Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

ΟΙ "ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ" ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

ΟΙ "ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ" ΛΟΓΟΙ 
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
α. Βασίλειος, ο φίλος του Χρυσοστόμου, ο οποίος υπερέβαλλε όλους τους άλλους.
Στη ζωή μου δημιούργησα πολλούς φίλους, γνήσιους και αληθινούς, οι οποίοι γνώριζαν και φύλατταν με ακρίβεια τους νόμους της φιλίας. Από τους πολλούς όμως αυτούς, ένας προσπαθούσε να τους υπερβή όλους στην επιδεικνυόμενη προς το πρόσωπό μου φιλία τόσο πολύ, όσο όλοι εκείνοι μαζί υπερέβαλλαν τους απλώς φίλα διακείμενους έναντί μου. Αυτός, λοιπόν, ήταν ένας από εκείνους, με τους οποίους διήγα από κοινού το μεγαλύτερο μέρος του βίου μου, δεδομένου μάλιστα ότι επιλέξαμε κοινούς πνευματικούς δρόμους και διδασκάλους. Μας χαρακτήριζε δε η ίδια προθυμία και εργατικότητα για τις σπουδές μας, αλλά και γενικότερα είχαμε κοινούς στόχους, οι οποίοι εκκινούσαν από την ίδια αφετηρία, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των σπουδών μας, αλλά και μετά την περάτωσή τους, όταν προσπαθούσαμε να επιλέξουμε την καλύτερη οδό που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε στη ζωή μας· και στην περίπτωση αυτή το φρόνημά μας συνέπιπτε.
β. Η ομόνοια Βασιλείου και Χρυσοστόμου, και συζητήσεις περί πάντων.
Πέραν τούτων, υπήρχαν και άλλα στοιχεία, τα οποία συντελούσαν στην αρραγή και ασφαλή διατήρηση της ήδη στενής φιλίας μας. Κανείς από τους δύο δηλαδή δεν φρονούσε υπεροπτικά για την πατρίδα του και την καταγωγή του, όσον δε αφορά στα υλικά αγαθά εγώ μεν δεν διέθετα υπερβολικά πλούτη, αλλά και εκείνος δεν βρισκόταν σε κατάσταση εσχάτης πενίας και έτσι το μέγεθος της περιουσίας του καθενός ήταν περίπου το ίδιο, όμοιο δηλαδή προς την ταυτότητα των εσωτερικών μας ανησυχιών. Είχαμε λοιπόν ισότιμη κοινωνική θέση και οι απόψεις μας συνέπιπταν.
γ. Ο ζυγός της φιλίας έγινε άνισος όταν ο Βασίλειος εγκολπώθηκε τον μοναστικό βίο.
Η ισορροπία αυτή όμως ανατράπηκε όταν ο μακάριος φίλος μου αποφάσισε να περιβληθή το μοναχικό σχήμα και να μυηθή στις αρχές της αληθούς φιλοσοφίας· η πλάστιγγα εκείνου εμετεωρείτο από την ελαφρύτητα των βαρών της, ενώ αντιθέτως εγώ, δεμένος σφικτά με τα δεσμά των κοσμικών επιθυμιών, την τραβούσα προς τα κάτω, όπου και τη διατηρούσα με τη βία, στιβάζοντας πάνω της νεανικές φαντασίες. Για τον λόγο λοιπόν αυτό η μεν φιλία μας έμεινε σταθερή, όπως και ενωρίτερα, η συναναστροφή μας όμως εύλογα διακόπηκε, αφού τα περί του βίου ενδιαφέροντα του καθενός είχαν διαφοροποιηθή πλέον. Όταν μάλιστα και εγώ κατόρθωσα κάποτε να διασωθώ από τις τρικυμίες του βίου, ο φίλος μου με δέχθηκε μεν με ανοικτές αγκάλες, όμως δεν ήταν δυνατό να διατηρηθή η προγενέστερη ισορροπημένη καθ᾿ όλα σχέση μας, διότι εκείνος έχοντας όχι μόνο προηγηθή χρονικώς στον μοναχικό βίο, αλλά και επιδεικνύοντας μεγάλο ζήλο στην οικείωση της ασκητικής εμπειρίας, ανήλθε σε τέτοιο ύψος, ώστε τελικά κατέστη ανώτερός μου.
δ. Η πρόθεση για τη συγκατοίκηση των δύο φίλων.
Πλην, όμως, όντας αγαθός και αποδίδοντας μεγάλη τιμή στη φιλία μας, απομάκρυνε τον εαυτό του από όλους και αφιέρωσε σε μένα όλο τον χρόνο του. Αυτό εξ άλλου επιθυμούσε και ενωρίτερα, κωλυόταν όμως από τη δική μου ραθυμία να ακολουθήσω τον ίδιο βίο. Πράγματι, δεν ήταν δυνατό εγώ, ασχολούμενος με τις δικαστικές υποθέσεις και συγκινούμενος από τις θεατρικές απολαύσεις να συναναστρέφομαι πολλές φορές εκείνον ο οποίος ήταν προσηλωμένος στη μελέτη των βιβλίων και δεν είχε εμφανισθή ποτέ στην αγορά. Όταν λοιπόν με αποδέχτηκε με ικανοποίηση στη ζωή του μου αποκάλυψε τον βαθύτερο πόθο που έτρεφε μέσα του από παλαιότερα· έκανε δηλαδή τα πάντα, ώστε να είμαστε το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας μαζί, επί πλέον δε με παρακαλούσε συνεχώς να εγκαταλείψουμε τις οικίες μας και να συγκατοικήσουμε, κάτι για το οποίο τελικά με έπεισε. Είμεθα λοιπόν έτοιμοι να υλοποιήσουμε την απόφαση αυτή.
ε. Οι διαμαρτυρίες της μητέρας.
Όμως οι συνεχείς διαμαρτυρίες της μητέρας μου με εμπόδισαν να ανταποκριθώ στην επιθυμία του, μάλλον δε να λάβω τη δωρεά που μου προσέφερε. Η μητέρα μου είχε καταλάβει τα σχέδιά μου και αφού έπιασε το δεξί μου χέρι με οδήγησε στον ιδιαίτερο χώρο της, όπου καθίσαμε κοντά στην κλίνη επί της οποίας με γέννησε. Εκεί, χύνοντας ποταμούς δακρύων, μου απηύθυνε οδυρόμενη τα ακόλουθα λόγια, τα οποία πονούσαν περισσότερο και από τα δάκρυά της· Εγώ, παιδί μου, είπε, δεν αφέθηκα να απολαύσω για πολύ την αρετή του πατέρα σου, επειδή αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Τις ωδίνες που γνώρισα κατά τον τοκετό σου διαδέχτηκε ο θάνατος εκείνου, γεγονός που προκάλεσε σ' εσένα ορφάνια, σε μένα δε άωρη χηρεία, τα δεινά της οποίας μόνο οι παθούσες μπορούν να γνωρίζουν καλά. Καμμιά ακτίνα ανακουφίσεως δεν φαινόταν στον ορίζοντα της βαρυχειμωνιάς και της τρικυμίας που ζει μία κοπέλα, η οποία μόλις έχει εγκαταλείψει τον πατρικό της οίκο και είναι εντελώς άπειρη, ξαφνικά πέφτει σε βαρύ πένθος και αναγκάζεται να επωμισθή φροντίδες, οι οποίες είναι πολύ μεγάλες τόσο για την ηλικία, όσο και τη φύση της. Διότι πρέπει, νομίζω, και τις αμέλειες των υπηρετών να επανορθώνη και τις κακουργίες τους να παρατηρή προσεκτικά, και τις επιβουλές των συγγενών να αποκρούη, και τις ύβρεις και την τραχύτητα των εισπρακτόρων των δημοσίων εσόδων κατά τη συγκέντρωση των φόρων να υπομένη με θάρρος. Εάν δε ο κοιμηθείς απέλθη αφήνοντας και παιδί, τότε η μητέρα θα επωμιστή το βάρος πολλών φροντίδων, ακόμη, και αν αυτό είναι θήλυ, οπότε αυτή θα απαλλαγή και εξόδων και φόβου· πολύ δε περισσότερες δυσκολίες θα έχη αυτή να αντιμετωπίση αν πρόκειται για αγόρι, το οποίο θα την επιφορτίζη καθημερινά με πολλούς φόβους και περισσότερες φροντίδες. Αφήνω δε κατά μέρος το χρηματικό κόστος που θα πρέπει να επιβαρυνθή αν επιθυμή να το μορφώση ως ελεύθερο πολίτη. Εμένα όμως τίποτα από όλα αυτά δεν με κατέπεισε να προχωρήσω στη σύναψη δεύτερου γάμου και να εισάξω νυμφίο στην οικία του πατέρα σου. Αντίθετα μάλιστα, προτιμούσα να παραμένω στη στενοχώρια και τη σύγχυση χωρίς να φεύγω από τη σιδερένια κάμινο της χηρείας. Στον αγώνα μου αυτό αρχικά ενισχύθηκα από τη θεία αρωγή, με παρηγορούσε όμως και το γεγονός ότι με τη συνεχή θέα της όψεώς σου διαφυλασσόταν μέσα μου η έμψυχη εικόνα του θανόντος πατέρα σου. Γι᾿ αυτό λοιπόν και όταν ήσουν νήπιο και δεν είχες ακόμη μάθει να μιλάς, όταν δηλαδή ήσουν στην ηλικία που τα παιδιά ευχαριστούν τους γονείς, μου έδινες πολύ κουράγιο. Έτσι, δεν μπορείς να με μεμφθής ότι δεν αντιμετώπισα με κουράγιο τη χηρεία μου ή ότι ελάττωσα την περιουσία που σου άφησε ο πατέρας σου για να ικανοποιήσω διάφορες ανάγκες της ζωής μας λόγω της χηρείας μου, γεγονός που γνωρίζω ότι συνέβη σε πολλούς, οι οποίοι δυστύχησαν να μείνουν ορφανοί. Αντιθέτως και αυτήν διατήρησα ακέραια και σε όσες δαπάνες απαιτήθηκαν για την πρόοδό σου ήμουν συνεπέστατη, αντλούσα δε πάντοτε τα χρήματα από την προικώα περιουσία μου. Μη νομίσης δε ότι με τα όσα λέγω τώρα προσπαθώ να σε ψέξω· εκείνο που σου ζητώ ως χάρη αντί όλων αυτών είναι η παράκληση να μη με περιβάλης με μία δεύτερη χηρεία και να μη αναζωπυρήσης τον κατασιγασθέντα πια πόνο του πένθους, αλλά να περιμένης τον θάνατό μου, αφού είναι μάλλον πιθανό ότι θα πεθάνω σε λίγο χρόνο, δεδομένου ότι οι νέοι ελπίζουν βέβαια να φθάσουν μέχρι το βαθύ γήρας, εμείς όμως δεν αναμένουμε τίποτα άλλο από τον θάνατο. Όταν λοιπόν με παραδώσης στη γη και με αναμίξης με τα οστά του πατέρα σου, τότε ετοιμάσου για μακρινά ταξίδια και πλεύσε σε όποια θάλασσα θέλης, κανείς δεν θα σε εμποδίση. Για όσο όμως ζω εξακολούθησε να μένης μαζί μου και μη προσκρούσης μάταια και χωρίς λόγο στον Θεό, περιβάλλοντας με τόσα κακά εμένα, που ποτέ δεν σε αδίκησα. Εάν βέβαια με εγκαλέσης ότι σε σύρω γύρω από βιοτικές φροντίδες και σε αναγκάζω να αναλάβης τη διαχείριση της περιουσίας σου, τότε ούτε τους φυσικούς νόμους, ούτε την ανατροφή σου, ούτε τα επικρατούντα ήθη, με μία λέξη δε μη σεβασθής τίποτα, φύγε μακριά μου, σαν να είμαι επίβουλος και εχθρός σου. Εάν όμως κάνω τα πάντα για να διευκολύνω τη ζωή σου, τότε αν μη τι άλλο ας σε κρατά κοντά μου αυτός ο δεσμός. Όσο και αν λέγης ότι σε αγαπούν χιλιάδες άνθρωποι, κανείς δεν θα σου δώση τη δυνατότητα να απολαύσης τόση ελευθερία, γιατί δεν υπάρχει κάποιος, ο οποίος να επιθυμή την ευδοκίμησή σου όσο εγώ.
στ. Η απάτη του Χρυσοστόμου στη χειροτονία.
Αυτά και πολλά περισσότερα ακόμη μου έλεγε η μητέρα μου, τα οποία με τη σειρά μου ανέφερα στον φίλο μου. Εκείνος όχι μόνο δεν επτοείτο από τα λόγια αυτά, αντιθέτως μάλιστα επέμενε περισσότερο, διατυπώνοντας τα ίδια προς τα προγενέστερα αιτήματα. Και ενώ βρισκόμασταν στην κατάσταση αυτή, εκείνος δηλαδή συνεχώς ικέτευε, εγώ δε από την πλευρά μου δεν έδινα τη συγκατάθεσή μου, ξαφνικά κάποια φήμη που διαδόθηκε μας τάραξε και τους δύο· η φήμη αυτή μας έφερνε υποψηφίους για το επισκοπικό αξίωμα. Μόλις άκουσα την πληροφορία κατελήφθην από φόβο και απορία· από φόβο μεν μήπως αναγκασθώ και παρά τη θέλησή μου να αποδεχθώ το επισκοπικό αξίωμα, από απορία δε διότι δεν μπορούσα να κατανοήσω πως οι άνθρωποι εκείνοι θυμήθηκαν για κάτι τέτοιο εμάς τους δύο, γιατί, όσον αφορούσε σε μένα, δεν με θεωρούσα καθόλου άξιο εκείνης της τιμής. Ο φίλος μου από την πλευρά του με επισκέφθηκε κατ᾿ ιδίαν και νομίζοντας ότι αγνοούσα τη σχετική φήμη με κατέστησε κοινωνό αυτής, ζητώντας, όπως και παλαιότερα έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση να πράξουμε και να φανούμε ότι σκεπτόμαστε τα ίδια. Ήταν μάλιστα προετοιμασμένος να ακολουθήση όποια απόφαση και αν έπαιρνα, είτε την οδό της φυγής είτε της εκλογής στο επισκοπικό αξίωμα. Αντιλαμβανόμενος όμως εγώ την προθυμία του να αναδεχθή την εκλογή και θεωρώντας ζημία για όλον τον λαό της Εκκλησίας να αποστερήσω την ποίμνη του Χριστού από έναν νέο τόσο αγαθό και ικανό να διευθύνη τις υποθέσεις των πιστών εξ αιτίας της δικής μου αδυναμίας, δεν του αποκάλυψα τη γνώμη που είχα διαμορφώσει για το θέμα. Και τούτο μολονότι ποτέ στο παρελθόν δεν του είχα αποκρύψει τις σκέψεις μου. Λέγοντάς του όμως ότι έπρεπε η σχετική απόφαση να ετεροχρονισθή, διότι ήταν κάτι που δεν πίεζε χρονικά, τον έπεισα να μην ασχολείται άλλο με το θέμα, του έδωσα δε τα εχέγγυα ότι σε περίπτωση που συνέβαινε εκείνο που φοβόταν, να χειροτονηθή δηλαδή χωρίς τη θέλησή του, θα τον στήριζα στην απόφαση που θα έπαιρνε σχετικά. Μετά την παρέλευση λίγου χρόνου, όταν έφθασε στην πόλη μας ο επίσκοπος, ο οποίος επρόκειτο να μας χειροτονήση, εγώ έμενα κρυμμένος, αυτός δε μη γνωρίζοντας τίποτε από όλα όσα συνέβαιναν οδηγείται ενώπιον του επισκόπου με άλλη πρόφαση και τελικά δέχεται τον ζυγό της ιερωσύνης, ελπίζοντας σε ό,τι του είχα υποσχεθή, ότι δηλαδή θα τον ακολουθούσα στην απόφασή του, μάλλον δε νόμιζε ότι ακολουθούσε εμένα. Διότι μερικοί από τους παρευρισκομένους, βλέποντες αυτόν να αγανακτή με την όλη κατάσταση, τον εξαπάτησαν λέγοντες ότι ήταν άτοπο εγώ, ο θεωρούμενος από όλους θρασύτερος να αποδέχομαι με συγκατάβαση την κρίση των Πατέρων, εκείνος δε ο συνετότερος και μετριοπαθέστερος να φέρεται με θράσος και κενοδοξία, αντιδρώντας με έπαρση και προσπαθώντας να αποφύγη τη συμμόρφωσή του προς την ειλημμένη απόφαση. Τα λόγια αυτά τον έκαναν να υποχωρήση, επειδή όμως πληροφορήθηκε ότι εγώ απέφυγα να εμφανισθώ, με επισκέφθηκε όντας πολύ κατηφής. Κάθισε λοιπόν δίπλα μου και ήθελε μεν κάτι να μου ειπή, όμως η στενοχώρια που τον κατείχε δεν του επέτρεπε να παραστήση με λόγια τη βία που υπέστη, αφού η βαρυθυμία εμπόδιζε τις φράσεις να περάσουν τα δόντια του και να ακουστούν. Τότε, βλέποντάς τον δακρυσμένο και πολύ ταραγμένο και γνωρίζοντας την αιτία, γελούσα με μεγάλη ευχαρίστηση και κρατώντας το δεξί του χέρι προσπαθούσα να τον ασπασθώ, ενώ παράλληλα δόξαζα τον Θεό για την αίσια έκβαση του τεχνάσματός μου. Εκείνος, καθώς με είδε περιχαρή και γελαστό και καταλάβαινε ότι τον είχα εξαπατήσει, ελυπείτο ακόμη περισσότερο.
ζ. Επιεικής και αφελής η κατηγορία του Βασιλείου.
Όταν σε κάποια στιγμή αμβλύνθηκε για λίγο η ψυχική του ταραχή, είπε,Αν εμένα με περιφρόνησες εντελώς και δεν αποδίδεις καμμία σημασία στα λόγια μου, δεν γνωρίζω για ποιο λόγο θα έπρεπε να φροντίζης για την υπόληψή σου. Τώρα πλέον προκάλεσες τα γενικά σχόλια του κόσμου· όλοι λέγουν ότι από κενοδοξία αποσύρθηκες από τη διακονία του ιερατικού λειτουργήματος, δεν υπάρχει δε εκείνος που θα σε απαλλάξη από την κατηγορία αυτή. Εγώ πλέον ούτε στην αγορά δεν μπορώ να εμφανισθώ, διότι πολλοί με πλησιάζουν και εκτοξεύουν εναντίον μου κατηγορίες καθημερινά. Όταν με δουν σε κάποιο σημείο της πόλεως φίλοι μας, με παίρνουν κάπου ιδιαίτερα και μου επιρρίπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, διότι, λέγουν, αφού γνώριζες την απόφασή του, δεδομένου ότι γνωρίζεις όλες τις σκέψεις του, δεν έπρεπε να μας την αποκρύψης, αλλά να μας την καταστήσης γνωστή· έτσι, εμείς θα εξευρίσκαμε κάποιο τέχνασμα για να τον φέρουμε ενώπιον του επισκόπου. Από την πλευρά μου, ντρέπομαι και κοκκινίζω να τους πω ότι δεν γνώριζα τις αποφάσεις που είχες λάβει σχετικά, για να μη νομίσουν ότι και η δική μας φιλία κυλούσε μέσα στην υποκρισία. Ακόμη και αν έτσι είναι, όπως πράγματι είναι, αφού δεν μπορείς να το αρνηθής μετά τα όσα έπραξες σήμερα εναντίον μου, καλό είναι εντούτοις να κρύβουμε τις αδυναμίες μας προς εκείνους οι οποίοι έχουν θετική αντίληψη για μας. Διστάζω να τους πω την αλήθεια για την πραγματική κατάσταση της σχέσεώς μας και αναγκάζομαι να σιωπώ και να σκύβω το κεφάλι μου στη γη, όσους δε συναντώ τους αποφεύγω αλλάζοντας δρόμο. Και αν ακόμη με απαλλάξουν από την προηγούμενη κατηγορία, της κατ᾿ επίφαση φιλίας, θα με κατακρίνουν αναγκαστικά ως ψεύτη, διότι δεν θα πιστεύσουν ποτέ ότι εσύ κατέταξες και τον Βασίλειο μαζί με εκείνους, οι οποίοι δεν δικαιούνται να γνωρίζουν τις σκέψεις σου. Για το θέμα αυτό όμως δεν έχω να πω πολλά, αφού έτσι έκρινες σκόπιμο να πράξης. Πώς όμως θα απαλείψουμε την υπόλοιπη αισχύνη; ’λλοι σου προσάπτουν την κατηγορία της υπεροψίας, άλλοι της φιλοδοξίας, οι αφειδέστεροι δε των κατηγόρων σου σε εγκαλούν και για τα δύο, προσθέτουν μάλιστα και την ύβρη προς τους εκλέκτορες, για τους οποίους λέγουν ότι δικαίως υπέστησαν την ταπείνωση αυτή, θα τους άξιζε δε και μεγαλύτερη ακόμη ατίμωση από αυτή, διότι παρέβλεψαν τόσους αξιόλογους άνδρες και προτίμησαν ανώριμα παιδιά, τα οποία μόλις είχαν εισέλθει στους κλυδωνισμούς του βίου. Αυτά λοιπόν τα μειράκια, τα οποία προσποιούνται ευσέβεια και ταπείνωση και φορούν τα μαύρα ενδύματα, ξαφνικά τα περιποιήθηκαν με τέτοια τιμή, την οποία ούτε στον ύπνο τους δεν προσδόκησαν ότι θα ελάμβαναν ποτέ. Έτσι, εκείνοι οι οποίοι ασκήθηκαν από πολύ μικρή ηλικία μέχρι τα βαθιά τους γεράματα είναι στην τάξη των αρχομένων και άρχονται από τα παιδιά τους, τα οποία ούτε καν έχουν ακούσει τους νόμους, πάνω στους οποίους στηρίζεται η άσκηση αυτής της εξουσίας. Αυτά και άλλα πολλά μας προσάπτουν καθημερινά, εγώ δε μη όντας σε θέση να απαντήσω χρειάζομαι τη βοήθειά σου, διότι νομίζω ότι δεν απέφυγες χωρίς λόγο τη χειροτονία και προκάλεσες έτσι την έχθρα τόσο σπουδαίων ανθρώπων. Αντίθετα, πιστεύω ότι κατέληξες στην απόφασή σου αυτή μετά από σοβαρή σκέψη και για τον λόγο αυτό στοχάζομαι ότι είσαι έτοιμος να απολογηθής σχετικά. Πες μου λοιπόν αν μπορούμε να αντιπαραθέσουμε κάποια σοβαρή αιτιολογία για όλα αυτά στους κατηγόρους μας. Όσον αφορά στις αδικίες, τις οποίες υπέστην από εσένα δεν θα σου ζητήσω τον λόγο· ούτε για την απάτη, ούτε για την προδοσία, ούτε για όσα απήλαυσες από εμένα κατά τον προγενέστερο χρόνο. Και την ψυχή μου ακόμα, για να το πω έτσι, εναπέθεσα στα χέρια σου. Εσύ όμως μου συμπεριφέρθηκες με τόση πανουργία, σαν να επρόκειτο να προφυλαχθής από κάποιους εχθρούς σου. Έπρεπε, εάν μεν θεωρούσες ωφέλιμη τη χειροτονία να μη την αποφύγης, ενώ αντίθετα εάν διέβλεπες σ᾿ αυτή βλάβη, έπρεπε να προφυλάξης και εμένα από τη ζημία αυτή, αφού έλεγες ότι πάντοτε με έθετες υπεράνω όλων των άλλων. Τουναντίον, εσύ έκανες τα πάντα ώστε να πέσω στην παγίδα, δεν εφείσθης δε ούτε δόλου ούτε υποκρισίας έναντι εκείνου, ο οποίος συνήθιζε να σου συμπεριφέρεται πάντοτε άδολα και ειλικρινά. Όμως, όπως είπα, δεν σε εγκαλώ για όλα αυτά, ούτε αναφέρομαι στη μοναξιά, στην οποία με έφερες μετά τη διακοπή της συναναστροφής μας, από την οποία πολλές φορές αποκόμισα όχι ευκαταφρόνητη ευχαρίστηση και ωφέλεια. Όλα αυτά βέβαια τα αντιπαρέρχομαι με σιωπή και πραότητα, όχι επειδή μου φέρθηκες ανάλογα, αλλά επειδή από την ημέρα που αποδέχτηκα τη φιλία μας έθεσα ως απαράβατο όρο να μη σου ζητώ τον λόγο κάθε φορά που θα μου προκαλούσες λύπη. Φυσικά, γνωρίζεις και ο ίδιος ότι μου προξένησες όχι μικρή ζημία, εάν βέβαια θυμάσαι ό,τι έλεγαν τόσο οι έξωθεν για μας, όσο και εμείς οι ίδιοι, ότι δηλαδή το κέρδος μας ήταν μεγάλο από την ομοψυχία και από τη στερέωση της φιλίας μας. Και οι μεν άλλοι όλοι έλεγαν ότι η δική μας ομόνοια θα ωφελήση και πολλούς άλλους σημαντικά, κάτι που εγώ, όσον αφορά σε μένα, ποτέ δεν διανοήθηκα, έλεγα δε ότι από την ομοφροσύνη μας θα προκύψη τουλάχιστον το μεγάλο κέρδος να καταστούμε απρόσβλητοι σε όσους προσπαθήσουν να διαβάλουν τη φιλία μας. Για όλα αυτά ποτέ δεν σταμάτησα να σου μιλώ, διότι ο καιρός είναι χαλεπός, οι επίβουλοι πολλοί, η γνήσια αγάπη χάθηκε και έχει επικρατήσει ο όλεθρος της βασκανίας. Βαδίζουμε πλέον μέσα από παγίδες και περπατούμε πάνω σε επάλξεις πόλεων. Πράγματι, υπάρχουν πολλοί σε πολλά μέρη, οι οποίοι είναι έτοιμοι να εκμεταλλευθούν τη δυστυχία μας και κανείς αρωγός μας, ή πολύ ελάχιστοι. Πρόσεχε, μήπως με την τυχόν διάστασή μας γίνουμε καταγέλαστοι και υποστούμε ακόμη μεγαλύτερη ζημία από αυτήν. Ο αδελφός, ο οποίος βοηθείται από τον αδελφό του είναι σαν πόλη καλά οχυρωμένη και βασίλειο στέρεα θεμελιωμένο. Μη διαλύσης λοιπόν τη γνήσια φιλία μας και μη γκρεμίσης τα στέρεα θεμέλιά της. Αυτά και άλλα πολλά έλεγα συνεχώς, μη υποπτευόμενος ποτέ ότι θα συνέβαινε το αντίθετο, αφού θεωρούσα ότι τηρούσες την ορθή στάση έναντι της φιλίας μας. Προσπαθούσα δηλαδή να σε θεραπεύσω ενώ ακόμη ήσουν υγιής, αλλά μου διέφευγε, όπως φαίνεται, ότι χορηγούσα τα φάρμακά μου σε ασθενή. Δυστυχώς όμως, δεν κατάφερα τίποτα από την υπερβολική αυτή χορηγία. Διότι όλα τα απέρριψες με μία κίνηση και δεν διαλογίσθηκες καθόλου πάνω σε όσα σου έλεγα. Έτσι, με άφησες μόνο σαν ακυβέρνητο πλοίο στο άπειρο πέλαγος, χωρίς να συλλογισθής τα άγρια κύματα, τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσω. Αν μάλιστα με συκοφαντήσουν, ή με χλευάσουν ή με υβρίσουν με οποιοδήποτε τρόπο, πράγμα εύλογο να συμβή, σε ποιόν θα καταφύγω για να εκμυστηρευθώ τα προβλήματά μου, ποιός θα θελήση να με υπερασπισθή και να ανακόψη εκείνους οι οποίοι με λυπούν με το έργο τους, επί πλέον δε να με παραμυθήση και να με καταστήση ικανό να αντισταθώ στις οποιεσδήποτε προσβολές; Δεν υπάρχει κανείς, αφού εσύ στέκεσαι μακριά από τον φοβερό αυτόν πόλεμο και δεν μπορείς ούτε την κραυγή μου να ακούσης. Γνωρίζεις άραγε το κακό που διέπραξες, κατανόησες το μέγεθος της πληγής που μου επέφερες; Αλλά ας τα αφήσουμε όλα αυτά, αφού δεν μπορούμε πλέον να αναλύσουμε όσα ήδη έγιναν, ούτε να εξεύρουμε λύση για δυσεπίλυτα προβλήματα. Ας ασχοληθούμε με την απολογία μας προς εκείνους οι οποίοι μας κατηγορούν.
η. Απολογία του Χρυσοστόμου έναντι των κατηγοριών.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Έχε θάρρος, είπα εγώ. Είμαι έτοιμος να αναλάβω την ευθύνη όχι μόνο για τις κατηγορίες αυτές, αλλά και για όσα εσύ με κατέστησες αθώο· και γι᾿ αυτά θα προσπαθήσω να απολογηθώ, σαν να ήμουν ένοχος. Από αυτά, λοιπόν, εάν βέβαια θέλης, θα αρχίσω την απολογία μου. Θα ήμουν παράλογος και πολύ αγνώμων εάν μεν φρόντιζα για την υπόληψή μου και έκανα τα πάντα για να μεταπείσω τους κατηγόρους μου, τον αγαπητότερο φίλο μου δε, ο οποίος τόσο επιεικής υπήρξε έναντί μου, να μη προσπαθήσω να τον πείσω ότι δεν τον αδίκησα και ότι είμαι αθώος σε όσα με εγκαλεί. Δεδομένου μάλιστα ότι αυτός ακόμη εξακολουθεί να φροντίζη περισσότερο για τις δικές μου υποθέσεις, θα ήμουν αγνώμων αν επεδείκνυα μεγαλύτερη ραθυμία από το ενδιαφέρον που έχει επιδείξει ο ίδιος. Σε τι λοιπόν σε αδίκησα; Από την ερώτηση αυτή θα μπω στο πέλαγος της απολογίας μου. Μήπως σε εξαπάτησα, επειδή σου απέκρυψα τις σκέψεις μου; Για καλό σκοπό σε εξαπάτησα και σε παρέδωσα σ᾿ εκείνους οι οποίοι σε εξαπάτησαν. Αν βέβαια η απάτη είναι εν γένει κακό και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή καθόλου, τότε είμαι έτοιμος να αποδεχθώ την καταδίκη που εσύ νομίζεις ότι μου αρμόζει. Επειδή όμως εσύ ποτέ δεν θα δεχθής να με καταδικάσης, θα επιβάλω στον εαυτό μου την ποινή εκείνη που επιδικάζουν οι δικαστές στους εναγομένους από τους κατηγόρους σε δίκη ενόχους. Λοιπόν, αν η απάτη δεν είναι πάντοτε κακή, αλλά αποκτά αρνητικό ή θετικό περιεχόμενο ανάλογα με την προαίρεση εκείνων που τη χρησιμοποιούν, αφού σταματήσης να με εγκαλής απόδειξε ότι χρησιμοποίησα για κακό σκοπό το τέχνασμά μου. Μέχρι όμως να αποδειχθή αυτό δεν πρέπει να κατηγορείται ο απατών, προς τον οποίο μάλιστα σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να επιδεικνύεται ευγνωμοσύνη από τους απατωμένους, αν αυτοί θέλουν να είναι δίκαιοι. Τόσο δε είναι το κέρδος που προκαλείται από την επίκαιρη και ορθά επινοηθείσα απάτη, ώστε πολλοί να έχουν τιμωρηθή επειδή δεν έκαναν χρήση της απάτης όταν αυτό επιβαλλόταν. Έτσι, αν εξετάσης την ιστορία των επιτυχημένων στρατηγών όλων των εποχών, τότε θα διαπιστώσης ότι τα περισσότερα κατορθώματά τους υπήρξαν προϊόντα απάτης, μάλλον δε αυτοί επαινούνται πάρα εκείνοι οι οποίοι νίκησαν με φανερό τρόπο. Διότι οι τελευταίοι κερδίζουν τους πολέμους με τρομακτική χρηματική δαπάνη και τεράστιες απώλειες στρατιωτών, ώστε τελικά δεν προκύπτει κανένα ουσιαστικό όφελος από τη νίκη τους, πολύ περισσσότερο δε αφού οι νικητές δεν δυστυχούν λιγότερο από τους ηττημένους, δεδομένου ότι και τα στρατεύματά τους κατέστρεψαν και τα ταμεία άδειασαν. Επί πλέον δε οι ηττημένοι δεν τους αφήνουν να απολαύσουν όλους τους καρπούς της νίκης, αφού κάποιες φορές συμβαίνει και αυτοί να καρπώνονται μέρος της, αφού ηττώνται μόνο σωματικά, όχι ψυχικά. Τούτο συμβαίνει διότι αν ήταν δυνατό ο πληττόμενος να μη πεθαίνη, τότε δεν θα σταματούσε ποτέ να είναι ορμητικός και πρόθυμος να αγωνισθή. Αντίθετα, εκείνος ο οποίος κατόρθωσε να κερδίση τους εχθρούς με απάτη, τότε βαρύνει αυτούς όχι μόνο με τη συμφορά, αλλά και με τη γελοιοποίηση. Έτσι, λοιπόν, ενώ στην περίπτωση που το αποτέλεσμα μιας μάχης κρίνεται από την ανδρεία των στρατιωτών ο έπαινος κατανέμεται και στις δύο παρατάξεις, αντίθετα, στην περίπτωση που κυριαρχεί η φρόνηση και τα τεχνάσματα, ο θρίαμβος ανήκει ολοκληρωτικά στους νικητές και τα οφέλη από τη νίκη διαφυλάσσονται ακέραια για το Κράτος τους. Και τούτο διότι η φρόνηση της ψυχής δεν είναι ανάλογη προς τον πλούτο των χρημάτων και το πλήθος των στρατιωτών, τα οποία χρησιμοποιούμενα στους πολέμους συνεχώς μειώνονται και τελικά εκλείπουν, σε αντιδιαστολή προς τη φρόνηση, η οποία από τη φύση της όσο περισσότερο ασκείται τόσο περισσότερο αυξάνει. Η δε χρεία της απάτης δεν είναι αναγκαία μόνο σε πολέμους, αλλά και κατά τη διάρκεια της ειρήνης, όχι δε μόνο στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, αλλά και στην ιδιωτική ζωή, στις σχέσεις μεταξύ των συζύγων, του πατέρα προς τον υιό, του φίλου προς τον φίλο, ακόμη δε και των παιδιών προς τον πατέρα, όπως συνέβη με τη θυγατέρα του Σαούλ, η οποία δεν μπορούσε να αποσπάση τον άνδρα της από τον πατέρα της παρά μόνο με την απάτη. Αλλά και ο αδελφός αυτής, προκειμένου να συλλάβη και πάλι τον απελευθερωθέντα σύζυγο, κατάφερε να επιτύχη τον σκοπό του με τη χρήση τεχνάσματος. 
Και ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ απάντησε· Όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν με μένα, διότι εγώ ούτε εχθρός είμαι, ούτε από εκείνους οι οποίοι επιχειρούν να σε αδικήσουν. Εντελώς αντίθετα, εγώ εμπιστεύθηκα όλα όσα με αφορούσαν στη βούλησή σου, την οποία πάντοτε και ακολουθούσα.
θ. Μεγάλο το κέρδος της απάτης. Η θέση του Χρυσοστόμου και η κοινή λογική.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Μα, αγαπητέ μου και θαυμάσιε φίλε, γι᾿ αυτό ακριβώς και εγώ έφθασα στο σημείο να πω ότι όχι μόνο στον πόλεμο, ούτε μόνο στους εχθρούς, αλλά και στην ειρήνη και στους πολύ αγαπημένους είναι καλό να χρησιμοποιείται η απάτη. Ότι δε αυτή είναι χρήσιμη όχι μόνο στους απατώντες αλλά και στους απατωμένους, μπορείς να το διαπιστώσης αν επισκεφθής έναν από τους ιατρούς και τον ρωτήσης πως θεραπεύει τους ασθενείς του. Θα ακούσης από τους ιατρούς ότι δεν αρκούνται μόνο στην επιστήμη τους, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες συνδύασαν με αυτήν και τη βοήθεια της απάτης και έτσι κατάφεραν να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους. Πράγματι, αφ᾿ ενός μεν η δυστροπία των ασθενών, αφ᾿ ετέρου δε η βαρειά μορφή κάποιας ασθένειας, επιφέρουν κάποιες φορές τη μη συμμόρφωσή τους προς τις ιατρικές οδηγίες και καθιστούν αναγκαίο στον θεράποντα να υποδυθή το προσωπείο της απάτης, για να μπορέση να αποκρύψη την αλήθεια όσων πρέπει να γίνουν, όπως γίνεται δηλαδή και στη θεατρική σκηνή. Εάν δε θέλης μπορώ και εγώ να σου διηγηθώ μία από τις πολλές απάτες, τις οποίες άκουσα να μεταχειρίζονται ιατροί για να πετύχουν τον σκοπό τους. Κάποιος, λοιπόν, έπεσε ξαφνικά βαρειά άρρωστος και ο πυρετός του ανέβαινε συνεχώς. Ο ασθενής εκείνος αποστρεφόταν όμως τα φάρμακα, που μπορούσαν να κατεβάσουν τον πυρετό, επιθυμούσε δε να γευθή μεγάλη ποσότητα καθαρού οίνου και παρακαλούσε όσους προσέρχονταν να τον επισκεφθούν να του επιτρέψουν να ικανοποιήση την ολέθρια επιθυμία του. Αν όμως κάποιος του έκανε αυτή τη χάρη, τότε όχι μόνο θα του ανέβαινε ο πυρετός, αλλά επί πλέον ο δυστυχής θα πέθαινε από αποπληξία. Στο σημείο αυτό, όταν πλέον η επιστήμη περιήλθε σε πλήρη αμηχανία και δεν μπορούσε να εξεύρη καμμία λύση, αφού είχε πλήρως εκβληθή από τον δύστροπο ασθενή, εισήλθε η απάτη και έδειξε τη μεγάλη δύναμή της, όπως θα ακούσης αμέσως. Ο θεράπων ιατρός πήρε ένα αγγείο, το οποίο μόλις είχε βγη από την ειδική υψικάμινο και αφού το βύθισε σε πολύ κρασί, ακολούθως το γέμισε με νερό. Στη συνέχεια έδωσε εντολή να συσκοτισθή το δωμάτιο του ασθενή με πολλά παραπετάσματα, ώστε να μην αποκαλυφθή η απάτη του και του έδωσε να πιή από το περιεχόμενο του αγγείου, το δήθεν καθαρό κρασί. Ο ασθενής πριν ακόμη το λάβη στα χέρια του απατήθηκε από την οσμή του αγγείου και από το σκοτάδι και χωρίς να εξετάση προσεκτικά το ποτό που του δόθηκε, επειγόμενος από την επιθυμία για κρασί, ήπιε τελικά το υγρό που του δόθηκε αμέσως και έτσι διέφυγε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Βλέπεις, λοιπόν, ποιο είναι το κέρδος της απάτης, αν δε κάποιος ήθελε να αριθμήση τους δόλους των ιατρών, ο λόγος του θα επιμηκυνόταν στο άπειρο. Μπορεί δε να διαπιστώση κάποιος ότι το φάρμακο αυτό το χρησιμοποιούν συνεχώς όχι μόνο οι θεράποντες των σωμάτων, αλλά και οι επιμελούμενοι τα ψυχικά νοσήματα. Και ο μακάριος Παύλος με το φάρμακο αυτό προσπάθησε να προσελκύση τους αναρίθμητους Ιουδαίους, όταν περιέταμε τον Τιμόθεο, εκείνος, ο οποίος γράφοντας προς τους Γαλάτες υποστήριξε ότι ο Χριστός δεν πρόκειται να ωφελήση σε τίποτα τους περιτεμνομένους. Για να πετύχη τον σκοπό του υπέβαλε τον εαυτό του στις διατάξεις του νόμου, εκείνος ο οποίος θεωρούσε τη συμμόρφωση προς τις μωσαϊκές διατάξεις ζημία, μετά την οικείωση της πίστεως στον Χριστό. Διότι η δύναμη της απάτης είναι πολύ μεγάλη, αρκεί αυτή να μη γίνεται με κακή προαίρεση. Υπό την έννοια αυτή πρέπει η πράξη αυτή ούτε καν απάτη να ονομάζεται, αλλά είδος οικονομίας και σοφής διαχειρίσεως των καταστάσεων, ώστε να εξευρίσκεται διέξοδος στα αδιέξοδα και να επανορθώνονται τα ψυχικά πλημμελήματα. Έτσι, δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε τον Φινεές φονέα αν και με ένα κτύπημα σκότωσε δύο ανθρώπους, όπως επίσης και τον Ηλία, ο οποίος θανάτωσε τους εκατό στρατιώτες και τους επικεφαλής τους και έχυσε χείμαρρο αιμάτων από τη σφαγή των ιερέων των ειδώλων. Εάν δε επιτρέπαμε να συμβή το αντίθετο και απογυμνώναμε τις πράξεις από την προαίρεση των δρώντων, εξετάζοντες αυτές καθ᾿ εαυτές, τότε εκείνος ο οποίος θα ήθελε να κρίνη τον Αβραάμ θα τον χαρακτήριζε παιδοκτόνο, στον δε εγγονό του και στον απόγονό του θα έπρεπε να τους προσάψη την κατηγορία της κακουργίας και του δόλου, αφού ο μεν πρώτος υπεξαίρεσε τα φυσικά πρεσβεία, ο δε δεύτερος τον πλούτο των Αιγυπτίων τον μετέφερε στον στρατό των Ισραηλιτών. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, αντίθετα μάλιστα, αφού όχι μόνο απαλλάσσουμε των κατηγοριών αυτούς τους άνδρες, αλλά και τους θαυμάζουμε για τις πράξεις τους αυτές, επειδή και ο Θεός τους επήνεσε γι᾿ αυτά που έκαναν. Απατεώνας λοιπόν θα μπορούσε δικαίως να χαρακτηρισθή εκείνος ο οποίος χρησιμοποιεί την απάτη με δόλο και όχι εκείνος ο οποίος αποβλέπει σε υγιείς σκοπούς. Πολλές φορές μάλιστα είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθή απάτη και προκύπτει όντως μεγάλη ωφέλεια από τη χρήση της, ενώ ο προσεγγίζων μία υπόθεση με ευθύ τρόπο τυχαίνει να βλάπτη σοβαρά τον μη απατηθέντα.

ΟΙ "ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ" ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΟΙ "ΠΕΡΙ ΙΕΡΩΣΥΝΗΣ" ΛΟΓΟΙ 
ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΠΡΩΤΟΣ
α. Βασίλειος, ο φίλος του Χρυσοστόμου, ο οποίος υπερέβαλλε όλους τους άλλους.
Στη ζωή μου δημιούργησα πολλούς φίλους, γνήσιους και αληθινούς, οι οποίοι γνώριζαν και φύλατταν με ακρίβεια τους νόμους της φιλίας. Από τους πολλούς όμως αυτούς, ένας προσπαθούσε να τους υπερβή όλους στην επιδεικνυόμενη προς το πρόσωπό μου φιλία τόσο πολύ, όσο όλοι εκείνοι μαζί υπερέβαλλαν τους απλώς φίλα διακείμενους έναντί μου. Αυτός, λοιπόν, ήταν ένας από εκείνους, με τους οποίους διήγα από κοινού το μεγαλύτερο μέρος του βίου μου, δεδομένου μάλιστα ότι επιλέξαμε κοινούς πνευματικούς δρόμους και διδασκάλους. Μας χαρακτήριζε δε η ίδια προθυμία και εργατικότητα για τις σπουδές μας, αλλά και γενικότερα είχαμε κοινούς στόχους, οι οποίοι εκκινούσαν από την ίδια αφετηρία, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των σπουδών μας, αλλά και μετά την περάτωσή τους, όταν προσπαθούσαμε να επιλέξουμε την καλύτερη οδό που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε στη ζωή μας· και στην περίπτωση αυτή το φρόνημά μας συνέπιπτε.
β. Η ομόνοια Βασιλείου και Χρυσοστόμου, και συζητήσεις περί πάντων.
Πέραν τούτων, υπήρχαν και άλλα στοιχεία, τα οποία συντελούσαν στην αρραγή και ασφαλή διατήρηση της ήδη στενής φιλίας μας. Κανείς από τους δύο δηλαδή δεν φρονούσε υπεροπτικά για την πατρίδα του και την καταγωγή του, όσον δε αφορά στα υλικά αγαθά εγώ μεν δεν διέθετα υπερβολικά πλούτη, αλλά και εκείνος δεν βρισκόταν σε κατάσταση εσχάτης πενίας και έτσι το μέγεθος της περιουσίας του καθενός ήταν περίπου το ίδιο, όμοιο δηλαδή προς την ταυτότητα των εσωτερικών μας ανησυχιών. Είχαμε λοιπόν ισότιμη κοινωνική θέση και οι απόψεις μας συνέπιπταν.
γ. Ο ζυγός της φιλίας έγινε άνισος όταν ο Βασίλειος εγκολπώθηκε τον μοναστικό βίο.
Η ισορροπία αυτή όμως ανατράπηκε όταν ο μακάριος φίλος μου αποφάσισε να περιβληθή το μοναχικό σχήμα και να μυηθή στις αρχές της αληθούς φιλοσοφίας· η πλάστιγγα εκείνου εμετεωρείτο από την ελαφρύτητα των βαρών της, ενώ αντιθέτως εγώ, δεμένος σφικτά με τα δεσμά των κοσμικών επιθυμιών, την τραβούσα προς τα κάτω, όπου και τη διατηρούσα με τη βία, στιβάζοντας πάνω της νεανικές φαντασίες. Για τον λόγο λοιπόν αυτό η μεν φιλία μας έμεινε σταθερή, όπως και ενωρίτερα, η συναναστροφή μας όμως εύλογα διακόπηκε, αφού τα περί του βίου ενδιαφέροντα του καθενός είχαν διαφοροποιηθή πλέον. Όταν μάλιστα και εγώ κατόρθωσα κάποτε να διασωθώ από τις τρικυμίες του βίου, ο φίλος μου με δέχθηκε μεν με ανοικτές αγκάλες, όμως δεν ήταν δυνατό να διατηρηθή η προγενέστερη ισορροπημένη καθ᾿ όλα σχέση μας, διότι εκείνος έχοντας όχι μόνο προηγηθή χρονικώς στον μοναχικό βίο, αλλά και επιδεικνύοντας μεγάλο ζήλο στην οικείωση της ασκητικής εμπειρίας, ανήλθε σε τέτοιο ύψος, ώστε τελικά κατέστη ανώτερός μου.
δ. Η πρόθεση για τη συγκατοίκηση των δύο φίλων.
Πλην, όμως, όντας αγαθός και αποδίδοντας μεγάλη τιμή στη φιλία μας, απομάκρυνε τον εαυτό του από όλους και αφιέρωσε σε μένα όλο τον χρόνο του. Αυτό εξ άλλου επιθυμούσε και ενωρίτερα, κωλυόταν όμως από τη δική μου ραθυμία να ακολουθήσω τον ίδιο βίο. Πράγματι, δεν ήταν δυνατό εγώ, ασχολούμενος με τις δικαστικές υποθέσεις και συγκινούμενος από τις θεατρικές απολαύσεις να συναναστρέφομαι πολλές φορές εκείνον ο οποίος ήταν προσηλωμένος στη μελέτη των βιβλίων και δεν είχε εμφανισθή ποτέ στην αγορά. Όταν λοιπόν με αποδέχτηκε με ικανοποίηση στη ζωή του μου αποκάλυψε τον βαθύτερο πόθο που έτρεφε μέσα του από παλαιότερα· έκανε δηλαδή τα πάντα, ώστε να είμαστε το μεγαλύτερο διάστημα της ημέρας μαζί, επί πλέον δε με παρακαλούσε συνεχώς να εγκαταλείψουμε τις οικίες μας και να συγκατοικήσουμε, κάτι για το οποίο τελικά με έπεισε. Είμεθα λοιπόν έτοιμοι να υλοποιήσουμε την απόφαση αυτή.
ε. Οι διαμαρτυρίες της μητέρας.
Όμως οι συνεχείς διαμαρτυρίες της μητέρας μου με εμπόδισαν να ανταποκριθώ στην επιθυμία του, μάλλον δε να λάβω τη δωρεά που μου προσέφερε. Η μητέρα μου είχε καταλάβει τα σχέδιά μου και αφού έπιασε το δεξί μου χέρι με οδήγησε στον ιδιαίτερο χώρο της, όπου καθίσαμε κοντά στην κλίνη επί της οποίας με γέννησε. Εκεί, χύνοντας ποταμούς δακρύων, μου απηύθυνε οδυρόμενη τα ακόλουθα λόγια, τα οποία πονούσαν περισσότερο και από τα δάκρυά της· Εγώ, παιδί μου, είπε, δεν αφέθηκα να απολαύσω για πολύ την αρετή του πατέρα σου, επειδή αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Τις ωδίνες που γνώρισα κατά τον τοκετό σου διαδέχτηκε ο θάνατος εκείνου, γεγονός που προκάλεσε σ' εσένα ορφάνια, σε μένα δε άωρη χηρεία, τα δεινά της οποίας μόνο οι παθούσες μπορούν να γνωρίζουν καλά. Καμμιά ακτίνα ανακουφίσεως δεν φαινόταν στον ορίζοντα της βαρυχειμωνιάς και της τρικυμίας που ζει μία κοπέλα, η οποία μόλις έχει εγκαταλείψει τον πατρικό της οίκο και είναι εντελώς άπειρη, ξαφνικά πέφτει σε βαρύ πένθος και αναγκάζεται να επωμισθή φροντίδες, οι οποίες είναι πολύ μεγάλες τόσο για την ηλικία, όσο και τη φύση της. Διότι πρέπει, νομίζω, και τις αμέλειες των υπηρετών να επανορθώνη και τις κακουργίες τους να παρατηρή προσεκτικά, και τις επιβουλές των συγγενών να αποκρούη, και τις ύβρεις και την τραχύτητα των εισπρακτόρων των δημοσίων εσόδων κατά τη συγκέντρωση των φόρων να υπομένη με θάρρος. Εάν δε ο κοιμηθείς απέλθη αφήνοντας και παιδί, τότε η μητέρα θα επωμιστή το βάρος πολλών φροντίδων, ακόμη, και αν αυτό είναι θήλυ, οπότε αυτή θα απαλλαγή και εξόδων και φόβου· πολύ δε περισσότερες δυσκολίες θα έχη αυτή να αντιμετωπίση αν πρόκειται για αγόρι, το οποίο θα την επιφορτίζη καθημερινά με πολλούς φόβους και περισσότερες φροντίδες. Αφήνω δε κατά μέρος το χρηματικό κόστος που θα πρέπει να επιβαρυνθή αν επιθυμή να το μορφώση ως ελεύθερο πολίτη. Εμένα όμως τίποτα από όλα αυτά δεν με κατέπεισε να προχωρήσω στη σύναψη δεύτερου γάμου και να εισάξω νυμφίο στην οικία του πατέρα σου. Αντίθετα μάλιστα, προτιμούσα να παραμένω στη στενοχώρια και τη σύγχυση χωρίς να φεύγω από τη σιδερένια κάμινο της χηρείας. Στον αγώνα μου αυτό αρχικά ενισχύθηκα από τη θεία αρωγή, με παρηγορούσε όμως και το γεγονός ότι με τη συνεχή θέα της όψεώς σου διαφυλασσόταν μέσα μου η έμψυχη εικόνα του θανόντος πατέρα σου. Γι᾿ αυτό λοιπόν και όταν ήσουν νήπιο και δεν είχες ακόμη μάθει να μιλάς, όταν δηλαδή ήσουν στην ηλικία που τα παιδιά ευχαριστούν τους γονείς, μου έδινες πολύ κουράγιο. Έτσι, δεν μπορείς να με μεμφθής ότι δεν αντιμετώπισα με κουράγιο τη χηρεία μου ή ότι ελάττωσα την περιουσία που σου άφησε ο πατέρας σου για να ικανοποιήσω διάφορες ανάγκες της ζωής μας λόγω της χηρείας μου, γεγονός που γνωρίζω ότι συνέβη σε πολλούς, οι οποίοι δυστύχησαν να μείνουν ορφανοί. Αντιθέτως και αυτήν διατήρησα ακέραια και σε όσες δαπάνες απαιτήθηκαν για την πρόοδό σου ήμουν συνεπέστατη, αντλούσα δε πάντοτε τα χρήματα από την προικώα περιουσία μου. Μη νομίσης δε ότι με τα όσα λέγω τώρα προσπαθώ να σε ψέξω· εκείνο που σου ζητώ ως χάρη αντί όλων αυτών είναι η παράκληση να μη με περιβάλης με μία δεύτερη χηρεία και να μη αναζωπυρήσης τον κατασιγασθέντα πια πόνο του πένθους, αλλά να περιμένης τον θάνατό μου, αφού είναι μάλλον πιθανό ότι θα πεθάνω σε λίγο χρόνο, δεδομένου ότι οι νέοι ελπίζουν βέβαια να φθάσουν μέχρι το βαθύ γήρας, εμείς όμως δεν αναμένουμε τίποτα άλλο από τον θάνατο. Όταν λοιπόν με παραδώσης στη γη και με αναμίξης με τα οστά του πατέρα σου, τότε ετοιμάσου για μακρινά ταξίδια και πλεύσε σε όποια θάλασσα θέλης, κανείς δεν θα σε εμποδίση. Για όσο όμως ζω εξακολούθησε να μένης μαζί μου και μη προσκρούσης μάταια και χωρίς λόγο στον Θεό, περιβάλλοντας με τόσα κακά εμένα, που ποτέ δεν σε αδίκησα. Εάν βέβαια με εγκαλέσης ότι σε σύρω γύρω από βιοτικές φροντίδες και σε αναγκάζω να αναλάβης τη διαχείριση της περιουσίας σου, τότε ούτε τους φυσικούς νόμους, ούτε την ανατροφή σου, ούτε τα επικρατούντα ήθη, με μία λέξη δε μη σεβασθής τίποτα, φύγε μακριά μου, σαν να είμαι επίβουλος και εχθρός σου. Εάν όμως κάνω τα πάντα για να διευκολύνω τη ζωή σου, τότε αν μη τι άλλο ας σε κρατά κοντά μου αυτός ο δεσμός. Όσο και αν λέγης ότι σε αγαπούν χιλιάδες άνθρωποι, κανείς δεν θα σου δώση τη δυνατότητα να απολαύσης τόση ελευθερία, γιατί δεν υπάρχει κάποιος, ο οποίος να επιθυμή την ευδοκίμησή σου όσο εγώ.
στ. Η απάτη του Χρυσοστόμου στη χειροτονία.
Αυτά και πολλά περισσότερα ακόμη μου έλεγε η μητέρα μου, τα οποία με τη σειρά μου ανέφερα στον φίλο μου. Εκείνος όχι μόνο δεν επτοείτο από τα λόγια αυτά, αντιθέτως μάλιστα επέμενε περισσότερο, διατυπώνοντας τα ίδια προς τα προγενέστερα αιτήματα. Και ενώ βρισκόμασταν στην κατάσταση αυτή, εκείνος δηλαδή συνεχώς ικέτευε, εγώ δε από την πλευρά μου δεν έδινα τη συγκατάθεσή μου, ξαφνικά κάποια φήμη που διαδόθηκε μας τάραξε και τους δύο· η φήμη αυτή μας έφερνε υποψηφίους για το επισκοπικό αξίωμα. Μόλις άκουσα την πληροφορία κατελήφθην από φόβο και απορία· από φόβο μεν μήπως αναγκασθώ και παρά τη θέλησή μου να αποδεχθώ το επισκοπικό αξίωμα, από απορία δε διότι δεν μπορούσα να κατανοήσω πως οι άνθρωποι εκείνοι θυμήθηκαν για κάτι τέτοιο εμάς τους δύο, γιατί, όσον αφορούσε σε μένα, δεν με θεωρούσα καθόλου άξιο εκείνης της τιμής. Ο φίλος μου από την πλευρά του με επισκέφθηκε κατ᾿ ιδίαν και νομίζοντας ότι αγνοούσα τη σχετική φήμη με κατέστησε κοινωνό αυτής, ζητώντας, όπως και παλαιότερα έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση να πράξουμε και να φανούμε ότι σκεπτόμαστε τα ίδια. Ήταν μάλιστα προετοιμασμένος να ακολουθήση όποια απόφαση και αν έπαιρνα, είτε την οδό της φυγής είτε της εκλογής στο επισκοπικό αξίωμα. Αντιλαμβανόμενος όμως εγώ την προθυμία του να αναδεχθή την εκλογή και θεωρώντας ζημία για όλον τον λαό της Εκκλησίας να αποστερήσω την ποίμνη του Χριστού από έναν νέο τόσο αγαθό και ικανό να διευθύνη τις υποθέσεις των πιστών εξ αιτίας της δικής μου αδυναμίας, δεν του αποκάλυψα τη γνώμη που είχα διαμορφώσει για το θέμα. Και τούτο μολονότι ποτέ στο παρελθόν δεν του είχα αποκρύψει τις σκέψεις μου. Λέγοντάς του όμως ότι έπρεπε η σχετική απόφαση να ετεροχρονισθή, διότι ήταν κάτι που δεν πίεζε χρονικά, τον έπεισα να μην ασχολείται άλλο με το θέμα, του έδωσα δε τα εχέγγυα ότι σε περίπτωση που συνέβαινε εκείνο που φοβόταν, να χειροτονηθή δηλαδή χωρίς τη θέλησή του, θα τον στήριζα στην απόφαση που θα έπαιρνε σχετικά. Μετά την παρέλευση λίγου χρόνου, όταν έφθασε στην πόλη μας ο επίσκοπος, ο οποίος επρόκειτο να μας χειροτονήση, εγώ έμενα κρυμμένος, αυτός δε μη γνωρίζοντας τίποτε από όλα όσα συνέβαιναν οδηγείται ενώπιον του επισκόπου με άλλη πρόφαση και τελικά δέχεται τον ζυγό της ιερωσύνης, ελπίζοντας σε ό,τι του είχα υποσχεθή, ότι δηλαδή θα τον ακολουθούσα στην απόφασή του, μάλλον δε νόμιζε ότι ακολουθούσε εμένα. Διότι μερικοί από τους παρευρισκομένους, βλέποντες αυτόν να αγανακτή με την όλη κατάσταση, τον εξαπάτησαν λέγοντες ότι ήταν άτοπο εγώ, ο θεωρούμενος από όλους θρασύτερος να αποδέχομαι με συγκατάβαση την κρίση των Πατέρων, εκείνος δε ο συνετότερος και μετριοπαθέστερος να φέρεται με θράσος και κενοδοξία, αντιδρώντας με έπαρση και προσπαθώντας να αποφύγη τη συμμόρφωσή του προς την ειλημμένη απόφαση. Τα λόγια αυτά τον έκαναν να υποχωρήση, επειδή όμως πληροφορήθηκε ότι εγώ απέφυγα να εμφανισθώ, με επισκέφθηκε όντας πολύ κατηφής. Κάθισε λοιπόν δίπλα μου και ήθελε μεν κάτι να μου ειπή, όμως η στενοχώρια που τον κατείχε δεν του επέτρεπε να παραστήση με λόγια τη βία που υπέστη, αφού η βαρυθυμία εμπόδιζε τις φράσεις να περάσουν τα δόντια του και να ακουστούν. Τότε, βλέποντάς τον δακρυσμένο και πολύ ταραγμένο και γνωρίζοντας την αιτία, γελούσα με μεγάλη ευχαρίστηση και κρατώντας το δεξί του χέρι προσπαθούσα να τον ασπασθώ, ενώ παράλληλα δόξαζα τον Θεό για την αίσια έκβαση του τεχνάσματός μου. Εκείνος, καθώς με είδε περιχαρή και γελαστό και καταλάβαινε ότι τον είχα εξαπατήσει, ελυπείτο ακόμη περισσότερο.
ζ. Επιεικής και αφελής η κατηγορία του Βασιλείου.
Όταν σε κάποια στιγμή αμβλύνθηκε για λίγο η ψυχική του ταραχή, είπε,Αν εμένα με περιφρόνησες εντελώς και δεν αποδίδεις καμμία σημασία στα λόγια μου, δεν γνωρίζω για ποιο λόγο θα έπρεπε να φροντίζης για την υπόληψή σου. Τώρα πλέον προκάλεσες τα γενικά σχόλια του κόσμου· όλοι λέγουν ότι από κενοδοξία αποσύρθηκες από τη διακονία του ιερατικού λειτουργήματος, δεν υπάρχει δε εκείνος που θα σε απαλλάξη από την κατηγορία αυτή. Εγώ πλέον ούτε στην αγορά δεν μπορώ να εμφανισθώ, διότι πολλοί με πλησιάζουν και εκτοξεύουν εναντίον μου κατηγορίες καθημερινά. Όταν με δουν σε κάποιο σημείο της πόλεως φίλοι μας, με παίρνουν κάπου ιδιαίτερα και μου επιρρίπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης, διότι, λέγουν, αφού γνώριζες την απόφασή του, δεδομένου ότι γνωρίζεις όλες τις σκέψεις του, δεν έπρεπε να μας την αποκρύψης, αλλά να μας την καταστήσης γνωστή· έτσι, εμείς θα εξευρίσκαμε κάποιο τέχνασμα για να τον φέρουμε ενώπιον του επισκόπου. Από την πλευρά μου, ντρέπομαι και κοκκινίζω να τους πω ότι δεν γνώριζα τις αποφάσεις που είχες λάβει σχετικά, για να μη νομίσουν ότι και η δική μας φιλία κυλούσε μέσα στην υποκρισία. Ακόμη και αν έτσι είναι, όπως πράγματι είναι, αφού δεν μπορείς να το αρνηθής μετά τα όσα έπραξες σήμερα εναντίον μου, καλό είναι εντούτοις να κρύβουμε τις αδυναμίες μας προς εκείνους οι οποίοι έχουν θετική αντίληψη για μας. Διστάζω να τους πω την αλήθεια για την πραγματική κατάσταση της σχέσεώς μας και αναγκάζομαι να σιωπώ και να σκύβω το κεφάλι μου στη γη, όσους δε συναντώ τους αποφεύγω αλλάζοντας δρόμο. Και αν ακόμη με απαλλάξουν από την προηγούμενη κατηγορία, της κατ᾿ επίφαση φιλίας, θα με κατακρίνουν αναγκαστικά ως ψεύτη, διότι δεν θα πιστεύσουν ποτέ ότι εσύ κατέταξες και τον Βασίλειο μαζί με εκείνους, οι οποίοι δεν δικαιούνται να γνωρίζουν τις σκέψεις σου. Για το θέμα αυτό όμως δεν έχω να πω πολλά, αφού έτσι έκρινες σκόπιμο να πράξης. Πώς όμως θα απαλείψουμε την υπόλοιπη αισχύνη; ’λλοι σου προσάπτουν την κατηγορία της υπεροψίας, άλλοι της φιλοδοξίας, οι αφειδέστεροι δε των κατηγόρων σου σε εγκαλούν και για τα δύο, προσθέτουν μάλιστα και την ύβρη προς τους εκλέκτορες, για τους οποίους λέγουν ότι δικαίως υπέστησαν την ταπείνωση αυτή, θα τους άξιζε δε και μεγαλύτερη ακόμη ατίμωση από αυτή, διότι παρέβλεψαν τόσους αξιόλογους άνδρες και προτίμησαν ανώριμα παιδιά, τα οποία μόλις είχαν εισέλθει στους κλυδωνισμούς του βίου. Αυτά λοιπόν τα μειράκια, τα οποία προσποιούνται ευσέβεια και ταπείνωση και φορούν τα μαύρα ενδύματα, ξαφνικά τα περιποιήθηκαν με τέτοια τιμή, την οποία ούτε στον ύπνο τους δεν προσδόκησαν ότι θα ελάμβαναν ποτέ. Έτσι, εκείνοι οι οποίοι ασκήθηκαν από πολύ μικρή ηλικία μέχρι τα βαθιά τους γεράματα είναι στην τάξη των αρχομένων και άρχονται από τα παιδιά τους, τα οποία ούτε καν έχουν ακούσει τους νόμους, πάνω στους οποίους στηρίζεται η άσκηση αυτής της εξουσίας. Αυτά και άλλα πολλά μας προσάπτουν καθημερινά, εγώ δε μη όντας σε θέση να απαντήσω χρειάζομαι τη βοήθειά σου, διότι νομίζω ότι δεν απέφυγες χωρίς λόγο τη χειροτονία και προκάλεσες έτσι την έχθρα τόσο σπουδαίων ανθρώπων. Αντίθετα, πιστεύω ότι κατέληξες στην απόφασή σου αυτή μετά από σοβαρή σκέψη και για τον λόγο αυτό στοχάζομαι ότι είσαι έτοιμος να απολογηθής σχετικά. Πες μου λοιπόν αν μπορούμε να αντιπαραθέσουμε κάποια σοβαρή αιτιολογία για όλα αυτά στους κατηγόρους μας. Όσον αφορά στις αδικίες, τις οποίες υπέστην από εσένα δεν θα σου ζητήσω τον λόγο· ούτε για την απάτη, ούτε για την προδοσία, ούτε για όσα απήλαυσες από εμένα κατά τον προγενέστερο χρόνο. Και την ψυχή μου ακόμα, για να το πω έτσι, εναπέθεσα στα χέρια σου. Εσύ όμως μου συμπεριφέρθηκες με τόση πανουργία, σαν να επρόκειτο να προφυλαχθής από κάποιους εχθρούς σου. Έπρεπε, εάν μεν θεωρούσες ωφέλιμη τη χειροτονία να μη την αποφύγης, ενώ αντίθετα εάν διέβλεπες σ᾿ αυτή βλάβη, έπρεπε να προφυλάξης και εμένα από τη ζημία αυτή, αφού έλεγες ότι πάντοτε με έθετες υπεράνω όλων των άλλων. Τουναντίον, εσύ έκανες τα πάντα ώστε να πέσω στην παγίδα, δεν εφείσθης δε ούτε δόλου ούτε υποκρισίας έναντι εκείνου, ο οποίος συνήθιζε να σου συμπεριφέρεται πάντοτε άδολα και ειλικρινά. Όμως, όπως είπα, δεν σε εγκαλώ για όλα αυτά, ούτε αναφέρομαι στη μοναξιά, στην οποία με έφερες μετά τη διακοπή της συναναστροφής μας, από την οποία πολλές φορές αποκόμισα όχι ευκαταφρόνητη ευχαρίστηση και ωφέλεια. Όλα αυτά βέβαια τα αντιπαρέρχομαι με σιωπή και πραότητα, όχι επειδή μου φέρθηκες ανάλογα, αλλά επειδή από την ημέρα που αποδέχτηκα τη φιλία μας έθεσα ως απαράβατο όρο να μη σου ζητώ τον λόγο κάθε φορά που θα μου προκαλούσες λύπη. Φυσικά, γνωρίζεις και ο ίδιος ότι μου προξένησες όχι μικρή ζημία, εάν βέβαια θυμάσαι ό,τι έλεγαν τόσο οι έξωθεν για μας, όσο και εμείς οι ίδιοι, ότι δηλαδή το κέρδος μας ήταν μεγάλο από την ομοψυχία και από τη στερέωση της φιλίας μας. Και οι μεν άλλοι όλοι έλεγαν ότι η δική μας ομόνοια θα ωφελήση και πολλούς άλλους σημαντικά, κάτι που εγώ, όσον αφορά σε μένα, ποτέ δεν διανοήθηκα, έλεγα δε ότι από την ομοφροσύνη μας θα προκύψη τουλάχιστον το μεγάλο κέρδος να καταστούμε απρόσβλητοι σε όσους προσπαθήσουν να διαβάλουν τη φιλία μας. Για όλα αυτά ποτέ δεν σταμάτησα να σου μιλώ, διότι ο καιρός είναι χαλεπός, οι επίβουλοι πολλοί, η γνήσια αγάπη χάθηκε και έχει επικρατήσει ο όλεθρος της βασκανίας. Βαδίζουμε πλέον μέσα από παγίδες και περπατούμε πάνω σε επάλξεις πόλεων. Πράγματι, υπάρχουν πολλοί σε πολλά μέρη, οι οποίοι είναι έτοιμοι να εκμεταλλευθούν τη δυστυχία μας και κανείς αρωγός μας, ή πολύ ελάχιστοι. Πρόσεχε, μήπως με την τυχόν διάστασή μας γίνουμε καταγέλαστοι και υποστούμε ακόμη μεγαλύτερη ζημία από αυτήν. Ο αδελφός, ο οποίος βοηθείται από τον αδελφό του είναι σαν πόλη καλά οχυρωμένη και βασίλειο στέρεα θεμελιωμένο. Μη διαλύσης λοιπόν τη γνήσια φιλία μας και μη γκρεμίσης τα στέρεα θεμέλιά της. Αυτά και άλλα πολλά έλεγα συνεχώς, μη υποπτευόμενος ποτέ ότι θα συνέβαινε το αντίθετο, αφού θεωρούσα ότι τηρούσες την ορθή στάση έναντι της φιλίας μας. Προσπαθούσα δηλαδή να σε θεραπεύσω ενώ ακόμη ήσουν υγιής, αλλά μου διέφευγε, όπως φαίνεται, ότι χορηγούσα τα φάρμακά μου σε ασθενή. Δυστυχώς όμως, δεν κατάφερα τίποτα από την υπερβολική αυτή χορηγία. Διότι όλα τα απέρριψες με μία κίνηση και δεν διαλογίσθηκες καθόλου πάνω σε όσα σου έλεγα. Έτσι, με άφησες μόνο σαν ακυβέρνητο πλοίο στο άπειρο πέλαγος, χωρίς να συλλογισθής τα άγρια κύματα, τα οποία έπρεπε να αντιμετωπίσω. Αν μάλιστα με συκοφαντήσουν, ή με χλευάσουν ή με υβρίσουν με οποιοδήποτε τρόπο, πράγμα εύλογο να συμβή, σε ποιόν θα καταφύγω για να εκμυστηρευθώ τα προβλήματά μου, ποιός θα θελήση να με υπερασπισθή και να ανακόψη εκείνους οι οποίοι με λυπούν με το έργο τους, επί πλέον δε να με παραμυθήση και να με καταστήση ικανό να αντισταθώ στις οποιεσδήποτε προσβολές; Δεν υπάρχει κανείς, αφού εσύ στέκεσαι μακριά από τον φοβερό αυτόν πόλεμο και δεν μπορείς ούτε την κραυγή μου να ακούσης. Γνωρίζεις άραγε το κακό που διέπραξες, κατανόησες το μέγεθος της πληγής που μου επέφερες; Αλλά ας τα αφήσουμε όλα αυτά, αφού δεν μπορούμε πλέον να αναλύσουμε όσα ήδη έγιναν, ούτε να εξεύρουμε λύση για δυσεπίλυτα προβλήματα. Ας ασχοληθούμε με την απολογία μας προς εκείνους οι οποίοι μας κατηγορούν.
η. Απολογία του Χρυσοστόμου έναντι των κατηγοριών.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Έχε θάρρος, είπα εγώ. Είμαι έτοιμος να αναλάβω την ευθύνη όχι μόνο για τις κατηγορίες αυτές, αλλά και για όσα εσύ με κατέστησες αθώο· και γι᾿ αυτά θα προσπαθήσω να απολογηθώ, σαν να ήμουν ένοχος. Από αυτά, λοιπόν, εάν βέβαια θέλης, θα αρχίσω την απολογία μου. Θα ήμουν παράλογος και πολύ αγνώμων εάν μεν φρόντιζα για την υπόληψή μου και έκανα τα πάντα για να μεταπείσω τους κατηγόρους μου, τον αγαπητότερο φίλο μου δε, ο οποίος τόσο επιεικής υπήρξε έναντί μου, να μη προσπαθήσω να τον πείσω ότι δεν τον αδίκησα και ότι είμαι αθώος σε όσα με εγκαλεί. Δεδομένου μάλιστα ότι αυτός ακόμη εξακολουθεί να φροντίζη περισσότερο για τις δικές μου υποθέσεις, θα ήμουν αγνώμων αν επεδείκνυα μεγαλύτερη ραθυμία από το ενδιαφέρον που έχει επιδείξει ο ίδιος. Σε τι λοιπόν σε αδίκησα; Από την ερώτηση αυτή θα μπω στο πέλαγος της απολογίας μου. Μήπως σε εξαπάτησα, επειδή σου απέκρυψα τις σκέψεις μου; Για καλό σκοπό σε εξαπάτησα και σε παρέδωσα σ᾿ εκείνους οι οποίοι σε εξαπάτησαν. Αν βέβαια η απάτη είναι εν γένει κακό και δεν μπορεί να χρησιμοποιηθή καθόλου, τότε είμαι έτοιμος να αποδεχθώ την καταδίκη που εσύ νομίζεις ότι μου αρμόζει. Επειδή όμως εσύ ποτέ δεν θα δεχθής να με καταδικάσης, θα επιβάλω στον εαυτό μου την ποινή εκείνη που επιδικάζουν οι δικαστές στους εναγομένους από τους κατηγόρους σε δίκη ενόχους. Λοιπόν, αν η απάτη δεν είναι πάντοτε κακή, αλλά αποκτά αρνητικό ή θετικό περιεχόμενο ανάλογα με την προαίρεση εκείνων που τη χρησιμοποιούν, αφού σταματήσης να με εγκαλής απόδειξε ότι χρησιμοποίησα για κακό σκοπό το τέχνασμά μου. Μέχρι όμως να αποδειχθή αυτό δεν πρέπει να κατηγορείται ο απατών, προς τον οποίο μάλιστα σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να επιδεικνύεται ευγνωμοσύνη από τους απατωμένους, αν αυτοί θέλουν να είναι δίκαιοι. Τόσο δε είναι το κέρδος που προκαλείται από την επίκαιρη και ορθά επινοηθείσα απάτη, ώστε πολλοί να έχουν τιμωρηθή επειδή δεν έκαναν χρήση της απάτης όταν αυτό επιβαλλόταν. Έτσι, αν εξετάσης την ιστορία των επιτυχημένων στρατηγών όλων των εποχών, τότε θα διαπιστώσης ότι τα περισσότερα κατορθώματά τους υπήρξαν προϊόντα απάτης, μάλλον δε αυτοί επαινούνται πάρα εκείνοι οι οποίοι νίκησαν με φανερό τρόπο. Διότι οι τελευταίοι κερδίζουν τους πολέμους με τρομακτική χρηματική δαπάνη και τεράστιες απώλειες στρατιωτών, ώστε τελικά δεν προκύπτει κανένα ουσιαστικό όφελος από τη νίκη τους, πολύ περισσσότερο δε αφού οι νικητές δεν δυστυχούν λιγότερο από τους ηττημένους, δεδομένου ότι και τα στρατεύματά τους κατέστρεψαν και τα ταμεία άδειασαν. Επί πλέον δε οι ηττημένοι δεν τους αφήνουν να απολαύσουν όλους τους καρπούς της νίκης, αφού κάποιες φορές συμβαίνει και αυτοί να καρπώνονται μέρος της, αφού ηττώνται μόνο σωματικά, όχι ψυχικά. Τούτο συμβαίνει διότι αν ήταν δυνατό ο πληττόμενος να μη πεθαίνη, τότε δεν θα σταματούσε ποτέ να είναι ορμητικός και πρόθυμος να αγωνισθή. Αντίθετα, εκείνος ο οποίος κατόρθωσε να κερδίση τους εχθρούς με απάτη, τότε βαρύνει αυτούς όχι μόνο με τη συμφορά, αλλά και με τη γελοιοποίηση. Έτσι, λοιπόν, ενώ στην περίπτωση που το αποτέλεσμα μιας μάχης κρίνεται από την ανδρεία των στρατιωτών ο έπαινος κατανέμεται και στις δύο παρατάξεις, αντίθετα, στην περίπτωση που κυριαρχεί η φρόνηση και τα τεχνάσματα, ο θρίαμβος ανήκει ολοκληρωτικά στους νικητές και τα οφέλη από τη νίκη διαφυλάσσονται ακέραια για το Κράτος τους. Και τούτο διότι η φρόνηση της ψυχής δεν είναι ανάλογη προς τον πλούτο των χρημάτων και το πλήθος των στρατιωτών, τα οποία χρησιμοποιούμενα στους πολέμους συνεχώς μειώνονται και τελικά εκλείπουν, σε αντιδιαστολή προς τη φρόνηση, η οποία από τη φύση της όσο περισσότερο ασκείται τόσο περισσότερο αυξάνει. Η δε χρεία της απάτης δεν είναι αναγκαία μόνο σε πολέμους, αλλά και κατά τη διάρκεια της ειρήνης, όχι δε μόνο στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, αλλά και στην ιδιωτική ζωή, στις σχέσεις μεταξύ των συζύγων, του πατέρα προς τον υιό, του φίλου προς τον φίλο, ακόμη δε και των παιδιών προς τον πατέρα, όπως συνέβη με τη θυγατέρα του Σαούλ, η οποία δεν μπορούσε να αποσπάση τον άνδρα της από τον πατέρα της παρά μόνο με την απάτη. Αλλά και ο αδελφός αυτής, προκειμένου να συλλάβη και πάλι τον απελευθερωθέντα σύζυγο, κατάφερε να επιτύχη τον σκοπό του με τη χρήση τεχνάσματος. 
Και ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ απάντησε· Όλα αυτά δεν έχουν να κάνουν με μένα, διότι εγώ ούτε εχθρός είμαι, ούτε από εκείνους οι οποίοι επιχειρούν να σε αδικήσουν. Εντελώς αντίθετα, εγώ εμπιστεύθηκα όλα όσα με αφορούσαν στη βούλησή σου, την οποία πάντοτε και ακολουθούσα.
θ. Μεγάλο το κέρδος της απάτης. Η θέση του Χρυσοστόμου και η κοινή λογική.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Μα, αγαπητέ μου και θαυμάσιε φίλε, γι᾿ αυτό ακριβώς και εγώ έφθασα στο σημείο να πω ότι όχι μόνο στον πόλεμο, ούτε μόνο στους εχθρούς, αλλά και στην ειρήνη και στους πολύ αγαπημένους είναι καλό να χρησιμοποιείται η απάτη. Ότι δε αυτή είναι χρήσιμη όχι μόνο στους απατώντες αλλά και στους απατωμένους, μπορείς να το διαπιστώσης αν επισκεφθής έναν από τους ιατρούς και τον ρωτήσης πως θεραπεύει τους ασθενείς του. Θα ακούσης από τους ιατρούς ότι δεν αρκούνται μόνο στην επιστήμη τους, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις, στις οποίες συνδύασαν με αυτήν και τη βοήθεια της απάτης και έτσι κατάφεραν να θεραπεύσουν τους ασθενείς τους. Πράγματι, αφ᾿ ενός μεν η δυστροπία των ασθενών, αφ᾿ ετέρου δε η βαρειά μορφή κάποιας ασθένειας, επιφέρουν κάποιες φορές τη μη συμμόρφωσή τους προς τις ιατρικές οδηγίες και καθιστούν αναγκαίο στον θεράποντα να υποδυθή το προσωπείο της απάτης, για να μπορέση να αποκρύψη την αλήθεια όσων πρέπει να γίνουν, όπως γίνεται δηλαδή και στη θεατρική σκηνή. Εάν δε θέλης μπορώ και εγώ να σου διηγηθώ μία από τις πολλές απάτες, τις οποίες άκουσα να μεταχειρίζονται ιατροί για να πετύχουν τον σκοπό τους. Κάποιος, λοιπόν, έπεσε ξαφνικά βαρειά άρρωστος και ο πυρετός του ανέβαινε συνεχώς. Ο ασθενής εκείνος αποστρεφόταν όμως τα φάρμακα, που μπορούσαν να κατεβάσουν τον πυρετό, επιθυμούσε δε να γευθή μεγάλη ποσότητα καθαρού οίνου και παρακαλούσε όσους προσέρχονταν να τον επισκεφθούν να του επιτρέψουν να ικανοποιήση την ολέθρια επιθυμία του. Αν όμως κάποιος του έκανε αυτή τη χάρη, τότε όχι μόνο θα του ανέβαινε ο πυρετός, αλλά επί πλέον ο δυστυχής θα πέθαινε από αποπληξία. Στο σημείο αυτό, όταν πλέον η επιστήμη περιήλθε σε πλήρη αμηχανία και δεν μπορούσε να εξεύρη καμμία λύση, αφού είχε πλήρως εκβληθή από τον δύστροπο ασθενή, εισήλθε η απάτη και έδειξε τη μεγάλη δύναμή της, όπως θα ακούσης αμέσως. Ο θεράπων ιατρός πήρε ένα αγγείο, το οποίο μόλις είχε βγη από την ειδική υψικάμινο και αφού το βύθισε σε πολύ κρασί, ακολούθως το γέμισε με νερό. Στη συνέχεια έδωσε εντολή να συσκοτισθή το δωμάτιο του ασθενή με πολλά παραπετάσματα, ώστε να μην αποκαλυφθή η απάτη του και του έδωσε να πιή από το περιεχόμενο του αγγείου, το δήθεν καθαρό κρασί. Ο ασθενής πριν ακόμη το λάβη στα χέρια του απατήθηκε από την οσμή του αγγείου και από το σκοτάδι και χωρίς να εξετάση προσεκτικά το ποτό που του δόθηκε, επειγόμενος από την επιθυμία για κρασί, ήπιε τελικά το υγρό που του δόθηκε αμέσως και έτσι διέφυγε τον κίνδυνο που διέτρεχε. Βλέπεις, λοιπόν, ποιο είναι το κέρδος της απάτης, αν δε κάποιος ήθελε να αριθμήση τους δόλους των ιατρών, ο λόγος του θα επιμηκυνόταν στο άπειρο. Μπορεί δε να διαπιστώση κάποιος ότι το φάρμακο αυτό το χρησιμοποιούν συνεχώς όχι μόνο οι θεράποντες των σωμάτων, αλλά και οι επιμελούμενοι τα ψυχικά νοσήματα. Και ο μακάριος Παύλος με το φάρμακο αυτό προσπάθησε να προσελκύση τους αναρίθμητους Ιουδαίους, όταν περιέταμε τον Τιμόθεο, εκείνος, ο οποίος γράφοντας προς τους Γαλάτες υποστήριξε ότι ο Χριστός δεν πρόκειται να ωφελήση σε τίποτα τους περιτεμνομένους. Για να πετύχη τον σκοπό του υπέβαλε τον εαυτό του στις διατάξεις του νόμου, εκείνος ο οποίος θεωρούσε τη συμμόρφωση προς τις μωσαϊκές διατάξεις ζημία, μετά την οικείωση της πίστεως στον Χριστό. Διότι η δύναμη της απάτης είναι πολύ μεγάλη, αρκεί αυτή να μη γίνεται με κακή προαίρεση. Υπό την έννοια αυτή πρέπει η πράξη αυτή ούτε καν απάτη να ονομάζεται, αλλά είδος οικονομίας και σοφής διαχειρίσεως των καταστάσεων, ώστε να εξευρίσκεται διέξοδος στα αδιέξοδα και να επανορθώνονται τα ψυχικά πλημμελήματα. Έτσι, δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίσουμε τον Φινεές φονέα αν και με ένα κτύπημα σκότωσε δύο ανθρώπους, όπως επίσης και τον Ηλία, ο οποίος θανάτωσε τους εκατό στρατιώτες και τους επικεφαλής τους και έχυσε χείμαρρο αιμάτων από τη σφαγή των ιερέων των ειδώλων. Εάν δε επιτρέπαμε να συμβή το αντίθετο και απογυμνώναμε τις πράξεις από την προαίρεση των δρώντων, εξετάζοντες αυτές καθ᾿ εαυτές, τότε εκείνος ο οποίος θα ήθελε να κρίνη τον Αβραάμ θα τον χαρακτήριζε παιδοκτόνο, στον δε εγγονό του και στον απόγονό του θα έπρεπε να τους προσάψη την κατηγορία της κακουργίας και του δόλου, αφού ο μεν πρώτος υπεξαίρεσε τα φυσικά πρεσβεία, ο δε δεύτερος τον πλούτο των Αιγυπτίων τον μετέφερε στον στρατό των Ισραηλιτών. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, αντίθετα μάλιστα, αφού όχι μόνο απαλλάσσουμε των κατηγοριών αυτούς τους άνδρες, αλλά και τους θαυμάζουμε για τις πράξεις τους αυτές, επειδή και ο Θεός τους επήνεσε γι᾿ αυτά που έκαναν. Απατεώνας λοιπόν θα μπορούσε δικαίως να χαρακτηρισθή εκείνος ο οποίος χρησιμοποιεί την απάτη με δόλο και όχι εκείνος ο οποίος αποβλέπει σε υγιείς σκοπούς. Πολλές φορές μάλιστα είναι αναγκαίο να χρησιμοποιηθή απάτη και προκύπτει όντως μεγάλη ωφέλεια από τη χρήση της, ενώ ο προσεγγίζων μία υπόθεση με ευθύ τρόπο τυχαίνει να βλάπτη σοβαρά τον μη απατηθέντα.

ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

ΛΟΓΟΣ ΕΚΤΟΣ

α. Οι ιερείς έχουν την ευθύνη και για τις αμαρτίες των άλλων.
Και όλα όσα αφορούν στην επίγεια ζωή μας είναι περίπου αυτά που άκουσες. Πώς όμως θα μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε στις απαιτήσεις της ουράνιας ζωής, όταν είμασθε αναγκασμένοι να επωμισθούμε τις ευθύνες για καθένα από τους ανθρώπους που ανατέθηκαν στην ποιμαντική μας εξουσία; Η ζημία στην περίπτωση αυτή δεν εξαντλείται μέχρι την αισχύνη, αλλά υπάρχει και ο κίνδυνος της αιώνιας κολάσεως. Το αξίωμα, Πείθεσθε στα λόγια των ποιμένων σας και υπακούετε σ᾿ αυτούς, διότι αυτοί αγρυπνούν για τις ψυχές σας, αφού θα λογοδοτήσουν γι᾿ αυτές, αν και το ανέφερα προηγουμένως θα το επαναλάβω και τώρα. Ο φόβος αυτής της απειλής κατατρύχει την ψυχή μου. Διότι αν ένα και μόνο πιστό σκανδαλίση ο επίσκοπος, τον πιο ασήμαντο όλων, συμφέρει σ᾿ αυτόν να του δεθή μυλόπετρα στον τράχηλό του και να καταποντισθή στη θάλασσα· και αν επίσης όσοι προσβάλλουν τη συνείδηση των αδελφών διαπράττουν αμάρτημα κατά του ίδιου του Χριστού, τότε τι πρόκειται να πάθουν και ποια καταδίκη θα λάβουν εκείνοι οι οποίοι στάθηκαν αίτιοι απωλείας όχι μόνο ενός και δύο και τριών πιστών, αλλά τόσου πλήθους. Δεν μπορεί να επικαλεσθή την απειρία, ούτε την άγνοια, ούτε να προβάλη ως δικαιολογία κάποια μεγάλη ανάγκη ή ενδεχόμενη βία. Από τους ανωτέρω μάλλον κάποιος από τους αρχομένους, αν ήταν δυνατό να γίνη, θα κατέφευγε σε τέτοιες δικαιολογίες για τις προσωπικές του αμαρτίες, παρά οι προεστώτες για τις ευθύνες που έχουν έναντι των άλλων. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο αναλαβών την ευθύνη να επανορθώνη τα λάθη που κάνουν οι άλλοι ένεκα αγνοίας και να προμηνύη τον επερχόμενο πόλεμο του διαβόλου, δεν θα μπορέση να προβάλη την άγνοια, ούτε να προφασισθή, Δεν άκουσα τη σάλπιγγα, δεν προέβλεψα τον πόλεμο. Αλλά για τον λόγο αυτό κάθισε, όπως λέγει και ο Ιεζεκιήλ, για να σαλπίζη στους άλλους και να προμηνύη τα μέλλοντα να συμβούν. Γι᾿ αυτό εξ άλλου είναι απαραίτητη η τιμωρία, έστω και αν ένας είναι ο απολωλώς. Αν ενώ η ρομφαία προελαύνη και δεν σαλπίση στον λαο, ούτε σημάνη, λέγει, τον συναγερμό ο σκοπός και έλθη η ρομφαία και λάβη την ψυχή, αυτή θα έχη ληφθή για τις άνομες πράξεις της, όμως το αίμα της θα το ζητήσω από το χέρι του σκοπού. Πάψε λοιπόν να με ωθής σε τόσο αναπόφευκτη τιμωρία. Στην περίπτωσή μας δεν πρόκειται περί στρατηγίας, ούτε περί βασιλείας, αλλά για πράγματα τα οποία απαιτούν αγγελική αρετή.
β. Πρέπει να καταβάλλουν μεγαλύτερη προσπάθεια από τους μονάζοντες.
Η ψυχή των ιερέων πρέπει να είναι πεντακάθαρη, για να μη τους εγκαταλείψη ποτέ το Πνεύμα το ’γιο, για να μπορούν να λέγουν, Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ζει μέσα μου ο Χριστός. Αν όσοι κατοικούν στην έρημο, απαλλαγμένοι από τους θορύβους της πόλεως και της αγοράς, απολαμβάνοντες τη γαλήνη των ήσυχων λιμένων δεν θέλουν σε καμμία περίπτωση να εγκαταλείψουν αυτόν τον τρόπο ζωής, αντίθετα μάλιστα λαμβάνουν και μύριες άλλες προφυλάξεις, περιτοιχίζοντες από κάθε κίνδυνο τους εαυτούς τους, ώστε να μπορούν να προσεγγίζουν τον Θεό με παρρησία και ειλικρινή καθαρότητα, όσο είναι δυνατό στην ανθρώπινη φύση, τότε ο ιερωμένος πόση δύναμη πρέπει να διαθέτη ώστε να μπορέση να εξοβελίση από την ψυχή του κάθε μολυσμό και να διατηρήση άσπιλο το πνευματικό του κάλλος; Ασφαλώς χρειάζεται πολύ περισσότερη καθαρότητα από εκείνους. Και ενώ χρειάζεται περισσότερη καθαρότητα υπόκειται και σε μεγαλύτερους κινδύνους, οι οποίοι ενδέχεται να ρυπάνουν την ψυχή του, αν δεν την καταστήση με τη συνεχή νήψη και την εντατική προσπάθεια άβατη σ᾿ αυτούς. Πολλά απ' όσα χρησιμοποιούν οι γυναίκες για τον καλλωπισμό τους, όπως η ομορφιά του προσώπου, οι προκλητικές κινήσεις του σώματος, το επιτηδευμένο βάδισμα, η ψιλή στον τόνο φωνή, η χρωματική ανάδειξη των ματιών και των παρειών, οι διάφορες κομμώσεις, οι βαφές των μαλλιών, τα πολυτελή ενδύματα, η ποικιλία των χρυσών κοσμημάτων και όλα τα υπόλοιπα, μπορούν να θορυβήσουν την ψυχή, αν αυτή δεν έχη σκληραγωγηθή με την αυστηρότητα της σωφροσύνης. Το να ταράσσεται η ψυχή από όλα αυτά δεν είναι καθόλου παράξενο. Το να βάλλη όμως ο διάβολος και να κατατοξεύη τις ψυχές των ανθρώπων και με τα αντίθετα όλων αυτών, αυτό είναι εκπληκτικό και πολύ παράδοξο. Πράγματι, κάποιοι οι οποίοι διέφυγαν τη θήρα όλων αυτών, αλώθηκαν όμως από τα τελείως αντίθετά τους. Η παραμελημένη όψη, η ακούρευτη κόμη, τα βρώμικα ενδύματα, η απρόσεκτη εμφάνιση, το απλοϊκό ήθος, η αφέλεια των λόγων, το ανεπιτήδευτο βάδισμα, η χονδροειδής φωνή, η πτωχική διαβίωση, η καταφρόνηση του κόσμου και η απομόνωση, κατ᾿ αρχήν μεν προκαλούν τον οίκτο του βλέποντα, στη συνέχεια δε τον οδηγούν στη χειρότερη καταστροφή.
γ. Ο αγώνας του μοναχού είναι ευκολότερος από του προεστώτα της εκκλησίας.
Πολλοί από εκείνους που ξέφυγαν από τα προηγούμενα δίχτυα, τα οποία είναι κατασκευασμένα από τα χρυσά, τα μύρα, τα ενδύματα και όλα όσα είπα προηγουμένως, έπεσαν με μεγάλη ευκολία σ᾿ εκείνα που είναι κατασκευασμένα από τα τελείως αντίθετα υλικά και οδηγήθηκαν στην απώλεια. Όταν λοιπόν αναρριπίζεται ο πόλεμος στην ψυχή του θεατή, με την πενία και τον πλούτο, τον καλλωπισμό και την ατημέλητη εμφάνιση, τους επιτηδευμένους και τους απλοϊκούς τρόπους και με όλα όσα ανέφερα, τα δεινά δε εκείνα που τον πολιορκούν στενεύουν γύρω του όλο και πιεστικότερα τον κλοιό, τότε από πού θα μπορέση να αναπνεύση με τις τόσες παγίδες που τον περιστοιχίζουν; Πού θα εύρη διέξοδο, όχι για να μη αλωθή κατά κράτος (διότι αυτό δεν είναι πολύ δύσκολο), αλλά για να διαφυλάξη ατάραχη την ψυχή του από τους μιαρούς λογισμούς; Και παραβλέπω τις τιμές, οι οποίες είναι αιτίες μυρίων κακών. Όσες δε από αυτές προέρχονται από γυναίκες λυμαίνονται τη στερρότητα της σωφροσύνης και πολλές φορές καταβάλλουν την ψυχή του ανθρώπου, όταν κάποιος δεν γνωρίζει πώς να ανταπεξέρχεται διαπαντός σε όλες αυτές τις επιβουλές. Όσον αφορά στις προερχόμενες από τους άνδρες, αν κάποιος δεν τις δέχεται με μεγαλοψυχία, κινδυνεύει να καταληφθή από δύο τελείως αντίθετα πάθη, τη δουλοπρέπεια της θωπείας και τον παραλογισμό της αλαζονείας. Αναγκάζεται δηλαδή από τη μία μεριά να υποκύπτη σ᾿ εκείνους οι οποίοι τον κολακεύουν, από την άλλη δε να φυσιώνεται έναντι των κατωτέρων του, λόγω των αποδιδόμενων σ᾿ αυτόν τιμών και να ωθείται στο βάραθρο της αλογίας. Αυτά όλα ειπώθηκαν βέβαια από μένα, αλλά κανείς δεν μπορεί να μάθη ακριβώς το μέγεθος της προκαλούμενης βλάβης χωρίς να έχη προσωπική εμπειρία. Πράγματι, όχι μόνο αυτά, αλλά και πολύ περισσότερα και χειρότερα θα υποστή αναγκαστικά ο υποχρεωμένος να συναναστρέφεται με πολύ κόσμο. Αντίθετα, ο επιλέγων την ησυχία απαλλάσσεται από όλα αυτά τα δεινά. Αν δε κάποτε τύχη και του συμβή κάποιος παράλογος λογισμός να του σχηματίση κάποια από αυτές τις εικόνες, εν τούτοις η φαντασία είναι ασθενής και γρήγορα η εικόνα αυτή μπορεί να σβησθή, διότι η φωτιά αυτή δεν τροφοδοτείται από την όραση με εξωτερική καύσιμη ύλη. Ο μοναχός μόνο για τον εαυτό του φοβάται, αν δε αναγκασθή να φροντίζη και για άλλους, τότε θα πρόκειται για μετρημένους ανθρώπους. Σε περίπτωση δε που πρόκειται για περισσότερους, σίγουρα θα είναι πολύ λιγότεροι από τα μέλη της Εκκλησίας και θα απαιτούν πολύ λιγότερες φροντίδες από εκείνες που καταβάλλει ο προεστώς, όχι μόνο επειδή είναι λίγοι στον αριθμό, αλλά και διότι όλοι τους είναι απηλλαγμένοι των κοσμικών φροντίδων, αφού δεν έχουν ούτε παιδιά ούτε γυναίκα, ούτε παρόμοιες μέριμνες. Το γεγονός αυτό τους καθιστά πολύ ευπειθείς στους ηγουμένους τους, η δε κοινή συνοίκηση συνετέλεσε ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να διαγιγνώσκουν και να επανορθώνουν με ακρίβεια τα πταίσματά τους· τούτο είναι πολύ σημαντικό, διότι η συνεχής επιστασία των διδασκάλων συντελεί πολύ σημαντικά στην προκοπή της αρετής.
δ. Στον ιερέα έχει ανατεθή η προστασία όλης της οικουμένης· και άλλα φρικτά πράγματα.
Αντίθετα προς τους μοναχούς, όσοι ανατίθενται στην πνευματική φροντίδα των ιερέων είναι απορροφημένοι περισσότερο στις βιωτικές φροντίδες, γεγονός που τους καθιστά ραθυμότερους προς την πνευματική εργασία. Γι᾿ αυτό πρέπει ο διδάσκαλος να σπέρνη καθημερινά θα έλεγα, ώστε στη συνέχεια να είναι δυνατό να διαρκέση ο λόγος στους ακροατές. Διότι οι καλλιεργούμενοι σπόροι καταπνίγονται από τον υπέρογκο πλούτο, από το μέγεθος της εξουσίας, από τη ραθυμία που επιφέρει η τρυφή και από πολλά παρόμοια. Πολλές φορές δε η πυκνότητα των αγκαθιών δεν επιτρέπει στους σπόρους ούτε μέχρι την επιφάνεια του εδάφους να πέσουν. Επίσης, η υπερβολική θλίψη, οι πιεστικές ανάγκες που ανακύπτουν από την πενία, οι συνεχείς επιρροές και άλλα παρόμοια, αντίθετα προς τα προαναφερθέντα, απομακρύνουν από την προσπάθεια αφοσιώσεως στα θεία. Αλλά και τα αμαρτήματά τους δεν είναι δυνατό να γίνουν γνωστά ούτε στο ελάχιστο. Πώς θα μπορούσε δε να γίνη διαφορετικά, αφού τους περισσότερους από αυτούς οι ιερείς ούτε εξ όψεως δεν τους γνωρίζουν; Ενώ αναφορικά προς τις υποχρεώσεις του ιερέα έναντι του ποιμνίου του προκαλείται τόση αμηχανία, αντίθετα, αν κάποιος ήθελε να εξετάση τις σχετικές προς τον Θεό, δεν θα συναντήση καμμία από αυτές τις δυσκολίες. Τόσο μεγάλη και ακριβή φροντίδα απαιτούν οι πρώτες. Ποιος πρέπει λοιπόν να είναι ο προσευχόμενος και πρεσβεύων όλη την πόλη, γιατί λέγω δε πόλη; αφού πρεσβεύει όλη την οικουμένη και παρακαλεί τον Θεό να φανή ελεήμων έναντι των αμαρτιών όλων των ανθρώπων, όχι μόνο των ζώντων, αλλά και των απελθόντων.
Προσωπικά θεωρώ ανεπαρκή για το μέγεθος της ικεσίας αυτής ακόμη και την παρρησία του Μωϋσή και του Ηλία. Ο ιερέας είναι σαν να έχη αναλάβει τη φροντίδα ολοκλήρου του κόσμου, σαν να είναι ο πατέρας όλων των ανθρώπων. Έτσι, προσέρχεται στον Θεό, δεόμενος ώστε να σταματήσουν οι πόλεμοι σε όλα τα μέρη της γης και οι ταραχές, να επικρατήση η ειρήνη, προσεύχεται δε και ζητεί κατ᾿ ιδίαν και δημόσια τη γρήγορη απαλλαγή όλων των ανθρώπων από τα κακά που τους βαρύνουν. Πρέπει μάλιστα να διαφέρη τόσο πολύ έναντι αυτών υπέρ των οποίων προσεύχεται, όσο είναι φυσικό να διαφέρη ο προεστώς από τους προστατευομένους.
Όταν δε επικαλείται το άγιο Πνεύμα και επιτελή τη φρικωδέστατη θυσία και εφάπτεται συνεχώς του κοινού Δεσπότη όλων των ανθρώπων, πες μου, που θα τον κατατάξουμε; Πόση καθαρότητα και πόση ευλάβεια θα απαιτήσουμε από αυτόν; Μπορείς να κατανοήσης ποια θα πρέπει να είναι τα χέρια που διακονούν, ποια η γλώσσα που θα διαχέη τα ιερά λόγια, ποια ψυχή μπορεί να είναι καθαρότερη και αγιότερη από τη δική του, που υποδέχεται μέσα της τόση χάρη από το ’γιο Πνεύμα; Τη στιγμή αυτή και άγγελοι παρίστανται γύρω από τον ιερέα και κάθε ουράνιο τάγμα βοά και ο τόπος γύρω από το θυσιαστήριο γεμίζει προς τιμήν του κειμένου πάνω σ' αυτό. Μπορεί δε να πεισθή κάποιος σ᾿ αυτό και από τα ίδια τα επιτελούμενα μυστήρια. Εγώ μάλιστα άκουσα από κάποιον να διηγείται κάποτε ότι ένας πρεσβύτερος, θαυμαστός άνδρας, ο οποίος συνήθιζε να βλέπη αποκαλύψεις, του διηγήθηκε ότι αξιώθηκε να ιδή ένα τέτοιο θέαμα. Κατά τη στιγμή δηλαδή της τελέσεως του μυστηρίου του παραχωρήθηκε, κατά τη δύναμή του, να ιδή ξαφνικά πλήθος αγγέλων, στολισμένων με λαμπρές στολές, οι οποίοι είχαν κυκλώσει το θυσιαστήριο και είχαν στρέψει το βλέμμα τους προς τα κάτω, σαν να έβλεπε κάποιος στρατιώτες να παρίστανται ενώπιον βασιλέα. Εγώ βέβαια είμαι πεπεισμένος ότι το γεγονός αυτό συνέβη. Εξ άλλου, και άλλος μου διηγήθηκε όχι φήμη που άκουσε από άλλους, αλλά γεγονός που αξιώθηκε ο ίδιος να ιδή και να ακούση· ότι δηλαδή οι μέλλοντες να αναχωρήσουν από τον παρόντα κόσμο, αν κοινωνήσουν των αχράντων μυστηρίων με καθαρή τη συνείδηση, όταν πρόκειται να εκπνεύσουν δορυφορούνται από αγγέλους, οι οποίοι χάριν της Θείας Ευχαριστίας τους μεταφέρουν από τον παρόντα στον ουράνιο κόσμο. Εσύ δεν φρίττεις ακόμη που εισάγεις τέτοια ψυχή σε μία τόσο ιερή τελετή και τοποθετείς στο ιερατικό αξίωμα άνθρωπο με τόσο λερωμένα ενδύματα, όταν ο Χριστός τον εξεδίωξε και από την ομήγυρη των απλών συνδαιτημόνων; Η ψυχή του ιερέα πρέπει να λάμπη σαν φως που καταυγάζει την οικουμένη. Αντίθετα, η πονηρή συνείδηση περιβάλλει με τόσο σκοτάδι τη δική μου ψυχή, ώστε αυτή να είναι πάντοτε βυθισμένη στην αμαρτία και ποτέ να μην αξιώνεται να ατενίση τον Δεσπότη της. Οι ιερείς είναι το αλάτι της γης. Τη δική μου αφροσύνη και την απειρία σε όλα τα πράγματα, ποιος θα μπορούσε να ανεχθή εύκολα εκτός από εσένα, που έχεις συνηθίσει να με αγαπάς καθ᾿ υπερβολήν; Ο ιερέας λοιπόν δεν πρέπει να είναι μόνο καθαρός τόσο, όσο απαιτεί η υψηλή διακονία της οποίας αξιώθηκε, αλλά να είναι πολύ συνετός και έμπειρος πολλών πραγμάτων, επί πλέον δε να γνωρίζη όλα τα σχετικά με τον κοσμικό βίο, όχι λιγότερο από εκείνους οι οποίοι κινούνται μέσα στον κόσμο, παράλληλα όμως να είναι απηλλαγμένος από αυτά, περισσότερο και από τους μοναχούς, οι οποίοι ασκούνται στα ερημικά όρη. Επειδή είναι ανάγκη να συνομιλή με άνδρες, οι οποίοι και γυναίκες έχουν και παιδιά ανατρέφουν και δούλους έχουν και περιβάλλονται από πολύ πλούτο και στα δημόσια πράγματα ενασχολούνται και συμμετέχουν στην άσκηση της εξουσίας, πρέπει για τους λόγους αυτούς να έχη διαφορετική συμπεριφορά. Όταν δε κάνω λόγο για διαφορετική συμπεριφορά, δεν εννοώ να είναι ύπουλος, κόλακας, υποκριτής, αλλά πλήρης από ελευθερία και παρρησία, παράλληλα όμως να γνωρίζη πότε να είναι συγκαταβατικός, όταν οι καταστάσεις το απαιτούν, επί πλέον δε χρηστός και συνάμα αυστηρός. Διότι δεν είναι δυνατό να αντιμετωπίση με τον ίδιο τρόπο όλους τους ποιμαινομένους, όπως ο ιατρός δεν μπορεί να θεραπεύση με την ίδια μέθοδο όλους τους ασθενείς, ούτε ο κυβερνήτης του πλοίου αντιμετωπίζει τη μανία των ανέμων ακολουθώντας μία πορεία μόνο. Και το πλοίο αυτό, την Εκκλησία, την περιβάλλουν συνεχείς κακοκαιρίες, οι οποίες δεν την προσβάλλουν μόνο εξωτερικά, αλλά αναφύονται και στο εσωτερικό της. Η αντιμετώπιση όλων αυτών των αντιξοοτήτων προϋποθέτει πολλή συγκατάβαση και ακρίβεια.
ε. Ο ιερέας πρέπει να είναι επιτήδειος σε όλα.
Όλα δε τα ανωτέρω προσόντα σε ένα και μόνο σκοπό αποβλέπουν, στη δόξα του Θεού και στην οικοδομή της Εκκλησίας. Ο αγώνας των μοναχών είναι μεγάλος και ο μόχθος πολύς, αλλά εάν κάποιος συγκρίνη με την καλή διαχείριση της επισκοπικής εξουσίας τους ιδρώτες που απαιτούνται στη μοναχική ζωή, θα διαπιστώση ότι υφίσταται τόσο μεγάλη διαφορά, όση μεταξύ βασιλέα και ιδιώτη. Στον μοναχισμό αν και απαιτείται πολλή προσπάθεια, ο διεξαγόμενος αγώνας είναι κοινός για την ψυχή και το σώμα, η επιτυχία δε του σκοπού επιτυγχάνεται μάλλον με την οικοδομή του σώματος. Σε περίπτωση μάλιστα που αυτό δεν είναι εύρωστο, η επιθυμία δεν εκδηλώνεται, αφού δεν μπορεί να μετατραπή σε πράξη. Τούτο συμβαίνει διότι η συντονισμένη και συστηματική νηστεία, ο ύπνος στο έδαφος, η αγρυπνία, η απλυσία, ο πολύς ιδρώτας και όλα τα λοιπά, όσα συντελούν στην ταλαιπωρία του σώματος, όλα καθίστανται ανωφελή αν το σώμα που πρόκειται να δαμασθή δεν είναι εύρωστο. Στην περίπτωση όμως του επισκόπου απαιτείται αμιγώς η ψυχική δύναμη, η δε ευρωστία του σώματος δεν συνεισφέρει καθόλου για να δείξη την αρετή αυτής. Γιατί σε τι μπορεί να συμβάλη η σωματική μας ισχύς, ώστε να μη είμασθε ούτε αυθάδεις, ούτε οργίλοι, ούτε προπετείς, αλλά νηφάλιοι, σώφρονες, κόσμιοι και όλα τα υπόλοιπα, με τα οποία ο μακάριος Παύλος συνέθεσε την εικόνα του αρίστου επισκόπου. Το τελευταίο δεν θα μπορούσε να ειπωθή για την αρετή του μονάζοντος. Αντίθετα, όπως οι μεν θαυματοποιοί χρειάζονται πολλά όργανα, τροχούς, σχοινιά και μαχαίρια, ενώ οι φιλόσοφοι δεν χρειάζονται τη συνδρομή εξωτερικών αντικειμένων, αλλά όλη τους η τεχνική στηρίζεται στα ψυχικά τους χαρίσματα, το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση των ποιμένων. Οι μεν μοναχοί έχουν ανάγκη από κατάλληλους τόπους, για να θεραπεύουν τη σωματική ευπάθεια, ώστε ούτε πολύ απομακρυσμένοι να είναι από τη συναναστροφή των ανθρώπων, παράλληλα δε να επωφελούνται από την ησυχία που παρέχει η ηρεμία. Επίσης δεν πρέπει να στερούνται το εύκρατο κλίμα, διότι τίποτα δεν είναι πλέον ανυπόφορο, ο κατατρυχόμενος από τις νηστείες ταυτόχρονα να ταλανίζεται από τους νοσηρούς ανέμους.
στ. Η διαποίμανση του πλήθους είναι μεγαλύτερο σημείο καρτερίας από τη μοναχική άσκηση.
Όσον δε αφορά στην κατασκευή των ενδυμάτων και στην ανεύρεση της τροφής, πόσες δυσκολίες αντιμετωπίζουν, δεδομένου ότι αναγκάζονται να φροντίζουν για όλα αυτά μόνοι τους, δεν χρειάζεται να αναφέρω κάτι επί του προκειμένου στην παρούσα στιγμή. Ο ιερέας βέβαια δεν χρειάζεται να κοπιάση για τίποτα από όλα αυτά, αφού όσα πράγματα δεν βλάπτουν είναι κοινά με όλων των άλλων ανθρώπων. Εξ άλλου ο ιερέας έχει αποκείμενη όλη του την επιστήμη στους θησαυρούς της ψυχής. Αν κάποιος επιλέγει να ζη απομονωμένα και να αποφεύγη τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, προσωπικά θα το θεωρούσα δείγμα της καρτερίας, αλλά όχι και ικανό τεκμήριο της ψυχικής ανδρείας. Πρόκειται για κάτι παρόμοιο με τον κυβερνήτη του πλοίου, ο οποίος ενόσω είναι μέσα σε λιμάνι δεν μπορεί να παράσχη ακριβή εικόνα περί των ικανοτήτων του, ενώ εκείνος ο οποίος μπόρεσε να διασώση το σκάφος του κατά τη διάρκεια θαλασσοταραχής στη μέση του πελάγους, δεν μπορεί να αμφισβητηθή από κανένα ότι είναι κυβερνήτης άριστος.
ζ. Ο μοναχός και ο ιερέας δεν ωφελούνται στον ίδιο βαθμό από την άσκηση.
Δεν πρέπει λοιπόν ούτε και τον μοναχό να θαυμάζουμε πολύ και με υπερβολή, διότι διαβιώνοντας αυτός σε απομόνωση δεν ταράσσεται, ούτε διαπράττει πολλά και μεγάλα αμαρτήματα, ούτε υφίσταται πιέσεις από πράγματα που ερεθίζουν και διεγείρουν την ψυχή. Αν όμως κάποιος, ο οποίος αναγκάσθησε να ζη μέσα στα πλήθη και να φέρη τις αμαρτίες των πολλών, έμεινε αμετακίνητος και σταθερός, οδηγώντας με ασφάλεια την ψυχή του στη γαλήνη και την ηρεμία μέσα από τις φουρτούνες, αυτός δικαιολογημένα θα έπρεπε να χειροκροτείται και να θαυμάζεται από όλους, διότι επέδειξε με ικανό τρόπο την ψυχική του ανδρεία. Μην απορής όμως και συ ο ίδιος για το γεγονός ότι επειδή απέφευγα τις δημόσιες εμφανίσεις και τη συναναστροφή με πολλούς ανθρώπους, είναι εύλογο να μη έχω πολλούς εχθρούς, όπως θα ήταν επίσης εύλογο αν κοιμόμουν να μη αμάρτανα, αν δεν μαχόμουν να μη σκοτωνόμουν, αν δεν αγωνιζόμουν να μη βαλλόμουν. Πες μου, ποιός θα μπορούσε να μιλήση εναντίον μου και να αποκαλύψη τη μοχθηρία μου; Η οροφή αυτή και το σπιτάκι τούτο; Αυτά δεν μπορούν να μιλήσουν. Μήπως η μητέρα μου, η οποία γνωρίζει τα σχετικά προς εμένα καλύτερα από όλους τους άλλους ανθρώπους; Πολύ περισσότερο δεν θα το πράξη αυτή, αφού δεν έχουμε τίποτα κοινό για να μοιράσουμε ούτε ποτέ φιλονικήσαμε. Αλλά και αν αυτό συνέβαινε, δεν υπάρχει καμμία τόσο άστοργη και μισότεκνη μητέρα, η οποία αυτόν που έτεξε με πόνους και ανέθρεψε να τον κακίζη και να τον διαβάλλη ενώπιον όλων, ανθιστάμενη σε κάθε εκβιασμό. Βέβαια, αν κάποιος θέλη να εξετάση με ακρίβεια το ποιόν της ψυχής μου, θα ανακαλύψη πολλά σαθρά σ᾿ αυτήν, κάτι που και συ, ο οποίος έχεις συνηθίσει να μου πλέκης το εγκώμιο σε όλους, δεν αγνοείς. Και για να πεισθής ότι δεν σου τα λέγω όλα αυτά από μετριοπάθεια, θυμήσου πόσες φορές σου είπα, όταν πολλές φορές αναφερθήκαμε στο συγκεκριμένο ζήτημα, αν κάποιος δηλαδή μου έλεγε να επιλέξω σε ποιόν τομέα θα ήθελα να καταξιωθώ, στη διοίκηση της Εκκλησίας ή στον μοναχικό βίο, χίλιες φορές θα επέλεγα το πρώτο με βεβαιότητα. Ποτέ εξ άλλου δεν παρέλειψα να μακαρίζω ενώπιόν σου εκείνους οι οποίοι ευδοκίμησαν στη διακονία αυτή. Ότι δε αυτό που μακάριζα δεν θα απέφευγα, αν μπορούσα να ανταπεξέλθω σ᾿ αυτό με επιτυχία, κανείς δεν μπορεί να αντιλέξη. Όμως, δεν μπορούσα να πράξω διαφορετικά, διότι τίποτα δεν είναι τόσο άχρηστο στη διοίκηση της Εκκλησίας, όσο η αργία και η αμεριμνησία, την οποία άλλοι μεν θεωρούν ως θαυμάσια άσκηση, εγώ όμως ως παραπέτασμα της φαυλότητάς μου, για να συγκαλύπτω τα περισσότερα από τα ελαττώματά μου και να μη τα αφήνω να φαίνονται. Πράγματι, εκείνος ο οποίος εθίστηκε να ζη αμέριμνα και ήσυχα, ακόμη και αν διαθέτη σημαντικά προτερήματα, θορυβείται από την έλλειψη της εμπειρίας και ταράσσεται, με αποτέλεσμα η απειρία του αυτή να του αφαιρή πολλά από τα προσόντα που διαθέτει. Όταν δε ο υποψήφιος ταυτοχρόνως υστερεί στα διανοητικά προσόντα και είναι άπειρος των απαιτήσεων που έχει το επισκοπικό αξίωμα, όπως μάλιστα συμβαίνει στην περίπτωσή μου, τότε δεν θα διαφέρη σε τίποτα από τα λίθινα ομοιώματα, αν αποδεχθή τη διακονία αυτή. Για τον λόγο αυτόν ακριβώς, όσοι προέρχονται από το μοναχικό τάγμα, πολύ λίγοι καταφέρνουν να διακριθούν στους αγώνες που απαιτεί το επισκοπικό αξίωμα, οι περισσότεροι δε από αυτούς αποτυγχάνουν και ακολούθως αναγκάζονται να υπομένουν χαλεπές και αηδείς καταστάσεις. Και δεν είναι αφύσικο τούτο, διότι όταν οι αγώνες και οι ασκήσεις δεν είναι για τους ίδιους στόχους, ο άπειρος δεν διαφέρει πολύ από τον αγύμναστο αθλητή. Πρέπει δηλαδή ο αναλαμβάνων την επισκοπική διακονία να καταφρονή τη δόξα, να είναι πάνω από την οργή και πλήρης συνέσεως. Για τον ασκητή όμως δεν απαιτείται κάποιος ανάλογος αγώνας, διότι δεν έχει να κάνη με πολλούς εριστικούς ανθρώπους, ώστε να φροντίζη να καταπνίγη την ορμή του θυμού, ούτε με επαινέτες και κόλακες, ώστε να ασκηθή στην παραθεώρηση των επαίνων του πλήθους. Αλλά και η σύνεση που απαιτείται στη φροντίδα της Εκκλησίας δεν είναι κάτι που τους αφορά σε αξιοσημείωτο βαθμό. Όταν λοιπόν οι μοναχοί εισέλθουν στον στίβο της ζωής, για τις δυσκολίες της οποίας δεν έχουν την κατάλληλη πείρα, περιπίπτουν σε απορία, ζαλίζονται, νοιώθουν αμηχανία, επειδή δε δεν μπορούν να προκόψουν στην αρετή και αυτά που είχαν όταν ήλθαν πολλοί πολλές φορές τα απώλεσαν.
η. Η αρετή επιτυγχάνεται ευκολότερα από τους μοναχούς, παρά από εκείνους οι οποίοι φροντίζουν για πολλούς.
Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ είπε· Δηλαδή τότε τι θα κάνουμε; Θα αναθέσουμε την οικονομία της Εκκλησίας σε εκείνους οι οποίοι έχουν στραμμένη την προσοχή τους στον δημόσιο βίο και ασχολούνται με βιωτικά πράγματα, σ᾿ εκείνους οι οποίοι αναλίσκονται σε φιλονικίες και λοιδορίες, είναι δε γεμάτοι από πολλές κακίες και έχουν συνηθίσει να ζουν στην τρυφή;
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Θα αστειεύεσαι, είπα, μακάριε φίλε μου. Αυτούς τους ανθρώπους δεν πρέπει ούτε καν να τους σκεπτόμασθε όταν πρόκειται να επιλέξουμε υποψήφιο για το ιερατικό αξίωμα. Αντίθετα, θα πρέπει να προτιμάται εκείνος ο οποίος μπορεί παράλληλα προς τη συναναστροφή του με όλους τους ανθρώπους να διατηρή ακέραιες και απαρασάλευτες τόσο την καθαρότητα και την αταραξία, όσο και την αγιωσύνη, την καρτερία και τη νήψη, καθώς και όλες τις λοιπές αρετές των μοναχών, περισσότερο μάλιστα από εκείνους οι οποίοι ζουν στη μόνωση. Έτσι, όπως ο έχων πολλά ελαττώματα μπορεί να τα συγκαλύπτη ζώντας στη μόνωση και να τα καθιστά άπρακτα με την αποφυγή της συναναστροφής προς τους ανθρώπους, αυτός ο ίδιος όταν εισέρχεται στον δημόσιο βίο τίποτα περισσότερο δεν θα κερδίση από το να γίνη καταγέλαστος, θα κινδυνεύση μάλιστα τα μέγιστα· ακριβώς τα ίδια θα πάθαινα και εγώ παρ᾿ ολίγον αν η κηδεμονία του Θεού δεν απομάκρυνε τη φωτιά από το κεφάλι μου. Πράγματι, δεν είναι δυνατό να διαφύγη της προσοχής των ανθρώπων ο έχων παρόμοιο προς τον ανωτέρω χαρακτήρα όταν πλέον αρχίση να κατέχη εξέχουσα θέση στον κοινωνικό βίο, αντίθετα, πάντοτε ελέγχεται για τη συμπεριφορά του. Και όπως το πυρ δοκιμάζει την αντοχή και την ποιότητα των μετάλλων, έτσι και η ιερωσύνη αναδεικνύει το ποιόν των ψυχών των ανθρώπων. Αν δηλαδή κάποιος είναι οργίλος, ή μικρόψυχος, ή φιλόδοξος, ή αλαζονικός, ή ο,τιδήποτε άλλο, η διακονία της ιερωσύνης τα αποκαλύπτει όλα αυτά και απογυμνώνει γρήγορα όλα τα ελαττώματα, όχι δε μόνο γυμνώνει, αλλά καθιστά αυτά χαλεπότερα και εντονότερα. Πρόκειται δηλαδή για κάτι ανάλογο προς τα σωματικά τραύματα, τα οποία όταν παρενοχλούνται γίνονται δυσίατα· ακριβώς και οι ψυχικές αδυναμίες όταν ερεθίζονται και παροξύνονται καθίστανται περισσότερο άγριες και ωθούν εκείνους οι οποίοι τις έχουν στην αμαρτία. Έτσι, ωθούν εκείνον ο οποίος δεν προσέχει στον έρωτα της δόξας, στην αλαζονεία και στην επιθυμία των χρημάτων. Ακόμη, παρασύρουν στην τρυφή και την άνεση και τη ραθυμία, σταδιακά δε σε όσα επακολουθούν και σε όσα κακά προέρχονται από τα ανωτέρω. Πράγματι, είναι πολλά εκείνα που μπορούν να προκαλέσουν την έκλυση της ψυχής από την ορθή διαγωγή και να την αποκόψουν από τον δρόμο προς τον Θεό, πριν από όλα δε ο συγχρωτισμός με τις γυναίκες. Αλλά και πάλι ο προεστώς της εκκλησιαστικής κοινότητας και οικονόμος ολοκλήρου του ποιμνίου, δεν μπορεί να φροντίζη για τους άνδρες και να παραθεωρή τις γυναίκες, οι οποίες μάλιστα χρειάζονται περισσότερη φροντίδα ένεκα της ευκολίας με την οποία ολισθαίνουν στην αμαρτία. Πρέπει λοιπόν ο αναλαβών τη διοίκηση της επισκοπής να επιδεικνύη προς αυτές αν όχι περισσότερη, τουλάχιστο ίση φροντίδα για την ψυχική τους υγεία. Είναι ανάγκη ο επίσκοπος να τις στηρίζη όταν βρίσκονται σε αδυναμία, να τις παρηγορή όταν πενθούν, να τις επιπλήττη όταν ραθυμούν και να τις βοηθά όταν βρίσκονται σε απορία. Ακόμη όμως και αν γίνουν όλα αυτά, ο πονηρός μπορεί να εφεύρη πολλούς τρόπους για να διεισδύση στην ποίμνη, αν κάποιος δεν οχυρώση τον εαυτό του με ασφαλή και βέβαιο τρόπο. Διότι η ψυχή βάλλεται και θορυβείται όχι μόνο από τον ακόλαστο, αλλά και από τον φρόνιμο οφθαλμό, ενώ και οι κολακείες κάμπτουν το ορθό φρόνημα και οι αποδιδόμενες τιμές καθιστούν δούλους τους τους ανθρώπους. Ακόμη και η θερμή αγάπη, το αίτιο όλων των αγαθών, έχει γίνει αίτιο μυρίων κακών για όσους δεν τη χρησιμοποίησαν ορθώς. Και οι συνεχείς φροντίδες έχουν πολλές φορές αμβλύνει την οξύτητα της διανοίας και έχουν καταστήσει και τον πολύ ευέλικτο και ευκίνητο βαρύτερο και πλέον δυσκίνητο και από αυτόν τον μόλυβδο. Ο θυμός για παράδειγμα, όταν προσπέση στην ψυχή, δίκην καπνού τη σκοτεινιάζη ολόκληρη. Και τι αλήθεια θα μπορούσε κάποιος να αναφέρη για τις λοιπές ζημιές που προκαλούν οι ύβρεις, οι κακεντρεχείς πράξεις και οι μέμψεις των μεγάλων και των μικρών, των συνετών και των ασυνέτων;
θ. Δεν πρέπει να καταφρονούνται οι κατηγορίες του πλήθους, έστω και αν είναι ψευδείς.
Περισσότερο μάλιστα από όλους οι αποστερημένοι ορθής κρίσεως είναι μεμψίμοιροι και δύσκολα μπορεί κάποιος να απολογηθή έναντί τους. Ο επίσκοπος όμως δεν πρέπει ούτε αυτούς να καταφρονή, αλλά να διαλύη όλες τις κατηγορίες για τις οποίες τον εγκαλούν με πραότητα και επιείκεια και να συγχωρή μάλλον σ᾿ αυτούς την αναίτια μέμψη παρά να αγανακτή και να οργίζεται. Διότι, αφού ο μακάριος Παύλος φοβήθηκε να μη προκαλέση υπόνοιες κλοπής στους μαθητές του και για τον λόγο αυτό προσέλαβε και άλλους στη διαχείριση των χρημάτων, για να μη μας κατηγορήση κάποιος στη διαχείριση τόσο μεγάλου ποσού, όπως λέγει, πώς λοιπόν εμείς δεν πρέπει να κάνουμε τα πάντα, ώστε να εξαφανίσουμε τις πονηρές υποψίες, ακόμη και αν είναι ψευδείς και αν τυγχάνουν να είναι παράλογες και αν απέχουν πολύ από τη φήμη που έχουμε μεταξύ του ποιμνίου; Διότι εμείς δεν απέχουμε από κανένα αμάρτημα τόσο, όσο απείχε ο Παύλος από την κλοπή, ο οποίος, μολονότι απείχε πολύ από τη διάπραξη αυτής της πράξεως, εν τούτοις δεν παραθεώρησε καθόλου την υπόνοια των πολλών, καίτοι αυτή ήταν χωρίς βάση και εμπεριείχε εμπάθεια και μανία. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να χαρακτηρισθή παρόμοια υποψία για τον μακάριο και τίμιο εκείνο άνδρα. Ο Παύλος όμως ακόμη και αυτής της τόσο παράλογης υποψίας, την οποία μόνο κάποιος ο οποίος παραίπαιε θα μπορούσε να σχηματίση, έσπευσε να αναιρέση τα αίτια, χωρίς να διαπτύση την κακία και τον παραλογισμό των πολλών· ούτε έσπευσε να ισχυρισθή· Ποιος θα μπορούσε ποτέ να φθάση στο σημείο να υπονοήση για μένα τέτοια πράγματα, αφού όλοι με θαυμάζουν και για τα θαύματα και για τον ενάρετό μου βίο; Τελείως αντιθέτως όμως και φοβόταν και προσδοκούσε την έγερση της πονηρής αυτής υπόνοιας και την κατέκοψε από τη ρίζα της, μάλλον δε ούτε καν την άφησε να φυτρώση. Για ποιον λόγο; Γιατί, λέγει, φροντίζουμε για το καλό όχι μόνο ενώπιον του Θεού, αλλά και ενώπιον των ανθρώπων. Πρέπει λοιπόν να καταβάλλεται τόση, μάλλον δε και περισσότερη φροντίδα, ώστε όχι μόνο να αναιρούνται και να κωλύονται οι μη αγαθές φήμες, αλλά και να προβλέπεται η πηγή δημιουργίας τους και να προαναιρούνται οι προφάσεις που τις εκκολάπτουν. Δεν πρέπει δηλαδή ο επίσκοπος να περιμένη τον σχηματισμό αυτών των υπονοιών και τη διαθρύλησή τους στα στόματα των πολλών, διότι τότε δεν είναι εύκολο πλέον να τις εξαφανίση, αλλά πολύ δυσχερές, μάλλον δε αδύνατο. Και στην περίπτωση που επιτευχθή αυτό, τότε δεν θα είναι καθόλου αζήμιο για τον επίσκοπο, λόγω της βλάβης που θα έχουν υποστή οι πολλοί. Μέχρι πότε όμως θα προσπαθώ να επιδιώκω πράγματα ανέφικτα; Η καταρίθμηση των δυσκολιών του επισκοπικού λειτουργήματος, δεν είναι τίποτα άλλο από τη μέτρηση του πελάγους. Ακόμη και αν κατορθώση ο επίσκοπος να καθαρίση τον εαυτό του από κάθε πάθος, κάτι που είναι από τα αδύνατα, για να μπορέση έτσι να επανορθώση τα πταίσματα των άλλων, αναγκάζεται και πάλι κατά την άσκηση του λειτουργήματός του να υπομείνη μύρια δεινά. Αν προστεθούν δε και οι οικείες αδυναμίες, τότε μπορείς να ιδής την άβυσσο των πόνων και των φροντίδων και πόσα είναι ανάγκη να υφίσταται στην προσπάθειά του να κατανικήση τα δικά του κακά και των άλλων.
ι. Η ατομική σωτηρία δεν είναι μεγάλο κατόρθωμα.
Και ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, λέγει· Τώρα δεν υπομένεις τους πόνους από τους αγώνες αυτούς, ούτε φροντίδες έχεις, αφού ζης μόνος σου.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Και τώρα έχω, είπα. Πώς είναι δυνατόν να είναι κάποιος άνθρωπος και να ζη στον παρόντα πολύμοχθο βίο και να είναι απηλλαγμένος από φροντίδες και αγωνίες; Αλλά, βέβαια, δεν είναι το ίδιο να πέση κάποιος σε πέλαγος άπειρο και το ίδιο να πλεύση σε ποτάμι. Τόση είναι και η διαφορά μεταξύ των φροντίδων του επισκοπικού αξιώματος και εκείνων του απλού βίου. Τώρα μεν, αν μου ήταν δυνατό, θα ήθελα και ο ίδιος να γίνω χρήσιμος σε άλλους και τούτο θα ήταν ευχής έργο. Αν όμως δεν υπάρχη πιθανότητα να ωφελήσω κάποιον, αν είναι δυνατό να ωφελήσω τον εαυτό μου και να εξέλθω από την τρικυμία σώος, θα αρκεσθώ σ᾿ αυτό.
Αλλά και πάλι, θεωρείς μεγάλο το έργο αυτό, είπε ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ, νομίζεις δε ότι θα σωθής, αν δεν φανής χρήσιμος σε κανέναν από τους συνανθρώπους σου;
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Πολύ καλά είναι όσα ανέφερες, είπα. Ούτε και ο ίδιος πιστεύω ότι, μπορεί να σωθή εκείνος ο οποίος δεν κάνει τίποτα για τη σωτηρία του πλησίον του. Εξ άλλου σε τίποτα δεν ωφέλησε τον δυστυχή εκείνο, του οποίου το τάλαντό του δεν μειώθηκε, αλλά αντίθετα τον οδήγησε στην απώλεια η αδράνειά του να το αυξήση και να το διπλασιάση. Πλην όμως νομίζω ότι η επαπειλούμενη εναντίον μου τιμωρία θα είναι επιεικέστερη αν κατηγορηθώ γιατί δεν έσωσα και άλλους, παρά αν, μολονότι συνετέλεσα τόσο στην προσωπική μου απώλεια όσο και των άλλων, έγινα πολύ χειρότερος μετά την τόσο μεγάλη τιμή της εκλογής μου στο επισκοπικό αξίωμα. Και ενώ τώρα πιστεύω ότι η τιμωρία μου είναι τόσο μεγάλη, όση απαιτείται από το μέγεθος των αμαρτημάτων, μετά όμως την αποδοχή της επισκοπικής αρχής όχι μόνο διπλή και τριπλή, αλλά και πολύ πολλαπλάσια θα είναι, διότι και σκανδάλισα πολλούς και προσέκρουσα στον δότη της τιμής Θεό, επειδή δέχθηκα να λάβω μεγαλύτερη τιμή από την αξία μου.
ια. Μεγαλύτερη τιμωρία επίκειται για τα αμαρτήματα των ιερέων, παρά για εκείνα των ιδιωτών.
Για τον λόγο αυτό και ο Χριστός κατηγορώντας τους Ισραηλίτες με πολύ σφοδρό τρόπο, θέλει ακριβώς να δείξη ότι αυτοί είναι άξιοι μεγαλύτερης τιμωρίας διότι εξακολούθησαν να αμαρτάνουν μετά την τιμή που τους είχε γίνει. Και άλλοτε μεν λέγει· Εγώ σας επέλεξα από όλες τις φυλές της γης και για τον λόγο αυτό θα σας τιμωρήσω για τις αμαρτίες σας, άλλοτε δε· Έλαβα από τους υιούς σας προφήτες και από τους νεανίσκους ιερείς. Και πριν από τους προφήτες θέλοντας με τις θυσίες να δείξη ότι τα αμαρτήματα τιμωρούνται με μεγαλύτερη αυστηρότητα όταν διαπράττονται από τους ιερείς παρά από τους λαϊκούς, προστάσσει τόση θυσία να προσάγεται υπέρ των ιερέων, όση υπέρ ολοκλήρου του λαού. Αυτό δε τίποτα άλλο δεν δηλώνει παρά ότι τα τραύματα του ιερέα χρειάζονται μεγαλύτερη φροντίδα, μάλιστα τόσο μεγάλη, όση χρειάζονται μαζί όλου του λαού. Και δεν θα χρειάζονταν μεγαλύτερη φροντίδα αν δεν ήσαν χαλεπότερα, είναι δε χαλεπότερα όχι από τη φύση, αλλά από την αξία του ιερέα που τα διαπράττει. Και γιατί περιορίζομαι στους άνδρες, οι οποίοι τελούν τη θεία λειτουργία; Και οι θυγατέρες των ιερέων, για τις οποίες δεν μπορεί να γίνη βέβαια λόγος για ιερωσύνη, όμως λόγω του πατρικού αξιώματος υπέχουν πολύ πικρότερη τιμωρία για τα αμαρτήματά τους. Ενώ δηλαδή το πλημμέλημά τους είναι ίδιο με εκείνο των θυγατέρων των λαϊκών, η πορνεία και στις δύο περιπτώσεις, όμως, το επιτίμιο των πρώτων είναι πολύ χαλεπότερο από εκείνο των τελευταίων.
ιβ. Παράσταση της οδύνης και του φόβου που προκάλεσε η προσδοκία της ιερωσύνης, με παραδείγματα.
Βλέπεις με πόσο υπερβολικό τρόπο σου δείχνει ο Θεός ότι στην περίπτωση του άρχοντα χρειάζεται πολύ περισσότερη τιμωρία σε σύγκριση προς τον αρχόμενο; ’ραγε, εκείνος ο οποίος τιμωρεί τη θυγατέρα του ιερέα περισσότερο από τις θυγατέρες των λαϊκών, ακριβώς λόγω του αξιώματος του πατέρα της, δεν θα αποδώση στον ιερέα και την τιμωρία, διότι έγινε αίτιο να προστεθούν σ᾿ εκείνη βάσανα ίσα με τις πολλές θυγατέρες, μάλιστα δε και πολύ μεγαλύτερη από αυτήν; Τούτο είναι εύλογο, διότι η ζημία δεν θίγει μόνο αυτόν, αλλά καταβάλλει και τις ψυχές των ασθενεστέρων, οι οποίοι προσβλέπουν σ᾿ αυτόν. Και ο Ιεζεκιήλ θέλοντας να διδάξη την πραγματικότητα αυτή διαχωρίζει την κρίση μεταξύ των κριών και των προβάτων. Διαπιστώνεις λοιπόν τώρα με σαφήνεια ότι είχα λόγο να φοβάμαι; Πάντως, εκτός από τα προειρημένα, ακόμη και τώρα αν και χρειάζομαι να καταβάλω πολλή προσπάθεια και πόνο για να μη καταβληθώ πλήρως από τα ψυχικά πάθη, ανέχομαι τον πόνο και δεν αποφεύγω τον αγώνα. Και τώρα μεν καταλαμβάνομαι από κενοδοξία, πολλές δε φορές ομολογώ και συνειδητοποιώ το γεγονός αυτό· τότε ακριβώς επιτιμώ την ψυχή μου για την υποδούλωσή της στα πάθη. Επιθυμίες άτοπες με προσβάλλουν και τώρα, αλλά ανάβουν με βραδύτερο ρυθμό τη φλόγα, διότι οι εξωτερικοί οφθαλμοί δεν προσλαμβάνουν την απαραίτητη για τη φωτιά ύλη. Είμαι δε τελείως απηλλαγμένος από τις κακολογίες των άλλων, αφού δεν είναι παρόντες αυτοί και οι τοίχοι δεν μπορούν να μιλήσουν. Εν τούτοις, δεν μπορώ να αποφύγω και την οργή, μολονότι δεν υπάρχουν άνθρωποι για να με παροξύνουν, διότι όταν καταλαμβάνομαι από τη μνήμη ανθρώπων κακών και των πεπραγμένων τους, τότε η καρδιά μου πληγώνεται, όχι όμως θανάσιμα, αφού ταχύτατα καταστέλλω την οργή της και την πείθω να ησυχάση με το σκεπτικό ότι είναι ανάρμοστο και πολύ άθλιο να αφήσω τα δικά μου κακά και να ασχολούμαι με εκείνα των συνανθρώπων μου. Αντίθετα, όμως, αν τελικά αποδεχθώ την εκλογή και αρχίσω να ζω μέσα στο πλήθος και καταληφθώ από πολλές ταραχές, ούτε καν τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να ανταπεξέλθω σ᾿ όλα αυτά θα μπορέσω να σκεφθώ. Όπως δηλαδή οι ωθούμενοι στον γκρεμό από κάποιο ρεύμα ή από κάποια άλλη αιτία, την μεν απώλεια στην οποία οδηγούνται μπορούν να προβλέψουν, δεν μπορούν όμως να επινοήσουν κάποια βοήθεια. Έτσι και εγώ, μόλις πέσω στον πολύ θόρυβο των παθών, την αυξανόμενη καθημερινά τιμωρία μου θα μπορέσω να συνειδητοποιήσω, όμως δεν θα μπορώ να ανταπεξέλθω όπως και τώρα στις αδυναμίες αυτές, δεν θα μου είναι πια καθόλου εύκολο, όπως και πριν. Η ψυχή μου είναι ασθενής και μικρή και ευάλωτη όχι μόνο σ᾿ αυτά τα πάθη, αλλά και στο πικρότερο από όλα αυτά, τον φθόνο, επί πλέον δε δεν γνωρίζει να αντιμετωπίζη με μετριοφροσύνη ούτε τις τιμές ούτε τις ύβρεις, αντίθετα μάλιστα με υπερβολικό τρόπο εκείνες την επαίρουν και αυτές την ταπεινώνουν. Όπως λοιπόν τα άγρια θηρία, όταν είναι δυνατά και σφριγηλά επικρατούν των επιτιθεμένων σ᾿ αυτά, ιδιαίτερα δε όταν οι προσβολείς είναι αδύνατοι και άπειροι, ενώ όταν κάποιος τα καταβάλλει με την πείνα, τότε και τον θυμό τους αποκοιμίζει και το πλεόνασμα της δυνάμεώς τους αδρανοποιεί, σε σημείο που και ο μη γενναίος να αναδέχεται τον εναντίον τους αγώνα και τη σύγκρουση. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα πάθη της ψυχής· εκείνος που τα καθιστά αδύναμα, τα υποτάσσει στους ορθούς λογισμούς, ενώ εκείνος που τα τροφοδοτεί με επιμέλεια καθιστά χαλεπότερη την εναντίον τους μάχη και απεργάζεται τόσο φοβερό τον βίο του, σαν να ζη όλη του τη ζωή μέσα στη δουλεία και τη δειλία. Ποια είναι λοιπόν η τροφή αυτών των θηρίων; Της κενοδοξίας οι τιμές και οι έπαινοι, της υπερηφανείας η εξουσία και το μέγεθος της δυνάμεως, του φθόνου η προκοπή των πλησίον, της φιλαργυρίας οι φιλότιμες δωρεές των παρεχόντων, της ακολασίας η τρυφή και η συνεχής συναναστροφή με τις γυναίκες και των άλλων άλλη. Όλα δε αυτά αν αποδεχθώ την εκλογή και έλθω να ζήσω στην κοινωνία θα με πλήξουν, θα μου κατασπαράξουν την ψυχή μου, θα καταστούν φοβερά και θα κάνουν πολύ δύσκολο τον εναντίον τους αγώνα μου. Εδώ όμως που κάθομαι θα υποταγούν βέβαια και πάλι με πολύ βία, θα υποταγούν όμως με τη χάρη του Θεού, δεν θα απομείνη δε τίποτα παραπάνω από το γαύγισμά τους. Για όλους αυτούς τους λόγους προφυλάσσω το σπιτάκι αυτό και είμαι απρόσιτος, ακοινώνητος και μοναχικός, επί πλέον δε ανέχομαι να ακούω τέτοιες κατηγορίες, τις οποίες με ευχαρίστηση θα απέκρουα, ενώ τώρα, μη δυνάμενος να το πράξω δαγκώνομαι και πονώ. Σε μένα τίποτα δεν είναι ευκολότερο από το να γίνω ταυτοχρόνως ομιλητικός και να παραμείνω στην παρούσα ασφάλεια. Γι᾿ αυτό και σε παρακαλώ να με ελεής παρά να με κατηγορής, αφού ευρίσκομαι σε τόσο δυσχερή θέση. Δεδομένου όμως ότι δεν σε έπεισα ακόμα, είναι καιρός να σου φανερώσω και το μοναδικό απόρρητο που είχα κρατήσει μέσα μου. Και ίσως να φανή απίστευτο σε πολλούς, όμως δεν θα ντραπώ να το φανερώσω. Αν δε αυτό που θα πω δείξη πονηρή και πολύ αμαρτωλή συνείδηση, αφού ο κριτής μας Θεός γνωρίζει τα πάντα με ακρίβεια, σε τι περισσότερο θα μπορούσε να με βλάψη η άγνοια των ανθρώπων; Ποιο λοιπόν είναι αυτό το απόρρητο; Από την ημέρα εκείνη που μου έβαλες την υποψία περί της εκλογής μου στο επισκοπικό αξίωμα πολλές φορές το σώμα μου κινδύνευσε να παραλύση τελείως. Τόσος φόβος και αθυμία κατέλαβαν την ψυχή μου. Κατανοώντας τη δόξα, την αγιωσύνη, το πνευματικό κάλλος, τη σύνεση και την ευκοσμία της νύμφης του Χριστού, της Εκκλησίας και αναλογιζόμενος τις αδυναμίες και τα πάθη μου, δεν σταματούσα εκείνη μεν να πενθώ, τον εαυτό μου δε να ταλανίζω και να μέμφομαι. Απορώντας με τον εαυτό μου έλεγα· Ποιος άραγε συμβούλευσε έτσι τους εκλέκτορες; Γιατί έσφαλε τόσο πολύ η Εκκλησία του Θεού; Ποιος εξόργισε τόσο πολύ τον Δεσπότη αυτής, ώστε να την παραδώση σε μένα, τον πλέον άτιμο όλων και να την αναγκάση να υποστή τέτοια μεγάλη ντροπή; Όλα αυτά πολλές φορές συλλογιζόμενος και μη δυνάμενος να υποφέρω ούτε στη σκέψη μόνο της άτοπης περιπτώσεως να εκλεγώ, στεκόμουν αμήχανος όπως οι παραπληγικοί και δεν μπορούσα ούτε να ιδώ ούτε να ακούσω κάτι. Όταν δε κάποιες φορές ελευθερωνόμουν από την τόση αμηχανία, ακολουθούσαν τα δάκρυα και η αθυμία. Μετά δε τους ποταμούς των δακρύων και πάλι επανερχόταν ο φόβος, ταράσσοντας και ανατρέποντας τη διάνοιά μου. Τόσο μεγάλη ζάλη με είχε καταλάβει κατά το παρελθόν διάστημα, εσύ όμως το αγνοούσες και νόμιζες ότι ζούσα γαλήνιος. Τώρα όμως θα προσπαθήσω να σου αποκαλύψω τον χειμώνα της ψυχής μου. Ίσως ένεκα αυτού με συγχωρήσης και με απαλλάξης από τις κατηγορίες. Πώς λοιπόν μπορώ να αποκαλύψω τον εαυτό μου σε σένα; Αν πραγματικά θέλης να ιδής με καθαρότητα, δεν υπάρχει άλλος τρόπος από το να γυμνώσω την καρδιά μου. Επειδή όμως αυτό είναι αδύνατο, θα προσπαθήσω να σου περιγράψω τον καπνό της αθυμίας που με κατείχε με μία αμυδρή εικόνα, η οποία θα αποδίδη αντιπροσωπευτικά και μόνο την κατάστασή μου. Και συ από την εικόνα αυτή εστίασε την προσοχή σου στην αθυμία μόνο. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος είναι μνηστήρας της θυγατέρας του βασιλέα όλης της υφηλίου, το κάλλος δε της θυγατέρας προκαλεί αμηχανία και υπερβαίνει ακόμη και την ανθρώπινη φύση· για τον λόγο αυτό υπερνικά κατά πολύ το φύλο εν γένει όλων των γυναικών. Επί πλέον, η ψυχική της αρετή είναι τόση, ώστε να υπερβαίνη την αρετή του γένους των ανδρών τόσο των παρελθόντων εποχών, όσο και εκείνων που πρόκειται να ζήσουν στη γη. Ομοίως, έχει υπερβή όλους τους όρους της ορθής ηθικής με την ευκοσμία των τρόπων της και επεσκίασε κάθε σωματική ωραιότητα με το δικό της κάλλος. Ο μνηστήρας δε αυτής της παρθένου νύμφης να μη καίγεται από τον πόθο του γι᾿ αυτήν ένεκα των ανωτέρω μόνο, αλλά και χωρίς όλα αυτά να συνεχίζη να διατηρή το πάθος του γι᾿ αυτήν και να ξεπερνά με το πάθος του αυτό ακόμη και τους πλέον παθιασμένους εραστές του παρελθόντος. Αυτός, λοιπόν, ο φλεγόμενος εραστής, υποθέτουμε ότι πληροφορείται από κάπου ότι τη θαυμάσια αυτή ερωμένη κάποιος από τους ευτελείς και περιθωριοποιημένους άνδρες, άσχημος και ανάπηρος σωματικά και μοχθηρότερος από όλους τους ανθρώπους, θέλει να την οδηγήση στον γάμο. Αναρωτιέμαι αν σου αναπαρέστησα μικρό μόνο μέρος της οδύνης που με κατέχει και αν αρκή μέχρι του σημείου αυτού η παρομοίωσή μου. Για τη μεν αθυμία που αισθάνομαι αρκεί νομίζω, εξ άλλου για τον λόγο αυτό και μόνο σου ζωγράφισα την παραπάνω μεταφορική εικόνα. Για να σου δείξω δε το μέγεθος του φόβου και της εκπλήξεως που νοιώθω, θα χρησιμοποιήσω άλλη εικόνα. Έστω ο λόγος για ένα στρατόπεδο πεζών, ιππέων και ναυτών· η θάλασσα καλύπτεται από τον αριθμό των πλοίων, τα δε πεδία των μαχών και οι κορυφές των βουνών καλύπτονται από τις φάλαγγες των πεζών και των ιππέων· ο χαλκός των όπλων λάμπει από τις ακτίνες του ήλιου, οι οποίες στη συνέχεια αντανακλούνται από τη λάμψη των περικεφαλαίων και των ασπίδων· ο κρότος των δοράτων και το χλιμίντρισμα των αλόγων ανεβαίνει προς τον ουρανό και μήτε θάλασσα, μήτε γη φαίνεται πουθενά, παρά μόνο χαλκός και σίδηρος παντού. Απέναντι σ᾿ αυτούς αντιπαρατίθενται εχθρικά στρατεύματα αποτελούμενα από άγριους και ανήμερους άνδρες. Στη συνέχεια, κάποιος αρπάζει ξαφνικά ένα παιδί με αγροτική ανατροφή, το οποίο ήξερε να χειρίζεται μόνο τη φλογέρα και τη ράβδο του και τίποτα παραπάνω και αφού το οπλίζει με χάλκινα όπλα το περιφέρει σε όλο το στρατόπεδο και του δείχνει τους λόχους και τους λοχαγούς, τους τοξότες, τους σφενδονήτες, τους ταξιάρχους, τους στρατηγούς, τους οπλίτες, τους ιππείς, τους ακοντιστές, τις τριήρεις, τους τριηράρχες, τους αμυνόμενους στο στρατόπεδο στρατιώτες, το πλήθος των πολεμικών μηχανών που ευρίσκονταν στα πλοία. Ακολούθως του επιδεικνύει και όλο το στρατόπεδο των εχθρών, μερικές τρομακτικές φυσιογνωμίες, τον διαφορετικό εξοπλισμό, το άπειρο πλήθος των εκεί στρατιωτών, τα φαράγγια, τους βαθείς γκρεμούς και τα δυσπρόσιτα όρη. Του δείχνει δε ακόμη στο εχθρικό στρατόπεδο και άλογα να πετούν με κάποιο μαγικό τέχνασμα, καθώς και οπλίτες να κατεβαίνουν από τον ουρανό, τέλος δε τη δύναμη και τα τεχνάσματα της μαγικής τέχνης. Επί πλέον, συγκαταλέγει, τις συμφορές του πολέμου, το νέφος των ακοντίων, τη χιονοστιβάδα των βελών, τον πολύ θόρυβο, την ομίχλη και τη ζοφερή νύκτα που σχηματίζουν το πλήθος των εκτοξευόμενων όπλων, τα οποία με την πυκνότητά τους δημιουργούν στρώμα αδιαπέραστο για τις ακτίνες του ήλιου, τη σκόνη που εξ ίσου βυθίζει στο σκοτάδι τα μάτια, τους χειμάρρους των αιμάτων, τις κραυγές των τραυματιζομένων, τις κραυγές των μαχομένων, τους σωρούς των πτωμάτων, τροχούς βαμμένους με αίμα, ίππους που ρίχνουν κάτω τους αναβάτες τους λόγω του πλήθους των πτωμάτων που κείτονται στο χώμα, τη γη που έχει πάνω της τα πάντα ανακατεμένα, αίμα, τόξα, βέλη, οπλές αλόγων και κεφάλια ανθρώπων, όλα μαζί, αναμεμειγμένα με χέρια, πόδια, μαχαιρωμένα στήθη, κατατρυπημένους εγκεφάλους, μύτη βέλους, η οποία είναι σπασμένη από τον κορμό και έχει καρφωμένο πάνω της μάτι. Συγκαταλέγει επίσης και τα δεινά του ναυτικού, δηλαδή τις τριήρεις που καίγονται στο μέσο της θάλασσας, ή που βυθίζονται παίρνοντας μαζί τους στον βυθό και τους ναύτες, τον ήχο των υδάτων, τον θόρυβο των ναυτών, τη βοή των στρατιωτών, τον αναμιγνυόμενο αφρό των αιμάτων και των κυμάτων, που μπαίνει μέσα σε όλα τα πλοία, τους νεκρούς πάνω στα καταστρώματα, εκείνους οι οποίοι βυθίζονται, ή επιπλέουν, ή εκβράζονται στις ακτές, ή μπερδεύονται μέσα στα κύματα και φράζουν τον δρόμο στα καράβια. Αφού λοιπόν του δίδαξε όλες τις συμφορές του πολέμου, του προσέθεσε και τα δεινά της αιχμαλωσίας, η οποία είναι χαλεπότερη και από κάθε είδος θανάτου και στη συνέχεια τον διέταξε να ιππεύση το άλογο και να διοικήση όλο το στρατόπεδο. ’ραγε νομίζεις ότι το παιδάκι εκείνο θα αντέξη και σε μόνη τη διήγηση και δεν θα λιποψυχήση από την πρώτη κιόλας ματιά των εχθρών;
ιγ. Ο εναντίον ημών πόλεμος του διαβόλου είναι ο χαλεπότερος.
Και μη νομίσης ότι με τα λόγια αυτά προσπαθώ να υπερβάλω σχετικά με τις δυσκολίες της επισκοπικής διακονίας, ούτε να νομίσης ότι τα όσα ειπώθηκαν είναι υπερβολικά επειδή έχουμε εγκλεισθή στο σώμα μας σαν σε κάποιο δεσμωτήριο και δεν μπορούμε να δούμε τίποτα από τα αόρατα. Διότι θα μπορούσες να ιδής πολύ μεγαλύτερη και φοβερότερη από αυτή τη μάχη, αν μπορούσες ποτέ να ιδής με αυτούς τους σωματικούς οφθαλμούς το ζοφερό και μανιώδες στρατόπεδο του διαβόλου. Σ᾿ αυτό το στρατόπεδο δεν υπάρχουν ούτε χαλκός και σίδηρος, ούτε ίπποι και άρματα και τροχοί, ούτε φωτιά και βέλη, ούτε όλα τα παρόμοια ορατά πολεμικά μέσα, αλλά άλλα πολύ φοβερότερα. Για την αντιμετώπιση αυτών των εχθρών δεν χρησιμεύουν ούτε ο θώρακας, ούτε η ασπίδα, ούτε τα ξίφη και τα δόρατα. Αρκεί και μόνο η θέα της καταραμένης εκείνης στρατιάς για να παραλύση η ψυχή, αν αυτή δεν τύχη να είναι γενναία και εκτός από τη δική της ανδρεία δεν λάβη πρώτα τη βοήθεια του Θεού. Και αν βέβαια ήταν δυνατό να αποδυθής το σώμα αυτό, ή ακόμη και μαζί με το σώμα αυτό να μπορέσης με καθαρότητα και άφοβα να ιδής ξεκάθαρα όλη την παράταξή του και τον πόλεμο που διεξάγει εναντίον μας, τότε θα έβλεπες όχι χειμάρρους αιμάτων, ούτε σώματα νεκρά, αλλά τόσα πτώματα ψυχών και τραύματα τόσο φοβερά, ώστε όλη η εικόνα του πολέμου που σου περιέγραψα πιο πάνω να μοιάζη με παιδικό παιγνίδι μάλλον παρά με πραγματική μάχη. Τόσοι είναι οι πληττόμενοι καθημερινά. Τα δε τραύματα δεν προκαλούν την ίδια βλάβη, αλλά όση είναι η διαφορά μεταξύ ψυχής και σώματος, τόση είναι και η διαφορά αυτών των τραυμάτων. Πράγματι, όταν η ψυχή τραυματισθή δεν κείται όπως το σώμα αναίσθητη, αλλά βασανίζεται από εδώ ακόμη και λιώνει από την πονηρή συνείδηση, μετά δε την απαλλαγή από τα βάσανα της επίγειας ζωής, κατά τον καιρό της κρίσεως, θα παραδοθή σε αιώνια τιμωρία. Αν μάλιστα κάποιος μένη ανάλγητος από τις πληγές που του προκαλεί ο διάβολος, τότε το κακό που προκαλείται σ᾿ αυτόν από την αναισθησία είναι μεγαλύτερο, διότι εκείνος ο οποίος δεν θα τραυματισθή από την προηγούμενη πληγή εύκολα δέχεται και δεύτερη και μετά από αυτή και άλλη. Ο μιαρός διάβολος δεν σταματά να κτυπά μέχρι και την τελευταία αναπνοή, όταν βρη κάποια ψυχή που αδρανεί και καταφρονεί τις προηγούμενες πληγές. Αν τώρα θέλης να εξετάσης τον τρόπο με τον οποίο προσβάλλει ο μιαρός διάβολος, θα ιδής ότι είναι πολύ σφοδρότερος και τεχνικότερος από εκείνον του εχθρού της πιο πάνω εικόνας. Κανείς δεν γνωρίζει τόσους τρόπους παραπλανήσεως και δόλου, όσους ο μιαρός εκείνος· εξ άλλου στο σημείο αυτό βασίζει τη μεγάλη του δύναμη. Ούτε τόση ακήρυχτη έχθρα μπορεί να έχη κάποιος προς τους χειρότερους εχθρούς του, όση έχει ο πονηρός δαίμονας προς την ανθρώπινη φύση. Και την προθυμία με την οποία μάχεται αυτός αν εξετάση κάποιος, θα ήταν γελοίο και να τη συγκρίνη με εκείνη των ανθρώπων. Αν δε αντιπαραβαλλόταν η μανία του με τα πλέον οργίλα και απηνή θηρία, τότε η σύγκριση θα αναδείκνυε αυτά, όντα πραότατα και ημερότατα. Τόσο θυμό πνέει αυτός εναντίον μας όταν προσβάλλει τις ψυχές μας. Εξ άλλου, ο χρόνος του πολέμου που περιέγραψα είναι βραχύς, μάλιστα δε συνάπτονται πολλές ανακωχές, αφού συντελούν προς την κατεύθυνση αυτή και η νύκτα και ο επερχόμενος κάματος από τη σφαγή και η ανάγκη για λήψη τροφής και πολλά άλλα αναγκαία για την ανάπαυση του στρατιώτη, όπως η απέκδυση της πανοπλίας, η ολιγόλεπτη ανάπαυση, η τροφή, το ξεδίψασμα με λίγο νερό και άλλα πολλά, απαραίτητα για την ανάκτηση της προτέρας δυνάμεως. Στην αντιμετώπιση του πονηρού όμως δεν επιτρέπεται ποτέ η απόθεση των όπλων, ούτε μπορεί να κοιμηθή όποιος θέλει να μένη σε όλη του τη ζωή άτρωτος. Πρέπει δηλαδή ένα από τα δύο να συμβή, ή θα αποθέση τα όπλα του και θα θανατωθή ή θα είναι πάντα πάνοπλος και σε εγρήγορση. Διότι εκείνος βρίσκεται πάντοτε σε ετοιμότητα με το στρατόπεδό του, παρατηρώντας τις στιγμές της ραθυμίας μας και εργαζόμενος για την απώλειά μας περισσότερο από ό,τι εμείς για τη δική μας σωτηρία. Και το γεγονός ότι αυτός δεν μας είναι ορατός και μας προσβάλλει αιφνίδια (που μάλιστα είναι αίτιο μύριων κακών) καθιστά τον εναντίον του πόλεμο όσων δεν βρίσκονται σε διηνεκή εγρήγορση άνισο. Στη μάχη αυτή λοιπόν με ήθελες να ηγηθώ των στρατιωτών του Χριστού; Μα αυτό αποτελεί προσφορά στα στρατηγήματα του διαβόλου. Όταν ο οφείλων να διατάσση και να ενθαρρύνη τους λοιπούς είναι ο ίδιος ο πλέον άπειρος και αδύνατος όλων, προδίδοντας με την απειρία του τους εμπιστευθέντες σ᾿ αυτόν, τότε παρέχει την υπηρεσία του στον διάβολο μάλλον παρά στον Χριστό. Γιατί αναστενάζεις όμως και δακρύζεις; Η παρούσα κατάστασή μου δεν είναι άξια θρήνων, αλλά χαράς και ευφροσύνης.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ. Τούτο δεν συμβαίνει και με τη δική μου κατάσταση, είπε, η οποία είναι πολύ αξιοθρήνητη. Τώρα μόλις μπόρεσα να συνειδητοποιήσω σε ποια δεινή θέση με έφερες. Εγώ σε επισκέφθηκα για να μάθω από σένα πώς μπορώ να απολογηθώ προς εκείνους οι οποίοι σε εγκαλούν. Εσύ όμως με διώχνεις με την προσθήκη και άλλου προβλήματος, διότι πλέον δεν με απασχολεί τι θα απολογηθώ προς εκείνους για τα δικά μου και τα δικά σου κακά, αλλά προς τον Θεό τον ίδιο. Σε παρακαλώ όμως και σε ικετεύω, αν κάτι θέλης να κάνης για μένα, να με στηρίξης εν Χριστώ, να με ανακουφίσης με αγάπη, να με σπλαγχνισθής και να με συμπονέσης, διότι γνωρίζεις ότι εσύ περισσότερο από κάθε άλλον με οδήγησες στον παρόντα κίνδυνο. Τείνε λοιπόν χείρα βοηθείας, λέγοντας και πράττοντας όσα μπορούν να με ανορθώσουν. Πρόσεξε ώστε να μη με εγκαταλείψης ούτε για ελάχιστο χρόνο· τώρα μάλλον παρά ποτέ πρέπει να μένουμε μαζί.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εγώ, μειδίασα και είπα· Πώς μπορώ να συμβάλω ώστε να σε ωφελήσω, ενώπιον τόσου μεγάλου όγκου δυσκολιών; Όμως επειδή αυτό σε ευχαριστεί, έχε θάρρος αγαπητέ μου φίλε. Όταν θα σου είναι δυνατό να αναπνέης από τις φροντίδες του επισκοπικού αξιώματος, θα είμαι κοντά σου και όσα μου είναι δυνατό να κάνω για σένα δεν θα τα αμελήσω καθόλου. Μετά από όλα αυτά εκείνος δάκρυσε και σηκώθηκε όρθιος, εγώ δε έπεσα στην αγκαλιά του, φίλησα το κεφάλι του, τον προέπεμψα και τον παρεκάλεσα να αναδεχθή με γενναιότητα τη νέα κατάσταση. Πιστεύω, είπα, στον Χριστό, ο οποίος και σε κάλεσε στην ηγεσία των προβάτων του. Είναι τόση η παρρησία που θα αποκτήσης από τη διακονία αυτή που σου ανέθεσε, ώστε και εμένα, όταν κατά την ημέρα της κρίσεως θα κινδυνεύω, θα με δεχθής στην αιώνια σκηνή σου.