Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΑΡΙΟΣ Ο ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 12 Απριλίου 2016

Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΚΑΡΙΟ ΤΟΝ ΑΙΓΥΠΤΙΟ


Συντρίβοντας την βιτρίνα της υποκρισίας:
******************************
Απολαύστε το φρόνημα της αληθινής ταπείνωσης, όπως εκφράζεται από έναν άνθρωπο που έζησε για τον Θεό και μαζί με τον Θεό, τον άγιο Μακάριο τον Αιγύπτιο.
++++++++++++++++++++++++++

            Η Ορθοδοξία, μέσα από την θεραπευτική της, είναι ικανή να προσφέρει απλόχερα στον άνθρωπο την θεραπεία που χαρίζει ο Τριαδικός Θεός μας. Από την αυτογνωσία και το σωτήριο πένθος, μέχρι τον φωτισμό και την θέωση. Γιατί, ο Θεός δεν βλέπει τον αμαρτωλό ως νομικό παραβάτη, αλλά ως άνθρωπο ασθενή που έχει ανάγκη ιατρού.

Ακολουθεί απόσπασμα από την 25η πνευματική ομιλία του αγίου Μακαρίου του Αιγυπτίου.

«Σε εκείνους που υπάρχει ο Θείος νόμος, γραμμένος όχι με μελάνι και γράμματα, αλλά φυτεμένος μέσα στις καρδιές τους, αυτοί έχοντας φωτισμένα τα μάτια της ψυχής τους και επιθυμώντας πάντα όχι την αισθητή ελπίδα που φαίνεται, αλλά την αόρατη και νοητή, κατορθώνουν να υπερνικούν τα σκάνδαλα του πονηρού, όχι με τη δική τους δύναμη, αλλά με την ανίκητη δύναμη του Θεού. Εκείνοι όμως που δεν έχουν τιμηθεί με το λόγο του Θεού και δεν έχουν διδαχτεί από το Θείο νόμο, μάταια υπερηφανεύονται, γιατί νομίζουν ότι με τη δική τους θέληση μπορούν να καταργήσουν τις αφορμές της αμαρτίας, πράγμα που μόνο με το μυστήριο του Σταυρού μπορεί να συμβεί. Διότι, η ελευθερία που βρίσκεται στη δύναμη του ανθρώπου, υπάρχει για να αντιστρατεύεται το διάβολο, όμως δε μπορεί να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά πάνω στα πάθη […]

Αυτός λοιπόν που θέλει να γίνει μέτοχος της θεϊκής δόξας και να βλέπει μέσα στο νου του τη μορφή του Χριστού σαν σε καθρέπτη, οφείλει με στοργή ανικανοποίητη και αχόρταγη διάθεση, με όλη την καρδιά και την δύναμή του, νύχτα και ημέρα, να ζητάει με επιμονή τη βοήθεια του Θεού, γιατί σε αυτή τη θεϊκή δόξα είναι αδύνατο να συμμετάσχει, παρά μόνο, όπως προανέφερα, αφού απομακρυνθεί από την αγάπη του κόσμου, από τις επιθυμίες που φέρνει ο ίδιος ο διάβολος, που είναι ξένα προς το θείο φως και ενέργειες του πονηρού, και εντελώς ξένα και τελείως άσχετα προς το αγαθό.

Λοιπόν, αν θέλεις να μάθεις για ποια αιτία, ενώ δημιουργηθήκαμε με τιμή και κατοικούσαμε μέσα στον παράδεισο, στο τέλος καταταγήκαμε με τα ανόητα κτήνη και γίναμε όμοια με αυτά, αφού έχουμε εκπέσει από την άχραντη δόξα, μάθε ότι με την παρακοή, αφού γίναμε δούλοι των σαρκικών επιθυμιών, αποκλείσαμε τους εαυτούς μας από τη μακάρια χώρα των ζώντων και αφού αιχμαλωτισθήκαμε, καθόμαστε και κλαίμε ακόμη «στα ποτάμια της Βαβυλώνας», και επειδή βρισκόμαστε ακόμα αιχμάλωτοι στην Αίγυπτο «δεν έχουμε ακόμα κληρονομήσει τη γη της επαγγελίας», όπου «τρέχει μέλι και γάλα».

Δεν έχουμε ζυμωθεί ακόμα με το προζύμι της ειλικρινείας, αλλά βρισκόμαστε ακόμα ζυμωμένοι με το προζύμι της πονηρίας. Δεν έχει ραντισθεί ακόμα η καρδιά μας με το αίμα του Θεού, διότι ο τόπος όπου κατοικεί ο Άδης και το αγκίστρι της κακίας είναι βαθιά μέσα σε αυτήν. Δεν έχουμε απολαύσει την αγαλλίαση που φέρνει η σωτηρία του Χριστού, διότι «το κεντρί του θανάτου» βρίσκεται ακόμα ριζωμένο μέσα μας. Δεν έχουμε ντυθεί ακόμα «τον καινούριο άνθρωπο, που έχει δημιουργηθεί σύμφωνα με το θέλημα του Θεού για να ζει με δικαιοσύνη και οσιότητα», επειδή δεν έχουμε αποβάλλει «τον παλαιό άνθρωπο, αυτόν που φθείρεται, επειδή ακολουθεί τις επιθυμίες της απάτης».

Δεν έχουμε φορέσει ακόμα «την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου», ώστε να γίνουμε «όμοιοι με την ένδοξη μορφή του». Δεν έχουμε προσκυνήσει «πνευματικά και αληθινά τον Θεό», επειδή κυριαρχεί «η αμαρτία στο θνητό μας σώμα». Δεν «έχουμε δει ακόμα την δόξα’’ του άφθαρτου Θεού, διότι ακόμα ενεργούμε καθοδηγούμενοι από το σκοτισμένο μυαλό μας […] Δεν έχουμε δοξαστεί ακόμα με τον Χριστό, γιατί δεν έχουμε συμπάθει με τον Χριστό. Δεν φέρουμε στο σώμα μας «τα σημάδια του πάθους» που θα έπρεπε, πλησιάζοντας το μυστήριο του Σταυρού του Χριστού, διότι ακόμα κατεχόμαστε από τα σαρκικά πάθη και τις επιθυμίες μας.

Δεν έχουμε γίνει ακόμα «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού», διότι υπάρχει ακόμα μέσα μας «το πνεύμα της δουλείας», και όχι η πίστη, ότι «είμαστε τέκνα του Θεού». Δεν έχουμε γίνει ακόμα ναός του Θεού και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος, διότι ακόμα είμαστε ναός ειδώλων και δοχείο πονηρών πνευμάτων, εξ αιτίας της ορμής που έχουμε προς τα διάφορα πάθη. Διότι πράγματι δεν έχουμε αποκτήσει ακόμα τον τέλειο τρόπο ζωής και το φωτισμό στην διάνοιά μας […] Δεν έχουμε πληγωθεί από τον Θείο έρωτα και από την πνευματική αγάπη του Νυμφίου. Δεν έχουμε γνωρίσει την ανέκφραστη κοινωνία με το Θεό και τη δύναμη και την ειρήνη, που προέρχεται από τον αγιασμό μας.

Και για να ανακεφαλαιώσω όλα όσα προανέφερα, δεν έχουμε γίνει ακόμα «γένος εκλεκτό, ιεράτευμα βασιλικό, έθνος άγιο, ξεχωριστός λαός μέσα στην οικουμένη, επειδή ακόμα είμαστε «φίδια, και γεννήματα οχιών». Πως λοιπόν δε θα είμαστε φίδια, αφού δεν υπακούσαμε στο θέλημα του Θεού, αλλά βρισκόμαστε κάτω από την επίδραση εκείνης της παρακοής που έγινε με την μεσολάβηση του φιδιού;

Για όλα αυτά λοιπόν δεν ξέρω πώς να θρηνήσω επάξια τη συμφορά μου· δεν ξέρω πώς να κλάψω και να φωνάξω δυνατά προς Εκείνον που μπορεί να με ελευθερώσει από την πλάνη που βρίσκεται μέσα μου […] Διότι, αν δεν εξολοθρεύσω τους εχθρούς που έχω μέσα μου, χρησιμοποιώντας όλα αυτά, δεν πρόκειται να μπω και να αναπαυθώ στο αγιαστήριο του Θεού, και ούτε να γίνω μέτοχος της δόξας του επουράνιου βασιλιά.

Φρόντισε να γίνεις γνήσιο τέκνο του Θεού και «να μπεις μέσα σε εκείνη τη μακαρία ανάπαυση»,«όπου πρώτος για τη δική μας χάρη μπήκε ο Χριστός». Φρόντισε να απογραφείς στην επουράνια εκκλησία μαζί με όλους τους αγίους, για να βρεθείς στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Υψίστου. Φρόντισε να μπεις μέσα στην άγια πόλη, στην άνω Ιερουσαλήμ, όπου υπάρχει η ειρήνη και ο παράδεισος. Διότι αυτά τα θαυμαστά και μακάρια παραδείγματα δε μπορείς να αποκτήσεις με άλλο τρόπο, παρά μόνο αν χύσεις δάκρυα μέρα και νύχτα, όπως λέγει ο Ψαλμωδός· «θα λούσω κάθε νύχτα την κλίνη μου, με τα δάκρυα μου θα βρέξω το στρώμα μου» […] το άυλο και θείο πυρ συνήθως φωτίζει τις καρδιές και τις δοκιμάζει όπως δοκιμάζεται στο καμίνι το καθαρό χρυσάφι, αλλά κατακαίει την κακία όπως η φωτιά καίει τα αγκάθια και τις καλαμιές […]

Αυτό το πυρ ενεργούσε στους αποστόλους, όταν κήρυτταν μετά την εμφάνιση των πύρινων γλωσσών. Αυτό το πυρ, με μορφή φωνής, αφού περιέλαμψε τον Παύλο, φώτισε τη διάνοια του, συσκότιασε όμως την αίσθηση της όρασης, διότι δεν αντιλήφθηκε τη δύναμη εκείνου του πνευματικού φωτός με τα σωματικά του μάτια […] Αυτό το πυρ είναι που κατακαίει τη δοκό που βρίσκεται μέσα στο μάτι μας και καθαρίζει το νου του ανθρώπου, ώστε αφού αποκτήσει τη φυσική ικανότητα να βλέπει, πάντα να βλέπει τα θαυμάσια του Θεού, σύμφωνα με αυτό που λέγει πάλι ο Ψαλμωδός· «καθάρισε τους οφθαλμούς μου, και θα κατανοήσω τη σοφία του νόμου σου».

Αυτό το πυρ είναι εκείνο που φυγαδεύει τους δαίμονες και νεκρώνει την αμαρτία, αυτό χαρίζει τη δύναμη της αναστάσεως και την ενέργεια της αθανασίας, αυτό φωτίζει τις ψυχές και συγκρατεί τις λογικές δυνάμεις. Αυτό το πυρ ας παρακαλέσουμε να έρθει και σε μας, για να βαδίζουμε πάντα στο φως, και ποτέ, έστω και για λίγο, να μην σκοντάψουν τα πόδια μας σε λίθους, αλλά «να κρατάμε το λόγο του Ευαγγελίου, που είναι ζωή, σαν φωτεινά αστέρια μέσα στον κόσμο», ώστε να απολαύσουμε μαζί με τους αγίους του Θεού τα αγαθά του Κυρίου, να αναπαυθούμε μαζί με αυτόν στην αληθινή ζωή, δοξάζοντας τον Πατέρα και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, των οποίων η δόξα και η δύναμη είναι αιώνια. Αμήν»

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Τι δεν μας αφήνει να σηκώσουμε κεφάλι....


Ὅ,τι ἀγαπᾶ κάποιος ἀπὸ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου, αὐτὸ καταβαραίνει τὸν νοῦ του καὶ τὸν δεσμεύει καὶ δὲν τὸν ἀφήνει νὰ σηκώσει κεφάλι.
              Σὲ αὐτὸν τὸ σταθμὸ καὶ τὴ ροπὴ καὶ τὸ ζύγι τῆς κακίας δοκιμάζεται ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, Χριστιανοὶ τῶν πόλεων καὶ τῶν βουνῶν, τῶν μονῶν, τῶν ἀγρῶν ἢ τῶν ἐρήμων, ὅτι δελεαζόμενος ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ δικό του προσωπικὸ θέλημα, ἀγαπᾶ κάποιο πράγμα ἤ πάθος, καὶ δένεται σὲ αὐτὸ ἡ ἀγάπη του, γι’ αὐτὸ καὶ δὲν προσφέρεται ὅλη στὸν Θεό.

Ἄλλος ἀγάπησε κτήματα,
ἄλλος χρυσὸ ἢ ἄργυρο,
ἄλλος τὴν κοιλιά του ἤ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες,
ἄλλος τὴν κοσμικὴ σοφία γιὰ τὴν δόξα τῶν ἀνθρώπων,
ἄλλος ἐξουσία, δόξα καὶ τιμές,
ἄλλος ὀργὴ καὶ μῆνιν,
ἄλλος ἄκαιρες συντυχίες,
ἄλλος ζῆλο,
ἄλλος νὰ μετεωρίζεται ἡδονικὰ ὅλη μέρα,
ἄλλος νὰ ἀπατᾶται ἀπὸ ἀργόσχολους λογισμούς,
ἄλλος νὰ παριστάνει τὸ νομοδιδάσκαλο γιὰ ἀνθρώπινη δόξα,
ἄλλος νὰ εὐχαριστιέται στὴ χαύνωση καὶ στὴν ἀμέλεια,
ἄλλος νὰ εἶναι προσκολλημένος στὰ ὄμορφα ροῦχα,
ἄλλος παραδίδεται στὶς γήινες μέριμνες,
ἄλλος ἀγαπᾶ τὸν ὕπνο, τὴν εὐτραπελία ἤ τὴν αἰσχρολογία.

             Ὅποιο πάθος του δὲν πολεμᾶ γενναῖα κάποιος, ἐκεῖνο ἀγαπᾶ, καὶ ἐκεῖνο τὸ πάθος τὸν δεσμεύει καὶ τὸν βαραίνει καὶ γίνεται γι αὐτὸν ἐμπόδιο καὶ ἁλυσίδα, ὥστε ὁ νοῦς του νὰ μὴν ἀνεβαίνει στὸν Θεό.
Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀληθινὰ ἔχει τὴν ὁρμή της πρὸς τὸν Θεό, ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη της ἕλκει πρὸς Αὐτόν, καὶ δεσμεύεται ἐλεύθερα, κατὰ τὴν δύναμή της, ἀπὸ Ἐκεῖνον, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ δέχεται τὴν βοήθεια τῆς χάριτος, καὶ ἀρνεῖται τὸν ἑαυτό της καὶ δὲν ἀκολουθεῖ τὰ θελήματα τοῦ νοῦ της, ἀλλὰ ὁλοκληρωτικὰ προσφέρεται στὸν λόγο τοῦ Κυρίου. Ἐὰν κάποιος ἀγαπᾶ τὸν Κύριο καὶ τὶς ἐντολές του, ἀπὸ ἐκεῖ βοηθᾶται καὶ ἀπελευθερώνεται, καὶ γίνονται γι αὐτὸν εὔκολα τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ ἀποσώζει ὁλόκληρη τὴν ἀγάπη του πρὸς Ἐκεῖνον.

Ἁγίου Μακαρίου, Πνευματικὲς Ὁμιλίες, Ε.6

Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2016

Ο μοναχός, οι δαίμονες και το κελί…

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/
            

Ο μοναχός, οι δαίμονες και το κελί…

           Για τον Άγιο Μακάριο έλεγαν, πως κάποτε, καθώς πήγαινε στην εκκλησία των κελλίων για τη συνήθη ακολουθία, βλέπει έξω απ’ το κελλί ενός αδελφού ένα μεγάλο πλήθος από δαίμονες, που ήταν μετασχηματισμένοι, άλλοι σε γυναίκες, που μιλούσαν αναίσχυντα, άλλοι σε νεαρούς με το στόμα τους όλο βρισιές, άλλοι να χορεύουν κι άλλοι να μεταλλάζουν διάφορες μορφές και σχήματα.
            Ο Γέροντας που ήταν διορατικός, εστέναξε, λέγοντας:          – Οπωσδήποτε, ο αδελφός που μένει σε τούτο το κελλί πρέπει να ζει πολύ απρόσεχτα, για να ‘ναι μαζεμένα και να περικυκλώνουν το κελλί του, ασχημονώντας, τόσα πονηρά πνεύματα!
          Όταν τελείωσε η ακολουθία, επιστρέφοντας, μπήκε στο κελί εκείνου του αδελφού και του λέγει:         – Είμαι πολύ στενοχωρημένος, αδελφέ, γιατί ζω με πολλήν αμέλεια μα έχω εμπιστοσύνη σε σένα, και γνωρίζω καλά, πως αν εσύ προσευχηθείς για μένα, οπωσδήποτε ο Θεός θα με ανακουφίσει από τους πονηρούς λογισμούς.
        Ο μοναχός έβαλε μετάνοια στον Γέροντα και του λέγει:         – Γέροντα, εγώ δεν είμαι άξιος να προσευχηθώ για σένα
      Μα ο Γέροντας επέμενε, παρακαλώντας τον και λέγοντάς του.
        – Δεν φεύγω από ‘δω, αν δεν μου δώσεις τον λόγο σου, πως κάθε νύχτα θα κάνεις μια προσευχή για μένα.
          Ο αδελφός υπάκουσε στην εντολή του Γέροντα. Κι αυτή την εντολή, βέβαια, την έδωκε ο Γέροντας, θέλοντας να δώσει στον μοναχό μια αφορμή για ν’ αρχίσει να προσεύχεται τις νύχτες.
             Σηκώθηκε, λοιπόν, ο μοναχός τη νύχτα κ’ έκαμε την προσευχή για τον Γέροντα. Κι όταν την τελείωσε, ένοιωσε τέτοια κατάνυξη, που συλλογίστηκε μέσα του: «δυστυχισμένη μου ψυχή! Για έναν τόσο καλό Γέροντα προσευχήθηκες, και για σένα την ίδια δεν προσεύχεσαι;». Κ’ έτσι, έκαμε και για τον εαυτό του μια μεγάλη προσευχή. Και μ’ αυτό τον τρόπο πέρασε μια βδομάδα, δηλ. κάθε βράδυ έκαμνε μια προσευχή για τον Γέροντα και μια για τον εαυτό του. Την Κυριακή, πηγαίνοντας πάλι προς την εκκλησία ο αββάς Μακάριος, ξαναβλέπει τους δαίμονες έξω απ’ το κελλί του μοναχού να στέκουν πολύ στενοχωρημένοι. Κι ο Γέροντας ικανοποιήθηκε, γνωρίζοντας πως οι δαίμονες στενοχωρήθηκαν εξαιτίας της προσευχής του αδελφού. Κι όταν, επιστρέφοντας, μπήκε χαρούμενος στο κελλί του μοναχού, του λέγει:
               – Κάμε μου τη χάρη, αδελφέ, και πρόσθεσε άλλη μια προσευχή τη νύχτα για μένα.
                Κι όταν, την ερχόμενη νύχτα, έκαμε ο αδελφός τις δυό προσευχές για τον Γέροντα, πάλι ένοιωσε μεγάλο κύμα κατανύξεως μέσα του, και λέει με το νου του: «αχ, ταλαίπωρη ψυχή μου! Δεν προσθέτεις και για τον εαυτό σου άλλη μια προσευχή, που τόσον έχεις ανάγκη;» Και μ’ αυτό τον τρόπο, δηλ. με τέσσερις προσευχές κάθε νύχτα, πέρασε άλλη μια βδομάδα.
             Την άλλη Κυριακή ο Γέροντας, περνώντας πάλι είδε τους δαίμονες στενοχωρημένους και σιωπηλούς, κ’ ευχαρίστησε το Θεό. Κι όταν μπήκε πάλι στο κελλί του μοναχού, τον παρακάλεσε να προσθέσει άλλη μια προσευχή για κείνον, κάθε νύχτα. Κι ο μοναχός πρόσθεσε κι άλλη μια προσευχή για τον εαυτό του, κ’ έτσι τις έκανε έξι τις προσευχές για κάθε νύχτα του.
             Όταν πια την άλλη Κυριακή, ξανάρθε ο Γέροντας να ιδεί το μοναχό, οι δαίμονες θύμωσαν πολύ μαζί του κι άρχισαν να τον βρίζουν, γιατί έβλεπαν στενοχωρημένοι τη σωτηρία του μοναχού. Τότε ο αββάς Μακάριος εδόξασε το Θεό για την προκοπή του αδελφού, κι αφού τον παρακάλεσε να μην αμελεί μα να προσεύχεται χωρίς διακοπή, τον άφησε κ’ έφυγε για το κελλί του. Τότε και οι δαίμονες, βλέποντας την προθυμία και την προσοχή που έβαλε ο νέος μοναχός στην προσευχή του, με τη χάρη του Χριστού, έφυγαν εντελώς απ’ το κελλί του.