Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά

Η γνώση του Θεού κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά 

«Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8).

Όταν ο άνθρωπος ανέλθη από την σαρκική γνώση στην ψυχική και από την ψυχική στην πνευματική, τότε ορά τον Θεό και αποκτά την γνώση του Θεού, που είναι η σωτηρία του. Η γνώση του Θεού, όπως θα αναπτυχθή κατωτέρω, δεν είναι εγκεφαλική, αλλά υπαρξιακή, δηλαδή όλη η ύπαρξη του ανθρώπου πληροφορείται αυτήν την θεογνωσία. Αλλά για να φθάση ο άνθρωπος σ’ αυτήν την γνώση πρέπει να προηγηθή κάθαρση της καρδιάς, δηλαδή θεραπεία της ψυχής, του νοός και της καρδίας. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται» (Ματθ. ε’, 8).

Όπως έχει σημειωθή, ο Βαρλαάμ ισχυριζόταν ότι η γνώση του Θεού δεν είναι υπόθεση θεωρίας του Θεού, αλλά υπόθεση της νοήσεως του ανθρώπου. Μπορούμε, έλεγε, να αποκτήσουμε την θεογνωσία με την φιλοσοφία, γι’ αυτό τους Προφήτας και τους Αποστόλους, που έβλεπαν το άκτιστο Φως, κατέτασσε σε κατώτερη θέση από  τους φιλοσόφους. Το άκτιστο Φως το ονόμαζε αισθητό, κτιστό και «χείρον της ημετέρας νοήσεως».

Όμως ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, φορεύς της Παραδόσεως και άνθρωπος της αποκαλύψεως, υποστήριζε τα αντίθετα. Στην θεολογία του παρουσιάζεται η διδασκαλία της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία, το άκτιστο Φως,  δηλαδή η όραση του Θεού, δεν είναι απλώς συμβολική όραση, δεν είναι αισθητή και κτιστή, ούτε κατωτέρα της νοήσεως, αλλά είναι θέωση. Δια της θεώσεως ο άνθρωπος αξιώνεται να δη τον Θεό. Και αυτή η θέωση δεν είναι αφηρημένη κατάσταση, αλλά ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Δηλαδή ο άνθρωπος θεωρώντας το άκτιστο Φως, το βλέπει γιατί ενώνεται με τον Θεό, το βλέπει με τους εσωτερικούς οφθαλμούς και με αυτούς ακόμη τους σωματικούς οφθαλμούς, οι οποίοι έχουν μετασκευασθή από την ενέργεια του Θεού. Επομένως η θεωρία είναι ένωση του ανθρώπου με τον Θεό. Και αυτή η ένωση  είναι γνώση του Θεού. Τότε ο άνθρωπος αξιώνεται να γνωρίση  τον Θεό. Και αυτή η γνώση είναι υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν και  υπέρ την αίσθησιν.

Ο άγιος Γρηγόριος κάνει λόγο για την έκσταση. Αλλά αυτή η έκσταση, στην πατερική διδασκαλία, δεν έχει καμμιά σχέση με την έκσταση της Πυθείας και των άλλων θρησκειών…Με άλλα λόγια η έκσταση, που είναι η αδιάλειπτη νοερά προσευχή κατά την οποία ο νους του ανθρώπου έχει μνήμη αδιάλειπτη του Θεού και δεν έχει καμμιά σχέση με τα πάθη και τον λεγόμενο κόσμο της αμαρτίας, δεν είναι ακόμη ένωση με τον Θεό. Η ένωση αυτή του ανθρώπου με τον Θεό γίνεται όταν έλθη ο Παράκλητος στον προσευχόμενο, που κάθεται στο υπερώο των φυσικών ακροτήτων και αναμένει την επαγγελία του Θεού, και τον αρπάζει στην θεωρία του ακτίστου Φωτός. Η έλλαμψη του Θεού είναι εκείνη που δείχνει την ένωση του Θεού με τον άνθρωπο.

Αυτά δείχνουν ότι η όραση του Θεού, η θέωση, η ένωση και η γνώση του Θεού είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Δεν μπορούν να νοηθούν ανεξάρτητα. Η διάσπαση αυτής της ενότητος απομακρύνει τον άνθρωπο από την γνώση του Θεού. Η βάση της ορθοδόξου γνωσιολογίας είναι η έλλαμψη και αποκάλυψη του Θεού μέσα στην κεκαθαρμένη καρδιά του ανθρώπου.

...Η θεωρία του ακτίστου Φωτός και η γνώση που προέρχεται από αυτή είναι όχι μόνον υπέρ την φύσιν και υπέρ την ανθρωπίνην γνώσιν, αλλά κα υπέρ την αρετήν. Η αρετή και η μίμηση του Θεού μας προετοιμάζει προς την θεία ένωση, αλλά αυτήν την απόρρητη ένωση τελετουργεί η Χάρη. «Αρετή μεν γαρ πάσα και  η εφ’ ημίν του Θεού μίμησις προς την θείαν ένωσιν επιτήδειον ποιείται τον κεκτημένον, η δε χάρις αυτήν τελετουργεί την απόρρητον ένωσιν» (σελ. 616).

Έτσι η θέωση, που είναι ο σκοπός της πνευματικής ζωής, είναι εμφάνεια, φανέρωση του Θεού στην καθαρή καρδιά του ανθρώπου. Αυτή η θέα του ακτίστου Φωτός είναι εκείνη που δημιουργεί την πνευματική ευφροσύνη στην ψυχή. Διότι, κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, γνώρισμα του Φωτός εκείνου είναι η εγγινομένη στην ψυχή κατάπαυση των μη καλών ηδονών και παθών, των λογισμών ειρήνη και κατάσταση, ανάπαυση και πνευματική χαρά, περιφρόνηση της δόξης των ανθρώπων, ταπείνωση που είναι συνδεδεμένη με απόρρητη αγαλλίαση, μίσος του κόσμου, έρως των ουρανίων, μάλλον δε μόνον του Θεού των ουρανών, θέα του ακτίστου Φωτός έστω κι αν σκεπάση κανείς τα μάτια ή τα εξορύξη (σελ. 634).

Από τα προηγούμενα φαίνεται  καθαρά ότι το τέλος της θεραπείας του  ανθρώπου είναι η θέα του ακτίστου Φωτός. Επειδή όμως γίνεται λόγος στο κεφάλαιο αυτό περί της θεωρίας νομίζω πως είναι καλό να παρουσιασθή και η διδασκαλία του αγίου ότι υπάρχουν πολλοί βαθμοί θεωρίας. Λέγει ο άγιος ότι της θεωρίας αυτής υπάρχει αρχή και τα μετά την αρχή, που διαφέρουν κατά το αμυδρότερο και το τηλαυγέστερο, δεν υπάρχει όμως τέλος γιατί η πρόοδος αυτής, καθώς επίσης και της εν αποκαλύψει αρπαγής, συνεχίζεται επ’ άπειρον . Γιατί άλλο είναι η έλλαμψη και άλλο η διαρκής θέα του Φωτός και άλλο η θέα των εν τω Φωτί πραγμάτων.

…Επομένως η θεωρία έχει πολλά στάδια και βαθμούς και πολλά προηγούνται για να φθάση κανείς στην θεωρία του ακτίστου Φωτός, που είναι «η καλλονή του μέλλοντος αιώνος», «το βρώμα των επουρανίων». Η μνήμη του θανάτου, που είναι χάρισμα από τον Θεό, η αδιάλειπτη προσευχή, η έμπνευση για να τηρήση κανείς ολοκληρωτικά τις εντολές του Χριστού, η γνώση της πνευματικής μας πτωχείας, δηλαδή η κατανόηση των αμαρτιών και των παθών μας και η ακολουθούσα αυτήν μετάνοια είναι βαθμοί θεωρίας. Όλα αυτά γίνονται με την ενέργεια της θείας Χάριτος. Βέβαια η τελεία θεωρία είναι η θέα του ακτίστου Φωτός, που και αυτή διακρίνεται στην θέα και την διαρκή θέα, όπως λέγει ο άγιος Γρηγόριος.

Έτσι η κάθαρση που γίνεται με την Χάρη του Θεού δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φθάση κανείς στην θεωρία που είναι κοινωνία με τον Θεό, θέωση του ανθρώπου και γνώση του Θεού. Η ασκητική μέθοδος της Εκκλησίας οδηγεί σ’ αυτό το σημείο. Δεν γίνεται με ανθρώπινα κριτήρια και  δεν σκοπεύει να κάνη τον άνθρωπο «καλόν καγαθόν», αλλά να τον θεραπεύση τελείως και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Όσο ο άνθρωπος βρίσκεται μακράν της κοινωνίας και ενώσεως με τον Θεό, δεν έχει ακόμη επιτύχει την σωτηρία του. Ο ασκούμενος πνευματικά και θεωρών το άκτιστο Φως λέγεται στην γλώσσα των Πατέρων «θεούμενος». Την έκφραση αυτή την χρησιμοποιεί ο άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και επαναλαμβάνει, όπως είδαμε προηγουμένως, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς (σελ. 620).

Η θεραπεία της ψυχής, του νου, της καρδιάς οδηγεί τον άνθρωπο στην θέα του Θεού και τον καθιστά γνώστη της θείας ζωής και αυτή η γνώση είναι σωτηρία του ανθρώπου.

Μητροπολίτου Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου, Ιεροθέου, Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία (πατερική θεραπευτική αγωγή). Έκδοση Ζ’, Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)


Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΙΔΕ ΠΡΩΤΗ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ

Ποιός είδε πρώτος τον Αναστάντα Χριστό


            Με πολύ σαφή τρόπο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύει τις σχετικές περικοπές των ευαγγελίων και αποδεικνύει ότι η Παναγία είναι πρώτη και στη θέα του Αναστάντος Χριστού, γιατί ήταν η καθαρωτέρα και αγιωτέρα όλων. Λέγει λοιπόν:

«Τον Χριστό, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς», κανένας από τους ανθρώπους δεν τον είδε, αφού δεν ήταν παρών κανένας. Μετά όμως την Ανάσταση τον είδε η Μαρία η Μαγδαληνή, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο που λέγει: «Αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη σαββάτου, εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή».

Δεν είναι όμως έτσι, γιατί πιο πάνω ο ίδιος Ευαγγελιστής, λέγει πως η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε και προηγουμένως στον τάφο με άλλες Μυροφόρες και τον βρήκαν αδειανό και έφυγαν. Ώστε ο Κύριος αναστήθηκε πολύ πριν από το πρωί εκείνο, που τον είδε η Μαρία. Επισημαίνοντας δε και την ώρα εκείνη που πήγε για πρώτη φορά. λέγει «λίαν πρωί», ο δε Ιωάννης λέγει «σκοτίας έτι ούσης».

Και σύμφωνα πάλιν με τον Ιωάννη, δεν ήλθε απλώς στο μνήμα η Μαρία, αλλά και έφυγε, χωρίς να δει τον Κύριο ακόμη. Τρέχει μάλιστα και έρχεται στον Πέτρο και τον Ιωάννη και τους αναγγέλλει, όχι πως ανέστη ο Κύριος, αλλά ότι τον σήκωσαν από τον Τάφο και δεν ξέρουμε που τον έβαλαν. Ώστε ακόμη δεν είχε δει τον Αναστάντα. Επομένως ο Κύριος εμφανίστηκε στη Μαρία με τον πλήρη ερχομό της ημέρας. Υπάρχει λοιπόν κάτι, που αναφέρεται συνεσκιασμένο από τους Ευαγγελιστές, το οποίο εγώ θα σας φανερώσω.

Πραγματικά το χαρμόσυνο μήνυμα για την Ανάσταση του Κυρίου, πρώτη από όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό και δίκαιο, το δέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο η Θεοτόκος και αυτή πρώτη τον είδε Αναστημένο και πρώτη απόλαυσε τη θεία Του λαλιά. Και δεν τον είδε μόνο με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και με τα χέρια της τον άγγιξε πρώτη, τα δε άχραντα πόδια Του, μόνη αυτή τα άγγιξε. Έστω και αν οι Ευαγγελιστές, όλα αυτά δεν τα λένε καθαρά, επειδή δεν θέλουν να φέρουν τη Μητέρα Του ως μάρτυρα της Αναστάσεως, για να μη δώσουν καμμιά υποψία σε κείνους που δεν πίστευαν στην Ανάσταση. Επειδή όμως τώρα απευθυνόμαστε σε πιστούς, θα το φανερώσουμε και αυτό.

Όταν ενταφίασαν τον Χριστό κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, «καθήμεναι απέναντι του τάφου». Με τη φράση «η άλλη Μαρία», εννοεί ο Ευαγγελιστής τη Θεομήτορα. Σύμφωνα πάλιν με τον Ευαγγελιστή, τα χαράματα της Κυριακής ήλθαν στον τάφο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία.

Όπως εγώ συμπεραίνω, σύμφωνα και με όσα είπα προηγουμένως, πρώτη από όλες τις Μυροφόρες ήλθε η Θεοτόκος στον Τάφο του Υιού και Θεού της και έφερε μαζί της και τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Η Θεομήτωρ ήταν η «άλλη Μαρία». Στη συνέχεια έγινε σεισμός μεγάλος. Διότι Άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό, απεκύλισε την πέτρα από τη θύρα του μνημείου.

Όλες οι άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και βρήκαν τον τάφο ανοικτό και την πέτρα αποκυλισμένη. Η Παρθενομήτωρ όμως έφθασε, ενώ γινόταν ο σεισμός. Και ενώ οι φύλακες έφυγαν από τον φόβο, η Θεοτόκος εντρυφούσε (εσωτερικά) στη θέα. Εγώ πάντως νομίζω ότι γι’ αυτή πρώτα ανοίχθηκε ο τάφος (γιατί γι’ αυτή πρώτη και διά μέσου αυτής ανοίχθηκαν όλα σ’ εμάς, όσα είναι πάνω στον ουρανό και κάτω στη γη). Ακόμη, χάριν αυτής άστραπτε τόσο πολύ ο Άγγελος ώστε, ενώ ακόμη ήταν σκοτάδι, με το πλούσιο φως του Αγγέλου.

Αυτή, όχι μόνο είδε τον τάφο αδειανό, αλλά και τα εντάφια (τα σινδόνια που ήταν τυλιγμένος) τακτοποιημένα να μαρτυρούν την Ανάσταση.

Ο άγγελος δε αυτός ήταν ο Γαβριήλ. Μόλις δηλαδή την είδε να σπεύδει προς τον τάφο, αυτός που στον Ευαγγελισμό της είπε «μη φοβάσαι, Μαρία, διότι βρήκες χάρη από τον Θεό», σπεύδει και τώρα και κατεβαίνει να της αναγγείλει τα καλά νέα, την εκ νεκρών Ανάσταση Αυτού που γεννήθηκε ασπόρως απ’ Αυτή και να σηκώσει την πέτρα και να δείξει τον τάφο αδειανό και έτσι να επιβεβαιώσει το χαρμόσυνο μήνυμα.

Η Παναγία απέκτησε τη μεγάλη χαρά της Αναστάσεως (ενώ οι άλλες Μυροφόρες ακόμη εφοβούντο, γιατί δεν αντιλήφθηκαν το μεγάλο μυστήριο) και έγινε ολόκληρη Φως, γιατί έφθασε στην άκρα καθαρότητα και καρπώθηκε από τη θεία Χάρη και γνώρισε την Αλήθεια και πίστεψε στον Αρχάγγελο.

Πώς λοιπόν τώρα, που ήταν και παρούσα, να μη καταλάβαινε αυτά που έγιναν, δηλαδή τον μεγάλο σεισμό, τον άγγελο που κατέβαινε από τον ουρανό και μάλιστα να αστράφτει, τη μετάθεση της πέτρας, τον αδειανό τάφο, τα εντάφια που έμειναν άθικτα και συγκρατημένα με σμύρνα και αλόη και συγχρόνως εφαίνοντο αδειανά από το σώμα;

Όταν βγήκαν από το μνήμα, μετά το χαρμόσυνο μήνυμα του Αγγέλου, η μεν Μαρία η Μαγδαληνή, σαν να μην άκουσε καν τον άγγελο, διαπιστώνει μόνο το άδειασμα του τάφου, χωρίς να αναφέρει καθόλου τα εντάφια και τρέχει στον Πέτρο και στον Ιωάννη και τους είπε απλώς ότι «πήραν τον Κύριο από τον τάφο και δεν ξέρουμε που τον έβαλαν». Πώς δε, αν τον έβλεπε και τον άγγιζε με τα χέρια της και τον άκουε να μιλά, δεν θα το έλεγε στους Μαθητές;

Επομένως πρώτη από όλες τις γυναίκες συνάντησε τον Αναστάντα, τον αναγνώρισε και προσπίπτοντας, μόνη αυτή άγγιξε τα πόδια Του. Η Μαρία μετά, όταν πρωτοσυνάντησε τον ’Ιησού, της είπε «μη μου άπτου», δηλαδή μη με αγγίξεις. Πώς λοιπόν ήταν δυνατό, όταν Λέγει ο Ευαγγελιστής «εκράτησαν Αυτού τους πόδας», να εννοεί και τη Μαρία τη Μαγδαληνή, αφού ο Κύριος δεν την άφησε να τον αγγίξει, όταν της φανερώθηκε;

Επομένως μόνο στην Παναγία ο Χριστός επέτρεψε να του «κρατήσει τους πόδας». Απλώς αποφεύγει ο Ευαγγελιστής να μιλήσει καθαρά για την Παναγία, για να μη φανεί ότι η Ανάσταση είναι είδηση που κυκλοφόρησε από τη μητέρα του.

(Παύλου Μουκταρούδη, «Διήρχετο διά των σπορίμων», εκδ. Ι. Μητροπ. Λεμεσού 2008, σ. 41-44)



Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Η «Καλή» Απιστία του Θωμά



Το μυστήριο του Σαββάτου και της Κυριακής –

Η «Καλή» Απιστία του Θωμά. 
Η αξία της Κυριακής, γιατί αποκαλείται όγδοη ημέρα


Α. Η αξία της Κυριακής, γιατί αποκαλείται όγδοη ημέρα Ο Χριστός αναστήθηκε τις πρωϊνές ώρες της Κυριακής. Δεν γνωρίζουμε τον πραγματικό χρόνο της Αναστάσεώς Του, αφού κανείς δεν τον είδε την ώρα εκείνη, αλλά πιστοποιήθηκε όταν βαθειά χαράματα οι Μυροφόρες γυναίκες πήγαν στο μνημείο για να αλείψουν το σώμα του Χριστού με αρώματα.

Έτσι, η Κυριακή, η πρώτη ημέρα της εβδομάδος, είναι η ημέρα της Αναστάσεως του Χριστού. Εάν ο Χριστός το Σάββατο νίκησε το κράτος του θανάτου, την Κυριακή πιστοποιήθηκε σε όλους η Ανάστασή Του, ότι Αυτός είναι ο νικητής του θανάτου και του διαβόλου.

Η ημέρα της Κυριακής στον λεγόμενο εβδομαδικό χρόνο είναι η πρώτη ημέρα από την οποία αριθμείται η εβδομάδα, αλλά και η ογδόη, επειδή βρίσκεται μετά το τέλος της εβδόμης ημέρας, δηλαδή μετά το Σάββατο. Στην Παλαιά Διαθήκη θεωρείται σημαντική ημέρα, αφ’ ενός μεν γιατί είναι η πρώτη ημέρα της δημιουργίας του κόσμου, κατά την οποία έγινε το φώς, αφ’ ετέρου δε γιατί και αυτή θεωρείται αγία κατά την εντολή: "επτά ημέρας προσάξατε ολοκαυτώματα τω Κυρίω, και η ημέρα η ογδόη κλητή αγία έσται υμίν, και προσάξατε ολοκαυτώματα τω Κυρίω. (Λευιτ. κγ', 36).

Ο Μωϋσής την πρώτη ημέρα δεν την αποκαλεί πρώτη, αλλά μία. Καί, ερμηνεύοντας ο Μ. Βασίλειος, λέγει ότι την αγία Κυριακή, κατά την οποία αναστήθηκε ο Χριστός, την ονομάζει μία ημέρα για να οδηγήση την έννοιά μας προς την μέλλουσα αιώνια ζωή. Τώρα η Κυριακή είναι τύπος του μέλλοντος αιώνος, τότε όμως θα είναι αυτός ο ίδιος ο όγδοος αιών. Αν σκεφθή κανείς ότι ο εβδομαδιαίος κύκλος συμβολίζει όλο τον χρόνο της ζωής των ανθρώπων και η Κυριακή είναι τύπος του μέλλοντος ογδόου αιώνος, τότε είναι η μία και μοναδική ημέρα. Ο Μ. Βασίλειος αποκαλεί την Κυριακή «απαρχήν των ημερών», «ομήλικα του φωτός».

Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η Κυριακή ονομάζεται ογδόη ημέρα γιατί κατά την ημέρα αυτήν έγινε η Ανάσταση του Χριστού, που είναι η ογδόη ανάσταση στην ιστορία. Τρείς αναστάσεις νεκρών έγιναν στην Παλαιά Διαθήκη (μία από τον Προφήτη Ηλία και δύο από τον Ελισσαίο), και τέσσερεις αναστάσεις νεκρών έγιναν στην Καινή Διαθήκη από τον Χριστό (τής θυγατρός του Ιαείρου, του υιού της χήρας της Ναΐν, του Λαζάρου, και των νεκρών κατά την Μ. Παρασκευή). Οπότε η μεγαλύτερη, η ογδόη ανάσταση, είναι η Ανάσταση του Χριστού. Ουσιαστικά, όμως, δεν είναι μόνον η ογδόη ανάσταση, αλλά και η πρώτη σχετικά με την ελπιζομένη ανάσταση όλων των νεκρών.

Την Κυριακή, την πρώτη ημέρα της δημιουργίας, έγινε το φώς. Την Κυριακή, την πρώτη ημέρα της αναδημιουργίας, φάνηκε το φως της Αναστάσεως, που είναι το ίδιο το Φώς της Μεταμορφώσεως και της Πεντηκοστής. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού απέβαλε την θνητότητα και φθαρτότητα, όπως θα δούμε πιο κάτω.
 
Η Κυριακή, ακόμη, λέγεται αγία και κλητή ημέρα, γιατί όλα τα Δεσποτικά μεγάλα γεγονότα έγιναν κατ’ αυτήν. Λέγεται από τους Πατέρας ότι ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση του Χριστού και η Ανάσταση, τα βασικά μεγάλα Δεσποτικά γεγονότα έγιναν την ημέρα της Κυριακής. Αλλά και η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού καί, βεβαίως, η ανάσταση των νεκρών πρόκειται αυτήν την ημέρα να συμβή (όσιος Πέτρος Δαμασκηνός). Γι’ αυτό και οι Χριστιανοί δίνουν μεγάλη σημασία και βαρύτητα σε αυτήν και επιδιώκουν να την αγιάζουν, γιατί η αιφνιδιαστική έλευση του Χριστού θα γίνη τότε.

Για όλους αυτούς τους λόγους ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός πανηγυρίζει στην εορτή του Πάσχα: «Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων η βασιλίς και Κυρία, εορτών εορτή και πανήγυρις εστί πανηγύρεων, εν ή ευλογούμεν Χριστόν εις τους αιώνας».

Είναι συγκινητικό να σκεφθή κανείς ότι η Εκκλησία κάθε Κυριακή με τα θαυμάσια τροπάριά της εορτάζει την Ανάσταση του Χριστού. Έτσι, στο ετήσιο Πάσχα υπάρχει και το εβδομαδιαίο Πάσχα, το μικρό λεγόμενο Πάσχα, η φωτοφόρος ημέρα της Κυριακής.



ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ -

Η «ΚΑΛΗ» ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΘΩΜΑ.

(Απόσπασμα ομιλίας του αγίου Γρηγορίου Παλαμά)

Β. Η Καλή Απιστία του Θωμά. Σε έξι μέρες ο Θεός κατασκεύασε και διακόσμησε όλο το αισθητό τούτο σύμπαν, επίσης έπλασε και ζωοποίησε το μόνο ζώο με αίσθηση και νου, τον άνθρωπο. Κατά την έβδομη μέρα κατέπαυσε από όλα τα έργα Του, όπως μας δίδαξε το άγιο Πνεύμα με τη γλώσσα του Μωυσή. 


«Και ευλόγησε ο Θεός την εβδόμη μέρα και την αγίασε»

Πως λοιπόν ευλόγησε κι' αγίασε αυτή την ημέρα, στην οποία δεν έπραξε τίποτα. Πως δεν ευλόγησε την «μία» την πρώτη που είναι υπερεξαίρετη κατά την οποία παρήγαγε το σύμπαν από το μη όν.

Πως δεν ευλόγησε κάποια άλλη επόμενη μέρα είτε αυτή που στερέωσε τον ουρανό είτε αυτή που συστάθηκε η γη. Γιατί δεν ευλόγησε μάλλον την έκτη που ανέδειξε τον άνθρωπο γνωστικό ζώο κατ' εικόνα και ομοίωση Του;

Και όμως ευλόγησε την έβδομη μέρα, που είναι μέρα απραξίας.

Μερικοί εκθειάζουν τον αριθμό επτά (Ιώσηπος, Φίλων) γιατί λέγουν ότι είναι αγέννητος, αλλά και παρθένος αφού δεν γεννά. Όμως και η μονάδα είναι εντελώς αγέννητη, αλλά και γεννητική κάθε αριθμού. Μιλάνε για τις επτά μέρες της εβδομάδας, επτά πλανήτες, σ' επτά μέρες διχοτομείται η σελήνη και σε άλλες επτά γίνεται πανσέληνος κ.ο.κ.

Κάθε αριθμό αν τον εξετάσουμε θα βρούμε κάτι καλό και θαυμαστά ταιριαστό. Λόγου χάρη ο αριθμός έξη είναι πρώτος μεταξύ των τελείων αφού εξισώνεται πριν από τους άλλους στα μέρη του, γι' αυτό και το σύμπαν ολοκληρώθηκε σ' αυτόν.

Όμως ο Μωυσής κατά κανένα τρόπο δεν εμφάνισε το Θεό ως επαινέτη του αριθμού. Λαμβάνοντας αφορμή από τα ίδια τα λόγια του Μωυσή λέμε για πιό λόγο ευλόγησε την εβδόμη μέρα. Λέγει ότι: <<κατέπαυσε ο Θεός την έβδομη μέρα από όλα τα έργα του τα οποία άρχισε να εκτελεί>>. Επομένως υπάρχουν έργα του Θεού που ούτε άρχισε να εκτελεί, ούτε έπαυσε να εκτελεί.

Ευλόγησε λοιπόν και αγίασε την έβδομη μέρα κατά την οποία έπαυσε να πράττει τα αισθητά, σαν είδος επανόδου στο ύψος του θεοπρεπώς, που βέβαια ποτέ δεν εγκατέλειψε, διδάσκοντας εμάς να βρεθούμε κατά δύναμη σ' εκείνη τη κατάπαυση που είναι η κατά το νου μας θεωρία και ανύψωση πρός το Θεό. Αυτό είναι το ένα αίτιο της ευλογίας της έβδομης ημέρας και παρήγγειλε ο Μωυσής να τηρήται αργία, αλλά μόνο από τα έργα που βοηθούν το σώμα, ενώ για τη ψυχή παρήγγειλε ενέργεια.

Άλλο αίτιο είναι η πρόβλεψη του δημιουργού της εκτροπής του ανθρώπου προς το χειρότερο μέχρι καταστροφής και φυλακής στον Άδη, την αχρήστευση όλου του κόσμου, αλλά και το μελλοντικό ανακαινισμό του ανθρώπου. Αυτή η ανακαίνηση ενεργήθηκε με την ενανθρώπηση του Θεού, τη κατάβαση στον Άδη του Χριστού δια του θανάτου και την ανάκληση των ψυχών από αυτόν το Σάββατο.

Τελείωση της εβδόμης μέρας είναι η όγδοη μέρα, η Κυριακή κατά την οποία έγινε η ανάσταση του Κυρίου. Δεν είναι μόνο όγδοη μέρα, αλλά και η πρώτη των έπειτα από αυτή, γι' αυτό και ο Μωυσής την ονόμασε όχι ''πρώτη'', αλλά ''μια'' ως ανώτερη από τις άλλες και ως προοίμιο της μιας και ανέσπερης μέρας του μέλλοντος αιώνος.

Γι' αυτό και ο Κύριος εμφανίσθηκε την Κυριακή, τη μέρα της Αναστάσεώς του, στους μαθητές του, ενώ απουσίαζε ο Θωμάς. Και πάλι στην όγδοη μέρα, δηλαδή τη Κυριακή, (πού τιμάμε σήμερα) στο ίδιο σπίτι με κλειστές τις πόρτες εμφανίζεται στο διστακτικό Θωμά για να τον οδηγήσει στη πίστη. Από τότε διαρκώς η Εκκλησία του Χριστού επιτελεί τις συνάξεις, κυρίως τις Κυριακές. Και γι' αυτό δεν πρέπει κανείς να απουσιάζει από τις ιερές και θεοπαράδοτες συνάξεις και εγκαταλειφθεί δίκαια από το Θεό και πάθει κάτι παρόμοιο με το Θωμά, που δεν ήλθε στην ώρα του.

Ο Θωμάς όταν ήταν απών από τη σύναξη, έγινε άπιστος, όταν δε επανήλθε με τους πιστεύοντας, τότε δεν αστόχησε στη πίστη του. Επομένως να επισκεπτόμαστε συχνά την Εκκλησία τις Κυριακές σχολάζοντας από τα επίγεια έργα μας, χωρίς απουσίες για να λαβαίνουμε την ειρήνη και να αυξάνουμε τη πίστη μας.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

ΚΗΡΥΓΜΑ ΕΙΣ ΤΟ ΑΦΕΩΝΤΑΙ ΣΟΥ ΑΙ ΑΜΑΡΤΙΑΙ

 

ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

«τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.» (Μαρκ. β΄ 5)
Ἐφθάσαμε, ἀγαπητοί ἀδελφοί, στή Δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν. Ἡ Ἐκκλησία σήμερον τιμᾶ καί προβάλλει τήν ἁγία μορφή καί ξεχωριστή προσωπικότητα τοῦ διαπρεποῦς θεολόγου καί εἰδήμονος διδασκάλου τῆς νοερᾶς καί μονολογίστου προσευχῆς τοῦ Ἰησοῦ, Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Στή συνέχεια θά ἀναφέρουμε πολύ περιληπτικά λίγα λόγια γιά τό Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί ἔπειτα θά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν εὐαγγελική περικοπή τῆς ἡμέρας.
Α) Ὁ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν γόνος ἀριστοκρατικῆς οἰκογένειας τοῦ Βυζαντίου καί στίς μέρες τίς ὁποῖες ἔζησε, τό δέκατο τέταρτο αἰῶνα, διέπρεψε ὡς θεολόγος, ὡς μοναχός καί Ἀρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Οἱ μοναχοί τοῦ Ἁγίου Ὄρους στό πρόσωπό του εὑρῆκαν τό διδάσκαλο καί προστάτη. Ὁ Γρηγόριος ἀντιμετώπισε τίς κακοδοξίες τοῦ δυτικοεπηρεασμένου Βαρλαάμ καί τῶν ὁμοίων του καί ἔκαμε λόγο γιά τή διάκριση μεταξύ τῆς οὐσίας καί τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ.
Ἡ οὐσία τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμέθεκτη καί ἀκοινώνητη. Οἱ ἄκτιστες ἐνέργειες ὅμως τοῦ Θεοῦ εἶναι μεθεκτές. Οἱ μοναχοί ἐμμένοντας στήν προσευχή καθαίρονται, ἀποβάλλουν ἀπό μέσα τους τά σκοτεινά σημεῖα, ἐπικοινωνοῦν μέ τό Θεό καί καταξιώνονται τῆς θέας τοῦ Θαβωρείου καί ἀκτίστου φωτός. Αὐτή ἡ κατάσταση ἀποτελεῖ βίωμα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.
Β) Τό εὐαγγέλιο τῆς ἡμέρας παραθέτει τό θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ παραλύτου τῆς Καπερναούμ καί τά γεγονότα, τά ὁποῖα τό περιβάλλουν. Τέσσερις φίλοι ἤ συγγενεῖς ἴσως τοῦ παραλυτικοῦ τῆς Καπερναούμ, ἀφοῦ ἔμαθαν γιά τήν ἐπίσκεψη τοῦ Κυρίου στήν πόλη τους καί τήν παρουσία του σέ κάποιο σπίτι, φρόντισαν νά μεταφέρουν τόν ἄνθρωπό τους πλησίον τοῦ Κυρίου καί νά ἀναζητήσουν τή θεραπεία του.
Ὅταν ὅμως οἱ πρόθυμοι ἄνθρωποι καί ὁ παράλυτος ἔφθασαν στή σχετική κατοικία, ὕστερα ἀπό τή διαδρομή τῆς μεταφορᾶς τοῦ παραλύτου μέσα στούς δρόμους τῆς Καπερναούμ πάνω στό στρῶμα του, τούς περίμενε δυνατή ἀπογοήτευση. Τό σπίτι ἦταν κατάμεστο ἀπό κόσμο. Ἡ εἴσοδός τους μέσα σ’αὐτό ἦταν ἀδύνατη. Αὐτοί, ὅμως, ἦταν ἀποφασισμένοι νά μεταφέρουν τόν ἄρρωστο στό Χριστό. Ἔτσι χωρίς νά βασανίσουν γιά πολύ τό πράγμα στή σκέψη τους, μέ τή βοήθεια ἴσως κάποιας σκάλας, βρέθησαν στή στέγη τοῦ σπιτιοῦ. Σύντομα ἄνοιξαν τή στέγη καί μέ κάποια σχοινιά κατέβασαν τόν ἄνθρωπο μπροστά στό Χριστό.
Ὅταν ὁ Χριστός διεπίστωσε πόσα πολλά ἔκαμε καί πόσα πολλά ἐμπόδια ξεπέρασε ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καί τοῦ παραλύτου, μέ τό θεῖο λόγο του θεράπευσε τόν παράλυτο. «τέκνον, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου.» Ὁ Κύριος, ὡς Θεός, φανερώνει ὅτι ἡ αἰτία τῆς ἀσθένειας τοῦ ἀνδρός ἦταν ὁ ἁμαρτωλός βίος του. Ἀφοῦ αὐτός τώρα ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν, βρῆκε τήν ὑγεία τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς του. Ὁ Κύριος τόν ἀντιμετώπισε μέ τή θεία γλυκύτητά του καί τόν προσφώνησε, «τέκνον», παιδί μου.
Ὁ Θεός συνεχίζει, νά μᾶς ἀγαπᾶ καί νά περιμένει τήν ἐπάνοδό μας στήν εὐθεῖα ὁδό, ἔστω καί ἄν ἐμεῖς ἁμαρτάνουμε καί μιμούμεθα τόν ἄσωτο υἱό καί τόν παράλυτο τοῦ εὐαγγελίου. Αὐτό τό σημεῖο πολλές φορές σίγουρα μᾶς διαφεύγει. Ἐπιβάλλεται, ὅμως, νά σκεπτόμεθα τό Θεό πιό πολύ ὡς τό φιλάνθρωπο πατέρα μας, παρά ὡς δικαστή καί τιμωρό γιά τά λάθη καί τίς ἁμαρτίες μας. Τέτοιες σκέψεις ὁπωσδήποτε μᾶς βοηθοῦν νά πλησιάσουμε τό Θεό καί νά γευθοῦμε τό ἔλεος καί τή χάρη του, τά ὁποῖα μᾶς παρέχει πλουσιοπάροχα καί τά ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα γιά τή σωτηρία μας.
Ἡ Ἐκκλησία μέ τή βάπτιση μᾶς πολιτογραφεῖ ὡς μέλη της. Ἡ πίστη στό Χριστό χαράσσεται στήν ψυχή μας. Ἄν ὅμως ἐμεῖς τήν παραμελοῦμε, δέν τήν καλλιεργοῦμε μέ τή μελέτη τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, δέν τήν ἀναπτύσσουμε μιμούμενοι τή ζωή τῶν Ἁγίων καί δέν τήν τρέφουμε μέ τή συμμετοχή μας στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, ἰδιαίτερα ἐκεῖνο τῆς θείας Κοινωνίας, τότε παραμένει καχεκτική, μαραμένη καί ἀνανάπτυκτη. Ἡ πίστη ὅμως γιά νά μεγαλουργήσει καί νά ἀποδώσει καρπούς, χρειάζεται νά εἶναι ζωντανή καί ἐμπνευσμένη, πυρωμένη ἀπό τήν αὔρα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά ἀναδίδει τήν εὐωδία τῆς παρουσίας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀμήν!

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2015

Τα πάθη και η απάθεια στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Τα πάθη και η απάθεια στη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά

Τα πάθη και η απάθεια στη διδασκαλία
 του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά 
 Η Αγία μας Εκκλησία τιμά σήμερα, Β’ Κυριακή των Νηστειών, την μνήμη ενός μεγάλου Θεολόγου, του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Τιμούμε την μνήμη του δύο φορές τον χρόνο. Πρώτη στις 14 Νοεμβρίου, που είναι η ημέρα της οσιακής του κοίμησης το έτος 1359, και δεύτερη την σημερινή Κυριακή της Μ.Τεσσαρακοστής, την πρώτη μετά την μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας επειδή η νίκη επί των θεωριών του Βαρλαάμ θεωρείται εφάμιλλη της νίκης κατά των εικονομάχων. Τόσο σπουδαία θέση έχει η σημερινή ημέρα για την ζωή της Εκκλησίας. 
Θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε το θέμα μας σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα μέρη θα τα περιέλθουμε σε συντομία και αφορούν βιογραφικά στοιχεία του Αγίου και την ησυχαστική έριδα και στο τρίτο και κυριότερο μέρος θα αναπτύξουμε την διδασκαλία του Αγίου για τα πάθη και την απάθεια με τα οποία, ως θεολόγος, ασχολήθηκε σχεδόν σε όλα του τα έργα. 
Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1296 από αριστοκρατική οικογένεια. Σπούδασε στην Βασιλεύουσα κοντά στον διάσημο δάσκαλο-φιλόσοφο Θεόδωρο Μετοχίτη. Κατά την διάρκεια των σπουδών του διακρίθηκε για την άριστη κατάρτισή του στην αριστοτελική φιλοσοφία που φαίνεται και από την χαρακτηριστική παρατήρηση του δασκάλου του, που μετά από ομιλία του Γρηγορίου μπροστά στον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β’ Παλαιολόγο, είπε: «Και ο Αριστοτέλης αν τον άκουγε, θα τον επαινούσε». Διέκοψε όμως τις σπουδές του για να επιδοθεί με μεγαλύτερη αφοσίωση στην άσκηση. Αποσύρθηκε στο γειτονικό μας Παπίκιο Όρος, όπου υπήρχαν αξιόλογα μοναστικά κέντρα και μυήθηκε στην άσκηση της νοεράς προσευχής. Μετά το Παπίκιο αποσύρθηκε στο Άγιον Όρος. Το 1326 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και το 1347 μετά από τετράχρονη φυλάκιση, δικαιωμένος για την θεολογία του όσον αφορά την νοερά προσευχή, εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. 
Στο θεολογικό του έργο κυρίαρχη θέση έχει η σύγκρουσή του με τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό, Έλληνα μοναχό της Κάτω Ιταλίας, ο οποίος δίδασκε ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίσει τον Θεό και να ενωθεί μαζί Του. Επομένως κατηγορούσε τους ησυχαστές μοναχούς οι οποίοι δίδασκαν ότι ο άνθρωπος αν έχει καθαρή καρδιά και αν συγκεντρωθεί στην προσευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», μπορεί να ενωθεί με τον Θεό.
Η θέση του Γρηγορίου αποτελεί την επιτομή της Ορθόδοξης Παράδοσης η οποία λέει ότι ο Θεός υπάρχει κατά δύο τρόπους, κατά την ουσία του και κατά τις ενέργειές του. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γνωρίζει την ουσία του Θεού, μπορεί όμως να τον γνωρίσει και να ενωθεί μαζί του μέσα από τις άκτιστες ενέργειές του. Ο Θεός αποκαλύπτεται μέσω της ασκήσεως και της προσευχής και όχι μέσω της φιλοσοφίας και του διανοητικού στοχασμού όπως υποστήριζε ο Βαρλαάμ. Η αποκάλυψη του Θεού δεν μπορεί να γίνει διανοητικό αντικείμενο. Η φιλοσοφία δεν είναι προϋπόθεση θεογνωσίας. Για τον Παλαμά και για την Εκκλησία μας η θέωση είναι υπόθεση κοινή εγγραμάτων και αγραμμάτων, όπως άλλωστε υποστήριζε και ο Μ. Αντώνιος.
Ας ασχοληθούμε με το κυρίως θέμα που άφορα τα πάθη και την απάθεια, που ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διεξοδικά αναφέρεται σ' όλους σχεδόν τους λόγους και τις ομιλίες του. 
Ευθύς εξ αρχής πρέπει να αναφέρουμε ότι ή πλούσια αποστολικό-πατερική του πείρα δεν αφήνει περιθώρια να θεωρήσουμε ότι ή διδασκαλία του για τα πάθη του ανθρώπου και την απεγκλώβιση απ' αυτά είναι προϊόν κάποιας ψυχολογικής γνώσεως ή καρπός στοχαστικών και φανταστικών επινοήσεων, αλλά μιάς βαθιάς Αγιοπνευματικής εσωτερικής εμπειρίας που αποκτήθηκε από την πολυχρόνια ασκητική βίωση και μοναχική παράδοση κυρίως στο Άγιο Όρος. Έτσι είναι έξω από την ηθικιστική εκείνη θεώρηση της πνευματικής ζωής που προσπάθησαν στην εποχή του, αλλά και μεταγενέστερα μερικοί να παρουσιάσουν στο χώρο της Ορθοδοξίας. Από τις προσωπικές του μάχες κατά των παθών και των δαιμόνων που τα υποκινούν, αλλά και από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην καθαρή του ψυχή, μάς παρέδωσε την μαρτυρική πληροφορία ότι "μαρτυρίου στέφανον λήψεται ό τα πάθη δι' αρετής τροπωσάμενος". 
Μέσα από τα κείμενα του λοιπόν θα παρακολουθήσουμε την φθοροποιό και θανατηφόρο ενέργεια των παθών που δι' αυτών "τυπουται σκότος νοερόν" στην ψυχή, την απομακρύνει από τη ζωή, που είναι το θείο φως της, και τής επιφέρει τον θάνατο της, που είναι και ο πραγματικός θάνατος, που τον ονομάζει ο άγιος "σκότος πονηρόν" και προκαλεί λύπη αφόρητη.
Επίσης στα κείμενα του διδάσκει πώς να υπερβαίνει κανείς τα πάθη και τα θανατηφόρα αποτελέσματα τους και πώς να αποκτά με την συνεχή στροφή του λογισμού γύρω από τα θεία τις αρετές και εν συνεχεία πώς η ενάρετη ψυχή παραλαμβάνεται από τη Χάρη του Αγίου πνεύματος και οδηγείται στα απόρρητα εκείνα αγαθά "α οφθαλμός εμπαθούς και αμελούς ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου τοιούτου ουκ ανέβει".
Τόσο πλούσιο υλικό βγαίνει μέσα από τα κείμενα του. Θα προσπαθήσουμε ωστόσο, να παρουσιάσουμε τα κεντρικότερα σημεία τής πνευματικής του εμπειρίας ώστε να κατανοήσουμε κατά το δυνατόν τον τρόπο με τον όποιο διαδίδονται τα πάθη στον άνθρωπο και τις βασικές προϋποθέσεις που χρειάζεται κανείς να φθάσει στη πνευματική απάθεια. 
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας την συμφωνία της παραδόσεως των Πατέρων ότι τα πάθη δεν είναι μέρος τής ανθρώπινης φύσεως και δεν αποτελούν απ' αρχής φυσικά στοιχεία της, αναφέρει ότι είναι κινήσεις και πράξεις ξένες προς την κατά φύσιν ζωή του άνθρωπου. "Διεστραμμέναι οδοί, το μίσος, το ψευδός, ο δόλος, ο φθόνος, η πλεονεξία, η υπερηφάνεια και τα παραπλήσια τούτοις", τα οποία όχι μόνο πραττόμενα, αλλά και "αγαπώμενα" και "μελετώμενα κατά νουν" αξιώνουν τον άνθρωπο "της θείας αποστροφής". Οι αιτίες που τα δημιουργούν, αναφέρει στον υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων λόγο του, είναι η "αμετρία" και η "παράχρηση". Π.χ. των πονηρών παθών που σχετίζονται με τη γεύση δεν είναι η τροφή αιτία, "αλλά η αμετρία ταύτης ο εστίν η τρυφή". Δηλαδή η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η πολυποσία, η μέθη. Όταν ο άνθρωπος αρνείται την κατά φύσιν ζωή και την φυσική αναφορά του και σχέση του με τον Θεό και δια των αισθήσεων του εκπίπτει στην εμπαθή προσκόλληση του κόσμου, κάνει "παράχρηση των δυνάμεων της ψυχής του" απ' όπου αναπόφευκτα φύονται τα μυσαρά και βδελυκτά πάθη. 
Επομένως η "αμετρία" και η "παράχρηση" έχουν αρχή πρώτον στην απάτη του πονηρού και δεύτερον στη σύμπραξη τής βουλήσεως του ανθρώπου μ' αυτόν. Αυτή λοιπόν η απατηλή και φθονερή ενέργεια του διαβόλου και η εκούσια άγνοια του Θεού δημιουργούν την υπερβολική προσήλωση στον αισθητό κόσμο που εν συνεχεία γεννά την εμπαθή αγάπη σ' αυτόν και γεμίζει τη ζωή του άνθρωπου από παθιασμένες ενέργειες δημιουργώντας αμαρτία, που ονομάζεται "φρόνημα της σαρκός". 
Την αρχή της εμφανίσεως των παθών ο άγιος Γρηγόριος την ανάγει στο γεγονός της πτώσεως, όπως άλλωστε και όλοι οι υπόλοιποι πατέρες τής Εκκλησίας. Η εσφαλμένη αυτή κατεύθυνση τής ψυχής τους επέφερε πολλά και θλιβερά αποτελέσματα σε όλο τον ψυχοσωματικό εαυτό τους, αλλά και σε όλους τούς απογόνους τους. Δημιούργησε την διαστροφή και τη σύγχυση των δυνάμεων τής ψυχής και γέννησε τις παρά φύσιν και πονηρές επιθυμίες του σώματος.  
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ακολουθώντας τη διαίρεση της ψυχής του Πλάτωνα διακρίνει σ' αυτή τρεις δυνάμεις: το λογισμικό, το θυμικό και το επιθυμητικό, δηλ. η ψυχή έχει λογισμό, θυμό και επιθυμία. Νοσεί ο άνθρωπος και στα τρία αυτά λέγει. Η αρχή της νόσου προέρχεται από το επιθυμητικό, ανεβαίνει στο θυμικό και καταλήγει στο λογιστικό, όπου δια του εθισμού παγιώνεται και συντηρείται η νόσος. Οι επιθυμίες που δόθηκαν από τον Θεό να ζουν οι άνθρωποι δεν είναι ασφαλώς υπαίτιες. Γι αυτό είναι σύμφυτες με εμάς εξ απαλών ονύχων. Η φιλαργυρία όμως που φυτρώνει λίγο αργότερα φαίνεται ότι είναι η αρχή όλων των κακών όχι από τη φύση αλλά από την προαίρεση. 
Τα πάθη που γεννώνται από την "φιλοϋλίαν" δεν έχουν καμιά δυνατότητα "προς αγαθοεργίαν". Η αδυναμία προσκτήσεώς τους ξεσηκώνουν το θυμικό και προκαλούν την οργή και το θυμό, οπότε θηριοποιούν τον άνθρωπο, και η συγκέντρωση υλικών αγαθών τον καθιστά άφρονα, επειδή δεν μπορούν να τον βοηθήσουν σε τίποτε ούτε να του εξασφαλίσουν τη ζωή. Του επιτείνουν την επιθυμία προς πλουτισμό προφασιζόμενος συνεχώς την "πτωχείαν" και παραχώνουν σε χρυσωμένο χώμα, πριν από το φυσικό θάνατο, τον νουν του ζωντανού ανθρώπου, όπου του αλλάζουν τα φρονήματα και τον καθιστούν αντί για φιλόθεον και φιλάνθρωπον, φίλαυτον. Και στο πρώτο ανθρώπινο ζεύγος, λέγει ο άγιος, το πρώτο όργανο που άνοιξε τη θύρα των παθών στην ανθρώπινη υπόσταση είναι το επιθυμητικό της ψυχής. 
Μετά λοιπόν την φιλοϋλία που είναι το πρώτο γέννημα της πονηράς επιθυμίας εμφανίζεται και το δεύτερον. Αυτό είναι η φιλοδοξία. Τη χωρίζει σε δυο κατηγορίες: την πρώτη, την κοσμική κενοδοξία, που προσβλέπει "εις καλλωπισμούς σωμάτων και πολυτελείας ενδυμάτων", και τη δεύτερη, τη θρησκευτική κενοδοξία, που επιτίθεται σ' αυτούς που διακρίνονται στην αρετή. Δι' αυτής συνεπάγεται κατά τον Γρηγόριο ότι «η περηφάνια και η υποκρισία είναι δυνατόν να καταστρέψει και να διασκορπήσει τον πνευματικό πλούτο». 
Υπάρχει και τρίτο γέννημα της "κακώς εχούσης επιθυμίας" που είναι η γαστριμαργία απ' την οποία προέρχεται η σαρκική ακαθαρσία. 
Οι προεκτάσεις λοιπόν της νοσηρότητας του επιθυμητικού τής ψυχής επιδρούν στο θυμικό και εν συνεχεία στο λογιστικό και επειδή η ψυχή είναι ενιαία στη διαδικασία της θεραπείας πρέπει όλα να τύχουν θεραπευτικής αγωγής, αρχής γεννώμενης από του επιθυμητικού. 
Η διάπραξη των παθών και η εξωτερίκευσή τους στηρίζεται στη νοσηρότητα του τριμερους της ψυχής, οπότε μετά την ένσαρκη παρουσία του Χριστού και τη θεραπεία του όλου ανθρώπου μπορεί ο άνθρωπος να κρατήσει σε ισόρροπη θέση τις τρεις λειτουργίες της ψυχής προσφέροντας την εγκράτεια στο επιθυμητικό, την αγάπη στο θυμικό και τη διαρκή στροφή προς τον Θεό στο λογιστικό. Έτσι θα δειχθεί περίτρανα η πείρα και διδασκαλία των Πατέρων ότι η παρουσία των παθών σ' ολόκληρη την ψυχή ή στις επιμέρους λειτουργίες της είναι μια συνάντηση με κάποιον ξένο που έρχεται προς αυτή προς αλλοτρίωση και κατεξουσιασμό της και δεν έχει καμιά σχέση η δημιουργική ενέργεια του Θεού στην παραγωγή τους.
Ας δούμε τα είδη των παθών και την αλληλουχία τους. 
Τα πάθη κατά την διδασκαλία του Γρηγορίου του Παλαμά αν και είναι ποικίλα και πολύμορφα ωστόσο έχουν μεταξύ τους μια αλληλουχία. Εξαρτώνται και συνδέονται και μεταβιβάζουν την ενεργητικότητα τους γεννώντας άλλα. Επί παραδείγματι το πάθος της κενοδοξίας γεννά το φθόνο και πολλές φορές καταλήγει και στο φόνο. Από τον εγωϊσμό γεννιέται η υπερηφάνεια και η υποκρισία, ακόμη και η φιληδονία.
Στα έργα του Αγίου η πρώτη διάκριση γίνεται με βάση την προέλευση των παθών. Έχουμε λοιπόν πάθη που προέρχονται από τα "σωματικά αισθητήρια" που γεννούν όπως είδαμε "την φιλοκτημοσύνην και φιλαργυρίαν". Οι σωματικές αισθήσεις υποκινούνται από την φαντασία, όπου γεννώνται άλλες ηδονές και πάθη, όπως η φυσίωση και η αλαζονεία. Υπάρχουν δε και μικτά πάθη που είναι γεννήματα από την αίσθηση και τη φαντασία, όπως είναι η ανθρωπαρέσκεια, η κενοδοξία και η υπερηφάνεια. 
Απ' όλες τις σωματικές αισθήσεις στέκεται ο άγιος στη γεύση. Αυτή, όταν δεν περιορίζεται στην κάλυψη της αναγκαίας για το σώμα τροφής, καταλήγει, όπως είδαμε, στην γαστριμαργία ή πολυποσία. Από τη γαστριμαργία σαν από βορβορώδη δεξαμενή αναδίδονται βδελυροί κρουνοί που αρδεύουν με πλούσιο υλικό τα σαρκικά και υπογάστρια πάθη, όπως είναι η πορνεία, η μοιχεία, η ακολασία, η ασέλγεια και "πάσα η της σαρκός ακαθαρσία". Αυτά αφού υποδουλώσουν και την ακοή και την δράση και την όσφρηση, καθιστούν ποθητά τα αισχρά λόγια, τα πορνικά άσματα, τα σατανικά χορεύματα. Έτσι χάνει τη σοφία ο νους που χορηγεί το άγιο Πνεύμα και κυριεύεται από ανοία. Εγκαταλείπει τον Θεό και γίνεται πλέον κτηνώδης ή δαιμονιώδης. "Νους γαρ αποστάς από του Θεού ή κτηνώδης γίνεται ή δαιμονιώδης. Ταις σαρκικαις έπιθυμίαις έκδοτον εαυτόν ποιεί και μέτρον ηδονής ου γινώσκει". 
Τα πάθη της φαντασίας είναι εκείνα που υποδαυλίζονται από το διάβολο. Τις περισσότερες φορές δεν υποκινούνται από εξωτερικά ερεθίσματα, αλλά κατ' ευθείαν ο διάβολος ενεργεί δια των οκτώ γνωστών πειρασμών στο χώρο της φαντασίας, χωρίς πολλές φορές να τα συνειδητοποιεί. (ασπλαχνία, μίσος, ασυμπάθεια, μνησικακία, φθόνος κλπ.)
Σε μια άλλη κατηγορία ο άγιος εντάσσει τα λεγόμενα ελάχιστα και ασήμαντα πάθη που οδηγούν όμως σε άλλα σοβαρότερα. Π.χ. η ευτραπελία, η μωρολογία, η βωμολοχία είναι δυνατόν όχι μόνο να οδηγήσουν την ψυχή σε πιο σοβαρά ολισθήματα, επειδή είναι «υπέκαυμα και προτροπή προς πορνεία», αλλά και τα ίδια, όπως και τα μεγάλα, εμποδίζουν την πνευματική ανάπτυξη της ψυχής και την πορεία της προς την τεθλιμμένη οδό της σωτηρίας. 
Μια οδυνηρή συνέπεια των παθών, που παρατηρείται στη ζωή του ανθρώπου, είναι ή στέρηση της κοινωνίας του με τον Θεό.  
Ο θάνατος είναι το "διαζευχθήναι την ψυχήν της θείας Χάριτος και τη, αμαρτία συζηγήναι". Αυτός δε ο θάνατος, ο θάνατος της ψυχής, είναι ή εγκατάλειψη του Θεού. Το αίτιο δε της θείας εγκαταλείψεως δεν έχει τη γένεσή του στον Θεό, αλλά στην αμαρτία. Δηλαδή στην ελευθερία του ανθρώπου που ο Θεός ποτέ δεν παραβιάζει. Όχι μόνον ο θάνατος είναι συνέπεια της παραβάσεως και των απ' αυτήν εκφυομένων παθών, αλλά και η επίγειος ζωή. Λέγει χαρακτηριστικά: εξ αιτίας της αμαρτίας "ενεδύθημεν τους δερμάτινους χιτώνας, το νοσηρόν τούτο και θνητό και πολυώδυνο σώμα" και μετοικήσαμε στον πρόσκαιρο τούτο κόσμο και καταδικαστήκαμε να ζούμε "πολύπαθη και πολυσύμφορον βίον". Και όπως λέγει ό άγιος Γρηγόριος Νύσσης, αφού γυμνωθήκαμε από τα λαμπρά εκείνα ενδύματα "των θείων περιβολών", ενδυθήκαμε τις εφήμερες τρυφές, τιμές και δόξες της σαρκός. 
Κατά τον άγιο, ο διάβολος, ο νοητός αρχέκακος όφις, όπως τον ονομάζει, έχοντας αυτομολήσει στην κακία, στερείται της αληθινής ζωής και αφού δικαιως απωθήθηκε απ' αυτήν, γίνεται νεκρό πνεύμα όχι κατ' ουσία, επειδή η νεκρότης δεν έχει ουσία, αλλά "κατ' αποβολή της όντως ζωής". Και επειδή "ου κόρον λαμβάνει" την προς την κακία ορμή, καθίστα τον εαυτό του "νεκροποιόν πνεύμα". Και έτσι απ αρχής είλκυσε με δόλο τον άνθρωπο προς την "οικείαν νέκρωσιν". Ό ρόλος λοιπόν του διαβόλου έκτοτε είναι να προσεγγίζει τον άνθρωπο και με απατηλές υποσχέσεις να τον απομακρύνει από την αγαθότητα του Θεού και στο μέτρο που τον πείθει να του μεταδίδει στο σώμα και στην ψυχή του τα στοιχεία της νεκροποιού ενεργείας του, που είναι τα πάθη, και δι' αυτών να οδηγεί τη φύση του στη πολυσύμφορη και νεκροποιό κατάληξη. 
Ο άγιος Γρηγόριος ό Παλαμάς από τις προσωπικές του εμπειρίες που έχει για την πολεμική του διαβόλου λέγει, ότι ό σατανάς δεν υπαγορεύει απ' ευθείας την αμαρτία, μάλιστα όταν ο άνθρωπος είναι συνδεδεμένος με την Εκκλησία και τα μυστήρια, αλλά υποκλέπτει "πανούργος" την διάθεση του λέγοντας του ψιθυριστά: Και συ ζώντας μόνος σου χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού, ούτε να προσεχής τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς να αντιληφθείς το καθήκον και μόνος σου και να μην απομακρύνεσαι από το αγαθό. Έτσι, σιγά-σιγά τον αποσπά από την θεία επίβλεψη παραδίδοντας τον στα πονηρά έργα και στις πονηρές συνήθειες του κόσμου, όπου οι δαίμονες είναι "κοσμοκράτορες του αιώνος τούτου". Αυτό το κάνει με μεγαλύτερη βία και μανία στους αγωνιζόμενους, ακόμη και στους υψηλά πνευματικός ισταμένους. Μόνον όταν ασφάλιση κανείς την ψυχή του με ύμνους και προσευχές προς τον Θεό, διδάσκει στον 51ο λόγο του ό άγιος, ό αντίπαλος δεν θα έχει θέση μέσα του. Θα απομακρυνθεί μαζί μ' αυτόν" και πάσα ή περί αυτόν φατρία των κακών". Θα κοσμηθεί ή ψυχή από τη συμμετρία, τη σωφροσύνη, τη δικαιοσύνη, την πραότητα και την ταπείνωση και θα συνδέεται δια της αγάπης με τον Χριστό τον βασιλέα της ειρήνης και τους ανθρώπους, ζώντας ειρηνική και αστασίαστη ζωή. 
Για να εξέλθει κανείς από τη δουλεία των παθών και να επιστρέψει στην περιοχή της "ελευθερίας της δόξης των τέκνων του Θεού", χρειάζονται στην αρχή απαραιτήτως η μετάνοια και το πένθος. Ή μετάνοια είναι ή δυνατότητα που έδωσε ό Θεός στον άνθρωπο σ' αυτή τη ζωή να συνειδητοποίηση την εγκληματική πράξη του, το να εγκατάλειψη δηλαδή τον Δημιουργό του, και να επιστρέψει κοντά του. Εξ άλλου η προτροπή του Προδρόμου και αυτού του Χριστού στην αρχή κι όλας της δημοσίας δράσεως τους είναι το "Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών". 
Γι` αυτό και σε όλη την πατερική παράδοση η μετάνοια θεωρείται απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά και μόνιμο όπλο της ζωής του Χριστιανού, έως θανάτου για την θεραπεία, την πνευματική κατεύθυνση προς τον Θεό και την τελική άφιξη του σ ' Αυτόν. Γι’ αυτό χρειάζεται ισόβια μετάνοια δια της οποίας αποσπά «την άνωθεν ευσπλαγχνίαν». Από πουθενά άλλου δεν εξασφαλίζεται η ελπίδα της σωτηρίας και απαλλαγής από τα πάθη τόσο, όσο από την διαρκή μετάνοια. Σε πολλούς λόγους του ό άγιος είναι προτρεπτικός στα έργα της μετανοίας. Υποστηρίζει δε, ότι μαζί με το πνευματικό πένθος, μπορεί να φτάσει κανείς στα μεγάλα και θαυμαστά επιτεύγματα, που χαρακτηρίζουν τη ζωή των Αγίων.
Το κατά Θεόν πένθος είναι η μήτρα μέσα στην οποία κυοφορείται και μεταλλάσσεται ή ζωή τής μετανοίας Έχει δυο καταστάσεις: Μια οδυνηρή και μια ευφρόσυνη, απ’ τις οποίες χρειάζεται να περάσει ο Χριστιανός για να ζήση την αληθινή ζωή. Η οδύνη είναι ή επίγνωση του ότι "πολλά πταίομεν" και ή αναγνώριση, κατά την κατόπτευση του εσωτερικοί μας ανθρώπου "του ειδεχθούς προσωπείου". Αυτό γίνεται αισθητό περισσότερο κατά την ώρα της προσευχής που με κατάνυξη επικαλούμαστε το έλεος του Θεού. Η δε ευφροσύνη που εν συνεχεία αισθανόμαστε είναι ή γνώση τις "θεοφιλούς ενεργείας" που αναδημιουργεί την πεπτωκυία ψυχή και φέρνει τα καρποφόρα δάκρυα τής μετανοίας. Το κατά Θεόν πένθος είναι η λύπη που αισθάνονται οι αληθινοί Χριστιανοί α) για την έκπτωση από τον Παράδεισο, και β) για την ενδεχόμενη είσοδό τους στην Κόλαση. Ένδειξη του κατά Θεόν πένθους και της ειλικρινούς μετανοίας είναι ή αυτομεμψία, ή αληθινή ταπείνωση, η συνεχής κατανυκτική επίκληση του ελέους του Θεού και ή σταθεροποίηση στην αρετή. 
Αν η μετάνοια και το πένθος οδηγούν στην κάθαρση της ψυχής από τα πάθη, αυτή η απάθεια είναι έργο της Χάριτος του Θεού. Είναι απαραίτητη όμως και η συμβολή του ανθρώπου. Είναι αναγκαίος ο αγώνας της ανθρωπινής θελήσεως, ο οποίος ενισχύεται πλουσιοπάροχα από τη θεία Χάρη. 
Όταν μια ψυχή ασκείται και αγωνίζεται να απελευθερωθεί από τις προκαταλήψεις αρχίζει σταδιακά να ζει την κάθαρση.  
Πρακτικά η κάθαρση επιτυγχάνεται με την προσπάθεια να προσέγγιση ο άνθρωπος τον Θεό με την προσευχή, την εξομολόγηση και τη θεία Ευχαριστία. Πριν απ’ αυτά χρειάζεται αγώνας επίπονος για να εξέλθει κανείς από το εγώ με διάφορες ταπεινωτικές πράξεις, να εγκατάλειψει τις αισθησιακές απολαύσεις και να καθαρίσει τους λογισμούς που κατακλύζουν και κατακυριεύουν τον νου.  
Δεν μπορούμε επομένως όταν μιλάμε για απάθεια να μιλάμε για καταστροφή των παθών ή κάποια αποβολή ουσιαστικών πραγματικοτήτων, αλλά για μεταστροφή και μετασκευή λειτουργιών των δυνάμεων της ψυχής και αισθήσεων του σώματος του ανθρώπου. 
Εν κατακλείδι θα ήθελα να αναφέρω ότι η απάθεια δεν είναι εύκολο έργο του καθενός. Κυρίως όταν δεν υπάρχει ένταση και επιμονή στην άσκηση και την προσευχή. Επειδή ο Θεός είναι το "άκρως εφετόν" του καθενός ανθρώπου χρειάζεται ο καθένας μας με μια σοβαρότερη και πιο ενσυνείδητη πνευματική ζωή να αποκτά σταδιακά τις καλές έξεις οδηγούμενος προς την ευαγγελική αγάπη. Η δε επιμονή των Πατέρων της Εκκλησίας αυτή είναι: το να εργάζεται κανείς έντονα την πρακτική και θεωρητική ζωή που τη μια τη λένε "πρακτική φιλοσοφία" και την άλλη "θεία θεωρία". Και στο μέτρο των δυνατοτήτων του καθενός και της εργασίας που θα καταβάλει θα ελκυστεί η Χάρις του Πανάγαθου Θεού για να μεταμόρφωση το εσωτερικό του καθενός και να χαρίσει την μακαρια απάθεια, που ως γνωστόν είναι απαραίτητη προϋπόθεση να καταστήσει τον άνθρωπο δεκτικών της τελείας αγάπης και χωρητικών δοχείων της θεώσεως.
του Πρωτοσυγκέλλου της Ιεράς Μητροπόλεως π. Ειρηναίου Λαφτσή.
Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Γ΄ Κατανυκτικό Εσπερινό στο Μητροπολητικό Nαό.