Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Πως πρέπει να προετοιμαζόμαστε για την Μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων;

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEiuKibFWZ-bqo1ysUy1_RPueO2IoPi9XchvhfwSR2kaSF0Vq-CbOCzjemIl5JTZGVOLQGoX59zAOUdeQr_cGLRugoIG6Y5dfjBO-JFcs-7ReS_NRFHJCg_V8lS3_pwe-FaQ27S49omKCCWx/s1600/diskopotiro2.jpg

 Πως πρέπει να προετοιμαζόμαστε για την Μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων;

    «Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω ο γάρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου» (Α' Κορ.11,28-29)

...Θα παρουσιάσουμε τα αναγκαιότερα έργα τα όποια πρέπει να γνωρίζουν, όσοι επιθυμούν να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων.

Κατ' αρχήν πρέπει να καταλάβουμε ότι η προ της Θείας Κοινωνίας προετοιμασία είναι διπλή, δηλαδή σωματική και πνευματική. Η σωματική έγκειται στην νηστεία, στην εγκράτεια από τις σωματικές επιθυμίες, στην αγρυπνία, στην κλίση των γονάτων (μετάνοιες) και άλλους κόπους με τους οποίους καθαρίζεται και ελαφρύνεται το σώμα από αυτά που το βαρύνουν, το ενοχλούν και το μολύνουν. Ενώ η πνευματική προετοιμασία αποτελείται από την εξομολόγηση στον Πνευματικό, την ανάγνωση των προσευχών, όπως συνιστά το Ωρολόγιο, με φόβο Θεού, με προσοχή και ταπείνωση. Άλλη αγία προετοιμασία είναι η συμφιλίωση με όλους να μη είναι με κανέναν ψυχραμένος, να μη κρατά οργή σε κάποιον, να συγχωρεί όλους, όσοι του έκαμαν κάτι, ενθυμούμενος τα λόγια του Σωτήρος που λέγει: Εάν συγχωρήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών και ο Πατήρ υμών ο ουράνιος συγχωρήση τα παραπτώματα υμών (Ματθ. 6,14) και γενικά να αγωνίζεται να μη έχει με τον πλησίον του κάτι που να τους χωρίζει.
Γι' αυτόν που δεν είναι ασθενής η σωματική νηστεία περιλαμβάνει τις τέσσερεις μεγάλες νηστείες του έτους, όπως αυτές έχουν καθορισθεί από τους Αποστόλους και τους Πατέρας της Εκκλησίας, καθώς και τις ημέρες Τετάρτη και Παρασκευή. Και όποιος έχει πνευματικές προϋποθέσεις και δυνατότητες μπορεί να κρατά και την νηστεία της Δευτέρας. Αυτές οι ημέρες νηστεύονται όλο το έτος, πλην των ημερών που επιτρέπει η Εκκλησία την κατάλυση σύμφωνα με το τυπικό των εορτών. Όλοι οι χριστιανοί εκτός των ανωτέρω, έχουν καθήκον να νηστεύουν την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, της Βαπτίσεώς Του, την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και την Αποτομή της Κεφαλής του Τιμίου Προδρόμου.
Εγκράτεια στην τράπεζα σημαίνει να μη τρώμε μέχρι χορτασμού.

Όποιος επιθυμεί να κοινωνήσει την επομένη, θα πρέπει από το βράδυ να εγκρατεύεται του φαγητού. Κατόπιν για τους παντρεμένους επιβάλλεται εγκράτεια μεταξύ των. Δεν πρέπει να συνέρχωνται στις άγιες νηστείες, τα Σάββατα, τις Κυριακές και εορτές, καθώς και την προηγούμενη της Θείας Κοινωνίας ημέρα, ως και μία μετά την Θ. Κοινωνία ημέρα.
Αυτή η απόφαση εγκρατείας των συζύγων πρέπει να γίνεται με κοινή συγκατάθεση
και επί πλέον πρέπει να απέχουν για ένα διάστημα από τις συζυγικές των σχέσεις για να επιδίδωνται στην νηστεία και προσευχή, όπως μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος στην Α' Κορ. 7,5. «Μη αποστερείτε αλλήλους, ει μη τι αν εκ συμφώνου προς καιρόν, ίνα σχολάζητε τη νηστεία και τη προσευχή και πάλιν επί το αυτό συνέρχεσθε, ίνα μη πειράζη υμάς ο σατανάς διά την ακρασίαν υμών».
[...]
Αυτά τα ολίγα επαρκούν για την εξωτερική ή σωματική νηστεία.
Στην συνέχεια θα πούμε ολίγα για την υψηλότερη και πνευματική νηστεία, η οποία όσο είναι ωφελιμότερη, άλλο τόσο είναι λεπτή και δυσκολοκατόρθωτη. Κατ' αρχήν στην πνευματική νηστεία είναι μεγάλη ανάγκη ο άνθρωπος να φυλάττη τον νου του από τους αισχρούς λογισμούς και από τον διασκορπισμό του στα εφήμερα και μάταια του βίου πράγματα. Διότι, όπως το σώμα έχει τον κόσμο των σωματικών παθών, έτσι και ο νους έχει τον κόσμο των λογισμών και κακών πνευμάτων. Και όπως το σώμα μπορεί να πορνεύσει ή να κάνει οποιοδήποτε αμάρτημα με το έργο, έτσι και ο νους μας πορνεύει ή κάνει άλλες αμαρτίες με τους λογισμούς του. Οπότε, αυτός που πρόκειται να πλησιάσει τα Άχραντα Μυστήρια, πρέπει να έχει μεγάλη φροντίδα στην φυλακή των πέντε αισθήσεων: στην όραση, ακοή, όσφρηση, γεύση και αφή. Διότι αυτές, κατά την μαρτυρία του αγίου προφήτου Ιερεμίου (9,20) είναι οι θύρες από τις οποίες εισέρχεται στην ψυχή μας ο θάνατος της αμαρτίας. Κατόπιν χρειάζεται προσοχή στην γλώσσα μας δεν πρέπει να λέγει ψέματα, αστεία και άλλα κενόδοξα και σαπρά λόγια, διότι μας λέγει η Αγία Γραφή ότι πολλοί έπεσαν από το όργανο της γλώσσης (Σειράχ 20,1Cool. Να νηστεύει όχι μόνο η γλώσσα από τις περιττολογίες, αλλά και το χέρι να μη εγγίζη το ξένο πράγμα, να μη τολμά να υπογράφει άδικα έγγραφα και γενικά να μη κάνη τίποτε απ' αυτά πού οδηγούν στην αμαρτία. Να νηστεύουν και τα πόδια μας για να μη πηγαίνουν εκεί, όπου δεν ευαρεστείται ο Θεός .Εκτός από την διπλή νηστεία πού μέχρι εδώ αναφέραμε, χρειάζεται επί πλέον ταπείνωσης της καρδίας και συνείδησης καθαρή και ειρηνική απέναντι όλων των ανθρώπων. Επίσης να μη πιστεύει κάποιος ότι η ευτυχία του εξαρτάται από την συχνή Θεία Κοινωνία, αλλά από την, κατά το δυνατόν, καλή προετοιμασία με μεγάλη ταπείνωση, συντριβή καρδίας και ανυπόκριτη ευλάβεια. Επ' αυτών ο ιερός Χρυσόστομος λέγει τα εξής: «Πολλοί λαμβάνουν αυτό το Μυστήριο μία φορά τον χρόνο, ενώ άλλοι περισσότερες φορές... Προς όλους μας απευθύνεται η πρόσκληση για το Μυστήριο αυτό, όχι μόνο προς τους πολίτας, αλλά και προς τους ερημίτας, μερικοί των οποίων κοινωνούν μία φορά τον χρόνο ή κάθε δεύτερο χρόνο... Λοιπόν, ποιοι απ' αυτούς βαδίζουν την σωστή οδό; Αυτοί που κοινωνούν μία φορά τον χρόνο, αυτοί που κοινωνούν πολλές φορές ή αυτοί που κοινωνούν λίγες φορές τον χρόνο»; Προκειμένου να δείξει ποια είναι η αληθινή προετοιμασία για την Θεία Μετάληψη, λέγει τα εξής: «Αυτοί που έχουν καθαρούς λογισμούς και σκέψεις, καθαρή καρδιά και αμόλυντη ζωή, πρέπει πάντοτε να προσέρχονται. Ενώ όσοι δεν έχουν αυτές τις προϋποθέσεις δεν πρέπει ούτε μία φορά τον χρόνο να προσέρχονται». Αλλά, μετά απ' αυτά, μπορεί να ερωτήση κάποιος: «Πώς μπορώ εγώ να γίνω άξιος για μία τόσο ανεκτίμητη Κοινωνία, η οποία απαιτεί από έμενα μεγάλη προετοιμασία»; Σ' αυτήν την ερώτηση δεν θα απαντήσω εγώ, άλλα ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναίτης: «Μόνον εάν θέλεις, άνθρωπε, μπορείς να γίνεις άξιος». Και θέλοντας να δείξει ποιες είναι οι δυσκολίες γι' αυτή την προετοιμασία, λέγει: «Γνώριζε πως είσαι αμαρτωλός, εγκατάλειψε την αμαρτία, διώξε την οργή και την πονηρία, δείξε έργα της μετανοίας, απόκτησε την καθαρότητα, την πραότητα και ταπείνωση, δώσε ελεημοσύνη στους πτωχούς και στους ξένους από τους καρπούς της δικαιοσύνης και προσευχήσου στον Θεό με συντριμμένη ψυχή και έτσι θα είσαι πλέον άξιος για το Μυστήριο».
Πόση αγάπη και στοργή εκφράζεται σ' αυτό το Μυστήριο εκ μέρους του Θεού! Λόγω της μεγίστης αγάπης Του που έχει προς τον άνθρωπο, ευδόκησε να επιτρέπει σ' εμάς να Τον τρώγωμεν και να Τον πίνωμεν. Πράγματι ο καλός μας και μεγάλος Ποιμήν δεν έχει άλλον όμοιον Του στους οικτιρμούς και το έλεος σ' αυτό το ανθρώπινο γένος. Διότι κανείς ποιμήν, όσο καλός και να είναι και όσο πολύ ν' αγαπά τα πρόβατα του, ποτέ δεν ακούστηκε ότι τα έθρεψε αυτά με την σάρκα του σώματος του και τα πότισε με το αίμα του. Πολλές είναι οι περιπτώσεις που γονείς δίνουν τα παιδιά των, μετά την γέννηση των, σε άλλους να τα θρέψουν και μεγαλώσουν. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τον Χριστό, ο οποίος μας τρέφει σ' όλη μας την ζωή με το σώμα Του.
Στην συνέχεια θα μιλήσουμε για την έξης τακτική του διαβόλου. Μερικούς τους εξαπατά με κάποια υποκριτική ευλάβεια και ταπείνωση , ότι δεν είναι άξιοι να λαμβάνουν τα Πανάχραντα Μυστήρια. Και με αυτή την φαινομενική ευλάβεια τους ρίχνει ο πονηρός στην ακηδία, στην αδιαφορία και αναισθησία και έτσι χάνουν την μεγίστη ωφέλεια, την οποία θα κέρδιζαν, εάν κοινωνούσαν με ειλικρινή ευλάβεια τα Θεία Μυστήρια... Άλλους τους κάνει να αναβάλουν τον χρόνο της Κοινωνίας από το ένα διάστημα στο άλλο και από την μία νηστεία στην άλλη και έτσι τους απομακρύνει περισσότερο από την Μετάληψη των Θείων Μυστηρίων. Το αποτέλεσμα είναι να μη προοδεύουν σχεδόν καθόλου στην οδό της εργασίας των θείων εντολών. Και πώς αυτοί θα μπορέσουν να ενωθούν με τον Πλάστη των, που τους λέγει: «Μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν... ότι άνευ εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν»; (Ίωάν. 13,5-6). Άλλους πάλι ούτε στα γεράματα των, ούτε στις βαρειές και θανατηφόρες ασθένειες δεν τους αφήνει να ενωθούν με τον Χριστό. Γι' αυτό μία καλή φροντίδα που πρέπει να έχουμε εμείς οι χριστιανοί για τους οικείους και συγγενείς μας είναι, όταν κάποιος αρρωστήσει, να καλούμε αμέσως τον Πνευματικό και να συμβουλεύουμε τον ασθενή να εξομολογηθεί όλες τις αμαρτίες του. Και αφού γίνει αυτό και τον θεωρήσει ο ιερεύς ως κατάλληλον για την Θεία Κοινωνία, κατόπιν να τον κοινωνήσει. Εάν όμως η κατάσταση του είναι πολύ σοβαρά και πρόκειται να πεθάνει, ο ιερεύς πρέπει να τον κοινωνήσει απαραιτήτως, διότι τότε ο ιερεύς έχει την άδεια να λύνει και να συγχωρεί αμαρτήματα, να κοινωνεί τον ετοιμοθάνατο ακόμη και όταν έχει θανάσιμα αμαρτήματα που κανονικά απαγορεύουν την Θεία Κοινωνία. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να γίνει δεκτός από τον Κύριο, όπως ο ληστής επί του σταυρού. Εάν όμως με την ευλογία του Θεού, μετά την Μετάληψη των Θείων Δώρων, γίνει υγιής, τότε να παραμείνει στον κανόνα της μετανοίας που του είχε επιβληθεί μέχρις ότου τον τελειώσει.
Άκουσα ακόμη από το στόμα μερικών χριστιανών και άλλες συμβουλές που ο πονηρός τους ψιθυρίζει στα αυτιά των: «Μη καλείς τον παπά, εάν κάποιος είναι ασθενής, διότι εάν έλθει εκείνος τότε θα αποθάνη ο ασθενής. Άφησε, εάν υπάρξει μεγάλη ανάγκη θα τον καλέσουμε». Αλλά αλλοίμονο! Τι μεγάλη απάτη του διαβόλου είναι αυτή η συμβουλή με την οποία μερικοί αγωνίζονται να μη φέρουν τον ασθενή αδελφό τους, όντας στο κρεβάτι του θανάτου, να πλησιάσει τα Άχραντα Μυστήρια! Πολλοί ακούγοντας αυτές τις προτροπές του πονηρού οδηγηθήκαν στα αιώνια βάσανα, διότι τους άρπαξε ο θάνατος τότε, όταν τον έστειλε ο Θεός και όχι όταν ήθελαν αυτοί να έλθει. Πολλούς απομακρυσμένους από την αλήθεια τους συμβουλεύει ο σατανάς ότι η ευτυχία και αγιότης εξαρτάται από την όσο το δυνατόν συχνή Θεία Κοινωνία, χωρίς την πρέπουσα προετοιμασία, όπως αναφέρθηκε παραπάνω. Αυτοί όντως πλανεμένοι από τον διάβολο κατά τρόπο αξιολύπητο, ξέχασαν τα λόγια του Αποστόλου Παύλου, που λέγει: «Δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν, και ούτως εκ του ποτηρίου πινέτω, ο γάρ εσθίων και πίνων αναξίως κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου» (Α' 11, 28-29). Εάν μερικοί ξέχασαν και περιφρόνησαν αυτά τα λόγια, ας προσέξουν και ας φοβηθούν από τα εξής λόγια του ιδίου Αποστόλου «Αθετήσας τις νόμον Μωϋσέως χωρίς οικτιρμών επί δυσίν ή τρυσί μάρτυσι αποθνήσκει, πόσω δοκείτε χείρονος αξιωθήσεται τιμωρίας ο τον Υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας» (Έβρ. 10, 28-29).
Με ποιόν τρόπο πέφτει κανείς σ' αυτή την τιμωρία, της καταπατήσεως του Υιού του Θεού, μας διδάσκει ο ιερός Χρυσόστομος, ο οποίος λέγει: «Όταν συ κοινωνείς Αυτόν στο Άγιο Μυστήριο και κάνεις αμαρτία, λέγε μου: Δεν τον κατεπάτησες; Δεν τον χλεύασες; Καθώς εμείς δεν έχουμε καμμία συναίσθηση και συντριβή γι' αυτά που καταπατούμε, έτσι και αυτοί που σφάλουν, δεν έχουν καμμία συναίσθηση και φόβο για τον Χριστό».
Κανείς λοιπόν, να μη πλησιάζει τα Άγια Μυστήρια χωρίς την πρέπουσα ευλάβεια και προετοιμασία, ούτε πάλι, λόγω οκνηρίας και απελπισίας, να απομακρύνεται περισσότερο απ' αυτά. Οι Άγιοι Πατέρες σε κάθε έργο λέγουν ότι τα άκρα είναι του διαβόλου, ενώ η μέση και βασιλική οδός που βάδισαν και οι Άγιοι, είναι του Χριστού.
Αλλά μπορεί κάποιος να μας ερωτήσει, ποια είναι η μέση και βασιλική οδός; Θα απαντήσουμε σ' αυτούς: Η Μετάληψη των Θείων Μυστηρίων είναι στενά συνδεδεμένη με την εξομολόγηση. Αυτή πρέπει να γίνεται, τουλάχιστον για τους λαϊκούς τέσσαρες φορές τον χρόνο, κατά την περίοδο των μεγάλων νηστειών. Η συχνή ή αραιή συμμετοχή περαιτέρω στα Θεία Μυστήρια επαφίεται περισσότερο στην κρίσι του Πνευματικού, ο οποίος μπορεί με διάκριση να χρησιμοποιεί την ακρίβεια και οικονομία των ιερών Κανόνων και γνωρίζει την πρόοδο κάθε μιας ψυχής στην μετάνοια. Ένα πράγμα όμως ας έχουν υπ' όψιν των, όσοι επιθυμούν να κοινωνούν συχνότερα: Αυτό το οποίον επιθυμούν είναι «Τα Άγια τοις αγίοις» και ας ακούσουν τι λέγει όσον αφορά αυτό ο Θείος Χρυσόστομος: «Βλέπε, ότι, όταν ο ιερεύς ή ο διάκονος λέγει: «Τα Άγια τοις αγίοις» αυτό εννοεί: εάν κάποιος δεν είναι άγιος να μη προσέρχεται. Όχι μόνο καθαρός από την αμαρτία, αλλά άγιος...».
Το Σώμα και το Αίμα του Χριστού γίνονται αιτία μεγάλων βασάνων γι' αυτούς που δεν προσέρχονται επαξίως. Ενώ οι ι. Κανόνες για το ίδιο μυστήριο λέγουν: Τα Άγια προσφέρονται στους αγίους, ενώ η αγιότης κατορθώνεται με νηστεία και προσευχή. Αμήν.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ



ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ

Κανὼν Θ'
Πάντας τοὺς εἰσιόντας πιστούς, καὶ τῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ παραμένοντας δὲ τῇ προσευχῇ, καὶ τῇ ἁγίᾳ Μεταλήψει, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντας τῇ Ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΖΩΝΑΡΑ. Πάντας ὁ παρὼν κανὼν ἀπαιτεῖ, τῆς ἁγίας ἐπιτελουμένης θυσίας, μέχρι τέλους προστκαρτερεῖν τῇ προσευχῇ, καὶ τῇ ἀγίᾳ μεταλήψει· καὶ οἱ λαϊκοὶ γὰρ συνεχῶς μεταλαμβάνειν τότε ἀπῃτοῦντο· κανὼν γάρ ἐστι τῆς ἐν Σαρδικῇ συνόδου, καὶ τῆς ἐν τῷ Τρούλλῳ ἕτερος, καὶ ἄλλος τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ, ὡς, εἴ τις ἐπὶ τρεῖς κυριακὰς παρὼν μὴ μεταλάβοι, ἀφοριζέσθω. Διὸ καὶ ὁ παρὼν κανὼν τοὺς μὴ παραμένοντας, ὡς τὴν τάξιν συγχέοντας, ἀφορίζει· καὶ ὀ δεύτερος κανὼν τῆς ἐν Ἀντιοχείᾳ συνόδου περὶ τούτου φησίν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΒΑΛΣΑΜΩΝΟΣ. Ὁ τοῦ παρόντος κανόνος διορισμὸς δριμύτατός ἑστιν· ἀφθρίζει γὰρ τοὺς ἐκκλησιάζοντας καὶ μὴ παραμένοντας μέχρι τέλους, μηδὲ μεταλαμβάνοντας. Καὶ ἄλλοι δὲ κανονες παρομοίως διορίζονται, πάντας ἑτοίμους εἶναι καὶ ἀξίους τῆς μεταλήψεως, καὶ τοὺς ἐπὶ τρισὶ κυριακαῖς μὴ μεταλαμβάνοντας ἀφορίζουσιν.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΡΙΣΤΗΝΟΥ. Ἀφορίστις τὸν τῇ εὐχῇ καὶ τῇ μεταλήψει μὴ παραμένοντα. Τὸν μὴ μέχρι τέλους προσκαρτεροῦντα τῇ ἐκκλησίᾳ, ἀλλ᾽ ἔτι τῆς ἁγίας λειτουργίας τελουμένης τῆς ἐκκλησίας ἐξερχόμενον, ὡς ἀταξίαν ἐμποιοῦντα τῇ ἐκκλησίᾳ ἀφορίζεσθαι χρή.

Κυριακή 8 Μαΐου 2016

ΠΡΟΣΕΚΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος:Να είμαστε προσεκτικοί και μετά τη Θεία Κοινωνία!

«Ου φίλημά σοι δώσω καθάπερ ο Ιούδας», λέμε κάθε φορά που κοινωνούμε. Δηλαδή δεν θα μιμηθώ τον Ιούδα που μόλις κοινώνησε, αμάρτησε, (πρόδωσε με φίλημα τον Χριστό! ) . Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε πολύ προσεκτικοί μετά τη Θ. Κοινωνία! ‘Έχουμε βάλει μέσα μας το Χριστό! Σκεφθείτε να υβρίζουμε τον πλησίον μας, να τον αδικούμε, να τον κλέβουμε! «Ενώ έχουμε φάει «αμνό», να γινόμαστε «λύκοι»! Ενώ έχουμε φάει «πρόβατο», να αρπάζουμε σαν τα λιοντάρια! Πως θα απολογηθούμε, όταν κάνουμε τέτοιες αμαρτίες , έχοντας προηγουμένως κοινωνήσει;» ( Άγιος Ι. P.G. 58: 508 ) . Μια τέτοια αμαρτία (μετά τη Θ. Κοινωνία ) ζυγίζει πολύ βαριά!
Ο Άγιος Ι. καυτηριάζει ακόμα και όσους μετά τη Θ. Κοινωνία το ρίχνουν στο κρασί και στο φαγοπότι, διώχνοντας έτσι από πάνω τους τα χαρίσματα της Θ. Κοινωνίας! «Μη ρίψης χαράν τοσαύτην, μη εκχέης, τον θησαυρόν ,μη επεισαγάγης μέθην την της αθυμίας μητέρα, την του διαβόλου χαράν, την μυρία τίκτουσαν κακά. Τον δε Χριστόν ένδον έχων τολμάς ,ειπέ μοι, τοσαύτην επεμβαλείν μέθην;» ( P.G. 61: 232 ) .
Και αν από μόνη της η τρυφή προκαλεί τον πνευματικό θάνατο ( Α  Τιμ. 5:6 ) πόσο μάλλον μετά τη Θ. Κοινωνία! «Και ει εν άλλω καιρώ τούτο γινόμενον απόλλυσι, πολλώ μάλλον μετά την των μυστηρίων κοινωνίαν». ( P.G. 61: 231 ). Έλαβες «άρτον ζωής», και κάνεις πράγματα που επιφέρουν τον θάνατο; Δεν φρίττεις, «Συ δε άρτον ζωής λαβών, πράγμα θανάτου ποιείς, και ου φρίττεις;». ( P.G. 61:231 ) . Γι’ αυτό και ο Άγιος Ι. συνιστά ακόμα και νηστεία και μετά την Θ. Κοινωνία! Γράφει: «Πριν κοινωνήσεις , νηστεύεις για να κοινωνήσεις άξια. Αφότου όμως μεταλάβεις, θα πρέπει να αυξήσεις την εγκράτεια, για να μην φανείς ανάξιος γι’ αυτό που έλαβες. Τι λοιπόν; Πρέπει να νηστεύουμε και μετά τη Θεία Κοινωνία; Καλό είναι αυτό, αλλά δεν θα σας υποχρεώνω να το κάνετε. Απλά σας συμβουλεύω να μην το ρίχνετε στο φαγοπότι και στην απληστία» ( PG 61:231) .

Ελεημοσύνη!

Ο Άγιος Ι. το θεωρεί αδιανόητο , να έχεις κοινωνήσει, και να αδιαφορείς για τον πλησίον σου! Να βλέπεις μπροστά σου το Χριστό γυμνό και πεινασμένο στο πρόσωπο του άλλου, και συ να μην του δίδεις σημασία! «Τι λέγεις; Ανάμνησιν Χριστού ποιείς, και πένητας παροράς και ου φρίττεις;» ( P.G. 61:229 ) . «Αν έκανες μνημόσυνο του παιδιού σου η του αδερφού σου, και δεν έκανες, όπως λέει το έθιμο, «τραπέζι» στους φτωχούς, δεν θα σε έτυπτε η συνείδησή σου; Όμως τώρα που γίνεται «ανάμνηση» του Δεσπότου σου και δεν κάνεις το παραμικρό!» (P.G. 229- 230 ) . «Θρέψωμεν τον Χριστόν, ποτίσωμεν, ενδύσωμεν∙ ταύτα της τραπέζης εκείνης άξια» ( P.G. 61: 232 ). Συνιστούσε μάλιστα στους πιστούς να φέρνουν τους αρρώστους στο Ναό, ώστε έχοντας (οι πιστοί) προηγουμένως κοινωνήσει, να δείχνουν αμέσως και εμπράκτως την κοινωνία τους με τον πλησίον, βοηθώντας τους αρρώστους!
Ο Άγιος Ι. έφθασε μάλιστα στο σημείο να ειπεί, πως όποιος έχει κοινωνήσει και δεν βοηθά τον πλησίον του, κάνει μεγαλύτερο έγκλημα από τον άσπλαχνο δούλο της παραβολής! ( Μτ. 18: 23-43 ). Ενώ δηλαδή ο κύριός του του χάρισε δέκα χιλιάδες τάλαντα, αυτός ( ο δούλος ) δεν ήθελε να χαρίσει στον σύνδουλό του ούτε εκατό δηνάρια! «Και ο Κύριος οργίσθηκε και τον παρέδωσε στους βασανιστές» ( Μτ. 18:34 ) . Και ο Άγιος Ι. σχολιάζει: «Γεύθηκες το Αίμα Δεσποτικόν, και δεν δίδεις σημασία στον αδερφό σου; ! Δεν άκουσες τι έπαθε αυτός που απαιτούσε τα εκατό δηνάρια; ! Ακύρωσε τη «δωρεά» που του έκανε ο κύριός του! Δεν καταλαβαίνεις πως τέτοιος είσαι και συ ακόμα και χειρότερος! Ήσουν πάμφτωχος (από αρετές) «μυρίων γέμων αμαρτημάτων», και όμως ο Θεός σου συγχώρησε τις αμαρτίες σου, και σε δέχθηκε στην «Τράπεζά» Του. Και συ ούτε καν συγκινήθηκες , ώστε να γίνεις πιο φιλάνθρωπος προς τον πλησίον! Λοιπόν τίποτε άλλο δεν απομένει και για σένα, παρά να σε παραδώσουν στους βασανιστές!» ( P.G.61, 230 , ελεύθερη απόδοση ).

Ο «δίσκος» στις εκκλησίες

Ήδη στην πρώτη Εκκλησία μετά τη μετάληψη των αχράντων μυστηρίων έβγαινε «δίσκος» υπέρ των πτωχών. Και ο «προεστώς» «διαμοίραζε» τα χρήματα, είτε στις χήρες, η στα ορφανά, η στους φτωχούς, η στους φυλακισμένους, η στους ξένους, η στους αρρώστους». ( Άγιος Ιουστίνος , P.G. 6:429, & A Κορ. 16:2 -8 & Ρωμ. 15:23- 30 ) . Θα θυμούνται οι παλαιότεροι πως ο δίσκος στην εκκλησία έβγαινε αμέσως μετά τον «καθαγιασμό» , στο «Άξιον Εστί», λίγο δηλαδή προ της Θ. Κοινωνίας. Είχε και αυτό τη σημασία του: Τώρα που ο Χριστός θα σου «δώσει» το Σώμα Του, δώσε και συ «κάτι»!

Κυριακή 3 Απριλίου 2016

Νηστεία προ της Θείας Κοινωνίας




             Πόσας ημέρας πρέπει να νηστεύουν οι χριστιανοί προ της θείας κοινωνίας; Δύνανται να κοινωνούν χωρίς νηστείαν;

            Για να μετάσχη ο πιστός κατά το δυνατόν αξίως στην κοινωνία του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, απαιτείται βεβαίως ιδιαιτέρα προπαρασκευή.

              Ο Απόστολος Παύλος (Α’ Κορ. ια’, 27-32) επισημαίνει τις συνέπειες μιας αναξίας προσελεύσεως στην τράπεζα του Κυρίου. Σ’ αυτήν οφείλονται ασθένειες, θάνατοι και άλλες παιδείες, που έρχονται από τον Θεό στους ανθρώπους που αναξίως κοινωνούν. (Ο γαρ εσθίων και πίνων αναξίως, κρίμα εαυτώ εσθίει και πίνει, μη διακρίνων το σώμα του Κυρίου».


               Συνιστά δε όπως ο μέλλων να κοινωνήση δοκιμάζη πρώτα τον εαυτό του και ύστερα να προσέρχεται: «δοκιμαζέτω δε άνθρωπος εαυτόν και ούτως εκ του άρτου εσθιέτω και εκ του ποτηρίου πινέτω… ει γαρ εαυτούς διεκρίνομεν, ουκ αν εκρινόμεθα».

Σε τί συνίστατο η «δοκιμασία» και η «διάκρισις» αυτή; Δεν μας το λέγει ο απόστολος. Αλλά από την πράξι της Εκκλησίας της εποχής εκείνης, ασφαλώς φαίνεται, ότι ήταν μία εν φόβω Θεού ζωή, η βαθειά πίστις και η ευλάβεια προς το μυστήριο, η συμφιλίωσις και η αμοιβαία συγχώρησις και η εξέτασις της συνειδήσεως περί όλων αυτών.


Αυτό δηλαδή που με τρεις λέξεις ζητεί και σήμερα η Εκκλησία από τον προσερχόμενο, λέγοντας «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».

Η νηστεία δεν εθεωρείτο προϋπόθεσις για την θεία κοινωνία. Η θεία λειτουργία ετελείτο το βράδυ κατά τα κοινά δείπνα, τις «αγάπες», αφού προηγουμένως όλοι είχαν μετάσχει στην κοινή τράπεζα. Ακριβώς δηλαδή επανελάμβαναν την πράξι του Κυρίου, που ίδρυσε το μυστήριο «μετά το δειπνήσαι» στο υπερώο της αγίας Σιών. Ύστερα, για λόγους ευλαβείας, η θεία λειτουργία χωρίσθηκε από τα δείπνα και γινόταν το πρωί.


Τότε άρχισε σιγά – σιγά να παρουσιάζεται και το έθιμο της αποχής κάθε τροφής από του μεσονυκτίου μέχρι την ώρα της κοινωνίας. Αυτή δε ήταν και είναι μέχρι σήμερα η επίσημη και επιβεβλημένη νηστεία, η προπαρασκευαστική για την θεία ευχαριστία.

Είναι η νηστεία και η εγκράτεια, που κάμνουν οι πιστοί περιμένοντας τον νυμφίο της ψυχής των και που συνδυάζεται με προσευχή, αυτοσυγκέντρωσι και ψυχική και σωματική κάθαρσι.

Όταν η θεία λειτουργία ετελείτο το απόγευμα, όπως τις ημέρες της Μεγάλης Τεσσαρακοστής (Προηγιασμένες) ή τις παραμονές των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων και το Μέγα Σάββατο, η νηστεία παρετείνετο από τα μεσάνυκτα μέχρι το απόγευμα, την ώρα δηλαδή της κοινωνίας. Μόνο κατά την Μεγάλη Πέμπτη ετηρείτο η αρχαιοτάτη πράξις και οι πιστοί κοινωνούσαν το απόγευμα χωρίς να νηστεύουν καθ’ όλη την ημέρα.


Αυτήν την ¨ευχαριστιακή νηστεία¨ επιβάλλουν πολλοί κανόνες, όπως ο μα’ της εν Καρθαγένη Συνόδου («Ώστε άγια θυσιαστηρίου, ει μη από νηστικών ανθρώπων μη επιτελείσθαι, εξηρημένης μιας ετησίας ημέρας, εν η το Κυριακόν δείπνον επιτελείται», δηλαδή την Μεγάλη Πέμπτη), ο μζ’ της ιδίας Συνόδου («… αγίων, ίνα από νηστικών, ως έστιν άξιος προσφέρωνται»), ο κθ’ της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου και ο θ’ του αγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως. Αυτήν δε εννοεί ασφαλώς και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγοντας: «μέλλοντας προσιέναι τη φρικτή και θεία τραπέζη και τη ιερά μυσταγωγία, μετά φόβου και τρόμου τούτο ποιείτε, μετά καθαρού συνειδότος, μετά νηστείας και προσευχής» (Ομιλία εις την γενέθλιον ημέραν).

Η πολυήμερος νηστεία, δηλαδή η ξηροφαγία και όχι βεβαίως η παντελής αποχή τροφής, ως προπαρασκευαστική για την θεία κοινωνία, ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η πιο χαρακτηριστική απόδειξις είναι η λειτουργία της Κυριακής.


Η τέλεσις της λειτουργίας προϋποθέτει ότι θα κοινωνήσουν οι πιστοί. Πώς όμως θα μπορούσαν να κοινωνήσουν, αν ήταν υποχρεωτική η προ της κοινωνίας νηστεία, αφού η νηστεία κατά το Σάββατο, εκτός μόνο από το Μέγα Σάββατο, απαγορεύεται με αυστηρά επιτίμια από τους ιερούς κανόνας (Αγ. Αποστόλων ξς’, Πενθέκτης νε’);

Το ίδιο και κατά την Διακαινήσιμο εβδομάδα, που ο ξς’ κανών της Πενθέκτης Συνόδου, ορίζει καθημερινώς να «κατατρυφούν» οι χριστιανοί εις τα άγια μυστήρια, ενώ καθ’ όλες τις ημέρες αυτές γίνεται κατάλυσις της νηστείας «εις πάντα».


Επειδή όμως η νηστεία θεωρείται από την Εκκλησία μας ως ένα άριστο μέσο προπαρασκευής, καθάρσεως και ετοιμασίας του πιστού, γι’ αυτό συνιστά στους πιστούς, που σε αραιά διαστήματα κοινωνούν, ή να προσέρχωνται στην θεία κοινωνία μετά από τις καθωρισμένες εκκλησιαστικές νηστείες (Μ. Τεσσαρακοστής, Αγίων Αποστόλων, Κοιμήσεως, Χριστουγέννων), ή να τηρούν, κατά δύναμιν, τριών ή περισσοτέρων ή και ολιγωτέρων ημερών νηστεία προ της θείας κοινωνίας.

Το θέμα αυτό βρίσκεται στην διάκρισι του φωτισμένου πνευματικού, [χωρίς την ευχή του οποίου δεν πρέπει να πλησιάζουμε το ποτήριο της ζωής, αφού] ξεύροντας τα βάθη των καρδιών και τις συνθήκες της ζωής των πνευματικών του τέκνων, θα καθορίζη, αν κρίνη απαραίτητη, και την δια της νηστείας προπαρασκευή, ως και την διάρκειά της.


Η απαράβατος πάντως νηστεία προ της θείας κοινωνίας είναι, το επαναλαμβάνομε, η από του μεσονυκτίου απόλυτος αποχή τροφής, που μόνο σε περίπτωσι κινδύνου θανάτου μπορεί να μη τηρηθή κατά τον θ’ κανόνα του αγίου Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως («Δει μεταδιδόναι της θείας κοινωνίας τω ασθενούντι, αποθανείν κινδυνεύοντι, και μετά το γεύσασθαι βρώσεως»).

Πηγή: 
Από το βιβλίο του αειμνήστου Καθηγητού της Θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ.,
 Ιωάννου Μ. Φουντούλη:
 Απαντήσεις εις Λειτουργικάς απορίας. Τόμος Α”. ΣΤ’ έκδοσις.
 Εκδόσεις της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι, 1991.


Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ὅ­πως φύ­γει ὁ ἄν­θρω­πος, ἔ­τσι καί θά μεί­νει αἰ­ώ­νια.




ΓΙΑΤΙ ΑΡΓΕΙΣ;
Ο­ΔΟΣ ΣΩ­ΤΗ­ΡΙΑΣ
Λα­ϊ­κά κεί­με­να

ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΟΣ Ο­ΔΟ­ΔΕΙ­ΧΤΗΣ
Πρό­λο­γος.

Ἀ­γα­πη­τέ ἀ­να­γνώ­στη

               Ἡ σω­τη­ρί­α καί ἡ ἀ­πο­φυ­γή ἀ­πό τήν ἀ­πει­λή τῆς κο­λά­σε­ως καί τῆς αἰ­ώ­νιας δυ­στυ­χί­ας,  πρέ­πει νά εἶ­ναι τό κύ­ριο μέ­λη­μα τοῦ κά­θε χρι­στια­νοῦ, ἄν­δρα καί γυ­ναί­κας. Τό με­γά­λο αὐ­τό γε­γο­νός, κα­τορ­θώ­νε­ται στήν ζω­ή αὐ­τή, καί ἀλ­λοί­μο­νο, ἄν  δέν  τό πε­τύ­χου­με Ἐ­ΝΌ­ΣΩ ΖΟΥ­ΜΕ. Ὅ­ταν φύ­γου­με ἀ­πό τή ζω­ή δέ θά ἔ­χου­με ἄλ­λην εὐ­και­ρί­α. Ὅ­πως φύ­γει ὁ ἄν­θρω­πος,  ἔ­τσι καί θά μεί­νει αἰ­ώ­νια.
               Με το ἀ­πλό αὐ­τό φυλ­λά­διο, πού κρα­τᾶς στα χέ­ρια σου, θέ­λου­με να  θί­ξου­με δύ­ο θέ­μα­τα, Τά ὀ­ποἶ­α ἄν δέν τά προ­σέ­ξου­με καί  δέν δι­ορ­θώ­σου­με τά λά­θη καί τή συμ­πε­ρι­φο­ρά μας ἀ­πό τή ζω­ή αὐ­τή,,  θά εἶ­ναι κα­τα­στρο­φή, καί ἀ­πώ­λεια τῆς αἰ­ώ­νιας βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ.

Το πρῶ­το θέ­μα εἶ­ναι, ἠ ἀ­δυ­να­μί­α ἀρ­κε­τῶν χρι­στια­νῶν να  πη­γαί­νουν ἐ­νω­ρίς και ἔγ­και­ρα στην Ἐκ­κλη­σί­α,τίς Κυ­ρια­κές. 

Το δεύ­τε­ρο θέ­μα εἶ­ναι, ἠ μή προ­σεύ­λευ­ση τῶν χρι­στια­νῶν στή      Θεί­α με­τά­λη­ψη τοῦ σώ­μα­τος καί τοῦ αἵ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ.

              Ἡ συ­νέ­χι­ση αὐ­τῆς τῆς κα­τά­στα­σης και τῆς ἀ­τα­ξί­ας, μαρ­τυ­ρεῖ τήν ἄ­γνοι­α, την ἀ­μέ­λεια καί τή  ρα­θυ­μί­α τῶν χρι­στια­νῶν αὐ­τῆς τῆς κα­τη­γο­ρί­ας, πού δυ­στυ­χῶς εἶ­ναι σέ βά­ρος τῆς δι­κῆς τους σω­τη­ρί­ας.
              Ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή γε­μί­ζει λύ­πη κά­θε ἕ­να πι­στό πού βλέ­πει τούς ἀ­δελ­φούς του νά μήν συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ται σω­στά, στό θέ­μα τῆς σω­τη­ρί­ας τους, καί τό χει­ρό­τε­ρο νά μήν προ­σπα­θοῦν νά  βελ­τι­ώ­σουν τή χρι­στι­α­νι­κή τους ζω­ή σύμ­φω­να μέ τήν ἐ­πι­βαλ­λό­με­νη ὀρ­θό­δο­ξη τα­κτι­κή.
             Ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε λοι­πόν σ’ αὐ­τή τήν κα­τη­γο­ρί­α τῶν ἀ­δελ­φῶν μας καί τούς προ­τρέ­που­με νά προ­σέ­ξουν σο­βα­ρά τίς γραμ­μές πού θά ἀ­κο­λου­θή­σουν, για­τί πρέ­πει νά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει σο­βα­ρά ἡ αἰ­ώ­νια σω­τη­ρί­α μας, καί  λι­γό­τε­ρο τά ση­με­ρι­νά, τά πρό­σκαι­ρα, πού  σί­γου­ρα ἔ­χουν ἡ­με­ρο­μη­νί­α λή­ξε­ως. Ἄλ­λω­στε δέν γνω­ρί­ζου­με καί πό­σο χρό­νο ἔ­χου­με, για νά ἀ­να­βάλ­λου­με τήν αἰ­ώ­νια σω­τη­ρί­α μας.
            Θά προ­σπα­θοῦ­με, θά ἐρ­γα­ζό­μα­στε γιά τή κα­θα­ρό­τη­τα καί τήν ἀ­παλ­λα­γή μας ἀ­πό τά κα­τά­λοι­πα τῆς προ­πα­το­ρι­κῆς ἁ­μαρ­τί­ας, «ἕ­ως ἡ­μέ­ρα ἐ­στί». Δη­λα­δή τώ­ρα πού ζοῦ­με, για­τί ἔρ­χε­ται ἡ νύ­χτα τοῦ  θα­νά­του, καί κα­νέ­νας δέν μπο­ρεῖ νά ἐρ­γα­σθεῖ πλέ­ον γιά  νά σω­θεῖ. Ὅ­πως θά φύ­γει κά­ποι­ος ἀ­πό τή ζω­ή, ἔ­τσι δυ­στυ­χῶς θά μεί­νει αἰ­ώ­νια. Ἄν φύ­γει κά­ποι­ος μέ τό Χρι­στό, ἄ­ξια, μέ­σα του, θά εἶ­ναι αἰ­ώ­νια μα­ζί Του.  Ἄν ὅ­μως φύ­γει ἀ­πό τή ζω­ή αὐ­τή χω­ρίς Χρι­στό,  θά χά­σει τή χα­ρά τοῦ πα­ρα­δεί­σου παν­το­τει­νά.
           Ἐ­πι­βάλ­λε­ται λοι­πόν ὁ κά­θε χρι­στια­νός νά πά­ρει τό θέ­μα τῆς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς του, πο­λύ σο­βα­ρά, για­τί ὁ κίν­δυ­νος να χά­σει τόν Πα­ρά­δει­σο τοῦ Θε­οῦ, εἶ­ναι με­γά­λος, προ­πάν­των στούς και­ρούς αὐ­τούς, ὅ­που οἰ πα­γῖ­δες εἶ­ναι πολ­λές καί πο­λύ­μορ­φες.

            Ἔ­χου­με κά­νει προ­σπά­θει­ες γιά τό θέ­μα αὐ­τό καί  μοι­ρά­σα­με δι­α­φω­τι­στι­κά κεί­με­να, ἀλ­λά δυ­στυ­χῶς καί πά­λιν βλέ­που­με τή ρα­θυ­μί­α, τήν ἀρ­γο­πο­ρεί­α νά  συ­νε­χί­ζε­ται.
            Χω­ρίς νά λο­γα­ρι­ά­σου­με κό­πο, χρό­νο καί χρή­μα­τα, θά συ­νε­χί­σου­με τήν προ­σπά­θειά μας, μέ πολ­λήν ἀ­γά­πη, ἀλ­λά καί μέ τή βο­ή­θεια πάν­το­τε τοῦ Κυ­ρί­ου, νά λι­γο­στέ­ψουν,ή καί νά  μήν ὑ­πάρ­χουν ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νοι, στή θεί­α Λει­τουρ­γί­α. Ἡ δι­α­φώ­τι­ση συ­νε­χί­ζε­ται καί μέ τό φυλ­λά­διο αὐ­τό.
            Ὅ­σο ἀ­φο­ρᾶ τή με­το­χή στή θεί­α Κοι­νω­νί­α, ἔ­χου­με πεῖ ἀρ­κε­τά ἀ­πό ἄλ­λη θέ­ση, καί γρά­ψα­με καί ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νο κεί­με­νο, «Πε­ρί θεί­ας Κοι­νω­νί­ας».
             Ἐ­δῶ λί­γα θά ποῦ­με γιά τό θέ­μα αὐ­τό.

Α

Τό πρῶ­το μας θέ­μα ἀ­φο­ρᾶ τήν κα­τη­γο­ρί­α τῶν χρι­στια­νῶν πού ἔρ­χον­ται κα­θυ­στε­ρη­μέ­να στή  Ἐκ­κλη­σί­α, τίς Κυ­ρια­κές.

Δέν εἶ­ναι εὐχάριστο γεγονός, νά βλέ­πεις τούς χρι­στια­νούς, οἱ ὁ­ποῖ­οι θε­ω­ροῦν­ται μέ­λη τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τοῦ σώ­μα­τος τοῦ Θε­αν­θρώ­που Ἰ­η­σοῦ, νά ἔρ­χον­ται στήν Ἐκ­κλη­σί­α, με­ρι­κοί με­τά τό εὐ­αγ­γέ­λιο, με­ρι­κοί τήν ὥ­ρα τῆς Με­γά­λης εἰ­σό­δου, καί ἄλ­λοι πο­λύ ἀρ­γό­τε­ρα; Καί νά ἔ­χουν τή αἴ­σθη­ση, αὐ­τοί οἱ χρι­στια­νοί ὅ­τι ἔ­κα­ναν τό κα­θῆ­κο τοῦ ἐκ­κλη­σια­σμοῦ, νά ξε­γε­λοῦν τή συ­νεί­δη­σή τους. Θά πρέπει νομίζω νά τούς ποῦμε τήν ἀλήθεια,γιατί ἀ­δι­κοῦν τήν ἀ­θά­να­τη ψυ­χή τους! Ἔ­χουν οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί πο­λύ ἀ­δύ­να­το ἤ καί ἀ­νύ­παρ­κτο πό­θο γιά ἐκ­κλη­σια­σμό. Ἁ­πλά ἀ­πό συ­νή­θεια καί συ­ναι­σθη­μα­τι­σμό, πη­γαί­νουν στήν Ἐκ­κλη­σία, ἐγ-κλωβισμένοι στίς ἀνάγκες τῆς πρό-σκαιρης ζωῆς.
Θά ἤ­θε­λα νά πῶ στούς ἀ­δελ­φούς μας  αὐ­τούς, ὅ­τι κά­θε κα­λό ἔρ­γο, λό­γος ἤ πρά­ξη,  εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κά κά­λό ὅ­ταν γί­νε­ται, μέ εὐ­πρέ­πεια, στήν ὥ­ρα του καί μέ τά­ξι καί σύμ­φω­να μέ τούς νό­μους. Δι­α­φο­ρε­τι­κά τό κα­λό γί­νε­ται κα­κό. Ὅ­πως τό κα­λό τοῦ ἐκ­κλη­σια­σμοῦ ὅ­ταν δέν γί­νε­ται στήν ὥ­ρα του καί μέ­ τήν τά­ξη καί τό νό­μο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, δέν ὠ­φε­λεῖ, ἀλ­λά ζη­μι­ώ­νει τόν  ἄν­θρω­πο .
Θά ὑ­πο­δεί­ξου­με λί­γα πράγ­μα­τα πού γί­νον­ται καί ὑ­πάρ­χουν στό χῶ­ρο τοῦ να­οῦ, γιά νά κα­τα­λά­βου­με ὅ­τι συμ­φέ­ρει στή ψυ­χή μας νά  εἴ­μα­στε ἐ­νω­ρίς στό να­ό.
 Προ­σπα­θοῦ­με νά ἀ­να­ζω­ο­πυ­ρώ­σου­με τήν πνευ­μα­τι­κή φλό­γα, γιά νά κά­ψει τή ρα­θυ­μί­α τῆς ψυ­χῆς, καί νά ζων­τα­νέ­ψει τήν ἀ­γά­πη γιά τήν αἰ­ώ­νια ζω­ή.

Τί συμβαίνει στόν ἱερό χῶρο τοῦ ναοῦ.

Μέ­σα στό χῶ­ρο τοῦ να­οῦ συ­νέρ­χε­ται ἡ Ἐκ­κλη­σί­α,τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, σέ μιά  ἄρρηκτη ἐνότητα, μέ μιά  ψυχή καί μιά καρδιά
 Κά­θε ὀρ­θό­δο­ξος χρι­στια­νός, βα­πτι­σμέ­νος στό ὄ­νο­μα τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος εἶ­ναι καί ἕ­να μέ­λος τοῦ αὐ­τοῦ τοῦ σώ­μα­τος. Πη­γαί­νον­τας κά­θε μέ­λος ἐ­νω­ρίς στό να­ό, ἑ­νώ­νε­ται μέ τά ἄλ­λα μέ­λη καί ἀ­πο­τε­λοῦν τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Ἡ ἕ­νω­ση αὐ­τή ὁ­λο­κλη­ρώ­νε­ται ὅ­ταν ὅ­λα τά μέ­λη με­τέ­χουν στή θεί­α Κοι­νω­νί­α. Ἑ­νώ­νον­ται μέ τό Χρι­στό καί με­τα­ξύ τους. Εἶ­ναι οἱ αὐ­τοί πού στό μέλ­λον θά κλη­ρο­νο­μή­σουν τή βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Βλέ­πε­τε τί χά­νουν ὅ­σοι δέν προ­σέρ­χον­ται ἔγ­και­ρα στήν Ἐκ­κλη­σί­α;
Ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α, εἶ­ναι ἡ Τρά­πε­ζα πού στρώ­νε­ται, γιά νά τρα­φεῖ και νά ζω­ο­γο­νη­θεῖ ἡ ψυ­χή μας. Ὅ­πως ὅ­λοι γνω­ρί­ζου­με, ὅ­ταν κα­λε­σθοῦ­με γιά  φα­γη­τό, προ­σπα­θοῦ­με νά εἴ­μα­στε πα­ρών πρίν ἀ­κό­μα κα­θί­σει κα­νείς στό τρα­πέ­ζι, για­τί δέν εἶ­ναι σω­στό νά κα­θυ­στε­ροῦ­με, φο­βού­με­νοι πή­πως προ­σβά­λου­με τόν οἰ­κο­δε­σπό­τη.
Ἐ­δῶ στήν Ἐκ­κλη­σί­α, Αὐ­τός πού μᾶς κα­λεῖ εἶ­ναι ὁ Θε­ός, για­τί λοι­πόν δέν τόν λαμ­βά­νου­με ὑ­πό­ψιν καί αρ­γο­πο­ροῦ­με;
  Ὁ Χρι­στός, καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση ἡ Ἁ­γί­α Τριά­δα, ὁ ἕ­νας Θε­ός βρί­κε­ται κα­τά τή θεί­α Λει­τουρ­γί­α μέ­σα στό να­ό. Γί­νε­ται ὁ να­ός οἶ­κος Θε­οῦ καί τό­πος ἁ­γι­ά­σμα­τος καί σω­τη­ρί­ας.
Δέν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος πού  νά μπο­ρεῖ νά γί­νει ὁ ἄν­θρω­πος θε­ός κα­τά χά­ρη, πα­ρά μό­νο στό χῶ­ρο τοῦ να­οῦ κα­τά τή θεί­α Λει­τουρ­γί­α» Εἶ­ναι λοι­πόν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη ἡ προ­σέ­λευ­ση μας στό να­ό, ἐ­νω­ρίς καί μέ με­γά­λο πό­θο καί ἐ­πι­θυ­μί­α, ὅ­λοι μέ μιά ὀ­μο­ψυ­χί­α καί συμ­φω­νί­α, γιά ἁ­για­σμό καί σω­τη­ρί­α.

Ἡ σύ­να­ξη τῶν χρι­στια­νῶν στό χῶ­ρο τοῦ να­οῦ ὁ­νο­μά­ζε­ται ἐκ­κλη­σί­α. Εἶ­ναι σύ­να­ξη ἐν δυ­νά­μει ἁ­γί­ων προ­σώ­πων, ὄ­χι ἀ­τό­μων. Τό ἄ­το­μο πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στό ἀ­το­μι­κό του ἐ­γώ, καί προ­σπα­θεί νά ἰ­κα­νο­ποι­ή­σει αὐ­τό τό ἐ­γώ. Βλέ­πε­τε, με­ρι­κοί ἔ­χουν καί κα­θί­σμα­τα δι­κά τους καί δέ θέ­λουν νά τά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ἄλ­λοι.Ἐ­νῶ τό πρό­σω­πο ἔ­χει πάν­το­τε ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μέ τ’ ἄλ­λα πρό­σω­πα, καί φρον­τί­ζουν ὅ­λοι μα­ζί γιά τό συμ­φέ­ρον ὄ­λων, ὅ­πως τά μέ­λη τοῦ ἑ­νός σώ­μα­τος συ­νερ­γά­ζον­ται γιά τήν κα­λή λει­τουρ­γί­α τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος. Τέ­τοι­οι πρέ­πει νά εἶ­ναι οἱ χρι­στια­νοί,καί μέ πό­θο καί ὀ­μο­ψυ­χί­α καί ἐν­θου­σια­σμό, πρέ­πει νά προ­σέρ­χον­ται ἔγ­και­ρα στό να­ό, γιά νά ἑ­νω­θοῦν μέ τούς ἀ­δελ­φούς τους γιά νά  ἀρ­χί­σει ἡ θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί νά προ­σφέ­ρουν τή λα­τρεί­α τους στήν Πα­να­γί­α Τριά­δα πού τό­σο μᾶς εὐ­ερ­γε­τεῖ καί μᾶς σώ­ζει ἀ­πό τόν αἰ­ώ­νιο θά­να­το πού δι­ά­λε­ξαν ο­ϊ πρω­τό­πλα­στοι. Ἐ­δῶ στό να­ό, κα­τά τή Θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί τή με­το­χή μας στό Μυ­στή­ριο, τῆς θεί­ας Κοι­νω­νί­ας, θε­ρα­πεύ­ου­με ὀ­λο­κλη­ρω­τι­κά τόν τραυ­μα­τι­σμέ­νο ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α ἑ­αυ­τό μας, καί ἀ­πο­χω­ροῦ­με, θε­ρα­πευ­μέ­νοι καί ὑ­γει­αί­νον­τες.
  Εἶ­ναι τό­σο με­γά­λες οἱ εὐ­ερ­γε­σί­ες πού ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με ἀ­πό τή προ­σέ­λευ­ση μας στή θεί­α λα­τρεί­α, πού ἀ­ξί­ζει κά­θε κό­πο καί προ­σπά­θεια, αλ­λά καί προ­ε­τοι­μα­σί­α χρει­ά­ζε­ται.

 Προ­ε­τοι­μα­σί­α

Γιά κά­θε κο­σμι­κή ἐκ­δή­λω­ση προ­ε­τοι­μά­ζον­ται οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πό τήν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα ἤ και πο­λύ πρίν ἀ­κό­μα. Για­τί νά μήν προ­ε­τοι­μά­ζον­ται οἱ χρι­στια­νοί, γιά τό με­γά­λο πνευ­μα­τι­κό γε­γο­νός, τή θεί­α Λει­τουρ­γί­α, πού ἄν προ­σέλ­θουν κα­νο­νι­κά, πα­ρα­κο­λου­θή­σουν σω­στά καί με­τά­σχουν στό Μυ­στή­ριο, θά κερ­δί­σουν τήν ἀ­θά­να­τη αἰ­ώ­νια ζω­ή καί εὐ­τυ­χί­α;

Βέ­βαι­α, πρώ­τη καί καλ­λί­τε­ρη προ­ε­τοι­μα­σί­α εἶ­ναι νά προ­σπα­θεῖ ὁ χρι­στια­νός νά ­ζεῖ ὅ­πως θέ­λει ὁ Θε­ός, νά βι­ώ­νει τή χρι­στι­α­νι­κή ζω­ή, νά κα­θα­ρί­ζε­ται μέ τήν  ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του, ὅ­ταν αὐ­τό χρει­ά­ζε­ται. Ὅ­ταν πρό­κει­ται νά ἐκ­κλη­σια­σθεῖ τήν Κυ­ρια­κή, τό Σαβ­βά­το τό βρά­δυ νά πε­ρι­ο­ρι­σθεῖ στό σπί­τι του, νά δι­α­βά­σει τήν Ἀ­κο­λου­θί­α τῆς Θεί­ας Με­τά­λη­ψης, νά κοι­μη­θεῖ ἐ­νω­ρίς, καί τό πρω­Ι τῆς Κυ­ρια­κῆς νά πά­ει ἔγ­και­ρα στήν Ἐκ­κλη­σί­α, σάν ἄλ­λο πνευ­μα­τι­κό μέλος, γιά νά ό­λο­κλη­ρώ­θεῖ τό σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ. Μέ τέ­τοι­α ζω­ή καί τά­ξη, θά νοι­ώ­θεις ἀ­πό τή ζω­ή αὐ­τή τή χα­ρά τοῦ Πα­ρα­δεί­σου. ὅπως λέγουν καί οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας:
 «Ἄν ὁ Χρι­στια­νός δέ νοι­ώ­θει ἀ­π’ τή ζω­ή αὐ­τή τή χα­ρά τῆς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς, δέ θά τήν νοι­ώ­σει οὔ­τε καί  με­τά.
Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α ἀ­γα­πη­τοί μου εἶ­ναι τό­πος θε­ώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που. Για­τί τό­ση ἀ­προ­θυ­μί­α νά προ­σέλ­θετε ἔγ­και­ρα στό χῶ­ρο τῆς σω­τη­ρί­ας σος; Πά­ρτε τώ­ρα τήν ἀ­πό­φα­σή σος, ἀ­να­θε­ώ­ρη­στε τίς συ­νή­θει­ές σας καί δι­όρ­θω­στε τή συμ­πε­ρι­φο­ρά σας,  σή­με­ρα καί ὄ­χι αὔ­ριο, για­τί αὔ­ριο ἴ­σως εἶ­ναι ἀρ­γά.

Β΄
 Τό δεύ­τε­ρο θέ­μα πού θά μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει ὅ­πως ἔ­χου­με πεῖ εἶ­ναι τό θέ­μα τῆς με­το­χῆς τῶν χρι­στια­νῶν στή θεί­α Κοι­νω­νί­α.


                
     Τί εἶ­ναι ὅμως ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α;

Ἡ ἀ­πάν­τη­ση: Εἶ­ναι Αὐ­τός ὁ Κύ­ριος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός, πού προ­σφέ­ρε­ται στούς ἀν­θρώ­πους πού τόν ἀ­κο­λου­θοῦν μέ ἀ­γά­πη. Θέ­λει νά ἑ­νω­θεῖ μα­ζί τούς, νά θρέ­ψει καί νά ἀ­να­ζω­ο­γω­νί­σει τή ψυ­χή πού τόν πο­θεῖ, νά ἑ­νω­θεῖ μά­ζί μέ τούς χρι­στια­νούς, νά τούς ἁ­γιά­σει, νά τούς κα­θα­ρί­σει, νά τούς κά­νει θε­ούς κα­τά χά­ρη καί νά τούς ἀ­νε­βά­σει στά οὐ­ρά­νια, πά­νω ἀ­πό κά­θε ἀρ­χή καί ἐ­ξου­σί­α, ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται ὁ Ἴ­διος.
Ὁ ἄρ­τος καί ὁ οἶ­νος πού προ­σφέ­ρον­ται στή θεί­α Λει­τουρ­γί­α με­τα­βά­λον­ται σέ πραγ­μα­τι­κό Σῶ­μα καί Αἷ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, εἶ­ναι ὁ Ἴ­διος ὁ Σω­τή­ρας καί Λυ­τρω­τής μας. (Ματθ. κστ΄,26-28).
Αὐ­τό τό δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὁ Ἴ­διος, Δι­ά­βα­σε (Ἰ­ω­άν.κστ΄ 35-58).
Ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἡ τρο­φή τῆς ψυ­χῆς πού δί­νει ζω­ή. Λέ­γει ὁ Κύ­ριος: «Ἀ­λη­θι­νά σᾶς λέ­γω, ἐ­άν δέν φά­γε­τε τήν σάρ­κα τοῦ Υἰ­οῦ τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν πί­ε­τε τό αἷ­μα του,δέν θά ἔ­χε­τε ζω­ή μέ­σα σας» (Ἰ­ω­άν. Στ΄53) Ἄ­ρα ὅ­σοι δέν κοι­νω­νοῦν ἔ­χουν ψυ­χή πε­νυ­μα­τι­κά νε­κρω­μέ­νη.
Ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α, δί­νει ζω­ή στήν ψυ­χή, ἀλ­λά ἀ­κό­μα εἶ­ναι τό φάρ­μα­κο πού  κα­θα­ρί­ζει καί ἐ­ξα­λεί­φει τήν ἁ­μαρ­τί­α. «­.­..καί τό αἷ­μα τοῦ Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ Υἱ­οῦ του, μᾶς κα­θα­ρί­ζει ἀ­πό κά­θε ἁ­μαρ­τί­α.» (Α΄Ἰ­ω­άν.α΄7).
Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο χρει­ά­ζε­ται κά­θε πι­στός, ἀ­πό τοῦ νά τρέ­φει καί νά κα­θα­ρί­ζει τήν ψυ­χή του, καί δω­ρε­άν μά­λι­στα;
Αὐ­τό ὅ­μως δέν λαμ­βά­νε­ται ὑ­πό­ψιν ὅ­πως φαί­νε­ται, ἤ δέν με­λε­τή­θη­κε σω­στά ἀ­πό τούς χρι­στια­νούς, καί πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τούς ἰ­θύ­νον­τες στήν Ἐκ­κλη­σί­α. 

Ἡ στέ­ρι­ση τῆς θ. Κοι­νω­νίας  
 νε­κρώ­νει πραγματικά τή ψυ­χή.

Ὁ ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ὁ Χρυ­σό­στο­μος λέ­γει τό ἑ­ξῆς; «Ὅ­ταν στε­ρή­σεις τή δι­α­τρο­φή σ’ ἕ­να ζων­τα­νό ὀρ­γα­νι­σμό, τό­τε πε­θαί­νει.» Μή­πως ἠ ψυ­χή δέν εἶ­ναι ζων­τα­νός ὀρ­γα­νι­σμός καί ἀ­πο­φεύ­γε­ται ἡ δι­α­τρο­φή της; Τή ζων­τά­νια στό σῶ­μα τή δί­νει ἡ ψυ­χή,για­τί λοι­πόν στε­ροῦ­με τήν ψυ­χή καί φρον­τί­ζου­με τό­σο τό σῶ­μα; Τό σῶ­μα εἶ­ναι ὕ­λη καί ἀρ­γά ἤ γρή­γο­ρα θά κα­τα­στρα­φεῖ. Κι’ ὅ­μως τό τρέ­φου­με συ­χνά,τό φρον­τί­ζου­με σάν νά εἶ­ναι αἰ­ώ­νιο πρᾶγ­μα, καί τήν ἀ­θά­να­τη ψυ­χή τήν κα­τα­δι­κά­ζου­με νά λι­μο­κτο­νεῖ
Πει­νᾶ καί δι­ψά ἡ ψυ­χή πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τό σῶ­μα, ἀλ­λά δέν τήν προ­σέ­χου­με, ἐ­πει­δή ἡ προ­σο­χή καί ἡ μέ­ρι­μνά μας στρέ­φε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά στό  φθαρ­τό μας σῶ­μα. Καί δέν εἶ­ναι μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λα καί κυ­κλο­φο­ροῦν δι­ά­φο­ρες πα­ρα­δό­σεις πού συγ­χί­ζουν τούς πι­στούς καί  ἀ­πο­φεύ­γουν νά με­τέ­χουν στό Μυ­στή­ριο τῆς θεί­ας Εὐ­χα­ρι­στί­ας.
 Ἀ­με­λέ­τη­τοι καί θρη­σκό­λη­πτοι δά­σκα­λοι, λέ­γουν ὅ­τι, 4 φο­ρές τό χρό­νο νᾶ κοι­νω­νᾶς εἶ­ναι ἀρ­κε­τό. Ἄλ­λοι πά­λιν, πρέ­πει νά πε­ρά­σουν 40 ἡ­μέ­ρες κλπ. Καί ὅ­μως ὁ Μέ­γας Βα­σί­λει­ος, ὅ­ταν τόν ρώ­τη­σαν πό­σες φο­ρές τήν ἐ­βδο­μά­δα κοι­νω­νοῦ­σαν οἰ χρι­στια­νοί τό­τε, εἶ­πε ὅ­τι κοι­νω­νοῦ­σαν 4 φο­ρές τήν ἐ­βδο­μά­δα. Κοι­νω­νοῦ­σαν συ­χνά, για­τί γνώ­ρι­ζαν τό λό­γο τοῦ Κυ­ρί­ου,«ἄν δέν φά­γε­τε τή σάρ­κα τοῦ Υἱ­οῦ τοῦ ἀν­θρώ­που καί πί­ε­τε τό αἷ­μα του, δέν θά ἔ­χε­τε ζω­ή μέ­σα σας».

Ἡ σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ Λό­γου καί ἡ ἐ­νέρ­γει­ές Του ἀ­νά­με­σα στούς ἀν­θρώ­πους, εἶ­χαν σκο­πό νά βο­η­θή­σουν τόν ἄν­θρω­πο νά ἐ­πα­νέλ­θει στό σκο­πό γιά τόν ὁ­ποῖ­ο καί δη­μι­ουρ­γή­θη­κε, δη­λα­δή νά γί­νει θε­ός κα­τά χά­ρη καί νά με­τέ­χει τῆς χα­ράς καί τῆς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς, στή ἀ­τέ­λει­ω­τη βα­σι­λεί­α τοῦ Θε­οῦ. Αὐ­τός εἶ­ναι ὁ σκο­πός τοῦ σταυ­ροῦ καί τῆς Ἀ­νά­στα­σής Του. Γι’ αὐ­τό δέ­χε­ται κά­θε ἄν­θρω­πο πού πι­στεύ­ει σ’ Αὐ­τόν καί τόν δέ­χε­ται στό σῶ­μα Του, πού λέ­γε­ται Ἐκ­κλη­σί­α, σε­σω­σμέ­νων. Αὐ­τοῦ τοῦ σώ­μα­τος εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή. Ἕ­να σῶ­μα ὄ­μως γιά νά ἐ­πι­βι­ώ­σει πρέ­πει καί νά τρέ­φε­ται μέ τήν κα­τάλ­λη­λη τρο­φή, καί σάν τέ­τοι­α, ἔ­δω­σε τό σῶ­μα Του, λέ­γον­τας,«ἐ­γώ εἰ­μι ὁ ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς» (Ἰ­ω­άν.στ΄48). Καί συ­νέ­χεια στόν στί­χο 54, λέ­γει:«Ὁ τρώ­γων μου τήν σάρ­κα καί πί­νων μου τό αἷ­μα ἔ­χει ζω­ήν αἰ­ώ­νιον, καί ἐ­γώ ἀ­να­στή­σω αὐ­τόν ἐν τῆ ἐ­σχά­τη ἡ­μέ­ρα».

Εἶ­ναι λοι­πόν φα­νε­ρό καί χω­ρίς κα­μιά ἀμ­φι­βο­λί­α ὅ­τι κύ­ριο μέ­λη­μα τοῦ χρι­στια­νοῦ, εἶ­ναι νά τρέ­φει τήν ψυ­χή του μέ τό σῶ­μα καί τό αἷ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου, καί νά βρί­σκε­ται πάν­το­τε ἑ­νω­μέ­νος μα­ζί Του, γιά νά πε­ρά­σει;,τήν ὥ­ρα τῆς ἐ­ξό­δου του, ἀ­νε­νό­χλη­τος ἀ­πό τούς δαί­μο­νες, στή χα­ρά τοῦ Πα­ρα­δεί­σου.

Φαί­νε­ται λοι­πόν, ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­ναγ­καί­α ἡ θεί­α Κοι­νω­νί­α, τό­σο ἀ­πό τά λό­για τοῦ Κυ­ρί­ου, καί ἀ­πό τά λό­για τοῦ Με­γά­λου Βα­σι­λεί­ου, ἀλ­λά καί ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται καί ἀ­πό τήν πρα­κτι­κή τῆς ἀρ­χαί­ας Ἐκ­κλη­σί­ας, πού ὅ­σοι πα­ρευ­ρί­σκον­ταν στή τέ­λε­ση τοῦ Μυ­στη­ρί­ου, ὅ­λοι κοι­νω­νοῦ­σαν. Ἅν κά­ποι­ος δέν κοι­νω­νοῦ­σε ἔ­πρε­πε νά πεῖ τό λό­γο στόν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς σύ­να­ξης.Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα καί σχε­τι­κοί Κα­νό­νες γἰ  αὐ­τό, ἀλ­λά στόν και­ρό μας ὅ­λα λη­σμο­νι­οῦν­ται, ἐ­κτός τῶν ὑ­λι­κῶν πραγ­μά­των τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς.

Γι’ αὐ­τό συ­νή­θως προ­βάλ­λε­ται ἀ­πό πολ­λούς, ἡ δι­και­ο­λο­γί­α.«Πῶς μπο­ρῶ νά κοι­νω­νῶ συ­χνά, ἀ­φοῦ εἶ­μαι ἁ­μαρ­τω­λός καί κά­θε μέ­ρα ἁ­μαρ­τά­νω;»Ὁ ἅ­γιος Κύ­ριλ­λος Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, αὐ­τή τήν πρό­φα­ση, τήν ὀ­νο­μά­ζει«ἐ­πι­ζή­μια εὐ­λά­βεια, ἔρ­γον τοῦ πο­νη­ροῦ, πα­γῖ­δα καί βρό­χο τοῦ δι­α­βό­λου.» Καί πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι.
Μή­πως δέν γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι ὁ μό­νος ἀ­να­μάρ­τη­τος εἶ­ναι ὁ Θε­ός; Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι,ἁ­μαρ­τά­νουν ἔ­στω καί μέ  μι­κρά ἁ­μαρ­τή­μα­τα μέ­χρι πού νά πε­θά­νουν.
Ὁ Χρι­στός δέν δί­νε­ται μό­νο σέ δι­καί­ους, ἀλ­λά καί σέ ἁ­μαρ­τω­λούς. Δέν ἀ­κού­ου­με τόν ἱ­ε­ρέ­α, πού ὅ­ταν μᾶς δί­νει τό Χρι­στό, νά λέ­γει, «εἰς ἄ­φε­σιν ἁ­μαρ­τι­ῶν καί ζω­ήν αἰ­ώ­νιον; »
Οἱ δι­ά­φο­ρες προ­φά­σεις πού ἐμ­πο­δί­ζουν τή  θεί­α Με­τά­λη­ψη, τοῦ σώ­μα­τος καί τοῦ αἵ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, ἄν δέν προ­έρ­χον­ται ἀ­πό ἀ­μέ­λεια,προ­έρ­χον­ται σί­γου­ρα ἀ­πό ἄ­γνοι­α καί αὐ­τήν τήν ἄ­γνοι­α θέ­λου­με νά κα­τα­πο­λε­μή­σου­με, προ­βάλ­λον­τες τήν ἀ­λή­θεια.
Ἐ­κεῖ­νο πού πραγ­μα­τι­κά ἀ­πο­κό­πτει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­πό τό Θε­ό, καί τόν ἐμ­πο­δί­ζει νά κοι­νω­νή­σει, εἶ­ναι τά με­γά­λα ἁ­μαρ­τή­μα­τα, τά ὁ­ποῖ­α ὀ­νο­μά­ζον­ται καί «ἁ­μαρ­τή­μα­τα πρός θά­να­το».Καί αὐ­τά ὅ­μως ὅ­ταν τά ἐ­ξο­μο­λο­γη­θεῖ μέ εἰ­λι­κρι­νή με­τά­νοι­α ὁ ἄν­θρω­πος, συγ­χω­ροῦν­ται ἀ­πό τό Θε­ό, για­τί κα­μιά ἁ­μαρ­τί­α δέν νι­κᾶ τό ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ.
Γω­ρί­ζου­με ἀ­πό τήν πεῖ­ρα μας, ὅ­τι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό τούς χρι­στια­νούς πού προ­σέρ­χον­ται τα­κτι­κά στή θεί­α Λει­τουρ­γί­α καί δέν κοι­νω­νοῦν, ἔ­χουν κα­θα­ρί­σει αὐ­τά τά ἐμ­πό­δια μέ τήν με­τά­νοι­α καί ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή τους. Ἔ­χουν μό­νο τά ἁ­μαρ­τή­μα­τα τῶν δι­α­προ­σω­πι­κῶν σχέ­σε­ων, καί αὐ­τά εἶ­ναι μι­κρά, καί εὔ­κο­λα κα­θα­ρί­ζον­ται μέ τή συ­χνή ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση, καί ἀ­φα­νί­ζον­ται μέ τή θεί­α Κοι­νω­νί­α.
 Κά­θε χρι­στια­νός εἶ­ναι ἐν δυ­νά­μει ἅ­γιος καί πρέ­πει νά φρον­τί­σει νά ὀ­λο­κλη­ρώ­σει αὐ­τήν τήν ἁ­γι­ό­τη­τα, μέ τόν ἀ­γώ­να καί συ­νε­χή προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι ὅ­ταν πλη­γω­θεῖ ἔ­στω καί ἐ­λα­φρά ἀ­πό τήν ἁ­μαρ­τί­α, νά τρέ­χει στό ἰ­α­τρεῖ­ο, τήν Ἐκ­κλη­σί­α,  νά κα­θα­ρι­σθεῖ καί νά πά­ρει τό φάρ­μα­κο, τή θεί­α Κοι­νω­νί­α, γιά νά θε­ρα­πευ­θεῖ.
Εἶ­ναι καί αὐ­τοί πού προ­φα­σί­ζον­ται ὅ­τι,ἀ­φοῦ σί­γου­ρα θά ξα­νά ἁ­μαρ­τή­σω, δέν πά­ω νά Κοι­νω­νί­σω, καί μέ­νουν πλη­γω­μέ­νοι, καί πνευ­μα­τι­κά νε­κρή ἡ ψυ­χή τους, χω­ρίς ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­ας.
 Καί ἐ­πει­δή φο­βᾶ­ται μή­πως ξα­να­πλη­γω­θεῖ, δέν πη­γαί­νει νά κα­θα­ρι­σθεῖ καί προ­στί­θε­ται ἡ μιά πλη­γή πά­νω στήν ἄλ­λη καί στό τέ­λος ἔρ­χε­ται ὁ θά­να­τος.
Κά­ποι­ος ἄλ­λος λέ­γει· μά θά τρέ­χω κά­θε ἑ­βδο­μά­δα στήν ἐ­ξο­μο­λό­ξη­ση; Ἐ­άν χρει­ά­ζε­ται, για­τί νά μήν πᾶς, ἀ­φοῦ ἀ­πό αὐ­τό ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἡ σω­τη­ρί­α σου;

Θά ἤ­θε­λα νά βε­βαι­ώ­σω ὅ­λους αὐ­τούς ὄ­τι ἡ συ­χνή θεί­α Κοι­νω­νί­α εἶ­ναι ἐμ­πό­διο στήν ἁ­μαρ­τί­α, καί σέ λί­γο και­ρό θά ἀ­ραι­ώ­σει καί ἡ προ­σέ­λευ­ση στόν ἐ­ξο­μο­λό­γο καί θά αἰ­σθά­νον­ται τή χα­ρά τῆς σω­τη­ρί­ας, καί θά πο­λε­μή­σουν τήν ἁ­μαρ­τί­α.
Γιά νά στε­ρε­ω­θοῦν ὅ­λα αὐ­τά πού ἔ­χου­με πεῖ, θά πρέ­πει νά πά­ρου­με πρῶ­τα τήν  ἀ­με­τά­κλη­τη ἀ­πό­φα­ση νά ζή­σου­με τήν κα­τά Χρι­στό ζω­ή. Κά­θε μας σκέ­ψη, κά­θε μας λό­γος, κά­θε μας ἔρ­γο, θά πρέ­πει νά συμ­βα­δί­ζουν μέ τή δι­δα­σκα­λί­α καί τό πα­ρά­δειγ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου. Νά γί­νου­με μέ­το­χοι τῆς θεί­ας ἁ­γι­ό­τη­τας. Μό­νο ἔ­τσι θά ὀ­μορ­φαί­νει ἡ ζω­ή μας, ἀλ­λά καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση ἡ κοι­νω­νί­α. Αὐτό θά τό πετύχουμε καί μέ τή βοήθεια τοῦ ἐξομολόγου μας, ὁ ὁποῖος θά μᾶς κατευθύνει κατάλληλα.

Ἄς τό εὐ­χη­θοῦ­με αὐ­τό, καί ἄς δο­ξά­σου­με τήν Πα­να­γί­α Τριά­δα, για­τί στόν ἕ­να Τρι­συ­πό­στα­το Θε­ό ἀ­νή­κει κά­θε τι­μή καί δό­ξα πάν­το­τε. Ἀ­μήν.