Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΕΡΑ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Ταπεινή ικεσία ποιμένος ψυχών(Εξομολογητική)

Ταπεινή ικεσία ποιμένος ψυχών

(Εξομολογητική)

          Η Εξομολογητική αυτή ικεσία του πατρός  Ευσεβίου(Βίττη) εγράφη μετά την επιστροφή του από την Σουηδία, όπου διακονούσε ιεραποστολικά ως ιερεύς εργαζόμενος και σε χειρωνακτικές δουλειές από το 1963 έως τα 1980. Το 1973 έχτισε, εργαζόμενος ως μαραγκός, και το Ιερόν Ησυχαστήριον του Αγίου Νικολάου, στην Βόρεια Σουηδία, στο RATTVIK 400 χιλιόμετρα οπό την Στοκχόλμη... Στην Ελλάδα επανήλθε το 1980, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα.




ΚΥΡΙΕ κάποτε η άγια Σου καρδιά πόνεσε απερίγραπτα βλέποντας το λαό σου σε πλήρη εγκαταλείψει. «Ιδών τους όχλους εσπλαγχνισθής περί αυτών ότι ήσαν ερριμμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα».


Ράγιζε η θεανθρώπινη καρδιά Σου από το αποκαρδιωτικό αυτό θέαμα. Σε άλλη περίπτωση έκλαψες για την ίδια αιτία. Αγαπούσες τόσο πολύ το λαό Σου! Τον αγαπούσες αφάνταστα, γιατί ήσουν -~και είσαι πάντοτε!- ο «Ποιμήν ο Καλός».

Και την απέραντη αγάπη Σου για την Ποίμνη Σου, πού δεν περιορίζεται σε μόνον τον «περιούσιο» λαό Σου, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος την έδειξες με τον πιο αναμφισβήτητο , τρόπο. «Εθηκας την ψυχήν Σον υπέρ των προβάτων» πάνω στον φρικτό Γολγοθά. και μας άφησες έτσι αιώνιο και ανέφικτο παράδειγμα καλού Ποιμένος. Μας έδειξες έμπρακτα ποιοι πρέπει να είναι, όσοι θα θελήσουν υπακούοντας στην κλήση Σου, να γίνουν ποιμένες ψυχών. Οφείλουν γι` αυτό να «έπακολουθήσωσι τοις ίχνεσι Σου», Ω, πόσο άξιο θαυμασμού και δοξολογίας είναι το υπέροχο και ανέφικτο παράδειγμα Σου!

Πόσο, αντίθετα, μηδαμινό και αξιοδάκρυτο είναι το δικό μου παράδειγμα, το δικό μου άθλιο και ελεεινό παράδειγμα!

Πώς τολμώ να λέω πώς είμαι ή, καλύτερα, πώς υπήρξα ποιμήν ψυχών; Πόσο απροσμέτρητη είναι ή δική μου αναξιότητα και άμαρτωλότητα!



ΚΥΡΙΕ, Εσύ είσαι ο ένας και μοναδικός Ποιμήν ψυχών.

Από άπειρη συγκατάβαση όμως και άμετρο έλεος θέλησες να εμπιστευθείς το μοναδικό αυτό έργο σε ανθρώπινα χέρια. Για αυτό ευδόκησες από άπειρη συγκατάβαση και έλεος να καλέσεις ακόμη και εμένα, των αναξίων άναξιώτερον και αμαρτωλών αμαρτωλότερο και σιχαμερών σιχαμερώτερον, να ακολουθήσω τα ίχνη Σου στο έργο της διαποιμάνσεως ψυχών.



Εσύ ο ίδιος εναποτέθηκες στα ακάθαρτα και βέβηλα μου χέρια ως «παρακαταθήκη», για να Σε διαφυλάξω αλώβητων ως τη φρικτή ημέρα της Λογοδοσίας. Στην παρακαταθήκη αυτή περιλαμβάνεται και το Σώμα, του οποίου θεία Κεφαλή είσαι Εσύ, δηλαδή ή Εκκλησία Σου, στο πρόσωπο της μικρής Ποίμνης, πού μου εμπιστευόσουν.

Αλλοίμονο μου όμως, δεν ήμουν άξιος αυτής της τιμής ούτε τότε, ούτε, πολύ περισσότερο, τώρα. Όμως παρόλα αυτά ξέρεις πόσο βαθιά λαχτάρησα να μπορούσα να ακολουθήσω με πλήρη συνέπεια τα αιματοβαμμένα ίχνη Σου.

Εσύ μόνο γνωρίζεις κάποια δάκρυα, κάποιους ίδρωτες, κάποιους μόχθους, κάποιες αγωνίες, κάποιες αγρυπνίες, κάποιες περιφρονήσεις, κάποιες ειρωνείες ή και απειλές, πού μου απευθύνθηκαν, κάποιο αίμα της καρδίας, κάποιους αλάλητους στεναγμούς, πού προσφέρθηκαν ταπεινά μόνο και μόνο για να εξαγνισθεί ή ταπεινή μου προσφορά. Εσύ

ξέρεις πόσο μου κόστισε ή αποδοχή της κλήσεώς Σου.

Το πώς οδήγησες τα διστακτικά και παραπαίοντα βήματα μου, το πόσο με ανέχθηκες στις πτώσεις μου και στις αδεξιότητες μου, το γνωρίζω πολύ καλά για τον εαυτό μου. Σε ευχαριστώ, Κύριε, ταπεινά για όλα αυτά.



ΞΕΡΕΙΣ όμως πάλι, Κύριε, πόσοι όγκοι εγωισμού, διαφορώτατων με μητέρα τους τη φιλαυτία, ανθρωπαρέσκειας, ιδιοτέλειας, μικροτήτων και με ένα λόγο αμαρτωλότητος απροσμέτρητης, μόλυναν πάντα την προσφορά μου.

Ξέρεις πώς κατά βάθος αναζητούσα τον εαυτό μου -και δεν Σου το κρύβω, το ξέρεις άλλωστε ως Παντογνώστης, πώς και τώρα το ίδιο κάνω- ή υπολόγιζα τους ανθρώπους, την κρίση τους την καλή για μένα, την εύνοια τους, την τιμή τους για μένα. Ανακαλύπτω τώρα πια με πολλή οδύνη, πώς πολύ λίγο έβλεπα το Ποίμνιο ως ψυχές προς σωτηρία. Δεν πόνεσα μέχρι θανάτου για αυτές.

Όχι. Υπήρξα πολύ σκληρός κι ας φυλαγόμουν να μην το δείχνω.

Υπήρξα ξένος προς την τρυφερότητα και την αγάπη, που κλαίει και αγρυπνεί με πόνο πού προσφέρει τα πάντα για το όποιο λογικό πρόβατο της μικρής του ποίμνης πού πεθαίνει ευχαρίστως γι' αυτό πού το αγαπάει για ότι είναι.

Εγώ, κι αν υποτεθεί πώς αγαπούσα σε κάποιο βαθμό, τον εαυτό μου ουσιαστικά αγαπούσα. Αγαπούσα για τον εαυτό μου.

Πόσο αληθινό είναι αυτό, το αποδεικνύει το γεγονός, πώς πολλές φορές τις ψυχές, πού μου εμπιστεύθηκες, τις εγκατέλειψα άσπλαχνα αναζητώντας «καλύτερους» τάχα τρόπους «αξιοποιήσεως» του εαυτού μου.

Είχα και έχω τόσο τερατώδη ιδέα για τον εαυτό μου! Φοβόμουν ουσιαστικά τον θάνατο. Τον θάνατο για Σένα και το Ποίμνιο Σου. και πιστεύω πώς ποτέ μου δεν προχώρησα πέρα από έναν κούφιο συναισθηματισμό λόγων στο σημείο αυτό. Και απόδειξη είναι οι τόσες φορές, πού απομακρύνθηκα οικειοθελώς από το Ποίμνιο.

Άλλο το ότι ή αγάπη Σου μου έδωσε να καταλάβω πώς δεν μου ήταν επιτρεπτό να εγκαταλείψω με τόσο επιπόλαιο τρόπο τις ψυχές, πού μου εμπιστεύθηκες. Δια μέσου των γεγονότων μου έκανες φανερό πώς ή θέση μου ήταν στον τόπο, οπού με τοποθέτησες αρχικά και πώς σε αυτόν έπρεπε να πεθάνω.

Ό θάνατος μου θα έπρεπε να πέραση όλα τα στάδια του, ώσπου να ολοκληρωθεί με την εναπόθεση του πνεύματος μου στα χέρια Σου και μαζί και της εντολής Σου. Γι' αυτό με ξανάφερες στον αρχικό μου τόπο μη ευλογώντας τις προσπάθειες μου, αλλά αντίθετα καταστρέφοντας το έργο των χεριών μου. Σε ευχαριστώ για την καταστροφή αυτή. Σε ευχαριστώ ταπεινά για την ανοχή, πού εξακολουθητικά μου δείχνεις, έστω κι αν είναι πολύ οδυνηρές οι φανερώσεις τους.

Σε ευχαριστώ γιατί δεν με άφησες στον ύπνο των φαντασιώσεων μου, αλλά με ξύπνησες στην πραγματικότητα μου και στην αλήθεια πού αφορά έμενα τον ίδιο. Που θα ήταν δυνατό να είχα καταντήσει αλλιώς!

Μα, να, πού χρειάστηκε να απομακρυνθώ πάλι από το Ποίμνιο Σου. Όμως ετούτη τη φορά όχι από υπαιτιότητα δική μου, Κύριε μου, όσο κι αν οι αμαρτίες μου παίζουν πάλι το θλιβερό τους ρόλο και στην περίπτωση αυτή. Το γιατί το ξέρεις, Κύριε μου.

Εσύ ξέρεις και τους βαθύτερους λόγους, πού εγώ τους αγνοώ.

Εσύ γνωρίζεις πόσο έκλαψα και πόσο κλαίω γι' αυτό.

Κλαίω σαν μωρό παιδί.

Ματώνει ή καρδιά μου καθώς βλέπω τα πρόβατα Σου λεηλατημένα, χωρίς ποιμένα, χωρίς φροντίδα και «θεραπεία» των πολλών τους αναγκών, χωρίς την κανονική προσφορά του «σιτομετρίου» τους για να διατηρηθούν στην πνευματική τους ζωή. Πόσο πονώ, Κύριε μου και με μόνη τη σκέψη, ότι δεν μπόρεσα να φέρω εις πέρας το έργο, πού μου ανέθεσες. Όχι πώς είναι ποτέ δυνατόν να άχθη ποτέ σωστά εις πέρας, αλλά να, έτσι ανθρώπινα κρίνοντας λέω να μπορούσα να εκπληρώσω τουλάχιστον κάπως υποφερτά το χρέος μου.

Θα ήθελα και την ίδια τη ζωή μου να έδινα, όσο φτωχή και ασήμαντη κι αν είναι,, όσο κι αν δεν αξίζει καθόλου, μα καθόλου για τις ψυχές, πού μου έκανες την υψίστη τιμή να μου εμπιστευθείς. Πόσο αγάπησα το ποίμνιο αυτό , το ξέρεις, Κύριε. και πόσο το λαχταρώ δεν το αγνοείς καρδιογνώστης, πού είσαι.



ΞΕΡΩ όμως κι ετούτο: Καμιά θυσία δεν είναι ευπρόσδεκτη ενώπιον Σου και δεν μεταβάλλεται «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής», αν δεν γίνεται σύμφωνα με το πανάγιο θέλημα Σου. Και αν καμιά ανθρώπινη δεν είναι αξία της Μεγαλοσύνης Σου, πόσο μάλλον ή δική μου, πού θα ήταν ήδη από την πηγή της βρωμερή και αηδιαστικά μολυσμένη με κάθε ανθρώπινη αμαρτία και αθλιότητα; Ξέρω πολύ καλά, Κύριε μου, πώς το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνεται καλά, όταν δεν γίνεται σύμφωνα με το Απόλυτο Καλό, το πανάγιο θέλημα Σου.



Το ζήτημα δεν είναι να θυσιαστώ εγώ και όπως το θέλω εγώ, αλλά αν το θέλεις Εσύ και όπως το θέλεις Εσύ.

Γι' αυτό και υποτάσσομαι στο θέλημα Σου. Δέχομαι ευχαρίστως την περιφρόνηση του να θεωρούμαι «προδότης» του Ποιμνίου Σου, λιποτάκτης του χρέους μου έναντι των αγαπημένων μου ψυχών. Με παρηγορεί ή σκέψη πώς παρόλα αυτά. Εσύ ξέρεις τα πάντα. Ξέρεις πιο καλά και από μένα τον ίδιο αυτά, πού με αφορούν.



Εσύ τα ξέρεις σωστά και όπως είναι. Οι άνθρωποι τα ξέρουν, αν τα ξέρουν, ανάποδα, λειψά, παραποιημένα, από αδέσποτες ίσως φήμες, από διεργασίες της δικής τους φαντασίας ή καχυποψίας και με βάση ίσως ότι ή όχι καλή διάθεση μερικών ίσως έχει χαλκέψει.



ΜΑΚΡΙΑ, τοπικά πια από το ποίμνιο, πού αγαπώ με όλη μου την καρδιά, μα και εντελώς αδύνατο να παρευρίσκομαι κοντά τους εφ' όρου ζωής, νιώθω το χρέος να βρίσκομαι δίπλα του πνευματικά και αθώρητος, να ξαγρυπνώ μαζί Σου για τις αγαπημένες μου ψυχές. Να μιλώ μαζί Σου γι` αυτές. Να βουλεύομαι μαζί Σου για τις εγκαταλελειμμένες, τις πονεμένες, τις βασανισμένες, τις γεμάτες λαχτάρα να έρθουν κοντά Σου ψυχές.



ΜΕ τα μάτια της ψυχής μου και από ότι τυχόν ξέρω ή μαθαίνω, βλέπω την Ποίμνη Σου περιτριγυρισμένη από λύκους διψασμένους για αίμα, κυριαρχημένους από άγρια βουλιμία να καταβροχθίσουν ψυχές.

Βλέπω μεταμφιεσμένους σε πρόβατα θανάσιμους εχθρούς των προβάτων Σου, πού θέλουν να τα απομυζήσουν.

Βλέπω τους θρασείς «κλέπτας», πού έρχονται να «αρπάσωσι», να «θύσωσι», να «απολέσωσι». Βλέπω... και τι δεν βλέπω.

Μη μπορώντας όμως να κάνω τίποτε άλλο, κράζω;



Κύριε, κράζω με όλη τη δύναμη της ασθενικής μου φωνής: Βοήθεια, Κύριε! Βοήθεια! Κλέφτες στο μαντρί! Λύκοι στο κοπάδι με αιμοβόρα διάθεση! Φωνάζω σε Σένα τον μόνον Αρχιποίμενα, γιατί ξέρω και την απέραντη στοργή Σου για κάθε πρόβατο προσωπικά και την άπειρη δύναμη Σου να συμπαρασταθείς σ' αυτά και στις δυσκολίες τους και στους πειρασμούς τους. Κράζω έτσι δεμένος, πού είμαι, με καταματωμένη και κουρελιασμένη την καρδιά μου, με πλημμυρισμένα από δάκρυα τα μάτια μου, με φωνή, πού την αλλοιώνουν ασυγκράτητοι λυγμοί. Κύριε, προστάτευσε την Ποίμνη Σου! Οδήγησε της τα βήματα «εις νομάς σωτηρίους», «εις τόπον χλόης», «εις ύδατα αναπαύσεως». Εκεί στους θεϊκούς λειμώνες της θεία Σου αγαπήσεως έκθρεψέ την με τα αγιαστικά της χάριτος Σου και προ πάντων με την τροφή της αθανασίας, το πανάγιο Μυστήριο της ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ, το αντίδοτων του θανάτου.



Και ΠΡΟ ΠΆΝΤΩΝ ΣΤΕΙΛΕ ποιμένες άγιους, σεμνούς, σώφρονες, καθαρούς, ταπεινούς, τίμιους, ανιδιοτελείς, αληθινούς γνήσιους ώριμους πνευματικά, «υγιαίνοντας περί την πίστιν», φωτοειδείς και χριστοειδείς, ώστε να κατευθύνουν την Ποίμνη Σου «εις τόπον Σου».



Ναι Κύριε, Κύριε μου, Σε ικετεύω θερμά με δάκρυα, στείλε άγιους ιερείς, εργάτες του θερισμού Σου, οικονόμους της ποικίλης Χάριτος Σου στο εγκαταλελειμμένο Ποίμνιο Σου, Στείλε ιερείς παρακαλούντας τον λαό σου Κύριε!



Ώ, πόσο θα χαίρομαι, όταν ή Ποίμνη Σου θα χαίρεται! Πόσο θα σκιρτώ από αγαλλίαση, όταν το λογικό Σου κοπάδι θα αναπαύεται κάτω από τη θεία Σου, σκέπη, αναπνέοντας τη ζείδωρη αύρα της Χάριτος Σου, ήρεμο και γαλήνιο, γιατί θα ξέρη πως πάνω του αγρυπνείς Εσύ ο ίδιος!



ΓΝΩΡΙΖΩ όμως πόσο ή ανθρώπινη πραγματικότητα είναι πεζή, απογοητευτική, αντινομική, γεμάτη αδυναμίες. Ξέρω από τον ίδιο τον εαυτό μου πόσο δύσκολο είναι για τα πρόβατα Σου να υποταχθούν πέρα για πέρα στο θέλημα Σου. Είναι τόσο διεφθαρμένη ή φύση μας και τόσο διεστραμμένη από την αμαρτία, Κύριε!



Δεν αγνοώ ακόμα πώς το δυσκολότερο επίτευγμα είναι να ενωθούν όλα τα πρόβατα εσωτερικά, οργανικά, αληθινά σε μια πραγματικά πνευματική ποίμνη υπό ένα Ποιμένα, Εσένα, ω Ιησού μου.



Για αυτό δεν προσευχήθηκες εσύ ο ίδιος στον Πατέρα Σου λίγο πριν από το πάθος Σου; Ξέρω από πικρή πείρα τον διασπαστικό ρόλο των προσωπικών αντιλήψεων και ιδεών, των συναισθηματικών καταστάσεων, της άγνοιας του Ευαγγελίου Σου της ελλείψεως της εσωτερικής μυστικής (επί)κοινωνίας με Σένα και με τα υπόλοιπα πρόβατα Σου μεταξύ τους, της σφοδρής πολεμικής εναντίον της Εκκλησίας Σου, του κάκου, κάκιστου, παραδείγματος κάποιων ανάξιων ποιμένων Σου, από τους οποίους ο χειρότερος τυχαίνει να είμαι εγώ.



Ξέρω πόσο ο «αρχέκακος όφις», ο εχθρός διάβολος, σπέρνει κάθε είδους ζιζάνια ανάμεσα στα πρόβατα Σου. Δεν αγνοώ πόσο δελεαστικά και γοητευτικός πλάνα είναι τα μονοπάτια της αμαρτίας και των φευγαλέων, απατηλών δε, αγαθών του κόσμου ετούτου. Όλα αυτά και ότι σχετικό, κρατούν το Ποίμνιο Σου σε κατάσταση συγχύσεως, διασκορπισμού, αδυναμίας συμπορεύσεως, συμπνευματισμού στο Όνομα Σου.



Μη μπορώντας να κάνω τίποτε -μα και στην καλύτερη περίπτωση τι μπορεί να κάνη ο άνθρωπος;- Σε παρακαλώ δέξου μια ταπεινή προσφορά, Κύριε. Μια προσφορά ενός ανάξιου ποιμένος ψυχών, πού παρόλη την αθλιότητα του αγαπάει τα πρόβατα Σου, δηλαδή τους αδελφούς του, γιατί και αυτός πρόβατο Σου είναι, τα νιώθει ενωμένα μαζί του με μια ενότητα «εν ενί πνεύματι και μια καρδία» και ικετεύει γι' αυτά. Και ή προσφορά μου θα είναι:

ΓΙΑ όσα πρόβατα Σου

δεν Σε γνωρίζουν και γι' αυτό και δεν επικοινωνούν μαζί Σου,

θα επικοινωνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

κλαίνε για τις οποίες παραβάσεις τους και εκτροπές

τους, μικρές ή μεγάλες, τις εν γνώσει ή εν αγνοία

τους,

Θα κλαίω εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

βυθίζονται ατό βούρκο της αμαρτίας χάνοντας την

αγνότητα τους, θα θρηνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

κοιμούνται τον μακάριο ύπνο της αμελείας και

αδιαφορίας, θα ξαγρυπνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

ΣΕ βλασφημούν και Σε περιφρονούν, γιατί ποτέ

Τους δεν γνώρισαν πραγματικά, θα Σε υμνώ και

Θα Σε δοξολογώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

Είναι δέσμια οποιουδήποτε πάθους, γονατιστός

Θα Σε, ικετεύω να τα ελευθέρωσης από τα φοβερά

δεσμά τους.

Για όσα πρόβατα Σου

Πέφτουν σε χέρια λύκων, με αγωνιά και απελπισμένα

Σου κράζω. Κύριε, Κύριε, Κύριε, σώσε τα!

γλίτωσε τα!

Για όσα πρόβατα Σου

βρίσκονται σε απελπιστική κατάσταση, σε

σε αδυναμία να σκεφτούν και μη μπορώντας

να βρουν τη σωτήρια διέξοδο από τον λαβύρινθο,

στον οποίο βρίσκονται, θα Σου δέομαι εγώ.

Με όσα πρόβατα Σου

αγωνίζονται ειλικρινά, και δακρύζουν και πονούν

και πασχίζουν και ματώνουν και αδιάκοπα

προσπαθούν να «τελέσωσι τον δρόμον» τους με χαρά.

για να φέρουν σε αίσιο πέρας το έργο της σωτηρίας τους.

Θα συναγωνίζομαι και εγώ «εν τοις προσευχαίς»,

ώστε να αξιωθούν να λάβουν το στεφάνι της νίκης,

το όποιο «αποδώσεις Συ ο δίκαιος Κριτής

εν εκείνη τη ήμερα».


ΞΕΡΩ πώς ο καθένας μας είναι προσωπικά υπεύθυνος ενώπιον Σου, Κύριε. «Έκαστος περί εαυτόν δώσει λόγον Σοί τω Θεώ».

Ξέρω όμως πάλι πώς τίποτε δεν εμποδίζει την αγάπη στο όνομα Σου να ταυτίζεται με όλη την Εκκλησία Σου, «μη ζητούσα τα εαυτής», και να ακολουθήσει τα ίχνη Σου, για να γίνει «χριστοειδής» και «χριστόμορφος».

Εσύ δεν έκανε για μας και αντί για μας αυτό το όποιο, ό,τι και να ξέραμε, ό,τι και να θέλαμε, ότι και να πασχίζαμε, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να κατορθώσουμε; Αν τόλμησα και είπα τις μεγάλες κουβέντες, πού είπα πιο πάνω, τόλμησα να το κάνω μόνο και μόνο, γιατί ξέρω πολύ καλά πώς όχι εγώ ο γήινος και αδαμιαίος και πρώτος των αμαρτωλών, αλλά Εσύ είσαι Εκείνος, πού θα κάνης ότι δεν κάνουμε εμείς και θα συμπλήρωσης τις δικές μας ελλείψεις και ατέλειες.

Κανένας δεν αγαπάει τα πρόβατα Σου, όσο Εσύ ο ίδιος. και φυσικά δεν περιμένεις να μάθεις τις ανάγκες τους από τις δικές μας αναιμικές προσευχές. Επειδή όμως Σε ξέρω, όσο και αν ή γνώση μου για Σένα είναι απόλυτα μικρή και μηδαμινή, τόλμησα να μιλήσω «εις τόπον Σου», όπως Θα μιλούσες Εσύ. Αποτόλμησα να γίνω των δικών Σου συναισθημάτων -σε κάποιον ελάχιστο βαθμό, βέβαια- ερμηνεύς για τα πρόβατα Σου, πού για χάρη τους έγινες «ο Ών ός ουκ ης δι' ημάς». Αν όμως παρόλα αυτά είναι τα λόγια μου υπερφίαλα και παράτολμα για την αθλιότητα μου, συγχώρησε με. Κύριε. Συγχώρησέ γιατί ξέρω την αδυναμία μου. Συγχώρησέ με, γιατί στην υπερβολή της αγάπης είπα, ότι και δεν μου ταιριάζει και με ξεπερνάει «άπειρον όσον».



ΔΕΞΟΥ Κύριε Ιησού γλυκύτατε, Αρχιποίμην Ιησού, Υιέ Θεού Μονογενές, Αγάπη της Αγάπης-του Πατρός, πού είναι ή ρίζα κάθε αγάπης, δέξου, ΚΥΡΙΕ μου, την ταπεινή μου προσφορά. Δέξου την και επειδή οπωσδήποτε είναι μολυσμένη και βεβορβορωμένη από την άμετρη αμαρτωλότητά μου, εξάγνισε -την ΕΣΥ καθάρισε την Εσύ, συμμόρφωσε την Εσύ σύμφωνα με τη δική Σου σοφία και καθαρότητα.

Δέξου τους χτύπους της καρδιάς μου, όσο κι αν είναι πήλινη.

Δέξου τα δάκρυα μου, όσο κι αν είναι γήινα.

Δέξου την ταπεινή μου ικεσία, όσο κι αν είναι φτωχή και ισχνή.

Σε ικετεύω, φτωχό Σου πρόβατο κι εγώ, για τα πρόβατα Σου, πού είναι αδέρφια μου, πού είναι παιδιά Σου, που είναι παιδία του «Πατρός ημών του εν τοις ουρανοίς», Πρωτότοκε και Πρεσβύτερε Αδελφέ, Κύριε και Δέσποτα Ιησού Χριστέ, Σωτήρ μου.

ΟΣΟΝ καιρό μετάνοιας, συντριβής, προσευχής, αφιερώσεως και ησυχίας πνευματικής θα μου χαρίζει ή ευσπλαχνία Σου -μια μέρα; μια εβδομάδα; ένα μήνα; ένα χρόνο;- όσον καιρό θα μου χαρίζει ή άμετρη αγαθότητα Σου και ανοχή Σου, θα τον αφιερώσω σε αυτό το έργο: θα ικετεύω για τα πρόβατα Σου. Ώ, μην απορρίψεις την ταπεινή μου ικεσία, Κύριε! Το ξέρεις πως η μεγάλη μου ευτυχία κλείνοντας τα μάτια στον μάταιον αυτόν κόσμο, ή πιο μεγάλη μου χαρά, θα είναι να έχω κρατήσει μια και μόνο εικόνα:

"ένα κοπάδι λογικών προβάτων, των προβάτων, που μου είχες Εσύ εμπιστευθεί, μα δεν αξιώθηκα να πεθάνω ανάμεσα τους, να βόσκουν ενωμένα, αγαπημένα, ειρηνικά, πνευματικά καταρτισμένα σε κάποιους λειμώνες της Χάριτος Σου, κάτω από τα στοργικά βλέμματα ενός —ίσως και περισσότερων- αγίων ιερέων και πνευματικών ποιμένων, πού θα τους έχεις στο μεταξύ Εσύ στείλει, γιατί και γι' αυτό Σε έχω ενοχλήσει πολύ, όπως το ξέρεις καλά.

Ίσως αύτη ή εικόνα, πού θα έχω κλείσει στα μάτια μου, νάναι ή μόνη μου απολογία μπρος στο φοβερό Κριτήριο και το αδέκαστο Βήμα Σου.

Όταν μου πεις: τι έκανες λοιπόν, φτωχή ψυχή, εκεί κάτω στη γη; Θα μπορώ ίσως τότε με όλη την απλότητα και το θάρρος, πού μου εμπνέει ή αγάπη Σου, να Σου αποκριθώ ταπεινά:
Σου δάνειζα τα δάκρυα μου,

για να κάνης τις συνθέσεις

των χρωμάτων αυτής της εικόνας,

που έφερα μαζί μου Κύριε!

ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ, ΙΗΣΟΥ ΜΟΥ!

Από το βιβλίο 
''Προσευχητικές και εξομολογητικές πατρικές ικεσίες''

Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016

Πώς γινόταν η Εξομολόγηση τους πρώτους αιώνες στην Εκκλησία (μέρος Α΄).

Πώς γινόταν η Εξομολόγηση τους πρώτους αιώνες στην Εκκλησία (μέρος Α΄).

Πώς γινόταν η Εξομολόγηση τους πρώτους αιώνες στην Εκκλησία (μέρος Α΄).

Από την Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου

 Α.      «Υπήρχε μόνο δημόσια εξομολόγηση. Σε αυτήν υποβάλλονταν τα ελαφρά αμαρτήματα, ενώ οι χριστιανοί εύχονταν στο Θεό υπέρ των αμαρτωλών αυτών.  «Να εξομολογείστε λοιπόν ο ένας στον άλλον τις αμαρτίες και να προσεύχεστε ο ένας για τον άλλον, για να θεραπευτείτε. Έχει μεγάλη δύναμη η προσευχή δίκαιου ανθρώπου όταν είναι ενεργής (εντατική)» (Επιστολή Ιακώβου, 5,16).
Δεν αναφέρεται ιδιαιτέρως συγχωρητική ευχή εκκλησιαστικού λειτουργού, αλλά αυτός βεβαίως συμπροσευχόταν μαζί με τους άλλους χριστιανούς. Η ευχή αυτού θεωρήθηκε η κυριότερη και σιγά σιγά έπαυσε η ευχή των χριστιανών.
Τα βαριά αμαρτήματα, κατά την επικρατέστερη γνώμη, απέκλειαν ολοτελώς από την Εκκλησία. Η γνώμη αυτή στηρίζεται στην προς Εβραίους επιστολή και την πρώτη επιστολή του Ιωάννη. Σύμφωνα με αυτές, τα μετά το βάπτισμα βαριά αμαρτήματα υπάγονταν στην άμεση κρίση του Θεού, άνθρωποι δεν μπορούσαν να αναμιχτούν σε αυτά με προσευχές και δεήσεις. Η σχέση αυτών με αυτά που τελούνταν στη δημόσια εξομολόγηση είναι προφανής. Τα μετά το βάπτισμα βαριά αμαρτήματα αποκλείονταν από τη δημόσια εξομολόγηση.

Ο αριθμός των βαρέων αμαρτημάτων δεν ήταν καθορισμένος. Ο Απόστολος Παύλος αναφέρει πάντοτε περισσότερα από τρία, όχι πάντοτε τον ίδιο αριθμό, και κάθε φορά αναφέρει, όσα από αυτά είχε λόγους για αυτό, ή όσα θυμόταν (Α Κορινθίους, 5,11. 6,9 και εξής, προς Γαλάτας 5,19 και εξής, Α΄ προς Τιμόθεον 1,9 και εξής). Έτσι οι χριστιανοί θα πλησίαζαν κατά το δυνατόν περισσότερο προς το ιδανικό. Ότι αποκλείονταν ολοτελώς από την Εκκλησία αυτοί που αμάρταναν βαριά και ότι ως βαριά αμαρτήματα θεωρούνταν πολλά, ήταν εκδήλωση των ενθουσιαστικών τάσεων της εποχής αυτής, της ιδέας, δηλαδή, ότι πλησίαζε η Δευτέρα παρουσία του Χριστού και η τελική κρίση.
Η ιδέα αυτή έκανε τους χριστιανούς αυστηρότερους με τους εαυτούς τους και με τους άλλους και καθιστούσε τολμηρό, η Εκκλησία να λάβει απόφαση για αυτούς που αμαρτάνουν βαριά, αφού μετά από λίγο ο ίδιος ο Θεός θα αποφάσιζε για αυτούς.
Αυτοί που αμάρταναν βαριά δείχνοντας στο μεταξύ ανάλογη μεταμέλεια, μπορούσαν να ελπίζουν, ότι θα συγχωρεθούν από το Θεό στη μέλλουσα κρίση. Έτσι ο Παύλος συμβούλευε τους Κορινθίους «να παραδώσουν αυτόν τον άνθρωπο (τον αιμομίκτη) στο σατανά για να βασανιστεί η σάρκα, έτσι ώστε το πνεύμα να σωθεί στην ημέρα του Κυρίου» (Α΄ προς Κορινθ. 5,5).
Ένας λόγος του Χριστού έδινε βεβαίως στους αποστόλους απεριόριστο δικαίωμα να συγχωρούν αμαρτίες (κατά Ιωάννην 20, 23), αλλά αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι χαρισματούχοι, προκειμένου για χριστιανούς που αμάρτησαν βαριά, εξαιτίας των λόγων που αναφέρθηκαν, έκαναν σε έκτακτες περιπτώσεις χρήση αυτού του δικαιώματος, και όσες φορές έκαναν χρήση αυτού, θεωρούνταν ένδειξη, ότι ο Θεός συγχωρούσε αυτόν που αμάρτησε βαριά και γινόταν αυτός πάλι δεκτός στην Εκκλησία (Ευσεβίου, Εκκλ. Ιστορία 3,23, 7 και εξής).
Αν εξαιρέσουμε τις έκτακτες αυτές περιπτώσεις, οι βαριά αμαρτάνοντες χριστιανοί αποκλείονταν ολοτελώς από την Εκκλησία και δεν γίνονταν πλέον δεκτοί σε αυτήν. Αυτής της κατάστασης απήχηση υπάρχει σε κάποιο χωρίο του Ειρηναίου που έγραψε το κατά αιρέσεων σύγγραμμά του γύρω στο 180.
«Είπε ο πρεσβύτερος εκείνος, ότι φοβάται μήπως τυχόν μετά τη γνώση του Χριστού, αφού πράξουμε κάτι που δεν αρέσει στο Θεό, δεν πάρουμε πλέον άφεση των αμαρτιών, αλλά αποκλειστούμε από τη βασιλεία του» (Κατά αιρέσεων, 4,27,2).
Επίσης στα αρχαιότερα συγγράμματα του Ωριγένη, ιδίως στο περί ευχής, που γράφτηκε γύρω στο 232. «Δεν γνωρίζω πώς κάποιοι επέτρεψαν στους εαυτούς τους αυτά που είναι πάνω από την ιερατική αξία, ίσως χωρίς να είναι ακριβείς στην ιερατική επιστήμη, καυχιούνται ότι μπορούν και ειδωλολατρείες να συγχωρούν, να δίνουν άφεση σε μοιχείες και πορνείες, επειδή η προσευχή τους για αυτούς που τόλμησαν αυτά λύνει και την προς θάνατον αμαρτία» (Περί ευχής, κεφ. 28)…» (Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, εκδόσεις Παπαδημητρίου σελ. 54-56, το κείμενο μεταγλωττίστηκε στη δημοτική, υπογραμμίσεις δικές μας)

 Β.      «Μεταβολές, που επήλθαν στην εξομολόγηση και τη μετάνοια, όσον αφορά σε δύο βαριά αμαρτήματα (έκπτωση από το χριστιανισμό και ακολασία), είδαμε αλλού (κεφ. 2 και 3). Σε αυτά ακολούθησε το τρίτο βαρύ αμάρτημα, ο φόνος, αλλά χωρίς έριδες και σχίσματα.
Για το φόνο πρώτη η σύνοδος της Αγκύρας (314) παρουσιάζεται ότι εγκατέλειψε την ισόβια μετάνοια με ευρύτερη έννοια (άφεση μετά τη β΄ παρουσία του Χριστού κατά την τελική κρίση). Στον εν μετανοία ευρισκόμενο εκούσιο φονέα ώρισε να παρέχεται το «τέλειον» (πλήρης εκκλησιαστική αποκατάσταση, θεία ευχαριστία) στην επιθανάτια κλίνη (κανόνας 22, ισόβια μετάνοια με στενότερη έννοια).
Μετά από αυτά εγκαταλείφθηκε και αυτού του είδους η ισόβια μετάνοια. Επικράτησε πρόσκαιρη μετάνοια. Ο Μέγας Βασίλειος (+ 379) δέχεται τους εκούσιους φονείς μετά από τέλεση εικοσαετούς μετάνοιας (κανόνας 56). Οι συγκαταβάσεις αυτές που γίνονταν στους βαριά αμαρτάνοντες είχαν ως βάση, ότι μετά το βάπτισμα υπήρχε μία μόνο μετάνοια. Αργότερα, και σε αυτούς που για δεύτερη φορά έπεφταν σε βαριά αμαρτήματα άρχισε να παρέχεται η άφεση στην επιθανάτια κλίνη (Ρώμης Σιρίκιος, 384-399), έπειτα όμως και πριν από αυτήν την επιθανάτια κλίνη, και όχι μόνο για δεύτερη φορά, αλλά και για περισσότερες (11 κανόνας Τολέδου 589).
Τα βαριά αμαρτήματα πλησίασαν τα ελαφρά αμαρτήματα. Όπως αυτά υποβάλλονταν στη δημόσια εξομολόγηση και μετάνοια, έτσι και εκείνα υποβλήθηκαν στην ίδια εξομολόγηση και μετάνοια, αλλά μακρότερη και αυστηρότερη. Εξαιτίας αυτού επήλθε ανάπτυξη της δημόσιας μετάνοιας. Οι μετανοούντες διαιρέθηκαν σε τάξεις. Επέδρασε ο θεσμός των κατηχουμένων. «Όπως εκείνοι διαιρούνταν σε δύο τάξεις (τους «ακροωμένους» και τους «φωτιζομένους», οι οποίοι γονάτιζαν), έτσι και αυτοί διαιρέθηκαν κατ’ αρχάς σε δύο τάξεις (τους «ακροωμένους» και τους «γόνυ κλίνοντας», ή «υποπίπτοντας»).
Ο όρος «ακροώμενοι» αρμόζει βεβαίως καλύτερα στους κατηχουμένους, που μάθαιναν για πρώτη φορά τα του χριστιανισμού, ενώ οι μετανοούντες κάλλιστα γνώριζαν αυτά. Σαφώς φαίνεται, ότι ο όρος αυτός από τους κατηχουμένους μεταφέρθηκε στους μετανοούντες.
Το ίδιο συνέβαινε και για τον όρο «γόνυ κλίνοντες». Οι τάξεις των μετανοούντων σιγά σιγά έγιναν περισσότερες και διαμορφώθηκαν καλλίτερα. Η διαίρεση των μετανοούντων άρχισε από τα μέσα της γ΄ εκατονταετηρίδας, ενώ η αύξηση των τάξεων και η διαμόρφωσή τους δεν έγινε συγχρόνως παντού. Οι σπουδαιότερες μαρτυρίες της εξέλιξης του θεσμού αυτού είναι οι επόμενες.

Στον Γρηγόριο Νεοκαισαρείας (254) συναντιούνται κυρίως δυο τάξεις, οι ακροώμενοι και οι υποπίπτοντες (κανόνας 7 και 8), ενώ γίνεται και υπαινιγμός και για τρίτη τάξη, τους «συνεστώτες» (κανόνας 9 «και αξιώνονταν της προσευχής»), αλλά είναι άγνωστο, αν αυτή ήταν ήδη τελείως διαμορφωμένη. Τέτοια συναντιέται η τρίτη τάξη αναμφίβολα στη σύνοδο της Αγκύρας (314, κανόνας 25) και στην Α΄ Οικουμενική (325, κανόνας 11).
Ο 11 κανόνας του Νεοκαισαρείας Γρηγορίου αναφέρει τέσσερις τάξεις μετανοούντων τελείως διαμορφωμένες, αλλά, ακριβώς εξαιτίας αυτού, ο κανόνας αυτός δεν είναι γνήσιος και δείχνει την περαιτέρω κατά τον δ΄ αιώνα επελθούσα ανάπτυξη. Οι τέσσερις αυτές τάξεις είναι οι επόμενες.
Η των «προκλαιόντων», οι οποίοι στέκονταν έξω από την πύλη του ναού (στην αυλή), με δάκρυα παρακαλώντας τους εισερχομένους χριστιανούς να προσευχηθούν για αυτούς, η των «ακροωμένων», οι οποίοι στέκονταν στο νάρθηκα μέχρι του κηρύγματος συμπεριλαμβανομένου, αλλά δεν είχαν δικαίωμα να προσεύχονται, η των «υποπιπτόντων» οι οποίοι βρίσκονταν μέσα στο ναό, έχοντας δικαίωμα να προσεύχονται. Η υπόπτωση (γονυκλισία) σχετιζόταν με την προσευχή. Ενώ οι της δεύτερης και τρίτης τάξεως έβγαιναν μαζί με τους κατηχούμενους, οι της τέταρτης τάξης, οι «συνεστώτες», παρέμεναν μέχρι τέλους της λειτουργίας, διαφέροντας από τους άλλους χριστιανούς μόνο σε αυτό, ότι απείχαν από τις καθαγιάσεις και κυρίως από τη θεια ευχαριστία (δες τους κανόνες του Μεγάλου Βασιλείου +379).
Η ομοιότητα των τάξεων των μετανοούντων με τις τάξεις των κατηχουμένων δείχνει, ότι παρέμενε η αρχαία αντίληψη, κατά την οποία, οι βαριά αμαρτάνοντες δεν ανήκαν πλέον στην Εκκλησία. Και επιτράπηκε μεν να μπαίνουν πάλι σε αυτήν, αλλά έπρεπε να διέλθουν την οδό, από την οποία διέρχονταν οι αλλόθρησκοι που ήθελαν να μπουν στην Εκκλησία και γίνονταν κατηχούμενοι. Η οδός μάλιστα αυτή για αυτούς που αμάρτησαν βαριά ήταν μακρότερη και επιπονότερη από αυτήν που διένυαν οι κατηχούμενοι. Οι τάξεις των μετανοούντων ήταν διπλάσιες από τις τάξεις των κατηχουμένων και μία από αυτές, η των προσκλαιόντων, ήταν βαρύτερη από την κατώτερη τάξη των κατηχουμένων. Την συσχέτιση αυτή των μετανοούντων με τους κατηχουμένους έκαναν ήδη αρχαίοι συγγραφείς.
Ο Ωριγένης λέει· «Εάν αυτοί που αμάρτησαν, δείξουν αξιόλογη μεταβολή, με περισσότερο χρόνο από αυτούς που μπαίνουν από την αρχή, ύστερα κάποια στιγμή τους δέχονται (οι χριστιανοί αυτούς)» (Κατά Κέλσου, 3,51).
Οι Αποστολικές Διαταγές την αποδοχή των μετανοούντων επανειλημμένως την παρομοιάζουν με αυτήν των εθνικών (2,39,6).
Η Δύση, έχοντας μία τάξη κατηχουμένων, είχε και μία τάξη μετανοούντων. Όλοι, δηλαδή, οι μετανοούντες εκεί ήταν συνεστώτες, αποκλειόμενοι μόνο από τις καθαγιάσεις (δες Σωζομένου, Εκκλησ. Ιστορία 7,16). Μόλις τον θ΄ αιώνα συναντιούνται στη Δύση τάξεις μετανοούντων, όμοιες με αυτές της Ανατολής…» (Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, εκδόσεις Παπαδημητρίου σελ. 107-109, το κείμενο μεταγλωττίστηκε στη δημοτική)
 Γ.      «Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (+ γύρω στο 213) συμβουλεύει τον πλούσιο να προσλάβει κάποιον, που έχει θείο πνεύμα και θεία γνώση, ως ψυχικό βοηθό και οδηγό (Τις ο σωζόμενος πλούσιος, κεφ. 41), αλλά δεν έχουμε τότε ακόμη την μυστική εξομολόγηση ως εκκλησιαστικό θεσμό.
Οι πρώτες αρχές αυτού συναντιούνται στον Ωριγένη. Κάνει λόγο για μυστική εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων (ελαφρών και βαρέων). Σύμφωνα με αυτόν, ο εξομολογητής θα κρίνει αν το κρύφιο αμάρτημα πρέπει να υποβληθεί στη δημόσια εξομολόγηση (Στον 37 ψαλμό ομιλία β΄, κεφ. 5, γράφτηκε 240-245). Από αυτά φαίνεται, ότι η μυστική εξομολόγηση ήταν μεν πλέον εκκλησιαστικός θεσμός, αλλά δεν θεωρούνταν ακόμη αυτάρκης για όλα τα κρύφια αμαρτήματα, για τα βαρύτερα από αυτά απαιτούνταν και η δημόσια εξομολόγηση.

Η μυστική εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων επικράτησε στην Ανατολή και στη Δύση από τον δ΄αιώνα. Τα αίτια ήταν δύο.
Πρώτον, η δημόσια εξομολόγηση γινόταν μερικές φορές αδύνατη, διότι προκαλούσε τη επέμβαση της χριστιανικής πολιτείας κατά των εγκληματιών και επέφερε εφαρμογή των πολιτικών νόμων, οι οποίοι επέβαλλαν αυστηρές τιμωρίες, ενώ η Εκκλησία απέβλεπε στη διόρθωση των αμαρτωλών.
Ο Μέγας Βασίλειος (+379) απαγόρευσε να γίνονται γνωστές οι μοιχευόμενες γυναίκες, για να μην τιμωρηθούν με θάνατο (κανόνας 34), ενώ ο Αυγουστίνος (+430) για τον ίδιο λόγο απέφευγε να καταστήσει γνωστό φονιά, τον οποίο γνώριζε (Sermo 82,8,11).
Δεύτερον, η μυστική εξομολόγηση γενικώς διευκόλυνε την εξομολόγηση. Ο Χρυσόστομος (+407) επιτιμά τους ακροατές του, διότι ντρέπονται να εξομολογούνται τις αμαρτίες τους, αφού δεν αναγκάζει αυτούς να πράξουν αυτό δημόσια και προτρέπει αυτούς να εξομολογηθούν αυτές σε αυτόν μυστικά (Ομιλία στον Λάζαρο, 4,4). Από τα λόγια αυτά του Χρυσοστόμου, σε σύγκριση με τα παραπάνω αναφερθέντα λόγια του Ωριγένη, καταφαίνεται, ότι η μυστική εξομολόγηση θεωρούνταν πλέον αυτάρκης για όλα τα κρύφια αμαρτήματα.
Σε κάποια μέρη ορίστηκε πρεσβύτερος της μετανοίας, στον οποίο οι χριστιανοί εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ο θεσμός αυτός σχετιζόταν με τη μυστική εξομολόγηση, εισήχθη, άρα, τον ε΄ αιώνα, και, όπως φαίνεται, σκοπό είχε να καταστήσει υποχρεωτική την εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων.
Την εποχή του Κωνσταντινουπόλεως Νεκταρίου (391) στην πόλη εκείνη ευγενής γυναίκα αφού ήλθε στον πρεσβύτερο της μετάνοιας εξομολογήθηκε τις αμαρτίες της, και μία από αυτές ήταν τέτοια, ώστε επέφερε την καθαίρεση του διακόνου της εκκλησίας και την γενική κατά του κλήρου κατακραυγή. Ο Νεκτάριος με τη συμβουλή κάποιου κληρικού κατάργησε το υπούργημα του πρεσβυτέρου επί της μετανοίας (Σωκράτους, Εκκλησ. Ιστορία,5,9. Σωζομένου, Εκκλ. Ιστορία, 7,16). Στην κατάργηση αυτού στην Κωνσταντινούπολη «ακολούθησαν σχεδόν οι επίσκοποι παντού» (Σωζομένου, στο ίδιο).

Σύμφωνα με τον P. Batiffol, πρεσβύτερος της μετάνοιας τον δ΄αιώνα εισήχθη και στη Ρώμη, αλλά εκεί δεν καταργήθηκε ο θεσμός αυτός (Etudes d’ Histoire,Serie I, 1926,σελ. 331 και εξής). Με την κατάργηση του πρεσβυτέρου της μετανοίας, η εξομολόγηση των κρυφίων αμαρτημάτων αφέθηκε πάλι στην ελεύθερη θέληση των αμαρτανόντων. Οι χριστιανοί, που αισθάνονταν την ανάγκη της εξομολόγησης, μπορούσαν από μόνοι τους να βρουν κατάλληλα πρόσωπα για να εξομολογηθούν.
Η ελευθερία αυτή δεν διατηρήθηκε. Σε αυτό συνετέλεσαν τα επόμενα δύο γεγονότα. Πρώτον, ο Μέγας Βασίλειος μεταρρύθμισε την μυστική εξομολόγηση, διότι κατέστησε αυτήν τακτική και υποχρεωτική και την επεξέτεινε και στα μικρότερα αμαρτήματα, τα αμαρτήματα ακόμη των λογισμών. Την σημασία των κακών λογισμών είχαν καταστήσει αυτοτελές πρόβλημα ήδη οι αναχωρητές και μοναχοί, και ο Μ. Βασίλειος συμπεριέλαβε αυτό στα «ασκητικά» του. Συνδύασε αυτό με την εξομολόγηση και την μεταρρύθμιση αυτή της εξομολόγησης εισήγαγε στους μοναχούς με τον μοναχικό του κανόνα· «Πρέπει λοιπόν καθένας από τους υποτακτικούς, εάν βέβαια πρόκειται να δείξει αξιόλογη προκοπή… να απογυμνώνει τα κρυπτά της καρδιάς του σε αυτούς από τους αδελφούς που είναι εμπεπιστευμένοι να φροντίζουν με ευσπλαχνία και συμπάθεια τους ασθενείς» (Όροι κατά πλάτος, ερώτηση 26).
Αλλά η πράξη αυτή των μοναστηριών σιγά σιγά επέδρασε σε ολόκληρη την Εκκλησία. Κατ’ αρχάς επέδρασε στην Ανατολική Εκκλησία, και από αυτήν μεταδόθηκε στην αρχαία Εκκλησία των Βρεττανικών νήσων, η οποία εξ αρχής είχε σχέσεις με την Ανατολή και μάλιστα την Μικρά Ασία (K. Holl,1898).
Οι Ιρλανδοσκώτοι μοναχοί, οι οποίοι έδρασαν στην ηπειρωτική Ευρώπη, διέδωσαν την συνήθεια αυτή στην υπόλοιπη Δύση. Η Εκκλησία προέτρεπε τους χριστιανούς να εξομολογούνται και τα μικρότερα αμαρτήματά τους, και οι χριστιανοί περισσότερο ή λιγότερο ανταποκρίθηκαν στις προτροπές αυτές.

Η υπό του Μεγάλου Βασιλείου στους μοναχούς επιβληθείσα τακτική μυστική εξομολόγηση, πρώτον, συνετέλεσε, ώστε μεταξύ αυτών να αναδειχτούν έμπειροι εξομολογητές (πνευματικοί), ενώ στην Ανατολή και οι χριστιανοί κατέφευγαν πολλές φορές σε τέτοιους έμπειρους εξομολογητές μοναχούς.
Δεύτερον, η Εκκλησία επανίδρυσε το αξίωμα του πρεσβυτέρου της μετανοίας. Η επανίδρυση αυτή έγινε τον ιβ΄αιώνα όπως φαίνεται από τα επόμενα. Τέλη του ια΄ αιώνα, όταν έγραφε Πέτρος ο Χαρτοφύλαξ, δεν υπήρχαν ακόμη ορισμένοι πρεσβύτεροι της μετάνοιας, διότι συμβούλευε να εξομολογείται κάποιος, αν βρει κατάλληλο πρόσωπο. «Εάν λοιπόν βρεις άνδρα πνευματικό και έμπειρο, που μπορεί να σε γιατρεύσει χωρίς ντροπή και με πίστη, εξομολογήσου σε αυτόν σαν στον Κύριο και όχι σε άνθρωπο» (Ράλλη και Ποτλή, Σύνταγμα, 5,373).

Τέλη του ιβ αιώνα, όταν έγραφε ο Θεόδωρος Βαλσαμών, υπήρχαν τέτοιοι. Ο Βαλσαμών όχι μόνο κάνει ρητό λόγο για αυτούς, «πρεσβύτερος να μην απαλλάσσει μετανοούντα χωρίς τη γνώμη του επισκόπου, παρά μόνο από ανάγκη πιέζει από την απουσία επισκόπου» (ο.π. 4,464), αλλά και αναφέρει, ότι και αυτός διόρισε ειδικούς πρεσβυτέρους της μετανοίας στην Αντιόχεια, ως πατριάρχης της πόλεως αυτής (ο.π. 2,70).
Οι μυστικώς εξομολογούμενοι κατ’ αρχάς τελούσαν τη μετάνοια (τις ποινές) δημόσια, ώστε οι χριστιανοί έβλεπαν κάποιον να τιμωρείται, αλλά αγνοούσαν το αμάρτημά του. Αλλά η επικράτηση της μυστικής εξομολόγησης σιγά σιγά είχε ως αποτέλεσμα, ότι και η μετάνοια τελούνταν μυστικά. Η δημόσια εξομολόγηση και μετάνοια παρέμεινε για τα αμαρτήματα που γίνονταν φανερά. Έως πότε διατηρήθηκε, δεν είναι ακριβώς γνωστό.
Οι τάξεις των μετανοούντων που εισήχθησαν στη Δύση τον θ΄ αιώνα εξαφανίστηκαν σιγά σιγά μέσα σε έναν ή δύο αιώνες (Hinschius, Kirchenrecht,5,89 και εξής). Στην Ανατολή αναφέρονται αυτές μέχρι τον ια΄ αιώνα (Συμεών ο νέος Θεολόγος, Migne,155,357 και 360), αλλά δεν είναι βέβαιο αν εφαρμόζονταν»

(Εκκλησιαστική Ιστορία αρχιμ. Βασιλείου Στεφανίδου, εκδόσεις Παπαδημητρίου σελ. 304-307, το κείμενο μεταγλωττίστηκε στη δημοτική υπογραμμίσεις δικές μας)

Παρασκευή 11 Μαρτίου 2016

Τα μυστικά της εξομολόγησης

Τα μυστικά της εξομολόγησης

«Προσεύχομαι, και την πρώτη σκέψη που έρχεται στην καρδιά μου τη δέχομαι ως λόγο Θεού, και αυτή λέω. Είναι ο Θεός που ξέρει τη ζωή σου και το μυστήριο της καρδιάς σου. Εγώ είμαι μόνο ένας πνευματικός»  

ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΤΟΥ ΣΑΡΩΦ

                  …Στον στρατό τα μηνύματα του αρχηγείου πρέπει να φτάσουν στους πολεμιστές προφυλαγμένα από τον εχθρό, ώστε αυτός να μην μάθει τις κινήσεις που θα γίνουν για την εξουδετέρωσή του. Έτσι υπάρχει το στρατιωτικό απόρρητο, που τηρείται με πολλή φροντίδα με την βοήθεια ειδικών υπηρεσιών, την εφαρμογή κρυπτογράφησης και άλλων συστημάτων ασφαλείας. Και εμείς για να ωφελούμαστε τα μέγιστα από το μυστήριο της Εξομολόγησης, πρέπει να κρατάμε τα μυστικά του, όπως μας εξηγεί ο π. Ραφαήλ Νόϊκα:
«Προσέξτε μία ακόμη σημαντική λεπτομέρεια: το απόρρητο της εξομολόγησης. Ξέρουμε ότι οι ιερείς πρέπει να κρατάνε μυστική την εξομολόγηση, αλλά μη νομίζετε ότι αυτό γίνεται μόνο για να προστατέψουμε την ψυχή που έρχεται σ’ εμάς από τον πόνο και την ντροπή και για να την ενθαρρύνουμε να μας ανοίγεται χωρίς φόβο. Δεν είναι μόνο αυτό: είναι κάτι πολύ πιο μεγάλο. Στο μυστήριο της πνευματικής πατρότητας, όπως όλοι νομίζω γνωρίζετε, και ιδιαίτερα στην εξομολόγηση, δεν μπορεί να εισχωρήσει ο διάβολος. Ο διάβολος, όμως, που είναι όχι μόνο κακός, αλλά και πονηρός, ξέρει πώς να μπερδεύει τα πράγματα για να μαντεύει. Όσες, όμως, λιγότερες πληροφορίες έχει, τόσο περισσότερο χρόνο κερδίζουμε εμείς για να δουλεύουμε πάνω στην ψυχή που έρχεται σ’ εμάς, ώστε να στερεωθεί.
Θα ήθελα να προσθέσω ότι στην τσαρική Ρωσία υπήρχε νόμος, η μαρτυρία του ιερέα στα δικαστήρια να μην έχει καμία αξία. Αν και υπήρχε και τότε διωγμός κατά της Εκκλησίας, ιδιαίτερα από τον Μεγάλο Πέτρο και μετά, σε αυτό όμως το γεγονός υπήρχε πραγματικά κάτι το θαυμαστό, διότι μέσω αυτού του νόμου προστατευόταν το μυστήριο της εξομολόγησης: ο ιερέας να μην έχει το δικαίωμα να καταθέσει ως μάρτυρας ούτε υπέρ ούτε κατά, επειδή δεν αποτελούν αυτά τον σκοπό της ιεροσύνης, αλλά σκοπός μας είναι να κρατήσουμε το απόρρητο της εξομολόγησης. Και δεν αρκεί μόνο ο ιερέας να κρατάει απόρρητη την εξομολόγηση, γιατί δεν πρόκειται απλώς για μια επαγγελματική ηθική, όπως στην ιατρική, είναι έργο του Αγίου Πνεύματος, αλλά πρέπει και ο εξομολογούμενος να κρατάει μυστική την εξομολόγηση, γιατί αλλιώς το μυστήριο και πάλι σχεδόν ακυρώνεται. Διότι αν αυτός αρχίσει να λέει: «Α, ο πνευματικός μού είπε αυτό και αυτό», τότε φαίνεται ότι, ως πνευματικός, τον έναν τον γλυκαίνεις και τον άλλον τον μαστιγώνεις για την ίδια αμαρτία. Σύμφωνα όμως με τη σοφία σου, ως πνευματικός, ξέρεις τι ακριβώς θα σώσει τον έναν και τι τον άλλον. Έχει δικαίωμα ο πνευματικός -μιλάμε πάλι για τη δύναμη να μπορείς να δώσεις ζωή- να έχει την ελευθερία να δώσει στον έναν γλυκό και στον άλλον πικρό δηλ. μαστίγωμα, γνωρίζοντας ότι ο ένας θα σωθεί με το γλυκό και ο άλλος με το μαστίγωμα. Αν όμως οι εξομολογούμενοι αρχίσουν να μιλούν μεταξύ τους, τότε σίγουρα θα σκανδαλιστούν.
Στον αββά Ποιμένα συνέβη ένας παρόμοιος πειρασμός, όμως εκείνος διέθετε πολύ περισσότερη σοφία και ήταν ικανός να τον ξεπεράσει. Ο γέροντας του είπε: «άφησε τα πάθη να εισέλθουν και πολέμησε μαζί τους», ενώ σε κάποιον άλλον είπε: «Μην αφήσεις καθόλου να εισέλθουν τα πάθη, αλλά ευθύς ξέκοψέ τα». Ακούγοντας αυτό ο νεαρός Ποιμήν, γύρισε πίσω στον αββά και τον ρώτησε: «Αββά, εγώ σου εμπιστεύθηκα τους λογισμούς μου. Και να, αλλιώς μίλησες σ’ εμένα και αλλιώς στον άλλο». Ο γέροντας του αποκρίθηκε: «Ποιμήν, παιδί μου, δεν μου είπες να σου μιλήσω όπως θα μιλούσα στον εαυτό μου; Σου μίλησα λοιπόν όπως θα μιλούσα στον εαυτό μου. Σου είπα τι κάνω εγώ»!
Ο π. Σωφρόνιος σχολίαζε το παραπάνω περιστατικό ως εξής: Ο άλλος μοναχός ήταν, σαν να λέμε, χονδρο–καλόγερος «της σειράς» (άνθρωπος της σειράς δεν υπάρχει, ο καθένας είναι διαφορετικός, όμως υπάρχει σε αυτό και μία αλήθεια), δεν είχε υψηλό επίπεδο πνευματικότητας. Αν θα άφηνε τους λογισμούς να μπαίνουν στην καρδιά του, τότε η καρδιά του θα μολυνόταν, και είναι άγνωστο ποιος τελικά θα νικούσε ή, οπωσδήποτε, θα αδυνάτιζε πάρα πολύ από αυτούς τους λογισμούς. Ο Ποιμήν όμως ήταν τόσο πολύ γεμάτος από χάρη στη νεότητά του, ώστε, έλεγε ο π. Σωφρόνιος, ο γέροντάς του είδε ότι πάντοτε η χάρη θα νικούσε στην καρδιά του. Αυτός, όμως, όντας γεμάτος από χάρη, αν δεν άφηνε τους λογισμούς να μπαίνουν στην καρδιά του, δεν θα γνώριζε τόσα πολλά στοιχεία, και εδώ μιλάμε για ανθρώπινα στοιχεία, για ανθρώπινη πείρα, τα οποία στη συνέχεια θα του ήταν πολύ χρήσιμα για την καθοδήγηση των ψυχών. Ο Ποιμήν θα ήξερε πλέον όχι μόνο την οδό της χάριτος, αλλά και την πονηρία των κακών λογισμών, επειδή θα είχε παλέψει με αυτούς στην καρδιά του. Και έγινε, όντως, ποιμένας, όπως του προφήτεψε κάποιος: «Ποιμήν, το όνομά σου θα γίνει ξακουστό σε όλη την Αίγυπτο». Βλέπετε, δεν ήταν μόνο μέγας πνευματικά, αλλά ο γέροντας τον εξόπλιζε και με ανθρώπινα όπλα, που τα έχουμε και αυτά ανάγκη.
Τώρα θέλω να εστιάσω στο γεγονός, ότι στον έναν είπε μαύρο και στον άλλον άσπρο, και ότι πρέπει ο πνευματικός να έχει αυτή την ελευθερία. Αν ξέρετε ότι ο εξομολογούμενος κρατάει μυστική την εξομολόγηση, μπορείτε να κάνετε με αυτόν ό,τι θέλετε, και θέλουμε σωτηρία, όχι με την έννοια του «κάνω ό,τι θέλω». Αν ξέρετε ότι δημοσιεύει την εξομολόγηση, θα έχετε δεμένα τα χέρια σας στο πνευματικό σας έργο, διότι ο εξομολογούμενος δεν κρατάει ψηλά το μυστήριο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό, υπάρχει ακόμη ένα πιο μεγάλο μυστήριο, ένα μυστήριο άκρως πνευματικό: όταν ο εξομολογούμενος διατυμπανίζει ό,τι είπε και ό,τι τον συμβούλεψε ο πνευματικός στην εξομολόγηση, τότε ο εχθρός καταλαβαίνει πιο γρήγορα τι μας συμβαίνει, ποιο είναι το αδύνατο σημείο μας, και ξέρει πού και πώς να χτυπήσει. Προσέξτε, για παράδειγμα, τη διήγηση περί των πρωτοπλάστων. Επιτρέψτε μου να την αποδώσω ελεύθερα, για να είναι πιο ζωντανός ο διάλογος. Ο Θεός είπε στον Αδάμ: «Από όλα τα δέντρα θα τρώτε, από αυτό όμως το δέντρο δεν θα φάτε, επειδή, τη μέρα που θα φάτε, θα πεθάνετε» (Γεν. 2, 16-17), και θα έλεγα ότι δεν θέλει απλώς να τον σταματήσει, αλλά κυρίως να του αποκαλύψει τα μυστήρια του Παραδείσου. Έρχεται λοιπόν το φίδι στην Εύα, επειδή τη βρήκε πιο αδύναμη (δεν ξέρω το γιατί, αλλά, βλέπετε, έτσι έγινε το πράγμα), και αρχίζει να της λέει:«Μήπως ο Θεός σού είπε κάτι για το δέντρο, να φας ή να μη φας»; Της έλυσε, όπως λέμε, τη γλώσσα. Συγνώμη για την έκφραση, αλλά το φίδι ήταν πολύ πιο σοφό και δεν μιλούσε όπως μιλάω εγώ τώρα· μιλούσε με πολύ σιγουριά, σαν να ήξερε τα πάντα. Και έτσι συνεχίζει μέχρι σήμερα να κάνει ο πλάνος χρησιμοποιώντας τους ανθρώπους και τους λογισμούς μας (δηλαδή τους ορατούς και αόρατους εχθρούς) και μας λύνει τη γλώσσα!
Και η καημένη η Εύα, σαν ένα αθώο παιδί, του τα είπε όλα. Διότι εμείς βέβαια λέμε στην προσευχή:«ου μη γαρ τοις εχθροίς σου το μυστήριον είπω» (δεν θα πω στους εχθρούς Σου το μυστήριο), η Εύα όμως του είπε: «ο Θεός μάς είπε πως απ’ όλα μπορούμε να φάμε, μόνο από εκείνο το δέντρο να μη φάμε, γιατί θα πεθάνουμε». «Α, ωραία! Τώρα ξέρω πού να χτυπήσω» σκέφτηκε ο διάβολος, και ξέρουμε πώς χτύπησε, και ξέρουμε πού χτύπησε… Αυτό ακριβώς πρέπει να αποφεύγομε στο μυστήριο της εξομολόγησης. Εκπαιδεύστε τα πνευματικά σας τέκνα σε αυτόν τον τύπο: το μυστήριο να μείνει μυστήριο δηλαδή μυστικό. Βέβαια, όπως ανέφερε και ο Σεβασμιότατος και όπως γινόταν αρχικά στην Εκκλησία, η εξομολόγηση δεν ήταν προσωπική-μυστική υπόθεση, διότι εξομολογούνταν δημόσια, όπως βλέπουμε και στο περιστατικό της Κλίμακας (του Ιωάννη του Σιναΐτη). Αρχικά η εξομολόγηση γινόταν δημοσίως ενώπιον όλων. Όμως σκέφτομαι: Τι ακροατήριο ήταν εκείνο! Διότι εκείνοι που άκουγαν βρίσκονταν σε τέτοιο πνευματικό ύψος που μπορούσαν να κλαίνε για τη θλίψη του αμαρτωλού αδελφού, που είναι αμαρτωλός σαν και εμένα, που σαν και εμένα δεν φτάνει στη δόξα του Θεού, και που μπορούσαν με δάκρυα να προσεύχονται να ακούνε το μυστήριο της εξομολόγησης με προσευχή. Όταν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε ο διάβολος δεν μπορεί να εισχωρήσει σε αυτούς, όπως δεν μπορεί να εισχωρήσει στον πνευματικό! Τέτοια ήταν η κοινότητα της Ιερουσαλήμ. Όμως πέσαμε όλοι. Τώρα όχι μόνο δεν μπορούμε να ακούμε εξομολογήσεις που γίνονται δημοσίως, αλλά και σκανδαλιζόμαστε. Μία ιστορία λέει και εύχομαι να είναι μόνο ένα αστείο, ότι ένας πνευματικός ρωτούσε στην εξομολόγηση ένα μικρό παιδί: «Μήπως έκανες αυτό, μήπως έκανες το άλλο»; Και σε μία στιγμή το παιδί τού λέει: «Όχι, αυτό δεν το έκανα, αλλά …καλή ιδέα»! Δηλαδή του έβαλε στον νου μία (κακή) ιδέα. Μας συμβαίνει, ας πούμε, να μολυνόμαστε όταν ακούμε άσχημα περιστατικά, αμαρτωλές υποθέσεις άλλων προσώπων και κινδυνεύουμε να τα ακολουθήσουμε. Και αντί να οικοδομούμε τον εαυτό μας με προσευχή για τον πλησίον, σαν να επρόκειτο για την ψυχή μας την ίδια, όπως συνέβαινε με τους πρώτους χριστιανούς, εμείς ή επηρεαζόμαστε αρνητικά και μολυνόμαστε, ή κάνουμε λογισμούς για τον πλησίον, ή τον θεατρίζουμε, ή μιμούμαστε την κακή του συμπεριφορά». (1,74-79)
Τα παραπάνω ειπώθηκαν για να βοηθήσουν στην κατανόηση κάποιων κύριων χαρακτηριστικών του Μυστηρίου της Εξομολόγησης, που επειδή είναι Μυστήριο στηρίζεται στην πίστη μας στον Χριστό.  Γι’ αυτό να προσερχόμαστε χωρίς αμφιταλαντεύσεις, διότι «πάντα δυνατά τω πιστεύοντι»! Και να μην ψάχνομε την τελειότητα στους άλλους, διότι όχι μόνο δεν πρέπει να νομίζομε ότι είμαστε οι ίδιοι άξιοι για κάτι τέτοιο, αλλά ούτε ξέρομε τι σημαίνει τελειότητα: «Είναι εξ ίσου λανθασμένο και απατηλό να αναμένομε την τελειότητα μιας ομάδας, όσο και την τελειότητα ενός προσώπου. Πρωτίστως γιατί και εμείς δεν έχομε αληθινή και ορθή ιδέα για το τι ακριβώς είναι η τελειότητα», λέει ο γέροντας Σωφρόνιος.


*(απόσπασμα από το άρθρο
 του Λεοντίου Μοναχού Διονυσιάτου 
«Τα μυστικά της εξομολόγησης»).



Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ



ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

Το μυστήριο της Εξομολογήσεως θεμελιώθηκε από τον Χριστό την ημέρα της Αναστάσεως του το εσπέρας. Αφού μπήκε μέσα στο υπερώο «κεκλεισμένων των θυρών» τους είπε: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον, αν τίνων αφήτε τας αμαρτίας αφίενται αυτοίς...» Ποια θα ήταν ή ερμηνεία εδώ; Δείχνει ότι δια της Εξομολογήσεως ό άνθρωπος ανασταίνεται από τον θάνατο των αμαρτιών του. Κανένα μυστήριο δεν θεμελιώθηκε την ήμερα του Πάσχα παρά το Μυστήριο της Μετανοίας. Ό Χριστός έμελλε να φυγή από την γη και έδωσε στους Αποστόλους Του την εξουσία της συγχωρήσεως των αμαρτιών του λάου. Το Μυστήριο αυτό είναι μία ανάστασης εκ νεκρών του ανθρώπου, της ψυχής του. Νομίζω γι' αυτό θεμελιώθηκε το Πάσχα, ώστε εμείς δια της Εξομολογήσεως και της εγκαταλείψεως της αμαρτίας ν' αναστηθούμε μαζί με τον Χριστό στην αιώνια ζωή.
Μια σωστή εξομολόγησης είναι ένα είδος κατηχήσεως. Εξετάζεις τον εαυτό σου και ερωτάς: «Τι έκανα»; Αυτός ό αυτοέλεγχος είναι μια σωστή τοποθέτησης απέναντι στον θεό και στον εαυτό σου. Μη κάνετε μια εξομολόγηση τυπική, διανοητική, αλλά συναισθηματική, λέγοντας: «Αυτό έκανα». Να λέγετε την αμαρτία σας με «τον μούστο της», διότι ή εξομολόγησης μέσω ερωτήσεων ή γραπτού καταλόγου αμαρτιών καταντά μία διανοητική και ασυναίσθητη η εξομολόγησης. Αυτό είναι το μυστήριο που σώζει από τον κατακλυσμό της αμαρτίας. Σαν να μας λέγει ό Χριστός: «'Ό,τι συγχωρείτε εσείς -επίσκοποι και ιερείς- συγχωρώ και Εγώ». Οι συγχωρημένες αμαρτίες, δεν λαμβάνονται πλέον υπ' όψιν λέγει και ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος ούτε στα τελώνια του αέρος, ούτε στην Μέλλουσα Κρίση όπου το μεγαλύτερο πράγμα που πρέπει εκεί να παρουσιάσουμε είναι ή λύσης των αμαρτιών μας.
Αντιλαμβάνεσαι, αδελφέ μου, πόσο εύκολο είναι να σωθείς; Και πηγαίνεις να τα ειπείς, όχι σε ένα άγγελο, αλλά σ' ένα συνάνθρωπο σου! Δεν πρέπει να υπάρχει ντροπή στην εξομολόγηση. Αυτό είναι το πιο αποτελεσματικό όπλο του διαβόλου, να ντρέπεσαι να εξομολογηθείς. Εάν ντρέπεσαι, κρύβεις τις αμαρτίες σου και δεν συγχωρείσαι ούτε εδώ, ούτε στην άλλη ζωή. Μία σωστή εξομολόγησης σημαίνει να τα ειπείς όλα. Πρώτα να εξετάζεις με λεπτομέρειες το κάθε τι στην ζωή σου, να ελέγχεις με ειλικρίνεια τον εαυτό σου και είναι μεγάλο λάθος να μη καταγραφής αυτά που θέλεις να ειπείς. Μπορείς επίσης να επαναλάβεις στην εξομολόγηση κάποιο παράπτωμα σου, εάν νομίζεις διότι δεν γνωρίζεις, εάν το είπες παλαιότερα επειδή δεν το είχες σημειώσει στο χαρτί.
Παρακολούθησε τον εαυτό σου, έλεγχε τα βήματα σου και τους λογισμούς σου. Διότι, εάν σκέπτεσαι ότι θα πρέπει σε λίγο διάστημα να εξομολογηθείς, θα έχεις φόβο στη διαπράξει μιας αμαρτίας και έτσι θα έχεις μια σωστή διαγωγή. Προσοχή να μη σε πιάσει ό θάνατος απροετοίμαστο. Θα ημπορούσα να ειπώ, να μη έλθει ή νύκτα και είσαι ακόμη ανεξομολόγητος. Να μη κρύβεις μέσα σου μια αμαρτία ή την είπες επισκιασμένα.
Δεν είναι ανάγκη να αφήνεις με τα όσα λέγεις, καλή εντύπωση στον Πνευματικό για την ζωή σου. Ό Πνευματικός αισθάνεται καλά, όταν εσύ του λέγεις τις πιο μισητές αμαρτίες σου. Και έχει χαρά, διότι ελαφρώνει ή ψυχή σου και βγαίνει από τον βυθό της αμαρτίας. Ενώ είσαι βυθισμένος στα δύο μέτρα, γιατί του λέγεις ότι είσαι μόνο στον μισό πόντο; Εξομολογήσου καθαρά. Δεν έχει ανάγκη ό Πνευματικός από σένα να επαινείς τον εαυτό σου. Ακόμη να σου ειπώ και κάτι άλλο, ότι είναι γεμάτος από την Χάρη του Θεού, σε αισθάνεται, δεν είναι βλάκας και σε κατανοεί. Πιστεύεις ότι ό Θεός κάνει Πνευματικό τον οποιονδήποτε; Σε αισθάνεται και μπορεί ακόμη και λεπτομέρειες των αμαρτιών σου να σου πει. Άλλα δεν πρέπει να σου δώσει την εντύπωση ότι ξέρει τις αμαρτίες σου. Του αποκαλύπτει ό Θεός με κάποιο τρόπο και εσύ εκπλήττεσαι. Και υστέρα δεν μας ενδιαφέρει τόσο πολύ ή γνώμη Του Πνευματικού που θα κάνη για μας, αλλά κυρίως μας ενδιαφέρει το γεγονός ότι εσύ πέτυχες να λυτρωθείς και δεν καταστράφηκες. Διότι, αδελφοί μου, είτε στην εξομολόγηση θα πείτε τις αμαρτίες σας για να συγχωρηθείτε είτε στην μέλλουσα Κρίση για την τιμωρία, ή αλήθεια είναι ότι θα φανερωθούν και δεν θα μείνουν ποτέ μυστικές. Αυτό ας το ξέρη όλος ό κόσμος. Και εκεί στην Κρίση θα είναι παρών και ό Πνευματικός, όπου δεν θα έχουμε πώς να δικαιολογηθούμε ούτε εμείς, ούτε εκείνος.

1. Είναι καλό να έχουμε μόνο ένα Πνευματικό ή ένα κοντά μας και ένα μακριά μας, στην υπηρεσία μας;
Αγαπητέ μου, καλά είναι, όπου και να εξομολογείσαι, να εξομολογείσαι με ειλικρίνεια. Στον μακρινό Πνευματικό, άλλοτε μπορείς και άλλοτε δεν ημπορείς να φτάσεις. Να μην εξομολογείσαι όμως στον ένα τα ελαφρά και επιεική και στον άλλον τα βαρέα αμαρτήματα σου. Σ' οποίον εξομολογείσαι να τα λέγεις όλα, όσα έκανες. Δεν έχει σημασία στην εξομολόγηση σου ή φήμη Του Πνευματικού, ή ηλικία του, διότι ή δύναμις του δεσμείν και λύειν είναι σε όλους ή ίδια. Ούτε ένας Πνευματικός έχει ισχυρότερη εξουσία από τον άλλο στη συγχώρηση των αμαρτιών. Ίσως να μην έχει πολλή εμπειρία ή το πνεύμα της αγάπης, αλλά ή εξουσία από το Θεό είναι σε όλους ή ίδια. Ή εξομολόγηση αποφασίζεται και γίνεται από σένα και όχι από μένα τον Πνευματικό σου. Εγώ ερωτώ, αλλά αύτη ή ερώτηση εμένα μου κοστίζει.
Εξομολογήσου, κυρία μου. Γι` αυτό το έργο ήλθες.
Μα, ρωτήστε με, πάτερ, μου λέγει.
Πρέπει ό κάθε εξομολογούμενος να ετοιμάζεται από πριν, γράφοντας σ` ένα χαρτί, όσα έχει να πει. Και ό Πνευματικός θα βοηθήσει όσο του επιτρέπεται. Τα όσα γράφονται, δεν ξεφεύγουν και θα περάσουν από το πλυντήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως και θα καθαρισθούν για πάντα. Μια χώρα είναι δυνατή και καλή εάν έχει καλούς Πνευματικούς. Εάν προετοιμάσθηκες με τον τρόπο που σου είπα, αλλά ξέχασες μερικές αμαρτίες, είσαι συγχωρημένος, αν όμως δεν ετοιμάσθηκες και στηρίχθηκες στον Πνευματικό και παρέλειψες μια ολόκληρη σειρά πραγμάτων, τα όποια δεν είπες, αυτά δεν συγχωρούνται.
Το Μυστήριο της Μετανοίας περιέχει τέσσερα στοιχεία:
Πρώτα άπ' όλα να προσπαθείς να μην επαναλάβεις την αμαρτία.
Να την εξομολογηθείς αν την επαναλάβεις.
Να λαβής την άφεση από τον Πνευματικό.
Να εφαρμόσεις τον κανόνα (επιτίμιο) που θα σου βάλει επακριβώς.
Όταν πηγαίνεις στην εξομολόγηση, να πηγαίνεις με την απόφαση να μην αμαρτήσεις πάλι. Όμως είναι δυνατόν να επαναληφθούν τα ίδια. Δεν είσαι ένοχος όταν δεν τη κάνης εκ κακής προθέσεως. Αμαρτίες που γίνονται με κακή πρόθεση δεν τις λύνω. Αυτοί που συζούν πριν από τον γάμο τους, δεν τους συγχωρώ, ούτε τους διαβάζω συγχωρητική ευχή. Τους εξηγώ για να καταλάβουν ότι θα τύχουν συγχωρήσεως, εάν διακόψουν την αμαρτία τους.
Ό αγώνας για θεραπεία του πάθους είναι και των δύο: και του Πνευματικού και του εξομολογούμενου. Ό πρώτος βοηθεί τον δεύτερο κι αυτός θεραπευμένος από την αμαρτία του προοδεύει όλο και περισσότερο και γίνεται καλύτερος. Σ' αυτή την περίπτωση της μετανοίας και θεραπείας του πάθους οι αμαρτίες αφήνουν ένα μεγάλο καλό: την ταπείνωση. «Κοίταξε σε τι κατάσταση ήμουν εγώ ό παλιάνθρωπος και τώρα που ευρίσκομαι! Πώς τόλμησα να στενοχωρήσω τόσο πολύ τον Θεό με τις αμαρτίες μου»!
Ό παράδεισος είναι γεμάτος από αμαρτωλούς μετανοημένους. Όλοι αμάρτησαν, αλλά ή μετάνοια τους άρεσε στον Θεό. Ή αμαρτία προκαλεί την ταπείνωση. Από που καταλαβαίνουμε ότι ό διάβολος παίζει ένα ρόλο για εμάς ψυχοσωτήριο; Μας δείχνει αμέσως τις αδυναμίες μας. Μας βοηθεί να στεφανωθούμε. Αν ήξερε πόσο μας βοηθεί στην σωτηρία μας θα απέφευγε τόσο πολύ να μας πειράζει.
Λέγω συχνά στην εξομολόγηση σε μερικούς χριστιανούς: «Να ξέρης ότι θα συναντηθώ μαζί σου στην έσχατη Κρίση και δεν θα λυπάσαι τότε που δεν τα είπες όλα; Θα είμαι παρών και δεν θα μπορώ τότε να σε συγχωρήσω. Τότε κι εγώ θα σε καταδικάζω. Διότι μπορούσες με μία λέξη να πεις κι εγώ να σε λύσω και κανείς δεν θα σου έλεγε τίποτε. Θα σε έβγαζα από τα βαθιά νερά και δεν θα σε μάλωνα, διότι ήσουν βρεγμένος.
Πρέπει να ξέρετε αδελφοί μου, ότι τίποτε δεν γίνεται χωρίς θυσία. Όπου κι αν είσαι, στην έγγαμη ή στην μοναχική ζωή, παντού χρειάζεται θυσία. Και από την άποψη αυτή της σωματικής θυσίας, πιο εύκολο είναι το μοναστήρι από τον κόσμο.

2. Τι γίνεται εάν δεν εφαρμόζω το επιτίμιο που μου δίνει ό Πνευματικός;
Τι επιτίμιο να δώσει ό Πνευματικός, εάν δεν ημπορεί να το επιτέλεση ό πνευματικός του υιός; Εγώ δεν είμαι της γνώμης να βάζουμε επιτίμια που δεσμεύουν τον χρόνο και προκαλούν ψυχικό και σωματικό κόπο. Προτιμώ επιτίμιο την υπόσχεση του εξομολογούμενου να είναι συχνά στην εκκλησία, να είναι προσεκτικός στην ζωή του και ανά πάσαν στιγμήν να προστρέχει με εμπιστοσύνη στον Θεό. Εάν ό εξομολογούμενος λαβή κάποιο επιτίμιο και δεν το εκπλήρωση, ευρίσκεται σε αμαρτία. Πρέπει να το εξομολογηθεί, και να ειπεί ότι δεν ημπόρεσε ή δεν ήθελε να εκπλήρωση τον κανόνα του. Γιατί δεν μπόρεσε να το κάνη; Το ζήτημα αυτό, «έκανα ή δεν έκανα τον κανόνα μου» θα πρέπει να το συζήτηση με τον Πνευματικό που του τον έδωσε. Είναι ό μόνος που ημπορεί να τον μετρίαση. Αυτός έχει όλη την εξουσία του δεσμείν και λύειν. Σάς έδωσε το τάδε επιτίμιο, δεν συζητάμε πλέον αν είναι ή δεν είναι καλός, θα τον ακούσομε, όπως ακούμε τον Θεό. Εάν επί παραδείγματι, σου επέβαλε κάποιο επιτίμιο να κάνης τόσες μετάνοιες και δεν ημπορείς, τότε οφείλεις να του το ειπείς: «Πάτερ ευρίσκομαι σε μία κατάσταση και δεν ημπορώ να γονατίζω. Έχω πληγές στα πόδια. Έχω αναιμία». Ένας Πνευματικός κρατεί λογαριασμό των αδυναμιών μας. Και, αν δεν κάνης τον κανόνα σου είτε από απροσεξία είτε από τεμπελιά, είσαι ένοχος.
Είμαι επίσης της γνώμης να μη συζητούνται τα επιτίμια που δίδονται από τον Πνευματικό μεταξύ των εξομολογούμενων. Εγώ έδωσα σε μερικούς ελαφρά επιτίμια για να μάθω κατόπιν ότι ούτε αυτά μπόρεσαν να τα κάνουν. Δεν ήθελαν. Και ήταν για βαρεία αμαρτήματα και όχι για ελαφρά πράγματα. Είναι γεγονός ότι ό κανόνας πέρασε στην αντίληψη των ανθρώπων σαν μια υποχρέωσης να δέχονται κανόνα από τον Πνευματικό. Άλλα κανόνας τι σημαίνει; Σημαίνει ότι δεν κάνω πάλι την αμαρτία. Μάχη με τα πάθη και τον διάβολο για να μην αμαρτήσω πάλι.
Ό κανόνας αρχίζει να θεωρείται με σχετική αξία, ώστε δεν έχει την σιγουριά να τον επιβάλεις σ' αυτόν που του αξίζει. Ό Πνευματικός βλέπει επί πλέον τον ζήλο του εξομολογούμενου, καθώς και την σοβαρότητα των αμαρτιών του. Άλλα ό πιο αληθινός κανόνας είναι αυτός: Να μην επαναληφθεί ή αμαρτία. Διότι είσαι πάντοτε μαζί με τον εαυτό σου, είσαι καθημερινά μέσα στον πειρασμό και τότε πρέπει να φανείς γενναίος αγωνιστής με γυμνό το ξίφος σου και όχι κοιμισμένος. Η ένα από τα μεγαλύτερα επιτίμια είναι ή απαγόρευσης της Θείας Κοινωνίας. Εδώ οι Πνευματικοί θ' αποφανθούν με πολύ μεγάλη προσοχή. Οι πιο αυστηροί Κανόνες απαγορεύουν την Θεία Κοινωνία από 18-20 έως 25 χρόνια. Αυτό θα σήμαινε ότι ό πιστός δεν θα μπορούσε να κοινωνήσει ποτέ. Ιδιαίτερα λαμβάνεται υπ' όψιν και ή ιστορική περίοδος την οποία ζούμε. Αυτός μπορεί να συνηθίσει με την ακοινωνησία, να μην τον ενδιαφέρει και να λέγει: «Τι κι αν δεν μπορώ να κοινωνώ, δεν έζησα μέχρι σήμερα»;
Μετά από μία περίοδο 40-50 χρόνων αθεϊστικής αγωγής, διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν αυτή την περίοδο, δεν έχουν καθόλου μια χριστιανική παιδεία, κληρονομημένη από τους παππούδες και τους προγόνους τους. Αυτό το διαπιστώνω, μέσω των γυναικών που έρχονται και μου λέγουν ότι οι άνδρες τους είναι άπιστοι. Ό αγώνας μας είναι, αν τους φέρουμε στην εκκλησία, κατόπιν να μην τους απελπίσουμε ότι είναι μεγάλοι αμαρτωλοί.
Πρέπει να επιβάλλουμε ένα επιτίμιο που να μπορεί ό μετανοών πιστός να το εφαρμόζει καθημερινά με την καρδιά του και όχι σαν μια τυπική υποχρέωση του. Πολλές φορές με λύπη του ό Πνευματικός αναγκάζεται να βάλει στο πνευματικό του παιδί κάποιο κανόνα. Άλλα και ό εξομολογούμενος κάνει τον κανόνα του από υποχρέωση και όχι με διάθεση να θεραπευθεί. Και αν βέβαια τον κάνει... είναι πολύ ολίγοι εκείνοι που κάνουν τον κανόνα τους, όπως πρέπει με σκοπό την θεραπεία των ψυχικών παθών τους. Ένας πήρε σαν κανόνα να διάβαση τρεις φορές την Άγια Γραφή. Λοιπόν, την διαβάζει για να την καταλαβαίνει, ή γιατί του επεβλήθη να την διαβάζει; Σήμερα έχουν λιγοστέψει τα βαρεία επιτίμια, διότι οι άνθρωποι, όχι μόνο δεν τα κάνουν, αλλά οι περισσότεροι κόπτουν την σχέση τους με την Εκκλησία και τον Πνευματικό. Το πιο ωφέλιμο επιτίμιο για τον εξομολογηθέντα είναι, εάν αύριο και μεθαύριο και κάθε ημέρα παραμένει, όπως βγήκε εκείνη την ημέρα από το εξομολογητήριο.
Παντρεύτηκαν κάποτε ό Νίκος με την Ιωάννα. Μετά από τις χαρούμενες ημέρες του γάμου τους πήγαν στο σπίτι τους. Ό Νίκος έφυγε για την δουλειά και ή Ιωάννα έμεινε στο σπίτι να μαγειρέψει. Από λάθος της, σαν νεαρή και άπειρη στην κουζίνα που ήταν, το κάπνισε το φαγητό.
Αλίμονο μου, τι θα πει ό Νίκος, όταν θα έλθει! «Δεν έμαθες τίποτε τόσα χρόνια κοντά στην μαμά σου»; Ταραζόταν ή καημένη. Ήλθε ό Νίκος. «Αγαπητέ μου Νίκο, κάπνισα το φαγητό». «Άφησε, αγάπη μου, δεν μ' ενδιαφέρει εμένα αυτό. Γιατί δεν με σκέφθηκες εμένα όλη την ημέρα. Αυτό μόνο μ' ενδιαφέρει». Αυτό ενδιαφέρει και τον Θεό. Δεν κοιτάζει τόσο τις μουντζούρες των αμαρτιών μας, όσο αν τον ατενίζουμε ψηλά στον ουρανό. Σαν να μας λέγει: «"Ω και να γνωρίζατε ποιος είμαι Εγώ! Εγώ, ό Οποίος σας έπλασα. Σάς έδωσα αγγελική εικόνα και ανώτερη εκείνων... άγγελοι σας συνοδεύουν και σας υπηρετούν. Άγγελοι θα ονομαστείτε και θα εισέλθετε στην Βασιλεία Μου. Σάς έδωσα σοφία, εξυπνάδα και κρίση. Γιατί δεν σκεφθήκατε Έμενα;». Ακούτε θέλει μόνο να Τον σκεπτώμεθα. Αυτό είναι ένα μεγάλο πράγμα. Συνεπώς αυτό είναι ένα καλό επιτίμιο. Να σκέπτεσαι τον Θεό, όπως σκέπτεσαι το φαγητό, τους γονείς σου, όπως σκέπτεσαι κάποιον τον όποιον αγαπάς. Τους σκέπτεσαι και λέγεις νοερά: Τι κάνουν τώρα ή μητέρα μου, ό πατέρας μου, ή σύζυγος μου; Έτσι να σκέπτεσαι και τον Θεό. Διότι πρέπει πρώτα απ' όλα και πάνω απ' όλα αυτός να είναι το πιο αγαπητό μας Πρόσωπο και την πρώτη σκέψη του νου και το αίσθημα της καρδιάς μας σ` αυτόν να τα δίνουμε. Όταν σου συμβεί κάτι το τρομακτικό ή σε προσβάλει κάποια αμαρτία, λέγεις απότομα «Κύριε συγχώρεσε με». Αυτή ή αναφορά σου στον Θεό είναι απ' αυτόν πολύ ευπρόσδεκτη. «Κύριε είμαι ένας παλιάνθρωπος, είμαι ανάξιος του ελέους σου!...». Από την άλλη πλευρά, κάθεσαι και μου κάνεις χίλιες μετάνοιες τρρ …τρρ....Τις κάνεις όπως πρέπει, ή τις κάνεις γιατί σου είπε ο Πνευματικός σου να τις κάνης χωρίς ίχνος μετανοίας στην καρδιά σου;
Έχουμε ανάγκη συνεχούς παρουσίας της καρδιάς μας σ` αυτή την μόνιμη κατάσταση της αγάπης μας προς τον Θεό. Μια βαθιά με συναίσθημα αγάπης σιωπή μας είναι μια βαθιά προσευχή.
Αφού κάνει τον κανόνα της προσευχής του ό χριστιανός ή ό μοναχός, νομίζει ότι εξόφλησε πλέον με την υποχρέωση της προσευχής του και αναχωρεί σχεδόν άδειος από πνευματικής πλευράς. Εγώ τάσσομαι υπέρ μιας συνεχούς πνευματικής εγρηγόρσεως. Γι' αυτό και είπα: Οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να είναι ένας χρόνος και ένας βαθύς στεναγμός μπορεί να είναι μια προσευχή. Ή προσευχή του κανόνος, κατά το τυπικό, τελειώνει σε μία ώρα. Δεν πρέπει όμως να σταματήσει κανείς σ' αυτό το χρόνο. Ούτε αυτό να είναι ή μόνη πνευματική εργασία. Να διαβάζει την παράκληση της Θεοτόκου είναι μια προσευχή πολύ καλή. Άλλα αυτό που πρέπει κατ` εξοχήν να γνωρίζουμε και το όποιο πολύ λίγο συζητείται είναι ή έλλειψης συνεχούς συμμετοχής της καρδιάς μας στην αγάπη του Χριστού. Μια ολόκληρη στρατιά ανθρώπων μου λέγουν στην εξομολόγηση, ότι δεν κάνουν τον κανόνα που τους έβαλα. Πολύ σπάνια ευρίσκω ανθρώπους που απετέλεσαν τον κανόνα τους. Γι' αυτό δεν υποστηρίζω την γνώμη να μπαίνουν τέτοιοι κανόνες, οί όποιοι ή γίνονται γρήγορα για να λυτρωθούν οί άνθρωποι απ' αυτούς, ή γίνονται διανοητικά, χωρίς δηλαδή αίσθηση, ή δεν εφαρμόζονται καθόλου. Ό στεναγμός όμως της μετανοίας δεν απαιτεί χρόνο. Είναι στη διάθεση σου συμμετέχοντας όλη ή ύπαρξης σου να κραυγάσεις με στεναγμό στον Κύριο: «Ω Θεέ μου, ελέησε με τον άσωτο και πανάθλιο δούλο σου». Κι αυτό είναι ανώτερο από το να πεις 15 φορές το «Πάτερ ημών...», το όποιον το μαθαίνεις από στήθους και το λέγεις γρήγορα.
Οί Πνευματικοί πρέπει να ξέρουν ότι τα επιτίμια είναι πολλά και αυστηρά, αλλά σημασία να δίνουν στο σωστό προσανατολισμό του ξομολογούμενου, διότι το πνευματικό έργο δεν εξαντλείται με την επιβολή επιτιμίων, αλλά με την σωτηρία των ψυχών. Ό Μέγας Βασίλειος, επί παραδείγματι, που θεωρείται ό αυστηρότερος κανονολόγος, επιβάλλει για την έκτρωση ακοινωνησία 20 χρόνια. Κι ακόμη λέγει πώς να διεξέλθει αυτό το πολυχρόνιο διάστημα του επιτιμίου: Επί πέντε χρόνια να στέκεται στην αυλή της εκκλησίας, άλλα πέντε έξω από την πόρτα της εκκλησίας, πέντε μέσα στην εκκλησία χωρίς να λαμβάνει την Θεία Κοινωνία. Να έχουν ύπ' όψιν τους αυτή την αυστηρότητα του θείου Πατρός. Ό ίδιος ό Άγιος όμως είχε και πνευματική ευελιξία και ελαστικότητα. Γι' αυτό στον 74ο Κανόνα του γράφει: «Ό πιστευθείς παρά της του Θεού φιλανθρωπίας λύειν και δεσμείν, ει φιλανθρωπότερος γένοιτο, το υπερβάλλον της εξομολογήσεως έρών του ήμαρτηκότος, εις το έλαττώσαι τον χρόνον των επιτιμίων, ουκ εσται καταγνώσεως άξιος... ταχέως την του Θεού φιλανθρωπία καταλαμβάνει».
Επομένως δίνει στον Πνευματικό την ελευθερία να επιτίμηση με απαγόρευση της θείας Κοινωνίας, όπως εκείνος κρίνει πιο σωστό. Ό Πνευματικός λαμβάνει υπ' όψιν του μια ολόκληρη σειρά γεγονότων και καταστάσεων. Πρώτα άπ' όλα σας λέγω ακόμη μια φορά εδώ: Το γεγονός ότι κάποιος αποφασίζει να έλθει στην εξομολόγηση είναι ένα επιτίμιο, που ήδη το εφαρμόζει. Έρχεται με συντριβή. Πρέπει ό Πνευματικός να συζήτηση όλα τα θέματα μαζί του, τα όποια θα τα ξέρη μόνο αυτός και να μείνουν μυστικά για πάντα μέσα του. Είναι αυτονόητο ότι ό Πνευματικός πρέπει να σέβεται και με πολλή αγάπη να δέχεται αυτόν που του αποκαλύπτει τα πιο σοβαρά αμαρτήματα και προβλήματα της ζωής του. Διότι, εάν με την θεία βοήθεια κατορθώνει και βγάζει από τα νερά της αμαρτίας έναν πνιγμένο, αυτό είναι ένα μέγα επίτευγμα. Ή χαρά του σεσωσμένου είναι ανέκφραστη. Αυτόν όμως ό Πνευματικός δεν τον μαλώνει, διότι είναι ακόμη βρεγμένος.
Ό Πνευματικός λαμβάνει σοβαρά υπ' όψιν τις καταστάσεις ανάμεσα στις όποιες εκτυλίχθηκαν οι αμαρτίες. Το γεγονός ότι ό χριστιανός λέγει με μεγάλη καρδιακή συντριβή τις αμαρτίες του, αυτό είναι το πιο σπουδαίο. Τότε αυτός φθάνει ταχέως στην αγάπη του Θεού και δεν πρέπει ό Πνευματικός να του απαγόρευση για πολύ διάστημα την Θεία Κοινωνία. Σάς λέγω ένα παράδειγμα από τα συμβάντα της ζωής μου ως Πνευματικού: Ξενύχτισα σχεδόν το βράδυ ενός Μεγάλου Σαββάτου με ένα χριστιανό, γέρο από το Μαραμούρες (πόλης στην βορειοδυτική Ρουμανία), που είχε έλθει με μία κάπα. Μου είπε: «Πάτερ, ήλθα να εξομολογηθώ, να με τακτοποίησης πνευματικά». Ποιος είναι αυτός ό γέρος; Στο χωριό του ήτο ένας αξιοτίμητος άνθρωπος. Επί 30 χρόνια ή γυναίκα του είχε ακολουθήσει την προτεσταντική κοινότητα των Αντβεντιστών. Τότε υπήρχε ένα ρεύμα Αντβεντιστών πολύ δυνατό εκεί. Όλοι οι Αντβεντιστές αποφάσισαν να πιάσουν αυτόν, που ονομαζόταν Ιωάννης και ήτο αντιπρόσωπος του χωρίου του να τον πείσουν να ακολουθήσει το χωριό του την αίρεση τους. Όμως αυτός είχε στενές σχέσεις με την εκκλησία και δεν κατόρθωσαν να καταβάλλουν το φρόνημα του. Αυτός κρατούσε με θάρρος την διδασκαλία της Ορθόδοξου Εκκλησίας μόνο και μόνο επειδή δεν πήγαινε με τους εχθρούς της πίστεως. «Εγώ δεν έχω καμία δουλεία να πάω κοντά τους» μου έλεγε. Τον ερώτησα: «Νήστευες»; Διότι είχε πόθο να κοινωνήσει. Αύριο ήτο Πάσχα. «Όχι πάτερ, Και χθες κατέλυσα, διότι την Μεγάλη Παρασκευή ήμουν στο νοσοκομείο».
Τότε είπα εγώ στον εαυτό μου: «Τι κάνεις τώρα Αρσένιε»; Σίγουρα ότι θα έκανε ό Χριστός. Ό άνθρωπος αυτός επί 30 χρόνια αμυνόταν για την ορθόδοξη πίστη και τώρα εγώ προβληματίζομαι, διότι έφαγε ένα κομμάτι τσουρέκι το Μέγα Σάββατο ευρισκόμενος και σε ξένο μέρος; «Καλά μπάρμπα Γιάννη, να νηστέψεις μέχρι αύριο». Και το αύριο ήτο μόνο μερικές ώρες. Αυτό το επιτίμιο του έδωσα εκείνη τη στιγμή και τον κοινώνησα.
Βλέπετε πώς επιβάλλεται να κάνης μια συγκατάβαση για ένα τόσο σοβαρό θέμα; Δεν τον κανόνισα σύμφωνα με τους Κανόνες, αλλά υπολόγισα την πνευματική του κατάσταση και τον ηρωικό πόλεμο που επί τόσα χρόνια έκανε χάριν της Ορθόδοξου πίστεως. Διότι, πρέπει να ειπώ, αλλά με φόβο ότι δεν βλέπω μόνο με την νηστεία είσοδο στην Ουράνια βασιλεία. Ή βαθιά ταπείνωσης και ή ακακία μας παρέχουν την ελπίδα της σωτηρίας μας. Ή νηστεία συνιστάται σαν μία κατάστασης ασκητικής και φυσιολογικής ανάγκης, ή οποία απαλλάσσει τον οργανισμό από τις τοξίνες και κάνει καλό στην υγεία. Συναντάμε όμως και διάφορες περιπτώσεις ανθρώπων που δεν νήστευαν, διότι είτε ταξίδευαν, είτε ήσαν άρρωστοι, είτε δι' άλλους λόγους.
Βλέπετε ότι πρέπει ό Πνευματικός να δείχνει κατανόηση. Πρέπει να υπολογίζει την ένταση της μετανοίας του εξομολογούμενου, πράγμα το όποιο είναι ό στόχος του.
Επήγε κάποιος με βαρεία αμαρτήματα να εξομολογηθεί. Ό Πνευματικός του 'δωσε ένα πολύ ελαφρό κανόνα και ό χριστιανός του είπε: «Γιατί, πάτερ, έδωσες σε μένα τον αμαρτωλό ένα τόσο ελαφρό κανόνα»; Τότε ό Πνευματικός του μείωσε λίγο από τον κανόνα που του έδωσε. «Πάτερ, Τι κάνεις»; Από την πολλή συντριβή του, έπαθε συγκοπή καρδίας και πέθανε εκείνη τη στιγμή. Είχε το φιλότιμο να διαμαρτύρεται, διότι δεν του έδωσε ό Πνευματικός του βαρύ επιτίμιο. Τελικά ό Πνευματικός απεδείχθη ότι ήτο πολύ έμπειρος και οδήγησε εκείνη την στιγμή μια ψυχή στον παράδεισο μετανοημένη.
Επομένως οί κανόνες μένουν σαν οί μεγάλοι φάροι προσανατολισμού. Π.χ. Ιδού κύριε ή αμαρτία σου (έκτρωσης) σου απαγορεύει να κοινωνήσεις με την σύζυγο σου επί 20 χρόνια, όπως λέγει ό Μέγας Βασίλειος. Υπάρχουν όμως και οί δυνατότητες ελαφρύνσεως του επιτιμίου. Ό άγιος Ιωάννης ό Χρυσόστομος λέγει: «Χρόνια ακοινωνησία θέλεις να του δώσεις; Όχι, γιάτρεψε την πληγή του». Τον επετίμησες τόσα χρόνια, αλλά ή ψυχή του έμεινε αθεράπευτη. Μεγάλη είναι ή μάχη για την θεραπεία μιας πληγής!
Καταφρονείται ή θυσία του Γολγοθά, όταν Πνευματικοί ιερείς αρνούνται να λύσουν τους μετανοημένους δια βαρέα αμαρτήματα. Είναι ένα τεράστιο λάθος τους. Μπορείς να του απαγόρευσης να κοινωνήσει, αλλά δεν έχεις δικαίωμα να μη του διαβάσεις συγχωρητική ευχή. Ό Απόστολος Πέτρος ερώτησε τον Κύριο: «Πόσες φορές να συγχωρούμε; Και ό Κύριος του είπε έβδομηκοντάκις επτά» δηλαδή άπειρες φορές. Αυτό ισχύει σ' αυτόν που ειλικρινά μετανοεί, διότι σε κανέναν δεν επιτρέπεται να καταργεί την κόλαση λόγω φιλανθρωπίας του Δεσπότου Ιησού.

3. Υπάρχει κάποια κατηγορία ανθρώπων που δεν μπορούν να σωθούν π.χ. οι ηθοποιοί;
Αγαπητέ μου, μόνο ό διάβολος δεν μπορεί να σωθεί• Αυτή είναι ή απάντησης. Συνεπώς, μη κάνετε πάλι τέτοιου είδους ερωτήσεις. Προϋπόθεσης είναι ή μετάνοια. Ένα κάποιος σκότωσε χίλιους ανθρώπους, εξομολογείται, μετανοεί κλαίει, ό Θεός θα τον συγχώρεση. Ή Θυσία , του Γολγοθά έγινε για την σωτηρία του κόσμου και όχι μόνο για μερικούς. Εάν δεν θέλουν, φυσικά δεν ημπορούν να σωθούν. Ό Σωτήρ μας δεν σταυρώθηκε μόνο για μια κατηγορία σφαλμάτων, αλλά για κάθε αμάρτημα που γίνεται επάνω στην γη μας. Μεγαλύτερη αμαρτία απ' αυτή του Ιούδα δεν υπάρχει, διότι ενσυνείδητα πρόδωσε τον Θεό. Και παρ' όλα αυτά ό Θεός θα τον συγχωρούσε, εάν δεν εκρεμαζόταν και ειλικρινά μετανοούσε. Μία συμβουλή που δίνω στους Πνευματικούς είναι ν' αγαπούν τα πνευματικά τους παιδιά, έτσι όπως είναι.
Πήγα σ' ένα μοναστήρι, σε δύο πνευματικά μου παιδιά, ιερείς-Πνευματικοί, όπου τα είχα μεταφέρει εκεί πριν από πολλά χρόνια και τα ρώτησα: Πώς εσείς εδώ κανονίζετε τους ανθρώπους; Μου είπαν: «Εμείς εδώ, αυτούς που έκαναν μέχρι 20 εκτρώσεις δεν τους λύνουμε από την αμαρτία τους». «Και τι τους κάνετε; Τους στέλλετε στον Αρσένιο; Δεν τους μεταλαμβάνετε, τουλάχιστον δεν τους λύνετε την αμαρτία τους;

4. Άνθρωποι που δεν εγκαταλείπουν την αμαρτία τους, τους διαβάζετε ευχή, μετά από κάθε τους εξομολόγηση για την ίδια αμαρτία;
Τους διαβάζω κάθε φορά που έρχονται να εξομολογηθούν, άσχετα αν έπεσαν στην ίδια αμαρτία.
Αν κάποιος δεν πηγαίνει στην εκκλησία τις Κυριακές και δεν μου λέγει ότι πηγαίνει, παρά μόνο όταν , τον ρωτώ εγώ, τότε αυτόν δεν τον λύνω αμέσως. Τον βάζω πρώτα ν' αρχίσει να εκκλησιάζεται και υστέρα έρχεται να μιλήσουμε. Του λέγω τότε ότι είναι μεγάλη αμαρτία να μη πηγαίνει στην εκκλησία και του εξηγώ λίγο την σπουδαιότητα της θείας Λειτουργίας, ότι εκεί ευρίσκει πολλή χάρη.

5. Αν είναι καπνιστής ο εξομολογούμενος τον λύνετε•
Εγώ τον λύνω. Άλλα δεν μου λέγει «Είμαι καπνιστής» Δεν λέγει έτσι, αλλά «Ήμουν καπνιστής». Ή λέξης «είμαι» σημαίνει συνέχεια. Βασίζομαι σε μια εξήγηση που του δίνω όσον αφορά την σοβαρότητα της αμαρτίας. «Αντιλαμβάνεσαι, παιδί μου, ότι το κάπνισμα εργάζεται ύπουλα για να σε καταστρέψει. Αυτό το πάθος θα σε καταστρέψει αιφνιδίως. Λοιπόν, πρέπει να το άφήσης, διότι με φέρνεις κι εμένα στην θέση να σε λύνω -ψευδώς, αλλά δεν θα το κάνω αν δεν σταματήσεις το τσιγάρο. Και μου λέγει: «Κατάλαβα πάτερ».
Βέβαια κατάλαβε για εκείνη την ώρα. Μπροστά μου αποφασίζει να το κόψη και μακάρι να μπορούσε να μην αμαρτήσει πάλι.
Είναι αλήθεια, ότι δεν πρέπει να υπολογίζουμε τις αυθόρμητες αποφάσεις. Όμως και δεν πρέπει να σταματάμε την μετάνοια του εκείνη την ώρα που λέγει πώς θα διορθωθεί. Ή τακτική μου είναι να είμαι όσο μπορώ ανεκτικός, αλλά να καταδικάζω οπωσδήποτε την αμαρτία και να πείθω κι αυτόν να στρέφεται εναντίον της. Αν ό ίδιος μισή την αμαρτία του, τότε είμεθα σε καλό δρόμο. Το έλεος του Θεού θα τον βοηθήσει.

6. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ συζύγων τι μπορούμε να κάνουμε;
Συνάντησα μια περίπτωση: Ένας νέος μου είπε ότι ή γυναίκα , του, του κάνει μαγείες, του βάζει τοξικές ουσίες στο φαγητό, λέγει ότι δεν ημπορεί να ζήση μαζί , του κι όμως περιμένουν να γεννηθεί το πρώτο τους παιδί.
Αγαπητέ μου, την υποφέρει μέχρι να βρει μια ευλογεί αφορμή για χωρισμό. Πρέπει να την ανέχεται όσο το σκοινί πάει μακρύτερα. Και είναι πολλές οι περιπτώσεις αυτού του είδους. Πάντως υπάρχουν τέσσερις περιπτώσεις διαζυγίου:
Εάν πρόκειται για περίπτωση μοιχείας, όπως μας λέγει ό Σωτήρ.
Στην περίπτωση αυτή, εάν ό ένας συγχωρεί την πτώση του άλλου και μετανοήσει ό πταίσας, τότε μπορούν να συμβιούν.
Εάν ό ένας θέλει να σκοτώσει τον άλλο και διαισθάνεται ότι θέλει να τον (την) σκοτώσει είτε με δηλητηριάσει, είτε με τουφεκισμό. Τότε πρέπει να χωρίζουν, παρά να γίνει έγκλημα.
Εάν ένας από τους δύο έπεσε σε αίρεση και με την βία προσπαθεί να παρασύρει και τον άλλον. Ό άλλος επιτρέπεται να χωρίζει παρά να πέφτει στο ανάθεμα τής Εκκλησίας.
Εάν αναχωρεί στο μοναστήρι, αλλά με την σύμφωνη γνώμη του άλλου συζύγου και με κανονικό διαζύγιο.

7. Επιτρέπεται ο χωρισμός, όταν δεν υπάρχει κανονική αιτία;
Οι ιερείς, ως γνώστες των Κανόνων της Εκκλησίας, τουλάχιστον γι' αυτούς που έχουν μόνιμη χρήση, κρίνουν αυτό το ζήτημα. Εάν βέβαια έπαυσε ή αγάπη και πρόκειται για έναν αμετανόητο μέθυσο, που έρχεται με γυναίκες στο σπίτι. Βλέπετε δεν κρίνουμε εμείς ποιο είναι το κανονικό. Αλλά σας είπα, εάν συλλαμβάνουμε τον ένα από τους δύο να φταίει, έχουμε την ελευθερία να λύσουμε τον γάμο τους, εφ' όσο κι αυτοί δεν ημπορούν μ' αυτό τον τρόπο να ζουν ακόμη. Έφτασα στο σημείο να πω σε κάποιον: «Υπόβαλλε, κύριε, διαζύγιο και το θέμα σου τελείωσε».

8. Σε περίπτωση εκτρώσεις τι μπορούμε να κάνουμε•
Δεν μπορούμε να το δεχθούμε με κανένα τρόπο, ακόμη και στον κίνδυνο να χάση την ορθόδοξη πίστη του ό ένοχος. Δεν μπορούμε να ανεχθούμε την γυναίκα να κάνη έκτρωση. Είναι μεγάλη αμαρτία. Και δεν συζητάμε μόνο το γεγονός, ότι πέθανε ένας άνθρωπος, αλλά ότι φόνευσε ένα άνθρωπο αβάπτιστο. Τους αναπτύσσω μια διδασκαλία γι` αυτό το θέμα και αρχίζουν να κλαίνε. Ό Θεός περιμένει την ειλικρινή μετάνοια των αμαρτωλών και όχι τον χρόνο. Διότι ό Θεός τους συγχωρεί, αν μετανοούν, από την πρώτη κιόλας στιγμή. Φέρτε στην μνήμη σας την αμαρτωλή γυναίκα του Ευαγγελίου. Και εμείς πάντοτε να ρωτούμε τον εαυτό μας, τι θα έκανε στη θέση μας ό Χριστός; Ό Σωτήρ θέλει να σώσει τον κόσμο, αφού μετανοήσει, διότι δεν υπάρχει σωτηρία χωρίς μετάνοια. Κι αυτή είναι ή ανθρώπινη πλευρά με την οποία μέσω της μετανοίας του ανθρώπου, οδηγείται εν συνεχεία στην εξομολόγηση. Σε μια ακόμη παρατήρηση ό Μέγας Βασίλειος γράφει, ότι εδίδοντο μεγάλα επιτίμια, διότι ή πίστης ήτο μεγάλη. Εμείς δεν αγνοούμε τους Κανόνες αλλά ωστόσο ζούμε σε μια δική μας ιστορική στιγμή. Εγώ, σήμερα εξομολογώ, τώρα στέκομαι σε διάλογο με τον μετανοούντα. Και, παρακαλώ, θέλω να με πιστεύετε, ότι δεν απαγορεύσαμε περισσότερα από τρία χρόνια την Θεία Κοινωνία σ' αυτούς που έκαναν ή κάνουν εκτρώσεις.
Δύο επείγοντα προβλήματα πρέπει να λυθούν σήμερα στη χώρα μας για το μέλλον του γένους μας και την δόξα του Χριστού: «Ή γεννητικότητα και ή αναγέννηση της χριστιανικής ζωής στα χωριά και τις πόλεις. Να σκεφτούμε ότι ή Χώρα μας (Ρουμανία) έχει δύο εκατομμύρια εκτρώσεις τον χρόνο (πρόκειται για τα πρώτα χρόνια μετά το καθεστώς του Τσαουσέσκου). Να τι είδους θυσίες προσφέρουν σήμερα στον Θεό οι Ρουμάνοι! Αυτή είναι ή μεγαλύτερη εθνική και χριστιανική γενοκτονία στην ιστορία του Ρουμανικού μας Έθνους. Παλαιά οι προγονοί μας πέθαιναν πολεμώντας με τους ειδωλολάτρες και ημείς σήμερα σκοτώνουμε τα παιδιά μας για να ζήσουμε εμείς καλλίτερα πάνω στην γη! Άλλα, εάν δεν μετανοήσουμε δεν θα μπορέσουμε να δούμε το πρόσωπο του Χριστού και το φως του Θεού να λάμψη στις καρδιές μας.
Επίσης χρειάζεται μια ολοκληρωτική θρησκευτική αναγέννησης στην Ρουμανία, ή οποία έχει πλέον από 400 μοναστήρια και σκήτες και περισσότερες από 10000 ορθόδοξες ενορίες! Οι φοβερότερες κοινωνικές και ψυχικές αρρώστιες της Χώρας μας σήμερα είναι: Ό Αλκοολισμός, ή πορνεία, το διαζύγιο, ή πορνογραφία διαμέσου όλων των συγχρόνων μέσων, οι αιρέσεις, ό διχασμός, το μίσος μεταξύ των ανθρώπων από εκδίκηση και δια λόγους υλικούς.

9. Λέγει ή γυναίκα, ότι «δεν εξαρτάται από μένα ή έκτρωση, αλλά από τον άνδρα μου».
Πάτερ, από την στιγμή που αυτή λέγει ότι την πίεσε ό άνδρας της και λυπάται γι' αυτό, της διαβάζω βέβαια συγχωρητική ευχή, αλλά την αποκλείω από την Θεία Κοινωνία. Της λέγω: Ήταν καλλίτερο να προτίμησης τον θάνατο, παρά να δεχθείς του ανδρός σου την πίεση! Και αλίμονο, βέβαια στον άνδρα αυτόν... Άλλα αυτή ή καημένη κλαίει για το πάθημα της και δεν πρέπει να φυγή απελπισμένη, διότι αρνήθηκα να της διαβάσω την ευχή της συγχωρήσεως. Κατόπιν τους έβαλα τα ονόματα για μνημόνευση στην Προσκομιδή, αφού πρώτα τους επέπληξαν τους δύο για το αμάρτημα τους και τους συμβούλευσα ν' μη κάνουν ποτέ το ίδιο πράγμα.

10. Έρχονται οι άνθρωποι να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους κι όμως δεν αλλάζουν την ζωή τους, δεν μεταμορφώνονται εν Χριστώ.
Εάν δεν αλλάζει, δεν τον κοινωνείς αμέσως, αλλά τον λύνεις από τις αμαρτίες του. Δεν πρέπει να τον διώχνεις ασυγχώρητο...
Το ακριβότερο πράγμα στον κόσμο είναι ένα δάκρυ μετανοίας.

11. Πες μας Γέροντα, κάτι για το μυστήριο του Ευχελαίου.
Σάς λέγω για να ξέρετε μόνο ένα πράγμα και θέλω να το κρατήσετε αυτό με πολλή ακρίβεια: Να μη τελείται το Ευχέλαιο μόνο μ' ένα ιερέα. Τουλάχιστον με δύο. Δηλαδή να είναι πάνω από δύο. Και ξέρετε γιατί; Διότι θεμελιώνεται στα λόγια του Κυρίου μας που είπε: «Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας και προσευξάσθωσαν έπ' αυτόν...» (Ίακ. 5,14). Όχι με ένα ιερέα.