Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Ιουλίου 2016

“Αν βλέπαμε με ποια δόξα λειτουργεί ο Ιερέας, θα πέφταμε καταγής”!


“Αν βλέπαμε με ποια δόξα λειτουργεί ο Ιερέας, θα πέφταμε καταγής”!

Σεβ. Μητροπολίτης Μυτιλήνης, Ερεσσού και Πλωμαρίου κ. Ιάκωβος

                        «Αν θα έβλεπαν οι άνθρωποι με ποια δόξα λειτουργεί ο ιερεύς, θα έπεφταν καταγής μπροστά στο όραμα αυτό. Κι αν ο ίδιος ο ιερέας έβλεπε τον εαυτό του, σε ποιά ουράνια δόξα βρίσκεται κατά την τέλεση του λειτουργήματός του, τότε θα γινόταν μεγάλος ασκητής και θα αγωνιζόταν να μή θλίψη με τίποτε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που ζή μέσα του». Με αυτά τα λόγια ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης περιγράφει το πρόσωπο του κληρικού και την ιερή διακονία του στο θυσιαστήριο της Εκκλησίας μας.
                    Τόση μεγάλη τιμή επιφυλάσσει η αγάπη του Θεού στον άνθρωπο εκείνον, ο οποίος ελεύθερα και αβίαστα λέγει το δικό του «ναι» στο κάλεσμα του Θεού και στην πρόσκληση εκείνη που απευθύνει σ’αυτόν ο Μέγας Αρχιερεύς Ιησούς Χριστός, διότι κατά τον άγ. μάρτυρα Ιουστίνο «πηγή της ιερωσύνης όλων των ιερωμένων είναι ο Χριστός. Αυτό σημαίνει ότι και οι απόστολοι που πήραν την ιερωσύνη από Αυτόν, και οι σημερινοί ιερείς που χρονικά απέχουν τόσα χρόνια από την παρουσία του Χριστού στη γή, έχουν όλοι την ίδια σχέση με το Χριστό και έχουν όλοι εξ ίσου πλήρη και εξ ίσου τέλεια την ιερωσύνη του Χριστού».
                     Ο δε αγ. Νικόλαος, Επίσκοπος Αχρίδος σημειώνει ότι: «Όταν ασπάζεστε το χέρι του ιερέα σας, ασπάζεστε όλη την αλυσίδα των όσιων και αγίων ιερέων και ιεραρχών, από τους αποστόλους μέχρι σήμερα… Ασπάζεσθε όλους τους επίγειους Αγγέλους και ουρανίους ανθρώπους, που όταν ήταν στη γή κοσμούσαν την Εκκλησία και τώρα στολίζουν τον ουρανό!».
                 Εφόσον, λοιπόν, έτσι έχουν τα πράγματα, άραγε ποιός είναι ο τέλειος, ποιός ο καθαρός, ποιός ο άμεμπτος, προκειμένου να στολισθεί με το χάρισμα της ιερωσύνης; Η Εκκλησία μας λέγει ότι κανείς δεν είναι άξιος για να λάβει ένα τέτοιο μεγάλο δώρο και μια τέτοια ουράνια προσφορά! Όσο άξιος και αν είναι! Όση καλωσύνη και αν έχει! Όσες γνώσεις και ικανότητες και αν διαθέτει! Μόνο, λοιπόν, με τη φιλαθρωπία, την αγάπη και τη συγκατάβαση του Θεού καθίσταται άξιος, όσο γίνεται ανθρωπίνως! Λέγει κάπου ένας άγιος της Εκκλησίας μας ότι «δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως στην ιερωσύνη είμαστε όλοι μας ανάξιοι. Γι’αυτό, λοιπόν, ιερέα μου πρόσεχε. Περιφρούρισε τον εαυτό σου. Εκείνος που τολμάει και λέγει, ότι είναι άξιος να γίνει ιερεύς, δεν έχει τα λογικά του καλά! Κάθε φορά, λοιπόν, που λειτουργείς, τον εαυτό να ελεεινολογείς. Και να λες: Ιλάσθητοί μοι τω αμαρτωλώ».
                   Πόσο συγκλονιστικά είναι αυτά τα λόγια του αγίου, τα οποία μας οδηγούν στη διαπίστωση ότι χωρίς τη Θεία Χάρη κανένας δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο κάλεσμα αυτής της υψηλής τιμής, που προέρχεται από την Θεάνθρωπο Κύριό μας, που ήλθε στον κόσμο για να καταργήσει το κράτος του θανάτου! Να ανακαινίσει και να μεταμορφώσει τον πληγώμενο από τα πάθη και τις αμαρτίες άνθρωπο! Να τον οδηγήσει στην αιώνια ζωή και να τον κάμει τελικά συμμέτοχο στην ανέσπερη Βασιλεία Του!
                   Ιδού, λοιπόν, τι λαμβάνει ο κτιστός από τα χέρια του Ακτίστου. Την ιερωσύνη!!! Είναι λίγο; Είναι ελάχιστο; Είναι ασήμαντο; Είναι δευτερεύον και τριτεύον; Φυσικά όχι και σε καμμία περίπτωση. Αντιθέτως είναι τό σπουδαιότερο πνευματικό αξίωμα και υπούργημα που μπορεί να δώσει ο Πολυέλεος Θεός στον χοϊκό άνθρωπο, διότι τον κάμει σύνεργό στο σωτηριώδες έργο Του.
                Λέγει κάπου ο αγ. Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: «Σαν άλλο λύχνο ανάβει ο Θεός τον ιερέα και τον τοποθετεί επάνω στο λυχνοστάτη της ολόφωτης ιερατικής διακονίας. Τον θέλει να φεγγοβολά, να φωτίζει την ΕκκλησίαΤου. Η πίστη του, η δίδασκαλία και η ζωή του να μην έχουν καμμιά κηλίδα πλάνης και αμαρτίας. Γιατί; Για να βλέπουν τα πλήθη των πιστών το αστραποβόλημα της αγίας προσωπικότητάς του, να κατευθύνονται στην αρετή και να δοξάζουν το μεγάλο Θεό».
                Είναι τέτοιο το ύψος της ιερωσύνης, ώστε εκείνος που το κατέχει αξιώνεται «να δίδει την Άκτιστη Χάρη του Θεού μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας μας κυρίως δε με τη Θεία Ευχαριστία. Να λαμβάνει θέση μεγαλύτερη από τους αγγέλους. Να γίνεται μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Να διακονεί τις ανάγκες των πιστών. Να ασκεί τη φιλανθρωπία». Να θυσιάζει τον εαυτό του για τον πλησίον.
                 Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Και των δώδεκα μαθητών Του χωρίς να εξαιρέσει τον Ιούδα. Ο κληρικός καλείται σε κάθε στιγμή της ζωής του τον Κύριο Του να μιμείται. Να θυσιάζεται για το λαό του Θεού. Στην καρδιά του πρέπει να χωράνε οι πάντες χωρίς καμμιά εξαίρεση!
                 Να καίγεται, όπως η λαμπάδα, για να φωτίζονται και να ζεσταίνονται οι καρδιές των πονεμένων ανθρώπων, διότι στις εξοχές της ανοιχτής καρδιάς βρίσκει ο άνθρωπος την ανάπαυση και τη γαλήνη. Να φωτίζει με τα λόγια και έργα του το σκοτάδι που επικρατεί στις μέρες μας εξαιτίας πρωτίστως της πνευματικής και ηθικής κρίσεως, η οποία προέρχεται από την απροθυμία των ανθρώπων να ζήσουν την εν Χριστώ ζωή.


Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

Εκκλησιασμός – Πότε πρέπει να είμαστε όρθιοι κατά την Θεία Λειτουργία;

Εκκλησιασμός

 – Πότε πρέπει να είμαστε όρθιοι κατά την Θεία Λειτουργία;

Κάθε Ορθόδοξη Χριστιανική Οικογένεια, και γενικότερα κάθε πιστός, πρέπει να εκκλησιάζεται και να συμμετέχει ενσυνείδητα, και όχι τυπολατρικά, στην λατρευτική ζωή της Εκκλησίας.
Κάποτε, οι Χριστιανοί ρώτησαν τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος: Πότε καταλαβαίνουμε ότι η ψυχή είναι άρρωστη; Εκείνος απάντησε: Όταν ο άνθρωπος δεν θέλει να εκκλησιάζεται. Είναι δηλαδή σαν να έχουμε δικά μας αγαπημένα πρόσωπα που τα αγαπάμε και μας αγαπούν, και όταν τα βλέπουμε στο δρόμο, ούτε τα χαιρετούμε αλλά και ούτε πάμε σπίτι τους να τα επισκεφθούμε.
Τι είδους αγάπη είναι αυτή;
Στις Εκκλησίες μας, η Κυριακάτικη Λατρεία αρχίζει με τον Όρθρο, ο οποίος διαρκεί 1:20 ώρα περίπου. Αμέσως μετά ξεκινά η Θεία Λειτουργία με την εκφώνηση του Ιερέα “Ευλογημένη η βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αει και εις τους αιώνας των αιώνων, Αμήν”. Την στιγμή αυτή όλοι οι πιστοί πρέπει να είναι όρθιοι. Μετά μπορούμε αν θέλουμε να καθίσουμε. Καλό θα ήταν αν δεν ξέρουμε πότε να σηκωνόμαστε και πότε να καθόμαστε, να παρακολουθούμε τους συμπροσευχούμενούς αδελφούς μας.
Σε συντομία, πρέπει να είμαστε όρθιοι στα εξής σημεία του Όρθρου και της Θείας Λειτουργίας:
- Όταν διαβάζεται ο Εξάψαλμος
- Όταν ο Ιερέας διαβάζει το Ευαγγέλιο του Όρθρου και εν συνεχεία βγαίνει να το προσκυνήσουμε
- Στον ύμνο της Παναγίας “Την τιμιωτέραν των Χερουβείμ…”
- Κατά τη Δοξολογία
- Στο “Ευλογημένη η Βασιλεία”…
- Κατά τη Μικρή Είσοδο του Ευαγγελίου από τον Ιερέα
- Κατά το Ευαγγέλιο
- Κατά την Μεγάλη Είσοδο στην οποία ο Ιερέας μεταφέρει τα Τίμια Δώρα
- Κάθε φορά που ο Ιερέας δίνει την ειρήνη του Χριστού και την ευλογία με το “Ειρήνη πάσι” ή μας θυμιατίζει
- Κατά την πιο λεπτή στιγμή της Θείας Λειτουργίας που κατεβαίνει το Άγιο Πνεύμα για να καθαγιάσει τα Τίμια Δώρα, προσφωνώντας εκ του ιερέως “Τα Σα εκ των Σων, Σοι προσφέρομεν…”
- Όταν ακούμε από τον Ιερέα το “Πρόσχωμεν. Τα Άγια τοις αγίοις” όπου υψώνεται ο Αμνός (Χριστός)
- Κατά την απαγγελία του Συμβόλου της Πίστεως “Πιστεύω…”
- Κατά την απαγγελία της Κυριακής Προσευχής “Πάτερ ημών..”
- Στο “Μετά φόβου Θεού, πίστεως, και αγάπης προσέλθετε” διότι τούτη την στιγμή προσφέρεται το Σώμα και το Αίμα του Χριστού για να μεταλάβουμε, και
- Στην Απόλυση της Θείας Λειτουργίας που κάνει ο Ιερέας με το “Δι’ευχών των Αγίων Πατέρων ημών..”.

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2016

ΜΗ ΦΕΥΓΕΤΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ



Όσοι φεύγουν πριν τελειώσει η θεία Λειτουργία...


Ήρθες, λοιπόν, στην εκκλησία και αξιώθηκες να συναντήσεις το Χριστό; Μη φύγεις, αν δεν τελειώσει η ακολουθία.

Αν φύγεις πριν από την απόλυση, είσαι ένοχος όσο κι ένας δραπέτης. Πηγαίνεις στο θέατρο και, αν δεν τελειώσει η παράσταση, δεν φεύγεις. Μπαίνεις στην εκκλησία, στον οίκο του Κυρίου, και γυρίζεις την πλάτη στα άχραντα Μυστήρια;

Φοβήσου τουλάχιστον εκείνον που είπε: «Όποιος καταφρονεί το Θεό, θα καταφρονηθεί απ' Αυτόν» (πρβλ. Παροιμ. 13:13).

Τι κάνεις, άνθρωπε; Ενώ ο Χριστός είναι παρών, οι άγγελοι Του παραστέκονται, οι αδελφοί σου κοινωνούν ακόμα, εσύ τους εγκαταλείπεις και φεύγεις; Ο Χριστός σου προσφέρει την αγία σάρκα Του, κι εσύ δεν περιμένεις λίγο, για να Τον ευχαριστήσεις έστω με τα λόγια;

Όταν παρακάθεσαι σε δείπνο, δεν τολμάς να φύγεις, έστω κι αν έχεις χορτάσει, τη στιγμή που οι φίλοι σου κάθονται ακόμα στο τραπέζι. Και τώρα που τελούνται τα φρικτά Μυστήρια του Χριστού, τ' αφήνεις όλα στη μέση και φεύγεις;

Θέλετε να σας πω τίνος το έργο κάνουν όσοι φεύγουν πριν τελειώσει η θεία Λειτουργία και δεν συμμετέχουν έτσι στις τελευταίες ευχαριστήριες ευχές;

Ίσως είναι βαρύ αυτό που πρόκειται να πω, μα πρέπει να το πω. Όταν ο Ιούδας πήρε μέρος στον Μυστικό Δείπνο του Χριστού, ενώ όλοι ήταν καθισμένοι στο τραπέζι, αυτός σηκώθηκε πριν από τους άλλους κι έφυγε. Εκείνον, λοιπόν, τον Ιούδα μιμούνται...

Αν δεν έφευγε τότε εκείνος, δεν θα γινόταν προδότης, δεν θα χανόταν. Αν δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από το ποίμνιο, δεν θα τον έβρισκε μόνο του ο λύκος, για να τον φάει.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Μόνο στην Θεία Λειτουργία ο άνθρωπος σώζεται

Μόνο στην Θεία Λειτουργία 

ο άνθρωπος σώζεται


Είναι μεγάλο πρόβλημα ο άνθρωπος. Σου γίνεται βάσανο και σταυρός ανανεούμενος, αν θέλης να σεβαστής τη φύσι του, να μην τον ακρωτηριάσεις, αλλά να τον δεχθής όπως είναι.

Γι’αυτό όλα τα συστήματα, για ν’ αποφύγουν το βάσανο αυτό που δημιουργεί ο άνθρωπος, με προκρούστεια μέθοδο τον φέρνουν στα μέτρα τους, κάνοντάς τον άτομο, μονάδα παραγωγής.
Και οι ιδεαλισμοί τον εμπαίζουν με ανυπόστατους ρομαντισμούς, αφήνοντάς πεινασμένο, αμεταμόρφωτο και νεκρούμενο το σώμα της υπάρξεώς του.

Έτσι ο άνθρωπος έλκεται αγνοούμενος, περιφρονούμενος, χρησιμοποιούμενος και ατιμαζόμενος. Και το δράμα του μένει ανοιχτό.Γιατί δεν χωρά ο άνθρωπος σ’ ένα νόμο ή σ’ ένα σχήμα. Δεν τον σώζει η στατική,νομική λογική. Αν σ’ αυτή θελήσωμε να τον κλείσωμε,θα τον βασανίσωμε,έστω κι αν θέλωμε από καλή διάθεσι,να τον κάνωμε σοφό, φρόνιμο, ή να του βελτιώσωμε τον χαρακτήρα. Τί να την κάμη τη βελτίωσι του χαρακτήρα αυτός που ζητά την αιωνιότητα;

Το ερώτημα είναι: υπάρχει κανείς που μπορεί να ελευθερώση τον άνθρωπο, να συντρίψη τα δεσμά της αιχμαλωσίας που τον κρατούν κάθειρκτο;
Υπάρχει κανείς που μπορεί να διαλύση τα είδωλα που τον αποπνίγουν, και να του δώση της ελευθερία του άλλου κόσμου, που ζητά σ’ αυτόν τον κόσμο από σήμερα;
Μόνο το σήμερα ζη ο άνθρωπος. Το σήμερα θέλει αιωνιότητα, όχι το αύριο, για να δεχθή την Αλήθεια.
Θέλομε να ζήσωμε όλοι για όλα. Που θα το βρούμε αυτό;

Ποιος ανέχεται την ανυπόφορη απαίτησί μας, χωρίς να τα χάση και να συνθλιβή αυτός και το καθεστώς του, χωρίς να μας κλείση το στόμα με φίμωτρο δικτατορίας ή με το ψεύτικο ψωμί της εν φυλακή ελευθερίας και του λιμού της ευμάρειας;

Ποιος θα μας πάρη στα σοβαρά, αφήνοντάς μας να του μιλήσουμε ελεύθερα, όπως μιλά η φύσι μας;
Ποιος θα ανεχθή τον άνθρωπο;
Μόνο Αυτός που μας έπλασε μας ξέρει πριν γεννηθούμε και αφού πεθάνωμε. Ζητούμε Αυτόν που έχομε. Και θέλομε να πραγματοποιήσωμε αυτό που είμαστε.
Μόνο μέσα στη Θεία Λειτουργία η απαίτησι κορέννυται. Τα υπέρ φύσιν και αίσθησιν δίδονται από σήμερα.
«Νυν τα ανήκουστα ηκούσθη» και τα άρρητα αρρήτως ελέχθη. Τα πάντα γέμισαν από φως, ανθρωπιά και ουράνια παράκλησι.»
«Ήλθεν η της ζωής βασιλεία και κατελύθη του θανάτου το κράτος και γέγονεν άλλη γέννησις, βίος έτερος, άλλο ζωής είδος, αυτής της φύσεως ημών μεταστοιχείωσις». Τα πάντα υπάρχουν θεανθρώπινα. Τίποτα δεν υπάρχει ψεύτικο. Τίποτε δεν υπάρχει αναπόδεικτο. Καμμία απορία δεν μένει άλυτη. Και καμία απάντηση δεν κλείνει το δρόμο για νέες ερωτήσεις.

Τα παν καθολικά κοινωνείται. Είναι αισθητό, τωρινή γεύσι της ζωής. Τα πάντα έγιναν ένα θαυμαστό παρόν στο πρόσωπο του Θεανθρώπου, που είναι το Α και το Ω της δημιουργίας και «τας αρχάς των όντων τοις πέρασιν ουκ εά συναφίστασθαι».

Όλη η ιστορία είναι μία μονο Θεία Λειτουργία, και όλος ο κόσμος έγινε ένας ναός, οίκος Θεού, μία μόνη οικογένεια.
Όλα είναι φωτισμένα και καταγλαϊσμένα με το άκτιστο και άδυτο φάος.
Είναι σπασμένα τα κλείθρα του Άδη. Σχισμένα τα σάβανα των συστημάτων. Αναποδογυρισμένα τα τραπέζια των κολλυβιστών κάθε είδους. Και συντριμμένα όλα τα είδωλα, από τον Συντρίψαντα το κράτος του θανάτου.
Υπάρχει χώρος, για να ζήση ο άνθρωπος.
Είναι καλεσμένα τα μωρά, τα ασθενή, τα εξουθενημένα και τα μη όντα.
Είναι καλεσμένοι οι χωλοί, οι τυφλοί, οι ανάπηροι στο Δείπνο, στη Ζωή, στη θεολογία.
Είναι καλεσμένος ο άνθρωπος.

Δεν αφορά τους ειδικούς η Ορθόδοξη λειτουργική θεολογία. Αλλά χορταίνει τους πεινασμένους, ποτίζει τους διψασμένους, παρηγορεί τους πονεμένους και τους κλαμένους. Αφορά τον άνθρωπο, όχι την ειδίκευσι.
Δεύτε, «ίνα γεμισθή ο οίκος μου». Είναι η φωνή του Οικοδεσπότη.
Έρχονται και το πλήθος αυξάνει τον χώρο και τη χαρά. Γιατί δεν έχομε συνωστισμό όχλου, κορεσμό θέσεων, αλλά περιχώρησι αγαπωμένων προσώπων. «Γέγονεν ως επέταξας, και έτι τόπος εστί».

Όλοι προσδέχονται όλους. Συγχωρούν. Συγχωρούνται. Και περιχωρούνται.
Εδώ προσωποποιείται και παίρνει όνομα ο άνθρωπος, που με τη φιλαυτία και ανταρσία του είχε εκπέσει στην κατάστασι της απομονωμένης μονάδος.
Με το να γίνει Υιός του Θεού «υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» έλαβε «όνομα, το υπέρ παν όνομα».
Με το να πεθάνη Εκείνος από αγάπη, για να ζήσωμε εμείς, ήλθε στον κόσμο ο νέος τρόπος ζωής, που ανιστά το πρόσωπο.
Με το να σταυρωθή εδοξάσθη. Το «ούπω γαρ ην Πνεύμα άγιον, ότι Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη» σημαίνει ότι ο Ιησούς ουδέπω εσταυρώθη.
Και μεις παίρνομε όνομα βαπτιζόμενοι εν τω θανάτω του Ιησού.

Γινόμεθα πρόσωπα, «μηκέτι εαυτοίς ζώντες».
Δοξαζόμεθα και λαμβάνουμε τη χάρι του Πνεύματος, ταπεινούμενοι, υπομένοντες την ατιμίαν του καθ’ημέραν σταυρού.
Πλουτούμεν κενούμενοι δια τον Πτωχεύσαντα υπέρ ημών.
Είμεθα οι «μηδέν έχοντες και τα πάντα κατέχοντες».
Όλοι ανακεφαλαιώνουν τα πάντα. Και καθένας μπορεί ελεύθερα να ακολουθήση τον δρόμο του «εν παντί καιρώ και τόπω».

Ο Κύριος διαλύει τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως με το να καλή κατ’ όνομα τα ίδια πρόβατα και να εκβάλη αυτά στην ευρυχωρία που ορίζει η Θεία Λειτουργία.
Δεν παρεμποδίζει η ελευθερία των προσώπων από την οποιαδήποτε αιχμαλωσία. Και δεν θίγεται η ενότης των από την οποιαδήποτε διασπορά.
Οι διεσπαρμένοι δεν πλανώνται, αλλά είναι «συνηγμένοι δια Κύριον».
Η ενότης έχει τη χάρι και την ευρυχωρία της διασποράς. Και τη διασπορά τη θέρμη και την ασφάλεια της συναγωγής.

Από όλη τη λειτουργική κοινότητα και τη διάρθρωσί της λατρεύεται και δοξάζεται η Παναγία Τριάς, «η διαίρεσει την ένωσιν και έμπαλιν έχουσα».
Το αληθινό –και διεσπαρμένο- είναι ενωμένο. Το ψεύτικο –και ενωμένο- είναι χωρισμένο και ανύπαρκτο.

Στη Θεία Λειτουργία ζητούμε την ενότητα της πίστως και την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, άρα, την αιώνιο ζωή και θεία περιχώρησι, και όχι την ανθρώπινη συνάρτησι ή συμμαχία.

π. Βασίλειος Γοντικάκης 
Προηγούμενος της Ιεράς Μονή Ιβήρων
από το βιβλίο: Λειτουργικός Τρόπος 
 
 

Δευτέρα 14 Μαρτίου 2016

Η πιο ιερή ώρα της Θείας Λειτουργίας

Η πιο ιερή ώρα της Θείας Λειτουργίας

             Γιατί γίνεται, ή θεία Λειτουργία; Απλώς γιά νά προ­σευχηθούμε; Μπορούμε νά τό κάνουμε καί σπίτι μας. Γιά νά άκούσουμε ρεσιτάλ βυζαντινής μουσικής; Γιά νά «έκτελέσουμε τά θρησκευτικά μας καθήκοντα»; Τίποτε από όλα αύτά. Ή Λειτουργία γίνεται γιά νά τελέσουμε τη θεία Ευχαριστία, τό μυστήριο τής σωτηρίας. Νά συγ­κροτήσουμε καί νά φανερώσουμε τήν Εκκλησία, νά πραγματώσουμε τό μυστήριο τής ενότητας, τό «ινα ώσιν έν».

Ή θεία Ευχαριστία δεν είναι ένα από τά επτά Μυ­στήρια. Είναι τό Μυστήριο τών Μυστηρίων. ’Άς μήν ξεχνάμε ότι ως τόν 12ο ή 13ο αιώνα οί Πατέρες δέν μι­λούσαν γιά επτά Μυστήρια αλλά γιά τό Μυστήριο τής σωτηρίας.
 
Αν ρωτήσει κανείς έναν όποιοδήποτε χριστιανό ποιά είναι ή πιό ιερή ώρα τής θείας Λειτουργίας, θά άπαντήσει: Ή στιγμή τής μεταβολής τών δώρων σέ σώμα καί αίμα Χριστού. Καί όμως δέν είναι. ’Άν κατά τήν ώρα τής θείας Κοινωνίας δέν κοινωνήσει κανείς, πραγματώθηκε τό Μυστήριο; ’Έχει ανάγκη ό Θεός νά μεταβάλει τό ψω­μί καί τό κρασί σέ σώμα καί αιμα Χριστού; 'Οπωσδήπο­τε όχι. Έμεΐς τό έχουμε.
 
’Εμείς έχουμε τήν άνάγκη νά ένωθούμε μαζί του, νά συγκροτήσουμε τό σώμα τής Εκκλησίας, νά γίνουμε θεία Κοινωνία, νά ζήσουμε τήν έν Χριστώ σωτηρία. Αν λοιπόν δέν συμμετάσχουμε στό ποτήριο τής ζωής, πώς μπορούμε νά μιλάμε γιά Μυστήριο;Επομένως, ή πιό ιερή ώρα, τό κέντρο τής θείας Λει­τουργίας, δέν μπορεί νά είναι άλλο άπό τή θεία Μετά­ληψη. Ό π. Αλέξανδρος Σμέμαν υπογραμμίζει:
 
«Σκοπός τής Ευχαριστίας δέν είναι ή μεταβολή τού άρτου καί τού οίνου, αλλά ή κοινωνία άπό μάς τού Χρι­στού, πού εγινε ή τροφή μας, ή ζωή μας, ή φανέρωση τής Εκκλησίας σάν Σώματός Του».
Μητροπολίτης Αργολίδος Νεκτάριος
 
 
 
 

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

Ἐνορία καὶ Εὐχαριστία: Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐμπειρία στὸν Δυτικὸ Κόσμο

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/

Ἐπίσκοπος Διοκλείας Κάλλιστος Ware

Ἐνορία καὶ Εὐχαριστία: 

Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐμπειρία στὸν Δυτικὸ Κόσμο


              Ἡ Ἐνορία κατέχει σήμερα στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μία σημασία πολὺ μεγαλύτερη ἀπ᾿ ὅση κατεῖχε σὲ ὁποιαδήποτε ἄλλη ἐποχὴ στὴ διάρκεια τῶν δεκαέξι τελευταίων αἰώνων. Ποτὲ ἄλλοτε, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς μεταστροφῆς στὸ Χριστιανισμὸ τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, δὲν εἶχε τὸ τοπικὸ Εὐχαριστιακὸ κέντρο τόση μεγάλη σπουδαιότητα στὴ ζωὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅση ἔχει σήμερα.
               Ποιὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἐκκλησίας; Ποιὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς καὶ χαρακτηριστικός της ρόλος τὸν ὁποῖο κανεὶς ἄλλος καὶ τίποτε ἄλλο δὲν μπορεῖ νὰ ἐκπληρώσει; Τί εἶναι ἐκεῖνο ποὺ πετυχαίνει ἡ Ἐκκλησία καὶ ποὺ δὲν μποροῦν νὰ τὸ πετύχουν οὔτε οἱ ἐθνικὲς συναθροίσεις, οὔτε οἱ λέσχες νεότητος οὔτε τὰ σπίτια στοργῆς;
                Ἡ ἀπάντηση δὲν εἶναι παρὰ μόνο μία: ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιὰ νὰ μᾶς φέρει σωτηρία ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ· νὰ μᾶς φέρει σωτηρία ὄχι μὲ κάποιο ἀφηρημένο ἢ θεωρητικὸ τρόπο - ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀποτελεῖ ἕνα ὁποιοδήποτε φιλοσοφικὸ σύστημα ἡ ἰδεολογία - ἀλλὰ μὲ συγκεκριμένη καὶ ὁρατὴ μορφή, διὰ τῆς τελέσεως τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἰδοὺ ὁ μοναδικὸς καὶ χαρακτηριστικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ ποὺ μόνο Ἐκείνη μπορεῖ νὰ ἐπιτελέσει: νὰ προσφέρει τὴ θεία Εὐχαριστία. Ἡ Θεία Εὐχαριστία εἶναι ποὺ δημιουργεῖ τὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν ἐπιβάλλεται ἔξωθεν μὲ τὴν ἰσχὺ ἢ τὴ βία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται ἔσωθεν μὲ τὴν τέλεση τῆς Κοινωνίας μὲ τὸ Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶναι κάποιο κοινωνιολογικὸ κατασκεύασμα ἀλλὰ ἕνας εὐχαριστιακὸς ὀργανισμὸς ὁ ὁποῖος ἀποκτᾶ ὀντότητα τὴν ὥρα ποὺ ἐπικαλεῖται τὸ Ἅγιο Πνεῦμα νὰ ἐνεργήσει πάνω στὰ τίμια δῶρα. Αὐτὴ ἡ εὐχαριστιακὴ φύση τῆς Ἐκκλησίας ἔχει προσδιοριστεῖ μὲ ἰδιαίτερη σαφήνεια ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἰγνάτιο Ἀντιοχείας λίγα χρόνια μετὰ τὸν θάνατο τῶν Ἀποστόλων.
                Ἡ Θεία Λειτουργία, ὅμως, εἶναι κάτι ποὺ συντελεῖται μόνον ἐν τόπῳ. Μολονότι ἡ Εὐχαριστία εἶναι μία καὶ ἀπαράλλαχτη σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο, διὰ μέσου του χρόνου, ἡ Θεία Λειτουργία δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ὡς συγκεκριμένη καὶ ζῶσα πραγματικότητα παρὰ μόνον μέσῳ μιᾶς ἰδιαίτερης ἱερουργίας σὲ ὁρισμένο τόπο καὶ χρόνο. Μὲ ἄλλα λόγια, ἡ Θεία Εὐχαριστία - ποὺ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Ἐκκλησίας - βρίσκει τὴν ὁρατὴ πραγμάτωσή της μόνον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς τοπικῆς ἐνορίας ἢ τῆς τοπικῆς Μονῆς. Ὅταν λοιπὸν κάνουμε λόγο γιὰ τὴν Ἐκκλησία ὡς εὐχαριστιακὸ ὀργανισμό, μιλοῦμε γιὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας κάθε Κυριακή σε κάθε ἐνορία. Ἡ Ἐνορία εἶναι τὸ βασικὸ εὐχαριστιακὸ «κύτταρο» χωρὶς τὸ ὁποῖο δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία. Ἐπιπλέον σὲ κάθε τέλεση τῆς Εὐχαριστίας παρὼν εἶναι ὁ ὅλος Χριστός, κι ὄχι ἁπλῶς ἕνα μικρὸ τμῆμα Του, ἔτσι ὥστε ἡ τοπικὴ ἐνορία, ὅταν τελεῖ τὰ θεῖα Μυστήρια, δὲν ἀποτελεῖ μία μικρὴ μονάδα μέσα σ᾿ ἕνα μεγαλύτερο σύνολο, ἀλλὰ ἐκφράζει κατὰ τρόπο ὁρατὸ τὴν Μία Καθολικὴ Ἐκκλησία στὴν ὁλότητά της.
                Πέραν ἀπὸ τὴν τοπικὴ ἐνορία ποὺ συναθροίζεται στὴν Θεία Λειτουργία, κάθε τί ποὺ ἐμεῖς οἱ Χριστιανοὶ λέμε γιὰ τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τὴν Τριαδικὴ Βασιλεία τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ τὴν προσφορὰ τῆς Ἐκκλησίας στὴν κοινωνικὴ δικαιοσύνη, τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴ μεταμόρφωση τῆς Κοινωνίας ἀπὸ μία ἀπρόσωπη αἰχμαλωσία σὲ ἐλεύθερη κοινωνία προσώπων, ὅ,τι κι ἂν λέμε, δὲν ἀποτελεῖ στὴν καλύτερη περίπτωση, παρὰ μόνο μιὰ ἀφηρημένη ἔννοια, τὸ πολὺ ἕνα ἀφελῆ ἰδεαλισμὸ καὶ συναισθηματικὸ οὐτοπισμό. Μόνον μέσα στὴν Ἐνορία ὑπάρχει δυναμικὴ ἀπόδειξη, ἱστορικὴ πραγμάτωση, ἀληθινὴ ἐλπίδα. Ὅπως ὀρθὰ ἔχει λεχθεῖ, μόνο ἡ ζωὴ τῆς Ἐνορίας μπορεῖ νὰ δώσει ἱερατικὴ διάσταση στὴν πολιτική, προφητικὸ πνεῦμα στὴν ἐπιστήμη, ἀνθρώπινο πρόσωπο στὶς οἰκονομικὲς σχέσεις καὶ μυστηριακὸ χαρακτήρα στὸν ἔρωτα. Ἐν τούτοις κάθε φορὰ ποὺ ἐξετάζουμε τὴ συγκεκριμένη ζωὴ τῶν Ὀρθοδόξων Ἐνοριῶν μας σήμερα, εἴτε στὴν Ἑλλάδα εἴτε σ᾿ αὐτὸ ποὺ συχνὰ ἀποκαλεῖται «διασπορά», πόση ὀδυνηρὴ ἔκπληξη δὲν νιώθουμε ἀπὸ τὸ τεράστιο κενὸ ποὺ χωρίζει τὴ θεωρία ἀπὸ τὴν πράξη;
                   Ὁ εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο καὶ μαζί της ἢ ἐκκλησιολογικῆ σημασία τῆς τοπικῆς ἐνορίας, ἀπὸ τὸν τέταρτο αἰώνα καὶ ἐντεῦθεν ἔχει χάσει σταδιακὰ ὅλο καὶ περισσότερο τὴν καθαρότητα τῆς ἓξ αἰτίας τῶν στενῶν δεσμῶν μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, Ἐκκλησίας καὶ Ἔθνους. Στὸν κόσμο τοῦ Βυζαντίου, δὲν τονιζόταν τόσο ὁ τοπικὸς εὐχαριστιακὸς χαρακτήρας τῆς Ἐκκλησίας ἀλλὰ μᾶλλον ἡ ἐκτεινόμενη στὰ πέρατα τῆς Γῆς παγκοσμιότητά της. Πολὺ πιὸ ξεκάθαρα στὰ Σλαβικὰ Ὀρθόδοξα Βασίλεια καὶ στὸν Ἑλληνικὸ κόσμο τῆς Τουρκοκρατίας, ἡ Ἐκκλησία ἐκλαμβανόταν ἀπὸ πολιτιστικὴ καὶ μορφωτικὴ σκοπιά, ὅλο καὶ περισσότερο ὡς ἡ συνδετικὴ δύναμη ποὺ ἐξασφάλιζε ἕνα αἴσθημα ἐθνικῆς ταυτότητας. Ἐλάχιστα προβαλλόταν ἡ Ἐνορία ὡς τὸ τοπικὸ εὐχαριστιακὸ κέντρο, μολονότι ἦταν σ᾿ αὐτὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς Ἐνορίας ποὺ ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας συνέχιζε νὰ συντηρεῖται.
                Οἱ μεταβαλλόμενες συνθῆκες τῆς ἐποχῆς μάς μᾶς ὁδήγησαν σὲ ριζικὴ ἐπανεκτίμηση. Σ᾿ ὅλον τὸν Ὀρθόδοξο κόσμο τοῦ εἰκοστοῦ αἰώνα ἡ παραδοσιακὴ συμμαχία μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας ἔχει προοδευτικὰ διαβρωθεῖ καὶ σὲ πολλὲς χῶρες ἀπότομα διακοπεῖ. Ἡ ἐξάπλωση τῆς ἐκκοσμικεύσεως σημαίνει ὅτι στὸ μέλλον κάποιος θὰ εἶναι Ὀρθόδοξος ὄχι διότι γεννήθηκε ἀπὸ Ἕλληνες, Σέρβους ἢ Ρώσους γονεῖς, ἀλλὰ διότι ἐλεύθερα ἐπέλεξε νὰ εἶναι Ὀρθόδοξος μέσα ἀπὸ μία ἐσωτερικὴ κίνηση πνευματικῆς ὁμολογίας. Χάνουμε τὰ παραδοσιακὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ στὴ σύγχρονη ἐκκοσμικευμένη Πολιτεία ὁ μορφωτικὸς καὶ πολιτιστικὸς ρόλος τῆς Ἐκκλησίας σπρώχνεται ἀναπόφευκτα στὸ περιθώριο. Βεβαίως κάτι τέτοιο δὲν πρέπει νὰ τὸ δοῦμε σὰν τραγωδία ἀλλὰ μᾶλλον ὡς πρόκληση καὶ ἀκόμη ὡς εὐλογία. Ὠθούμεθα πίσω στὰ στοιχειώδη, στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ ποὺ εἶναι οὐσιῶδες, πίσω στὸ «ἑνὸς δὲ ἐστὶ χρεία» (Λουκᾶ ι´, 42) καὶ αὐτὸ τὸ ἕνα καὶ οὐσιῶδες εἶναι ἡ τέλεση τῆς θείας Εὐχαριστίας.
                Ἀπ᾿ ὅλα ὅσα εἴπαμε, προκύπτει ὅτι ἡ τοπικὴ ἐνορία ἀνακτᾶ στὶς μέρες μας τὴν κεντρική της σημασία. Σήμερα, ὅπως κατὰ τοὺς πρώτους τρεῖς αἰῶνες τῆς Χριστιανικῆς Ἱστορίας, ἡ ζωή μας πρέπει νὰ εἶναι ἄρρηκτα δεμένη μὲ τὴν Κυριακάτικη τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, στὸν τοπικὸ ἐνοριακό μας ναό. Ἡ ζωτικότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸ μέλλον θὰ ἐξαρτηθεῖ ἀπὸ τὴν ζωντάνια τῶν ἐνοριῶν μας. Θὰ χρειαστεῖ νὰ στηριχτοῦμε στὶς δικές μας δυνάμεις. Ἡ Ἱεραρχία τῆς Ἐκκλησίας δὲν θὰ μπορεῖ πλέον νὰ στραφεῖ στοὺς πολιτικοὺς γιὰ βοήθεια, οἰκονομικὴ ἢ ἄλλη. ἐνῶ ὁ παπὰς τῆς ἐνορίας δὲν θὰ μπορεῖ πιὰ νὰ περιμένει ἀπὸ τὸ δάσκαλο τοῦ τοπικοῦ σχολείου ἢ τὸν τοπικὸ ἀστυφύλακα νὰ προωθήσουν τὸ ἔργο του.
               Ἡ Ὀρθόδοξη ζωὴ στὴν Δύση ἔχει συνειδητοποιήσει αὐτὲς τὶς ἐξελίξεις μέσα ἀπὸ ἰδιαίτερα συγκλονιστικὲς ἐμπειρίες. Ἀποτελοῦμε μία ἐλάχιστη μειονότητα σ᾿ ἕνα ξένο περιβάλλον. Μολονότι ἀπολαμβάνουμε θρησκευτικὴ ἐλευθερία, ἡ Ἐκκλησία μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένει προνομιακὴ μεταχείριση στὸ ἐκπαιδευτικὸ σύστημα τῶν χωρῶν ὅπου ζοῦμε· δὲν παίρνουμε καμιὰ οἰκονομικὴ ἐνίσχυση ἀπὸ κυβερνήσεις, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Δυτικὴ Γερμανία, τὴ Φιλανδία καὶ τὶς Σκανδιναβικὲς χῶρες ὅπου τὸ Λουθηρανικὸ σύστημα τῆς «ἐκκλησιαστικῆς φορολογίας» ἰσχύει ἀκόμη. Προκειμένου νὰ ἐκπαιδεύσουμε τὰ παιδιά μας στὴν Ὀρθόδοξη πίστη, πρέπει νὰ ἐνεργήσουμε μόνοι μας, μέσα ἀπὸ τὴν ἐργασία τῆς τοπικῆς ἐνορίας. Γιὰ νὰ χτίσουμε Ὀρθόδοξους ναοὺς καὶ νὰ μισθοδοτήσουμε μόνιμους ἱερεῖς, ἡ οἰκονομικὴ βοήθεια πρέπει νὰ προέλθει ἀποκλειστικὰ ἀπὸ τὶς τοπικές μας κοινότητες. Ἀπὸ οἰκονομικὴ πλευρὰ ἡ ἐπιβίωση τῆς Ὀρθοδοξίας στὴ Δύση ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰ κέρματα ποὺ οἱ πιστοὶ θὰ ρίξουν κάθε Κυριακὴ στὸ δίσκο τὴν ὥρα τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἂν δὲν ἐξασφαλίσουμε μία δυναμικὴ ἐνοριακὴ ζωή, ἡ Ὀρθοδοξία στὴ Δύση δὲν ἔχει μέλλον. Μετὰ ἀπὸ πενήντα ἢ ἑκατὸ χρόνια ἁπλούστατα θὰ ἐξαφανιστοῦμε.
                 Κι ἐρχόμαστε τώρα νὰ ἐξετάσουμε τί εἴδους Ὀρθόδοξες ἐνορίες ἔχουμε στὴ Δύση. Ἡ πρώτη γενεὰ τοῦ Ὀρθόδοξου μετανάστη ἵδρυσε ἐνορίες ποὺ διέθεταν, γιὰ λόγους προφανεῖς, ἰσχυρὸ ἐθνικὸ χαρακτήρα. Ἡ τοπικὴ ἐνορία ἦταν ὁ κύριος καὶ συχνὰ ὁ μόνος συνδετικὸς κρίκος ποὺ ἀπομένει μὲ τὴν Μητέρα Πατρίδα καὶ ἔτσι οἱ ἐνορίτες θέλησαν μία τοπικὴ ἐκκλησία ἡ ὅποια στὸν τρόπο τῆς λατρείας καὶ στὶς ἄλλες δραστηριότητές της θὰ ἀναπαρήγαγε ὅσο πιὸ πιστὰ γινόταν τὰ σχήματα ποὺ τοὺς ἦταν οἰκεία ἀπὸ τὴν παιδική τους ἡλικία. Κάθε προσπάθεια νὰ χρησιμοποιηθεῖ, παραδείγματος χάριν, ἡ γλώσσα τῆς χώρας στὴν ὁποία ζοῦσαν -Ἀγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικὰ κ.τ.λ.- θεωροῦνταν συνήθως ὡς ἀπειλὴ καὶ κατεπολεμιόταν μὲ πεῖσμα.
            Ὅλα αὐτὰ εὔκολα κατανοοῦνται. Ἀλλὰ μὲ τὸν ἐρχομὸ τῆς δεύτερης καὶ τρίτης γενεᾶς Ὀρθοδόξων της Δύσεως μία νέα πραγματικότητα ἐμφανίζεται. Οἱ ἐνορίες ἐκεῖνες ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ κάνουν ὁποιαδήποτε χρήση τῆς τοπικῆς γλώσσας στὶς Λειτουργίες τους καὶ ἔμειναν ἀνυποχώρητες στὸν πολιτισμὸ καὶ τὰ ἤθη τῆς χώρας στὴν ὁποία ἀνήκουν, τείνουν νὰ μαραζώσουν. Μόλις οἱ νέοι τους φθάσουν τὴν «ἡλικία τῆς ἐπαναστάσεως», ἁπλούστατα σκορπίζουν, ἀφοῦ δὲν βρίσκουν τίποτε στὴν λατρεία τῆς ἐνορίας ποὺ νά ῾χει σχέση μὲ τὴν καθημερινὴ ζωή τους, κι ἔτσι ἀπομένει ἕνα ἐκκλησίασμα ἡλικιωμένων. Οἱ ἐνορίες ἀντιθέτως ποὺ ἀποδέχθηκαν τὴν ἀνάγκη προσαρμογῆς καὶ ἀλλαγῆς, ἔγιναν συχνότατα πολὺ πιὸ γνήσια εὐχαριστιακές: ὄχι πλέον μία ἐθνικὴ λέσχη ἀλλὰ μία ἀληθινὴ λειτουργικὴ σύναξις - ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ συναθροισμένος γύρω ἀπὸ τὴν Ἁγία Τράπεζα. Ὁρατὸ σημεῖο αὐτῆς τῆς ἐξελίξεως ὑπῆρξε ἡ ἀναβίωση τῆς συχνῆς Θείας Μεταλήψεως σὲ παλιὲς Ὀρθόδοξες ἐνορίες στὴ Δύση. Ἐκεῖνο ποὺ ἔχει συμβεῖ σὲ τέτοιες κοινότητες εἶναι ἁπλούστατα ἡ ἀνακάλυψη τὸν ἀληθινοῦ νοήματος τῆς ἐνορίας. Προφανῶς ἡ ἐξέλιξη αὐτὴ δὲν παρατηρεῖται παντοῦ. Πολλὲς ἐνορίες ἐνῶ ἀποδέχονται κάποιο μέτρο προσαρμογῆς στὶς δυτικὲς συνήθειες, συνεχίζουν νὰ ρίχνουν μεγαλύτερο βάρος σὲ ἐθνικὲς ἀξίες καὶ σὲ κοινωνικὲς δραστηριότητες μᾶλλον παρὰ στὴν Εὐχαριστία.
               Ἡ ἐμπειρία τῆς Ὀρθόδοξης κοινότητας τῆς Ὀξφόρδης ἔχει ἀκολουθήσει ἕνα κάπως ἀσυνήθιστο σχῆμα. Συμβιώνουν ἐδῶ, ἡ μιὰ δίπλα στὴν ἄλλη, δυὸ ὀρθόδοξες ἐνορίες, μιὰ ἑλληνικὴ (ποὺ ὑπάγεται στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο) καὶ μία ρωσικὴ (ποὺ ὑπάγεται στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας). Ἡ κάθε ἐνορία ἔχει τὸν ἱερέα της καὶ τὸ δικό της ἐκκλησιαστικὸ συμβούλιο. Ὅμως οἱ δυὸ ἐνορίες μοιράζονται ἴσοις ὅροις τὸν ἴδιο ναό, ποὺ χτίστηκε τὸ 1973 μὲ τὴν κοινὴ προσπάθεια καὶ τῶν δυό. Ἔτσι, κάθε Κυριακὴ λατρεύουμε ὅλοι μαζὶ συγχρόνως, ψάλλοντας μία Θεία Λειτουργία γιὰ τοὺς πιστοὺς καὶ τῶν δυὸ κοινοτήτων. Ὑπάρχουν, ὅπως εἶναι φυσικό, δυσκολίες. Μνημονεύουμε π.χ. δυὸ ἐπισκόπους στὶς ἀκολουθίες μας, τηροῦμε δυὸ διαφορετικὰ ἡμερολόγια (ἀφοῦ τὸ ρωσικὸ ἥμισύ της κοινότητός μας ἀκολουθεῖ τὸ παλαιὸ ἡμερολόγιο), καὶ χρησιμοποιοῦμε σὲ κάθε ἀκολουθία ὄχι λιγότερες ἀπὸ τρεῖς γλῶσσες, Ἑλληνικά, Σλαβονικὰ καὶ Ἀγγλικά. Καθ᾿ ὅσο γνωρίζω, πουθενὰ ἀλλοῦ στὴ Μεγάλη Βρετανία δὲν ὑπάρχει ἀκριβῶς ὅμοιο παράδειγμα μ᾿ αὐτὸ τῆς Ὀξφόρδης.
                Ἀπὸ τὴν ἄποψη τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου οἱ λύσεις στὶς ὁποῖες καταλήξαμε στὴν Ὀξφόρδη περιέχουν ὁρισμένες προφανεῖς ἀνωμαλίες: Πῶς π.χ., εἶναι δυνατὸν νὰ μνημονεύονται δυὸ ἀνεξάρτητοι ἐπίσκοποι, στὴν ἴδια θεία Λειτουργία; Ἐμεῖς στὴν Ὀξφόρδη δὲν διεκδικοῦμε νὰ λύσουμε ἀπὸ μόνοι μας τὰ κανονικὰ προβλήματα ποὺ δημιουργοῦνται στὴ δυτικὴ Ὀρθοδοξία. Ὅμως, ὄντας ἀναγκασμένοι νὰ ἀντιμετωπίσουμε συγκεκριμένες ποιμαντικὲς ἀνάγκες τῆς τοπικῆς μας κοινότητας, ἐπράξαμε ὅ,τι καλύτερο μπορούσαμε γιὰ νὰ προσφέρουμε μία λειτουργικὴ λύση ποὺ νὰ ἐνθαρρύνει τὴν ἐπιβίωση καὶ τὴν ἀνάπτυξη τῆς τοπικῆς Ὀρθοδοξίας.
           Μολονότι κανονικὰ ἀποτελοῦμε δυὸ ξεχωριστὲς ἐνορίες, στὴν πράξη εἴμαστε μόνο μία λατρευτικὴ κοινότητα. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ὅρος «ἐνορία» εἶναι νὰ προσδιοριστεῖ μὲ βάση ὄχι τὸ κανονικὸ δίκαιο ἀλλὰ τὴν Εὐχαριστία, τότε πνευματικὰ καὶ λειτουργικὰ ἐμεῖς, οἱ Ὀρθόδοξοί της Ὀξφόρδης ἀποτελοῦμε μία ξεχωριστῆ τοπικὴ ἐνορία.
                Ἐπ᾿ οὐδενὶ λόγῳ δὲν ἐπιδιώκω νὰ ἐμφανίσω ὡς ἰδανικὴ τὴν ζωή μας στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Ὀξφόρδης. Ἐὰν χρειάστηκε ὁ Σωτήρας μας νὰ προσευχηθεῖ στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο γιὰ τὴν ἑνότητα τῶν μαθητῶν τοῦ (Ἰω. 17), αὐτὸ ἔγινε διότι ἀκριβῶς ἐγνώριζε πόσο δύσκολο εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους νὰ μείνουν ἑνωμένοι σὲ ἕνα πεπτωκότα κόσμο· καὶ αὐτὸ τὸ γνωρίζουμε πολὺ καλὰ ἐμεῖς στὴν Ὀξφόρδη, ἀπὸ προσωπικὴ πείρα. Δὲν ὑπάρχει πραγματικὴ ἑνότητα παρὰ μόνο μέσῳ τοῦ Σταυροῦ. Κι ἢ ἑνότητα αὕτη ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν καθένα μας ἀτέλειωτη γενναιοδωρία, μυστηριακὴ κένωση, θυσία. Στὴν εὐχαριστιακὴ κοινότητα, ὅπως ἀκριβῶς καὶ στὴν ἕνωση τοῦ γάμου ἡ ἑνότητα τῶν μελῶν πρέπει νὰ ἐπανεπιβεβαιώνεται καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνεται. Ὅταν οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ρῶσοι τῆς Ὀξφόρδης ἀποφάσισαν νὰ συνεργαστοῦν ἦταν ἀρχικὰ γιὰ λόγους πρακτικούς. Καὶ οἱ δυὸ κοινότητες εἶναι ὀλιγάριθμες καὶ φαινόταν ἀμφίβολο ἂν καμία ἀπ᾿ αὐτὲς θὰ ἐπιβίωνε στὴν ἀπομόνωση. Ὑπῆρχε ὅμως ἡ βεβαία ἐλπίδα, ὅτι διὰ τῆς συνεργασίας θὰ μπορούσαμε νὰ δημιουργήσουμε μία ζωντανὴ Ὀρθόδοξη παρουσία στὴν πόλη καὶ στὸ Πανεπιστήμιο. Στὴν πορεία τῆς ἀμοιβαίας συνεργασίας μας, ὅμως, χρειάστηκε νὰ ὑπερβοῦμε τὶς καθαρὰ πρακτικὲς ἀνάγκες καὶ νὰ ἐπανεκτιμήσουμε τὶς βασικὲς προτεραιότητες. Χρειάστηκε νὰ ἀναρωτηθοῦμε ποιὸ εἶναι τὸ θεμελιῶδες νόημα τῆς ἐνορίας; «Ὅπου γὰρ ἐστὶν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν» (Ματθ. ς´, 21). Ποῦ λοιπὸν βρίσκεται ὁ «θησαυρός» μας ὡς Ὀρθοδόξων ποὺ ζοῦμε στὴ Δύση;
               Ἐὰν ἡ ἐνορία εἶναι πάνω ἀπ᾿ ὅλα μία ἐθνικὴ συνάθροιση μὲ μόνο λόγο ὑπάρξεως τὴν διατήρηση ὁρισμένων πολιτιστικῶν ἀξιῶν, τότε οἱ Ὀρθόδοξοι τῆς Ὀξφόρδης θὰ χρειαστεῖ νὰ συντηρήσουν δυὸ διαφορετικὲς κοινότητες, ποὺ θὰ ἐκκλησιάζονται καὶ θὰ λατρεύουν χωριστά. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἐνορία ὑφίσταται κυρίως γιὰ τὴν τέλεση τῆς Εὐχαριστίας καὶ ἐὰν στὴν Εὐχαριστία «οὐκ ἔνι Ἰουδαῖος οὐδὲ Ἕλλην... πάντες γὰρ... εἰς ... ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Γαλ. γ´, 28), τότε δίκιο δὲν ἔχουμε νὰ ἐπιμένουμε πάνω ἀπ᾿ ὅλα στὴν τέλεση μιᾶς κοινῆς θείας Λειτουργίας κάθε Κυριακὴ ἀπ᾿ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Ὀρθοδόξους, ἀνεξαρτήτως ἐθνικῆς προελεύσεως, ἑλληνικῆς, ρωσικῆς ἢ ἀγγλικῆς; Μόνον ἔτσι μποροῦμε νὰ δώσουμε μαρτυρία γιὰ τὸ ἀληθινὸ νόημα τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς.
                Περισσότερο ἀπὸ μία φορὰ τὰ τελευταῖα δεκαεπτὰ χρόνια ἔχουν προκύψει προβλήματα ποὺ ἀπείλησαν νὰ διασπάσουν τὴν ἑνότητά μας ὡς λατρευτικῆς κοινότητας. Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι παρόμοια προβλήματα θὰ ἐμφανιστοῦν καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλα κάθε φορὰ ποὺ ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἐνδεχόμενο τῆς διασπάσεως, συνειδητοποιοῦμε ἐκ νέου τὴν ὑπέρτατη σπουδαιότητα τῆς λειτουργικῆς μας ἑνότητας. Στὴν Θεία Λειτουργία ἔχουμε βρεῖ τὸν κοινὸ δεσμὸ ποὺ μᾶς συνέχει ἀνεξαρτήτως γλώσσας, ἐθνικῆς ταυτότητας ἢ ἐκκλησιαστικῆς «δικαιοδοσίας». (Πόσο δίκιο δὲν ἔχει ὁ Ἀλέξανδρος Σολζενίτσιν νὰ μέμφεται αὐτὴ τὴ λέξη «δικαιοδοσία» ποὺ τόσο συχνὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τοὺς Ὀρθοδόξους τῆς Δύσης, χωρὶς ἐν τούτοις νὰ συναντᾶται πουθενὰ στὸ Εὐαγγέλιο!) Μελετώντας τὴ διδασκαλία τοῦ Ἅγιου Ἰγνατίου Ἀντιοχείας, ποὺ ἀπευθύνεται στοὺς Χριστιανοὺς τῆς ἐποχῆς του, καὶ τονίζει ὅτι πρέπει ὅλοι νὰ συναντῶνται σὲ μία Εὐχαριστία, νὰ συναθροίζονται γύρω ἀπὸ μία Τράπεζα καὶ νὰ πίνουν ἀπὸ ἕνα Ποτήριο, γνωρίζουμε ὅτι οἱ φλογεροὶ αὐτοὶ λόγοι τοῦ ἰσχύουν τὸ ἴδιο καὶ γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθόδοξούς της Ὀξφόρδης.
                Στὴν περιγραφὴ ποὺ κάνει γιὰ τὴ ζωὴ τῆς πρώτης χριστιανικῆς «ἐνορίας» -τῆς κοινότητας τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ποὺ ἀκολούθησαν τὴν Πεντηκοστή- ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς λέει: «ἦσαν δὲ προσκαρτεροῦντες τῇ διδαχῇ τῶν ἀποστόλων, καὶ τῇ κοινωνίᾳ καὶ τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου καὶ ταῖς προσευχαῖς· πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά» (Λουκᾶ β´, 42, 44).
               Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ σκοπὸς κάθε ἐνορίας σήμερα, εἴτε βρίσκεται στὴν Ἑλλάδα εἴτε στὴν ἀλλοδαπή: τὰ μέλη της ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τῆς ἀπὸ κοινοῦ κλάσεως τοῦ Ἄρτου στὴ θεία Εὐχαριστία. Ὅλες οἱ ἄλλες δραστηριότητες τῆς ἐνορίας, κοινωνικές, πολιτιστικὲς ἢ φιλανθρωπικὲς πηγάζουν ἀπὸ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ εἶναι ὑπάλληλες σ᾿ αὐτήν. Ἡ Εὐχαριστία εἶναι ἕνα συνεχὲς θαῦμα μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης. Παράλληλα μὲ τὴν Μονή, ἡ ἐνορία ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ σχῆμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖο καὶ σὲ κάθε συγκεκριμένο τόπο, τοῦτο τὸ «συνεχὲς θαῦμα» μαρτυρεῖται μὲ ζωντανὴ παρουσία.

Πηγή: 
Συλλογικὸς Τόμος: 
«Ἐνορία, πρὸς μία νέα ἀποκάλυψη», 
ἔκδ. Ἀκρίτας 1993, ἀπὸ τὴ σειρὰ «Ὀρθόδοξη Μαρτυρία»,
 ἀρ. 37 (σελ. 126-134).