Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΟΙΑ - ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΟΙΑ - ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Ταπεινή ικεσία ποιμένος ψυχών(Εξομολογητική)

Ταπεινή ικεσία ποιμένος ψυχών

(Εξομολογητική)

          Η Εξομολογητική αυτή ικεσία του πατρός  Ευσεβίου(Βίττη) εγράφη μετά την επιστροφή του από την Σουηδία, όπου διακονούσε ιεραποστολικά ως ιερεύς εργαζόμενος και σε χειρωνακτικές δουλειές από το 1963 έως τα 1980. Το 1973 έχτισε, εργαζόμενος ως μαραγκός, και το Ιερόν Ησυχαστήριον του Αγίου Νικολάου, στην Βόρεια Σουηδία, στο RATTVIK 400 χιλιόμετρα οπό την Στοκχόλμη... Στην Ελλάδα επανήλθε το 1980, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα.




ΚΥΡΙΕ κάποτε η άγια Σου καρδιά πόνεσε απερίγραπτα βλέποντας το λαό σου σε πλήρη εγκαταλείψει. «Ιδών τους όχλους εσπλαγχνισθής περί αυτών ότι ήσαν ερριμμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα».


Ράγιζε η θεανθρώπινη καρδιά Σου από το αποκαρδιωτικό αυτό θέαμα. Σε άλλη περίπτωση έκλαψες για την ίδια αιτία. Αγαπούσες τόσο πολύ το λαό Σου! Τον αγαπούσες αφάνταστα, γιατί ήσουν -~και είσαι πάντοτε!- ο «Ποιμήν ο Καλός».

Και την απέραντη αγάπη Σου για την Ποίμνη Σου, πού δεν περιορίζεται σε μόνον τον «περιούσιο» λαό Σου, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος την έδειξες με τον πιο αναμφισβήτητο , τρόπο. «Εθηκας την ψυχήν Σον υπέρ των προβάτων» πάνω στον φρικτό Γολγοθά. και μας άφησες έτσι αιώνιο και ανέφικτο παράδειγμα καλού Ποιμένος. Μας έδειξες έμπρακτα ποιοι πρέπει να είναι, όσοι θα θελήσουν υπακούοντας στην κλήση Σου, να γίνουν ποιμένες ψυχών. Οφείλουν γι` αυτό να «έπακολουθήσωσι τοις ίχνεσι Σου», Ω, πόσο άξιο θαυμασμού και δοξολογίας είναι το υπέροχο και ανέφικτο παράδειγμα Σου!

Πόσο, αντίθετα, μηδαμινό και αξιοδάκρυτο είναι το δικό μου παράδειγμα, το δικό μου άθλιο και ελεεινό παράδειγμα!

Πώς τολμώ να λέω πώς είμαι ή, καλύτερα, πώς υπήρξα ποιμήν ψυχών; Πόσο απροσμέτρητη είναι ή δική μου αναξιότητα και άμαρτωλότητα!



ΚΥΡΙΕ, Εσύ είσαι ο ένας και μοναδικός Ποιμήν ψυχών.

Από άπειρη συγκατάβαση όμως και άμετρο έλεος θέλησες να εμπιστευθείς το μοναδικό αυτό έργο σε ανθρώπινα χέρια. Για αυτό ευδόκησες από άπειρη συγκατάβαση και έλεος να καλέσεις ακόμη και εμένα, των αναξίων άναξιώτερον και αμαρτωλών αμαρτωλότερο και σιχαμερών σιχαμερώτερον, να ακολουθήσω τα ίχνη Σου στο έργο της διαποιμάνσεως ψυχών.



Εσύ ο ίδιος εναποτέθηκες στα ακάθαρτα και βέβηλα μου χέρια ως «παρακαταθήκη», για να Σε διαφυλάξω αλώβητων ως τη φρικτή ημέρα της Λογοδοσίας. Στην παρακαταθήκη αυτή περιλαμβάνεται και το Σώμα, του οποίου θεία Κεφαλή είσαι Εσύ, δηλαδή ή Εκκλησία Σου, στο πρόσωπο της μικρής Ποίμνης, πού μου εμπιστευόσουν.

Αλλοίμονο μου όμως, δεν ήμουν άξιος αυτής της τιμής ούτε τότε, ούτε, πολύ περισσότερο, τώρα. Όμως παρόλα αυτά ξέρεις πόσο βαθιά λαχτάρησα να μπορούσα να ακολουθήσω με πλήρη συνέπεια τα αιματοβαμμένα ίχνη Σου.

Εσύ μόνο γνωρίζεις κάποια δάκρυα, κάποιους ίδρωτες, κάποιους μόχθους, κάποιες αγωνίες, κάποιες αγρυπνίες, κάποιες περιφρονήσεις, κάποιες ειρωνείες ή και απειλές, πού μου απευθύνθηκαν, κάποιο αίμα της καρδίας, κάποιους αλάλητους στεναγμούς, πού προσφέρθηκαν ταπεινά μόνο και μόνο για να εξαγνισθεί ή ταπεινή μου προσφορά. Εσύ

ξέρεις πόσο μου κόστισε ή αποδοχή της κλήσεώς Σου.

Το πώς οδήγησες τα διστακτικά και παραπαίοντα βήματα μου, το πόσο με ανέχθηκες στις πτώσεις μου και στις αδεξιότητες μου, το γνωρίζω πολύ καλά για τον εαυτό μου. Σε ευχαριστώ, Κύριε, ταπεινά για όλα αυτά.



ΞΕΡΕΙΣ όμως πάλι, Κύριε, πόσοι όγκοι εγωισμού, διαφορώτατων με μητέρα τους τη φιλαυτία, ανθρωπαρέσκειας, ιδιοτέλειας, μικροτήτων και με ένα λόγο αμαρτωλότητος απροσμέτρητης, μόλυναν πάντα την προσφορά μου.

Ξέρεις πώς κατά βάθος αναζητούσα τον εαυτό μου -και δεν Σου το κρύβω, το ξέρεις άλλωστε ως Παντογνώστης, πώς και τώρα το ίδιο κάνω- ή υπολόγιζα τους ανθρώπους, την κρίση τους την καλή για μένα, την εύνοια τους, την τιμή τους για μένα. Ανακαλύπτω τώρα πια με πολλή οδύνη, πώς πολύ λίγο έβλεπα το Ποίμνιο ως ψυχές προς σωτηρία. Δεν πόνεσα μέχρι θανάτου για αυτές.

Όχι. Υπήρξα πολύ σκληρός κι ας φυλαγόμουν να μην το δείχνω.

Υπήρξα ξένος προς την τρυφερότητα και την αγάπη, που κλαίει και αγρυπνεί με πόνο πού προσφέρει τα πάντα για το όποιο λογικό πρόβατο της μικρής του ποίμνης πού πεθαίνει ευχαρίστως γι' αυτό πού το αγαπάει για ότι είναι.

Εγώ, κι αν υποτεθεί πώς αγαπούσα σε κάποιο βαθμό, τον εαυτό μου ουσιαστικά αγαπούσα. Αγαπούσα για τον εαυτό μου.

Πόσο αληθινό είναι αυτό, το αποδεικνύει το γεγονός, πώς πολλές φορές τις ψυχές, πού μου εμπιστεύθηκες, τις εγκατέλειψα άσπλαχνα αναζητώντας «καλύτερους» τάχα τρόπους «αξιοποιήσεως» του εαυτού μου.

Είχα και έχω τόσο τερατώδη ιδέα για τον εαυτό μου! Φοβόμουν ουσιαστικά τον θάνατο. Τον θάνατο για Σένα και το Ποίμνιο Σου. και πιστεύω πώς ποτέ μου δεν προχώρησα πέρα από έναν κούφιο συναισθηματισμό λόγων στο σημείο αυτό. Και απόδειξη είναι οι τόσες φορές, πού απομακρύνθηκα οικειοθελώς από το Ποίμνιο.

Άλλο το ότι ή αγάπη Σου μου έδωσε να καταλάβω πώς δεν μου ήταν επιτρεπτό να εγκαταλείψω με τόσο επιπόλαιο τρόπο τις ψυχές, πού μου εμπιστεύθηκες. Δια μέσου των γεγονότων μου έκανες φανερό πώς ή θέση μου ήταν στον τόπο, οπού με τοποθέτησες αρχικά και πώς σε αυτόν έπρεπε να πεθάνω.

Ό θάνατος μου θα έπρεπε να πέραση όλα τα στάδια του, ώσπου να ολοκληρωθεί με την εναπόθεση του πνεύματος μου στα χέρια Σου και μαζί και της εντολής Σου. Γι' αυτό με ξανάφερες στον αρχικό μου τόπο μη ευλογώντας τις προσπάθειες μου, αλλά αντίθετα καταστρέφοντας το έργο των χεριών μου. Σε ευχαριστώ για την καταστροφή αυτή. Σε ευχαριστώ ταπεινά για την ανοχή, πού εξακολουθητικά μου δείχνεις, έστω κι αν είναι πολύ οδυνηρές οι φανερώσεις τους.

Σε ευχαριστώ γιατί δεν με άφησες στον ύπνο των φαντασιώσεων μου, αλλά με ξύπνησες στην πραγματικότητα μου και στην αλήθεια πού αφορά έμενα τον ίδιο. Που θα ήταν δυνατό να είχα καταντήσει αλλιώς!

Μα, να, πού χρειάστηκε να απομακρυνθώ πάλι από το Ποίμνιο Σου. Όμως ετούτη τη φορά όχι από υπαιτιότητα δική μου, Κύριε μου, όσο κι αν οι αμαρτίες μου παίζουν πάλι το θλιβερό τους ρόλο και στην περίπτωση αυτή. Το γιατί το ξέρεις, Κύριε μου.

Εσύ ξέρεις και τους βαθύτερους λόγους, πού εγώ τους αγνοώ.

Εσύ γνωρίζεις πόσο έκλαψα και πόσο κλαίω γι' αυτό.

Κλαίω σαν μωρό παιδί.

Ματώνει ή καρδιά μου καθώς βλέπω τα πρόβατα Σου λεηλατημένα, χωρίς ποιμένα, χωρίς φροντίδα και «θεραπεία» των πολλών τους αναγκών, χωρίς την κανονική προσφορά του «σιτομετρίου» τους για να διατηρηθούν στην πνευματική τους ζωή. Πόσο πονώ, Κύριε μου και με μόνη τη σκέψη, ότι δεν μπόρεσα να φέρω εις πέρας το έργο, πού μου ανέθεσες. Όχι πώς είναι ποτέ δυνατόν να άχθη ποτέ σωστά εις πέρας, αλλά να, έτσι ανθρώπινα κρίνοντας λέω να μπορούσα να εκπληρώσω τουλάχιστον κάπως υποφερτά το χρέος μου.

Θα ήθελα και την ίδια τη ζωή μου να έδινα, όσο φτωχή και ασήμαντη κι αν είναι,, όσο κι αν δεν αξίζει καθόλου, μα καθόλου για τις ψυχές, πού μου έκανες την υψίστη τιμή να μου εμπιστευθείς. Πόσο αγάπησα το ποίμνιο αυτό , το ξέρεις, Κύριε. και πόσο το λαχταρώ δεν το αγνοείς καρδιογνώστης, πού είσαι.



ΞΕΡΩ όμως κι ετούτο: Καμιά θυσία δεν είναι ευπρόσδεκτη ενώπιον Σου και δεν μεταβάλλεται «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής», αν δεν γίνεται σύμφωνα με το πανάγιο θέλημα Σου. Και αν καμιά ανθρώπινη δεν είναι αξία της Μεγαλοσύνης Σου, πόσο μάλλον ή δική μου, πού θα ήταν ήδη από την πηγή της βρωμερή και αηδιαστικά μολυσμένη με κάθε ανθρώπινη αμαρτία και αθλιότητα; Ξέρω πολύ καλά, Κύριε μου, πώς το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνεται καλά, όταν δεν γίνεται σύμφωνα με το Απόλυτο Καλό, το πανάγιο θέλημα Σου.



Το ζήτημα δεν είναι να θυσιαστώ εγώ και όπως το θέλω εγώ, αλλά αν το θέλεις Εσύ και όπως το θέλεις Εσύ.

Γι' αυτό και υποτάσσομαι στο θέλημα Σου. Δέχομαι ευχαρίστως την περιφρόνηση του να θεωρούμαι «προδότης» του Ποιμνίου Σου, λιποτάκτης του χρέους μου έναντι των αγαπημένων μου ψυχών. Με παρηγορεί ή σκέψη πώς παρόλα αυτά. Εσύ ξέρεις τα πάντα. Ξέρεις πιο καλά και από μένα τον ίδιο αυτά, πού με αφορούν.



Εσύ τα ξέρεις σωστά και όπως είναι. Οι άνθρωποι τα ξέρουν, αν τα ξέρουν, ανάποδα, λειψά, παραποιημένα, από αδέσποτες ίσως φήμες, από διεργασίες της δικής τους φαντασίας ή καχυποψίας και με βάση ίσως ότι ή όχι καλή διάθεση μερικών ίσως έχει χαλκέψει.



ΜΑΚΡΙΑ, τοπικά πια από το ποίμνιο, πού αγαπώ με όλη μου την καρδιά, μα και εντελώς αδύνατο να παρευρίσκομαι κοντά τους εφ' όρου ζωής, νιώθω το χρέος να βρίσκομαι δίπλα του πνευματικά και αθώρητος, να ξαγρυπνώ μαζί Σου για τις αγαπημένες μου ψυχές. Να μιλώ μαζί Σου γι` αυτές. Να βουλεύομαι μαζί Σου για τις εγκαταλελειμμένες, τις πονεμένες, τις βασανισμένες, τις γεμάτες λαχτάρα να έρθουν κοντά Σου ψυχές.



ΜΕ τα μάτια της ψυχής μου και από ότι τυχόν ξέρω ή μαθαίνω, βλέπω την Ποίμνη Σου περιτριγυρισμένη από λύκους διψασμένους για αίμα, κυριαρχημένους από άγρια βουλιμία να καταβροχθίσουν ψυχές.

Βλέπω μεταμφιεσμένους σε πρόβατα θανάσιμους εχθρούς των προβάτων Σου, πού θέλουν να τα απομυζήσουν.

Βλέπω τους θρασείς «κλέπτας», πού έρχονται να «αρπάσωσι», να «θύσωσι», να «απολέσωσι». Βλέπω... και τι δεν βλέπω.

Μη μπορώντας όμως να κάνω τίποτε άλλο, κράζω;



Κύριε, κράζω με όλη τη δύναμη της ασθενικής μου φωνής: Βοήθεια, Κύριε! Βοήθεια! Κλέφτες στο μαντρί! Λύκοι στο κοπάδι με αιμοβόρα διάθεση! Φωνάζω σε Σένα τον μόνον Αρχιποίμενα, γιατί ξέρω και την απέραντη στοργή Σου για κάθε πρόβατο προσωπικά και την άπειρη δύναμη Σου να συμπαρασταθείς σ' αυτά και στις δυσκολίες τους και στους πειρασμούς τους. Κράζω έτσι δεμένος, πού είμαι, με καταματωμένη και κουρελιασμένη την καρδιά μου, με πλημμυρισμένα από δάκρυα τα μάτια μου, με φωνή, πού την αλλοιώνουν ασυγκράτητοι λυγμοί. Κύριε, προστάτευσε την Ποίμνη Σου! Οδήγησε της τα βήματα «εις νομάς σωτηρίους», «εις τόπον χλόης», «εις ύδατα αναπαύσεως». Εκεί στους θεϊκούς λειμώνες της θεία Σου αγαπήσεως έκθρεψέ την με τα αγιαστικά της χάριτος Σου και προ πάντων με την τροφή της αθανασίας, το πανάγιο Μυστήριο της ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ, το αντίδοτων του θανάτου.



Και ΠΡΟ ΠΆΝΤΩΝ ΣΤΕΙΛΕ ποιμένες άγιους, σεμνούς, σώφρονες, καθαρούς, ταπεινούς, τίμιους, ανιδιοτελείς, αληθινούς γνήσιους ώριμους πνευματικά, «υγιαίνοντας περί την πίστιν», φωτοειδείς και χριστοειδείς, ώστε να κατευθύνουν την Ποίμνη Σου «εις τόπον Σου».



Ναι Κύριε, Κύριε μου, Σε ικετεύω θερμά με δάκρυα, στείλε άγιους ιερείς, εργάτες του θερισμού Σου, οικονόμους της ποικίλης Χάριτος Σου στο εγκαταλελειμμένο Ποίμνιο Σου, Στείλε ιερείς παρακαλούντας τον λαό σου Κύριε!



Ώ, πόσο θα χαίρομαι, όταν ή Ποίμνη Σου θα χαίρεται! Πόσο θα σκιρτώ από αγαλλίαση, όταν το λογικό Σου κοπάδι θα αναπαύεται κάτω από τη θεία Σου, σκέπη, αναπνέοντας τη ζείδωρη αύρα της Χάριτος Σου, ήρεμο και γαλήνιο, γιατί θα ξέρη πως πάνω του αγρυπνείς Εσύ ο ίδιος!



ΓΝΩΡΙΖΩ όμως πόσο ή ανθρώπινη πραγματικότητα είναι πεζή, απογοητευτική, αντινομική, γεμάτη αδυναμίες. Ξέρω από τον ίδιο τον εαυτό μου πόσο δύσκολο είναι για τα πρόβατα Σου να υποταχθούν πέρα για πέρα στο θέλημα Σου. Είναι τόσο διεφθαρμένη ή φύση μας και τόσο διεστραμμένη από την αμαρτία, Κύριε!



Δεν αγνοώ ακόμα πώς το δυσκολότερο επίτευγμα είναι να ενωθούν όλα τα πρόβατα εσωτερικά, οργανικά, αληθινά σε μια πραγματικά πνευματική ποίμνη υπό ένα Ποιμένα, Εσένα, ω Ιησού μου.



Για αυτό δεν προσευχήθηκες εσύ ο ίδιος στον Πατέρα Σου λίγο πριν από το πάθος Σου; Ξέρω από πικρή πείρα τον διασπαστικό ρόλο των προσωπικών αντιλήψεων και ιδεών, των συναισθηματικών καταστάσεων, της άγνοιας του Ευαγγελίου Σου της ελλείψεως της εσωτερικής μυστικής (επί)κοινωνίας με Σένα και με τα υπόλοιπα πρόβατα Σου μεταξύ τους, της σφοδρής πολεμικής εναντίον της Εκκλησίας Σου, του κάκου, κάκιστου, παραδείγματος κάποιων ανάξιων ποιμένων Σου, από τους οποίους ο χειρότερος τυχαίνει να είμαι εγώ.



Ξέρω πόσο ο «αρχέκακος όφις», ο εχθρός διάβολος, σπέρνει κάθε είδους ζιζάνια ανάμεσα στα πρόβατα Σου. Δεν αγνοώ πόσο δελεαστικά και γοητευτικός πλάνα είναι τα μονοπάτια της αμαρτίας και των φευγαλέων, απατηλών δε, αγαθών του κόσμου ετούτου. Όλα αυτά και ότι σχετικό, κρατούν το Ποίμνιο Σου σε κατάσταση συγχύσεως, διασκορπισμού, αδυναμίας συμπορεύσεως, συμπνευματισμού στο Όνομα Σου.



Μη μπορώντας να κάνω τίποτε -μα και στην καλύτερη περίπτωση τι μπορεί να κάνη ο άνθρωπος;- Σε παρακαλώ δέξου μια ταπεινή προσφορά, Κύριε. Μια προσφορά ενός ανάξιου ποιμένος ψυχών, πού παρόλη την αθλιότητα του αγαπάει τα πρόβατα Σου, δηλαδή τους αδελφούς του, γιατί και αυτός πρόβατο Σου είναι, τα νιώθει ενωμένα μαζί του με μια ενότητα «εν ενί πνεύματι και μια καρδία» και ικετεύει γι' αυτά. Και ή προσφορά μου θα είναι:

ΓΙΑ όσα πρόβατα Σου

δεν Σε γνωρίζουν και γι' αυτό και δεν επικοινωνούν μαζί Σου,

θα επικοινωνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

κλαίνε για τις οποίες παραβάσεις τους και εκτροπές

τους, μικρές ή μεγάλες, τις εν γνώσει ή εν αγνοία

τους,

Θα κλαίω εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

βυθίζονται ατό βούρκο της αμαρτίας χάνοντας την

αγνότητα τους, θα θρηνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

κοιμούνται τον μακάριο ύπνο της αμελείας και

αδιαφορίας, θα ξαγρυπνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

ΣΕ βλασφημούν και Σε περιφρονούν, γιατί ποτέ

Τους δεν γνώρισαν πραγματικά, θα Σε υμνώ και

Θα Σε δοξολογώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

Είναι δέσμια οποιουδήποτε πάθους, γονατιστός

Θα Σε, ικετεύω να τα ελευθέρωσης από τα φοβερά

δεσμά τους.

Για όσα πρόβατα Σου

Πέφτουν σε χέρια λύκων, με αγωνιά και απελπισμένα

Σου κράζω. Κύριε, Κύριε, Κύριε, σώσε τα!

γλίτωσε τα!

Για όσα πρόβατα Σου

βρίσκονται σε απελπιστική κατάσταση, σε

σε αδυναμία να σκεφτούν και μη μπορώντας

να βρουν τη σωτήρια διέξοδο από τον λαβύρινθο,

στον οποίο βρίσκονται, θα Σου δέομαι εγώ.

Με όσα πρόβατα Σου

αγωνίζονται ειλικρινά, και δακρύζουν και πονούν

και πασχίζουν και ματώνουν και αδιάκοπα

προσπαθούν να «τελέσωσι τον δρόμον» τους με χαρά.

για να φέρουν σε αίσιο πέρας το έργο της σωτηρίας τους.

Θα συναγωνίζομαι και εγώ «εν τοις προσευχαίς»,

ώστε να αξιωθούν να λάβουν το στεφάνι της νίκης,

το όποιο «αποδώσεις Συ ο δίκαιος Κριτής

εν εκείνη τη ήμερα».


ΞΕΡΩ πώς ο καθένας μας είναι προσωπικά υπεύθυνος ενώπιον Σου, Κύριε. «Έκαστος περί εαυτόν δώσει λόγον Σοί τω Θεώ».

Ξέρω όμως πάλι πώς τίποτε δεν εμποδίζει την αγάπη στο όνομα Σου να ταυτίζεται με όλη την Εκκλησία Σου, «μη ζητούσα τα εαυτής», και να ακολουθήσει τα ίχνη Σου, για να γίνει «χριστοειδής» και «χριστόμορφος».

Εσύ δεν έκανε για μας και αντί για μας αυτό το όποιο, ό,τι και να ξέραμε, ό,τι και να θέλαμε, ότι και να πασχίζαμε, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να κατορθώσουμε; Αν τόλμησα και είπα τις μεγάλες κουβέντες, πού είπα πιο πάνω, τόλμησα να το κάνω μόνο και μόνο, γιατί ξέρω πολύ καλά πώς όχι εγώ ο γήινος και αδαμιαίος και πρώτος των αμαρτωλών, αλλά Εσύ είσαι Εκείνος, πού θα κάνης ότι δεν κάνουμε εμείς και θα συμπλήρωσης τις δικές μας ελλείψεις και ατέλειες.

Κανένας δεν αγαπάει τα πρόβατα Σου, όσο Εσύ ο ίδιος. και φυσικά δεν περιμένεις να μάθεις τις ανάγκες τους από τις δικές μας αναιμικές προσευχές. Επειδή όμως Σε ξέρω, όσο και αν ή γνώση μου για Σένα είναι απόλυτα μικρή και μηδαμινή, τόλμησα να μιλήσω «εις τόπον Σου», όπως Θα μιλούσες Εσύ. Αποτόλμησα να γίνω των δικών Σου συναισθημάτων -σε κάποιον ελάχιστο βαθμό, βέβαια- ερμηνεύς για τα πρόβατα Σου, πού για χάρη τους έγινες «ο Ών ός ουκ ης δι' ημάς». Αν όμως παρόλα αυτά είναι τα λόγια μου υπερφίαλα και παράτολμα για την αθλιότητα μου, συγχώρησε με. Κύριε. Συγχώρησέ γιατί ξέρω την αδυναμία μου. Συγχώρησέ με, γιατί στην υπερβολή της αγάπης είπα, ότι και δεν μου ταιριάζει και με ξεπερνάει «άπειρον όσον».



ΔΕΞΟΥ Κύριε Ιησού γλυκύτατε, Αρχιποίμην Ιησού, Υιέ Θεού Μονογενές, Αγάπη της Αγάπης-του Πατρός, πού είναι ή ρίζα κάθε αγάπης, δέξου, ΚΥΡΙΕ μου, την ταπεινή μου προσφορά. Δέξου την και επειδή οπωσδήποτε είναι μολυσμένη και βεβορβορωμένη από την άμετρη αμαρτωλότητά μου, εξάγνισε -την ΕΣΥ καθάρισε την Εσύ, συμμόρφωσε την Εσύ σύμφωνα με τη δική Σου σοφία και καθαρότητα.

Δέξου τους χτύπους της καρδιάς μου, όσο κι αν είναι πήλινη.

Δέξου τα δάκρυα μου, όσο κι αν είναι γήινα.

Δέξου την ταπεινή μου ικεσία, όσο κι αν είναι φτωχή και ισχνή.

Σε ικετεύω, φτωχό Σου πρόβατο κι εγώ, για τα πρόβατα Σου, πού είναι αδέρφια μου, πού είναι παιδιά Σου, που είναι παιδία του «Πατρός ημών του εν τοις ουρανοίς», Πρωτότοκε και Πρεσβύτερε Αδελφέ, Κύριε και Δέσποτα Ιησού Χριστέ, Σωτήρ μου.

ΟΣΟΝ καιρό μετάνοιας, συντριβής, προσευχής, αφιερώσεως και ησυχίας πνευματικής θα μου χαρίζει ή ευσπλαχνία Σου -μια μέρα; μια εβδομάδα; ένα μήνα; ένα χρόνο;- όσον καιρό θα μου χαρίζει ή άμετρη αγαθότητα Σου και ανοχή Σου, θα τον αφιερώσω σε αυτό το έργο: θα ικετεύω για τα πρόβατα Σου. Ώ, μην απορρίψεις την ταπεινή μου ικεσία, Κύριε! Το ξέρεις πως η μεγάλη μου ευτυχία κλείνοντας τα μάτια στον μάταιον αυτόν κόσμο, ή πιο μεγάλη μου χαρά, θα είναι να έχω κρατήσει μια και μόνο εικόνα:

"ένα κοπάδι λογικών προβάτων, των προβάτων, που μου είχες Εσύ εμπιστευθεί, μα δεν αξιώθηκα να πεθάνω ανάμεσα τους, να βόσκουν ενωμένα, αγαπημένα, ειρηνικά, πνευματικά καταρτισμένα σε κάποιους λειμώνες της Χάριτος Σου, κάτω από τα στοργικά βλέμματα ενός —ίσως και περισσότερων- αγίων ιερέων και πνευματικών ποιμένων, πού θα τους έχεις στο μεταξύ Εσύ στείλει, γιατί και γι' αυτό Σε έχω ενοχλήσει πολύ, όπως το ξέρεις καλά.

Ίσως αύτη ή εικόνα, πού θα έχω κλείσει στα μάτια μου, νάναι ή μόνη μου απολογία μπρος στο φοβερό Κριτήριο και το αδέκαστο Βήμα Σου.

Όταν μου πεις: τι έκανες λοιπόν, φτωχή ψυχή, εκεί κάτω στη γη; Θα μπορώ ίσως τότε με όλη την απλότητα και το θάρρος, πού μου εμπνέει ή αγάπη Σου, να Σου αποκριθώ ταπεινά:
Σου δάνειζα τα δάκρυα μου,

για να κάνης τις συνθέσεις

των χρωμάτων αυτής της εικόνας,

που έφερα μαζί μου Κύριε!

ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ, ΙΗΣΟΥ ΜΟΥ!

Από το βιβλίο 
''Προσευχητικές και εξομολογητικές πατρικές ικεσίες''

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ



Τα 10 γνωρίσματα της ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ.

1.  Να είναι απλή και σύντομη . Να μη λες άσκοπα λόγια, ιστορίες και παραμύθια.
2.  Ταπεινή. Να αναγνωρίζεις την αμαρτωλότητά σου, να μην καυχιέσαι.
3.  Αληθής. Χωρίς ψέματα και προφάσεις. Τίποτε λιγότερο, τίποτε περισσότερο απ' ό,τι έπραξες. Χωρίς προφάσεις και δικαιολογίες.
4.  Ταχεία. Μόλις αμάρτησες, να τρέξεις στον Πνευματικό.
5.  Διακριτική. Με προσεγμένα και ευπρεπή λόγια.
6.  Με ντροπή. Γιατί λύπησες το Θεό και έβλαψες την ψυχή σου και τον πλησίον.
7.  Σώα και ακέραιη. Να μην κρύψεις τίποτε. Να μην ξεχάσεις τίποτε.
8.  Μυστική. Σε τόπο απόκρυφο, για να μην ακούσει κανείς τίποτε.
9.  Θρηνητική. Με δάκρυα και λύπη. Με μίσος για το αμάρτημα. Με απόφαση να μην το ξανακάνεις ποτέ!
10.  Με απόφαση να τηρήσεις τον κανόνα του Πνευματικού. Γιατί αυτό είναι το φάρμακο για τη θεραπεία της ψυχής σου.

 (Αγάπιος ο Κρης, "Αμαρτωλών σωτηρία")



Δέησις ποὺ λέγεται πρὶν τὴν ἐξομολόγησιν
ἀπό τὸν ἐξομολογούμενον.

Πάτερ Κύριε τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
Ἐξομολογοῦμαι σοι πάντα τὰ κρυπτά
καὶ φανερά τῆς καρδίας καὶ διανοίας μου,
ἂ ἒπραξα ἒως τῆς σήμερον, διὸ ἂφεσιν
αἰτῶ παρά σου του δικαίου καὶ εὐσπλάχνου
κριτοῦ καὶ χάριν του μηκέτι ἀμαρτάνειν.

Μετάφρασις'

Πατέρα, Κύριε τοῦ ούρανοῦ καὶ τῆς γῆς,
σου ἐξομολογοῦμαι ὂλα τὰ κρυφά και φανερὰ τῆς
καρδίας καὶ τῆς διανοίας μου, τὰ ὀποία ἒπραξα
μἐχρι σήμερα, γι’ αὐτὸ ζητῶ συγχώρεσιν ἀπὸ σένα
τοῦ δικαίου καὶ εὐσπλάχνου κριτὴ καὶ χάριν ὢστε
νὰ μὴν ξανὰ-ἀμαρτήσω.

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Πώς γινόταν η Εξομολόγηση τους πρώτους αιώνες στην Εκκλησία (μέρος Α΄).

Πώς γινόταν η Εξομολόγηση τους πρώτους αιώνες στην Εκκλησία (μέρος Α΄).

Πώς γινόταν η Εξομολόγηση τους πρώτους αιώνες στην Εκκλησία (μέρος Α΄).

Από την Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου

 Α.      «Υπήρχε μόνο δημόσια εξομολόγηση. Σε αυτήν υποβάλλονταν τα ελαφρά αμαρτήματα, ενώ οι χριστιανοί εύχονταν στο Θεό υπέρ των αμαρτωλών αυτών.  «Να εξομολογείστε λοιπόν ο ένας στον άλλον τις αμαρτίες και να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον, για να θεραπευτείτε. Έχει μεγάλη δύναμη η προσευχή δίκαιου ανθρώπου όταν είναι ενεργής (εντατική)» (Επιστολή Ιακώβου, 5,16).
Δεν αναφέρεται ιδιαιτέρως συγχωρητική ευχή εκκλησιαστικού λειτουργού, αλλά αυτός βεβαίως συμπροσευχόταν μαζί με τους άλλους χριστιανούς. Η ευχή αυτού θεωρήθηκε η κυριότερη και σιγά σιγά έπαυσε η ευχή των χριστιανών.
Τα βαριά αμαρτήματα, κατά την επικρατέστερη γνώμη, απέκλειαν ολοτελώς από την Εκκλησία. Η γνώμη αυτή στηρίζεται στην προς Εβραίους επιστολή και την πρώτη επιστολή του Ιωάννη. Σύμφωνα με αυτές, τα μετά το βάπτισμα βαριά αμαρτήματα υπάγονταν στην άμεση κρίση του Θεού, άνθρωποι δεν μπορούσαν να αναμιχτούν σε αυτά με προσευχές και δεήσεις. Η σχέση αυτών με αυτά που τελούνταν στη δημόσια εξομολόγηση είναι προφανής. Τα μετά το βάπτισμα βαριά αμαρτήματα αποκλείονταν από τη δημόσια εξομολόγηση.

Ο αριθμός των βαρέων αμαρτημάτων δεν ήταν καθορισμένος. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει πάντοτε περισσότερα από τρία, όχι πάντοτε τον ίδιο αριθμό, και κάθε φορά αναφέρει, όσα από αυτά είχε λόγους για αυτό, ή όσα θυμόταν (Α Κορινθίους, 5,11. 6,9 και εξής, προς Γαλάτας 5,19 και εξής, Α΄ προς Τιμόθεον 1,9 και εξής). Έτσι οι χριστιανοί θα πλησίαζαν κατά το δυνατόν περισσότερο προς το ιδανικό. Ότι αποκλείονταν ολοτελώς από την Εκκλησία αυτοί που αμάρταναν βαριά και ότι ως βαριά αμαρτήματα θεωρούνταν πολλά, ήταν εκδήλωση των ενθουσιαστικών τάσεων της εποχής αυτής, της ιδέας, δηλαδή, ότι πλησίαζε η Δευτέρα παρουσία του Χριστού και η τελική κρίση.
Η ιδέα αυτή έκανε τους χριστιανούς αυστηρότερους με τους εαυτούς τους και με τους άλλους και καθιστούσε τολμηρό, η Εκκλησία να λάβει απόφαση για αυτούς που αμαρτάνουν βαριά, αφού μετά από λίγο ο ίδιος ο Θεός θα αποφάσιζε για αυτούς.
Αυτοί που αμάρταναν βαριά δείχνοντας στο μεταξύ ανάλογη μεταμέλεια, μπορούσαν να ελπίζουν, ότι θα συγχωρεθούν από το Θεό στη μέλλουσα κρίση. Έτσι ο Παύλος συμβούλευε τους Κορινθίους «να παραδώσουν αυτόν τον άνθρωπο (τον αιμομίκτη) στο σατανά για να βασανιστεί η σάρκα, έτσι ώστε το πνεύμα να σωθεί στην ημέρα του Κυρίου» (Α΄ προς Κορινθ. 5,5).
Ένας λόγος του Χριστού έδινε βεβαίως στους αποστόλους απεριόριστο δικαίωμα να συγχωρούν αμαρτίες (κατά Ιωάννην 20, 23), αλλά αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι χαρισματούχοι, προκειμένου για χριστιανούς που αμάρτησαν βαριά, εξαιτίας των λόγων που αναφέρθηκαν, έκαναν σε έκτακτες περιπτώσεις χρήση αυτού του δικαιώματος, και όσες φορές έκαναν χρήση αυτού, θεωρούνταν ένδειξη, ότι ο Θεός συγχωρούσε αυτόν που αμάρτησε βαριά και γινόταν αυτός πάλι δεκτός στην Εκκλησία (Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία 3,23, 7 και εξής).
Αν εξαιρέσουμε τις έκτακτες αυτές περιπτώσεις, οι βαριά αμαρτάνοντες χριστιανοί αποκλείονταν ολοτελώς από την Εκκλησία και δεν γίνονταν πλέον δεκτοί σε αυτήν. Αυτής της κατάστασης απήχηση υπάρχει σε κάποιο χωρίο του Ειρηναίου που έγραψε το κατά αιρέσεων σύγγραμμά του γύρω στο 180.
«Είπε ο πρεσβύτερος εκείνος, ότι φοβάται μήπως τυχόν μετά τη γνώση του Χριστού, αφού πράξουμε κάτι που δεν αρέσει στο Θεό, δεν πάρουμε πλέον άφεση των αμαρτιών, αλλά αποκλειστούμε από τη βασιλεία του» (Κατά αιρέσεων, 4,27,2).
Επίσης στα αρχαιότερα συγγράμματα του Ωριγένη, ιδίως στο περί ευχής, που γράφτηκε γύρω στο 232. «Δεν γνωρίζω πώς κάποιοι επέτρεψαν στους εαυτούς τους αυτά που είναι πάνω από την ιερατική αξία, ίσως χωρίς να είναι ακριβείς στην ιερατική επιστήμη, καυχιούνται ότι μπορούν και ειδωλολατρείες να συγχωρούν, να δίνουν άφεση σε μοιχείες και πορνείες, επειδή η προσευχή τους για αυτούς που τόλμησαν αυτά λύνει και την προς θάνατον αμαρτία» (Περί ευχής, κεφ. 28)…» (Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, εκδόσεις Παπαδημητρίου σελ. 54-56, το κείμενο μεταγλωττίστηκε στη δημοτική, υπογραμμίσεις δικές μας)

 Β.      «Μεταβολές, που επήλθαν στην εξομολόγηση και τη μετάνοια, όσον αφορά σε δύο βαριά αμαρτήματα (έκπτωση από το χριστιανισμό και ακολασία), είδαμε αλλού (κεφ. 2 και 3). Σε αυτά ακολούθησε το τρίτο βαρύ αμάρτημα, ο φόνος, αλλά χωρίς έριδες και σχίσματα.
Για το φόνο πρώτη η σύνοδος της Αγκύρας (314) παρουσιάζεται ότι εγκατέλειψε την ισόβια μετάνοια με ευρύτερη έννοια (άφεση μετά τη β΄ παρουσία του Χριστού κατά την τελική κρίση). Στον εν μετανοία ευρισκόμενο εκούσιο φονέα ώρισε να παρέχεται το «τέλειον» (πλήρης εκκλησιαστική αποκατάσταση, θεία ευχαριστία) στην επιθανάτια κλίνη (κανόνας 22, ισόβια μετάνοια με στενότερη έννοια).
Μετά από αυτά εγκαταλείφθηκε και αυτού του είδους η ισόβια μετάνοια. Επικράτησε πρόσκαιρη μετάνοια. Ο Μέγας Βασίλειος (+ 379) δέχεται τους εκούσιους φονείς μετά από τέλεση εικοσαετούς μετάνοιας (κανόνας 56). Οι συγκαταβάσεις αυτές που γίνονταν στους βαριά αμαρτάνοντες είχαν ως βάση, ότι μετά το βάπτισμα υπήρχε μία μόνο μετάνοια. Αργότερα, και σε αυτούς που για δεύτερη φορά έπεφταν σε βαριά αμαρτήματα άρχισε να παρέχεται η άφεση στην επιθανάτια κλίνη (Ρώμης Σιρίκιος, 384-399), έπειτα όμως και πριν από αυτήν την επιθανάτια κλίνη, και όχι μόνο για δεύτερη φορά, αλλά και για περισσότερες (11 κανόνας Τολέδου 589).
Τα βαριά αμαρτήματα πλησίασαν τα ελαφρά αμαρτήματα. Όπως αυτά υποβάλλονταν στη δημόσια εξομολόγηση και μετάνοια, έτσι και εκείνα υποβλήθηκαν στην ίδια εξομολόγηση και μετάνοια, αλλά μακρότερη και αυστηρότερη. Εξαιτίας αυτού επήλθε ανάπτυξη της δημόσιας μετάνοιας. Οι μετανοούντες διαιρέθηκαν σε τάξεις. Επέδρασε ο θεσμός των κατηχουμένων. «Όπως εκείνοι διαιρούνταν σε δύο τάξεις (τους «ακροωμένους» και τους «φωτιζομένους», οι οποίοι γονάτιζαν), έτσι και αυτοί διαιρέθηκαν κατ’ αρχάς σε δύο τάξεις (τους «ακροωμένους» και τους «γόνυ κλίνοντας», ή «υποπίπτοντας»).
Ο όρος «ακροώμενοι» αρμόζει βεβαίως καλύτερα στους κατηχουμένους, που μάθαιναν για πρώτη φορά τα του χριστιανισμού, ενώ οι μετανοούντες κάλλιστα γνώριζαν αυτά. Σαφώς φαίνεται, ότι ο όρος αυτός από τους κατηχουμένους μεταφέρθηκε στους μετανοούντες.
Το ίδιο συνέβαινε και για τον όρο «γόνυ κλίνοντες». Οι τάξεις των μετανοούντων σιγά σιγά έγιναν περισσότερες και διαμορφώθηκαν καλλίτερα. Η διαίρεση των μετανοούντων άρχισε από τα μέσα της γ΄ εκατονταετηρίδας, ενώ η αύξηση των τάξεων και η διαμόρφωσή τους δεν έγινε συγχρόνως παντού. Οι σπουδαιότερες μαρτυρίες της εξέλιξης του θεσμού αυτού είναι οι επόμενες.

Στον Γρηγόριο Νεοκαισαρείας (254) συναντιούνται κυρίως δυο τάξεις, οι ακροώμενοι και οι υποπίπτοντες (κανόνας 7 και 8), ενώ γίνεται και υπαινιγμός και για τρίτη τάξη, τους «συνεστώτες» (κανόνας 9 «και αξιώνονταν της προσευχής»), αλλά είναι άγνωστο, αν αυτή ήταν ήδη τελείως διαμορφωμένη. Τέτοια συναντιέται η τρίτη τάξη αναμφίβολα στη σύνοδο της Αγκύρας (314, κανόνας 25) και στην Α΄ Οικουμενική (325, κανόνας 11).
Ο 11 κανόνας του Νεοκαισαρείας Γρηγορίου αναφέρει τέσσερις τάξεις μετανοούντων τελείως διαμορφωμένες, αλλά, ακριβώς εξαιτίας αυτού, ο κανόνας αυτός δεν είναι γνήσιος και δείχνει την περαιτέρω κατά τον δ΄ αιώνα επελθούσα ανάπτυξη. Οι τέσσερις αυτές τάξεις είναι οι επόμενες.
Η των «προκλαιόντων», οι οποίοι στέκονταν έξω από την πύλη του ναού (στην αυλή), με δάκρυα παρακαλώντας τους εισερχομένους χριστιανούς να προσευχηθούν για αυτούς, η των «ακροωμένων», οι οποίοι στέκονταν στο νάρθηκα μέχρι του κηρύγματος συμπεριλαμβανομένου, αλλά δεν είχαν δικαίωμα να προσεύχονται, η των «υποπιπτόντων» οι οποίοι βρίσκονταν μέσα στο ναό, έχοντας δικαίωμα να προσεύχονται. Η υπόπτωση (γονυκλισία) σχετιζόταν με την προσευχή. Ενώ οι της δεύτερης και τρίτης τάξεως έβγαιναν μαζί με τους κατηχούμενους, οι της τέταρτης τάξης, οι «συνεστώτες», παρέμεναν μέχρι τέλους της λειτουργίας, διαφέροντας από τους άλλους χριστιανούς μόνο σε αυτό, ότι απείχαν από τις καθαγιάσεις και κυρίως από τη θεια ευχαριστία (δες τους κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου +379).
Η ομοιότητα των τάξεων των μετανοούντων με τις τάξεις των κατηχουμένων δείχνει, ότι παρέμενε η αρχαία αντίληψη, κατά την οποία, οι βαριά αμαρτάνοντες δεν ανήκαν πλέον στην Εκκλησία. Και επιτράπηκε μεν να μπαίνουν πάλι σε αυτήν, αλλά έπρεπε να διέλθουν την οδό, από την οποία διέρχονταν οι αλλόθρησκοι που ήθελαν να μπουν στην Εκκλησία και γίνονταν κατηχούμενοι. Η οδός μάλιστα αυτή για αυτούς που αμάρτησαν βαριά ήταν μακρότερη και επιπονότερη από αυτήν που διένυαν οι κατηχούμενοι. Οι τάξεις των μετανοούντων ήταν διπλάσιες από τις τάξεις των κατηχουμένων και μία από αυτές, η των προσκλαιόντων, ήταν βαρύτερη από την κατώτερη τάξη των κατηχουμένων. Την συσχέτιση αυτή των μετανοούντων με τους κατηχουμένους έκαναν ήδη αρχαίοι συγγραφείς.
Ο Ωριγένης λέει· «Εάν αυτοί που αμάρτησαν, δείξουν αξιόλογη μεταβολή, με περισσότερο χρόνο από αυτούς που μπαίνουν από την αρχή, ύστερα κάποια στιγμή τους δέχονται (οι χριστιανοί αυτούς)» (Κατά Κέλσου, 3,51).
Οι Αποστολικές Διαταγές την αποδοχή των μετανοούντων επανειλημμένως την παρομοιάζουν με αυτήν των εθνικών (2,39,6).
Η Δύση, έχοντας μία τάξη κατηχουμένων, είχε και μία τάξη μετανοούντων. Όλοι, δηλαδή, οι μετανοούντες εκεί ήταν συνεστώτες, αποκλειόμενοι μόνο από τις καθαγιάσεις (δες Σωζομένου, Εκκλησ. Ιστορία 7,16). Μόλις τον θ΄ αιώνα συναντιούνται στη Δύση τάξεις μετανοούντων, όμοιες με αυτές της Ανατολής…» (Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, εκδόσεις Παπαδημητρίου σελ. 107-109, το κείμενο μεταγλωττίστηκε στη δημοτική)
 Γ.      «Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (+ γύρω στο 213) συμβουλεύει τον πλούσιο να προσλάβει κάποιον, που έχει θείο πνεύμα και θεία γνώση, ως ψυχικό βοηθό και οδηγό (Τις ο σωζόμενος πλούσιος, κεφ. 41), αλλά δεν έχουμε τότε ακόμη την μυστική εξομολόγηση ως εκκλησιαστικό θεσμό.
Οι πρώτες αρχές αυτού συναντιούνται στον Ωριγένη. Κάνει λόγο για μυστική εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων (ελαφρών και βαρέων). Σύμφωνα με αυτόν, ο εξομολογητής θα κρίνει αν το κρύφιο αμάρτημα πρέπει να υποβληθεί στη δημόσια εξομολόγηση (Στον 37 ψαλμό ομιλία β΄, κεφ. 5, γράφτηκε 240-245). Από αυτά φαίνεται, ότι η μυστική εξομολόγηση ήταν μεν πλέον εκκλησιαστικός θεσμός, αλλά δεν θεωρούνταν ακόμη αυτάρκης για όλα τα κρύφια αμαρτήματα, για τα βαρύτερα από αυτά απαιτούνταν και η δημόσια εξομολόγηση.

Η μυστική εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων επικράτησε στην Ανατολή και στη Δύση από τον δ΄αιώνα. Τα αίτια ήταν δύο.
Πρώτον, η δημόσια εξομολόγηση γινόταν μερικές φορές αδύνατη, διότι προκαλούσε τη επέμβαση της χριστιανικής πολιτείας κατά των εγκληματιών και επέφερε εφαρμογή των πολιτικών νόμων, οι οποίοι επέβαλλαν αυστηρές τιμωρίες, ενώ η Εκκλησία απέβλεπε στη διόρθωση των αμαρτωλών.
Ο Μέγας Βασίλειος (+379) απαγόρευσε να γίνονται γνωστές οι μοιχευόμενες γυναίκες, για να μην τιμωρηθούν με θάνατο (κανόνας 34), ενώ ο Αυγουστίνος (+430) για τον ίδιο λόγο απέφευγε να καταστήσει γνωστό φονιά, τον οποίο γνώριζε (Sermo 82,8,11).
Δεύτερον, η μυστική εξομολόγηση γενικώς διευκόλυνε την εξομολόγηση. Ο Χρυσόστομος (+407) επιτιμά τους ακροατές του, διότι ντρέπονται να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους, αφού δεν αναγκάζει αυτούς να πράξουν αυτό δημόσια και προτρέπει αυτούς να εξομολογηθούν αυτές σε αυτόν μυστικά (Ομιλία στον Λάζαρο, 4,4). Από τα λόγια αυτά του Χρυσοστόμου, σε σύγκριση με τα παραπάνω αναφερθέντα λόγια του Ωριγένη, καταφαίνεται, ότι η μυστική εξομολόγηση θεωρούνταν πλέον αυτάρκης για όλα τα κρύφια αμαρτήματα.
Σε κάποια μέρη ορίστηκε πρεσβύτερος της μετανοίας, στον οποίο οι χριστιανοί εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ο θεσμός αυτός σχετιζόταν με τη μυστική εξομολόγηση, εισήχθη, άρα, τον ε΄ αιώνα, και, όπως φαίνεται, σκοπό είχε να καταστήσει υποχρεωτική την εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων.
Την εποχή του Κωνσταντινουπόλεως Νεκταρίου (391) στην πόλη εκείνη ευγενής γυναίκα αφού ήλθε στον πρεσβύτερο της μετάνοιας εξομολογήθηκε τις αμαρτίες της, και μία από αυτές ήταν τέτοια, ώστε επέφερε την καθαίρεση του διακόνου της εκκλησίας και την γενική κατά του κλήρου κατακραυγή. Ο Νεκτάριος με τη συμβουλή κάποιου κληρικού κατάργησε το υπούργημα του πρεσβυτέρου επί της μετανοίας (Σωκράτους, Εκκλησ. Ιστορία,5,9. Σωζομένου, Εκκλ. Ιστορία, 7,16). Στην κατάργηση αυτού στην Κωνσταντινούπολη «ακολούθησαν σχεδόν οι επίσκοποι παντού» (Σωζομένου, στο ίδιο).

Σύμφωνα με τον P. Batiffol, πρεσβύτερος της μετάνοιας τον δ΄αιώνα εισήχθη και στη Ρώμη, αλλά εκεί δεν καταργήθηκε ο θεσμός αυτός (Etudes d’ Histoire,Serie I, 1926,σελ. 331 και εξής). Με την κατάργηση του πρεσβυτέρου της μετανοίας, η εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων αφέθηκε πάλι στην ελεύθερη θέληση των αμαρτανόντων. Οι χριστιανοί, που αισθάνονταν την ανάγκη της εξομολόγησης, μπορούσαν από μόνοι τους να βρουν κατάλληλα πρόσωπα για να εξομολογηθούν.
Η ελευθερία αυτή δεν διατηρήθηκε. Σε αυτό συνετέλεσαν τα επόμενα δύο γεγονότα. Πρώτον, ο Μέγας Βασίλειος μεταρρύθμισε την μυστική εξομολόγηση, διότι κατέστησε αυτήν τακτική και υποχρεωτική και την επεξέτεινε και στα μικρότερα αμαρτήματα, τα αμαρτήματα ακόμη των λογισμών. Την σημασία των κακών λογισμών είχαν καταστήσει αυτοτελές πρόβλημα ήδη οι αναχωρητές και μοναχοί, και ο Μ. Βασίλειος συμπεριέλαβε αυτό στα «ασκητικά» του. Συνδύασε αυτό με την εξομολόγηση και την μεταρρύθμιση αυτή της εξομολόγησης εισήγαγε στους μοναχούς με τον μοναχικό του κανόνα· «Πρέπει λοιπόν καθένας από τους υποτακτικούς, εάν βέβαια πρόκειται να δείξει αξιόλογη προκοπή… να απογυμνώνει τα κρυπτά της καρδιάς του σε αυτούς από τους αδελφούς που είναι εμπεπιστευμένοι να φροντίζουν με ευσπλαχνία και συμπάθεια τους ασθενείς» (Όροι κατά πλάτος, ερώτηση 26).
Αλλά η πράξη αυτή των μοναστηριών σιγά σιγά επέδρασε σε ολόκληρη την Εκκλησία. Κατ’ αρχάς επέδρασε στην Ανατολική Εκκλησία, και από αυτήν μεταδόθηκε στην αρχαία Εκκλησία των Βρεττανικών νήσων, η οποία εξ αρχής είχε σχέσεις με την Ανατολή και μάλιστα την Μικρά Ασία (K. Holl,1898).
Οι Ιρλανδοσκώτοι μοναχοί, οι οποίοι έδρασαν στην ηπειρωτική Ευρώπη, διέδωσαν την συνήθεια αυτή στην υπόλοιπη Δύση. Η Εκκλησία προέτρεπε τους χριστιανούς να εξομολογούνται και τα μικρότερα αμαρτήματά τους, και οι χριστιανοί περισσότερο ή λιγότερο ανταποκρίθηκαν στις προτροπές αυτές.

Η υπό του Μεγάλου Βασιλείου στους μοναχούς επιβληθείσα τακτική μυστική εξομολόγηση, πρώτον, συνετέλεσε, ώστε μεταξύ αυτών να αναδειχτούν έμπειροι εξομολογητές (πνευματικοί), ενώ στην Ανατολή και οι χριστιανοί κατέφευγαν πολλές φορές σε τέτοιους έμπειρους εξομολογητές μοναχούς.
Δεύτερον, η Εκκλησία επανίδρυσε το αξίωμα του πρεσβυτέρου της μετανοίας. Η επανίδρυση αυτή έγινε τον ιβ΄αιώνα όπως φαίνεται από τα επόμενα. Τέλη του ια΄ αιώνα, όταν έγραφε Πέτρος ο Χαρτοφύλαξ, δεν υπήρχαν ακόμη ορισμένοι πρεσβύτεροι της μετάνοιας, διότι συμβούλευε να εξομολογείται κάποιος, αν βρει κατάλληλο πρόσωπο. «Εάν λοιπόν βρεις άνδρα πνευματικό και έμπειρο, που μπορεί να σε γιατρεύσει χωρίς ντροπή και με πίστη, εξομολογήσου σε αυτόν σαν στον Κύριο και όχι σε άνθρωπο» (Ράλλη και Ποτλή, Σύνταγμα, 5,373).

Τέλη του ιβ αιώνα, όταν έγραφε ο Θεόδωρος Βαλσαμών, υπήρχαν τέτοιοι. Ο Βαλσαμών όχι μόνο κάνει ρητό λόγο για αυτούς, «πρεσβύτερος να μην απαλλάσσει μετανοούντα χωρίς τη γνώμη του επισκόπου, παρά μόνο από ανάγκη πιέζει από την απουσία επισκόπου» (ο.π. 4,464), αλλά και αναφέρει, ότι και αυτός διόρισε ειδικούς πρεσβυτέρους της μετανοίας στην Αντιόχεια, ως πατριάρχης της πόλεως αυτής (ο.π. 2,70).
Οι μυστικώς εξομολογούμενοι κατ’ αρχάς τελούσαν τη μετάνοια (τις ποινές) δημόσια, ώστε οι χριστιανοί έβλεπαν κάποιον να τιμωρείται, αλλά αγνοούσαν το αμάρτημά του. Αλλά η επικράτηση της μυστικής εξομολόγησης σιγά σιγά είχε ως αποτέλεσμα, ότι και η μετάνοια τελούνταν μυστικά. Η δημόσια εξομολόγηση και μετάνοια παρέμεινε για τα αμαρτήματα που γίνονταν φανερά. Έως πότε διατηρήθηκε, δεν είναι ακριβώς γνωστό.
Οι τάξεις των μετανοούντων που εισήχθησαν στη Δύση τον θ΄ αιώνα εξαφανίστηκαν σιγά σιγά μέσα σε έναν ή δύο αιώνες (Hinschius, Kirchenrecht,5,89 και εξής). Στην Ανατολή αναφέρονται αυτές μέχρι τον ια΄ αιώνα (Συμεών ο νέος Θεολόγος, Migne,155,357 και 360), αλλά δεν είναι βέβαιο αν εφαρμόζονταν»

(Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, εκδόσεις Παπαδημητρίου σελ. 304-307, το κείμενο μεταγλωττίστηκε στη δημοτική υπογραμμίσεις δικές μας)