Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΩΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΩΣΥΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

«Ἡ συνάντηση μέ ἕνα ἀληθινό ἀσκητή καί ἡ συνομιλία μαζί του»

«Ἡ συνάντηση μέ ἕνα ἀληθινό ἀσκητή 

καί ἡ συνομιλία μαζί του»


Τοῦ Πρωτοπρεσβυτέρου Διονυσίου Τάτση
 
               ΣΤΗΝ εποχή μας οι άνθρωποι αρέσκονται νά ακούν καί νά διαβάζουν ασκητικές ιστορίες, παλαιές καί νεώτερες, καί μέ ιδιαίτερη ευχαρίστηση νά τίς διηγούνται καί αυτοί σέ άλλους αδελφούς, προκειμένου νά ωφεληθούν πνευματικά κι εκείνοι. Αυτή τή δίψα τών ανθρώπων κανένας δέν μπορεί νά καταργήσει. Μάλιστα θά έλεγα ότι όσοι γράφουν καί μιλούν πρέπει νά προσφέρουν τή στέρεη τροφή τού ασκητικού βιώματος.
                 Υπάρχει όμως ένα λεπτό σημείο, τό οποίο πρέπει νά προσέξουμε, γιατί διαφορετικά θά αδειάζουμε τό γάλα σέ δοχείο, πού δέν έχει πυθμένα! Δηλαδή, η διδασκαλία μας θά είναι μιά ματαιοπονία…Ποιό είναι λοιπόν αυτό τό σημείο; 
 
             Έχω διαπιστώσει ότι πολλοί κήρυκες καί πολλοί ακροατές, ενώ αρέσκονται στήν ασκητική διδαχή, δέν έχουν τήν καρδιά τους ασκητική. Τούς αρέσει νά μιλούν καί νά ακούν γιά τούς μεγάλους αββάδες τού Γεροντικού, αλλά καί γιά τούς σύγχρονους γέροντες, χωρίς όμως νά είναι αποφασισμένοι νά ελευθερωθούν από τό κοσμικό φρόνημα, τό οποίο τούς οδηγεί σέ μιά ζωή συμβιβασμένη μέ τήν αμαρτία. Μπορεί νά μή είναι μοιχοί, κλέφτες καί άδικοι, δέν είναι όμως άνθρωποι μετάνοιας, προσευχής, αγάπης, ελεημοσύνης, πράοι, αρνητές τού συμφέροντος, ταπεινοί, αθόρυβοι, εργάτες τού καλού κ.λπ. Είναι περιχαρακωμένοι σέ μιά ηθική ζωή, χωρίς αγώνα κατά τών παθών καί χωρίς ιδιαίτερη έγνοια γιά τήν απόκτηση τών αρετών, παρόλο πού τούς ευχαριστεί νά ακούν καί νά μελετούν γιά τήν κλίμακα τών αρετών.
                   Αυτό πού επισημαίνω εδώ πρέπει νά τό λένε συνεχώς στούς καλοπροαίρετους ανθρώπους οι πνευματικοί πατέρες, γιά νά γίνει κατανοητό ότι πνευματική ζωή δίχως ασκητική πρακτική, δέν νοείται. Όπως καί οι ασκητικές διηγήσεις, δίχως αποφασιστικότητα, δέν ωφελούν, απλώς ηχούν ευχάριστα στά ώτα τών ραθύμων.           
                  Η αναφορά στά πνευματικά κατορθώματα ενάρετων ανθρώπων δημιουργεί στούς χριστιανούς τήν ψευδαίσθηση ότι δέν είναι ώσπερ οι λοιποί τών ανθρώπων, ενώ στήν πραγματικότητα μόνο οι ενάρετοι διαφέρουν, ενώ οι θαυμαστές τους είναι όπως τό πλήθος τών ανθρώπων, πού δέν έχει σχέση μέ τήν Εκκλησία. Αυτή είναι η πραγματικότητα, τήν οποία πρέπει νά αλλάξουν οι ποιμένες καί οι διδάσκαλοι. 
             Πάντα υπό μία προϋπόθεση: Οι ίδιοι νά έχουν ξεπεράσει τίς αδυναμίες τών λαϊκών καί νά έχουν απελευθερωθεί από τό κοσμικό φρόνημα. Δέν είναι εύκολο αυτό πού λέω, γιατί πολλοί κληρικοί δέν υποψιάζονται κάν τήν αιχμαλωσία τους στό κοσμικό φρόνημα. Καί αυτό τό βλέπει κανείς εύκολα στό πρόσωπό τους, στή συμπεριφορά τους, στήν εμφάνισή τους καί προπαντός στά περί ασκητών πληθωρικά τους λόγια. Είναι σύγχρονοι άνθρωποι, ενημερωμένοι γιά όλα τά κοσμικά θέματα, μέ γνώσεις άχρηστες γιά ένα λειτουργό τού Υψίστου καί μέ έντονα τά τρία φοβερά πάθη, δηλαδή τή φιλοχρηματία, τή φιληδονία καί τήν φιλοδοξία.

Η συνάντηση μέ ένα αληθινό ασκητή καί η συνομιλία μαζί του είναι πολλαπλώς ωφέλιμη. Δέν αναφέρεται σέ ασκητικά παλαίσματα καί θαύματα πού εντυπωσιάζουν. Μιλάει απλά, προσπαθεί νά δώσει λύσεις στά συγκεκριμένα προβλήματά σου, δέν αδιαφορεί γιά τίς δυσκολίες σου καί είναι μετριοπαθής στά λόγια του. Είναι στοργικός πατέρας, ο γνήσιος αδελφός, ο άνθρωπος τού Θεού πού σέ θέλει κοντά του όχι γιά νά σέ καταπονήσει μέ τή διδασκαλία του, ούτε γιά νά σέ κάνει δικό του καί νά εκμεταλλευτεί τήν ευσέβειά σου, αλλά γιά νά σού δώσει αυτό πού έχει αποκτήσει μετά από πολλούς αγώνες, αλλά καί νά πάρει από σένα αυτά πού αγνοεί, γιά νά γίνει πνευματικός σου συνοδοιπόρος.

Πολύ μεγάλη, λοιπόν, η διαφορά ανάμεσα στούς κοσμικούς κληρικούς καί στούς απόκοσμους ασκητές. Οι πρώτοι προσφέρουν μέ ευκολία ξένα δώρα, ενώ οι δεύτεροι δίνουν από τόν εαυτό τους τόν πολύτιμο θησαυρό, χωρίς θόρυβο, χωρίς πολλά λόγια καί χωρίς διάθεση προβολής.

Μακάρι κάποτε οι κληρικοί νά γίνουν άνθρωποι τού ασκητικού φρονήματος, εγκαταλείποντας τίς συνήθειες τού κόσμου. Τά αποτελέσματα τότε τού πνευματικού τους έργου θά είναι ουσιαστικά, σταθερά καί σωτηριώδη γιά τούς χριστιανούς, οι οποίοι δυστυχώς πολλές φορές έχουν σκανδαλιστεί από τούς κοσμικούς καί απρόσεκτους κληρικούς.

Ἐρώτηση Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ:

Ἐρώτηση Ἁγίου Κοσμᾶ Αἰτωλοῦ:

 Ἐάν συναντούσατε στό δρόμο ἕνα παπά καί ἕνα Ἄγγελο, ποιόν θά φιλούσατε πρῶτα το χέρι;

 «ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ» Ιουλίου 1957, φ.196
Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστινου Καντιώτου

(Ύψος της Ιερωσύνης και κατάπτωση κάποιων κληρικών, που φιλούν στις μέρες μας τα χέρια και τις ποδιές των μασόνων, για να μπουν άπο τους φράχτες στην μάνδρα του ανωτέρου κλήρου και να αλώσουν την ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ).
 
Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΙΕΡΕΥΣ ΤΙ;
Ἐκκλησιαστικὰ θέματα
 
Ἡ εἰκών, ἀγαπητοί μου ἀναγνῶσται, ἡ εἰκών, τὴν ὁποίαν βλέπετε εἰς τὴν σελίδα αὐτὴν τοῦ παρόντος φύλλου, εἶναι δίπτυχος, ὡς ἀποτελούμενη ἐκ δύο εἰκόνων. Ἡ μία εἰκὼν Νο 1 δεικνύει τὸ ὕψος τῆς ἱερωσύνης, ἡ δὲ ἄλλη Νο 2 φέρει ἐπικεφαλῆς ἕνα ἐρωτηματικὸν καὶ ἀφήνει τοὺς φίλους ἀναγνώστας, ἀφοῦ μελετήσουν καὶ ὅλον τὸ ἄρθρον, νὰ ἐξαγάγουν τὰς κρίσεις, τὰ συμπεράσματά των καὶ νὰ ἀπαντήσουν ποίαν ἐκ τῶν δύο εἰκόνων προτιμοῦν νὰ βλέπουν κυριαρχοῦσαν ἐν τῶ ἔθνει ἡμῶν.
 
Ἡ πρώτη εἰκών, ὡς θὰ ἐνθυμοῦνται οἱ παλαιότεροι ἀναγνῶσται διὰ πρώτην φορὰν ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ ὑπʼ ἀριθμ. 98)1949 φύλλον τῆς Σπίθας, εἶναι δʼ ἐμπνευσμένη ἀπὸ μίαν ὁμιλίαν τοῦ ἀποστολικοῦ ἱεροκήρυκος, τοῦ νεομάρτυρος, τοῦ μεγάλου τοῦ Ἑλληνικοῦ Γένους Διδασκάλου καὶ Εὐεργέτου, τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ (1714-1779). Ὁ Ἅγιος οὗτος, βλέπων ὅτι εἰς τινα μέρη ἐξ ἐπιρροῆς ἑτεροδιδασκαλιῶν τῆς Δύσεως ὑπῆρχε τάσις περιφρονήσεως καὶ ἐξευτελισμοῦ τοῦ ἱερέως ὡς παράγοντος τῆς ἐκκλησιαστικῆς καὶ κοινωνικῆς ζωῆς τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ, ἐστηλίτευε τὴν τάσιν ταύτην καὶ ἐκήρυττε μεγαλοφώνως, ὅτι δὲν βλέπει οὐδεμίαν ἄλλην ἐξουσίαν ἀνωτέραν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θεόθεν ἔχει διὰ τὴν διαποίμανσιν τῶν ψυχῶν ὁ ἱερεύς. Μὲ ἀπλᾶ λόγια, ποὺ ἐφυτεύοντο εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὰς καρδίας τῶν ἀκροατῶν του ὁ Ἅγιος ἐξύψωνε τὴν ἱερωσύνην. Ἰδοὺ μία θαυμασία περικοπὴ ὁμιλίας του:
 
«Νὰ προσέχετε, ἀδελφοί μου, οἱ κοσμικοὶ νὰ μὴ κατηγορῆτε τοὺς παπάδες σας, νὰ μὴ τοὺς ὑβρίζετε, καὶ νὰ μὴ τοὺς παραμελῆτε, διότι βάνετε φωτιὰ καὶ καίεσθε˙ διότι οἱ παπάδες σας εἶναι ἀνώτεροι καὶ ἀπὸ ἀγγέλους καὶ ἀπὸ τοὺς βασιλεῖς. Ἐγώ, ἀδελφοί μου, ἡ γνώμη μου ἔτσι μὲ λέγει νὰ κάμω, ἐὰν ἀπαντῶ ἕνα παπᾶ καὶ ἕνα βασιλέα, μοῦ φαίνεται εὔλογον τὸν παπᾶ νὰ βάλω νὰ καθίση ὑψηλότερα ἀπὸ τὸν βασιλέα˙ καὶ ἐὰν ἀπαντήσω ἕνα παπᾶ καὶ ἕνα ἄγγελον, πρῶτα θὰ χαιρετήσω τὸν παπᾶ καὶ ἔπειτα τὸν ἄγγελον» (Ἴδε καὶ ἡμέτερον βιβλίον Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς – Βόλος 1950 σελ. 51).
 
Ἀλλʼ ἡ εἰκὼν Νο 1, ἡ ὁποία ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου δεικνύει τὸ ὕψος τῆς ἱερωσύνης, ἐξαφανίζεται ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μας καὶ παρουσιάζεται ἐνώπιον τοῦ Πανελληνίου ἡ εἰκὼν Νο 2, ὁ ὑπὲρ τὸν βασιλέα καὶ ἄγγελον ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ὑποκάτω πάντων. Σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὴ ἡ εἰκὼν αὐτή; Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ἐπισκέψεως εἰς νήσον τοῦ Ἰονίου πελάγους τοῦ στρατάρχου Τίτου δὲν εἴδομεν εἰς τὰς ἐφημερίδας δημοσιευομένην φωτογραφίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἄθλιός τις ρασοφόρος Ἱ. Μονῆς ἔκλινε γόνυ καὶ ἠσπάσθη βαθυσεβάστως τὴν χεῖρα τῆς γυναικὸς τοῦ Στρατάρχου, ἐπιχαρίτως γελώσης; Σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὴ ἡ εἰκών; Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὸν παρελθόντα μῆνα δὲν εἴδομεν εἰς θρησκευτικὸν περιοδικὸν τῶν Ἀθηνῶν νὰ δημοσιεύηται ὡς ἀπίστευτος εἴδησις, ὅτι μεγαλόσχημος κληρικὸς μὲ τὸν τεράστιον τίτλον τοῦ πρωθιερέως κατὰ τινα τελετὴν εἰς τὰ βασιλικὰ ἀνἀκτορα τῆς Ἑλλάδος ἔκλινε τὴν σπονδυλικὴν στήλην καὶ ἠσπάσθη τὰς χεῖρας νεαρῶν πριγκηπισσῶν; Σᾶς φαίνεται ὑπερβολικὴ ἡ εἰκών; Ἀλλὰ μήπως ἐν Ναῶ δεσποινάριόν τι ἐν μέσω ἱερᾶς συνάξεως μικτῆς ἐξ ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐκφωνήση λόγον, κληρικῶν ἀκούοντων καὶ θαυμαζόντων τὸ κήρυγμα τῆς νεωτέρας γυναικείας Χρυσοστομείου γλώσσης;…
 
Δυστυχῶς ἡ μὲν εἰκὼν Νο 1 ὁσημέραι ἀτονεῖ καὶ ἀποχρωματίζεται, ἡ δὲ εἰκὼν Νο 2 ὁσημέραι ἐνισχύεται καὶ ὁλονὲν διὰ ζωηρωτέρων χρωμάτων ἐμφανίζεται. Ὁ ἱερεὺς ὠθεῖται εἰς τὸ περιθώριον τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καὶ κοινωνίας. Πρόκειται περὶ κηρύγματος ἐν τῶ Ναῶ; Ὁ νεαρὸς σπουδαστὴς μιᾶς οἰασδήποτε Ἱερατικῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ὁ μὴ γνωρίζων ἀκόμη οὔτε τὸ Α τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔχει τὴν τόλμην νὰ ἐμφανίζηται ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος καὶ νὰ ἐκτοπίζη γηραιὸν ὀρθόδοξον κληρικόν, τοῦ ὁποίου καὶ μόνον ἡ σεμνὴ ἐμφάνισις καὶ τὰ πέντε ἀπλᾶ λόγια τῆς διδαχῆς, ποὺ θὰ εἴπη, φθάνουν διὰ νὰ προκαλέσουν βαθείας ἐντυπώσεις καὶ συγκινήσεις. Πρόκειται περὶ διδασκαλίας ἐν ἰδιαιτέροις κύκλοις; Μία οἱαδήποτε δεσποινὶς ἤ κυρία, ἥτις ἐχρίσθη διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας παρʼ ὀργανώσεως προεδρευομένης ὑπὸ λαϊκοῦ ἔχοντος ἐγωϊσμὸν Ποντίφηκος, μετὰ πολλῆς ὑπερηφανείας ἀναλαμβάνει τὸ ἔργον, συγκεντρώνει τὰς γυναῖκας καὶ ὁρίζει ἐπίτηδες ὡς ὥραν τῶν μαθημάτων τὴν ὥραν ἀκριβῶς ἐκείνην, καθʼ ἥν κληρικὸς τις εἰς τὸν γειτονικὸν Ναὸν κηρύττει μετὰ πίστεως καὶ δυνάμεως τὰ ρήματα τῆς αἰωνίου ζωῆς. Πρόκειται περὶ κατηχήσεως τῶν παιδιῶν; Ὁ μὲν εὐλαβὴς ἱερεὺς ἤ ἱεροδιάκονος κρίνεται ἀκατάλληλος, τὸ δὲ πρῶτον τυχὸν δεσποινάριον ὀργανώσεως, ποὺ ἔμαθε νὰ ψιττακίζη ὀλίγας θρησκευτικὰς λέξεις καὶ νὰ διανέμη ὡρισμένα καὶ μόνον περιοδικά, καταλληλότατον.
Κατʼ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ ἱερεὺς ἐκτοπίζεται συνεχῶς ἀπὸ τὴν σφαῖραν τῆς διδακτικῆς καὶ ποιμαντικῆς του ἐξουσίας καὶ ἄσπονδοι φίλοι καὶ προστάται τῆς Ὀρθοδοξίας θὰ εὐχαριστηθοῦν ἐὰν ἴδουν τὸν ἱερέα ἰχθύος ἀφωνότερον, βατράχου ἀπραγότερον, ἄνευ κηρύγματος, ἄνευ κατηχήσεως, ἄνευ δράσεως νὰ περιορίζηται εἰς μίαν κόγχην τοῦ ἱεροῦ βήματος καὶ ἐκεῖ μηχανικῶς νὰ ἐκτελῆ τὰς διαφόρους ἱεροπραξίας. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀκόμη ἡ θέσις του ἠμφεσβητήθη μὲ περίεργον θεωρίαν τινῶν, οἱ ὁποῖοι διακηρύσσουν ὅτι μετὰ τοῦ ἱερέως φέροντος τὰ ἱερὰ ἄμφια ἀπαραιτήτως, ὄχι ἀπλῶς νὰ παρακολουθῆ, ἀλλὰ νὰ «συνιερατεύη» καὶ ὁ λαός. Ἀλλʼ εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς έτέθησαν δύο ἀμείληκτα ἐρωτήματα: Τὸ πρώτον. Ἐν ἐρήμω εἶς καὶ μόνον ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδοξίας ἄνευ οὐδενὸς λαϊκοῦ δύναται νὰ τελέση τὸ μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας καὶ διʼ ἐπικλήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ μεταβάλη τὸν κοινὸν ἄρτον καὶ κοινὸν οἶνον εἰς Σώμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ; Ναὶ ἀπαντᾶ ἀδιστάκτως τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου Παραδόσεως. Τὸ δεύτερον ἐρώτημα. Ἑκατόν, διακόσιοι, χίλιοι, δύο, τρεῖς χιλιάδες, ὅσαι θέλετε χιλιάδες λαϊκῶν ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν δύνανται ἄνευ Ὀρθοδόξου ἱερέως νὰ τελέσουν μυστήριον, νὰ καθαγιάσουν τὰ τίμια Δώρα; Ἀσφαλῶς ὄχι.
 
* * *
Δυστυχῶς τὴν τάσιν αὐτὴν τοῦ περιορισμοῦ, τῆς μειώσεως, τοῦ βαθμιαίου ἐξαφανισμοῦ τῆς ἱερατικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐπικρατήσεως, κυριαρχίας ἐν τῶ Ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ τῶν λαϊκῶν, ἔρχονται νὰ ἐνισχύσουν περίεργαι θεωρίαι θεολόγων. Τοιαύτη θεωρία εἶναι καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία διετυπώθη εἰς βιβλίον, ὅπερ ἐξέδωκεν ὁ Ἀρχιμ. Ἱερώνυμος Κοτσώνης ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἡ θέσις τῶν λαϊκῶν ἐντὸς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ὀργανισμοῦ» (κατὰ τὸ Κανονικὸν Δίκαιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας) – Ἀθήναι 1956. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ συγγραφεὺς εἶναι ὅτι «ἡ διάκρισις μεταξὺ κλήρου καὶ λαοῦ δὲν ἀφορᾶ εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλʼ εἰς τὴν διακονίαν» (Ἴδε σελ. 22, 25, 30, 68), μὲ πλήθος δὲ παραπομπῶν εἰς κείμενα ζητεῖ νὰ μᾶς πείση περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς θέσεως ταύτης.
Λυπούμεθα, διότι διὰ λόγους συνειδήσεως εὑρισκόμεθα καὶ πάλιν ἀντιμέτωποι μὲ τὸν π. Ἱερώνυμον, ὄστις καὶ λόγω μορφώσεως καὶ λόγω θέσεως, ἥν κατέχει ἐν βασιλικοῖς ἀνακτόροις, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι προσεκτικὸς περὶ τὴν διατύπωσιν θεωρίας, ἡ ὁποία παρʼ ὅλον τὸ πλῆθος τῶν παραπομπῶν δὲν δύναται νὰ σταθῆ ἐπὶ ὀρθοδόξου ἐδάφους. Καὶ διὰ νὰ μὴ νομισθῆ ὅτι γράφομεν αὐθαιρέτως ἀδικοῦντες τὸν ἄνδρα, θʼ ἀφήσωμεν νὰ ὡμιλήσουν ἐκεῖνοι, εἰς τὰ συγγράμματα τῶν ὁποίων ὡς εἰς πηγὰς καὶ βοηθήματα κατέφυγεν ὁ συγγραφεύς.
 
Καὶ ἐν πρώτοις μεταξὺ τῶν βοηθημάτων σημειώνει καὶ τὸ σύγγραμμα τοῦ ἀοιδίμου Ἰωάν. Εὐταξίου ὑπὸ τὸν τίτλον «Τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τὰ περὶ ἱερατικῆς ἐξουσίας» (Ἀθήναι 1872). Τὸ βιβλίον ὑπὸ τῶν ἐπαϊόντων ἐχαρακτηρίσθη ὡς τὸ ἄριστον, ὡς κλασσικὸν σύγγραμα διαφωτίζον τὸ θέμα. Εἰς τὸ βιβλίον τοῦτο ὁ συγγραφεὺς ὑποστηρίζει ὅτι ἐν τῆ Ἐκκλησία ὑπάρχει ἐξουσία, ἥτις ἐνεργεῖται διὰ τῶν κανονικῶν ἀντιπροσώπων, ἡ δὲ ἐξουσία αὕτη διακρίνεται εἰς ἰερατικὴν ἐξουσίαν, εἰς διδακτικὴν καὶ καὶ διοικητικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἐν τῆ Ἐκκλησία ἐξουσία εἶναι αὐτοτελής, προέρχεται θεόθεν ἐξ Αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὄστις μετέδωκε ταύτην εἰς τοὺς Ἀποστόλους καὶ διὰ τῶν Ἀποστόλων εἰς τοὺς ὑπʼ αὐτῶν χειροτονηθέντας καὶ ἐγκατασταθέντας ἐπισκόπους καὶ πρεσβυτέρους, ποιμένας καὶ διδασκάλους τοῦ Λαοῦ. Ὁ Εὐταξίας μεταξὺ τῶν ἄλλων μαρτυριῶν Πατέρων καὶ Διδασκάλων τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέρει καὶ μαρτυρίαν τῶν Πρακτικῶν τῆς ἐν Καρχηδόνι Συνόδου, ἔχουσαν ὡς ἐξῆς: «Πρόδηλός ἐστιν ἡ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἀπόφασις, ἀποστέλλοντος τοὺς ἑαυτοῦ Ἀποστόλους, καὶ αὐτοῖς μόνοις τὴν ἐξουσίαν ἐπιτρέποντος, οἷς ἡμεῖς ἐξακολουθοῦμεν τὴ αὐτῶν ἐξουσία τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κυβερνῶντες…» (Ἴδε σελ. 37 καὶ Σύνταγμα Ράλλη καὶ Ποτλῆ Τόμ. Γ΄ σελ. 17).
Κατὰ τὸν Εὐταξίαν λοιπὸν ὁ κλῆρος διακρίνεται τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν ἐξουσίαν τὴν θεόθεν δοθεῖσαν αὐτῶ ἐξ Αὐτοῦ τοῦ Θείου τῆς Ἐκκλησίας Δομήτορος καὶ θὰ ἔπρεπε ὁ π. Ἱερώνυμος νʼ ἀνασκευάση ὅλον τὸ σύγγραμμα τοῦτο διὰ νὰ ὑποστηρίξη τὴν ὅλως ἀντίθετον θέσιν του.
 
Ἀλλʼ ὁ συγγραφεὺς ἐπικαλεῖται καὶ τὸν Ἱ. Χρυσόστομον, καὶ παραπέμπει εἰς ἑρμηνευτικὰς ὁμιλίας τῆς πρὸς Φιλιππησίους ἐπιστολῆς Τόμ. 62, 138, ἀλλʼ ἀνατρέξαντες εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους δὲν εὕρομεν ἑρμηνευομένην τὴν πρὸς Φιλιππησίους, ἀλλὰ τὴν πρὸς Ἐφεσίους, τὸ δὲ περίεργον εἶναι ὅτι καὶ διὰ δευτέραν φορὰν ἐν σελ. 30 τῆς συγγραφῆς του ἐπαναλαμβάνει λανθασμένην τὴν παραπομπήν, ἀλλʼ ἐκ τοῦ παρατιθεμένου ὅμως Χρυσοστομικοῦ χωρίου ἀνεύρομεν ἐπὶ τέλους τὴν ὁμιλίαν (Τόμ. 62, 181-190). καὶ εἴδομεν ὅτι ἡ ὁμιλία αὔτη τοῦ Θείου Πατρὸς οὐδαμοῦ παρέχει ἔρεισμα ἵνα ἐπʼ αὐτῆς θεμελιώση τὴν περίεργον θεωρίαν του ὀ πρωθιερεὺς τῶν ἀνακτόρων. Ἐὰν ἤθελε νὰ ἴδη ὁποίαν ἰδέαν περὶ θέσεως κλήρου καὶ λαοῦ ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ ἔχει ὁ Ἱ. Χρυσόστομος θὰ ἔπρεπε νὰ μελετήση τοὺς περιφήμους περὶ ἱερωσύνης λόγους, τὴν 86ην ὁμιλίαν εἰς τὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον, τὸν Β΄ λόγον του εἰς Ἀκύλαν καὶ Πρίσκιλλαν, τὴν Β΄ ὁμιλίαν εἰς τὴν Β΄ πρὸς Τιμόθεον καὶ πολλὰς ἄλλας σχετικὰς περικοπὰς (Ἴδε Ἑλλην. Πατρολ. Migne Τόμ. 48, 624-692 – Τόμ. 59, 467, – Τόμ. 51, 195, Τόμ. 62, 605). Εἰς μίαν τῶν ὁμιλιῶν τοῦτων, τὴν Β΄ πρὸς Ἀκύλαν καὶ Πρίσκιλλαν ὁ Ἱ. Πατὴρ ἐλέγχει τοὺς λαϊκοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐξ ὑπερηφανείας θέλουν νὰ ἐπεμβαίνουν εἰς τὴν σφαῖραν τῶν ἱερατικῶν καθηκόντων καὶ αὐτοὶ νὰ κυβερνοῦν τὴν Ἐκκλησίαν: «Εἰ γὰρ μέλλοιεν – λέγει – ἕκαστοι ἐπὶ προφάσει τοῦ τὰ κακῶς γινόμενα διορθοῦν εἰς τὸ τῆς ἱερωσύνης εἰσάγειν ἑαυτοὺς ἀξίωμα, οὔτε πρόφασις ἐπιλείψει διορθώσεώς ποτε, οὔτε ἄρχοντα, οὔτε ἀρχόμενον διαγνωσόμεθα, ἀναμεμιγμένων πάντων ἀλλήλοις». Ἀλλʼ ἡ περικοπὴ ἐκείνη ἐκ τῶν ὀμιλιῶν τοῦ ἀθανάτου Πατρὸς τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ περὶ ἐξουσίας ἱερατικῆς ἀνωτέρας πάσης ἄλλης ἐξουσίας, εἶναι ἡ ἐξῆς: «Οἱ τὴν γῆν οἰκοῦντες (ἱερεῖς) καὶ ἐν τοιαύτη ποιούμενοι τὴν διατριβήν, τὰ ἐν ουρανοῖς διοικεῖν ἐπετράπησαν, καὶ ἐξουσίαν ἔλαβον, ἥν οὔτε Ἀγγέλοις οὔτε Ἀρχαγγέλοις ἔδωκεν ὁ Θεός. Οὐ γὰρ πρὸς ἐκείνους εἴρηται˙ Ὅσα ἄν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα καὶ ἐν τῶν οὐρανῶ˙ καὶ ὅσα ἄν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἐσται λελυμένα ἐν τῶ οὐρανῶ. Ἔχουσι μὲν γὰρ καὶ οἱ κρατοῦντες ἐπὶ τῆς γῆς τὴν τοῦ δεσμεῖν ἐξουσίαν, ἀλλὰ σωμάτων μόνον˙ οὗτος δὲ ὁ δεσμὸς αὐτῆς ἄπτεται τῆς ψυχῆς καὶ διαβαίνει τοὺς ουρανούς˙ καὶ ἄπερ ἄν ἐργάσωνται κάτω οἱ ἱερεῖς, ταῦτα ὁ Θεὸς ἄνω κυροῖ καὶ τὴν τῶν δούλων γνώμην ὁ Δεσπότης βεβαιοῖ. Καὶ τὶ γὰρ ἀλλʼ ἤ πᾶσαν αὐτοῖς τὴν οὐράνιον ἔδωκεν ἐξουσίαν; Ὤν γὰρ ἄν, φησίν, ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφέωνται˙ καὶ ὤν ἄν κρατῆτε, κεκράτηνται. Τὶς ἄν γένοιτο ταύτης ἐξουσία μείζων; Πᾶσαν τὴν κρίσιν ἔδωκεν ὁ Πατὴρ τῶ Υἱῶ˙ ὁρῶ δὲ πᾶσαν αὐτὴν τούτους ἐγχειρισθέντας ὑπὸ τοῦ Υἱοῦ γὰρ εἰς οὐρανοὺς ἤδη μετατεθέντες, καὶ τὴν ἀνθρωπείαν ὑπερβάντες φύσιν, καὶ τῶν ἡμετέρων ἀπαλλαγέντες παθῶν, οὕτως εἰς ταύτην ἤχθησαν τὴν ἀρχήν… Μανία γὰρ περιφανῆς ὑπερορᾶν τῆς τοσαύτης ἀρχῆς, ἧς ἄνευ οὔτε σωτηρίας ἡμῖν, οὔτε τῶν ἐπηγγελμένων τυχεῖν ἐστιν ἀγαθῶν» (Γ΄, Λόγος περὶ Ἱερωσύνης Ἑλλ. Πατρ. Migne 48, 645).
 
Ὁ συγγραφεὺς ἀφιερώνει τὸ ἔργον του εἰς λαϊκοὺς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ εἰς τὸν ἀείμνηστον Μ. Γαλανόν, ἀλλʼ ὁποίας ἰδέας εἶχεν ὁ Μ. Γαλανὸς περὶ τῆς θέσεως τοῦ ἱερέως ἐν τῶ ἐκκλησιαστικῶ ὀργανισμῶ, δύναται νὰ ἴδη εἰς τὸ βιβλίον του «Περὶ τῆς διαγωγῆς μας πρὸς τὸν κλῆρον καὶ τὴν Ἐκκλησίαν» – Ἀθήναι 1926. Ὁ σ. ἐν τῆ πραγματεία του ἐξαίρει τὴν θέσιν τοῦ βασιλέως καὶ τῶν βασιλικῶν ἀντιπροσώπων ἐν τῆ Βυζαντινῆ Αὐτοκρατορία, ἀλλʼ ὁ Γαλανὸς ἀντιθέτως τὴν ἀνάμειξιν τῶν βασιλέων, φίλων καὶ ἐχθρῶν, εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας καυτηριάζει ὡς ἐπιβλαβῆ. «Τὴν ἐπολέμησαν – γράφει – τὴν Ἐκκλησίαν βασιλεῖς, προστάται αἱρέσεων. Τὴν διέβαλον καὶ τὴν ἐσυκοφάντησαν καὶ τὴν καθύβρισαν καὶ τὴν προπηλάκισαν βασιλεῖς ἄλλοι, αἵματος Ἰσαυρικοῦ καὶ Ἀρμενικοῦ, οἱ ὁποῖοι, ψευδῶς, τὴν παρέστησαν ὅτι εἰδωλολάτρευε καὶ παρέλυε τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα μὲ τὰς διδασκαλίας της καὶ τοὺς θεσμούς της. Καὶ ἐν ταὐτώ, ἐπὶ βασιλέων φίλων καὶ βασιλέων ἐχθρῶν, ἐξηκολούθησεν ἠπιωτέρα καὶ πολιτικωτέρα ἀπὸ τοὺς πρώτους, ἀποτομωτέρα καὶ αὐθαδοτέρα ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἡ ἀνάμειξίς των καὶ ἡ ἐπέμβασίς των εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν νομοθεσίαν καὶ διοίκησιν καὶ ὁ διὰ τοῦ παλατίου ἐπηρεασμὸς εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ζωὴν καὶ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἤθη» (σελ. 36).
Καὶ ὄχι μόνον ὁ Γαλανός, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι καὶ μάλιστα ὁ κορυφαῖος τῶν παρʼ ἡμῖν θεολόγων ὁ ἀείμνηστος Ἀνδροῦτσος εἰς τὸ βιβλίον του «Ἐκκλησία καὶ Πολιτεία ἐξ ἐπόψεως ὀρθοδόξου» ἐλέγχει τὰς ἐπεμβάσεις βασιλέων καὶ αὐτοκρατόρων εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐπαναλαμβάνων τὴν φράσιν τοῦ Θιέρσου λέγει, ὅτι τότε θὰ πεισθῶμεν ὅτι ἔχουν δίκαιον οἱ ὁπαδοὶ τῆς Πολιτειοκρατίας, ὅταν κατορθώσουν νʼ ἀποδείξουν, ὅτι τὸ «ποίμαινε τὰ πρόβατά μου ἀπηύθηνεν ὁ Χριστὸς εἰς τὸν Ἡρώδην» (Ἴδε σελ. 31). Ὁ δὲ καθηγητὴς Π. Μπρατσιώτης ἐν τῆ Ἑρμηνεία τῆς Ἀποκαλύψεως μνημονεύει τὸν Καισαρείας Ἀρέθα, ὅστις ὡς μίαν τῶν αἰτιῶν τῆς καταρρεύσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας ἐθεώρει καὶ τὴν ἀνάμειξιν ἀρχόντων εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησ. Διοικήσεως: «Ἡ Κων/πολις – λέγει ὁ Ἀρέθας – ἐν ἡ πάλαι δικαιοσύνη ἐκοιμήθη, νῦν δʼ ἐν αὐτῆ φονευταί, ἐκ παραλλήλου ἁμίλλης τῶν πολιτικῶν τοῖς ἐκκλησιαστικοῖς ἐξισωθῆναι σπευδόντων» (Π. Μπρατσιώτου – Ἑρμην. Ἀποκαλ. σελ. 246-247).
Οὐαὶ τῆ Ἐκκλησία, ἐὰν καὶ πάλιν, συμφώνως μὲ τὴν θεωρίαν τοῦ Ἱερωνύμου Κοτσώνη, οἱ βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος ἀρχίσουν νʼ ἀναμειγνύωνται εἰς τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἀναδεικνύουν ἐπισκόπους καὶ ἀρχιεπισκόπους τῆς ἀρεσκείας των. Ἡ θέσις τοῦ βασιλεώς ἐν τῆ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία εἶναι θέσις ποιμανομένου καὶ ὄχι ποιμαίνοντος ἐπισκόπου. Ὁ λαϊκὸς κἄν βασιλεὺς κἄν ἅγιος ὀφείλει ὑπακοὴν καὶ πειθαρχίαν εἰς τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ὄχι νὰ ἔχη τὴν ἀξίωσιν αὐτὸς νὰ τοὺς κινῆ καὶ νὰ τοὺς διοικῆ. Ὁ π. Ἱερώνυμος θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρίσκετο εἰς ραδιόφωνον τὴν 30 Ἰουνίου ἐ.ἔ. διὰ νʼ ἀκούση θαυμασίαν ὁμιλίαν τοῦ ἐκλεκτοῦ δημοσιογράφου καὶ εὐσεβοῦς τέκνου τῆς Ὀρθοδοξίας κ. Κ. Μπιστιᾶ, ὅστις ἐρμηνεύων τὸ Εὐαγγέλιον τῆς ἑορτῆς τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων καὶ μάλιστα τὸν στίχον «προσκαλεσάμενος τοὺς δώδεκα μαθητὰς αὐτοῦ ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν…» μὲ ἀξιοθαύμασον λεπτότητα σκέψεως Ὀρθοδόξου στοχαστοῦ διέστειλε ἐξουσίαν καὶ διακονίαν καὶ ἐτόνισεν ὅτι ὁ ἱερεὺς εἶναι φορεὺς ἐξουσίας, ἡ ὁποία λαμβάνει διαστάσεις ἀπιθάνους, ἀνωτέρας πάσης περιγραφῆς. Λυπούμεθα διότι δὲν ὑπάρχει ἐδῶ χῶρος διὰ νὰ δώσωμεν ἔστω καὶ μίαν σύντομον περίληψιν τῆς ὁμιλίας ταύτης καὶ νὰ δημοσιεύσωμεν καὶ τόσας ἄλλας μαρτυρίας καὶ κρίσεις, παλαιοτέρων καὶ νεωτέρων, ὦν ἀρίστη, κονιορτοποιοῦσα τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ Ἱ. Κοτσώνη, εἶναι ἠ κριτικὴ τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου τέως Νευροκοπίου κ. Γεωργίου. Ἀλλʼ ἑνὸς μόνον, τοῦ ἀοιδίμου Κ. Οἰκονόμου τοῦ ἐξ Οἰκονόμων (1780-1857), τοῦ ὁποίου ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία ἑορτάζει ἐφέτος τὴν 100ετηρίδα ἀπὸ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, θὰ παραθέσωμεν ὀλίγα τινὰ ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ σπουδαιοτέρου βιβλίου, ὅπερ ἐν Ναυπλίω τῶ 1835 ἐξέδωκεν ὑπὸ τὴν ἐπιγραφὴν «Περὶ τῶν τριῶν ἱερατικῶν τῆς Ἐκκλησίας βαθμῶν ἐπιστολιμαία διατριβή». Εἰς τὸ ἔργο αὐτὸ ἐλέγχει μὲν καὶ δικαίως τὰς καταχρήσεις τῆς ἀρχιερατικῆς ἐξουσίας, τοῦ δεσποτισμοῦ (Ἴδε καὶ περιοδικὸν «Ἐνορία» φύλλον 234 σελ. 74-76), ἀλλὰ δὲν παρασύρεται ἐκ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας διὰ νὰ κηρύξη τὴν προτεσταντικὴν δοξασίαν ὅτι ὁ κλῆρος δὲν διακρίνεται κατὰ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον τονίζει ὅτι ἡ ἱερωσύνη εἶναι ἀρχή, ἐξουσία. Καὶ τὴν θέσιν του ταύτην ὑποστηρίζει μὲ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα διὰ τῶν ὁποίων ἐλπίζομεν νὰ διαλυθῆ καὶ ἡ ἐν τῶ τοῦ Ἀρχιμ. Ἱερωνύμου Κοτσώνη καὶ ἄλλων συνοδοιπορούντων αὐτῶ ἐπικρατοῦσα σύγχυσις τῶν ἐννοιῶν διακονίας καὶ ἐξουσίας ὡς καὶ βασιλείου ἱερατεύματος.
 
Ἄς ἀκούσωμεν ὅλοι μετὰ σεβασμοῦ τὸν νεώτερον τοῦτον τῆς Ὀρθοδοξίας διδάσκαλον. Καὶ περὶ μὲν τῆς ἱερωσύνης ὡς ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας λέγει: «Ψεύδονται ὅσοι, φοβούμενοι δῆθεν τὸ ὄνομα τῆς ΑΡΧΗΣ, εἰσάγουσιν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἄναρχον καὶ ἀκέφαλον ἱερατικῆς ἰσοτίμον πολιτείας σύστημα!» Ἐπιφέρουσι δὲ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰδίας αὐτὸν δόξης καὶ τὸ πρὸς τοὺς Ἀποστόλους παράγγελμα τοῦ Κυρίου˙ «Ὅτι οἱ Ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν κατακυριεύσουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ μεγάλοι κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν. Οὐχʼ οὕτω δὲ ἔσται ὑμῖν!». Πάντως ὁ Νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας, «Ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅστις οὐκ ἧλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι», ἀπηγόρευσε μακρὰν ἀπὸ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ καὶ Ἀποστόλων τὸν ὄγκον τῆς κοσμικῆς αὐθεντείας καὶ τὴν δοξομανίαν τῆς δεσποτικῆς φιλαρχίας τῶν ἐθνικῶν. Ἀλλʼ αὐτὸς πάλιν ὁ Κύριος ἡμῶν πρὸς τοὺς αὐτοὺς παρήγγειλεν Ἀποστόλους ὅτι, «Ὅς ἐὰν θέλη ἐν ὑμῖν ΜΕΓΑΣ γενέσθαι, ἔστω ὑμῶν διάκονος˙ καὶ ὅς ἐὰν θέλη ἐν ὑμῖν εἶναι ΠΡΩΤΟΣ, ἔστω ὑμῶν δούλος». Καὶ πάλιν˙ «Ο ΜΕΙΖΩΝ ἐν ὑμῖν γενέσθω ὡς ὁ νεώτερος˙ καὶ ὁ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ, ὡς ὁ διακονῶν». Ἀλλὰ καὶ «Ἐν ἐπουρανίοις κατέστησεν ΑΡΧΑΣ» (τῶν Ἀγγέλων τὸν διάκοσμον. Ἐφεσ. Γ΄ 10). Ὥστε καὶ ἀποδέχεται ὁ Κύριος ἡμῶν, καὶ ρητῶς διατάσσει τὸ πρωτεύειν καὶ ἡγεῖσθαὶ τινας μεταξὺ τῶν ἄλλων τῆς Ἐκκλησίας μελῶν, «Οὗς αὐτὸς κατέστησεν ὁ Κύριος ἐπὶ τῆς αὐτοῦ θεραπείας», ὡς φρονίμους σιτομέτρας, καὶ πιστοὺς οἰκονόμους τῶν τοῦ Θεοῦ μυστηρίων, καὶ πνευματικοὺς ἀρχηγοὺς καὶ κυβερνήτας καὶ κηδεμόνας τῆς κατὰ τόπους τῶν πιστῶν κοινωνίας πρὸς κοινὴν εὐταξίαν καὶ διακόσμησιν. Καὶ «Πείθεσθαι δὲ τούτοις τοῖς ἡγουμένοις καὶ ὑπείκειν» κελεύει διὰ τοῦ Ἀποστόλου, καὶ «τοὺς καλῶς προεστῶτας πρεσβυτέρους διπλῆς τιμῆς ἀξιοῦν», καὶ τʼ ἄλλα τῆς πνευματικῆς πειθαρχίας τὰ παραγγέλματα. «Οὐ γὰρ ἐστιν ἀκαταστασίας ὁ Θεός»! (σελ. 304-305).
Περὶ δὲ βασιλείου ἱερατεύματος ὁμιλῶν δίδει τὴν ὀρθόδοξον ἑρμηνείαν: «Εἰς τὰς θεοπνεύστους τῶν Ἀποστόλων συγγραφὰς πάντοτʼ Ἐπισκόπους καὶ Πρεσβυτέρους βλέπομεν ὀνομαζομένους τοὺς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας ἱερεὺς δὲ καὶ ἀρχιερεὺς καλεῖται πρῶτον μὲν ὁ κυρίως καὶ κατʼ ἐξοχὴν Ἱερεύς, ὁ ἄκρος ὁ αἰώνιος Ἀρχιερεύς, Ἰησοῦς Χριστός, ὠς ἔχων τὴν ἱερωσύνην ἀδιάδοχον καὶ ἀΐδιον. Ἱερεῖς καλοῦνται προσέτι καὶ πάντες οἱ πιστοὶ χριστιανοὶ μεταφορικώτερον, καθὼς ὀνομάζονται καὶ βασιλεῖς οἱ αὐτοὶ˙ «Καὶ ἐποίησας ἡμᾶς ἱερεῖς καὶ βασιλεῖς τῶ Θεῶ». Οὕτω καὶ Πέτρος ὀ Ἀπόστολος ὠνόμασεν αὐτούς, «βασίλειον ἱεράτευμα» καὶ «ἱεράτευμα ἅγιον» ἱερεῖς μέν, ὡς προσφέροντες τῶ Θεῶ θυσίαν αἰνέσεως, τὴν λογικὴν λατρείαν˙ «βασιλεῖς δὲ πάλιν, ὡς υἱοὺς καὶ κληρονόμους τῆς ἄνω βασιλείας, ἔτι δὲ καὶ τῶν ἀλόγων παθῶν δεσπότας καὶ αὐτοκράτορας» (Χρυσοστ. Τομ. Γ΄ Ὁμιλ. γ΄ – Ἀνδρ. Καισαρ. εἰς Ἀποκαλ. Α΄ 6 – Θεοφύλακτ. εἰς Β΄. Κορινθ. Α΄ καὶ Ρωμ. ΙΒ΄ Ι. – Τερτυλ. Exhort. ad. Castit C. VII) (σελ. 50).
Μὲ τὸ πῦρ δὲ τῆς ἱερᾶς ἀγανακτήσεως ὁ ἀοίδιμος ἐπιτίθεται κατὰ τῆς ὑποδουλώσεως τῆς Ἐκκλησίας εἰς τὴν Πολιτείαν: «Ποῖον τὸ ἧθος τῶν τῆς Ἐκκλησίας ποιμένων, ὅταν ἡ πνευματικὴ ἐξουσία δουλεύση εἰς τὴν πολιτικήν; Οἴμοι! Φρίσσει τις ὅταν ἐνθυμηθῆ!… Καὶ ταῦτα ἐν ὦ μένει καὶ ἰσχύει ἡ τοῦ Πνεύματος ἐξουσία! Ἀλλʼ ὅταν αὕτη συντριβῆ συρομένη αἰχμάλωτος ὑπὸ τῆς πολιτικῆς, ποία ἔπειτα ἐλπὶς ποιμένων ἐλευθέρων, ἐνεργούντων καὶ διαγγελλόντων τὰ θεῖα προστάγματα μετὰ παρουσίας; Τότε τὸ στόμα τῶν διδασκάλων τῆς πίστεως ἐφιμώθη, καὶ ἡ γλῶσσα κεκόλληται ξηρὰ καὶ ἀκίνητος ἐν τῶ λαρύγγι αὐτῶν. Τότε πᾶς μὲ εὐσυνείδητος καὶ χρηστὸς ἀνεχώρησεν˙ ἄν δὲ ἀπομείνη, καὶ οὗτος ὑπὸ δειλίας ἔπτηξεν, ὡς λαγωός, ἤ ἀλέκτωρ «δοῦλον συστείλας πτερόν», καὶ πολλάκις παρηγκωνίσθη. Σοβούσι δὲ διὰ τῆς ἀγορᾶς, καὶ στενοχωροῦνται περὶ τὴν θείαν τράπεζαν πάντα τὰ θρέμματα τῆς ἀναιδείας, ἀνδράρια μοχθηρὰ καὶ παράσημα καὶ τριωβολιμαῖα, πάγχρηστʼ ἀγγεῖα σκευωριῶν, θεοκάπηλοι, καὶ θεοστυγεῖς ὑποκριταὶ καὶ προδόται τῆς ἀληθείας, «ὑπογλυκαίνοντες τοὺς δυνατοὺς ρήμασι μαγειρικοῖς», καὶ χαρμεπέστατα κολακεύοντες τοὺς αὐλικούς, τοὺς ὑπουργούς, τοὺς γραμματεῖς, τὰ παιδία, τοὺς δούλους, αὐτὰ τῶν ὑπουργῶν τὰ κυνάρια!… Τὶς τῶν ἀληθῶς φοβουμένων τὸν Θεόν, καὶ τὸ φρόνημʼ ἀδούλωτον ἐχόντων καὶ εὐγενές, ἀναλαμβάνει πλέον τὴν διακονίαν τῆς Ἐκκλησίας ἐκείνης, ὅπου τὰ πρόβατα ποιμαίνουσι τοὺς ποιμένας, καὶ προστάσσει τὸν ἱερέα πᾶς ὁ τῶν ὑπηρετῶν τῆς πολιτικῆς κυβερνήσεως ἐσμὸς καὶ ἔπαρχοι καὶ ὕπαρχοι καὶ ὅσοι ἄλλοι τῆς κοσμικῆς μετέχοσιν ἐξουσίας;» (σελ. 338, 339-340, 340-341).
* * *
Ἀγαπητοί μας ἀναγνῶσται! Πρὸ καιροῦ εἰς τὰς ἐφημερίδας εἴχομεν ἀναγνώσει ὅτι εἰς τινα πόλιν τῆς Ἀμερικῆς οἱ πιστοὶ μιᾶς χριστιανικῆς αἱρέσεως μὴ θέλοντες νὰ ἔχουν ἱερέα, ἵνα διὰ τοῦ ἐλεγκτικοῦ κηρύγματός του καὶ τῆς καθʼ ὅλου δράσεώς του νὰ ἐνοχλῆ καὶ δυσαρεστῆ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ μὴ θέλοντες νὰ καταργήσουν ὁλοσχερῶς τὸ μυστήριον τῆς ἱερωσύνης, ἐπενόησαν οἱ εὐφυεῖς τὸ ἐξῆς: Κατεσκεύασαν ἐκ ξύλου ἕνα ὁμοίωμα ἱερέως, ἕνα ρομπὸτ-ἱερέα, ὅστις μὲ ἠλεκτρικὰ κουμπιὰ ὑπὸ τινος ἀνδρὸς ἤ γυναικὸς ἤ καὶ παιδαρίου τίθεται εἰς κίνησιν καὶ ἐκτελεῖ μηχανικῶς ὅλα τὰ τῆς Θείας Λειτουργίας. Ἀπίστευτον φαίνεται, ἀλλʼ ἀληθὲς εἰς τὴν χώραν τῶν περιέργων καὶ παραδόξων πραγμάτων, τῶν ἠλεκτρικῶν ἐγκεφάλων καὶ τῶν ὑπηρετῶν ρομπὸτ μιᾶς μηχανοποιουμένης ζωῆς. Εἰς μίαν τοιαύτην λοιπὸν ἄψυχον μηχανήν, εἰς ἕν τοιοῦτον ρομπότ, ποὺ θὰ κινῆται κατόπιν ἐντολῆς ὀργανώσεων κυβερνωμένων ὑπὸ λαϊκῶν, θʼ ἀφήσωμεν νὰ μεταβληθῆ καὶ ἐν τῆ ἡμετέρα Ἐκκλησία ὁ ὀρθόδοξος ἱερεύς; Ὄχι, ἀγαπητοί, μυριάκις ὄχι. Δὲν θὰ ἐπιτραπῆ. Ἀγωνιζόμενοι νὰ ἐλευθερώσωμεν τὸν ἱερέα ἀπὸ τὴν Χάρυβδιν, τὸν δεσποτισμὸν δηλαδὴ τῶν ἀρχιερέων, δὲν θʼ ἀφήσωμεν νὰ πέση οὗτος εἰς τὴν Σκύλλαν, τὴν ἀναρχουμένην δηλαδὴ καὶ λαοκρατουμένην μάζαν τῶν Προτεσταντῶν. Ὁ ἱερεὺς εἶναι φορεὺς ἐξουσίας, τρομερᾶς ἐξουσίας, τῆς ὁποίας κατὰ τοὺς Θείους Νόμους ἡ χρήσις σώζει ἔθνη καὶ λαοὺς καὶ ἀνοίγει τὰς πύλας τοῦ Παραδείσου. Ὁ ἱερεὺς εἶναι πνευματικὸς ἡγεμὼν λαοῦ, εἶναι ἥρως ὡς τοιοῦτον ζωηρῶς περιγράφει ἐν τῶ βιβλίω του ὁ Θωμᾶς Κάρλαϋλ. Κατὰ τὴν θεόθεν δοθεῖσαν αὐτῶ ἐξουσίαν ὁ ἐλάχιστος τῶν ἱερέων διακρίνεται λαοῦ ὁλοκλήρου, πλήθους φιλοσόφων, ἡγεμόνων καὶ βασιλέων. Ἰδεώδη δὲ Ἐκκλησίαν, ἐλευθέραν καὶ ζῶσαν, ὀνομάζομεν ἡμεῖς ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ μὲν πολιτεία οὐδεμίαν ἔχει ἀνάμειξιν, ὁ δὲ εὐσεβὴς λαὸς ὑπακούει καὶ ὑποτάσσεται εἰς τὸν κλῆρον, πρεσβυτέρους καὶ ἐπισκόπους, οἱ δὲ ποιμένες, ἐκλεγόμενοι ὡς διʼ ἰδίας συγγραφῆς ὑπεδείξαμεν ὑπὸ τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ, κυβερνῶντες τὴν Ἐκκλησίαν ὑπακούουν καὶ ὑποτάσσονται εἰς τοὺς Θείους Νόμους, εἰς τὸ Ἱερὸν καὶ Ἅγιον Εὐαγγέλιον, ὅπερ καὶ διʼ αὐτὸν τὸν λόγον τίθεται ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν χειροτονουμένων. Τοιαύτη δὲ ἀρχή, τάξις καὶ ἱεράρχησις ἐν τῆ διακονία τοῦ θείου μυστηρίου κάμνει νὰ κινῆται εὐρύθμως ὅλον τὸ πλήρωμα τῆς Ἐκκλησίας, ἥτις ὡς πάμφωτον πλοῖον ὁδηγεῖται πρὸς τὸν Θεῖον λιμένα τοῦ προορισμοῦ της, τὴν αἰώνιον ζωὴν καὶ μακαριότητα. Καὶ ὡς ἐπισφράγησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπερ μὲ πόνον πολὺν ἐγράφομεν, θέτομεν τοὺς λόγους τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου: «Διὰ τοῦτο καὶ ἐν τῆ Ἐκκλησία ἐν ταῖς χειροτονίαις τῶν ἱερέων τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ κεφαλῆς τίθεται, ἴνα μάθη ὁ χειροτονούμενος, ὅτι τὴν ἀληθινὴν τοῦ Εὐαγγελίου τιάραν λαμβάνει˙ καὶ ἵνα μάθη, ὅτι εἰ καὶ πάντων ἐστὶ κεφαλή, ἀλλʼ ὑπὸ τούτους πράττει τοὺς νόμους, πᾶν ων κρατῶν, καὶ τῶ νόμω κρατούμενος, πάντα λογοθετῶν, καὶ ὐπὸ τοῦ λόγου νομοθετούμενος. Διὰ τοῦτο γενναῖὸς τις τῶν ἀρχαίων, Ἰγνάτιος δὲ ἧν ὄνομα αὐτῶ, οὗτος ἱερωσύνη καὶ μαρτυρίω διαπρέψας, ἐπιστέλλων τινὶ ἱερεῖ ἔλεγε˙ Μηδὲν ἄνευ γνώμης σου γενέσθω, μηδὲ σὺ ἄνευ γνώμης Θεοῦ τι πράττει» (Ἑλλην. Πατρολ. Migne 56, 404).
 
 
 

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος καί οἱ σημερινοί Ἀρχιερεῖς

Ὁ ἱερός Χρυσόστομος πρότυπο 

(Ὁ ἱερός Χρυσόστομος 

καί οἱ σημερινοί Ἀρχιερεῖς)

 
                 
                Το έτος 2007 ονομάστηκε έτος Άγ.Ιωάννου του Χρυσοστόμου, διότι με αυτό συμπληρώθηκαν 1600 έτη από τη μαρτυρική κοίμηση του μεγα­λυτέρου Πατρός και οικουμενικού δι­δασκάλου της Εκκλησίας μας. Επί τη έπετείω αυτή διοργανώθηκαν πολλές εκδηλώσεις, εκφωνήθηκαν πολλές ομιλίες και πλέχτηκαν για τον άγιο πολλά εγκώμια. Το κυριότερο όμως πράγμα δεν έγινε. Ποίο είναι αυτό; Ή μίμησις του αγίου και μάλιστα από τούς σημερινούς διαδό­χους του, τους επι­σκόπους. «Τιμή αγίου,  μιμήσις αγίου» μάς λέγουν στα κηρύγμα­τα τους, δίχως όμως να είναι διατεθειμένοι νά εφαρμόσουν αυτοί πρώτοι αυτό πού κηρύττουν. "Ας αναφέρομε μερικά παραδείγμα­τα:
 
     Ό I. Χρυσόστομος ήλεγξε σφό­δρα τούς σκληρούς και άσπλαχνους πλουσίους. Πόσοι επίσκοποι ελέγ­χουν σήμερα τούς πλουσίους; Οι πε­ρισσότεροι επιδιώκουν τη γνωριμία μαζί τους, διότι, ως πλούσιοι, είναι ισχυροί, και οι επίσκοποι μας θέλουν νά «τα έχουν καλά» με τούς ισχυρούς τής γης.
 
    Ό Ί. Χρυσόστομος έκανε πολλά θαύματα, ένα μάλιστα απ’ αυτά την ήμερα τής ένθρονίσεώς του, όταν θε­ράπευσε ένα δαιμονισμένο, πού κυ­λιόταν και άφριζε τη  στιγμή τής ενθρονίσεως! Το θαύμα αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση στο λαό. Πόσοι επί­σκοποι σήμερα μπορούν νά συνδέ­σουν και νά σφραγίσουν τη χειροτο­νία ή ένθρόνισή τους μ' ένα θαύμα; Δημοσίως, ενώπιον του λαού, εξόρκισε το δαιμόνιο ο άγιος. Δυστυχώς στις ήμερες μας «δε­σπότης» Αθηναϊκού προαστίου απαγόρευ­σε τούς δημοσίους εξορκισμούς και ανάγ­κασε σέ παραιτήσει πα­σίγνωστο χαρισματούχο ιερομόναχο εξορ­κιστή, της Ί. Συνόδου έπικροτούσης τον θρίαμβο αυτό του Σα­τανά!
 
    Ό Ι. Χρυσόστο­μος ήλεγξε την ομοφυλοφιλία. Το βδελυρό αυτό αμάρτημα θεωρούσε «πάσης κολάσεως χείρον». Τούς ομο­φυλοφίλους θεωρούσε χειρότερους από τούς φονείς, «αλόγων ανοητότερους και κυνών αναιδέστερους»! Σή­μερα ή ομοφυλοφιλία κάνει θραύση στις τάξεις του άγαμου κλήρου, και οι επίσκοποι σιωπούν, ορισμένοι δε την καλύπτουν, προστατεύουν, προάγουν και προσπαθούν με επαίσχυντα Συνο­δικά έγγραφα νά την νομιμοποιή­σουν!
 
    Το πρώτο πράγμα, πού έκανε ο Ι. Χρυσόστομος, όταν έγινε αρχιεπί­σκοπος, ήταν η κάθαρση του κλήρου του από τους αναξίους κληρικούς. Σήμερα, αντί καθάρσεως από τούς αναξίους βλέπουμε εκκλησιαστικές εκκαθαρίσεις κατά των άξιων, δικαίων και ευλαβών κληρικών!
 
      Ό I. Χρυσόστομος συγκρούσθη­κε πολλάκις με τα ανάκτορα, εμπόδι­σε μάλιστα κάποτε και τη βασίλισσα Ευδοξία να εισέλθει στον Ί. ναό της Αγ. Σοφίας, επειδή εκείνη αδίκησε μία χήρα και της άρπαξε το αμπέλι της! Σήμερα, πού οι πολιτικοί άρχον­τες αποχριστιανίζουν με αντιχριστια­νικούς νόμους το έθνος μας και περι­θωριοποιούν την Εκκλησία, ποίος επίσκοπος τολμά νά τους εμποδίση νά εισέλθουν στο ναό; Με το νόμο υπέρ των αμβλώσεων συντελείται εθνοκτονία, οι αρχιερείς μας όμως προτιμούν τη φιλία των ένοχων πολι­τικών, και με τη σιωπή και ανοχή τους γίνονται συνένοχοι στον αργό αυτό θάνατο της Ελλάδος.
 
      Προσκύνησαν οι επίσκοποι μας κατά το παρελθόν έτος με φαινομε­νική ευλάβεια την τίμια κάρα του αγί­ου, καρατόμησαν όμως με παράνομη και άδικη καθαίρεση ένα άξιο και ασυμβίβαστο κληρικό, μιμητή του Ι. Χρυσοστόμου, τον π. Ευθύμιο Τρικαμηνά, επειδή πολεμεί τον Οικου­μενισμό και έπαυσε ορθώς και κανο­νικώς το μνημόσυνο των αναξίων προϊσταμένων του!
 
              Ό Ί. Χρυσόστομος πολέμησε τις αιρέσεις της εποχής του. Πολλοί ση­μερινοί διάδοχοι του εναγκαλίζονται τις σύγχρονες αιρέσεις, τις ονομά­ζουν «αδελφές εκκλησίες» και πολε­μούν ...όσους κάνουν άντιαιρετικό αγώνα!
 
    Ομιλούν για το «χρυσό στόμα» του Χρυσοστόμου με ευκολία, απο­φεύγουν όμως νά διαμαρτυρηθούν και νά ελέγξουν όσους με αντικανο­νικό και άδικο αφορισμό προσπάθη­σαν νά φιμώσουν ένα άλλο σύγχρονο ορθόδοξο στόμα, αυτό του αγωνιστού θεολόγου και Ίεροκήρυκος Νικολάου Σωτηροπούλου! Ό Χρυσόστομος υπεράσπιζε τούς αδικημένους και διωκόμενους. Αυτοί προτιμούν την εύνοια και φιλία των αδικούντων και διωκόντων!
 
    Μνημειώδης έμεινε ο λόγος του Ι. Πατρός «ουδέν δέδοικα ώς επισκό­πους πλήν ένίων». Δυστυχώς πολλοί επίσκοποι σήμερα δεν μιμούνται τον Χρυσόστομο, άλλά τούς επισκόπους εκείνους, πού φοβήθηκε όσο τίποτε άλλο ο άγιος στις ήμερες του! Επειδή πολλοί επίσκοποι, πού ύμνησαν και εγκωμίασαν τον άγιο Ιω­άννη κατά το 2007, τυγχάνει νά είναι Οίκουμενισταί, θα προσθέσομε και τούτο: Τι είπε ο Χριστός ελέγχοντας τούς γραμματείς και Φαρισαίους; «Έπί της Μωσέως καθέδρας έκάθισαν οί γραμματείς και Φαρισαίοι. Πάν­τα ούν όσα εάν είπωσιν υμίν τηρείν, τηρείτε και ποιείτε, κατά δέ τά έργα αυτών μή ποιείτε’ λέγουσι γάρ, καί ού ποιούσι» (Ματθ. 23, 2-3). Ή διδασκα­λία τους ήταν σωστή, τα έργα τους όμως πονηρά και υποκριτικά. Οι Οικουμενισταί είναι χειρότεροι των γραμματέων και των Φαρισαίων, διότι κάθονται στους θρόνους του Χρυσο­στόμου και των άλλων Πατέρων τής Εκκλησίας και νοθεύουν και διαστρέ­φουν το Ευαγγέλιο, εξισώνοντας το φως με το σκότος, την αλήθεια μετην πλάνη, την Ορθοδοξία με την αίρεση! Και ή διδασκαλία τους είναι αιρετική, και τα έργα τους (συμπροσευχές, συλλείτουργα, συμμετοχή στο Π.Σ.Ε.) παράνομα. Αυτοί δεν είναι μιμηταί, άλλ' άρνηταί του Ι. Χρυσοστόμου.
 
       Και κάτι ακόμη, πού άφορα στην αρχιεπισκοπική διαδοχολογία των ήμερων μας. Ό Ι. Χρυσόστομος με με­γάλο δισταγμό δέχθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στην Αντιόχεια. Θεωρούσε εαυτόν ανάξιο για το αξίω­μα της ιεροσύνης. Το ίδιο συνέβη και με την εις επίσκοπο χειροτονία του. Με δόλιο τρόπο και βιαίως τον απήγα­γε ο έπαρχος της Αντιοχείας, κατ' έντολήν του αύτοκράτορος, και τον παρέδωσε στους στρατιώτες, οι όποιοι τον μετέφεραν χωρίς τη θέλησή του στην Κωνσταντινούπολη για νά τον χειροτονήσουν αρχιεπίσκοπο! Άλλοι δε μεγάλοι άγιοι τής Εκκλη­σίας μας εγκατέλειψαν την πόλη τους και κατέφυγαν στην έρημο για ν' απο­φύγουν το αξίωμα. Ενώ σήμερα... Σή­μερα δεν προσπαθούν νά αποφύγουν το αξίωμα, άλλά το επιδιώκουν, το διεκδικούν, το λαχταρούν και μιμούν­ται όχι τους Πατέρας, άλλά τούς υπο­ψηφίους βουλευτές στην προσπάθεια τους, με θεμιτά ή αθέμιτα μέσα, νά το αποκτήσουν!
'Αλλ' ας μη άπογοητευώμεθα. Ό Θεός δεν πρόκειται νά εγκαταλείψη την Εκκλησία του.
 
Και αν στις χαλε­πές αυτές ήμερες απουσιάζουν οι εν ενεργεία μιμηται του άγιου, ζει ακόμη και διανύει το 101 έτος της ηλικίας του (το 2008)  ο «εν αποστρατεία» ευρισκόμε­νος αναντιρρήτως άξιος μιμητής του Χρυσοστόμου, ο φλογερός Μητρο­πολίτης πρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης. Η πολυτάραχη ζωή του δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία συνε­χής μίμηση του Χρυσοστόμου. Είναι βεβαίως σήμερα παροπλισμένος λόγω του βαθύτατου γήρατος του. Υπάρχουν όμως τα σοφά συγγράμμα­τα του και οι μαγνητοφωνημένες πύ­ρινες ομιλίες του, πού μας εμπνέουν, καθοδηγούν και μας προτρέπουν όλους, κληρικούς και λαϊκούς, νά γίνωμε μικροί μιμηταί του μεγάλου Χρυσοστόμου. Και ναι μεν δεν είναι εις θέσιν πλέον νά δίνη μάχες υπέρ της Ορθοδοξίας, συνεχίζει όμως νά ρίπτει την αιωνόβια σκιά του επάνω στα εκκλησιαστικά μας πράγματα και νά μας δίνη ελπίδα. Οι Ιουδαίοι ήλπιζαν, ότι ή σκιά του Πέτρου θα έπεφτε επά­νω στους ασθενείς τους και θα τούς θεράπευε. Εμείς ελπίζουμε, ότι και ή σκιά ακόμη του π. Αυγουστίνου, εάν θέλει ο Θεός, μπορεί νά βοηθήσει, ώσ­τε ή Εκκλησία μας νά ανορθωθεί, νά αναλάμψει και νά γίνει, όπως την ώραματίζετο ο νέος αυτός Χρυσόστομος τής συγχρόνου Ελλάδος, ΕΛΕΥΘΕΡΑ ΚΑΙ ΖΩΣΑ. 
 
(Από το περιοδικό ο “ΣΤΑΥΡΟΣ”2008)


Περί ἱερωσύνης

ekklisia

Περί ἱερωσύνης

-Γέροντας Ἐφραίμ Κατουνακιώτης

Όταν λειτουργάς, να ‘χεις υπόψή σου ότι είσαι μεσίτης.
Παραλαμβάνεις από τον κόσμο πόνο, δάκρυα, ασθένειες, παρακλήσεις και τ’ αναφέρεις επάνω εις τον θρόνο της θεότητος.
Και μεταφέρεις κατόπιν στον κόσμο παρηγοριά, θεραπεία, ό,τι έχει ανάγκη ο καθένας. Μεγάλο αξίωμα σ’ έχει αξιώσει, παιδί μου, ο Θεός.
Να το καλλιεργήσεις. Το αυτί του Θεού είναι στο στόμα του ιερέως.
Μεγάλη δύναμη έχει το πετραχήλι.

Το πετραχήλι είναι ο διαλλάκτης του πεπτωκότος άνθρωπου με τον Πατέρα, με τον Δημιουργό του.
Γι’ αυτό όσο μπορείς περισσότερα ονόματα να μνημονεύεις.
Όσα μπορείς περισσότερα.


                                            Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης, 
Έκδοση Ι. Ησυχαστηρίου «Άγιος Εφραίμ» Κατουνάκια Αγίου Όρους
                                         , Α’ έκδοση 2000.

Τό μαρτυρικό τέλος τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Τό μαρτυρικό τέλος 

τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου 

(+Μητροπολίτου Φλωρίνης Αὐγουστίνου Καντιώτου)


           13 Νοεμβρίου. Ἑορτάζει, ἀγαπητοί μου, σήμερα ἕνας ἀπὸ τοὺς πιὸ μεγάλους διδασκάλους καὶ πατέρας τῆς ἁγίας μας Ἐκκλησίας, κορυφαῖος πνευματικὸς ὁδηγός, οὐράνιος ἄνθρωπος, χρυσῆ σάλπιγξ, στόμα Χριστοῦ· ἑορτάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος . Ἡ Ἐκκλησία σήμερα ἐξαγγέλλει τὸν ἔπαινόν του. Τὰ τροπάρια, τὰ ἀπολυτίκια, οἱ ὕμνοι, ποὺ ἔψαλε σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, εἶναι ἐξαίσιοι· χρησιμοποιεῖ ὅλα τὰ κοσμητικὰ ἐπίθετα γιὰ νὰ τὸν ἐξυμνήσῃ.

Εἰκοσιδύο (22) δὲ ῥήτορες, διδάσκαλοι καὶ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, ἔχουν ἐκφωνήσει λόγους ἐπαινώντας τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο.Ἐγώ, μολονότι δὲν θεωρῶ τὸν ἑαυτό μου ἄξιο νὰ ὑμνήσῃ τὸν πατέρα αὐτὸν τῆς Ἐκκλησίας ―αἰσθάνομαι ἀνάξιος καὶ νὰ ἀσπασθῶ τὰ πανάχραντα πόδια του―, ἀλλὰ θαυμαστὴς ἀπὸ τὴν παιδική μου ἡλικία τοῦ ἱεροῦ πατρός, θὰ τολμήσω νὰ πῶ λίγες λέξεις. Δὲν θὰ διηγηθῶ ὁλόκληρο τὸν βίο του, διότι θὰ ἐχρειάζοντο ὧρες πολλές· θὰ διηγηθῶ μόνο τὶς τελευταῖες ἡμέρες του, τὸ τέλος τῆς ζωῆς του.


Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει σημασία,ἀλλὰ μεγαλύτερη ἀξία ἔχουν ἰδίως οἱ τελευταῖες του στιγμές, τὸ πῶς πεθαίνει ὁ ἄνθρωπος . εἶναι μεγάλο ζήτημα πῶς τερματίζει κανεὶς τὸν βίο του.


Τόση σημασία ἀποδίδεται σ᾽αὐτό, ὥστε ἡ Ἐκκλησία μας πρωὶ - βράδυ καὶ κάθε φορὰ ποὺ τελεῖται ἡ θεία λειτουργία, ἂν προσέξατε, μᾶς προτρέπει· «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα,εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φο-βεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ αἰτησώμεθα».



Ἀδελφοί, δηλαδή, ἂς ζητήσουμε νὰ μᾶς δώσῃὁ Θεὸς τὰ τέλη τῆς ζωῆς μας νὰ εἶναι χριστιανά, νὰ τελειώσουμε τὴ ζωή μας μὲ χριστιανικὴ πίστι, καὶ ὅταν θὰ σταθοῦμε ἐμπρὸς στὸ φοβερὸ δικαστήριο τοῦ Χριστοῦ νὰ ἔχουμε καλὴ ἀπολογία. Παρακαλοῦμε κ᾽ ἐμεῖς, νὰ μᾶς ἐλεήσῃ ὥστε, ὅταν ἀφήσουμε τὴν τελευταία πνοὴ στὸν κόσμο αὐτόν, νὰ εἶναι πάνω μας ὁ ἄγγελος τοῦ Κυρίου καὶ νὰ σφαλίσουμε τὰ χείλη μας μὲ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42).

Ὅπως λοιπὸν στὸν κάθε ἄνθρωπο ἔτσι καὶ στὸν ἱερὸ Χρυσόστομο τὰ τέλη του εἶναι χαρακτηριστικά. Ὅλη ἡ ζωὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου ἦταν ἁγία, ἰδιαιτέρως ὅμως τὰ τέλη του στάθηκαν χριστιανικά. Ἂς δοῦμε πῶς ἔζησε τὶς τελευταῖες ἡμέρες του.
* * *
 
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἦταν, ἀγαπητοί μου, ἱεροκῆρυξ, διαπρύσιος σαλπιγκτὴς τῶν θείων λόγων. Δώδεκα χρόνια ὑπηρέτησε ὡς ἱερεὺς σὲ μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες πόλεις τοῦ ἀρχαίου κόσμου, τὴν Ἀντιόχεια. Κήρυξε φλογερὰ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ἐξεφώνησε ὁμιλίες, περιφήμους λόγους, καὶ ἀπέκτησε μεγάλη φήμη ῥήτορος, ἡ ὁποία ξαπλώθηκε παντοῦ.

Γι᾽ αὐτό, ὅταν τὸ 397 μ.Χ. κενώθηκε ὁ θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, λαὸς καὶ κλῆρος καὶ βασιλεὺς προτίμησαν καὶ ἐξέλεξαν αὐτόν, τὸν ἱεροκήρυκα τῆς Ἀντιοχείας, ἀρχιεπίσκοπο τῆς πρώτης πόλεως τῆς αὐτοκρατορίας.

Ἔτσι, ἀφοῦ χρησιμοποίησαν ἕνα τέχνασμα γιὰ νὰ τὸν ἀπαγάγουν, τὸν ὡδήγησαν στὴν πρωτεύουσα καὶ χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος .Πόσο ἔμεινε στὸ θρόνο; Ἄλλοι πατέρες ἔμειναν περισσότερο καὶ ἄλλοι λιγώτερο. Ὁ μέγας Ἀθανάσιος ἔμεινε μισὸν αἰῶνα, ἐν μέσῳ πολλῶν περιπετειῶν· ὁ μέγας Βασίλειος ἐννέα χρόνια. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔμεινε –πόσο; δέκα χρόνια (398-407) .Θὰ μποροῦσε νὰ μείνῃ περισσότερο. Δὲν ἔμεινε ὅμως, διότι κήρυττε τὴν ἀλήθεια. Ὅπου ἔβλεπε τὸ κακό, τὴν ἁμαρτία, τὰ σκάνδαλα, τὴν ἀδικία, τὴν ἀπιστία, τὴν αἵρεσι, τὴ διαφθορά, τὴν πορνεία, τὴ μοιχεία…, ἡ χρυσῆ του γλῶσσα γινόταν πύρινη, φωτιὲς ἔβγαζε. Καὶ ἤλεγξε . Ἤλεγξε πρὸς τὰ κάτω, τὸ λαό· ἤλεγξε πρὸς τὰ ἄνω, τοὺς ἄρχοντες, μέχρι τὰ ἀνάκτορα ἔφτανε ὁ ἔλεγχός του, σὲ βασιλεῖς καὶ αὐτοκράτορες καὶ στρατηγούς. Ἤλεγξε τὸν κλῆρο, ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς, γιὰ τὴ φιλαργυρία, τὴν ἰδιοτέλεια, τὴ φιλοδοξία καὶ τὴν ἄθεσμη ζωή τους.Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔλεγε τὰ πρέποντα, τὸν μίσησαν θανασίμως. Ἐκεῖνο ποὺ δὲν ὑποφέρει ὁ κόσμος εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἡ ἀλήθεια εἶναι μαλώτρα καὶ μισεῖται. Ἂν κολακεύῃς τὸν ἄλλο, τότε εἶσαι θαυμάσιος ἄνθρωπος· ἂν ὅμως πῇς τὴν ἀλήθεια καὶ ἐλέγξῃς τὶς κακίες καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ λαοῦ, τοῦ κλήρου, τῶν ἀρχόντων,τότε γίνεσαι μισητός. Ἔτσι μισήθηκε καὶ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἤλεγξε.Τὸ ἀποτέλεσμα ποιό ἦταν;

Ἀποφάσισαν τὴν ἐξόντωσί του. Τὸν ἔρριξαν ἀπὸ τὸ θρόνο καὶ τὸν ἐξώρισαν δυὸ φορές. Τὴν πρώτη φορὰ ὁ λαὸς ἐπαναστάτησε καὶ τὸν ἐπανέφεραν.Τὴ δεύτερη φορὰ τὸν ἐξώρισαν μακριά, στὰ ἄκρα τῆς αὐτοκρατορίας, στὴν Κουκουσὸ τῆς Ἀρμενίας. Ἀλλ᾽ ἐπειδὴ καὶ ἐκεῖ συνέρρεαν θαυμασταί του, διέταξαν νὰ πάῃ ἀκόμα πιὸ μακριά, σὲ ἕνα ὀρεινὸ μέρος, στὰ Κόμανα.

Ὑπέφερε ὁ ἀσθενὴς Χρυσόστομος στὴν ἐξορία, γιατὶ δὲν ὑπῆρχαν γιατροί, δὲν ὑπῆρχαν φάρμακα, δὲν εἶχε καμμία περιποίησι. Ὑπέφερε, γιατὶ ἔκανε κρύο, ἦταν χειμώνας βαρὺς καὶ δὲν εἶχε ζεστασιά. Ὑπέφερε ἀκόμα, γιατὶ βάρβαροι τῆς περιοχῆς, οἱ Ἴσαυροι, κατέβαιναν ἀπὸ τὰ βουνὰ καὶ λεηλατοῦσαν τὶς ἐπαρχίες ἐκεῖνες. Ὑπέφερε τέλος ἀπὸ τὴ σκληρότητα τῶν στρατιωτῶν ποὺ τὸν συνώδευαν. Τὸν σήκωσαν ἀπ᾽ τὸ κρεβάτι καὶ τὸν ἀνάγκασαν νὰ περπατάῃ, ἕνας ἄρρωστος ἄνθρωπος 60 ἐτῶν, σὲ δύσκολο δρόμο.

Καθὼς περπατοῦσε, σ᾿ ἕνα σημεῖο τοῦ δρόμου ἔπεσε· δὲ μποροῦσε νὰ βαδίσῃ περισσότερο. Οἱ στρατιῶτες σταμάτησαν καὶ τὸν μετέφεραν σὲ μιὰ ἐκκλησία, ποὺ βρέθηκε κοντά τους. Ἡ ἐκκλησία ἐτιμᾶτο ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Βασιλίσκου, ἑνὸς μάρτυρος τῶν πρώτων αἰώνων τοῦ χριστιανισμοῦ. Ὁ ἅγιος Χρυσόστομος κατάλαβε, ὅτι ἔφθασε πλέον τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Τὴ νύχτα ἐκεῖ εἶδε ὅραμα. Εἶδε τὸν ἅγιο Βασιλίσκο νὰ τοῦ λέῃ· «Ἀδελφὲ Ἰωάννη, ἔχε θάρρος, αὔριο θὰ εἴμαστε μαζί». Ἦταν ἡ τελευταία νύχτα γιὰ τὸ μεγάλο ἱεράρχη.

Τὸ πρωὶ σηκώθηκε, ἄλλαξε ροῦχα καὶ φόρεσε ἄσπρα - ὁλόασπρα. Ἔκανε τὴν προσεχή του, παρακάλεσε γιὰ ὅλο τὸν κόσμο· προσευχήθηκε γιὰ τοὺς πιστοὺς τοῦ ποιμνίου του καὶ ὅλα τὰ πνευματικά του τέκνα, γιὰ τοὺς ἄντρες, τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά· προσευχήθηκε καὶ γιὰ τοὺς ἐχθρούς του ἀκόμα. Μετὰ ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ εἶπε τὰ τελευταῖα του λόγια· «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκα» , δοξασμένος νὰ εἶναι γιὰ ὅλα ὁ Θεός. Τέλος ξάπλωσε, σταύρωσε τὰ χέρια καὶ παρέδωσε τὸπνεῦμα στὸν οὐράνιο Πατέρα.
 
* * *
                Αὐτὸς ἦταν, ἀγαπητοί μου, ὁ Χρυσόστομοςτοῦ ὁποίου τὴν ἱερὰ μνήμη ἑορτάζουμε σήμερα. Ἡ μορφή του ἐμπνέει κάθε πιστό. Ἰδιαιτέρως ὅμως διδακτικὴ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ τὸ τέλος του γιὰ ὅσους θέλουν νὰ ὑπηρετήσουντὴν Ἐκκλησία ὡς ἐργάται της καὶ γιὰ τοὺς ἱεροσπουδαστὰς τῶν ἐκκλησιαστικῶν καὶ θεολογικῶν σχολῶν ποὺ προαλείφονται νὰ γίνουν ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου. Ἀπευθυνόμενος εἰδικὰ πρὸς αὐτοὺς τοὺς παρακαλῶ νὰ ἀγαπήσουν τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, νὰ τὸν διαβάσουν, νὰ τὸν μελετήσουν, νὰ τὸν ἀποστηθίσουν, νὰ ἐντρυφήσουν στοὺς λειμῶνας τῆς διδασκαλίας του, καὶ πρὸ παντὸς νὰ τὸν μιμηθοῦν, νά ᾿νε κι αὐτοὶ γενναῖοι καὶ ὑψηλοί.

             Στὸ Χρυσόστομο ἐφαρμόζεται ὁ ὄγδοος μακαρισμὸς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ποὺ λέει· «Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», μακάριοι ἐκεῖνοι ποὺ διώχθηκαν διότιἀγαποῦσαν τὴ δικαιοσύνη(Ματθ. 5,10). Ἀγάπησε ἐκεῖνος τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀλήθεια καὶ θυσιάσθηκε γι᾽ αὐτό. Κ᾽ ἐσεῖς νὰ γίνετε σὰν τὸ Χρυσόστομο . Μελετᾶτε τὰς Γραφὰς καὶ τοὺς πατέρας. Τὰ στόματά σας νὰ ἐκπέμπουν πῦρ, νὰ βγάζουν φωτιές. Νὰ εἶστε θερμοί, ζωντανοί,ἀποστολικοί. Μὴ συμβιβασθῆτε μὲ τὸ κακὸ ποὺ βασιλεύει στὸν κόσμο, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐλέγξετε. Καὶ νὰ εἶστε ἕτοιμοι γιὰ θυσίες · καὶ ἐξορίακαὶ φυλακὴ νὰ πᾶτε, καὶ τὴ ζωή σας νὰ θυσιάσετε. Νὰ πῆτε κ᾽ ἐσεῖς· Πεθαίνω γιὰ τὴν ἀλήθεια ―μεγάλο πρᾶγμα αὐτό―, πεθαίνω γιὰ τὴν ἀλήθεια! Ὁ Χρυσόστομος ἀπέθανε γιὰ τὴν ἀλήθεια· κ᾽ ἐσεῖς νὰ εἶστε ἕτοιμοι χάριν τῆς πίστεώς μας, χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας, χάριν τῶν ὑψηλῶν ἰδανικῶν τῆς φυλῆς καὶ τοῦ γένους μας, νὰ γίνετε μάρτυρες. εἶναι προνόμιο νὰ θυσιασθῆτε, νὰ γίνετε μάρτυρες.Ὅπως ὁ Χρυσόστομος, ἀγαπητοί μου, ἀπέθανε ἐξόριστος πάνω στὰ χιόνια μὲ τὸ «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν», ἔτσι ν᾽ ἀξιώσῃ καὶ ὅλους ἐμᾶς ὁ Θεός, σὰν παιδιὰ τῆς πίστεωςκαὶ τῆς πατρίδος, νὰ προσφέρουμε ὅποιες θυσίες ἀπαιτηθοῦν, γιὰ νὰ λάμψῃ ἡ Ἐκκλη-σία, νὰ δοξασθῇ ἡ Ὀρθοδοξία, νὰ λαμπρυνθῇ πάλι τὸ γένος τῶν Ἑλλήνων· ἀμήν.
 
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
 
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης τὴν Πέμπτη 13-11-1986
 
 
 
 

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Κληρικῶν

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας 

καὶ τῶν Κληρικῶν


Ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
 
               Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μέγας καὶ φοβερὸς καὶ ἔνδοξος, ὁ φυλάσσων τὸ ἔλεός Σου καὶ τὴν διαθήκην Σου τοῖς ἀγαπῶσί Σε καὶ φυλάσσουσι τὰ Σὰ προστάγματα, εὐχαριστοῦμέν Σοι ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν Σου εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων. 
            Δεόμεθά σου, Κύριε, ῥῦσαι ἡμᾶς καὶ λύτρωσαι, ὅτι πολλὰ τοῖς νόμοις Σου ἀφρόνως προσεπταίσαμεν καὶ ἐκολλήθη ἡ γαστὴρ ἡμῶν εἰς γῆν ἰλύος. Ἐγενήθημεν ὡσεὶ σκεύη ἀπολωλότα, καὶ ἠκούσαμεν ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν. Διὸ παρακαλοῦμέν Σε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, καὶ κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ μέγα Σου ἔλεος. Μὴ παραδῷς, Μονογενὲς Λόγε τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν Σου, ἣν περιεποιήσω τῷ Τιμίῳ Αἵματί Σου, δέρεσθαι ὑπὸ ἀνέμων καὶ σαλεύεσθαι ὑπὸ κυμάτων.
               Εἰπὲ οὖν, Κύριε, τῇ μαινομένῃ κατ᾿ αὐτῆς θαλάσσῃ τῶν παθῶν του κόσμου «σιώπα, πεφίμωσο»· ἐπιτίμησον δὲ τοῖς ἀνέμοις καὶ ποίησον γαλήνην, ἵνα γαληνῶς ποντοπορῇ καὶ ἀταράχως ἡ θεία Ὁλκάς Σου. Δὸς δή, φιλεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ τοῖς ἁγίοις Σου Ἀρχιερεῦσι καὶ Ἱερεῦσιν, οὓς Πνεῦμα τὸ Πανάγιον ποιμαίνειν ἔθετο τὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην Ἐκκλησίαν Σου, χάριν συνέσεως εἰς τὸ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν τὰ εὐάρεστά Σοι καὶ τῷ μυστικῷ Σου Σώματι συμφέροντα. Σὺ τοίνυν, Ἰησοῦ Χριστέ, κυβέρνησον καὶ δίδαξον καὶ φώτισον αὐτοὺς τοῦ ἀγαπᾶν ὑπὲρ τὰ πρόσκαιρα τὴν δόξαν Σου τὴν ἄφθαρτον· ὑπὲρ τὰ ὅρια τῶν γεηρῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐνοριῶν αὐτῶν, ὁρᾶν τὴν ἀμετάθετόν Σου Βασιλείαν, ἣν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἡτοίμασας πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσί Σε. Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, ἐν φίλτρου ἀγαπᾶν παροξυσμῷ τὸν τίμιον λαόν Σου, ἀεὶ δ᾿ ἑτοίμους εἶναι καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθῆναι ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου ἑαυτῶν, κατὰ τὸ Σὸν ὑπόδειγμα. Χρημάτων, Ἅγιε, καὶ δόξης, ποίησον αὐτοὺς ὑπερφρονεῖν καὶ φιλοπτώχους εἶναι, ἑλκύων ἅμα πρὸς τὸν Οὐρανὸν τὸ φρόνημα αὐτῶν.

                Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, φώτισον αὐτῶν τὰ ὄμματα· συνέτισον τὴν διάνοιαν· ταπείνωσον τὴν καρδίαν· τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἅγνισον καὶ ἀπόστρεψον τοῦ μὴ βλέπειν τῶν ὑλαίων τὴν ματαιότητα· εὐόδωσον δὲ πάντας ἡμᾶς τοῦ διανύσαι τὴν στενὴν ὁδὸν καὶ τεθλιμμένην, ἵνα ἐν τοῖς Σκηνώμασι τοῖς Οὐρανίοις καταπαύσωμεν τῆς δόξης Σου, καὶ σὺν τοῖς Ἀγγέλοις Σου καὶ Ἀρχαγγέλοις ᾄδωμεν ᾆσμα καινὸν καὶ πανευφρόσυνόν Σοι τῷ Δεσπότῃ καὶ Ἁγίῳ Λυτρωτῇ ἡμῶν, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν.

Παραδοσιακοί καί ὄχι νεωτερισταί


 
 
Παραδοσιακοί καί ὄχι νεωτερισταί
 
Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση
 
                     ΥΠΑΡΧΟΥΝ κληρικοί καί λαϊκοί, οἱ ὁποῖοι πιστεύουν ὅτι μέ νέες ἰδέες, μέ ριζικές ἀναθεωρήσεις τῆς παράδοσης καί ἐκσυγχρονισμούς σέ πολλούς τομεῖς, θά προσελκύσουν τούς ἀνθρώπους στήν Ἐκκλησία καί θά τούς πείσουν νά ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς, ἀκολουθώντας τίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου. Ξεχνοῦν ὅμως τούς Ἁγίους, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν θεοφιλῶς καί ἀντιμετώπισαν μεγαλύτερα καί δυσκολότερα προβλήματα, χωρίς νά εἶναι ἀντιπαραδοσιακοί καί ἐκσυγχρονιστές.
 
                  Οἱ νεωτεριστές ὑστεροῦν σέ δύο πράγματα. Τό πρῶτο εἶναι ἡ ἔλλειψη ἤθους. Ζητοῦν ἀπό τούς ἄλλους αὐτά πού οἱ ἴδιοι περιφρονοῦν στήν προσωπική τους ζωή. Μέ προκλητικό τρόπο διδάσκουν χωρίς νά διδάσκονται. Κατεβαίνουν πολύ χαμηλά, στό ἐπίπεδο τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, τούς δικαιολογοῦν χωρίς νά τούς ἀφυπνίζουν πνευματικά καί νά τούς ὁδηγοῦν στή μετάνοια. Τό μόνο πού πετυχαίνουν εἶναι νά ἐντυπωσιάζουν τούς ἀνθρώπους καί νά τούς χαροποιοῦν, συμπορευόμενοι τόν κατηφορικό δρόμο τῆς ἀπώλειας. 
            Τό πείραμα τό βλέπουμε συχνά καί στούς νέους Μητροπολίτες, οἱ ὁποῖοι τόν πρῶτο καιρό δείχνουν ἀποφασισμένοι νά ἀσχοληθοῦν μέ τή νέα γενιά, ἐπισκεπτόμενοι τά στέκια της καί μέ τήν ψευδαίσθηση ὅτι θά τήν ἐπηρεάσουν. Τελικά δέν πετυχαίνουν τίποτα τό οὐσιαστικό, γιά νά μή πῶ ὅτι διαβεβαιώνουν τούς νέους ὅτι καλά κάνουν καί ζοῦν κοσμικά, χωρίς νά δείχνουν οὔτε τόν στοιχειώδη σεβασμό πρός τήν Ἐκκλησία.
 
              Τό δεύτερο εἶναι ἡ ἔλλειψη σεβασμοῦ πρός τήν ἐκκλησιαστική παράδοση, ἡ ὁποία δείχνει τόν τρόπο δράσης τῶν κληρικῶν: Ὅ,τι ἔκαναν οἱ Ἅγιοι, αὐτό πρέπει νά κάνουν καί οἱ σύγχρονοι κληρικοί. Ἐκεῖνοι ἀκόμα εἶχαν ἁγιότητα, ἱερό ζῆλο, ταπείνωση καί αὐταπάρνηση. Αὐτά εἶναι ἀναγκαῖα καί στούς κληρικούς τῆς ἐποχῆς μας. Οἱ γνωστοί μας ἐπίσης Γέροντες εἶχαν τά ἴδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα μέ τούς Ἁγίους. Ἦταν παραδοσιακοί, σέβονταν καθετί τό ἐκκλησιαστικό καί δέν διαπνέονταν ἀπό πνεῦμα ἀναθεώρησης καί ἐκσυχρονισμοῦ. Ἀντίθετα, θά λέγαμε ὅτι ἦταν προσκολλημένοι στήν παράδοση καί ταπεινά τή συνέχιζαν. Καί αὐτό τούς προσέδιδε κῦρος καί ὁ λαός τούς ἀγαποῦσε καί τούς ἐμπιστευόταν σέ ὅλα τά θέματα τῆς ζωῆς του. Συνέβαινε καί ἕνα ἄλλο ἰδιαιτέρως ἀξιοπρόσεκτο. 
 
                      Οἱ ἴδιοι Γέροντες δέν πήγαιναν στούς ἀνθρώπους, οὔτε φυσικά καί στά στέκια τῶν νέων, ἀλλά ἐκεῖνοι τούς ἀναζητοῦσαν καί μέ πολλούς κόπους καί θυσίες τούς συναντοῦσαν, γιά νά στηριχτοῦν πνευματικά καί νά ζητήσουν τίς θεοπειθεῖς προσευχές τους. Ἐνδεικτικά θυμούμαστε τό ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι τῆς Παναγούδας, ὅπου ὁ Γέροντας Παΐσιος μέ τήν ἀσκητικότητά του καί τό ἀκτινοβόλο ἦθος του - ὄντας ὁ ἴδιος αὐστηρά προσηλωμένος στήν ἁγιορειτική παράδοση καί ἀσυμβίβαστος ἀκόμα καί μέ τίς «ἀθῶες» ἀπολαύσεις τῶν κοσμικῶν - ἐπί σειρά ἐτῶν βοήθησε πνευματικά καί παρηγόρησε πολλούς πονεμένους. Ὑπῆρξε ὁ μέγας ποιμένας, πού δέν εἶχε πτυχία καί μεταπτυχιακές σπουδές, ἦταν ἐλεύθερος ἀπό τήν κοσμική σοφία καί πλούσιος μέ τήν κατά Θεόν σοφία.
 
Οἱ κληρικοί, ἰδιαίτερα στή δύσκολη καί συνεχῶς μεταβαλλόμενη κοινωνία μας, πρέπει νά ἔχουν ἦθος καί νά εἶναι παραδοσιακοί. Αὐτά βέβαια δέν ἀποκτῶνται εὔκολα. Προϋποθέτουν πνευματικό ἀγώνα καί ἱερό ζῆλο. Οἱ συμβιβασμένοι μέ τόν κόσμο κληρικοί ὑστεροῦν κατά πολύ καί συχνά γίνονται σκανδαλοποιοί.