γεγονότα αὐτῆς της ζωῆς δὲν μπορεῖ νὰ τὸν λυπήσει ὑπερβολικᾶ. Ἀντίθετα ὁ χριστιανὸς διαφέρει ἀπὸ τὸν ἂπιστο καὶ σ’ αὐτὴ ἀκόμη τὴ ζωή. Γιατί στηριγμένος στὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀπολαμβάνει ἀπὸ τῶρα τους καρπούς της πίστης τοῦ στὸν Χριστό, ποὺ εἶναι ἡ ἀπέραντη χαρὰ καὶ ἡ διαρκὴς εὐφροσύνη. Γι’αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει: “Νὰ χαίρετε μὲ τῆ χαρά του Κυρίου, πάντοτε”6. Ὥστε λοιπόν, δὲν εἶναι λίγη ἡ ἀμοιβὴ ποὺ ἔχουμε δεχθεὶ καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀνάσταση. Ἔχουμε λάβει τῆ δωρεὰ ὥστε νὰ μήν μας καταβάλλει κανένα κακὸ ἀπ’ ὅσα μας συμβαίνουν, ἀλλὰ ἡ ἐλπίδα τῶν μέλλοντων ἀγαθῶν, νὰ γεμίζει τὴν ψυχή μας παρηγοριά.
Ὅπως ἐμεὶς κερδίζουμε καὶ σ’αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ στὴν ἄλλη, ἔτσι καὶ οἱ ἄπιστοι. Αὐτοὶ ζημιώνονται καὶ τώρα, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἒξοδό τους ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Κι ἐδῶ δηλαδῆ, καταβάλλονται ἀπ’ὅσα λυπηρὰ τοὺς συμβαίνουν καὶ μετὰ τὸν θάνατον, θὰ τιμωρηθοῦν, ἐξαιτίας της ἀπιστίας τοὺς στὴν ἀνάσταση.
Θᾶ πρέπει λοιπόν, νὰ εὐχαριστοῦμε τὸν Θεό, ὂχι μονάχα γιατί θὰ ἀναστηθοῦμε, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης, ἡ ὁποία παρηγορεῖ τὴν πονεμένη ψυχὴ καὶ τὴν ἐνισχύει νὰ προσδοκᾶ τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν συνάντηση μ’ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν ἤδη φύγει ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή.
Ἂν πρέπει γιᾶ κάποιους νᾶ πονᾶμε καὶ νᾶ πενθοῦμε εἶναι γιᾶ ἐκείνους ποὺ ζοῦν στὴν ἁμαρτία καὶ ὅχι γιὰ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή.
Αὐτὸ κάνει καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν γράφει στοὺς Κορινθίους καὶ λέει: “Μήπως ὅταν ἔλθω ἐκεὶ μὲ ταπεινώσει ὁ Θεὸς καὶ πενθήσω πολλούς”7. Δὲν εἶπε, θᾶ πενθήσω αὐτοὺς ποὺ ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀλλά, αὐτοὺς ποὺ ἁμάρτησαν καὶ δὲν ἔχουν μετανοήσει γιᾶ ὅτι ἔκαναν. Αὐτοὺς πρέπει νᾶ κλαῖμε. Ἔτσι συμβουλεύει καὶ ὁ σοφὸς Σολωμόντας καὶ λέει: “Κλάψε το νεκρὸ ποὺ ἔχασέ το φῶς του ἥλιου. Κλάψε ὅμως καὶ τὸν ἀνόητο, γιατί ἔχασε τὴ σύνεση”8. Κλάψε λὶγο ἐκεῖνον ποὺ ἔφυγε, γιατί ἔχει πλέον ἀναπαυθεῖ. Τοῦ ἀσύνετου ὅμως ἀνθρώπου ἡ ζωὴ εἶναι χειρότερη ἀπὸ τὸ θὰνατο. Καὶ ἄν, αὐτὸς ποὺ ἔχει χάσει τῆ σύνεση εἶναι ἄξιος θρήνων, τί θά ’πρεπε νά κάνει κανεῖς, γιά ἐκεῖνον ποὺ ἔχει στερηθεῖ κάθε ἀρετὴ ἔχει ἐκπέσει ἀπὸ τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό;
Αὐτοὺς ἐμεὶς πρέπει νᾶ πενθοῦμε. Γιατί, αὐτό το πένθος ἔχει ἀξία. Αὐτοὺς πολλὲς φορές, μὲ τὸ νὰ τοὺς θεωροῦμε χαμένους, τοὺς διορθώσαμε. Τὸ νὰ θρηνοῦμε ὅμως, γι’αὐτοὺς ποὺ ἔχουν φύγει ἀπὸ τῆ ζωή, εἶναι ἀνόητο καὶ βλαβερό. Ἂς μὴν ἀντιστρέψουμε λοιπόν, τὰ πράγματα, ἀλλὰ ἂς κλαῖμε μονάχα γιὰ τὴν ἁμαρτία. Ὅλα τα ἄλλα, εἴτε εἶναι φτώχεια, εἴτε ἀρρώστια, εἴτε πρόωρος θάνατος, εἴτε κάποια προσβολὴ ἡ συκοφαντία πού μας ἔγινε, εἴτε ὁτιδήποτε ἄλλο κακό, ἀπὸ αὐτὰ πού μας συμβαίνουν σ’αὐτὴ τὴ ζωή, νὰ τὰ ὑπομείνουμε μὲ γενναιότητα. Γιατί αὐτὲς οἱ συμφορές, ἂν τὶς ἀξιοποιήσουμε, γίνονται ἀφορμὴ γιὰ περισσότερα στεφάνια.
4.- Θὰ μποροῦσες ἴσως νὰ ρωτήσεις: Πὼς μπορεῖ νὰ εἶναι κανεῖς ἄνθρωπος καὶ νὰ μὴν πονάει; Ἐγὼ ὅμως θὰ σοῦ ἀπαντήσω το ἀντίθετο. Πὼς μπορεῖ νὰ εἶναι κανεῖς ἄνθρωπος καὶ νὰ πονάει, τὴ στιγμὴ ποὺ ἔχει τιμηθεῖ ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὸ νοῦ καῖ τῆ λογικὴ καὶ μὲ τὴν ἐλπίδα τῶν μελλόντων ἀγαθῶν;
Ἴσως μὲ ξαναρωτήσεις. Ῥπάρχει κανεὶς ποὺ δὲν ἔχει κυριευθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος; Σοῦ ἀπαντῶ: Ὑπάρχουν πολλοὶ καὶ σὲ διάφορους τόπους καὶ ἀπ’ὅσους βρισκόμαστε τώρα στὴ ζωή, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς προγόνους μας. Ἄκουσε, γιὰ παράδειγμα, τί εἶπε ὁ Ἰώβ, ὅταν ἔφυγαν ἀπ’αὐτὴ τὴ ζωὴ ὅλα τα παιδιά του: “Ὁ Κύριος μου τὰ ἔδωσε, ὁ Κύριος καὶ τὰ πῆρε. Ὅπως θεώρησε ὁ Κύριος καλό, ἔτσι καὶ ἔγινε”9. Εἶναι βέβαια, ἀξιοθαύμαστα αὐτὰ καὶ μόνο ποὺ τὰ ἀκούει κανεῖς. Ἂν ὅμως, σταθεὶς μὲ προσοχὴ καὶ τὰ μελετήσεις, τότε θᾶ δεῖς καθαρότερά το θαῦμα. Ἀναλογίσου ὅτι δὲν τοῦ πῆρε τὰ μισὰ παιδιὰ καὶ νὰ τοῦ ἀφήσει τα ὑπόλοιπα, οὔτε τοῦ πῆρε τὰ περισσότερα καὶ νὰ τοῦ ἀφήσει τὰ λιγότερα. Τρύγησε ὁ διάβολος ὄλο τὸν καρπό, ἀλλὰ δὲν ξέκανέ το δὲνδρο. Ἔρριξε πὰνω του ὅλη τὴ φουρτουνιασμένη θάλασσα καὶ τὸ σκάφος δὲν τὸ καταπόντισε. Ἔβαλε ὅλη τὴ δύναμή του, ἀλλὰ δὲν γκρέμισε τὸν πὺργο. Ἔμεινε ὄρθιος ὁ Ἰώβ, ἂν καὶ δέχοταν ἀπὸ παντοὺ χτυπήματα. Ἔμεινε ἀσάλευτος, ἂν καὶ χιλιάδες βέλη ἔπεφταν καταπάνω του, καὶ δὲν πληγώθηκε. Τὰ βέλη ρίχνονταν, ἀλλὰ αὐτὸν δὲν τὸν εὒρισκαν.
Ἀναλογίσου, πὸσο βαρὺ πράγμα εἶναι νᾶ δεῖ κανεῖς νᾶ φεύγουν ἀπὸ τῆ ζωή, τόσα παιδιά του μαζί! Τί νὰ πρωτοαντιμετωπίσει; Τὸ ὅτι ἔφυγάν τα παιδιά του ἡ τὸ ὅτι ἁρπάχτηκαν ὅλα μαζὶ σὲ μιὰ ἡμέρα; Τί πρωτοαντέξει; Τὸ ὅτι ἦταν ὅλα στὸ ἄνθος της ἡλικίας τους, τὸ ὅτι ἦταν καλόγνωμα καὶ ἐνάρετα; Τὸν τρόπο μὲ τὸν ὀποῖο ἔφυγαν ἀπὸ τὴ ζωή; Ἡ ἀγάπη ποὺ ἔτρφε γιὰ αὐτὰ ἡ ἡ μεγαλύτερη πληγῆ του, ἡ φιλόστοργη, πατρικὴ καρδιά του; Γιατί, ἂν χάσει κανεὶς γονιός τα ἁμαρτωλὰ καὶ κακότροπα παιδιά του, ἀσφαλὼς πληγώνεται καὶ πονάει, ἀλλὰ ὂχι ὑπέρμετρα, ἐφόσον ἡ κακία των παιδιῶν μειώνει τὴν ἔντασή της ὀδύνης του πατέρα. Ὅταν ὅμως, τὰ παιδιὰ εἶναι φιλόστοργα καὶ ἐνάρετα, τὸ τραύμα τοῦ γονιοῦ γίνεται βαθύτερο, ἡ μνὴμη τοὺς ἀξέχαστη, ἡ συμφορὰ ἀπαράκλητη. Τότε τὸ δηλητηριασμένο κεντρὶ γίνεται διπλό, ἀπὸ τὴ μιὰ μέρα πονάει ἐξαιτίας της φυσικῆς φιλοτεκνίας καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη θρηνεῖ γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴ σωφροσύνη τους.
Ὁ Ἰώβ, σὰν καλὸς πατέρας, φρόντιζε νᾶ προσφέρει κάθε πρωὶ θυσίες γιᾶ τὰ παιδιά του, γιατί φοβόταν καὶ ἀνησυχοῦσε, γιὰ τὶς ἐνδεχόμενες, κρυφὲς ἀμαρτίες τους. Τὶποτα δὲν ἀγαποῦσε ὁ Ἰώβ, περισσότερο ἀπὸ τὰ παιδιά του. Αὐτὸ σαφώς, εἶναι δεῖγμα ὄχι μονάχα της ἀρετῆς των παιδιῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς φιλοστοργίας του πατέρα. Γι’αὐτὸ λοιπόν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς ἦταν τόσο φιλόστροργος καὶ ἀγαποῦσε καὶ ὡς πατέρας τα παιδιά, ἀλλὰ καὶ τὰ φρόντιζε λόγω της ἀρετῆς τους, ἡ φωτιὰ καὶ ὁ καϋμὸς τῆς ἔλλειψης τοὺς ἦταν τριπλός.

Ἂν ἒφευγάν τα παιδιὰ σὲ διαφορετικὸ χρόνο τὸ καθένα, πάλι κὰπως θὰ εὕρισκε παρηγοριά. Γιατί αὐτὰ ποὺ θα’μεναν πίσω, θὰ ἀνακούφιζαν τὴν λύπη γιὰ τὴν στέρηση ἐκείνων ποὺ ἔφυγαν. Ὅταν ὅμως φεύγουν ὅλα μαζί, ποὺ νὰ γυρίσει καὶ ποιὸν νὰ δεῖ ὁ πολύτεκνος καὶ σὲ μιὰ στιγμὴ ἔγινε ἄτεκνος;
Μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες συμφορὲς ὅμως ἔπεσε καὶ αὐτή. Ἁρπάχτηκαν σὲ μιὰ στιγμὴ κι ἔφυγαν ὅλα τα παιδιὰ μαζί. Ἐφόσον καὶ ὅταν φεύγει κανεῖς σὲ διάστημα λίγων ἡμερῶν ὅλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι θρηνοῦν ἀπαρηγόρητα τὴν ἔλλειψή του, πὸσο περισσότερο θὰ πόνεσε ὁ Ἰώβ, ὁ ὁποῖος τὰ ἔχασε ὅλα μαζὶ ὅχι σὲ λίγες μέρες, ἀλλὰ σὲ μιὰ στιγμή; Γιὰ ὅτι κανεὶς ἔχει χρόνο νᾶ τὸ σκεφθεὶ καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσει, μπορεῖ ὂσο δὺσκολο καὶ νὰ εἶναι νᾶ προετοιμάστει γι’αὐτὸ ψυχικὰ καὶ νὰ τὸ σηκώσει πιὸ εὔκολα. Γιὰ κάτι ὅμως ποὺ ἀπὸ μόνο του εἶναι τόσο βαρύ, φανταστεῖτε πόσο πιὸ ἀσήκωτο γίνεται, ὅταν στὸ θλιβερὸ προστεθεῖ καὶ τὸ ξαφνικὸ καὶ ἀπροσδόκητο. Τοῦτο γίνεται ἀφόρητο καὶ ξεπερνὰ κάθε λογική.
Κι ἀκόμα θὰ προσθέσω καὶ κάτι βαρύτερο. Ὅλα τα παιδιὰ τοῦ Ἰὼβ ἦταν νέα, πάνω στὸ ἄνθος της ἡλικίας τους. Γνωρίζετε ἀσφαλώς, τί βάρος καὶ τί συμφορὰ εἶναι ὁ πρόωρος θάνατος, καὶ πόσο διαφορετικὸ κάνουν το πένθος. Καὶ γιὰ τὰ παιδιὰ τοῦ Ἰώβ, ὁ θάνατος δὲν ἦταν μόνο πρόωρος, ἀλλὰ καὶ βίαιος κάτι σίγουρα, βαρύτερο. Γιατί δὲν ἔφυγαν ἀπὸ τὸ κρεββάτι ποὺ κείτονταν ἄρρωστοι, ἀλλὰ τὰ καταπλάκωσε τὸ σπίτι ποὺ γκρεμίστηκε.
Γιὰ σκὲψου λοιπόν, σὲ τί κατάσταση βρισκόταν ἐκεῖνος ὁ πατέρας, τὴν ὥρα ποὺ ἔσκαβε τὰ χαλάσματα καὶ τραβοῦσε ἕνα μέλος κάποιου παιδιοῦ του! Γιὰ σκὲψου τὸν, νὰ ἀνασύρει ἕνα χέρι ποὺ ἀκόμα κρατοῦσε ἕνα μπουκάλι ἡ ἕνα ἄλλο ποὺ ἦταν ἀπλωμένο πρὸς τὸ πιάτο. Γιὰ φαντάσου ἐκεῖνον τὸν πατέρα, ποὺ ἔβλεπε λιωμένα τα σώματά των παιδιῶν του, σπασμένο τὸ κεφάλι καὶ ἡ μύτη, βγαλμένα τα μάτια, χυμένα τὰ μυαλὰ καὶ γενικὰ τόσο κακοποιημένα, ὥστε νὰ μὴν εἶναι σὲ θέση νᾶ τὰ ἀναγνωρίσει ἀπ’τὴ μορφὴ κι ὁ ἴδιος ὁ πατέρας τους!
Συγκλονιστήκατε καθὼς τὰ ἀκοῦτε ὅλα αὐτὰ καὶ γέμισάν τα μάτια σας δάκρυα; Σκεφθεῖτε λοιπόν, τί ἄνθρωπος ἦταν ἐκεῖνος ὁ πατέρας, ποὺ ἄντεχε νᾶ βλέπει ὅλα αὐτά! Ἂν ἐμείς, μετὰ ἀπὸ τόσους αἰῶνες δὲν ἀντέχουμε οὔτε νὰ τ’ἀκοῦμε ὅλα αὐτά, παρόλο ποὺ δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ ἐμᾶς καὶ τὴ ζωή μας, τί διαμάντι ἦταν ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος! Πὼς μποροῦσε νὰ τὰ βλέπει καὶ νᾶ τὰ ζεῖ ὅλα αὐτά; Καὶ πὼς ἀντιμετώπισε μὲ τόση πίστη καὶ σύνεση ὄχι τὶς ξένες, ἀλλὰ τὶς δικές του συμφορές;
Ὁ Ἰὼβ οὔτε ἀπελπίστηκε, οὔτε εἶπε: “Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀμοιβή μου γιὰ τὴν καλωσύνη μου; Γι’αὐτὸ ἐγὼ εἴχα συνεχὼς ἀνοιχτὸ τὸ σπίτι μου στοὺς ξένους, γιὰ νὰ δῶ αὐτὸ τὸ σπίτι νὰ γίνεται ὁ τάφος των παιδιῶν μου; Γι’αὐτὸ τοὺς δίδαξα τὴν ἀρετὴ καὶ τὸ σωστὸ τρόπο ζωῆς, γιὰ νὰ χαθοῦν μὲ τέτοιο θάνατο”;
Τίποτα ὅμως, ἀπ’ὅλα αὐτὰ δὲν εἶπε ὁ Ἰώβ. Τίποτα ἀπ’ὅλα αὐτὰ δὲν σκέφθηκε. Τὰ ὑπέμεινε ὅλα μὲ γενναιότητα, ἂν καὶ ὅλα τα’χασε, μετὰ ἀπὸ τόση ἀρετὴ καὶ τέτοια φροντίδα. Ἔμοιαζε ὁ Ἰὼβ σὰν ἐκεῖνο τὸν μεταλλουργὸ ποὺ λυώνει χρυσὸ καὶ φτιάχνει ἀνδριάντες. Ἔτσι αὐτὸς παιδαγωγοῦσε κι ἔπλαθε τὶς ψυχές των παιδιῶν του, στολίζοντάς τες μὲ μὺριες καλωσύνες καὶ ἀρετές.
Ἔμοιαζε ἀκόμα ὁ Ἰώβ, μὲ τὸ φιλόπονο γεωργὸ ὁ ὁποῖος ποτίζει τὰ φυτώρια ἀπὸ τοὺς φοίνικες καὶ τὰ ἐλιόδεντρα, ποὺ τὰ περιποιεῖται καὶ τὰ περιβάλλει μὲ φράχτες. Ἔτσι κι αὐτός, φρόντιζε τοῦ κάθε παιδιοῦ του τὴν ψυχή, σὰν να’τᾶν ἐλιὰ καρποφόρα, ὥστε νὰ τῆς αὐξήσει τὸν καρπό της ἀρετῆς. Εἶδε ὅμως, γιᾶ μιὰ στιγμή, ὅλα τα φυτὰ τοῦ ξερριζωμένα, ἀπὸ τὴν ἐπίθεσή του ἐχθροῦ καὶ πεταμένα πάνω στὸ χῶμα. Ὑπέμεινε τὸν τραγικὸ ξερριζωμό τους, χωρὶς νὰ ξεστομίσει κάτι βλὰσφημο ἐναντίον του Θεοῦ. Ἀντίθετα, Τὸν εὐχαριστοῦσε καὶ Τὸν δοξολογοῦσε, δίνοντας ἒτσι θανάσιμο πλήγμα στὸν Πονηρό.
5.- Μπορεῖ ἴσως κάποιος νὰ πεῖ: Ναί, ἀλλὰ ὁ Ἰὼβ εἶχε πολλὰ παιδιά, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔχασε τὸ μονάκριβό του. Συμφωνῶ μ’αὐτό. Πρέπει ὅμως νᾶ ξέρεις, ὅτι τοῦ Ἰώβ το πένθος εἶναι πολὺ βαρύτερο. Γιατί ποιὸ ἦταν ἀλήθεια, τὸ ὄφελος ἀπὸ τὴν πολυτεκνία του; Δέχτηκε πολλαπλὲς συμφορές, ὅσα καὶ τὰ παιδιὰ καὶ γι’αὐτὸ ἦταν μεγαλύτερη ἡ συμφορὰ καὶ πικρότερη ἡ ὀδύνη του.
Θέλεις ὅμως νᾶ σοῦ μιλήσω καὶ γιὰ κάποιον ἄλλο ποὺ εἶχε κι αὐτὸς ἕνα μονάκριβο παιδὶ κι ἐπέδειξε τὴν ἴδια ἡ καὶ μεγαλύτερη ἀνδρεία ἀπὸ τὸν Ἰώβ; Ἀναλογίσου τὸν πατριάρχη Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶδε τὸν Ἰσαὰκ πεθαμένο, ἀλλὰ τοῦ συνέβη το χειρότερο καὶ πιὸ ὀδυνηρό. Πῆρε ἐντολὴ νὰ σφάξει τὸ παιδί του. Κι ἐκεῖνος δὲν ἀντιλόγισε, οὔτε ὀργίστηκε κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ οὔτε εἶπε: “Γι’αὐτὸ λοιπόν, ἐπέτρεψες Θεέ μου, νὰ γίνω πατέρας; Γιὰ νὰ μὲ κάνεις τώρα παιδοκτόνο; Καλύτερα θὰ ἦταν νὰ μήν μου τὸν εἶχες καθόλου χαρίσει ἀπ’ἀρχή, παρὰ τώρα πού μου τὸν ἔδωσες, νὰ μοῦ τὸν πάρεις καὶ μάλιστα, μὲ τέτοιο τρόπο. Θέλεις τῶρα νᾶ τὸν πάρεις; Ἂς εἶναι. Γιατί ὅμως, μὲ βάζεις νᾶ τὸν σκοτώσω ἐγὼ καὶ νὰ μολύνω τὸ χέρι μου μὲ τὸ αἷμα του παιδιοῦ μου; Ἐσὺ δέν μου εἶχες ὑποσχεθεῖ ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους αὐτοὺ τοῦ παιδιοῦ θὰ γεμίσεις τὴν οἰκουμένη ἀπὸ τὴν γενιά μου; Πὼς λοιπόν, τώρα θὰ δώσεις τους καρπούς, ἀφοῦ θέλεις νᾶ καταστραφεῖ ἡ ρίζα; Πὼς πάλι μου ὑπόσχεσαι ἀπογόνους, ἀφοῦ μου δίνεις ἐντολὴ νὰ σφάξω τὸ παιδί μου; Πότε ἄλλοτε ἔγινε καὶ πότε ἀκούστηκε κάτι παρόμοιο στὸν κόσμο; Μήπως δὲν ἔχω καταλάβει καλὰ ἡ μήπως ἔχω χάσει πιᾶ τα λογικὰ μού”;
Δὲν εἶπε ὅμως, τίποτα τέτοιο ὁ Ἀβραάμ, οὔτε κᾶν ποὺ τὸ σκέφθηκε. Δὲν ἀντιμίλησε σ’Ἐκεῖνον ποὺ ἔδινε τὴν ἐντολή, οὔτε Τοῦ ζὴτησε εὐθύνες. Ἀντίθετα, μόλις πῆρε τὴν ἐντολὴ ποὺ ἔλεγε “πάρε τὸ παιδί σου τὸ ἀγαπημένο, αὐτὸ ποὺ τόσο ἀγάπησες, τὸν Ἰσαὰκ κι ἀνέβασέ το πὰνω στὸ βουνὸ ποὺ θὰ σοῦ πώ”10, μὲ τόσο μεγάλη προθυμία ἐξεπλήρωσε τὴν ἐντολή, ὥστε ἔφτασε στὸ σημεῖο νὰ κάνει περισσότερα ἀπὸ ὅσα αὐτὴ τοῦ ζητοῦσε. Γιατί, οὔτε στὴ γυναίκα τοῦ εἶπε τίποτα, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπηρέτες τοῦ ξεγέλασε καὶ τοὺς ἄφησε πὶσω. Πῆρε μονάχα το ζὼο ποὺ προωριζόταν γιὰ τὴ θυσία, κι ἀνέβηκε στὸ βουνό. Ἔτσι ἐφάρμοσε μὲ ὅλη τὴν καρδιά του τὴν ἐντολή.
Ἀναλογίσου λοιπόν, τί ἀξιοθαύμαστο ποὺ ἦταν νὰ μιλάει μονάχος του μὲ τὸ παιδί, ὄντας μάλιστα μέσα του τὸσο πονεμένος καὶ πληγωμένος, ἒτσι ποὺ ἡ πικραμένη στοργή του νὰ ζητάει πιὸ ἒντονη ἔκφραση, κι αὐτὸ ὄχι γιὰ μιά-δυό, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἠμέρες.
Πράγματι, ἂν ὁ Ἀβραὰμ ἐκτελοῦσε ἀμέσως τὴν ἐντολή του Θεοῦ, θὰ ἦταν βέβαια, πολὺ θαυμαστὸ πράγμα. Τὸ πιὸ ἀξιοθαύμαστο ὅμως δὲν ἦταν αὐτό, ἀλλὰ τοῦτο ποὺ ἔκανε τώρα. Βασάνιζε καὶ γύμναζε τὴν ψυχή του γιὰ πολλὲς ἠμέρες, χωρὶς νὰ τοῦ συμβεῖ κάτι, ποὺ καθένας θα’νιωσε, ἀπέναντι στὸ μελλοθάνατο παιδί του. Γι’αὐτὸ ἀκριβὼς καὶ ὁ Θεός, σήκωσε τὸν πήχυ του ἀθλήματος, γιὰ νὰ ἀπολαύσεις πιὸ καλὰ τὸν ἀθλητή.
Ἦταν στ’ἀλήθεια, ἀθλητὴς ὁ Ἰώβ, γιατί δὲν πάλαιψε μὲ ἄνθρωπο, ἀλλὰ μὲ τὴν ἴδια τὴν τυρανικὴ ἐξουσία της φύσεως. Ποιὰ λόγια θὰ μποροῦσαν πραγματικά, νὰ παραστήσουν τὴν ἀνδρεία του; Ἀνέβασε στὸ βωμὸ τὸ παιδί, το’δεσε χειροπόδαρα, τὸ ἔβαλε πάνω στὰ στιβαγμένα ξύλα καὶ ἅρπαξε τὸ μαχαίρι, ἕτοιμος γιὰ νὰ δώσει σὲ μὶα στιγμὴ τὸ χτύπημα. Πὼς νὰ τὸ πῶ; Δὲν ξέρω μὲ ποιὸν τρόπο νὰ τὸ ἰστορήσω. Μονάχα ἐκεῖνος ποὺ τὰ ἔκανε αὐτά, μονάχα αὐτὸς γνωρίζει τὰ καθέκαστα. Γιατί ποτὲ καὶ κανένας λόγος δὲν θὰ μπορέσει νὰ παραστήσει, πὼς ἔγινε καὶ δὲν ξεράθηκε τὸ χέρι του; Πὼς δὲν παρέλυσάν τα νεῦρα του; Πὼς δὲν συγκλονίστηκε ἀπὸ τὴν ὄψη τοῦ χιλιοαγαπημένου γιοῦ του.
Θα’ξιζε ὅμως ἐδῶ νᾶ θαυμάσουμε καὶ τὸν Ἰσαάκ. Γιατί κι ἐκεῖνος, ὅπως ὁ πατέρας του ὁ Ἀβραάμ, ὑπάκουσε στὸν Θεό. Ὅπως ὁ Ἀβραὰμ ὅταν πῆρε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἐντολή, δὲν ζήτησέ το λὸγο, ἒτσι καὶ ὁ Ἰσαάκ. Ὅταν τὸν ἔδεσε ὁ πατέρας του καὶ τὸν ἀνέβασε στὸν βωμὸ δὲν εἶπε: “Γιατί το κὰνεις αὐτό”; Ἀντίθετα, ἔσκυψε ὑποτακτικὰ στὸ χέρι το πατρικό. Ἒτσι μποροῦσε κανεὶς νὰ δεῖ τὸν πατέρα, νὰ γίνεται συγχρόνως καὶ ἱερέας καὶ νὰ προσφέρεται ὡς ἀναίμακτη θυσία, ὡς ὁλοκαύτωμα χωρὶς φωτιά, ποὺ προτύπωνε, μὲ ἐκεῖνο ποὺ γινόταν πάνω στὸ βωμό, τὸν θὰνατο καὶ τὴν ἀνάσταση. Γιατί ὁ Ἀβραὰμ καὶ ἔσφαξε, ἀλλὰ συγχρόνως, δὲν ἔσφαξε τὸ παιδί του. Δὲν τὸν ἔσφαξε μὲ τὸ χέρι, ἀλλὰ μὲ τὴν προθυμία ποὺ ἔδειξε νᾶ ἐκτελέσει τὴν ἐντολή του Θεοῦ. Καὶ ὁ Θεὸς βέβαια, γι’αὐτὸ τοῦ ἔδωσε μιὰ τέτοια ἐντολή, ὄχι γιατί ἦταν θέλημά Του νὰ χυθεὶ αἷμα, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἤθελε νᾶ δείξει σὲ σένα τῆ διάθεσή του. Ἐπειδὴ ἤθελε ἐπίσης, νᾶ κάνει γνωστὸ σ’ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη ἐκεῖνον τὸν γενναῖο ἂνθρωπο κι ἒτσι νὰ διδάξει στοὺς μεταγενέστερους, ὅτι πρέπει νᾶ προτιμάει κανεῖς νᾶ ἐκτελεῖ τὶς ἐντολές του Θεοῦ, περισσότερο καὶ ἀπὸ αὐτά τα ἴδια τα παιδιά του? περισσότερο καὶ ἀπὸ τὴ φύση καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὴ ἀκόμα τὴ ζωή του.
Κατέβηκε ἒτσι ὁ Ἀβραὰμ ἀπὸ τὸ βουνό, ἔχοντας ζωντανὸ τὸν μάρτυρα γιὸ τοῦ Ἰσαάκ. Λέγε μου τώρα, ποὺ θὰ βροῦμε ἐμεῖς ἔλεος, τί ἀπολογία θὰ δώσουμε στὸ Θεό, ποὺ ἐνῶ ἔχουμε δεῖ ἐκεῖνον τὸν γενναῖο Ἀβραάμ, νὰ ὑπακούει τόσο πρόθυμα στὸ Θεὸ καὶ νᾶ Τοῦ τα δίνει ὅλα γιὰ ὅλα, δυσφοροῦμε καὶ ἀντιδροῦμε γιὰ ὅτι μας βρίσκει στὴ ζωή; Μή μου μιλήσεις γιὰ πένθος ἡ γιὰ βαρειὰ συμφορά. Τοῦτο μόνο νὰ προσέξεις καλά, ὅτι δηλαδή, ὄλο αὐτό το βαρὺ χτύπημα τὸ ξεπέρασε. Ἦταν ἀρκετὴ καὶ μόνο ἡ ἐντολή του Θεοῦ νὰ τὸν φέρει σὲ πολλὴ δύσκολη θέση καὶ νὰ τοῦ κλονίσει τὴν πίστη στὸν Θεό. Γιατί, ποιὸς ἀλήθεια θὰ ἐξακολουθοῦσε μετὰ ἀπὸ μιὰ τέτοια ἐντολὴ νὰ πιστεύει, ὅτι δὲν εἶχε ξεγελάσει ὁ Θεὸς μ’ὅσα εἶχε ὑποσχεθεῖ στὸν Ἀβραάμ, γιὰ τὸ πλῆθος των ἀπογόνων ποὺ θ’ἀποκτοῦσε; Ὁ Ἀβραὰμ ὅμως, δὲν σκέφθηκε ἔτσι γιὰ τὸν Θεό.
Ὁ Ἰὼβ ἐπίσης, ἐπέδειξε τὴν ἴδια πίστη κατὰ τὴν συμφορά του. Καὶ γι’αὐτὸ κυρίως πρέπει κανεῖς νᾶ τὸν θαυμάζει: Μετὰ ἀπὸ τόση ἀρετή, μετὰ ἀπὸ τόσες φιλανθρωπίες καὶ ἐλημοσύνες καὶ ἐφόσον οὔτε ἡ δική του συνείδηση οὔτε τῶν παιδιῶν του, δὲν βαρυνόνταν γιὰ κάτι πονηρό, ὅταν εἶδε τὴν παράδοξη, ἀπροσδόκητη καὶ ὑπέρμετρη συμφορά, συμφορὰ ποὺ ποτὲ καὶ σὲ κανέναν ἀπὸ τοὺς μεγαλύτερους κακούργους δὲν εἶχε συμβεῖ, ἐκεῖνος δὲν ἀντέδρασε ὅπως θὰ ἀντιδροῦσε ὁ καθένας. Δὲν θεώρησε ὅτι ἄσκοπα καὶ ἀνώφελα ζοῦσε ἐνάρετη ζωή, οὔτε εἶπε πὼς ἦταν λάθος ἐκεῖνα ποὺ πρὶν πίστευε.
Γι’αὐτὰ λοιπόν, πρέπει καὶ τοὺς δυὸ αὐτοὺς νὰ τοὺς θαυμάζουμε, νὰ τοὺς ζηλεύουμε καὶ νὰ μιμούμαστε τὴν ἀρετή τους. Καὶ ἂς μήν μου πεῖ κανείς, ὅτι αὐτοὶ οἱ δυὸ ἦταν κάτι το ἐξαιρετικό. Πὼς ἦταν μεγάλοι καὶ ἀξιοθαύμαστοι. Ἀπό μας τώρα ποὺ ζοῦμε στὴν ἐποχή της Καινῆς Διαθήκης, πρέπει νᾶ περιμένει κανεῖς μεγαλύτερη πίστη, παρὰ ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔζησαν στὴν ἐποχῆ της Παλαιᾶς Διαθήκης. Γιατί ὁ Χριστός μας εἶπε: “Ἂν δὲν ξεπεράσετε στὴ δικαιοσύνη τους Γραμματεῖς καὶ τοὺς Φαρισαίους δὲν θὰ εἰσέλθετε στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανών”11.
Ἂς σωφρονιστοῦμε λοιπόν, κι ἂς ἔλθουμε στὰ συγκαλά μας. Ἂς ἀναλογιστοῦμε ὅλα, ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ μέχρι τῶρα γιᾶ τὴν ἀνάστασή των νεκρῶν καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτούς τους ἁγίους. Ἂς τὰ ὑπενθυμίζουμε ὅλα αὐτὰ συνεχὼς στὶς ψυχές μας, ὄχι μονάχα τὸν καιρό του πένθους, ἀλλὰ καὶ ὅταν δέν μας βαραίνει κάποιος πόνος. Αὐτὸς ἀκριβὼς ἦταν ὁ λόγος ποὺ κι ἐγὼ σήμερά σας μίλησα γι’αὐτό το θέμα – παρόλο ποὺ δὲν βρισκόμαστε σὲ κατάσταση ὀλιγοψυχίας -, ὥστε, ἂν κάποτέ σας βρεῖ μιὰ τέτοια συμφορά, φέρνοντάς τα στὸ νοῦ σας νὰ ἀντλεῖτε ἀπὸ αὐτὰ παρηγοριά. Καὶ οἱ στρατιῶτες, ὅταν ὑπάρχει εἰρήνη, ἀσχολοῦνται καὶ μελετούν τα σχετικὰ μὲ τὸν πὸλεμο θέματα, ὥστε ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα της μάχης καὶ ἡ περίσταση ἀπαιτήση νᾶ δείξουν τὶς γνώσεις καὶ τὴν ἐμπειρία τους, νὰ ἔχουν νᾶ ἐπιδείξουν ὅσα ἔμαθαν τὸν καιρό της εἰρήνης.
Κι ἐμεὶς λοιπόν, ἂς προετοιμάσουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας τὸν καιρό της εἰρήνης, ὅπλα καὶ φάρμακα κατάλληλα. Ἕτσι, ἂν κάποτέ μας συμβεῖ πόλεμός των παθῶν, τοῦ πένθους, τῆς ὀδύνης ἡ ὁτιδήποτε παρόμοιο, νὰ εἴμαστε ἐξοπλισμένοι καλὰ κι ὀλόγυρα περιφραγμένοι, γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουμε μὲ ἐμπειρία καὶ ἐπιτυχία τὶς προσβολές του Πονηροῦ. Ἂς περιτειχίσουμε ὀλόγυρα τὸν ἑαυτό μας μὲ ὀρθοὺς λογισμούς, μὲ ὄπλο το θέλημά του Θεοῦ, μὲ τὰ παραδείγματά των γενναίων ἀνδρῶν καὶ μὲ ὅτι ἄλλο ἀνάλογο. Γιατί, ἔτσι θὰ μπορέσουμε νὰ διανύσουμε καὶ τὴν παροῦσα ζωὴ χαρούμενα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ εἰσέλθουμε στὴ Βασιλεία των οὐρανῶν, μὲ τὴ Χάρη του Χριστοῦ, στὸν Ὀποῖο ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη, καθὼς καὶ στὸν Πατέρα καὶ στὸ Ἄγιο Πνεῦμα, στοὺς αἰῶνες, τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

ΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

ΛΟΓΟΣ ΠΕΜΠΤΟΣ

α. Οι ομιλίες στο κοινό απαιτούν πολύ κόπο και προσπάθεια.
Πόση εμπειρία πρέπει να έχη ο διδάσκαλος για να ανταπεξέλθη στους αγώνες υπέρ της αληθείας της πίστεως, έχει αποδειχθή αρκούντως. Εκτός όμως από τα παραπάνω έχω να αναφέρω και ακόμη ένα, το οποίο είναι αίτιο μυρίων κινδύνων. Μάλλον δε δεν θα χαρακτήριζα αυτό καθεαυτό ως τέτοιο, αλλά τους μη γνωρίζοντες να το χρησιμοποιούν καλώς επικίνδυνους. Επειδή το πράγμα αυτό γίνεται πρόξενος σωτηρίας και πολλών αγαθών, όταν οι χρησιμοποιούντες αυτό είναι σπουδαίοι και αγαθοί άνδρες. Ποιο είναι αυτό; Ο πολύς κόπος που αναλίσκεται για τις δημόσιες προς τον λαό ομιλίες. Κατ᾿ αρχήν η πλειονότητα των αρχομένων δεν θέλουν οι κηρύττοντες να διάκεινται έναντί τους ως διδάσκαλοι, αλλά αφού υπερβούν την τάξη των μαθητών μετατρέπονται σε θεατές κοσμικών αγώνων. Και όπως εκεί το πλήθος μοιράζεται και οι μεν υποστηρίζουν τον ένα αγωνιστή, οι δε τον άλλο, έτσι και στην Εκκλησία αφού διαιρεθούν οι πιστοί, οι μεν τάσσονται με τον ένα, οι δε με τον άλλο και είτε ακούουν θετικά τα λεγόμενα είτε τα αποδοκιμάζουν, αναλόγως της παρατάξεως στην οποία ανήκουν. Και δεν είναι η μόνη δυστυχία που επισυμβαίνει, αλλά υπάρχει και άλλη, όχι ήσσονος σημασίας. Αν δηλαδή συμβή κάποιος από τους ομιλητές, στους λόγους του να αξιοποιή κάποιο τμήμα από έργα άλλων ονειδίζεται περισσότερο και από τους κλέπτες χρημάτων, πολλές φορές δε συμβαίνει να μη έχη λάβει τίποτα από κανένα, αλλά προκαλώντας την υποψία και μόνο έχει την ίδια τύχη με εκείνους οι οποίοι όντως χρησιμοποιούν το έργο των άλλων. Και γιατί λέγω τα έργα των άλλων; Ούτε τις δικές του πρωτότυπες σκέψεις δεν μπορεί να χρησιμοποιήση. Οι πολλοί έχουν εθισθή να τέρπονται και όχι να ωφελούνται από τους λόγους, σαν να αποτελούν κριτική επιτροπή των τραγωδών και των κιθαρωδών. Η δε γοητεία του λόγου, την οποία μόλις εκβάλαμε, γίνεται τόσο επιθυμητή, όσο ούτε σ᾿ αυτούς τους σοφιστές δεν συμβαίνει όταν πρόκειται να συναγωνιστούν μεταξύ τους.
β. Ο διδάσκαλος πρέπει και τα εγκώμια να παραβλέπη και να είναι ικανός στον λόγο.
Απαιτείται λοιπόν η ψυχή να είναι γενναία και εδώ και να υπερβαίνη κατά πολύ τη δική μου μικρότητα, ώστε να τιμωρή την άτακτη και ανούσια ηδονή του πλήθους και να δύναται να φέρη την ακρόαση σε ωφελιμότερη κατεύθυνση. Πρέπει δηλαδή ο λαός να ακολουθή και να υπακούη σ᾿ αυτόν και όχι αυτός να άγεται από τις επιθυμίες του λαού. Αυτό δε είναι δυνατό να επιτευχθή μόνο με τα δύο τούτα, την παραθεώρηση των επαίνων και τη δύναμη του λόγου. Αν λείπη το ένα από τα δύο, αυτό που υπολείπεται καθίσταται άχρηστο με τη διάζευξη του άλλου. Αν δηλαδή ο επίσκοπος καταφρονή τους επαίνους και δεν προσφέρει διδασκαλία πλήρη χάριτος και διαποτισμένη με αλάτι, γίνεται ευκαταφρόνητος από τους πολλούς, επί πλέον δε χάνει και το κέρδος που προκύπτει από τη μεγαλοψυχία. Αν πάλι ανταπεξέλθη επιτυχώς το διδακτικό μέρος και καταβληθή από τον θόρυβο της δόξας, τότε υφίσταται την ίδια ζημία τόσο αυτός, όσο και οι πολλοί, αφού στην περίπτωση αυτή οι λόγοι αποσκοπούν στην κολακεία παρά στην ωφέλεια των ακροατών του, από τους οποίους και αποζητά τους επαίνους. Και όπως ο αδιάφορος προς τις επευφημίες του πλήθους, αλλά ανίκανος να πη κάτι ουσιαστικό, μολονότι δεν υποκύπτει στις ορέξεις του πλήθους, παράλληλα δεν μπορεί να του παράσχη και κάποια αξιόλογη ωφέλεια, έτσι και ο κατεχόμενος από τον πόθο των εγκωμίων, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να βελτιώση το πλήθος, αντί αυτού παρέχει στο ακροατήριό του μόνο ό,τι μπορεί να προκαλέση τέρψη, αποκομίζοντας με την τακτική του αυτή τις θορυβώδεις επιδοκιμασίες.
γ. Αν δεν συνδυάζη και τα δύο πιο πάνω προσόντα, είναι άχρηστος στο πλήθος.
Ο άριστος ηγέτης πρέπει λοιπόν να είναι ισχυρός και στα δύο στοιχεία, για να μη ανατρέπη το ένα από αυτά το άλλο. Όταν δηλαδή σηκωθή κάποιος ανάμεσα στο πλήθος για να μιλήση και λέγη όσα είναι ικανά να ταράξουν τους ζώντες με ραθυμία, στη συνέχεια όμως σκοντάφτη και διακόπτεται και από την ανικανότητά του να συνεχίση αναγκάζεται να κοκκινίση, τότε το κέρδος των όσων ελέχθησαν χάνεται αμέσως. Πράγματι, όσοι επιτιμήθηκαν και στηλιτεύθηκαν από τους λόγους, δεν έχουν άλλο μέσο να αμυνθούν και προβάλλουν εναντίον του το πρόσκομμα της αμαθείας, νομίζοντες ότι έτσι σκεπάζουν τα δικά τους αίσχη. Γι᾿ αυτό πρέπει, σαν καλός αναβάτης, να κατέχη με ακρίβεια και τα δύο προσόντα, ώστε να είναι σε θέση να τα μεταχειρίζεται προς τη σωστή κατεύθυνση. Όταν πλέον αυτός καταστή ανεπίληπτος σε όλους, τότε θα δυνηθή με όση εξουσία θέλει και να τιμωρή και να συγχωρή όλους τους ποιμαινομένους από αυτόν. Πριν συμβή αυτό δεν είναι εύκολο να τα κάνη αυτά. Η δε μεγαλοψυχία του δεν πρέπει να εξαντλείται μέχρι την παραθεώρηση των επαίνων μόνο, αλλά και να προάγεται περαιτέρω, ώστε να μη μένη και πάλι ατελές το κέρδος.
δ. Πρέπει να καταφρονή τη βασκανία.
Τι άλλο δε πρέπει να καταφρονή; Τη βασκανία και τον φθόνο. Τις δε αστήρικτες κατηγορίες (είναι ανάγκη ο προεστώς να υπομένη τις παράλογες μέμψεις) ούτε υπέρμετρα να φοβάται και να τρέμη, ούτε όμως είναι καλό απλώς να τις παραθεωρή. Αντίθετα, πρέπει και αν ακόμη τυγχάνουν να είναι ψευδείς, και αν εκτοξεύονται εναντίον μας από τυχαίους και ασήμαντους ανθρώπους, να προσπαθούμε να τις σβήσουμε γρήγορα. Διότι τίποτα δεν μπορεί να αυξήση την καλή ή την κακή φήμη από το άτακτο πλήθος, το οποίο έχει συνηθίσει να μιλά και να ακούη αβασάνιστα, απλώς δε μεταφέρει κάθε πληροφορία που λαμβάνει, χωρίς να ελέγχη την αλήθεια αυτής. Για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να καταφρονείται το πλήθος, αλλά όσες πονηρές υποψίες αιωρούνται οφείλει ο επίσκοπος να τις εκκόπτη αμέσως, προσπαθώντας να πείση για την αθωότητά του τους εγκαλούντες, ακόμη και αν αυτοί είναι οι αλογότεροι όλων και γενικώς να μη φεισθή κανενός μέσου που μπορεί να αφανίση μία κακή φήμη. Αν δε οι κατήγοροι δεν θέλουν να πεισθούν με κανένα τρόπο, τότε ο επίσκοπος μπορεί να τους καταφρονήση. Όταν κάποιος φθάση στο σημείο να γίνη δέσμιος των καταστάσεων αυτών δεν θα μπορέση ποτέ να κάνη κάτι γενναίο και αξιοθαύμαστο, διότι η αθυμία και οι συνεχείς φροντίδες καταβάλλουν τη δύναμη της ψυχής και την καταντούν στη χειρότερη ασθένεια. Έτσι λοιπόν πρέπει να συμπεριφέρεται ο επίσκοπος προς το ποίμνιό του, όπως θα έκανε κάποιος πατέρας προς πολύ μικρά παιδιά. Και όπως όταν αυτά μας υβρίζουν, μας κτυπούν ή κλαίουν τα αγνοούμε, αλλά ούτε και όταν αυτά γελούν και χαίρονται μαζί μας υπερηφανευόμασθε, έτσι και ο επίσκοπος ούτε πρέπει να φυσιώνεται από τους επαίνους του ποιμνίου, ούτε να καταβάλλεται από τους ψόγους, όταν γίνονται αναιτίως. Μακάριε φίλε μου, αυτό είναι πολύ δύσκολο, νομίζω δε και αδύνατο. Να μη χαίρεται δηλαδή κάποιος όταν επαινείται δεν έχω δει ποτέ να το κατορθώνη κανένας άνθρωπος, όποιος δε χαίρεται με τους επαίνους είναι φυσικό να επιθυμή να τους απολαμβάνη. Επίσης, αυτός που επιθυμεί οπωσδήποτε να επαινείται, όταν αποτυγχάνει στην προσπάθειά του τότε αναγκαστικά λυπείται, αισθάνεται ανία και πόνο ψυχικό. Όπως δηλαδή εκείνοι που είναι ευτυχισμένοι όταν ζουν μέσα στα πλούτη, όταν καταντήσουν πτωχοί στενοχωρούνται, ομοίως και οι συνηθισμένοι στην τροφή δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ευτελώς, έτσι και οι επιθυμούντες τα εγκώμια, όχι μόνο όταν κατηγορούνται τυχαίως, αλλά και όταν δεν επαινούνται συνεχώς, υφίστανται καίριο πλήγμα στην ψυχή τους, ιδιαίτερα δε όταν έχουν συνηθίσει να επαινούνται και ακούσουν να επαινούνται άλλοι. Αυτός δε που πρόκειται να διεξάγη τον αγώνα της διδασκαλίας και κατέχεται από την επιθυμία να επαινείται συνεχώς πόσες δυσκολίες και πόσους πόνους νομίζεις ότι αντιμετωπίζει; Όπως η θάλασσα δεν είναι ποτέ χωρίς κύματα, έτσι και η ψυχή εκείνου δεν είναι ποτέ χωρίς φροντίδες και λύπες.
ε. Η ρητορική πρέπει να καλλιεργείται περισσότερο από τον γνώστη της παρά από τον αμαθή.
Ακόμη και αν έχη δεινή ρητορική ικανότητα (το προσόν δε αυτό θα μπορούσε κάποιος να το συναντήσει σε πολύ λίγους) και πάλι δεν μπορεί να απαλλαγή από τη διηνεκή προσπάθεια. Διότι αυτή δεν αποτελεί φυσικό χάρισμα, αλλά αποκτάται με τη μάθηση, ακόμη δε και στον μέγιστο βαθμό αυτής αν φθάση κάποιος η ικανότητα αυτή τον εγκαταλείπει, αν δεν την αξιοποιή με συνεχή προσπάθεια και εξάσκηση. Συνεπώς, μεγαλύτερη προσπάθεια απαιτείται από τους σοφοτέρους και όχι από τους αμαθεστέρους. Αλλά και η ζημία για όσα αμελούνται δεν είναι η ίδια στους μεν και στους δε· τόσο μεγαλύτερη είναι όσο μεγαλύτερη είναι και η διαφορά μεταξύ των αποκτηθέντων προσόντων. Και όσον αφορά στους αμαθεστέρους, αυτούς δεν θα μπορούσε να τους εγκαλέση κάποιος αφού δεν μπορούν να δώσουν κάτι αξιόλογο. Οι σοφότεροι όμως αν δεν προφέρουν πάντοτε λόγους μεγαλύτερους σε αξία από την άποψη που όλοι έχουν γι᾿ αυτούς, τότε πολλές είναι οι κατηγορίες που θα αντιμετωπίσουν από τους πάντες. Πλην δε τούτων οι πρώτοι και για μικρά κατορθώματα θα μπορούσαν να τύχουν επαίνων, ενώ οι πράξεις των δευτέρων αν δεν είναι θαυμαστές και καταπληκτικές, όχι μόνο στερούνται εγκωμίων, αλλά και οι κατήγοροί τους γίνονται πολλοί. Διότι οι ακροατές δεν κρίνουν τόσο τα λεγόμενα, όσο την υπόληψη των λεγόντων. Έτσι, όταν κάποιος είναι καλύτερος όλων στο λέγειν, τότε περισσότερο από όλους τους άλλους χρειάζεται να προσπαθή, διότι σ᾿ εκείνον δεν επιτρέπεται να πάθη το κοινό στην ανθρώπινη φύση, να μη επιτυγχάνη δηλαδή πάντοτε. Αν τα λεγόμενά του δεν συμφωνούν απόλυτα προς το μέγεθος της υπολήψεώς του, τότε θα φύγη συνοδευόμενος από πολλά σκώμματα και μέμψεις του πλήθους. Κανένας δεν λαμβάνει υπ᾿ όψιν του ότι πιθανό μία αθυμία, ή αγωνία, ή φροντίδα, πολλές φορές δε και ο θυμός, να σκότισε την καθαρότητα της σκέψεως και δεν επέτρεψε τη διανοητική σύλληψη να εκφρασθή με ειλικρίνεια και ευκρίνεια. Εξ άλλου, ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι πάντοτε ο ίδιος, ούτε να προκόπτη σε όλα, αλλά είναι φυσικό κάποτε να διαπράττη σφάλματα και να φανή μικρότερος των δυνάμεών του. Όλα αυτά, όπως είπα, δεν θέλουν να τα κατανοήσουν και τους προσάπτουν κατηγορίες, δικάζοντές τους σαν να ήσαν άγγελοι οι υπόδικοι. ’λλωστε, από τη φύση του ο άνθρωπος τα κατορθώματα του πλησίον όσο πολλά και μεγάλα να είναι, αν κάποιο ελάττωμα φανή κάπου, ακόμη και το πλέον ασήμαντο, ακόμη και το πλέον παρωχημένο χρονικά, το αντιλαμβάνεται αμέσως, το έχει σε πρόχειρη χρήση και το μνημονεύει διαπαντός. Πολλές φορές το μικρό αυτό και ευτελές ελάττωσε τη δόξα πολλών μεγάλων ανδρών.
στ. Η παράλογη μέμψη των πολλών πρέπει ούτε παντελώς να καταφρονείται, ούτε να υπερεκτιμάται.
Βλέπεις, φίλε μου, ότι περισσότερο στον δυνάμενο να χρησιμοποιή τον λόγο απαιτείται μεγαλύτερη προσπάθεια, εκτός δε από την προσπάθεια απαιτείται και τόση ανεξικακία, όση ούτε όλοι μαζί, όσους σου ανέφερα προηγουμένως, δεν χρειάζονταν. Πολλοί του επιτίθενται άδικα και χωρίς λόγο και δεν έχουν σε τίποτα να τον κατηγορήσουν, πλην ότι τιμάται από όλους. Πρέπει λοιπόν να φέρουν με γενναιότητα τον φθόνο αυτών των ανθρώπων, οι οποίοι το επάρατο αυτό μίσος, που συλλέγουν χωρίς λόγο, δεν το καλύπτουν καθόλου και λοιδορούν και μέμφονται, διαβάλλουν δε στα κρυφά και μηχανεύονται στα φανερά. Η ψυχή λοιπόν που θα αρχίση να στενοχωρείται και να οργίζεται με κάθε ένα από αυτούς, δεν θα μπορέση να διαφύγη την απώλειά της από τη λύπη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν ενεργούν πάντοτε μόνοι τους, αλλά επιχειρούν να ενσπείρουν τις διαβολές τους και μέσω άλλων, πολλές φορές μάλιστα αφού επιλέξουν κάποιον ο οποίος δεν έχει την ικανότητα να χρησιμοποιή αξιόλογα τη δύναμη του λόγου τον επαίρουν με τους επαίνους και τον θαυμάζουν περισσότερο απ᾿ ό,τι αξίζει. ’λλοι από αυτούς ακολουθούν αυτή τη συμπεριφορά από μανία και μόνο, άλλοι για να δείξουν ότι είναι θαυμάσιος εκείνος που δεν είναι. Ο αγώνας του ποιμένα δεν διεξάγεται μόνο κατ᾿ εκείνων, αλλά πολλές φορές και κατά της απειρίας του λαού. Επειδή δηλαδή δεν είναι δυνατό οι συνερχόμενοι στην Εκκλησία να προέρχονται από την τάξη των ελλογίμων ανδρών, αλλά η πλειονότητά τους αποτελείται από αδαείς κυρίως, οι δε λοιποί είναι μεν πιο συνετοί από το πλήθος, απέχουν όμως πολύ από τους δυναμένους να κρίνουν τους λόγους, όσο και το πλήθος όλο απέχει από αυτούς. Μόλις ένας ή δύο παρακάθηνται και έχουν αυτή την αρετή. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ο καλύτερος ιεροκήρυκας αποσπά τις λιγότερες επιδοκιμασίες, συμβαίνει δε και μερικές φορές να μη επαινεθή καθόλου. Πρέπει λοιπόν ο επίσκοπος να έχη προετοιμασθή να αντιμετωπίση με θάρρος όλες αυτές τις ανωμαλίες και όσους πάσχουν από αμάθεια να τους συγχωρή, όσους κυριεύονται από το φθόνο να τους υπομένη και να δακρύζη γι᾿ αυτούς, διότι είναι άθλιοι και ελεεινοί, σε καμμία δε περίπτωση να μη νομίζη ότι η δύναμή του έχει καταστή μικρότερη εκείνης αυτών των ανθρώπων. Διότι αν ήταν άριστος ζωγράφος και υπερτερούσε μεταξύ όλων των καλλιτεχνών, αν έβλεπε ένα τέλειο έργο του να περιγελάται από ανίδεους δεν θα έπρεπε να το καταστρέψη, όπως αντίθετα αν έβλεπε κάποιο όντως κακό έργο του να γίνη άξιο θαυμασμού και μελέτης από την προκληθείσα επιδοκιμασία των ασχέτων προς την τέχνη.
ζ. Ο ιεροκήρυκας πρέπει να ρυθμίζη το περιεχόμενο των λόγων του μόνο με βάση το θέλημα του Θεού.
Ο άριστος καλλιτέχνης πρέπει να είναι ο ίδιος και κριτής των έργων του, να κρίνονται δε αυτά ως καλά ή άτεχνα, όταν ο νους που τα κατασκεύασε εκφέρη τη σχετική άποψη. Όσον αφορά δε στη γνώμη των άλλων, την πλανημένη και άτεχνη, αυτή να μη τη βάζη ούτε καν στο μυαλό του. Ούτε και ο αναλαβών το έργο της διδασκαλίας πρέπει να προσέχη στις επευφημίες των άλλων, ούτε όμως και από την αρνητική στάση αυτών να επιτρέπη στην ψυχή του να καταβάλλεται. Αντίθετα, οφείλει να επεξεργάζεται τους λόγους του, ώστε να αρέση στον Θεό (διότι αυτός και μόνο είναι ο κανόνας και το μέτρο της άριστης δημιουργίας αυτών και όχι οι κραυγές και οι επευφημίες) και αν μεν επαινείται και από τους ανθρώπους να μη αντικρούη τα εγκώμια, αλλά και αν αυτά δεν του παρέχονται από τους ακροατές να μη τα επιζητή και να μη δυσφορή. Η μεγαλύτερη παραμυθία για τους πόνους και μεγαλύτερο από όλα τα άλλα είναι, όταν δύναται να γνωρίζη τον εαυτό του, να συνθέτη και να προσανατολίζη το περιεχόμενο της διδασκαλίας του για να είναι αρεστός στον Θεό.
η. Ο μη καταφρονών τους επαίνους θα υποστή πολλά δεινά.
Διότι αν καταληφθή από την επιθυμία των αλόγων ανθρώπων να επαινείται συνεχώς, κανένα όφελος δεν θα προκύψη γι᾿ αυτόν από τους κόπους του αυτούς, ούτε από την ικανότητά του να διδάσκη τον λαό. Η ψυχή που δεν μπορεί να υποφέρη τις κατηγορίες των πολλών καταστρέφεται και εγκαταλείπει την προσπάθεια για τη βελτίωση της διαλεκτικής ικανότητας. Για τον λόγο αυτό πρέπει η ψυχή να έχη γυμνασθή κατάλληλα, ώστε να παραθεωρή τους επαίνους. Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς να διαλέγεται για να διατηρήση αυτή την ικανότητα, αν δεν συνυπάρχη και αυτό το στοιχείο. Αν δε θέλη κάποιος να είναι ακριβής, θα πρέπει να παραδεχθή ότι και ο στερούμενος τη ρητορική δεινότητα πρέπει να καταφρονή τους επαίνους όχι λιγότερο από τον ικανό ρήτορα. Διότι θα περιπέση σε πολλά σφάλματα αν αλωθή από τη δόξα των πολλών. Αδυνατώντας αυτός να εξισωθή προς τους δόκιμους ρήτορες, τους επιβουλεύεται και τους φθονεί, τους κατηγορεί αναιτίως και δεν σταματά από το να μετέρχεται τέτοιων δολίων μέσων εναντίον τους· αντίθετα, τολμά τα πάντα, ακόμη δε και την ψυχή του αν πρέπει να απολέση θα το κάνη προκειμένου να υποβιβάση τη δόξα τους στο ίδιο ταπεινό και ευτελές επίπεδο με το δικό του. Εκτός δε από αυτά θα αποφύγη κάθε κοπιαστική προσπάθεια, σαν να έχη πέσει η ψυχή του σε νάρκη. Εκείνος που καταβάλλει πολλές προσπάθειες και απολαμβάνει λιγότερα εγκώμια, είναι ικανός να καταβληθή και να αχθή στην αδράνεια, επειδή δεν μπορεί να περιφρονήση τα εγκώμια. Έτσι και ο γεωργός, όταν κάνει χωράφι σε άγονο έδαφος και αναγκάζεται να οργώνη πέτρες, γρήγορα σταματά τις προσπάθειές του, αν δεν διακρίνεται από μεγάλη προθυμία για εργασία ή απειλείται από την πείνα. Όταν λοιπόν εκείνοι οι οποίοι διακρίνονται για το υψηλό επίπεδο ρητορικής χρειάζονται τόση προσπάθεια για να διατηρήσουν την ικανότητά τους αυτή, τότε ο παντελώς άπειρος, ο οποίος αναγκάζεται να προσκτά εμπειρίες και γνώσεις κατά τη διάρκεια των ομιλιών του, πόσες δυσκολίες θα συναντήση, πόσο θόρυβο και ταραχή θα υποστή για να μπορέση να μάθη κάτι μικρό καταβάλλοντας τόσο μόχθο; Αν δε υπάρχη κάποιος από τους υφισταμένους του επισκόπου, ο οποίος στον διδακτικό τομέα αναδειχθή υψηλότερος εκείνου, τότε εδώ χρειάζεται θεία ψυχή για να μη αλωθή από φθόνο και περιπέση σε αθυμία. Πράγματι, το να ανεχθή τον υπερκερασμό του, κάποιος ο οποίος έχει καταλάβει υψηλό αξίωμα, από κατωτέρους του και να το υποφέρη με γενναιότητα, απαιτεί να διαθέτη όχι την τυχαία, ούτε τη δικιά μου, αλλά αδαμάντινη ψυχή. Και αν μεν είναι επιεικής και πολύ μετριόφρων ο υπερκεράσας τον ανώτερό του, τότε το πάθος γίνεται υποφερτό. Αν όμως καθίσταται θρασύς, αλαζόνας και φιλόδοξος, ευχόμενος καθημερινά τον θάνατο του ανωτέρου του, τότε θα καταστήση τη ζωή του τελευταίου πικρή με τις φανερές επεμβάσεις του και τις κρυφές ραδιουργίες του· θα καταχράται την εξουσία του, θέλοντας να καταστήση τον εαυτό του ρυθμιστή όλων των καταστάσεων. Σε όλες δε αυτές τις ενέργειές του διασφαλίζεται από τη δεινή ρητορική του ικανότητα, την προς αυτόν ευμένεια του πλήθους και τα φιλικά αισθήματα που τρέφει όλο το ποίμνιο προς το πρόσωπό του. Ή δεν γνωρίζεις πόσος έρωτας για την καλλιέργεια του λόγου έχει κυριεύσει τις ψυχές των χριστιανών σήμερα και ότι μάλιστα οι επιδιδόμενοι στη ρητορική τέχνη τιμώνται περισσότερο από όλους τους άλλους όχι μόνο μεταξύ των ειδωλολατρών, αλλά και μεταξύ των ομοπίστων μας; Πώς μπορεί κανείς να ανεχθή τόση ντροπή, όταν ενώ κηρύττει ο επίσκοπος όλοι σιωπούν και ενοχλούνται, περιμένουν δε το τέλος του λόγου σαν ανάπαυση από κοπιαστική προσπάθεια, αλλά αντίθετα, όταν κάποιος άλλος εκφωνή μακροσκελή λόγο τον ακούουν με μακροθυμία και στενοχωρούνται όταν θέλη να διακόψη, οργίζονται δε όταν πρόκειται να τελειώση την ομιλία του; Όλα αυτά αν τώρα σου φαίνονται μικρά και ευκαταφρόνητα λόγω της απειρίας, εν τούτοις είναι ικανά και την προθυμία να σβήσουν και τη δύναμη της ψυχής να παραλύσουν, αν ο επίσκοπος δεν αποσπάση τον εαυτό του από όλα τα ανθρώπινα πάθη και δεν προσπαθήση να ομοιωθή στη συμπεριφορά του προς τις ασώματες δυνάμεις, οι οποίες ούτε από φθόνο, ούτε από πάθος για τη δόξα ούτε από κανένα άλλο παρόμοιο νόσημα κυριεύονται. Αν λοιπόν υφίσταται κάποιος μεταξύ των ανθρώπων, ο οποίος να είναι ικανός το δυσθήρατο και ανίκητο ανήμερο αυτό θηρίο, τη δόξα δηλαδή των πολλών, να το κατανικήση και να αποκόψη τις πολλές κεφαλές του, μάλλον δε να μη επιτρέψη εξ αρχής να φυτρώσουν αυτές, τότε θα κατορθώση με ευκολία και τις πολλές αυτές προσβολές να αποκρούση και να απολαύση τη γαλήνη κάποιου ήσυχου λιμένα. Αν όμως δεν απαλλαγή από το πάθος αυτό θα αναγκασθή να διεξάγη πόλεμο πολυμέτωπο, να αντιμετωπίζη συνεχείς θορύβους, η δε ψυχή του θα καταληφθή από την αθυμία και τα λοιπά πάθη του όχλου. Σε τι ωφελεί λοιπόν να αναφέρουμε και τις υπόλοιπες δυσκολίες, τις οποίες δεν θα δυνηθή ούτε να μνημονεύση ούτε να μάθη κανείς, αν δεν ασχοληθή ενεργά με τα πράγματα αυτά.

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Δῶστε, δῶστε στοὺς φτωχούς!



Δῶστε, δῶστε στοὺς φτωχούς! 
Άγιος ΙΩΑΝΝΗΣ ο Χρυσόστομος.



Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι' αὐτά, καὶ θὰ ποῦν «Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ βαρετὸς στοὺς ἀκροατές ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ καθενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν• ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!...».

Ἀλλ' ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατί οὔτε ὁ Παῦλος ντρεπόταν νὰ ἐνοχλῆ συνέχεια γιὰ τέτοια πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο, δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἲσως νὰ 'ταν ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θὰ 'ταν ντροπή. «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρὶῳ συμμερίζονται» (Α' Κορ. 9,13). Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος, ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου τώρα ὅμως παρακαλῶ γι' αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι' αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε γι' αὐτὸ καὶ μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι.

Γιατί ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο ποῦ πεινᾶ, ντύσε τον ποὺ γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον ποῦ εἶναι ξένος; Ὁ Δεσπότης σου δὲν ντρέπεται μπροστὰ σ' ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγη «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25,42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε' καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια πράγματα! Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή!

Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν. Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ παρρησία θὰ πῶ δῶστε σ' ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, καὶ θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ' αὐτούς. Γιατί ἐὰν κάποιος ἔχη στοιχεῖα καὶ μπορῆ νὰ μᾶς κατηγορήση, ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς ὄφελός μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς, τότε πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν, καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν ὅσοι κάνουν παρόμοια.



Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε ἀδάπανο τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι πάντως στὰ δικά μας, μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς φτωχούς καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι σκληρὸς κατήγορος!