Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΠΙΔΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Περί μετανοίας

Περί μετανοίας

Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α” Ὁμιλία



Ἦταν δυό ἀδέλφια·τά ὁποῖα, ἀφοῦ μοιράστηκαν ἀναμεταξύ τους τήν πατρική περιουσία, ὁ ἕνας ἔμεινε στό σπίτι, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔφυγε σέ μακρινή χώρα. “Εκεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε ὅλα ὅσα τοῦ δόθηκαν, δυστύχησε καί ὑπέφερε μή ὑπομένοντας τή ντροπή ἀπό τή φτώχεια. (Λουκᾶ 15: 11 κ.ἑ.) Αὐτή τήν παραβολή θέλησα νά σᾶς τήν πῶ, γιά νά μάθετε, ὅτι ὑπάρχει ἄφεση ἁμαρτημάτων καί μετά τό Βάπτισμα, ἐάν εἴμαστε προσεκτικοί. Καί τό λέγω αὐτό ὄχι γιά νά σᾶς κάνω ἀδιάφορους, ἀλλά γιά νά σᾶς ἀπομακρύνω ἀπό τήν ἀπόγνωση. Γιατί ἡ ἀπόγνωση μᾶς προξενεῖ χειρότερα κακά καί ἀπό τή ραθυμία.
Αὐτός λοιπόν ὁ υἱός ἀποτελεῖ τήν εἰκόνα ἐκείνων πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα. Καί ὅτι φανερώνει ἐκείνους πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα, ἀποδεικνύεται ἀπό τό ὅτι ὀνομάζεται υἱός. Γιατί κανένας δέν μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ υἱός χωρίς τό Βάπτισμα. Ἐπίσης διέμενε στήν πατρική οἰκία καί μοιράστηκε ὅλα τά πατρικά ἀγαθά, ἐνῶ πρίν ἀπό τό Βάπτισμα δέν μπορεῖ κανείς νά λάβει τήν πατρική περιουσία, οὔτε νά δεχθεῖ κληρονομία. Ὥστε μ᾽ ὅλα αὐτά μᾶς ὑπαινίσσεται τό σύνολο τῶν πιστῶν. Ἐπίσης ἦταν ἀδελφός ἐκείνου πού εἶχε προκόψει. Ἀδελφός ὅμως δέν θά μποροῦσε νά γίνει χωρίς τήν πνευματική ἀναγέννηση. Αὐτός λοιπόν, ἀφοῦ ἔπεσε στή χειρότερη μορφή κακίας, τί λέγει: «Θά ἐπιστρέψω στόν πατέρα μου» (Λουκᾶ 15:18). Γι᾽ αὐτό ὁ πατέρας του τόν ἄφησε καί δέν τόν ἐμπόδισε νά φύγει στήν ξένη χώρα, γιά νά μάθει καλά μέ τήν πείρα, πόση εὐεργεσία ἀπολάμβανε ὅταν βρισκόταν στό σπίτι. Γιατί πολλές φορές ὁ Θεός, ὅταν δέν πείθει μέ τό λόγο του, ἀφήνει νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν πείρα τῶν πραγμάτων, πράγμα βέβαια πού ἔλεγε καί στούς Ἰουδαίους. Ἐπειδή δηλαδή δέν τούς ἔπεισε οὔτε τούς προσέλκυσε, ἀπευθύνοντάς τους ἀμέτρητους λόγους μέ τούς προφῆτες, τούς ἄφησε νά διδαχθοῦν μέ τήν τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θά σέ διδάξει ἡ ἀποστασία σου καί θά σέ ἐλέγξει ἡ κακία σου» (Ἱερ. 2, 19). Γιατί ἔπρεπε νά Τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη ἀπό πρίν. Ἐπειδή ὅμως ἦταν τόσο πολύ ἀναίσθητοι, ὥστε νά μή πιστεύουν στίς παραινέσεις καί τίς συμβουλές Του, θέλωντας νά προλάβει τήν ὑποδούλωσή τους στήν κακία, ἐπιτρέπει νά διδαχθοῦν ἀπό τά ἴδια τά πράγματα, ὥστε ἔτσι νά τούς κερδίσει καί πάλι.
Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἄσωτος ἔφυγε στήν ξένη χώρα καί ἀπό τά ἴδια τά πράγματα ἔμαθε πόσο μεγάλο κακό εἶναι νά χάσει κανείς τό πατρικό του σπίτι, ἐπέστρεψε, καί ὁ πατέρας του τότε δέν τοῦ κράτησε κακία, ἀλλά τόν δέχτηκε μέ ἀνοιχτή ἀγκαλιά. Γιατί ἄραγε; Ἐπειδή ἦταν πατέρας καί ὄχι δικαστής. Καί στήθηκαν τότε χοροί καί συμπόσια καί πανηγύρια καί ὅλο τό σπίτι ἦταν φαιδρό καί χαρούμενο. Τί μοῦ λές τώρα ἄνθρωπέ μου; Αὐτές εἶναι οἱ ἀμοιβές τῆς κακίας; Ὄχι τῆς κακίας, ἄνθρωπε, ἀλλά τῆς ἐπιστροφῆς. Ὄχι τῆς πονηρίας, ἀλλά τῆς μεταβολῆς πρός τό καλύτερο. Καί ἀκοῦστε καί τό σπουδαιότερο: Ἀγανάκτησε γι᾽ αὐτά ὁ μεγαλύτερος υἱός. Ὁ πατέρας ὅμως τόν ἔπεισε κι αὐτόν μιλώντάς του μέ πραότητα καί λέγοντας, «σύ πάντοτε ζοῦσες μαζί μου, ἐνῶ αὐτός ἦταν χαμένος καί βρέθηκε, ἦταν νεκρός καί ξαναβρῆκε τή ζωή του» (Λουκᾶ 15:31-32). Ὅταν πρέπει νά διασώσει τόν χαμένο, λέγει: «Δέν εἶναι ὥρα τώρα γιά δικαστήρια, οὔτε γιά λεπτομερή ἐξέταση, ἀλλά εἶναι ὥρα μόνο φιλανθρωπίας καί συγγνώμης.» Κανένας ἰατρός, πού ἔχει ἀμελήσει ὁ ἴδιος νά δώσει φάρμακο στόν ἀσθενή, δέν ζητεῖ εὐθύνες ἀπ᾽ αὐτόν γιά τήν ἀταξία του καί οὔτε τόν τιμωρεῖ. Καί ἄν ἀκόμα χρειαζόταν νά τιμωρηθεῖ ὁ ἄσωτος, τιμωρήθηκε ἀρκετά ζώντας στήν ξένη χώρα. Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τή συντροφιά μας καί ἔζησε παλεύοντας μέ τήν πείνα, τήν ἀτίμωση καί τά χειρότερα κακά. Γι᾽ αὐτό λέγει ὁ πατέρας: «ἦταν χαμένος καί βρέθηκε, ἦταν νεκρός καί ξαναβρῆκε τή ζωή του». Μή βλέπεις, λέγει, τά παρόντα, ἀλλά σκέψου τό μέγεθος τῆς προηγούμενης συμφορᾶς. Ἀδελφό βλέπεις, ὄχι ξένο. Στόν πατέρα του ἐπέστρεψε, πού ξεχνάει τά περασμένα ἤ καλύτερα πού θυμᾶται ἐκεῖνα μόνο τά ὁποῖα μποροῦν νά τόν ὁδηγήσουν σέ συμπάθεια καί ἔλεος, σέ στοργή καί εὐσπλαγχνία τέτοια πού ταιριάζει στούς γονεῖς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶπε, ἐκεῖνα πού ἔπραξε ὁ ἄσωτος, ἀλλά ἐκεῖνα πού ἔπεθε. Δέν λυπήθηκε ὅτι κατέφαγε τήν περιουσία του, ἀλλ᾽ ὅτι περιέπεσε σ᾽ ἀμέτρητα κακά. Ἔτσι ἔψαχνε μέ τόση προθυμία καί μέ ἀκόμα μεγαλύτερη νά βρεῖ τό χαμένο πρόβατο. Καί ἐδῶ βέβαια γύρισε πίσω ὁ ἴδιος ὁ υἱός, ἐνῶ στήν παραβολή τοῦ καλοῦ Ποιμένος ἔφυγε ὁ ἴδιος ὁ ποιμένας. Καί ἀφοῦ βρῆκε τό χαμένο πρόβατο τό ἔφερε πίσω, καί χαιρόταν πολύ περισσότερο γι᾽ αὐτό, παρά γιά ὅλα τά ἄλλα τά σωσμένα. Καί πρόσεχε πῶς ἔφερε πίσω τό χαμένο πρόβατο: Δέν τό μαστίγωσε, ἀλλά μεταφέροντάς το καί βαστάζοντάς το στούς ὤμους του, τό παρέδωσε πάλι στό κοπάδι.
Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ὅτι ὄχι μόνο δέν μᾶς ἀποστρέφεται ὅταν ἐπιστρέφομε κοντά Του, ἀλλά μᾶς δέχεται τό ἴδιο ἀγαπητικά μέ τούς ἄλλους πού ἔχουν προκόψει στήν ἀρετή. Καί ὅτι ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμωρεῖ, ἀλλά καί ἔρχεται ν᾽ ἀναζητήσει τούς πλανημένους. Καί ὅταν τούς βρεῖ, χαίρεται περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο χαίρεται γιά ἐκείνους πού ἔχουν σωθεῖ. Οὔτε πρέπει ν᾽ ἀπελπιζόμαστε ὅταν εἴμαστε στήν κατηγορία τῶν κακῶν, ἀλλά οὔτε ὅταν εἴμαστε καλοί νά ἔχουμε θάρρος. Ἀσκώντας τήν ἀρετή νά φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στό θάρρος μας. Καί ὅταν ἁμαρτάνουμε νά μετανοοῦμε. Καί ἐκεῖνο πού εἶπα ἀρχίζοντας τήν ὁμιλία, αὐτό λέγω καί τώρα: Εἶναι προδοσία τῆς σωτηρίας μας αὐτά τά δύο, δηλαδή καί τό νά ἔχουμε θάρρος ὅταν εἴμαστε ἐνάρετοι, καί τό ν᾽ ἀπελπιζόμαστε ὅταν εἴμαστε πεσμένοι στήν κακία. Γι᾽ αὐτό ὁ Παῦλος, γιά ν᾽ ἀσφαλίσει ἐκείνους πού ἀσκοῦν τήν ἀρετή, ἔλεγε: «Ἐκεῖνος πού νομίζει ὅτι στέκεται, ἄς προσέχει μήπως πέσει» (Α” Κορ. 10, 12). Καί πάλι: «Φοβᾶμαι μήπως, ἐνῶ κήρυξα σέ ἄλλους, ἐγώ ὁ ἴδιος βρεθῶ ἀνάξιος» (Β” Κορ. 11, 3). Ἀνορθώνοντας πάλι τούς πεσμένους καί διεγείροντάς τους σέ μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε ἔντονα στούς Κορινθίους γράφοντας τά ἑξῆς: «Μήπως πενθήσω πολλούς πού ἁμάρτησαν προηγουμένως καί δέν μετανόησαν» (Β” Κορ. 12, 21). Γιά νά δείξει ὅτι εἶναι ἄξιοι θρήνων ὄχι τόσο ἐκεῖνοι πού ἁμαρτάνουν, ὅσο ἐκεῖνοι πού δέν μετανοοῦν γιά τά ἁμαρτήματά τους. Καί ὁ προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως ἐκεῖνος πού πέφτει δέν σηκώνεται, ἤ ἐκεῖνος πού παίρνει στραβό δρόμο δέν ἐπιστρέφει;» (Ἱερ. 8, 4). Γι᾽ αὐτό καί ὁ Δαυίδ παρακαλεῖ αὐτούς ἀκριβῶς, λέγοντας: «Σήμερα, ἐάν ἀκούσετε τή φωνή Αὐτοῦ, μή σκληρύνετε τίς καρδιές σας ὅπως τότε πού Τόν παραπίκραναν οἱ πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).
Ὅσο λοιπόν θά ὑπάρχει τό σήμερα, ἄς μή ἀπελπιζόμαστε, ἀλλ᾽ ἔχοντας ἐλπίδα πρός τόν Κύριο καί ἔχοντας κατά νοῦν τό πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας Του, ἀφοῦ ἀποτινάξουμε κάθε τι τό πονηρό ἀπό τή σκέψη μας, ἄς ἀσκοῦμε μέ πολλή προθυμία καί ἐλπίδα τήν ἀρετή, καί ἄς ἐπιδείξουμε μετάνοια μέ ὅλη τή δύναμή μας. Ἔτσι ἀφοῦ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπ᾽ ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματά μας ἐδῶ στή γῆ, νά μπορέσουμε μέ θάρρος νά σταθοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, καί νά ἐπιτύχουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τήν ὁποία εὔχομαι νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τή χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τόν Ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως στό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη καί ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Σάββατο 16 Απριλίου 2016

«Η ΧΑΡΑ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ »

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/

              
         Παρηγοριά καί στηριγμό προσφέρει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀγαπητοί μου, σ’ ὅλους τούς ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα τῆς πίστεως μέ τά νοήματα τῶν λόγων του πού σήμερα ἀναγνώσθηκαν στόν ἀπόστολο.
          Οἱ Φιλιππήσιοι, οἱ κάτοικοι δηλαδή τῶν Φιλίππων μιᾶς πόλεως ἀρχαίας κοντά στήν σημερινή Καβάλα ἦταν οἱ παραλῆπτες τῆς ἐπιστολῆς. Ἀπό αὐτήν ἐλήφθησαν ὅσα ἀκούσαμε νά διαβάζονται, γιά νά ἐνισχυθοῦμε καί ἐμεῖς. Γιά νά παρηγορηθοῦμε καί νά συνεχίσουμε νά τρέχουμε πίσω ἀπό τόν Κύριό μας ἐπιδιώκοντας τό βραβεῖο τῆς ἄνω κλίσεως.
             «Χαίρετε ἐν Κυρίῳ πάντοτε! Ἐπαναλαμβάνω χαίρετε! » Αὐτή εἶναι ἡ προτροπή καί ἡ εὐχή τοῦ ἀποστόλου σ’ ὅλους μας. Ἐπειδή ἡ χαρά εἶναι συνεχής καί μόνομος ἐπιδίωξη τῶν ἀνθρώπων γι’ αὐτό θά μιλήσουμε περί αὐτῆς.
            Εἶναι περιττό νομίζω νά ἐπισημάνουμε ὅτι ὅλες οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου, ὅλα τά ἔργα του, οἱ κόποι του, οἱ μόχθοι του, ἡ ζωή του ὁλόκληρη κατατείνει στήν κατάκτηση τῆς χαρᾶς. Ὄνειρο του καί ὅραμα του ἔχει ὁ καθένας μας νά εἶναι χαρούμενος, εὐχαριστημένος, εὐτυχισμένος. Ζητεῖ ἐναγωνίως τήν χαρά. Γι’ αὐτό καί θλίβεται ὅταν τήν στερεῖται. Δέν ἀντέχει στόν πόνο, στήν δυστυχία, στήν θλίψη. Δέν θέλει νά σκιάζουν ἀπειλές καί κίνδυνοι τήν ζωή του.
            Κι ἐνῶ ἡ χαρά εἶναι πανανθρώπινη ἀναζήτηση καί ἐπιδίωξη, λίγοι κατορθώνουν στ’ ἀλήθεια νά τήν ἔχουν κτῆμα τους ἀναφαίρετο καί παντοτινό. Ὁ λόγος πού ἀποτυγχάνουν οἱ πολλοί εἶναι, διότι δέν ἀναζητοῦν τήν χαρά ἐκεῖ πού πράγματι ὑπάρχει πλούσια. Οἱ πολλοί δέν πλησιάζουν τήν πηγή τῆς χαρᾶς, τόν Χριστό πού εἶναι ἡ μόνη χαρά καί Ζωή γιά νά τήν λάβουν καί νά τήν γευθοῦν. Ἡ χαρά πού προσφέρει ὁ Χριστός εἶναι ἀναφαίρετη. Οὐδείς τήν ἀπειλεῖ. Ἀπό οὐδένα κινδυνεύει. Ἀλλά ἀντίθετα διδομένη ἀπό τόν Χριστό αὐξάνεται καί τελειοῦται.
              Εἶναι ἑπόμενο νά διερωτᾶσθε γιά ποιά χαρά σᾶς ὁμιλῶ; Εἶναι ἡ χαρά τῆς νέας ζωῆς, τῆς ζωῆς μέ τόν Χριστό. Πηγή αὐτῆς τῆς χαρᾶς εἶναι ὁ Χριστός. Ἔτσι ὁ πιστός χαίρεται ἐπειδή πιστεύει, ἔχει ἐμπιστοσύνη στόν Ἰησοῦ Χριστό. Χαίρετε ὁ πιστός, ἐπειδή στηρίζεται στά λόγια τοῦ Κυρίου καί στίς ὑποσχέσεις του. Τό ὅτι ἀνήκει ὁ πιστός στήν Ἐκκλησία εἶναι ἀκόμη ἀφορμή χαρᾶς. Πλημμυρίζει ἀπό τήν χαρά αὐτή κι ὅταν ἀκόμη βρίσκεται στίς χειρότερες δοκιμασίες. Χαίρεται ὁ πιστός, ὅταν ἀκούει τά θαυμαστά ἔργα τοῦ Πατέρα του. Χαίρεται πού εἶναι γενναιόδωρος. Χαίρεται γιατί ἀγωνίζεται μαζί μέ τόν Χριστό. Χαίρεται γιατί εἶναι οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ, γιατί ἀνήκει στήν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας. Χαίρεται πού ἔχει ἀδελφούς μέ τό ἴδιο φρόνημα, μέ τό ἴδιο πρόγραμμα ζωῆς. Χαίρεται γιά τούς ἄθλους τῶν ἁγίων καί τῶν μαρτύρων, γιά τήν πιστότητά τους. Ὁ Χριστιανός χαίρεται ὅταν ὑπακούει στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστιανός χαίρεται, ὅταν μένει πιστός στήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου.
            Οἱ Χριστιανοί χαιρόμαστε, γιατί εἴμαστε χριστιανοί. Χαιρόμαστε πού πιστεύουμε στόν Τριαδικό Θεό. Χαιρόμαστε γιά τά κατορθώματα τῶν Ἁγίων. Χαιρόμαστε γιά τήν ἐλπίδα πού ἔχουμε. Χαιρόμαστε ὅταν προσευχώμαστε στόν Πατέρα μας. Χαιρόμαστε ὅταν τόν ὑμνοῦμε. Χαιρόμαστε ὅταν νηστεύουμε, ὅταν ἐγκρατευόμαστε, ὅταν ἀγαπᾶμε, ὅταν συγχωροῦμε, ὅταν ἐλεοῦμε, ὅταν κάνουμε κάθε ἔργο ἀγαθό. Χαιρόμαστε ὅταν σκεφτόμαστε ὅσα εἶναι ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα κάθε ἀρετή καί κάθε ἔπαινο.
             Χαιρόμαστε καί στίς δοκιμασίες. Χαιρόμαστε καί στίς θυσίες Χαιρόμαστε ὅταν μᾶς πολεμοῦν ἐπειδή πιστεύουμε στό Χριστό. Χαιρόμαστε πάντα. Χαιρόμαστε
            Γι’ αὐτήν τήν χαρά ἀγωνιζόμαστε. Ὅσοι τήν δοκίμασαν γνωρίζουν, ὅτι αὐτή ἡ χαρά εἶναι ἀνώτερη ἀπό κάθε χαρά τοῦ κόσμου αὐτοῦ. Ξέρουν ὅτι δέν μπορεῖ κανείς νά τούς τήν πάρει, γιατί εἶναι δῶρο τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι καρπός τῆς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ζωῆς.
               Θά πρέπει ἴσως, νά διευκρινήσουμε, ὅτι αὐτή ἡ χαρά ἀνήκει μόνο στήν δοκιμασμένη πίστη. Αὐτή ἡ χαρά εἶναι κατάκτηση ἑνός θείου δώρου. Γιά νά χαρεῖ ὁ Χριστιανός, ὅταν θά ἀποκαλυφθεῖ ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ, πρέπει νά χαίρετε καί τώρα, ὅσο μετέχει στά παθήματα Του. Ὅπως ὁ Κύριος ἔτσι καί αὐτός προτιμᾶ ἐδῶ στήν γῆ τό σταυρό ἀντί γιά τήν χαρά, δέχεται μέ χαρά νά στερηθεῖ τά ὑπάρχοντα του, γιατί θεωρεῖ ὡς ὕψιστη χαρά τήν κάθε εἶδους δοκιμασία. Ἀλλά ἡ δοκιμασία θά τελειώσει καί ὁ Θεός θά πάρει ἐκδίκηση γιά τό αἷμα τῶν δούλων Του. Θά τιμωρήσει αὐστηρά τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τούς συνεργάτες τους πού μέθυσαν πίνοντας καί χύνοντας τό αἷμα τῶν δικαίων.
          Μέ μιά τέτοια διάθεση ἀδελφοί μου ἄς εἰσέλθουμε στήν Μεγάλη Ἑβδομάδα πού ἀρχίζει ἀπό σήμερα. Πάντοτε ἄς θυμώμαστε τά παρηγορητικά λόγια τοῦ Κυρίου μας ὁ ὁποῖος πορευόμενος πρός τό ἑκούσιον πάθος στηρίζοντας τούς Μαθητές Του ἔλεγε: Ὀλίγον χρόνον ἀκόμη καί δέν θά μέ βλέπετε (ἐννοώντας τόν θάνατό Του) καί πάλιν ὀλίγο χρόνον καί θά μέ δεῖτε (ἐννοώντας τήν ἀνάστασή Του). Ἀλήθεια, ἀλήθεια σᾶς λέγω, ὅτι ἐσεῖς θά κλάψετε καί θά θρηνήσετε, ἀλλά ὁ κόσμος θά χαρεῖ. Σᾶς βεβαιῶ θά λυπηθεῖτε, ἀλλά ἡ λύπη σας θά μεταβληθεῖ σέ χαρά …Σεῖς λοιπόν τώρα ἔχετε λύπην ἀλλά πάλιν θά σᾶς δῶ καί θά χαρεῖ ἡ καρδιά σας καί τήν χαρά σας κανείς δέν θά σᾶς τήν ἀφαιρέσει (Ἰωάννου ιστ΄ 19-22)





Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΣ ΨΑΛΜΟΣ: "ΣΕ ΣΕΝΑ ΚΥΡΙΕ ΕΧΩ ΣΤΗΡΙΞΕΙ ΚΑΙ ΣΤΗΡΙΖΩ ΤΙΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΜΟΥ"


Ο ΨΑΛΜΟΣ ΤΗΣ ΕΛΠΙΔΟΣ,

ΨΑΛΜΟΣ 30
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐκστάσεως.
Ψαλ. 30,2                    Ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με.
Ψαλ. 30,2                    Εις σέ, Κυριε, έχω στηρίξει και στηρίζω τας ελπίδας μου. Μη επιτρέψης ποτέ και ντροπιασθώ με την διάψευσιν αυτών. Εν ονόματι της δικαιοσύνης σου γλύτωσέ με και βγάλε με από τους κινδύνους και κατατρεγμούς.
Ψαλ. 30,3                    κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου, τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με.
Ψαλ. 30,3                    Σκύψε προς εμέ με καλωσύνην, Κυριε, πλησίασε το αυτί σου κοντά μου και άκουσε με ευμένειαν την προσευχήν μου. Σπεύσε γρήγορα να με βγάλης από την δυσκολίαν, εις την οποίαν ευρίσκομαι. Γινε δι' εμέ Θεός υπερασπιστής, οικία ασφαλής, όπου δύναμαι να καταφύγω, δια να σωθώ.

Ψαλ. 30,4                    ὅτι κραταίωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σὺ καὶ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὁδηγήσεις με καὶ διαθρέψεις με·
Ψαλ. 30,4                    Διότι οχύρωμά μου κραταιόν και καταφύγιόν μου απόρθητον είσαι συ. Και χάρις στο φιλεύσπλαγχνον Ονομά σου, θα με οδηγήσης ως στοργικός προστάτης εις τόπους ασφαλείς και θα με διαθρέψης.
Ψαλ. 30,5                    ἐξάξεις με ἐκ παγίδος ταύτης, ἧς ἔκρυψάν μοι, ὅτι σὺ εἶ ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε.
Ψαλ. 30,5                    Θα με προφυλάξης και θα με βγάλης σώον από την κρυφή παγίδα, που μου έχουν στήσει δολίως οι εχθροί μου, δια να με συλλάβουν. Διότι συ είσαι, Κυριε, ο υπερασπιστής μου.
Ψαλ. 30,6                    εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου· ἐλυτρώσω με, Κύριε ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας.
Ψαλ. 30,6                    Εις την ακαταγώνιστον δεξιάν σου θα εμπιστευθώ την ψυχήν μου, διότι έως τώρα πολλές φορές, Κυριε, με εγλύτωσες, συ ο Θεός της αληθείας, που τηρείς τας υποσχέσεις σου.
Ψαλ. 30,7                    ἐμίσησας τοὺς διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενῆς· ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἤλπισα.
Ψαλ. 30,7                    Εμίσησες όλους εκείνους, οι οποίοι προσέχουν και λατρεύουν τας ματαιότητας των ειδώλων, χωρίς και να βλέπουν κανένα κέρδος από αυτά. Εγώ όμως αντιθέτως προς αυτούς εστήριξα και στηρίζω τας ελπίδας μου στον Κυριον.
Ψαλ. 30,8                    ἀγαλλιάσομαι καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ ἐλέει σου, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου
Ψαλ. 30,8                    Θα γεμίσω από αγαλλίασιν, θα πλημμυρίσω από χαράν και ευφροσύνην, όταν απολαύσω το έλεός σου. Είμαι δε βέβαιος ότι θα μου στείλης το έλεός σου, διότι και στο παρελθόν πολλές φορές επέβλεψες με καλωσύνην και συμπάθειαν εις την ταπείνωσίν μου και έσωσες από τους κινδύνους και τας ανάγκας την ψυχήν μου.
Ψαλ. 30,9                    καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου.
Ψαλ. 30,9                    Δεν επέτρεψες να περικυκλωθώ και εγκλεισθώ αιχμάλωτος εις τα χέρια των εχθρών μου. Εις ανοικτόν, ευρύχωρον τόπον εστήριξες ακλόνητα τα πόδια μου.
Ψαλ. 30,10                  ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἐταράχθη ἐν θυμῷ ὁ ὀφθαλμός μου, ἡ ψυχή μου καὶ ἡ γαστήρ μου.
Ψαλ. 30,10                  Ελέησέ με, Κυριε, διότι θλίβομαι. Εταράχθη η λειτουργία του οφθαλμού μου και εθόλωσε από την δικαίαν σου οργήν. Η ψυχή μου και τα σωθικά μου ανεστατώθησαν εντός μου.
Ψαλ. 30,11                  ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς· ἠσθένησεν ἐν πτωχείᾳ ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐταράχθησαν.
Ψαλ. 30,11                  Διότι επέρασε και έφθασεν έως τέλους ολόκληρος η ζωη μου με θλίψεις και πόνους, και τα έτη μου επέρασαν με στεναγμούς. Λογω των πολλών ταλαιπωριών μου εκλονίσθη και αδυνάτισεν η σωματική μου δύναμις. Τα οστά μου εταράχθησαν και κινδυνεύουν να εξαρθρωθούν.
Ψαλ. 30,12                  παρὰ πάντας τοὺς ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος καὶ τοῖς γείτοσί μου σφόδρα, καὶ φόβος τοῖς γνωστοῖς μου· οἱ θεωροῦντες με ἔξω ἔφυγον ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Ψαλ. 30,12                  Εγινα περίγελως και εξουθένωμα εις όλους τους εχθρούς μου. Οι γείτονές μου με εχλεύασαν ανυπόφορα και έχω φθάσει μέχρι του σημείου, ώστε να προκαλώ φόβον στους γνωστούς μου, οι οποίοι και με αποφεύγουν.
Ψαλ. 30,13                  ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας, ἐγενήθην ὡσεὶ σκεῦος ἀπολωλός.
Ψαλ. 30,13                  Ελησμονήθην από την καρδίαν των φίλων μου, σαν να είμαι πλέον νεκρός. Εγινα σαν σπασμένο αγγείον, το οποίον απορρίπτεται άχρηστον στους δρόμους.
Ψαλ. 30,14                  ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν· ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι αὐτοὺς ἅμα ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο.
Ψαλ. 30,14                  Και επί πλέον ήκουσα συκοφαντίας ανθρώπων, οι οποίοι, κατοικούν γύρω μου. Ολοι αυτοί συνεκεντρώθησαν εναντίον μου και απεφάσισαν να μου πάρουν την ζωήν.
Ψαλ. 30,15                  ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, Κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ὁ Θεός μου.
Ψαλ. 30,15                  Εγώ όμως ήλπισα εις σέ, Κυριε. Εγώ είπα μετά πίστεως και θάρρους· συ είσαι ο Θεός μου.
Ψαλ. 30,16                  ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροί μου· ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν μου καὶ ἐκ τῶν καταδιωκόντων με.
Ψαλ. 30,16                  Εις τα χέρια σου υπάρχουν αι τύχαι μου. Απάλλαξέ με από τα χέρια αυτών των εχθρών μου, που με καταδιώκουν.
Ψαλ. 30,17                  ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, σῶσόν με ἐν τῷ ἐλέει σου.
Ψαλ. 30,17                  Ας λάμψη το πρόσωπόν σου με το φως της καλωσύνης και του ελέους σου εις εμέ τον δούλόν σου, και σώσε με όχι δια την αξίαν μου, αλλά δια το έλεός σου.
Ψαλ. 30,18                  Κύριε, μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἐπεκαλεσάμην σε· αἰσχυνθείησαν οἱ ἀσεβεῖς καὶ καταχθείησαν εἰς ᾅδου.
Ψαλ. 30,18                  Κυριε, μη παραχωρήσης ποτέ, να εντροπιασθώ, διότι σε και μόνον εγώ δια της προσευχής έχω επικαλεσθή και εις σε εστήριξα τας ελπίδας μου. Ας εντροπιασθούν όμως οι ασεβείς και ας κρημνισθούν εις τα βάθη του άδου.
Ψαλ. 30,19                  ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια τὰ λαλοῦντα κατὰ τοῦ δικαίου ἀνομίαν ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐξουδενώσει.
Ψαλ. 30,19                  Βουβά και αμίλητα ας γίνουν τα χείλη των, από τα οποία βγαίνει δόλος και πονηρία και τα οποία λαλούν εναντίον του δικαίου παρανομίας με αλαζονείαν και θράσος, που εζουδενώνει τα πάντα.
Ψαλ. 30,20                  ὡς πολὺ τὸ πλῆθος τῆς χρηστότητός σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ σὲ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.
Ψαλ. 30,20                  Ποσον μέγα είναι το πλήθος της αγαθότητος και καλωσύνης σου, Κυριε, το οποίον επιφυλάσσεις δι' εκείνους, που σε φοβούνται, και έχεις ετοιμάσει να το δώσης εις εκείνους, οι οποίοι με θάρρος ενώπιον όλων των ανθρώπων ελπίζουν εις σέ!
Ψαλ. 30,21                  κατακρύψεις αὐτοὺς ἐν ἀποκρύφῳ τοῦ προσώπου σου ἀπὸ ταραχῆς ἀνθρώπων, σκεπάσεις αὐτοὺς ἐν σκηνῇ ἀπὸ ἀντιλογίας γλωσσῶν.
Ψαλ. 30,21                  Θα κρύψης αυτούς ασφαλώς εις απόκρυφον καταφύγιον της θείας σου προστασίας, όπου και θα προφυλαχθούν από την άδικον οργήν και επίθεσιν των πονηρών ανθρώπων. Θα τους σκεπάσης μέσα εις την Σκηνήν σου, ώστε να μη θίγωνται καθόλου από ελεεινάς συκοφαντίας φαρμακερών γλωσσών.
Ψαλ. 30,22                  εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι ἐθαυμάστωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐν πόλει περιοχῆς.
Ψαλ. 30,22                  Ας είναι δοξοσμένος ο Κυριος, διότι κατά τρόπον θαυμαστόν έδειξεν εις εμέ το έλεός του, και με έσωσε, ως εάν ευρισκόμην μέσα εις οχυράν και απόρθητον πόλιν.
Ψαλ. 30,23                  ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· ἀπέῤῥιμμαι ἀπὸ προσώπου τῶν ὀφθαλμῶν σου. διὰ τοῦτο εἰσήκουσας τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ.
Ψαλ. 30,23                  Και όμως εγώ εις στιγμάς παραζάλης και ολιγοπιστίας είχα πει· έχω, λοιπόν, απορριφθή μακράν από τα μάτια σου. Συ όμως ήκουσες την πονεμένην φωνήν της παρακλήσεώς μου, όταν εκραύγασα προς σέ.
Ψαλ. 30,24                  ἀγαπήσατε τὸν Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ Κύριος καὶ ἀνταποδίδωσι τοῖς περισσῶς ποιοῦσιν ὑπερηφανίαν.
Ψαλ. 30,24                  Ολοι σεις οι ευσεβείς αγαπήσατε τον Κυριον, διότι ο Κυριος ευαρεστείται εις την αλήθειαν και ανταποδίδει την πρέπουσαν τιμωρίαν εις εκείνους, οι οποίοι φέρονται και ενεργούν με πλεονάζουσαν αλαζονείαν και θράσος.
Ψαλ. 30,25                  ἀνδρίζεσθε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον.
Ψαλ. 30,25                  Να έχετε γενναίον και ανδρείον φρόνημα και η καρδία όλων εκείνων, οι οποίοι ελπίζουν στον Κυριον, ας γίνεται κραταιά και ατρόμητος.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

ΨΑΛΜΟΣ 30: ΕΠΙ ΣΟΙ ΚΥΡΙΕ ΗΛΠΙΣΑ

Ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα





ΨΑΛΜΟΣ 30
Εἰς τὸ τέλος· ψαλμὸς τῷ Δαυΐδ· ἐκστάσεως.
Ψαλ. 30,2                    Ἐπὶ σοί, Κύριε, ἤλπισα, μὴ καταισχυνθείην εἰς τὸν αἰῶνα· ἐν τῇ δικαιοσύνῃ σου ῥῦσαί με καὶ ἐξελοῦ με.
Ψαλ. 30,2                    Εις σέ, Κυριε, έχω στηρίξει και στηρίζω τας ελπίδας μου. Μη επιτρέψης ποτέ και ντροπιασθώ με την διάψευσιν αυτών. Εν ονόματι της δικαιοσύνης σου γλύτωσέ με και βγάλε με από τους κινδύνους και κατατρεγμούς.
Ψαλ. 30,3                    κλῖνον πρός με τὸ οὖς σου, τάχυνον τοῦ ἐξελέσθαι με· γενοῦ μοι εἰς Θεὸν ὑπερασπιστὴν καὶ εἰς οἶκον καταφυγῆς τοῦ σῶσαί με.
Ψαλ. 30,3                    Σκύψε προς εμέ με καλωσύνην, Κυριε, πλησίασε το αυτί σου κοντά μου και άκουσε με ευμένειαν την προσευχήν μου. Σπεύσε γρήγορα να με βγάλης από την δυσκολίαν, εις την οποίαν ευρίσκομαι. Γινε δι' εμέ Θεός υπερασπιστής, οικία ασφαλής, όπου δύναμαι να καταφύγω, δια να σωθώ.

Ψαλ. 30,4                    ὅτι κραταίωμά μου καὶ καταφυγή μου εἶ σὺ καὶ ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου ὁδηγήσεις με καὶ διαθρέψεις με·
Ψαλ. 30,4                    Διότι οχύρωμά μου κραταιόν και καταφύγιόν μου απόρθητον είσαι συ. Και χάρις στο φιλεύσπλαγχνον Ονομά σου, θα με οδηγήσης ως στοργικός προστάτης εις τόπους ασφαλείς και θα με διαθρέψης.
Ψαλ. 30,5                    ἐξάξεις με ἐκ παγίδος ταύτης, ἧς ἔκρυψάν μοι, ὅτι σὺ εἶ ὁ ὑπερασπιστής μου, Κύριε.
Ψαλ. 30,5                    Θα με προφυλάξης και θα με βγάλης σώον από την κρυφή παγίδα, που μου έχουν στήσει δολίως οι εχθροί μου, δια να με συλλάβουν. Διότι συ είσαι, Κυριε, ο υπερασπιστής μου.
Ψαλ. 30,6                    εἰς χεῖράς σου παραθήσομαι τὸ πνεῦμά μου· ἐλυτρώσω με, Κύριε ὁ Θεὸς τῆς ἀληθείας.
Ψαλ. 30,6                    Εις την ακαταγώνιστον δεξιάν σου θα εμπιστευθώ την ψυχήν μου, διότι έως τώρα πολλές φορές, Κυριε, με εγλύτωσες, συ ο Θεός της αληθείας, που τηρείς τας υποσχέσεις σου.
Ψαλ. 30,7                    ἐμίσησας τοὺς διαφυλάσσοντας ματαιότητας διακενῆς· ἐγὼ δὲ ἐπὶ τῷ Κυρίῳ ἤλπισα.
Ψαλ. 30,7                    Εμίσησες όλους εκείνους, οι οποίοι προσέχουν και λατρεύουν τας ματαιότητας των ειδώλων, χωρίς και να βλέπουν κανένα κέρδος από αυτά. Εγώ όμως αντιθέτως προς αυτούς εστήριξα και στηρίζω τας ελπίδας μου στον Κυριον.
Ψαλ. 30,8                    ἀγαλλιάσομαι καὶ εὐφρανθήσομαι ἐπὶ τῷ ἐλέει σου, ὅτι ἐπεῖδες τὴν ταπείνωσίν μου, ἔσωσας ἐκ τῶν ἀναγκῶν τὴν ψυχήν μου
Ψαλ. 30,8                    Θα γεμίσω από αγαλλίασιν, θα πλημμυρίσω από χαράν και ευφροσύνην, όταν απολαύσω το έλεός σου. Είμαι δε βέβαιος ότι θα μου στείλης το έλεός σου, διότι και στο παρελθόν πολλές φορές επέβλεψες με καλωσύνην και συμπάθειαν εις την ταπείνωσίν μου και έσωσες από τους κινδύνους και τας ανάγκας την ψυχήν μου.
Ψαλ. 30,9                    καὶ οὐ συνέκλεισάς με εἰς χεῖρας ἐχθρῶν, ἔστησας ἐν εὐρυχώρῳ τοὺς πόδας μου.
Ψαλ. 30,9                    Δεν επέτρεψες να περικυκλωθώ και εγκλεισθώ αιχμάλωτος εις τα χέρια των εχθρών μου. Εις ανοικτόν, ευρύχωρον τόπον εστήριξες ακλόνητα τα πόδια μου.
Ψαλ. 30,10                  ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι θλίβομαι· ἐταράχθη ἐν θυμῷ ὁ ὀφθαλμός μου, ἡ ψυχή μου καὶ ἡ γαστήρ μου.
Ψαλ. 30,10                  Ελέησέ με, Κυριε, διότι θλίβομαι. Εταράχθη η λειτουργία του οφθαλμού μου και εθόλωσε από την δικαίαν σου οργήν. Η ψυχή μου και τα σωθικά μου ανεστατώθησαν εντός μου.
Ψαλ. 30,11                  ὅτι ἐξέλιπεν ἐν ὀδύνῃ ἡ ζωή μου καὶ τὰ ἔτη μου ἐν στεναγμοῖς· ἠσθένησεν ἐν πτωχείᾳ ἡ ἰσχύς μου, καὶ τὰ ὀστᾶ μου ἐταράχθησαν.
Ψαλ. 30,11                  Διότι επέρασε και έφθασεν έως τέλους ολόκληρος η ζωη μου με θλίψεις και πόνους, και τα έτη μου επέρασαν με στεναγμούς. Λογω των πολλών ταλαιπωριών μου εκλονίσθη και αδυνάτισεν η σωματική μου δύναμις. Τα οστά μου εταράχθησαν και κινδυνεύουν να εξαρθρωθούν.
Ψαλ. 30,12                  παρὰ πάντας τοὺς ἐχθρούς μου ἐγενήθην ὄνειδος καὶ τοῖς γείτοσί μου σφόδρα, καὶ φόβος τοῖς γνωστοῖς μου· οἱ θεωροῦντες με ἔξω ἔφυγον ἀπ᾿ ἐμοῦ.
Ψαλ. 30,12                  Εγινα περίγελως και εξουθένωμα εις όλους τους εχθρούς μου. Οι γείτονές μου με εχλεύασαν ανυπόφορα και έχω φθάσει μέχρι του σημείου, ώστε να προκαλώ φόβον στους γνωστούς μου, οι οποίοι και με αποφεύγουν.
Ψαλ. 30,13                  ἐπελήσθην ὡσεὶ νεκρὸς ἀπὸ καρδίας, ἐγενήθην ὡσεὶ σκεῦος ἀπολωλός.
Ψαλ. 30,13                  Ελησμονήθην από την καρδίαν των φίλων μου, σαν να είμαι πλέον νεκρός. Εγινα σαν σπασμένο αγγείον, το οποίον απορρίπτεται άχρηστον στους δρόμους.
Ψαλ. 30,14                  ὅτι ἤκουσα ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν· ἐν τῷ ἐπισυναχθῆναι αὐτοὺς ἅμα ἐπ᾿ ἐμὲ τοῦ λαβεῖν τὴν ψυχήν μου ἐβουλεύσαντο.
Ψαλ. 30,14                  Και επί πλέον ήκουσα συκοφαντίας ανθρώπων, οι οποίοι, κατοικούν γύρω μου. Ολοι αυτοί συνεκεντρώθησαν εναντίον μου και απεφάσισαν να μου πάρουν την ζωήν.
Ψαλ. 30,15                  ἐγὼ δὲ ἐπὶ σοὶ ἤλπισα, Κύριε, εἶπα· σὺ εἶ ὁ Θεός μου.
Ψαλ. 30,15                  Εγώ όμως ήλπισα εις σέ, Κυριε. Εγώ είπα μετά πίστεως και θάρρους· συ είσαι ο Θεός μου.
Ψαλ. 30,16                  ἐν ταῖς χερσί σου οἱ κλῆροί μου· ῥῦσαί με ἐκ χειρὸς ἐχθρῶν μου καὶ ἐκ τῶν καταδιωκόντων με.
Ψαλ. 30,16                  Εις τα χέρια σου υπάρχουν αι τύχαι μου. Απάλλαξέ με από τα χέρια αυτών των εχθρών μου, που με καταδιώκουν.
Ψαλ. 30,17                  ἐπίφανον τὸ πρόσωπόν σου ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου, σῶσόν με ἐν τῷ ἐλέει σου.
Ψαλ. 30,17                  Ας λάμψη το πρόσωπόν σου με το φως της καλωσύνης και του ελέους σου εις εμέ τον δούλόν σου, και σώσε με όχι δια την αξίαν μου, αλλά δια το έλεός σου.
Ψαλ. 30,18                  Κύριε, μὴ καταισχυνθείην, ὅτι ἐπεκαλεσάμην σε· αἰσχυνθείησαν οἱ ἀσεβεῖς καὶ καταχθείησαν εἰς ᾅδου.
Ψαλ. 30,18                  Κυριε, μη παραχωρήσης ποτέ, να εντροπιασθώ, διότι σε και μόνον εγώ δια της προσευχής έχω επικαλεσθή και εις σε εστήριξα τας ελπίδας μου. Ας εντροπιασθούν όμως οι ασεβείς και ας κρημνισθούν εις τα βάθη του άδου.
Ψαλ. 30,19                  ἄλαλα γενηθήτω τὰ χείλη τὰ δόλια τὰ λαλοῦντα κατὰ τοῦ δικαίου ἀνομίαν ἐν ὑπερηφανίᾳ καὶ ἐξουδενώσει.
Ψαλ. 30,19                  Βουβά και αμίλητα ας γίνουν τα χείλη των, από τα οποία βγαίνει δόλος και πονηρία και τα οποία λαλούν εναντίον του δικαίου παρανομίας με αλαζονείαν και θράσος, που εζουδενώνει τα πάντα.
Ψαλ. 30,20                  ὡς πολὺ τὸ πλῆθος τῆς χρηστότητός σου, Κύριε, ἧς ἔκρυψας τοῖς φοβουμένοις σε, ἐξειργάσω τοῖς ἐλπίζουσιν ἐπὶ σὲ ἐναντίον τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων.
Ψαλ. 30,20                  Ποσον μέγα είναι το πλήθος της αγαθότητος και καλωσύνης σου, Κυριε, το οποίον επιφυλάσσεις δι' εκείνους, που σε φοβούνται, και έχεις ετοιμάσει να το δώσης εις εκείνους, οι οποίοι με θάρρος ενώπιον όλων των ανθρώπων ελπίζουν εις σέ!
Ψαλ. 30,21                  κατακρύψεις αὐτοὺς ἐν ἀποκρύφῳ τοῦ προσώπου σου ἀπὸ ταραχῆς ἀνθρώπων, σκεπάσεις αὐτοὺς ἐν σκηνῇ ἀπὸ ἀντιλογίας γλωσσῶν.
Ψαλ. 30,21                  Θα κρύψης αυτούς ασφαλώς εις απόκρυφον καταφύγιον της θείας σου προστασίας, όπου και θα προφυλαχθούν από την άδικον οργήν και επίθεσιν των πονηρών ανθρώπων. Θα τους σκεπάσης μέσα εις την Σκηνήν σου, ώστε να μη θίγωνται καθόλου από ελεεινάς συκοφαντίας φαρμακερών γλωσσών.
Ψαλ. 30,22                  εὐλογητὸς Κύριος, ὅτι ἐθαυμάστωσε τὸ ἔλεος αὐτοῦ ἐν πόλει περιοχῆς.
Ψαλ. 30,22                  Ας είναι δοξοσμένος ο Κυριος, διότι κατά τρόπον θαυμαστόν έδειξεν εις εμέ το έλεός του, και με έσωσε, ως εάν ευρισκόμην μέσα εις οχυράν και απόρθητον πόλιν.
Ψαλ. 30,23                  ἐγὼ δὲ εἶπα ἐν τῇ ἐκστάσει μου· ἀπέῤῥιμμαι ἀπὸ προσώπου τῶν ὀφθαλμῶν σου. διὰ τοῦτο εἰσήκουσας τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς σέ.
Ψαλ. 30,23                  Και όμως εγώ εις στιγμάς παραζάλης και ολιγοπιστίας είχα πει· έχω, λοιπόν, απορριφθή μακράν από τα μάτια σου. Συ όμως ήκουσες την πονεμένην φωνήν της παρακλήσεώς μου, όταν εκραύγασα προς σέ.
Ψαλ. 30,24                  ἀγαπήσατε τὸν Κύριον πάντες οἱ ὅσιοι αὐτοῦ, ὅτι ἀληθείας ἐκζητεῖ Κύριος καὶ ἀνταποδίδωσι τοῖς περισσῶς ποιοῦσιν ὑπερηφανίαν.
Ψαλ. 30,24                  Ολοι σεις οι ευσεβείς αγαπήσατε τον Κυριον, διότι ο Κυριος ευαρεστείται εις την αλήθειαν και ανταποδίδει την πρέπουσαν τιμωρίαν εις εκείνους, οι οποίοι φέρονται και ενεργούν με πλεονάζουσαν αλαζονείαν και θράσος.
Ψαλ. 30,25                  ἀνδρίζεσθε, καὶ κραταιούσθω ἡ καρδία ὑμῶν, πάντες οἱ ἐλπίζοντες ἐπὶ Κύριον.
Ψαλ. 30,25                  Να έχετε γενναίον και ανδρείον φρόνημα και η καρδία όλων εκείνων, οι οποίοι ελπίζουν στον Κυριον, ας γίνεται κραταιά και ατρόμητος.