Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

«Προσδοκῶ ἀνάσταση νεκρῶν»

Κατήχηση ιη”

Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία καί στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος καί στήν αἰώνια ζωή».῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τόν προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ, στό χωρίο πού λέει· «Καί φανερώθηκε σέ μένα τό χέρι τοῦ Κυρίου καί μέ πῆρε μέ τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί μέ ἔβαλε στή μέση τῆς πεδιάδας καί αὐτή ἦταν γεμάτη μέ ἀνθρώπινα ὀστᾶ» ( ᾿Ιεζ. 37,1) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.

Α´ . Ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης, γιατί ἡ προσδοκία τῆς ἀπολαβῆς δυναμώνει τήν ψυχή1, γιά νά ἐργάζεται τό ἀγαθό. ῾Ο κάθε ἐργάτης εἶναι ἕτοιμος νά ὑπομείνει κόπους καί μόχθους, ἄν προβλέπει ὅτι θά πάρει μισθό γιά τούς κόπους του. Οἱ ἐργάτες ὅμως πού κοπιάζουν χωρίς ἀμοιβή, πρίν ἀκόμα ἀποκάμουν σωματικά, λυγίζουν ψυχικά. ῾Ο στρατιώτης πού ἐλπίζει ὅτι θά ἀπολαύσει τιμές καί ἐπαίνους, εἶναι ἕτοιμος νά ριχτεῖ στίς μάχες. Κανένας ὅμως στρατευμένος κάτω ἀπό ἕνα βασιλιά —ὁ ὁποῖος δέν εἶναι σίγουρος γιά τή νίκη καί δέν μπορεῖ νά προβλέψει τό τέλος τοῦ πολέμου— δέν εἶναι ἕτοιμος νά θυσιάσει τή ζωή του, ἄν αὐτός ὁ βασιλιάς δέν ἐπιβραβεύει μέ πλούσιες ἀμοιβές τούς ἀγῶνες του. ῎Ετσι γίνεται καί μέ κάθε ψυχή. ῞Οταν αὐτή πιστεύει στήν ἀνάσταση, εἶναι φυσικό νά προσέχει τόν ἑαυτό της. ῎Αν ὅμως δέν πιστεύει στήν ἀνάσταση, παραδίνεται στή φθορά καί τήν καταστροφή. ῞Οποιος πιστεύει ὅτι τό σῶμα του θά ἀναστηθεῖ, φροντίζει νά τό διατηρεῖ καθάριο καί ἀμόλυντο καί σάν στολή τῆς ψυχῆς του, δέν τό μολύνει μέ πορνεῖες. ᾿Εκεῖνος ὅμως πού δέν πιστεύει στήν ἀνάσταση, παραδίνεται στίς πορνεῖες καί τό φθείρει μέ διάφορες καταχρήσεις, λές καί ἀνήκει σέ κάποιον ἄλλον.
Εἶναι λοιπόν πολύ σπουδαῖο παράγγελμα καί τρισμέγιστη διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μάλιστα, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο καί ἀσύγκριτα ἀναγκαῖο καί, μολονότι πολλοί ἔχουν ἀντιρρήσεις πάνω σ᾿ αὐτό, ἡ ἀλήθεια τό ἐπιβεβαιώνει. ᾿Αντιλέγουν σ᾿ αὐτό οἱ εἰδωλολάτρες ῞Ελληνες. Δέν τό πιστεύουν οἱ Σαμαρεῖτες. Τό περιγελοῦν οἱ αἱρετικοί. Πολλῶν εἰδῶν ἀντιρρήσεις ἀκούγονται, ἀλλά μιά καί μοναδική εἶναι ἡ ἀλήθεια.
Β´ . Σαμαρεῖτες λοιπόν καί ῞Ελληνες εἰδωλολάτρες, μᾶς παρουσιάζουν κάποια ἐπιχειρήματα σάν αὐτά. Τό νεκρό ἄνθρωπο τόν ρίχνουν στό χῶμα καί ἐκεῖ σαπίζει καί τόν τρῶνε τά σκουλήκια, πού καί αὐτά μετά ψοφοῦν. Σέ τέτοια σαπίλα καί διάλυση καταλήγει τό σῶμα. Πῶς λοιπόν θ᾿ ἀναστηθεῖ; Ψάρια καταβρόχθισαν ὅσους ναυάγησαν στίς θάλασσες. Κι αὐτά τά ψάρια μετά τά ἔφαγαν ἄλλα μεγαλύτερα. ῞Οσοι πάλι πάλεψαν μέ θηρία τούς ἔφαγαν ἀρκοῦδες καί λιοντάρια, μέχρι καί τό μικρότερο κοκκαλάκι τους. Γύπες καί κοράκια ἔφαγαν τίς σάρκες τῶν ἄταφων νεκρῶν καί μετά αὐτά πέταξαν σέ διάφορες κατευθύνσεις καί ταξίδεψαν σ᾿ ὅλο τόν κόσμο. Ποῦ λοιπόν θά βρεθοῦν ὅλα τά κομμάτια καί πῶς θά συγκροτηθεῖ πάλι τό σῶμα; ᾿Ενδέχεται ἀπό τά ὄρνια πού ἔφαγαν αὐτά τά σώματα, ἄλλο νά ψοφήσει στήν ᾿Ινδία, ἄλλο στήν Περσία καί ἄλλο στή Γοτθία. ῎Αλλα μπορεῖ νά τά κάψει ἡ φωτιά καί ὁ ἄνεμος καί ἡ βροχή νά σκορπίσει ἀκόμα καί τή στάχτη τοῦ σώματός τους. ᾿Από ποῦ καί πῶς θά συναρμολογηθοῦν τά στοιχεῖα καί θά ἀνασυγκροτηθοῦν αὐτά τά σώματα πού ἔφαγαν ἐκεῖνα τά ὄρνια;
Γ´ . Γιά σένα, πού σάν ἄνθρωπος εἶσαι τόσο μικρός καί ἀδύναμος, ἀπέχει πολύ ἡ χώρα τῶν Γότθων ἀπό τίς ᾿Ινδίες καί ἡ ῾Ισπανία ἀπό τήν Περσία. Γιά τόν Θεό ὅμως πού κρατάει στή χούφτα Του ὁλόκληρη τή γῆ, ὅλα εἶναι κοντινά2. Δέν πρέπει λοιπόν νά ἀποδίδεις στόν Θεό ἀδυναμίες ὅμοιες μέ τίς δικές σου. Δῶσε καλύτερα τήν προσοχή σου στή δύναμη ᾿Εκείνου. ῎Επειτα, ὁ ἥλιος, πού εἶναι ἕνα ἐλάχιστο ἔργο τοῦ Θεοῦ, μέ τίς ἀκτῖνες του θερμαίνει ὁλόκληρο τόν κόσμο3. Καί ἀκόμα ὁ ἀέρας, πού κι αὐτόν τόν ἔφτιαξε ὁ Θεός, περιβάλλει ὅ,τι βρίσκεται σ᾿ αὐτόν τόν κόσμο. Καί ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός καί τοῦ ἥλιου καί τοῦ ἀέρα, ἄραγε στέκει μακριά ἀπό τόν κόσμο;
Φαντάσου πώς ἔχουν ἀναμιχθεῖ διάφοροι σπόροι —διότι ἀφοῦ φαίνεσαι ἀσθενικός στήν πίστη ἀναγκάζομαι νά σοῦ φέρω παραδείγματα πού ἀναφέρονται σέ μικροπράγματα— καί ὅτι αὐτοί οἱ διάφοροι σπόροι περιέχονται μέσα στή μία παλάμη σου4. Εἶναι δύσκολο σέ σένα τόν ἄνθρωπο ἤ πολύ εὔκολο, νά ἐντοπίσεις καί νά ξεχωρίσεις κάθε σπόρο ἀπ᾿ αὐτούς πού βρίσκονται στή χούφτα σου, σύμφωνα μέ τήν ἰδιαιτερότητά του καί τό εἶδος του, ὥστε νά τούς βάλεις μαζί ὅμοιους μέ ὅμοιους, νά τούς ταξινομήσεις κατά γένος καί εἶδος; ῎Επειτα, ἐσύ μπορεῖς νά διακρίνεις ὅ,τι βρίσκεται μέσα στή χούφτα σου, ὁ Θεός δέν μπορεῖ νά διακρίνει καί νά ἀποκαταστήσει ὅσα βρίσκονται στήν δική Του παλάμη; Βάλε καλά στό νοῦ σου αὐτό πού σοῦ λέω, ἐάν βέβαια ἡ δυσκολία σου νά τό πιστέψεις δέν προέρχεται ἀπό λογική ἀδυναμία, ἀλλά ἀπό κακή γνώμη γιά τόν Θεό καί ἀπό ἀνευλαβή προδιάθεση ἐναντίον Του.
Δ´ . Κάνε μου τή χάρη νά προσέξεις στό θέμα τῆς δικαιοσύνης καί μάλιστα σκέψου καλά τί συμβαίνει σέ σένα τόν ἴδιο σχετικά μ᾿ αὐτό τό ζήτημα. ῎Ας ὑποθέσουμε ὅτι ἔχεις ὑπηρέτες. Κι ἄλλοι ἀπ᾿ αὐτούς εἶναι καλοί, ἄλλοι ὅμως κακοί. Εἶναι ἑπόμενο νά τιμᾶς τούς καλούς καί νά τιμωρεῖς τούς κακούς. Καί στήν περίπτωση πού εἶσαι δικαστής ἐπαινεῖς τούς ἀγαθούς καί τιμωρεῖς τούς παράνομους. ᾿Εσύ λοιπόν πού εἶσαι ἄνθρωπος θνητός κρατᾶς τή δικαιοσύνη καί ὁ Θεός, πού εἶναι αἰώνιος καί Μόνος Βασιλιάς ὁλόκληρου τοῦ κόσμου, δέν θά κρίνει δίκαια καί δέν θά ἀνταποδώσει, κατά τά ἔργα τοῦ καθενός, μέ δικαιοσύνη; ῎Αν αὐτό ὅμως τό ἀρνηθεῖς, θά πέσεις σέ ἀσέβεια. Γι᾿ αὐτό, πρόσεξε πολύ σ᾿ αὐτά πού σοῦ λέω. Πολλοί φονιάδες πέθαναν ἀπό φυσικό θάνατο στό κρεβάτι τους, χωρίς νά τιμωρηθοῦν γιά τά ἐγκλήματά τους. Ποῦ λοιπόν βρίσκεται ἐδῶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ; Πολλές φορές μάλιστα, κάποιος πού φόνευσε πενήντα ἀνθρώπους, ἀποκεφαλίζεται μιά φορά. Ποῦ λοιπόν θά λάβει τήν τιμωρία, γιά τούς ἄλλους σαράντα ἐννέα φόνους;5 ῎Αν λοιπόν πεῖς δέν ὑπάρχει στήν ἄλλη ζωή κρίση καί ἀνταπόδοση, κατηγορεῖς γιά ἄδικο τόν Θεό.
Μή σοῦ κάνει ὅμως ἐντύπωση τό ὅτι ἡ κρίση ἀφήνεται γιά τήν ἄλλη ζωή. Καθένας πού ἀγωνίζεται, μετά τό τέλος τῶν ἀγώνων ἤ στεφανώνεται ἤ καταντροπιάζεται. Σέ καμιά περίπτωση ὁ ἀγωνοθέτης δέν στεφανώνει τούς ἀγωνιστές, ἐνόσω ἀκόμα διαρκοῦν οἱ ἀγῶνες. ᾿Αλλά περιμένει νά τερματίσουν τόν ἀγώνα ὅλοι οἱ ἀγωνιστές καί μετά τούς ξεχωρίζει καί δίνει στούς νικητές τά βραβεῖα καί τούς στεφάνους. ῎Ετσι καί ὁ Θεός. ᾿Ενῶ ἀκόμα διαρκεῖ ὁ ἀγώνας αὐτῆς ἐδῶ τῆς ζωῆς, βοηθάει λίγο τούς δίκαιους, ἀλλά ὅ,τι τούς ἀξίζει σάν μισθός καί βραβεῖο γιά τούς ἀγῶνες τους, τούς τό ἀποδίδει μετά, στή μέλλουσα ζωή, τέλειο καί ὁλοκληρωμένο.
Ε´ . ῎Αν λοιπόν, σύμφωνα μ᾿ αὐτά πού ἐσύ λές, δέν ὑπάρχει ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, γιατί καταδικάζεις αὐτούς πού ἀνοίγουν καί κλέβουν τούς τάφους; ῎Αν τό σῶμα χάθηκε μιά γιά πάντα καί δέν ὑπάρχει ἐλπίδα ἀνάστασης, γιατί τιμωρεῖται ὁ κλέφτης τῶν τάφων;6 Βλέπεις λοιπόν ὅτι παρόλο πού μέ τά χείλη ἀρνεῖσαι τήν ἀνάσταση, ἡ καρδιά σου ὅμως πιστεύει ἀκράδαντα σ᾿ αὐτήν;
Ϛ´ . Θά μπορούσαμε ἐξάλλου νά σκεφθοῦμε καί κάπως ἔτσι: ῞Οταν ἕνα δέντρο κόβεται —ἀκόμα καί σύγκορμα— βγάζει νέους βλαστούς, φύλλα καί ἄνθη. Καί ὁ ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ ζωή ἀνακόπτεται μέ τό θάνατο δέν μπορεῖ νά ξαναζήσει; Κι ἀκόμα, τά σπαρτά ὅταν θερίζονται μένουν στ᾿ ἁλώνι. Καί ὁ ἄνθρωπος πού θερίστηκε ἀπ᾿ αὐτή τή ζωή, δέν θά μείνει στ᾿ ἁλώνι; Οἱ ἀμπελόβεργες καί ἄλλων ἀκόμα δέντρων τά κλαδιά, ὅταν κοποῦν ἐντελῶς ἀπό τόν κορμό τοῦ δέντρου καί μεταφυτευθοῦν παίρνουν ζωή, μεγαλώνουν καί κάνουν καρπούς. Καί ὁ ἄνθρωπος, γιά τόν ὁποῖο ὅλα αὐτά δημιουργήθηκαν, ἄν θαφτεῖ στή γῆ, δέν θά ἀναστηθεῖ; ᾿Από πλευρᾶς κόπου καί δουλειᾶς, τί εἶναι δυσχερέστερο; Νά φτιάξει κανείς ἕναν ἀνδριάντα ἐξαρχῆς ἤ νά ξαναχύσει καί νά ἀναπλάσει στό ἴδιο σχῆμα κάποιον πού ἔπεσε; ῾Ο Θεός πού μᾶς δημιούργησε ἀπό τό μηδέν, δέν μπορεῖ ἄραγε νά ἀναπλάσει αὐτούς πού κάποτε ὑπῆρξαν στή ζωή καί ἔπεσαν στή φθορά τοῦ θανάτου;
᾿Επειδή ὅμως εἶσαι εἰδωλολάτρης, δέν πιστεύεις σ᾿ ὅ,τι εἶναι γραμμένο γιά τήν ἀνάσταση. Κύτταξε τά πράγματα καί μελετώντας τή φύση τους ἐννόησε τά λόγια μου, ἀπ᾿ ὅσα μέχρι σήμερα παρατηρεῖς. Σπέρνεται γιά παράδειγμα σιτάρι ἤ ὁποιοδήποτε ἄλλο σπορικό. Καί μετά τή σπορά σαπίζει, σάν νά πεθαίνει, καί δέν μπορεῖ πλέον νά χρησιμεύσει ὡς τροφή. ᾿Εκεῖνος ὅμως ὁ σάπιος σπόρος φυτρώνει καταπράσινος. Καί ἐνῶ ὅταν σπάρθηκε ἦταν μικρός, τώρα πού φύτρωσε εἶναι βλαστάρι ὁλόδροσο. Τό σιτάρι δημιουργήθηκε γιά μᾶς. Γιατί, γιά τή δική μας χρήση δημιούργησε ὁ Θεός καί τό σιτάρι καί κάθε παρόμοιο καρπό καί δέν τά ἔκανε μόνο καί μόνο γιά νά ὑπάρχουν χάρη τοῦ ἑαυτοῦ τους. ῎Αν λοιπόν, ὅσα δημιουργήθηκαν γιά μᾶς, μετά τό σάπισμά τους παίρνουν πάλι ζωή, ἐμεῖς, γιά τούς ὁποίους ἐκεῖνα δημιουργήθηκαν, ἄν πεθάνουμε, δέν θά ἀναστηθοῦμε;
Ζ´ . ῞Οπως βλέπεις, εἶναι χειμωνιάτικος ὁ καιρός. Τώρα τά δέντρα στέκονται σάν νεκρά. Ποῦ εἶναι τώρα τά φύλλα τῆς συκιᾶς; Ποῦ εἶναι τά ἀμπελοστάφυλλα; ᾿Αλλά αὐτά τό χειμώνα εἶναι νεκρά, τήν ἄνοιξη ἔχουν βλαστάρια κι ὅταν ἔρθει ὁ κατάλληλος καιρός, τότε ξαναζωοποιοῦνται, σάν νά σηκώνονται νεκροί ἀπό τούς τάφους. ᾿Επειδή λοιπόν ὁ Θεός γνωρίζει τήν ἀπιστία σου, κάθε χρόνο ἀναπαρασταίνει μ᾿ αὐτά τά ὁρατά πράγματα, τήν ἀνάσταση. ῞Ωστε βλέποντας ἐσύ αὐτά πού συμβαίνουν στά ἄψυχα πράγματα, νά πιστέψεις ὅτι τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τά ἔμψυχα καί λογικά δημιουργήματά Του. Κι ἀκόμα, οἱ μύγες καί οἱ μέλισσες πέφτουν πολλές φορές στό νερό καί πνίγονται καί μετά ἀπό λίγο ξαναζωντανεύουν. ῾Υπάρχουν καί μερικά εἴδη μικρῶν ζώων, τρωκτικῶν, πού λέγονται Μυοξοί καί πέφτουν σέ χειμερία νάρκη ὅλο τό χειμώνα καί μόλις ἔρθει τό καλοκαίρι ξανακινοῦνται καί ξαναζοῦν —βλέπεις ἀναγκάζομαι νά σοῦ φέρνω παραδείγματα ἀνάλογα μέ τά δικά σου μέτρα, γιά νά σέ βοηθήσω νά σκεφθεῖς. ᾿Εκεῖνος πού δίνει τή ζωή στά ἄλογα καί σχεδόν νεκρά ζῶα, Αὐτός δέν ἔχει τή δύναμη νά χαρίσει τή ζωή, κάνοντας ὑπέρβαση στούς νόμους τῆς φύσεως, γιά χάρη μας, ἀφοῦ γιά μᾶς τά δημιούργησε ὅλα αὐτά7;
Η´ . ᾿Αλλά οἱ ῞Ελληνες καί οἱ ἑλληνίζοντες στή νοοτροπία, ζητοῦν νά τούς φέρουμε παραδείγματα μέ τά ὁποῖα ἡ ἀνάσταση νά γίνεται ἀναμφισβήτητα φανερή. Καί ἰσχυρίζονται ὅτι αὐτά πού μέχρι τώρα ἀνέφερα, καί ἄν ἀκόμα φαίνεται ὅτι ἀναζωογονοῦνται, δέν ἔχουν ὅμως παντελῶς σαπίσει καί ζητοῦν νά δοῦν ἕνα ζωντανό πλάσμα πού σάπισε ἐντελῶς κι ἔπειτα ἀναστήθηκε. Γνώριζε ὁ Θεός τήν ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων καί γι᾿ αὐτό ἔπλασε ἕνα πουλί πού ὀνομάζεται Φοίνικας. Αὐτό, ὅπως γράφει ὁ ἅγιος Κλήμης καί ὅπως καί ἄλλοι πολλοί ἱστορικοί μᾶς μαρτυροῦν, στό εἶδος του δέν ἔχει ἄτομα θηλυκοῦ καί ἀρσενικοῦ γένους καί κατά συνέπεια δέν μπορεῖ νά πολλαπλασιασθεῖ ὅπως ὅλα τά ἄλλα πτηνά. Βρίσκεται στή χώρα τῶν Αἰγυπτίων καί κάθε πεντακόσια χρόνια ἔρχεται νά φανερώσει τήν ἀνάσταση ἀπό τήν πλήρη φθορά. Καί μάλιστα αὐτό δέν τό κάνει στήν ἔρημο, ἀλλά ἔρχεται σέ χώρα ἐμφανή, μέσα στήν πόλη, ὥστε νά μή χάσουν οἱ ἄνθρωποι τή δυνατότητα νά παρακολουθήσουν τό μυστήριο τῆς ἀνάστασής του, ἀλλά νά γίνει γι᾿ αὐτούς χειροπιαστό ἐκεῖνο πού ἀμφισβητοῦν.
Αὐτό λοιπόν τό πουλί φτιάχνει μονάχο του μιά φωλιά πού εἶναι καί ὁ τάφος του, χρησιμοποιώντας σάν δομικά ὑλικά, τό λιβάνι, τή σμύρνα κι ἄλλα ἀρώματα. Καί ὅταν συμπληρώσει τά χρόνια του, μπαίνει μέσα στόν τάφο καί πεθαίνει ἀληθινά καί σαπίζει. Στή συνέχεια, μέσα ἀπό τίς σαπισμένες σάρκες τοῦ νεκροῦ πουλιοῦ γεννιέται ἕνα σκουλήκι καί αὐτό μεγαλώνοντας ἐξελίσσεται σέ πουλί. Μή σοῦ φανεῖ αὐτό ἀπίστευτο, διότι, ὅπως βλέπεις, ἔτσι ἀπό σκουλήκια καί τά μικρά μελισσάκια ἔγιναν ἔντομα. Καί ἀπό τά αὐγά τῶν πουλιῶν, τά ὁποῖα δέν περιέχουν παρά μόνο ρευστή οὐσία, βλέπεις νά βγαίνουν τά φτερά, τά ὀστᾶ καί τά νεῦρα τῶν πουλιῶν. Μετά, ἀφοῦ βγάλει φτερά ὁ Φοίνικας πού ἀναφέραμε παραπάνω καί γίνει τέλειο πουλί, ὅπως τό προηγούμενο, πετάει ψηλά στόν αἰθέρα ὁλόιδιος μ᾿ ἐκεῖνον πού εἶχε πεθάνει, δείχνοντας ἔτσι στούς ἀνθρώπους, πολύ ξεκάθαρα, τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν.
Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πουλί ὁ Φοίνικας. ᾿Αλλά εἶναι πουλί, χωρίς λογικό καί οὐδέποτε ὕμνησε τόν Θεό. Πετάει στούς αἰθέρες, ἀλλά δέν γνωρίζει τόν Μονογενή Υἱό τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζοντας λοιπόν τό παράδειγμα αὐτό, μπορεῖς νά ἰσχυρισθεῖς ὅτι ὁ Θεός ἔχει δωρήσει τήν ἀνάσταση σ᾿ ἕνα ἄλογο ζῶο πού δέν ἔχει τήν δυνατότητα νά γνωρίζει τό δημιουργό του, καί δέν δίνει σέ μᾶς τήν ἀνάσταση, πού καί τόν Θεό δοξολογοῦμε καί τίς ἐντολές Του ἐφαρμόζουμε;
Θ´ . ᾿Αλλά ἐπειδή ὁ Φοίνικας εἶναι μακριά μας καί ἀκόμα εἶναι σπάνιο τοῦτο τό ἀποδεικτικό σημάδι τῆς ἀνάστασης καί μερικοί δέν πείστηκαν, πάρε, σέ παρακαλῶ καί μιά ἄλλη ἀπόδειξη ἀπ᾿ ὅσα συμβαίνουν καθημερινά. Ποῦ ἤμαστε πρίν ἀπό ἑκατό ἤ διακόσια χρόνια ὅλοι ἐμεῖς, ἐγώ πού σᾶς μιλάω κι ἐσεῖς πού μέ ἀκοῦτε; ῎Αραγε δέν γνωρίζουμε πῶς ἤρθαμε σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τή ζωή; Δέν γνωρίζεις ὅτι γεννιόμαστε ἀπό ἀσθενικά, ἄμορφα καί ἁπλά πράγματα; Κι ἀπό αὐτό τό ἁπλό καί ἀσθενικό πράγμα παίρνει μορφή καί ζωή ὁ ἄνθρωπος. Καί τό ἀσθενικό ντύνεται σάρκα καί δυναμώνουνε τά νεῦρα του. Καί παίρνουν λαμπρότητα τά μάτια του, ἡ μύτη του ἀποκτάει τήν αἴσθηση τῆς ὄσφρησης, τ᾿ αὐτιά του τήν ἀκοή, ἡ γλώσσα του τή λαλιά καί ἡ καρδιά του παλμό. Τά χέρια του γίνονται ἱκανά γιά ἐργασία, τά πόδια του δυνατά γιά νά περπατοῦν καί κάθε μέλος τοῦ σώματος ἀναπτύσσεται, ὥστε νά ἐπιτελεῖ τή λειτουργικότητά του. Κι ἐκεῖνο τό πρίν ἀσθενικό πράγμα γίνεται τώρα ναυπηγός, οἰκοδόμος, ἀρχιτέκτονας καί πάσης εἰδικότητας ἐργάτης. Γίνεται στρατιώτης, ἄρχοντας, νομοθέτης καί βασιλιάς. ῾Ο Θεός πού μᾶς δημιούργησε ἀπό τόσο ἁπλά καί εὐτελή στοιχεῖα, δέν εἶναι ἄραγε ἱκανός καί νά μᾶς ἀναστήσει ἀπό τήν κατάσταση τῶν νεκρῶν; ᾿Εκεῖνος πού κάνει σῶμα ἀνθρώπινο αὐτό τό ἐξαρχῆς ἁπλό καί εὐτελές πράγμα, δέν μπορεῖ καί νά ἀναστήσει τό νεκρό σῶμα; ᾿Εκεῖνος πού ἀπό τήν ἀνυπαρξία ἔπλασε τήν ὕπαρξη, δέν μπορεῖ καί πεθαμένη νά τήν ἀναστήσει;


Ι´ . Πάρε, σέ παρακαλῶ, καί μιά ἄλλη ὁλοφάνερη ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως πού παρατηρεῖται κάθε μήνα στ᾿ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ. Τό σῶμα δηλαδή τῆς σελήνης χάνεται ἐντελῶς, ὥστε νά μή φαίνεται καί τό ἐλάχιστο μέρος του. Καί πάλι ἀρχίζει σιγά-σιγά νά ἐμφανίζεται στό στερέωμα καί φτάνει νά ἐπανέλθει ἐντελῶς στήν προηγούμενη μορφή καί κατάστασή του. Γιά νά γίνει δέ τό πράγμα καλύτερα ἀντιληπτό, κατά χρονικά διαστήματα, χάνεται ἡ σελήνη καί τή βλέπουμε νά γίνεται σάν αἷμα. Κι ἔπειτα ξαπαπαίρνει τή φωτεινή μορφή της. Αὐτό τό δημιούργησε ὁ Θεός, ὥστε κι ἐσύ ὁ ἄνθρωπος πού ἔχεις αἷμα, νά μή δείξεις ἀπιστία γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. ᾿Αλλά, βλέποντας αὐτό πού συμβαίνει στή σελήνη, νά πιστέψεις ὅτι αὐτό θά γίνει καί μέ σένα. Αὐτά τά ἐπιχειρήματα νά χρησιμοποιεῖς, ὅταν βρίσκεσαι ἀντιμέτωπος μέ τούς εἰδωλολάτρες. Σ᾿ ἐκείνους πού δέν παραδέχονται τίς Γραφές, νά ἀντιμάχεσαι μέ ὅπλα πού δέν εἶναι παρμένα ἀπ᾿ αὐτές, ἀλλά εἶναι φτιαγμένα ἀπό συλλογισμούς καί ἀποδείξεις. Γιατί βέβαια, αὐτοί δέν ξέρουν οὔτε ποιός εἶναι ὁ Μωυσῆς, οὔτε ποιός εἶναι ὁ ῾Ησαΐας, οὔτε ποιά εἶναι τά Εὐαγγέλια, οὔτε ποιός εἶναι ὁ ἀπόστολος Παῦλος.
ΙΑ´ . ῎Ας πᾶμε τώρα στούς Σαμαρεῖτες, οἱ ὁποῖοι ἐνῶ δέχονται τό Νόμο, ὅμως δέν δέχονται καθόλου τούς Προφῆτες καί φυσικά δέν τούς λέει τίποτα αὐτό τό ἀνάγνωσμα ἀπό τό βιβλίο τοῦ προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ. Γιατί, ὅπως εἴπαμε, δέν παραδέχονται τούς Προφῆτες. Πῶς λοιπόν θά πείσουμε τούς Σαμαρεῖτες; ῎Ας ἔλθουμε σέ ὅσα γράφονται μέσα στό Νόμο. Λέει λοιπόν, ὁ Θεός στό Μωυσῆ· «᾿Εγώ εἶμαι ὁ Θεός τοῦ ᾿Αβραάμ καί τοῦ ᾿Ισαάκ καί τοῦ ᾿Ιακώβ» (πρβλ. ῎Εξ. 3, 6). ῾Οπωσδήποτε εἶναι Θεός αὐτῶν πού ζοῦν καί ὑπάρχουν. Γιατί ἄν ὁ ᾿Αβραάμ, ὁ ᾿Ισαάκ καί ὁ ᾿Ιακώβ μέ τό θάνατό τους ἔγιναν ἀνύπαρκτοι, τότε ὁ Θεός εἶναι Θεός ἐκείνων πού δέν ὑπάρχουν. Πότε ἀκούστηκε ἕνας βασιλιάς νά πεῖ ὅτι ἐγώ εἶμαι βασιλιάς καί εἶμαι ἀρχιστράτηγος ἑνός στρατεύματος ἀνύπαρκτου; Πότε ἀκούστηκε νά κάνει κανείς ἐπίδειξη ἀνύπαρκτου πλούτου; Πρέπει λοιπόν νά ὑπάρχει ἀκόμα ὁ ᾿Αβραάμ, ὁ ᾿Ισαάκ καί ὁ ᾿Ιακώβ, γιά νά εἶναι ὁ Θεός, Θεός ζώντων. Γιατί δέν εἶπε ‘ἤμουνα Θεός τους’, ἀλλά εἶπε «εἶμαι Θεός τους» (πρβλ. ῎Εξ. 3, 6). Καί ὅτι ὑπάρχει μέλλουσα Κρίση, τό ἀποδεικνύει αὐτό πού εἶπε ὁ ᾿Αβραάμ πρός τόν Κύριο· «᾿Εκεῖνος πού κρίνει ὅλη τή γῆ, δέν θά κάνει Κρίση;» (Γέν. 18, 25).
ΙΒ´ . ᾿Αλλά καί σ᾿ αὐτό πάλι ἔχουν ἀντιρρήσεις οἱ ἀνόητοι Σαμαρεῖτες καί λένε ὅτι ἐνδέχεται νά παραμένουν στήν ὕπαρξη οἱ ψυχές τοῦ ᾿Αβραάμ, τοῦ ᾿Ισαάκ καί τοῦ ᾿Ιακώβ. Τά σώματά τους ὅμως δέν εἶναι δυνατόν νά ἀναστηθοῦν.
Τό ραβδί τοῦ Μωυσῆ τοῦ δίκαιου μπόρεσε κι ἔγινε δράκοντας (πρβλ. ῎Εξ. 4, 3) καί τά σώματα τῶν δίκαιων δέν μποροῦν νά ἀναστηθοῦν καί νά ζήσουν; ῎Εγινε ἐκεῖνο πού ἦταν «παρά φύσιν» καί δέν μπορεῖ νά ἀποκατασταθεῖ αὐτό πού εἶναι «κατά φύσιν»; Καί τό ραβδί τοῦ ᾿Ααρών, πού ἦταν κλαδί κομμένο καί ξερό, χωρίς σταγόνα νερό πέταξε βλαστάρια (πρβλ. ᾿Αριθμ. 17, 23). Καί αὐτό ἔγινε χωρίς νά τό δεῖ ὁ ἥλιος, βλάστησε ἀκριβῶς ὅπως βλασταίνουν τά διάφορα φυτά καί δέντρα στούς ἀγρούς. Καί ἐνῶ βρισκόταν κατάξερο, μέσα σέ μιά νύχτα ἀναπτύχθηκε καί καρποφόρησε τόσο, ὅσο τά συνήθη φυτά πού ποτίζονται συνέχεια στή διάρκεια πολλῶν ἐτῶν. Τό ραβδί τοῦ ᾿Ααρών, σάν νά ἦταν νεκρωμένο ἀναστήθηκε, καί δέν θά ἀναστηθεῖ ὁ ἴδιος ὁ ᾿Ααρών; ῾Ο Θεός πού θαυματούργησε, ἀνασταίνοντας τό ξύλο, γιά νά διατηρήσει τήν ἀρχιεροσύνη τοῦ ᾿Ααρών, δέν θά χαρίσει τήν ἀνάσταση στόν ἴδιο τόν ᾿Ααρών; ῾Η γυναίκα τοῦ Λώτ μεταβλήθηκε σέ ἁλάτι κι ἄλλαξε ἡ φύση της (πρβλ. Γέν. 19, 26). ῾Η σάρκα ἄλλαξε καί ἔγινε ἁλάτι καί δέν μπορεῖ ἡ σάρκα ν᾿ ἀναστηθεῖ καί νά ξαναγίνει σάρκα, νά πάρει τήν πρώτη φύση της; ῾Η γυναίκα τοῦ Λώτ, ἔγινε ἁλάτινη στήλη καί δέν μπορεῖ ν᾿ ἀναστηθεῖ ἡ γυναίκα τοῦ ᾿Αβραάμ; Μέ ποιά δύναμη μεταβλήθηκε τό χέρι τοῦ Μωυσῆ, πού γιά μιά ὥρα ἔγινε σάν χιόνι καί πάλι ἀποκαταστάθηκε στήν πρώτη του μορφή; (Πρβλ. ῎Εξ. 4, 6-7). ῾Οπωσδήποτε μέ τοῦ Θεοῦ τό πρόσταγμα. Τότε λοιπόν τό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ εἶχε αὐτή τή δύναμη καί τώρα δέν τήν ἔχει;
ΙΓ´ . Καί ρωτῶ ἐσᾶς τούς Σαμαρεῖτες, πού σκέπτεσθε σάν νά εἶσθε οἱ πιό ἀνόητοι ἀπό ὅλους τούς ἀνόητους ἀνθρώπους τῆς οἰκουμένης· Ποιός πρῶτος καί μέ ποιό τρόπο δημιούργησε τόν ἄνθρωπο ἀπό τό μηδέν; ᾿Ελᾶτε στή Γένεση, στό πρῶτο βιβλίο τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, πού καί ἐσεῖς παραδεχόσαστε· «Καί ἔπλασε ὁ Θεός τόν ἄνθρωπο, παίρνοντας χῶμα ἀπό τή γῆ» (Γέν. 2, 7). Τό χῶμα γίνεται σάρκα καί ἡ σάρκα δέν μπορεῖ νά ξαναγίνει σάρκα; Σᾶς ρωτῶ πάλι: ᾿Από ποῦ προῆλθαν οἱ οὐρανοί, ἡ γῆ καί ἡ θάλασσα; ᾿Από ποῦ δημιουργήθηκαν ὁ ἥλιος, ἡ σελήνη καί τ᾿ ἀστέρια; Πῶς γεννήθηκαν ἀπό τά νερά τά πουλιά καί τά ψάρια; Καί πῶς ὅλα τά ζῶα πλάστηκαν ἀπό τή γῆ; Τόσες μυριάδες πλάσματα ἦρθαν ἀπό τήν ἀνυπαρξία στήν ὕπαρξη. Κι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι, πού εἴμαστε πλασμένοι «κατ᾿ εἰκόνα» Θεοῦ, δέν θά ἀναστηθοῦμε; Πραγματικά, εἶναι γεμάτη ἀπιστία αὐτή ἡ σκέψη καί πολύ ἀξιοκατάκριτοι εἶναι ὅσοι δείχνουν ἀπιστία. ῾Ο ᾿Αβραάμ λέει πρός τόν Κύριο: «᾿Εσύ πού κρίνεις ὅλη τή γῆ» (Γέν. 18, 25) καί δέν Τόν πιστεύουν ὅσοι μελετοῦν τό Νόμο. Καί ἐνῶ εἶναι γραμμένο ὅτι «ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς» (πρβλ. Γέν. 3, 19), αὐτοί πού διαβάζουν τό Νόμο θεωροῦν τόν Θεό ἀνίσχυρο νά ἀναστήσει τούς νεκρούς.
ΙΔ´ . Αὐτά λοιπόν τά ἐπιχειρήματα εἶναι γιά ὅσους δέν πιστεύουν στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιά μᾶς ὅμως πού πιστεύουμε, εἶναι σκόπιμο νά γνωρίζουμε ὅσα ἀναφέρουν οἱ Προφῆτες. ᾿Επειδή ὅμως καί μερικοί πού μελετοῦν τούς Προφῆτες δέν πιστεύουν σ᾿ ὅσα ἐκεῖ βρίσκουν γραμμένα καί παίρνουν σάν ἐπιχείρημα καί μᾶς λένε ἐκεῖνο τό «δέν θά ἀναστηθοῦν οἱ ἀσεβεῖς στή μέλλουσα Κρίση» (Ψαλμ. 1, 5) καί τό «ἄν κατεβεῖ ὁ ἄνθρωπος στόν ῞Αδη, δέν πρόκειται πιά νά ξανανεβεῖ» (᾿Ιώβ 7, 9) καί ἀκόμα τό «δέν θά Σέ ὑμνήσουν οἱ νεκροί, Κύριε» (Ψαλμ. 113, 25) —γιατί χρησιμοποιοῦν λανθασμένα, ὅσα εἶναι γραμμένα σωστά8— εἶναι καλό τώρα νά τούς ἀπαντήσουμε, μέ λίγα λόγια, ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ δυνάμεις μας καί οἱ συνθῆκες τῆς σημερινῆς Κατήχησης.
῞Οταν λέει ὁ Ψαλμωδός ὅτι οἱ ἀσεβεῖς δέν θά ἀναστηθοῦν γιά νά κριθοῦν, ἐννοεῖ, ὄχι πώς καθόλου δέν θά κριθοῦν, ἀλλά ὅτι θά κατακριθοῦν. Γιατί δέν χρειάζεται νά τούς πολυεξετάσει ὁ Θεός γιά τίς πράξεις τους. ᾿Αντίθετα, μόλις οἱ ἀσεβεῖς ἀναστηθοῦν, ταυτόχρονα καί θά καταδικαστοῦν. Αὐτό πού λέει ὁ Ψαλμωδός ὅτι «δέν θά Σέ ὑμνήσουν Κύριε, οἱ νεκροί», σημαίνει ὅτι μόνο σ᾿ αὐτή τή ζωή ὑπάρχει ἡ δυνατότητα γιά μετάνοια καί ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, κατά τή διάρκεια τῆς ὁποίας, ὅσοι χαίρονται καί ἀπολαμβάνουν αὐτά τά ἀγαθά, μποροῦν νά ὑμνοῦν τόν Θεό. Γιατί δέν θά μποροῦν νά ὑμνοῦν τόν Θεό, μετά τό θάνατό τους, σάν εὐεργετημένοι, ὅσοι πέθαναν μέσα στίς ἁμαρτίες τους, ἀλλά αὐτοί θά θρηνοῦν καί θά ὀδύρονται. Γιατί ὁ αἶνος βγαίνει αὐθόρμητα ἀπό τίς ψυχές αὐτῶν πού ζοῦν μέ αἰσθήματα καί βιώματα εὐχαριστίας, ἐνῶ ὁ ὀδυρμός πηγάζει ἀπό τίς ψυχές ἐκείνων πού τιμωροῦνται. Τότε λοιπόν οἱ δίκαιοι θά ὑμνοῦν, ἐνῶ ὅσοι θά πεθάνουν ἀμετανόητοι γιά τίς ἁμαρτίες τους, δέν θά ἔχουν πλέον εὐκαιρίες γιά μετάνοια καί ἐξομολόγηση9.
ΙΕ´ . ῞Οσο γι᾿αὐτό τό «ἄν κατεβεῖ ἕνας ἄνθρωπος στόν ῞Αδη, δέν θά ξανανεβεῖ» (᾿Ιώβ 7, 9), κοίταξε τά παρακάτω. Εἶναι γραμμένο στόν ἑπόμενο ἀκριβῶς στίχο πώς, «ὅποιος κατεβεῖ στόν ῞Αδη, δέν μπορεῖ πιά ν᾿ ἀνεβεῖ καί νά γυρίσει στό σπίτι του». ᾿Αφοῦ θά γίνει ἡ συντέλεια τοῦ κόσμου καί ὅλα τά σπίτια θά καταστραφοῦν, πῶς θά ξαναγυρίσει στό σπίτι του κανείς, ἀφοῦ ὅλη ἡ γῆ θά μεταβληθεῖ, θά δημιουργηθεῖ ἐκ νέου; ῎Επρεπε ὅσοι τά λένε αὐτά ν᾿ ἀκούσουν τόν ᾿Ιώβ πού λέει: «῾Υπάρχει ἐλπίδα γιά τό δέντρο. ῎Αν αὐτό κοπεῖ θά ξανανθίσει καί τά βλαστάρια του ποτέ δέν θά τοῦ λείψουν. Κι ἄν ἡ ρίζα του γεράσει μέσα στή γῆ ἤ ἄν μέσα σέ πετρῶδες κι ἄγονο ἔδαφος μαραθοῦν τά βλαστάρια του, πάλι καί μόνο μέ τήν ὑγρασία θά ξανανθίσει καί θά φέρει καρπό στό θερισμό, σάν νά ἦταν νεοφυτεμένο. Κι ὁ ἄνθρωπος ἅμα πεθάνει, θά χαθεῖ; ῎Αν πέσει καί ταφεῖ ὁ θνητός ἄνθρωπος, ἄραγε δέν θά ξαναζήσει;» (᾿Ιώβ 14, 7-10). ῎Οχι λοιπόν σάν παράκληση ἤ σάν ἐπιτίμηση, ἀλλά ἔτσι ἐρωτηματικά πρέπει νά διαβάζεται τό «δέν θά ξαναζήσει». ᾿Αφοῦ λοιπόν, λέει ὁ ᾿Ιώβ, τό δέντρο πέφτει καί πάλι ἀνασταίνεται, ὁ ἄνθρωπος, γιά τόν ὁποῖο τό δέντρο δημιουργήθηκε, δέν θ᾿ ἀναστηθεῖ;
Καί γιά νά μή νομίσεις ὅτι προσπαθῶ νά βρῶ νόημα, ὅπως τό θέλω, ἐκεῖ πού τό κείμενο δέν μοῦ τό δίνει10, διάβασε καί τή συνέχεια. Γιατί μετά, ἀφοῦ διατύπωσε ὑπό τύπον ἐρωτήσεως τό, «ὅταν πέσει ὁ ἄνθρωπος δέν θά ξαναναστηθεῖ», λέει· «Γιατί κι ἄν πεθάνει ὁ ἄνθρωπος, ὅμως θά ζήσει» (᾿Ιώβ 14, 14). Καί ἀμέσως συνεχίζει· «Θά μείνω θαμμένος στή γῆ μέχρι νά ξανάρθω στή ζωή». Καί στόν ἴδιο στίχο πάλι λέει· «Αὐτός πού πρόκειται νά ἀναστήσει τό σῶμα μου, πού βρίσκεται στή γῆ καί ἐξαντλητικά γεύεται ὅλα αὐτά» (πρβλ. ᾿Ιώβ 19, 25-26).
Καί ὁ προφήτης ῾Ησαΐας, λέει· «Θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί καί θά σηκωθοῦν ὅσοι βρίσκονται μέσα στούς τάφους» (῾Ησ. 26, 19). Καί ὁ προφήτης ᾿Ιεζεκιήλ, τήν προφητεία τοῦ ὁποίου ἐδῶ μόλις τώρα διαβάσαμε, λέει ξεκάθαρα· «᾿Εγώ θά ἀνοίξω τά μνήματά σας καί θά σᾶς βγάλω ἀπό τούς τάφους σας». (᾿Ιεζ. 37, 12). Καί ὁ προφήτης Δανιήλ λεει· «Πολλοί, ἀπ᾿ ἐκείνους πού κοιμοῦνται στό χῶμα τῆς γῆς θά ἀναστηθοῦν, ἄλλοι γιά νά ζήσουν τήν αἰώνια ζωή καί ἄλλοι γιά νά καταδικαστοῦν σέ αἰώνια ντροπή καί ὄνειδος» (πρβλ. Δαν. 12, 2).
ΙϚ´ . Πολλά κείμενα τῆς ἁγίας Γραφῆς μαρτυροῦν γιά τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Γιατί ὑπάρχουν καί πολλά ἄλλα ρητά σχετικά μ᾿ αὐτό τό θέμα. Σάν ὑπόμνηση καί μόνο σᾶς ἀναφέρω ἐπιγραμματικά τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πού ἦταν τέσσερις ἡμέρες νεκρός στό μνῆμα, καί λόγω τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρόνου, σᾶς θυμίζω μόνο τήν ἀνάσταση τοῦ γιοῦ τῆς χήρας, στή Ναΐν. Σάν ὑπενθύμιση μόνο ἀναφέρω καί τή θυγατέρα τοῦ ἀρχισυνάγωγου καί ἀκόμα ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στό ἱερό Εὐαγγέλιο, ὅτι δηλαδή σχίστηκαν οἱ πέτρες καί πολλά σώματα τῶν ἁγίων, πού εἶχαν κοιμηθεῖ ἀναστήθηκαν, ἀφοῦ ἀνοίχτηκαν μέ τό σεισμό τά μνήματά τους (πρβλ. Ματθ. 27, 51-52). Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ὅμως, ἄς μήν ξεχνᾶμε, ὅτι ὁ Χριστός ἀναστήθηκε.
Δέν ἀνέφερα τόν προφήτη ᾿Ηλία καί τό γιό τῆς χήρας πού ὁ Προφήτης ἀνέστησε καί τόν προφήτη ᾿Ελισσαῖο, ὁ ὁποῖος δυό φορές ἀνέστησε νεκρό καί ὅταν ζοῦσε καί μετά τό θάνατό του. ῞Οταν ζοῦσε ἀνέστησε τό νεκρό μέ τή δύναμη τῆς ἅγιας ψυχῆς του. Γιά νά μήν τιμηθοῦν ὅμως μόνο οἱ ψυχές τῶν δίκαιων καί γιά νά γίνει πιστευτό ὅτι καί τά σώματα τῶν δίκαιων ἔχουν δύναμη, ὁ νεκρός πού ἔριξαν στόν τάφο τοῦ ᾿Ελισσαίου, ὅταν ἀκούμπησε τό νεκρό σῶμα τοῦ Προφήτη, ἀναστήθηκε (πρβλ. Δ´ Βασ. 13, 21). Τό νεκρό σῶμα τοῦ Προφήτη ἔκανε ἔργο ζωντανῆς ψυχῆς11. Καί τό πεθαμένο σῶμα, πού ἦταν θαμμένο στό χῶμα, χάρισε στό νεκρό τή ζωή. Κι ἐνῶ αὐτό χάρισε τή ζωή, ἔμεινε τό ἴδιο νεκρό. Γιατί; Γιά νά μή θεωρηθεῖ, μετά τήν ἀνάσταση, ὅτι ἡ ψυχή μόνο τοῦ ᾿Ελισσαίου ἔκανε αὐτό τό θαῦμα. ᾿Αλλά νά ἀποδειχτεῖ πώς καί ὅταν δέν εἶναι παρούσα ἡ ψυχή, ὑπάρχει μιά δύναμη μέσα στά σώματα τῶν ῾Αγίων, λόγω τῆς παραμονῆς, ἐπί τόσα χρόνια μέσα σ᾿ αὐτά, τῆς δίκαιης ψυχῆς, τήν ὁποία τό σῶμα ὑπηρετοῦσε. Καί ἄς μήν παραμένουμε στήν ἀπιστία ἤ στή δυσπιστία, διατηρούμενοι σέ πνευματικό νηπιασμό, σάν νά μήν ἔχει γίνει αὐτό τό θαῦμα. Γιατί, ἄν τά σάβανα καί τά σεντόνια πού ἀγγίζουν ἐξωτερικά τά σώματα, ὅταν τ᾿ ἀκουμποῦσαν οἱ ἄρρωστοι, γίνονταν καλά, τό ἴδιο τό σῶμα τοῦ Προφήτη δέν θά μποροῦσε νά χαρίσει τήν ἀνάσταση στό νεκρό;
ΙΖ´ . Θά μπορούσαμε πολλά νά ποῦμε πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα, ἐξηγώντας μέ λεπτομέρειες ὅλα τά παράδοξα πού ἔχουν συμβεῖ. ᾿Επειδή ὅμως ἔχετε ἤδη κουραστεῖ καί ἀπό τά προηγούμενα καί ἀπό τήν αὐστηρή νηστεία τῆς Παρασκευῆς καί ἀπό τήν ἀγρυπνία, σᾶς τά ἀνέφερα αὐτά μέ συντομία σάν νά ἔριχνα σπόρους ἐδῶ κι ἐκεῖ. ῞Ωστε ἐσεῖς σάν τήν εὔφορη καί γόνιμη γῆ νά δεχτεῖτε τό σπόρο, νά βλαστήσετε στάχυα καί νά φέρετε πολλούς καρπούς. ῎Ας θυμηθοῦμε ἀκόμα ὅτι καί οἱ ᾿Απόστολοι ἀναστήσανε νεκρούς. ῾Ο ἀπόστολος Πέτρος ἀνέστησε τήν Ταβιθά στήν ᾿Ιόππη. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος ἀνέστησε τόν Εὔτυχο στήν Τρωάδα καί ὅλοι οἱ ᾿Απόστολοι ἀνέστησαν νεκρούς, παρόλο πού τά θαύματά τους δέν εἶναι γραμμένα στήν ἁγία Γραφή καί δέν τά γνωρίζουμε.
Θυμηθεῖτε ἐπίσης ὅλα ὅσα ἀναφέρονται στήν πρώτη πρός Κορινθίους ἐπιστολή, πού ἔχει γράψει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, σ᾿ ἐκείνους πού ρωτοῦσαν καί ἔλεγαν: «Πῶς θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ νεκροί; Μέ ποιό σῶμα θά ξαναζήσουν;» (Α´ Κορ. 15, 35). Καί τό: «῎Αν οἱ νεκροί δέν θ᾿ ἀναστηθοῦν, οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ» (Α´ Κορ. 15, 16). Θυμηθεῖτε ὅτι ὀνόμασε ἄφρονες ἐκείνους πού δέν πιστεύουν σ᾿ ὅλη τή διδασκαλία τῆς ἁγίας Γραφῆς, πού ἀναφέρεται στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. ᾿Ακόμα θυμηθεῖτε ὅτι ὁ ἴδιος ἔγραψε πρός τούς Θεσσαλονικεῖς: «Δέν θέλουμε, ἀδελφοί, νά ἀγνοεῖτε, τή χριστιανική διδασκαλία σχετικά μέ τούς κεκοιμημένους, γιά νά μήν αἰσθανόσαστε λύπη, ὅπως ὅλοι οἱ ἄπιστοι καί οἱ εἰδωλολάτρες, οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν ἐλπίδα» (Α ´ Θεσ. 4, 13) κ.τ.λ. Κυρίως δέ αὐτό πού λέει: Καί ὅσοι πέθαναν πιστοί καί ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό θά πρωτοαναστηθοῦν. (Α´ Θεσ. 4, 16).
ΙΗ´ . ᾿Ιδιαίτερα ὅμως πρέπει νά κρατήσετε ἔντονα στήν ψυχή σας αὐτό τό ὁποῖο ἐπίμονα τονίζει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος δείχνοντας τό δικό του σῶμα, λέει: «Διότι πρέπει αὐτό τό φθαρτό σῶμα νά ἐνδυθεῖ τήν ἀφθαρσία καί τό θνητό αὐτό κορμί νά ἐνδυθεῖ τήν ἀθανασία» (Α´ Κορ. 15, 53). Αὐτό βέβαια τό σῶμα μας θά ἀναστηθεῖ, χωρίς ὅμως τήν ἀσθενικότητα πού ἔχει τώρα. ᾿Αλλά τό ἴδιο αὐτό θά ἀναστηθεῖ καί ἀφοῦ θά ἐνδυθεῖ τήν ἀφθαρσία, θά μεταμορφωθεῖ, ὅπως ἀκριβῶς γίνεται καί μέ τό σίδερο πού μπαίνει στή φωτιά καί γίνεται κι αὐτό φωτιά. ῎Η γιά νά τό ποῦμε καλύτερα, τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ καί θά γίνει ἄφθαρτο μέ τόν τρόπο πού γνωρίζει μονάχα ὁ Κύριος, πού ἀνασταίνει τό νεκρό σῶμα.
Αὐτό λοιπόν τό σῶμα θά ἀναστηθεῖ. Δέν θά μείνει ὅμως ἔτσι πού εἶναι τώρα. ᾿Αλλά θά εἶναι πιά κατάλληλο γιά τήν αἰωνιότητα. Δέν θά ἔχει πιά ἀνάγκη ἀπό ὑλικές τροφές γιά νά ζήσει, οὔτε σκάλες γιά ν᾿ ἀνεβαίνει. Γιατί θά γίνει πνευματικό (πρβλ. Α´ Κορ. 15, 44), κάτι θαυμαστό, πού ὅμοιο τώρα δέν ἔχουμε, γιά νά τό παραβάλλουμε12. Τότε, λέει ἡ ἁγία Γραφή, οἱ δίκαιοι θά λάμψουν ὅπως ὁ ἥλιος (πρβλ. Ματθ. 13, 43) καί ὅπως ἡ σελήνη καί ὅπως ὁ λαμπρός οὐρανός. Κι ἐπειδή ὁ Θεός προγνώριζε τήν ἀπιστία τῶν ἀνθρώπων δημιούργησε ἐκεῖνα τά πολύ μικρά σκουληκάκια πού τό καλοκαίρι ἀκτινοβολοῦν μέ λάμψη, ἡ ὁποία βγαίνει ἀπό τό ἴδιο τους τό σῶμα. ῞Ωστε ἀπό αὐτά πού τώρα βλέπουμε μέ τά σωματικά μάτια, νά συμπεράνουμε καί αὐτό πού προσδοκᾶμε, δηλαδή ὅτι τά σώματά μας θά γίνουν φωτεινά. Γιατί ὁ Θεός, πού μᾶς χάρισε αὐτή τήν ἐπίγεια ἐμπειρία, μπορεῖ νά μᾶς χαρίσει στή μέλλουσα ζωή καί τήν ὁλοκλήρωσή της. ᾿Εκεῖνος πού ἔκανε νά λάμπει τό σκουλήκι πολύ περισσότερο θά κάνει νά λάμψει ὁ δίκαιος ἄνθρωπος.
ΙΘ´ . Θ᾿ ἀναστηθοῦμε λοιπόν καί θά ἔχουμε ὅλοι αἰώνια σώματα. ᾿Αλλά δέν θά εἶναι ἴδια ὅλων τά σώματα. ῎Αν κάποιος εἶναι δίκαιος, θά λάβει ἐπουράνιο σῶμα, γιά νά μπορεῖ ἐπάξια νά συναναστρέφεται μέ τούς ᾿Αγγέλους. Κι ἄν κάποιος εἶναι ἁμαρτωλός, θά λάβει σῶμα πού αἰώνια θά τιμωρεῖται γιά τίς ἁμαρτίες του, ὥστε, μολονότι θά καίγεται σ᾿ αἰώνια φωτιά, νά μή μπορέσει ποτέ ν᾿ ἀφανιστεῖ. Πολύ δίκαια ὁ Θεός παραχωρεῖ αὐτά καί γιά τίς δυό μερίδες, τῶν δίκαιων καί τῶν ἄδικων. Γιατί τίποτα δέν κάναμε, χωρίς νά συμμετέχει τό σῶμα μας. Βλασφημοῦμε μέ τό στόμα, προσευχόμαστε μέ τό στόμα, πορνεύουμε μέ τό σῶμα, ζοῦμε ἁγνή ζωή μέ τό σῶμα. ῾Αρπάζουμε μέ τά χέρια, δίνουμε ἐλεημοσύνες μέ τά χέρια καί ὅλα τά ὑπόλοιπα. ᾿Επειδή λοιπόν σέ ὅλα, ὅσα κάναμε, μᾶς ὑπηρέτησε τό σῶμα, παίρνει καί αὐτό μέρος στίς ἀπολαβές τῆς μέλλουσας ζωῆς.
Κ´ . ῎Ας λυπηθοῦμε, λοιπόν, ἀδελφοί μου, τά σώματά μας κι ἄς μήν τά κακομεταχειριστοῦμε, σάν νά ἦταν ξένα. Νά μήν ποῦμε αὐτό πού λένε οἱ αἱρετικοί ὅτι εἶναι ξένο τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς μας, τό σῶμα μας, ἀλλά ἄς τό σπλαχνιστοῦμε ὡς κάτι δικό μας. Γιατί πρέπει νά δώσουμε λόγο στόν Κύριο, γιά ὅλα ὅσα πράξαμε μέ τό σῶμα (πρβλ. Β´ Κορ. 5, 10). Μήν πεῖς ποτέ «κανείς δέν μέ βλέπει» (πρβλ. Σοφ. Σειρ. 23, 18. ῾Ησ. 29, 15), μή νομίσεις ὅτι δέν ὑπάρχει μάρτυρας τῶν πράξεών σου. Μπορεῖ πολλές φορές, πράγματι, νά μή σέ βλέπει ἄνθρωπος. ῞Ομως ὁ Πλάστης, ὁ ἀόρατος καί αἰώνιος μάρτυρας, παραμένει πάντα στόν οὐρανό ἀξιόπιστος (Ψαλμ. 88, 38) καί βλέπει ὅλα ὅσα συμβαίνουν. ᾿Αλλά μένουν καί τά ἀποτυπώματα τῆς ἁμαρτίας στό σῶμα13. Γιατί, ὅπως ἀκριβῶς μιά βαθιά πληγή στό σῶμα, κι ἄν ἀκόμα θεραπεύτηκε, ἀφήνει οὐλή, ἔτσι καί ἡ ἁμαρτία πληγώνει τήν ψυχή καί τό σῶμα καί ἀφήνει σ᾿ ὅλο τό σῶμα πλέον σημάδια καί οὐλές, οἱ ὁποῖες ἀφαιροῦνται μόνο ἀπό τά σώματα ἐκείνων, πού δέχτηκαν τό ἅγιο Βάπτισμα. ῞Ολα τά περασμένα τραύματα τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, τά θεραπεύει ὁ Θεός μέ τό Βάπτισμα. ῎Ας προσέξουμε ὅμως ὅλοι μας νά διαφυλάξουμε τόν ἑαυτό μας, ἀπό ἐκεῖνα πού μπορεῖ νά συμβοῦν στό μέλλον, ὥστε νά διατηρήσουμε καθαρό τό χιτώνα τοῦ σώματος καί νά μή χάσουμε τήν οὐράνια σωτηρία, ἐξαιτίας μιᾶς πορνείας ἤ ἡδυπάθειας ἤ κάποιας ἄλλης ἁμαρτωλῆς πράξης. ᾿Αλλά νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας εἴθε μέ τή Χάρη Του νά σᾶς ἀξιώσει ὅλους σας ὁ Θεός.
ΚΑ´ . Αὐτά εἶχα νά πῶ σάν ἀπόδειξη τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν. ῾Η ἐκφώνηση δέ τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως, πού τώρα θά σᾶς κάνω, νά γίνει καί ἀπό σᾶς μέ ἰδιαίτερη προσοχή γιά κάθε λέξη καί νά τή μάθετε ἀπό στήθους.
ΚΒ´ . Στή συνέχεια τό Σύμβολο τῆς Πίστεως πού ἐκφωνήσαμε περιέχει τό ἄρθρο: Πιστεύω σ᾿ ἕνα Βάπτισμα μετάνοιας πού συγχωρεῖ τίς ἁμαρτίες καί σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία καί στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος καί στήν αἰώνια ζωή. Γιά τό Βάπτισμα καί τή μετάνοια ἔχουμε μιλήσει στίς πρῶτες Κατηχήσεις καί τά σχετικά μέ τήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, πού εἰπώθηκαν λίγο πρίν, ἀναφέρονταν στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος. ᾿Απομένει τώρα νά μιλήσουμε καί γιά τό ὑπόλοιπο τμῆμα αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου πού ἀναφέρεται στή «Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία». Πάνω σ᾿ αὐτό τό ἄρθρο θά μπορούσαμε νά ποῦμε πολλά, ἀλλά θά τά ἐκθέσουμε συνοπτικά.
ΚΓ´ . ῾Η ᾿Εκκλησία λοιπόν, ὀνομάζεται «Καθολική», ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε «Καθολική»14, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε «Καθολική», γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.
ΚΔ´ . «᾿Εκκλησία» ὀνομάζεται γιατί, ὅπως δηλώνει καί ἡ λέξη, συγκαλεῖ σέ μία σύναξη ὅλους τούς ἀνθρώπους, καθώς ὁ Κύριος λέει στό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ: ῞Ολους τούς ᾿Ισραηλίτες πού ἔχουν ὑποχρέωση καί δικαίωμα γιά τά κοινά «ἐκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσέ τους μπροστά στίς θύρες τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου (Λευιτ. 8, 3). Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἐκκλησίασον» ἀναφέρεται πρώτη φορά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν ὁ Κύριος καθιστοῦσε τόν ᾿Ααρών ἀρχιερέα. Στό βιβλίο ἐπίσης τοῦ Δευτερονομίου λέει ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «᾿Εκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσε «ἐνώπιόν μου τό λαό καί ἄς ἀκούσουν τούς λόγους μου, γιά νά μάθουν νά μέ σέβονται καί νά μέ φοβοῦνται» (Δευτ. 4, 10). ῾Η λέξη «᾿Εκκλησία» ἀναφέρεται πάλι, ὅταν γίνεται λόγος γιά τίς πλάκες τοῦ Νόμου: «Πάνω σ᾿ αὐτές ἦταν γραμμένο καθετί πού εἶπε σ᾿ ἐσᾶς ὁ Κύριος, πάνω στό ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπό τό θεϊκό πῦρ, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» (Δευτ. 9, 10). Σάν νά ἤθελε μέ αὐτό τό «κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» νά πεῖ πιό καθαρά «κατά τήν ἡμέρα πού ὁ Θεός σᾶς κάλεσε καί σᾶς σύναξε». ῾Ο Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά προσευχηθῶ ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, Κύριε, μέσα σέ μεγάλη ἐκκλησία, ἀνάμεσα σέ πολύ πυκνό πλῆθος λαοῦ, θά Σέ ὑμνήσω» (Ψαλμ. 34, 18).
ΚΕ´ . Πρωτύτερα λοιπόν ἔψαλε ὁ Ψαλμωδός: «Μέσα στήν ἐκκλησία νά δοξολογεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ψαλμ. 67, 27). ᾿Αφοῦ ὅμως οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔχασαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς κακόβουλης στάσης τους ἐνάντια στόν Σωτήρα Χριστό, ὁ Σωτήρας ἵδρυσε δεύτερη ᾿Εκκλησία, τή χριστιανική, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ διάφορα ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ ᾿Ισραήλ15. Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία εἶπε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο· «Πάνω σ᾿ αὐτήν τήν Πέτρα θά οἰκοδομήσω τήν ᾿Εκκλησία μου καί δέν θά τήν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδη» (Ματθ. 16, 18).
Προφητεύοντας γι᾿ αὐτές τίς δύο ᾿Εκκλησίες ἔλεγε ξεκάθαρα ὁ προφήτης Δαβίδ· γιά μέν τήν πρώτη ᾿Ιουδαϊκή ἐκκλησία: «Μίσησα τήν ἐκκλησία τῶν δόλιων καί πονηρῶν ἀνθρώπων» (Ψαλμ. 25, 5). Γιά δέ τή δεύτερη, πού θά δημιουργεῖτο ἀπό τόν Χριστό: «Κύριε, ἀγάπησα μ᾿ ὅλη μου τήν ψυχή τήν εὐπρέπεια τοῦ οἴκου Σου» (Ψαλμ. 25, 8). Καί ἀμέσως, στή συνέχεια: «Μέσα στήν ἐκκλησία θά εὐλογήσω Κύριε τό ῎Ονομά Σου» (Ψαλμ. 25, 12). ᾿Αφοῦ λοιπόν ἡ μιά, ἡ ᾿Ιουδαϊκή ἐκκλησία στερήθηκε τή θεία Χάρη, οἱ ᾿Εκκλησίες τοῦ Χριστοῦ πληθύνθηκαν καί γέμισαν ὅλη τήν οἰκουμένη. Γι᾿ αὐτές τίς ᾿Εκκλησίες εἶναι γραμμένο στούς Ψαλμούς: «Ψάλατε στόν Κύριο καινούριο ὕμνο. ῾Η δοξολογία τοῦ ᾿Ονόματός Του ἄς ἀντηχήσει στήν ἐκκλησία τῶν ἀφοσιωμένων δούλων Του» (Ψαλμ. 149, 1). Σχετικά μέ αὐτά τά λόγια τοῦ Ψαλμοῦ εἶναι κι ἐκεῖνα πού εἶπε πρός τούς ᾿Ιουδαίους ὁ προφήτης Μαλαχίας: «Δέν εὐαρεστοῦμαι πλέον σέ σᾶς, λέει ὁ Κύριος ὁ Παντο–κράτορας» (Μαλ. 1, 10). Καί ἀμέσως συνεχίζει: «Διότι ἀπ᾿ τά χαράματα μέχρι τή δύση τό ῎Ονομά μου δοξάζεται ἀπό τά ἔθνη» (Μαλ. 1, 11). Γι᾿ αὐτήν τήν ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στόν Τιμόθεο: «Γιά νά γνωρίσεις πῶς πρέπει νά συμπεριφέρεται κανείς στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ, πού εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, ὁ στύλος καί τό θεμέλιο τῆς ἀλήθειας» (Α´ Τιμ. 3, 15)16.
ΚϚ´ . ῾Η λέξη ὅμως ἐκκλησία ἔχει πολλές χρήσεις, ὅπως π.χ. ἔχει χρησιμοποιηθεῖ στό βιβλίο τῶν Πράξεων τῶν ᾿Αποστόλων, ὅπου ὁ συγγραφέας λέγοντας ἐκκλησία ἀναφέρεται στόν ὄχλο τῶν ᾿Εφεσίων, πού ἦταν συγκεντρωμένος στό θέατρο: «᾿Αφοῦ εἶπε αὐτά, ἀπέλυσε τήν ἐκκλησία» (Πράξ. 19, 41). Κατά κυριολεξία βέβαια θά μποροῦσε κανείς πραγματικά νά ὀνομάσει «ἐκκλησία πονηρευομένων» τίς συνάξεις τῶν αἱρετικῶν, ἐννοῶ τίς συγκεντρώσεις τῶν ὀπαδῶν τοῦ Μαρκίωνα, τοῦ Μάνη, καί ὅλων τῶν ἄλλων. Γι᾿ αὐτό καί τό Σύμβολο τῆς Πίστεως, γιά νά εἶσαι σίγουρος ὅτι μιά ἀνθρώπινη συγκέντρωση εἶναι ἐκκλησία17, σοῦ παρέδωσε κι αὐτό πού ἀναφέρει τό ἴδιο ἄρθρο στή συνέχεια, δηλαδή τό «εἰς Μίαν ῾Αγίαν, Καθολικήν ᾿Εκκλησίαν», ὥστε νά ἀποφεύγεις τίς μιαρές συγκεντρώσεις τῶν αἱρετικῶν καί νά παραμένεις ἰσόβια μέλος τῆς ῾Αγίας, Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, στούς κόλπους τῆς ὁποίας ἀναγεννήθηκες.
Κι ἄν καμιά φορά βρεθεῖς σέ ξένη πόλη, ὅποια καί ἄν εἶναι, νά μή ρωτᾶς ἁπλῶς ποῦ εἶναι ὁ Ναός -γιατί καί οἱ ἄλλοι ἀσεβεῖς αἱρετικοί τολμοῦν νά ἀποκαλοῦν τίς σπηλιές τους Ναούς- οὔτε νά ρωτᾶς ἁπλῶς ποῦ εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία, ἀλλά νά ζητᾶς νά μάθεις «ποῦ βρίσκεται ἡ Καθολική ᾿Εκκλησία»18. Γιατί αὐτό εἶναι τό ἰδιαίτερο ὄνομα πού χαρακτηρίζει αὐτήν τήν ῾Αγία Μητέρα ὅλων μας, ἡ ῾Οποία εἶναι Νύμφη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. ῾Ο ἀπόστολος Παῦλος λέει στήν πρός ᾿Εφεσίους ἐπιστολή του· «Καθώς καί ὁ Χριστός ἀγάπησε τήν ᾿Εκκλησία καί παρέδωσε τόν ῾Εαυτό Του γιά χάρη της» (᾿Εφεσ. 5, 25) καί ὅλα τά παρακάτω. ῾Η ᾿Εκκλησία εἶναι τύπος καί ὁμοίωμα τῆς ἄνω ῾Ιερουσαλήμ, «ἡ ὁποία εἶναι ἐλεύθερη καί μητέρα ὅλων μας» (πρβλ. Γαλ. 4, 26). Εἶναι ᾿Εκείνη πού «προηγουμένως ἦταν στείρα, τώρα ὅμως εἶναι πολύτεκνη» (πρβλ. Γαλ. 4, 27).
ΚΖ´ . ῾Η πρώτη ἐκκλησία τῶν ᾿Ιουδαίων ἔχασε τή Χάρη. Στή δεύτερη ὅμως ᾿Εκκλησία, τήν Καθολική, ὅπως ἐξηγήσαμε τόν ὅρο αὐτό στή σημερινή Κατήχηση, καθώς μᾶς λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Θεός «ἄλλους μέν τούς τοποθέτησε στήν ᾿Εκκλησία πρῶτον ᾿Αποστόλους, δεύτερον Προφῆτες, τρίτον Διδασκάλους. ῎Επειτα ἄλλους τούς ἔθεσε νά κάνουν κάθε εἴδους θαύματα, ἄλλους νά ἔχουν χαρίσματα θεραπειῶν, χαρίσματα προστασίας τῶν ὀρφανῶν, τῶν χηρῶν, τῶν πτωχῶν, τῶν παντός εἴδους ἀσθενῶν· χαρίσματα κυβερνήσεως καί διοικήσεως στήν ᾿Εκκλησία· χαρίσματα διαφόρων γλωσσῶν» (Α´ Κορ. 12, 28). ᾿Ακόμα ὁ Θεός χάρισε στήν ᾿Εκκλησία Του κάθε ἀρετή· σοφία καί σύνεση, σωφροσύνη καί δικαιοσύνη, ἐλεημοσύνη καί φιλανθρωπία, ὑπομονή καί ἀδάμαστη καρτερικότητα στούς διωγμούς. Αὐτή λοιπόν ἡ ᾿Εκκλησία «μέ τά ὅπλα τῆς δικαιοσύνης τά ἐπιθετικά καί τά ἀμυντικά, δοκιμάζοντας δόξα καί ἀτίμωση» (Β´ Κορ. 6, 7-8), παλιότερα στούς καιρούς τῶν διωγμῶν καί τῶν θλίψεων, στεφάνωσε μέ τά πολυάνθιστα στεφάνια ὑπομονῆς τούς ἁγίους Μάρτυρες καί τώρα, στούς καιρούς τῆς εἰρήνης, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀπολαμβάνει τήν τιμή, πού τῆς πρέπει, ἀπό βασιλεῖς καί ἄρχοντες καί ἀπό ἀνθρώπους κάθε καταγωγῆς καί προελεύσεως. Οἱ βασιλεῖς ἐξουσιάζουν τό λαό μιᾶς μονάχα περιοχῆς πού διοικοῦν19. Καί μονάχα ἡ ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία ἔχει ἀπεριόριστη δύναμη καί ἐξουσία σ᾿ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη. Γιατί, σύμφωνα μέ αὐτό πού γράφει ὁ Ψαλμωδός «ὁ Θεός ἔθεσε στά σύνορά σου εἰρήνη» (πρβλ. Ψαλμ. 147, 3). Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία, ἄν ἤθελα νά τά πῶ ὅλα, θά χρειαζόμουν πολύ περισσότερες ὧρες, γιά νά τά διηγηθῶ20.
ΚΗ´ . Στούς κόλπους αὐτῆς τῆς ῾Αγίας, Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἔχοντας τή σωστή διδασκαλία καί τή σωστή ζωή, θά κληρονομήσουμε τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν καί τήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία κάνουμε τά πάντα, ὥστε νά τήν ἀπολαύσουμε, χαρισμένη σέ μᾶς ἀπό τόν Κύριο καί χορηγό αὐτῆς. Γιατί ὁ σκοπός μας δέν ἀποβλέπει σέ μικρά πράγματα, ἀλλά ἡ φροντίδα κι ὁ ἀγώνας μας γίνεται γιά τήν ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, μετά ἀπό τό σημεῖο ἐκεῖνο πού ἀναφέρεται στήν ἀνάσταση τῶν σωμάτων, γιά τήν ὁποία ἔχουμε ἤδη μιλήσει, διδασκόμαστε νά πιστεύουμε καί στήν αἰώνια ζωή, γιά τήν ὁποία ἀγωνιζόμαστε ἐμεῖς οἱ χριστιανοί.
ΚΘ´ . ῾Η πραγματική καί ἀληθινή ζωή εἶναι ὁ Πατέρας, ὁ ῾Οποῖος διά τοῦ Υἱοῦ καί «ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι», σάν ἀπό μιά αἰώνια καί ἀστείρευτη πηγή, ἀδιάκοπα, ἀναβρύει καί παρέχει ὅλες τίς ἐπουράνιες δωρεές στόν κόσμο τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς αἰωνιότητας. Καί ἀπό τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ἔχει δοθεῖ καί σ᾿ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους ἡ ἀψευδής ὑπόσχεση γιά τήν ἀπόλαυση τῶν ἐπουρανίων αὐτῶν δωρεῶν τῆς αἰώνιας ζωῆς. Δέν εἶναι δυνατόν νά μήν πιστέψουμε σ᾿ αὐτό. Πρέπει νά πιστεύουμε, ὄχι γιατί ἐμπιστευόμαστε στίς ἀσθενικές δυνάμεις μας, ἀλλά γιατί ἐλπίζουμε στή δύναμη ᾿Εκείνου. «Γιατί ὅλα εἶναι δυνατά στόν Θεό» (πρβλ. Ματθ. 19, 26). Καί γιά τό ὅτι αὐτό εἶναι δυνατόν καί ὅτι προσδοκοῦμε καί περιμένουμε νά ζήσουμε αἰώνια, λέει ὁ προφήτης Δανιήλ: «Καί πολλοί δίκαιοι θά εἶναι σάν τ᾿ ἀστέρια στούς αἰῶνες καί πέρα τῶν αἰώνων» (Δαν. 12, 3). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Καί ἔτσι πάντοτε θά εἴμαστε μαζί μέ τόν Κύριο» (Α´ Θεσ. 4, 17). Αὐτό τό «θά εἴμαστε πάντοτε μαζί μέ τόν Κύριο», ὑπονοεῖ τήν αἰώνια ζωή. Ξεκάθαρα ἐπίσης μᾶς λέει καί ὁ Σωτήρας μας στά Εὐαγγέλια: «Καί θά πᾶνε αὐτοί στήν αἰώνια κόλαση καί οἱ δίκαιοι στήν αἰώνια ζωή» (Ματθ. 25, 46).
Λ´ . ῾Υπάρχουν πολλές ἀποδείξεις γιά τήν αἰώνια ζωή. Σέ ὅσους δέ ἀπό μᾶς ἐπιθυμοῦν ν᾿ ἀποκτήσουν αὐτή τήν αἰώνια ζωή, τά βιβλία τῆς Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης μᾶς ὑποδεικνύουν τούς τρόπους, μέ τούς ὁποίους μποροῦμε νά τήν ἀποκτήσουμε21. Γι᾿ αὐτούς τούς τρόπους -ἐπειδή δέν θέλω νά δώσω ἔκταση στήν ὁμιλία μου- θά παραθέσουμε λίγες μονάχα μαρτυρίες, ἀφήνοντας τίς ἄλλες νά τίς μελετήσουν μέ λεπτομέρειες ὅσοι διαθέτουν τήν ἀνάλογη προθυμία. ῎Αλλοτε μᾶς λέει ἡ ἁγία Γραφή ὅτι θά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή, «διά τῆς πίστεως». ᾿Επειδή εἶναι γραμμένο: «᾿Εκεῖνος πού πιστεύει στόν Υἱό θά ἔχει αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 3, 36) κ.τ.λ. Καί ἀλλοῦ λέει ὁ ἴδιος Εὐαγγελιστής: «᾿Αληθινά σᾶς λέω, ὅτι αὐτός πού ἀκούει τό λόγο μου καί πιστεύει σ᾿ ᾿Εκεῖνον πού μέ ἔχει ἀποστείλει, θά ἔχει αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 5, 24) καί τά ὑπόλοιπα. ᾿Αλλοῦ πάλι μᾶς λέει ἡ ἁγία Γραφή ὅτι θά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή διά τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου. Γιατί λέει τό ἱερό Εὐαγγέλιο: «Κι ἐκεῖνος πού θερίζει παίρνει μισθό καί συγκεντρώνει καρπό στήν αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 4, 36). Κι ἄλλοτε πάλι ἡ ἁγία Γραφή μᾶς ὑποδεικνύει τό δρόμο τοῦ μαρτυρίου καί τῆς «ἐν Χριστῷ» ὁμολογίας, καί μᾶς λέει: «᾿Εκεῖνος πού μισεῖ σ᾿ αὐτόν ἐδῶ τόν κόσμο τή ζωή του, θά τή διαφυλάξει στήν αἰώνια ζωή» (᾿Ιωάν. 12, 25). Κι ἀλλοῦ πάλι, πάνω στό θέμα τοῦ ὅτι πρέπει νά προτιμᾶμε περισσότερο ἀπό τά χρήματα καί τούς συγγενεῖς τόν Χριστό, λέει: «῞Οποιος ἄφησε ἀδελφούς ἤ ἀδελφές» (Ματθ. 19, 29) κ.τ.λ., «θά κληρονομήσει τήν αἰώνια ζωή». ῎Αλλο τρόπο πού μᾶς προτείνει ἡ ἁγία Γραφή, γιά νά ἀποκτήσουμε τήν αἰώνια ζωή, εἶναι ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Δηλαδή, «νά μή μοιχεύσεις, νά μήν κλέψεις» καί τά ὑπόλοιπα (πρβλ. Ματθ. 19, 18). Γιατί ἔτσι ἀπάντησε ὁ Χριστός σ᾿ ἐκεῖνον πού Τόν πλησίασε καί τοῦ εἶπε: «Διδάσκαλέ μου καλέ, τί νά κάνω γιά νά κληρονομήσω τήν αἰώνια ζωή;» (πρβλ. Ματθ. 19, 16). ᾿Ακόμα ἡ ἁγία Γραφή μᾶς ὑποδεικνύει τήν ἐγκατάλειψη τῶν ἁμαρτωλῶν πράξεων καί τή συνέχιση τῆς ζωῆς μας κάτω ἀπό τή διακονία καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς λέει: «Τώρα πιά, πού ἔχετε ἐλευθερωθεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἔχετε ὑποδουλωθεῖ στήν ἀγάπη καί στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, θά συνάξετε ὡς καρπό τῶν κόπων σας τόν ἁγιασμό καί κατάληξή σας θά εἶναι ἡ αἰώνια ζωή» (Ρωμ. 6, 22).
ΛΑ´ . ῾Υπάρχουν ὅπως εἶπα, πολλοί τρόποι γιά ν᾿ ἀποκτήσει κανείς τήν αἰώνια ζωή, ἀπό τούς ὁποίους παράλειψα νά σᾶς ἀναφέρω τούς περισσότερους, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι τόσοι πολλοί. Διότι ὁ Κύριος, ὄντας φιλάνθρωπος, ἄνοιξε ὄχι μιά, οὔτε δυό, ἀλλά πάρα πολλές πόρτες22, γιά νά μπορέσουν ὅλοι νά μποῦν ἀνεμπόδιστα -τουλάχιστον ἀπό τήν πλευρά τοῦ Θεοῦ- καί νά τήν ἀπολαύσουν. ῞Ολα αὐτά, τά σχετικά μέ τήν αἰώνια ζωή, σᾶς τά ἐκθέσαμε μέ συνοπτικό λόγο, ἀλλά μέ σαφήνεια καί πληρότητα, σύμφωνα μέ τή σπουδαιότητα τοῦ θέματος, γιατί αὐτή ἡ διδασκαλία γιά τήν αἰώνια ζωή εἶναι καί τό τελευταῖο ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως καί ὁ τελικός στόχος τῆς πίστεως πού περιέχεται σέ ὁλόκληρο τό Σύμβολο τῆς Πίστεως. Αὐτήν, εἴθε ὅλοι μας, καί ἐμεῖς πού σᾶς διδάσκουμε καί ἐσεῖς πού μᾶς ἀκοῦτε, ν᾿ ἀξιωθοῦμε μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, νά ἀπολαύσουμε.
ΛΒ´ . Καί τώρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, μιά καί εἶχα τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ νά σᾶς διδάξω αὐτές τίς Κατηχήσεις, σᾶς παρακαλῶ νά ἑτοιμάζετε τήν ψυχή σας νά δεχτεῖ ὅλα αὐτά τά ἐπουράνια χαρίσματα. Καί γιά μέν τήν ἁγία καί ἀποστολική πίστη πού σᾶς παραδώσαμε, γιά νά γίνει κτῆμα σας καί γιά νά εἴσαστε σέ θέση νά τήν ὁμολογεῖτε μέ τή Χάρη τοῦ Κυρίου, κάναμε ὅσες διδασκαλίες μπορούσαμε, ὅλες αὐτές τίς ἡμέρες τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς πού πέρασαν. Αὐτό δέν σημαίνει ὅτι ἔπρεπε νά ποῦμε μόνο ὅσα εἴπαμε. Εἶναι πολλά αὐτά πού παραλείψαμε καί τά ὁποῖα ἴσως πιό καλοί διδάσκαλοι θά τά κατανοοῦσαν καί θά τά ἀπέδιδαν ἐπιτυχέστερα23. Τώρα ὅμως πού πλησιάζει ἡ ἁγία ἡμέρα τοῦ Πάσχα καί ἡ ἀγάπη σας θά λάβει τό θεῖο φωτισμό, ἑνωμένοι μέ τόν Χριστό μέσω τοῦ λουτροῦ τῆς παλιγγενεσίας, δηλαδή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, θά διδαχτεῖτε πάλι, ἄν θέλει ὁ Θεός, ὅσα πρέπει νά γνωρίζετε ὡς χριστιανοί. Δηλαδή θά διδαχτεῖτε, μέ πόση τάξη καί εὐσέβεια θά πρέπει, ὅταν σᾶς καλέσει ὁ λειτουργός, νά πλησιάσετε καί νά μπεῖτε στό Βαπτιστήριο, ποιά εἶναι ἡ σκοπιμότητα καί ἡ θεολογική σημασία κάθε τελετουργικῆς πράξεως καί κινήσεως πού θά λάβει χώρα, κατά τή διάρκεια τοῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Κι ἀκόμα μέ πόση εὐλάβεια θά πρέπει νά προσερχόσαστε, μετά τό Βάπτισμα, στό ἅγιο θυσιαστήριο τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἀπολαύσετε τῶν ἐπουρανίων καί πνευματικῶν Μυστηρίων, πού βρίσκονται ἐκεῖ. ῎Ετσι ὥστε ἡ ψυχή σας, μέ τή διδασκαλία, νά διαφωτιστεῖ ἀπό πρίν, πάνω στό μέγεθος τοῦ καθενός ἀπό τά χαρίσματα πού θά σᾶς δοθοῦν ὡς δωρεά ἀπό τόν Θεό.
ΛΓ´ . Μετά ἀπό τήν ἁγία καί σωτήρια ἡμέρα τοῦ Πάσχα ἀμέσως, ἀπό τή Δευτέρα τῆς Διακαινησίμου, κάθε ἡμέρα καί γιά ὅλη τήν ἑβδομάδα, ἀφοῦ μετά τή Θεία Λειτουργία ἔρθετε στόν ἅγιο αὐτό τόπο τῆς ᾿Αναστάσεως, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά ἀκούσετε ἄλλες Κατηχήσεις. Σ᾿ αὐτές τίς Κατηχήσεις θά διδαχτεῖτε πάλι, ὥστε νά πληροφορηθεῖτε γιά ποιό λόγο καί μέ ποιό σκοπό ἔχει γίνει κάθε τελετουργική μυστηριακή κίνηση καί νά πάρετε τίς σχετικές μαρτυρίες-ἀποδείξεις ἀπό τήν Παλαιά καί Καινή Διαθήκη. Καί πρῶτα-πρῶτα θά σᾶς μιλήσουμε γιά ὅσα γίνονται ἀμέσως πρίν ἀπό τό Βάπτισμα. Κατόπιν θά μάθετε πῶς ὁ Κύριος σᾶς χάρισε τήν πλήρη κάθαρση ἀπό τίς ἁμαρτίες σας, μέ τό λουτρό τοῦ ὕδατος καί μέ τή ρηματική ἐπίκληση τῆς Χάρης τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος (πρβλ. ᾿Εφεσ. 5, 26). ᾿Ακόμα, πῶς μέ τήν ἱερολογία τῶν Μυστηρίων τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος πήρατε τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καί πῶς σᾶς δόθηκε ἡ σφραγίδα τῆς κοινωνίας τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Θά διδαχτεῖτε ἀκόμα καί γιά τά ῎Αχραντα Μυστήρια τά ὁποῖα λειτουργοῦνται στό θυσιαστήριο τῆς Καινῆς Διαθήκης ἀπό τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, πού πρῶτος καί Μόνος τά λειτούργησε σ᾿ αὐτήν ἐδῶ τήν Πόλη24. Θά διδαχτεῖτε δηλαδή πῶς ἀκριβῶς μᾶς τά ἔχουν παραδώσει οἱ ἅγιες Γραφές, ποιά εἶναι ἡ δύναμή τους καί πῶς καί πότε πρέπει νά προσέρχεται κανείς σ᾿ αὐτά. Τέλος, θά διδαχτεῖτε πῶς πρέπει, στήν παρούσα ζωή, μέ λόγια καί ἔργα ἄξια τῆς Χάρης πού δεχτήκατε, νά συναναστρεφόσαστε, ὥστε νά ἀξιωθεῖτε νά ἀπολαύσετε καί τήν αἰώνια ζωή. Αὐτά λοιπόν, ἄν θέλει ὁ Θεός, θά σᾶς λεχθοῦν ἀργότερα.
ΛΔ´ . Λοιπόν, ἀδελφοί μου, νά χαιρόσαστε πάντοτε, μέ τή χαρά τοῦ Κυρίου. Θά σᾶς τό ξαναπῶ: Νά χαιρόσαστε (πρβλ. Φιλιπ. 3, 1 καί 4, 4). Γιατί ἔφτασε ἡ ὥρα τῆς ἀπολύτρωσής σας (πρβλ. Λουκ. 21, 28) καί ὁ ἐπουράνιος στρατός τῶν ᾿Αγγέλων ἀναμένει τή σωτηρία σας. ᾿Ακούγεται ἤδη ἡ φωνή πού κράζει δυνατά στήν ἔρημο: «῾Ετοιμάστε τήν ὁδό τοῦ Κυρίου» (῾Ησ. 40, 3. Ματθ. 3, 3). ῾Ο προφήτης ῾Ησαΐας κραυγάζει: «῞Οσοι διψᾶτε πορευτεῖτε πρός τό νερό» (῾Ησ. 55, 1). Κι ἀλλοῦ πάλι· «᾿Ακοῦστε με καί θά ἀπολαύσετε τά ἀγαθά καί θά εὐφρανθεῖ μέσα στά ἀγαθά ἡ ψυχή σας» (῾Ησ. 55, 2). Σέ λίγο θά ἀκούσετε τήν ὡραία ἀνάγνωση ἀπό τό ἐδάφιο πού θά λέει: «Φωτίσου νέα ῾Ιερουσαλήμ, γιατί ἔφτασε κοντά σου τό φῶς» (πρβλ. ῾Ησ. 60, 1). Γι᾿ αὐτή τή νέα ῾Ιερουσαλήμ ὁ προφήτης ῾Ησαΐας εἶχε πεῖ: «Μετά ἀπό αὐτά θά ὀνομαστεῖς πόλη δικαιοσύνης, μητρόπολη πιστή Σιών» (῾Ησ. 1, 26), ἐπειδή ὁ νόμος προῆλθε ἀπό τή Σιών καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου ἀπό τήν ῾Ιερουσαλήμ, ὁ ὁποῖος ἀπό ἐδῶ ξεχύθηκε σέ ὅλη τήν οἰκουμένη.
Σ᾿ αὐτήν ἀπευθύνθηκε ὁ προφήτης ῾Ησαΐας καί γιά σᾶς τῆς εἶπε: «Σήκωσε ὁλόγυρα τά μάτια σου καί κύτταξε τά παιδιά σου πού εἶναι συναγμένα» (῾Ησ. 49, 18). Κι αὐτή ἀποκρίθηκε καί εἶπε: «Ποιοί ξέρουν νά πετοῦν ψηλά, πάνω ἀπό μένα, σάν τά σύννεφα καί σάν τά περιστέρια μέ τά μικρά τους;» (῾Ησ. 60, 8). Σύννεφα σᾶς ὀνόμασε γιά τήν πνευματική σας ζωή καί περιστέρια γιά τήν ἀκεραιότητά σας. Καί ἀλλοῦ πάλι λέει: «Ποιός ξέρει ἀπ᾿ αὐτά; ῎Η ποιός ἔχει δεῖ παρόμοια; Μήπως καί δοκίμασε, γιά μιά μονάχα ἡμέρα, ἡ γῆ ὠδίνες τοκετοῦ ἤ μήπως γεννήθηκε κάποιο ἔθνος μονομιᾶς; Διότι δοκίμασε ὠδίνες τοκετοῦ καί γέννησε ἡ Σιών τά παιδιά της» (῾Ησ. 66, 8). Καί θά γεμίσουν ὅλα ἀνεκλάλητη χαρά, γιατί ὁ Κύριος εἶπε: «Νά, θά κάνω ἐγώ ν᾿ ἀγαλλιάσει ἡ ῾Ιερουσαλήμ καί νά εὐφρανθεῖ ὁ λαός μου» (῾Ησ. 65, 18).
ΛΕ´ . ῎Ας δώσει ὁ Θεός νά εἰπωθεῖ καί γιά σᾶς τώρα: «Γεμίστε εὐφροσύνη οὐρανοί κι ἄς ἀγαλλιάσει ὅλη ἡ γῆ» (῾Ησ. 49, 13) καί στή συνέχεια: «῾Ο Θεός ἐλέησε τό λαό Του καί παρηγόρησε τούς ταπεινούς τοῦ λαοῦ Του» (῾Ησ. 49, 13). Αὐτά ὅλα θά σᾶς χαριστοῦν ἀπό τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ πού σᾶς ὑπόσχεται: «᾿Εγώ θά ἐξαφανίσω σάν σύννεφο τίς ἀνομίες σου καί σάν ὀμίχλη τίς ἁμαρτίες σου» (πρβλ. ῾Ησ. 44, 22). Κι ἐσεῖς, ἀφοῦ θά ἀξιωθεῖτε νά πάρετε τό ὄνομα τῶν πιστῶν —γιά τούς ὁποίους εἶναι γραμμένο στήν ἁγία Γραφή˙ σ᾿ αὐτούς πού θά δουλεύσουν σέ μένα θά τούς χαριστεῖ καινούριο ὄνομα, τό ὁποῖο θά εὐλογηθεῖ πάνω στή γῆ (πρβλ. ῾Ησ. 65, 15-16)— θά πεῖτε μέ εὐφροσύνη: «῎Ας εἶναι εὐλογητός ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ᾿Εκεῖνος πού μᾶς χάρισε διά τοῦ Χριστοῦ κάθε πνευματική καί ἐπουράνια εὐλογία» (᾿Εφεσ. 1, 3). «᾿Από τόν ῾Οποῖο δεχτήκαμε τήν ἀπελευθέρωσή μας, μέ τό Αἷμα τοῦ Χριστοῦ καί τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, μέ τήν πλούσια Χάρη Του, πού σκόρπισε σέ μᾶς περίσσια» (᾿Εφεσ. 1, 7-8) κ.τ.λ. Καί ἀλλοῦ πάλι λέει: «῾Ο Θεός ὅμως, ἐπειδή εἶναι πολυέλεος καί πολυεύσπλαχνος, μᾶς ἀγάπησε μέ ἀπέραντη ἀγάπη. Κι ἐνῶ ἤμαστε πνευματικά νεκροί, ἐξαιτίας τῶν παραπτωμάτων μας, μᾶς ξανάδωσε τή ζωή μαζί μέ τόν Χριστό» (᾿Εφεσ. 2, 4-5) κ.τ.λ. Καί πάλι, ψάλτε παρόμοιο ὕμνο στόν Θεό, λέγοντας: «῞Οταν ὁ Θεός, ὁ Σωτήρας μας, φανέρωσε τήν καλοσύνη καί τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους, μᾶς ἔσωσε, ὄχι γιά τά καλά ἔργα πού τυχόν κάναμε ἐμεῖς, ἀλλά γιατί μᾶς σπλαχνίστηκε. Μᾶς ἔσωσε μέ τό Βάπτισμα τῆς ἀναγέννησης καί τῆς ἀνανέωσης πού χαρίζει τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ῾Οποῖο σκόρπισε πλούσια πάνω μας διά τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Σωτήρα μας γιά νά δικαιωθοῦμε μέ τή δική Του Χάρη καί νά κληρονομήσουμε τήν αἰώνια ζωή πού προσδοκοῦμε» (Τίτ. 3, 4-7).
Αὐτός λοιπόν, «ὁ Θεός καί Πατέρας τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ὁ Πατέρας τῆς δόξας, ἄς σᾶς χαρίσει πνεῦμα σοφίας, πού θά σᾶς ἀποκαλύψει πῶς νά Τόν γνωρίσετε ἀκόμα καλύτερα. Κι ἄς φωτίζει τά πνευματικά μάτια τῆς ψυχῆς σας» (πρβλ. ᾿Εφεσ. 1, 16-17). Καί ἄς σᾶς διαφυλάξει σ᾿ ὅλη σας τή ζωή, χαρίζοντάς σας τή δύναμη καί τό φωτισμό γιά κάθε λόγο, ἔργο καί λογισμό ἀγαθό. Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει, τιμή καί δόξα, διά τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τώρα καί πάντοτε καί στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1.Πραγματικά, γιά τόν ψυχικό ἄνθρωπο εἶναι ἴσως τό μέγιστο κίνητρο γιά τή διάπραξη τοῦ καλοῦ «ἡ ἀπολαβή». Καί θά ἦταν ἴσως ἁπλό ἰδεολόγημα, ἄν θά θέλαμε νά ποῦμε ὅτι κάποιοι ἀπό μᾶς δέν ἔχουν ἐγωκεντρικά καί ὠφελιμοθηρικά κίνητρα στίς θρησκευτικές ἐπιδιώξεις τους. Παρά ταῦτα, τό κίνητρο τῆς «᾿Ανάστασης» μᾶς ἀναβιβάζει σέ ὑψηλότερο ἐπίπεδο πνευματικότητας, γιατί ἡ προοπτική τῆς ᾿Ανάστασης εἶναι διφυής· ᾿Ανάσταση ζωῆς καί ἀνάσταση κρίσεως. Μιά τέτοια στόχευση μᾶς ὠθεῖ στό νά ζητοῦμε τούς ὅρους καί τίς προϋποθέσεις πού θά μᾶς ἐξασφαλίσουν τήν ᾿Ανάσταση ζωῆς. ῎Ετσι ὁδηγούμαστε στό ἀγκάλιασμα τοῦ Σταυροῦ καί τήν ἀποδοχή τοῦ σταυροῦ μας, πού μᾶς κάνουν ἀνθεκτικούς καί γενναίους στόν πειρασμό καί στή δοκιμασία.
2. ῾Ο Κύριος μᾶς φανερώνει μέ τόν προφήτη ῾Ησαΐα (55, 8-9) τήν τρομακτικά μεγάλη διαφορά τοῦ «ἐπιπέδου» πάνω στό ὁποῖο κινεῖται-ἐργάζεται ὁ Θεός καί τοῦ ἐπιπέδου πάνω στό ὁποῖο κινεῖται καί ἐνεργεῖ ὁ ἄνθρωπος. «Οὐ γάρ εἰσιν αἱ βουλαί μου ὥσπερ αἱ βουλαὶ ὑμῶν, οὐδ᾿ ὥσπερ αἱ ὁδοὶ ὑμῶν αἱ ὁδοί μου, λέγει Κύριος, ἀλλ᾿ ὡς ἀπέχει ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς, οὕτως ἀπέχει ἡ ὁδός μου ἀπὸ τῶν ὁδῶν ὑμῶν καὶ τὰ διανοήματα ὑμῶν ἀπὸ τῆς διανοίας μου». Γιά μᾶς εἶναι ἀσύλληπτη ἡ διαφορά πού βρίσκεται ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα σωματίδιο-ὑποάτομο καί στό συμπαντικό ἀχανές. Αὐτή ἡ διαφορά προωθημένη στό ἄπειρο, βρίσκεται μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπου, γιά κάθε θέμα τῆς ὀντότητας καί τῆς λειτουργίας τοῦ προσώπου μας. Μέ βάσιμη λοιπόν συνέπεια ὁ ῞Αγιος βγάζει τό διδακτικό συμπέρασμα· Δέν πρέπει λοιπόν νά ἀποδίδεις στόν Θεό ἀδυναμίες ὅμοιες μέ τίς δικές σου. Δῶσε καλύτερα τήν προσοχή σου στή δύναμη ᾿Εκείνου.
3. Εἶναι προφανές ὅτι ὁ ῞Αγιος ὁμιλεῖ μέ βάση τά κοσμογεωγραφικά δεδομένα τῆς ἐποχῆς του. Τό παράδειγμα δέν χάνει τή διδακτική του στόχευση.
4. Εἶναι πραγματικά ὑποδειγματική ἡ εὐαισθησία τοῦ ῾Αγίου καί παιδαγωγική ἡ μέθοδός του, μέ τήν ὁποία προσπαθεῖ νά γίνουν ἀντιληπτές οἱ ἔννοιες τίς ὁποῖες θέλει νά διδάξει. ῏Ηταν πάντοτε ἐνήμερος τῆς δεκτικότητας τῶν ἀκροατῶν του καί παρακολουθοῦσε μέ ἄγρυπνο μάτι τήν πορεία τῆς ἀφομοίωσης τῆς διδασκόμενης ὕλης.
5. Εἶναι ἄξιο θεολογικῆς περιεργείας τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Κατηχητής καί ἀρχιερέας τῆς Καινῆς Διαθήκης βασίζει τό σκεπτικό τῆς δικαιοσύνης στό Νόμο τῆς Παλαιᾶς. Πιθανή ἐξήγηση μπορεῖ ἐνδεχομένως νά θεωρηθεῖ τό ὅτι ἀπευθύνει τό λόγο σέ ᾿Ιουδαίους. Πάντως τό παράδειγμα εἶναι φρικιαστικό.
6. ῾Η ποινική δίωξη τῆς τυμβωρυχίας, καίτοι μπορεῖ νά μήν ἔχει αἰτιώδη σχέση μέ τήν πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, εἶναι μιά ἔμμεση μαρτυρία, ἄν ὄχι γιά τήν πίστη στήν ἀνάσταση, ἀλλά γιά τήν ἐπιθυμία τῆς δυνατότητας τῆς ἀνάστασης.
7. ῾Ο νομοθέτης δέν «ὑπερβαίνει», ὡς ὁ θεωμένος ἄνθρωπος, τούς νόμους, ἀλλά τούς τροποποιεῖ μέ τήν ἐξουσία του, προσωρινά ἤ ὁριστικά. ῾Η «ἐν Χριστῷ» ὑπέρβαση τῶν ὅρων τῆς φύσεως ἀπό τόν ἄνθρωπο, εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο θαῦμα, ἀλλά γιά τόν Θεό εἶναι φυσική ἐνέργεια τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν Του. Αὐτές ἱκανώνουν τόν ἄνθρωπο νά ὑπερβαίνει τούς σταθερούς νόμους τῆς κτιστῆς δημιουργίας καί νά κάνει τή συμμετοχή του στήν ὑπερβατότητα τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, «ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ», ἐνδεικτική τοῦ ἐπιπέδου τῆς θεωτικῆς πορείας του.
8. Αὐτή ἡ ἄστοχη ἐνέργεια εἶναι καθιερωμένη καί γενικευμένη μέθοδος τῶν κάθε εἴδους αἱρετικῶν, ἀλλά καί ἀσυνείδητο λάθος τῶν καλοπροαίρετων «κρυφῶν» αἱρετικῶν πού βρίσκονται πληθωρικά καί στίς ἡμέρες μας. Οἱ πρῶτοι, ἔχουν παραδεχτεῖ τίς αἱρετικές δοξασίες καί προσπαθοῦν «ἐκ τῶν ὑστέρων» νά βροῦν στηρίγματα στή Γραφή ἤ στούς Πατέρες, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, δέν διαθέτουν τίς ὀρθές «προσλαμβάνουσες παραστάσεις» ὥστε νά κατανοήσουν ὀρθῶς αὐτό πού συναντοῦν στό γραπτό ἤ καί στόν προφορικό λόγο τῆς ᾿Εκκλησίας.
9. ῾Η διδασκαλία αὐτή διατυπώνεται ἄνετα καί ἀνεπιφύλακτα καί γίνεται δεκτή ἀπό αὐτούς πού γνωρίζουν τή Γραφή. ᾿Εκεῖ πού μᾶς «κερδίζει» ὁ πονηρός εἶναι κάθε φορά πού μᾶς βάζει νά τήν ἐφαρμόσουμε κρίνοντας τούς «ἀποθνήσκοντας», χωρίς νά ἔχουμε τέτοιο δικαίωμα ἤ δεδομένη ἁρμοδιότητα. ῾Η ἐξομολόγηση, καί πολύ περισσότερο ἡ μετάνοια, εἶναι βίωμα τῆς «βαθείας καρδίας» καί δέν ὑπόκειται στήν «κατ᾿ ὄψιν» κρίση τοῦ ἄλλου.
10. Στίς σύγχρονες ἑρμηνευτικές διατυπώσεις τῶν χωρίων πού χρησιμοποιεῖ ἐδῶ ὁ ῞Αγιος διαπιστώνουμε πολλές διαφορές. Παρά ταῦτα, δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε ὅτι τά συγκεκριμένα αὐτά χωρία εἶναι ἄσχετα πρός τήν πίστη-προσδοκία τοῦ ᾿Ιώβ στή μετά θάνατο ζωή καί ἀνάσταση. ῾Επομένως δικαιώνεται ἡ θέση τοῦ ῾Αγίου.
11. Εἶναι ἐκπληκτική προτύπωση τῆς προσδοκωμένης ἀνάστασης τῶν νεκρῶν. Βέβαια τό νεκρό σῶμα δέν ἔδωσε αὐτοδύναμα τήν ἀνάσταση στό ἄλλο νεκρό σῶμα, ἀλλά μέσα στή Θεία Πρόνοια καί ᾿Ενέργεια, τό σῶμα τοῦ Προφήτη ἔγινε ὄργανο λειτουργίας-τελέσεως τοῦ θαύματος.
11α. Αὐτή ἡ θέση τοῦ ῾Αγίου δέν εἶναι «ἐπινόηση», ἀλλά ἀποκαλύπτει μιά πραγματικότητα πού τήν ἀντιλαμβάνονται ἐκεῖνοι πού διαθέτουν τή σχετική ἱκανότητα. Μέ ἀφορμή αὐτή τή θέση τοῦ ῾Αγίου, διερωτώμαστε· Μήπως εἶναι καί αὐτή ἡ πραγματικότητα ἕνα βασικό ἐπιχείρημα γιά τόν ἰσχυρισμό κάποιων ἀπό μᾶς ὅτι οἱ «μεταμοσχεύσεις» καταλύουν τή μοναδική καί ἀνεπανάληπτη συνάφεια ψυχῆς καί σώματος ὡς ἀναπαλλοτρίωτης βάσης τοῦ προσώπου;
12. ῾Ο ῞Αγιος ἀναφέρεται στήν κατάσταση τῶν σωμάτων μετά τήν ἀνάστασή τους. Τό παράδειγμα τῆς πυγολαμπίδας εἶναι εὔστοχο, γιατί, πραγματικά, μέσα στό νυχτερινό σκοτάδι τά ἔντομα αὐτά φαίνονται σάν κινούμενα φωτεινά σωματίδια.
13. Σέ προηγούμενο σχόλιο (11α) τονίσαμε τή θέση τοῦ ῾Αγίου ὅτι ἡ ἁγιότητα ἀποτυπώνεται στά σώματα τῶν ῾Αγίων. Τώρα ὁ ῞Αγιος μᾶς διδάσκει ὅτι καί ἡ ἁμαρτία ἀποτυπώνεται στά σώματα τῶν ἁμαρτωλῶν. ῎Ετσι νομίζουμε ὅτι ἐνισχύεται καί ἡ σοβαρότητα τοῦ ἐρωτήματος πού κάνουμε ἐκεῖ σχετικά μέ τίς μεταμοσχεύσεις ὀργάνων σώματος.
14. Μέσα στό σύγχρονο «οἰκουμενιστικό» συγκρητισμό ἔχει ἀμβλυνθεῖ τό αἰσθητήριο τῶν περισσοτέρων ᾿Ορθοδόξων καί μέ τό ἐπίθετο «Καθολική ᾿Εκκλησία» χαρακτηρίζουν καί ἐννοοῦν τούς Δυτικούς Ρωμαιοκαθολικούς χριστιανούς, πού ἐφόσον εἶναι σχισματικοί καί αἱρετικοί δέν ἀνήκουν στή Μία, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική ᾿Εκκλησία πού εἶναι ἡ ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. Εἶναι λοιπόν ἀνάγκη νά μποῦν τά πράγματα στή θέση τους.
15. ῾Ιστορικά, Θεολογικά καί ἐκκλησιολογικά δέν εἶναι δυνατόν νά γενικευθεῖ μιά τέτοια θέση καί δέν μπορεῖ νά γίνει δεκτή ἀνεπιφύλακτα, γιατί διαχρονικά τό γένος τῶν ῾Εβραίων ἔχει, ὄχι μόνο ἁπλή, ἀλλά καί ἔνδοξη ἐκπροσώπηση μέσα στήν ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ.
16. ῾Ο Σαρκωμένος Θεός Λόγος εἶναι τό Κεφάλαιο τῆς ᾿Αλήθειας καί τῆς Ζωῆς τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η ᾿Εκκλησία, κατά τό ἀνθρώπινο στοιχεῖο τῆς συστάσεως καί ὑποστάσεώς της, φανερώνει τήν πραγματική σχέση της μέ τήν ᾿Αλήθεια καί τή Ζωή, πού τῆς χαρίζει ὁ Θεός Λόγος, μέ τή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. ῾Η συνοδικότητα ἔχει τίς ρίζες της μέσα στά βάθη τῆς Τριαδικῆς Μοναρχίας ἤ τῆς Μοναρχικῆς Τριάδος καί βασίζεται στήν ἁρμονία πού πηγάζει ἀπό τήν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν Τριῶν Προσώπων τῆς Μοναδικῆς ἐν Τριάδι Θεότητος. Διαχρονικά, μαρτυρεῖται ἡ λειτουργία τῆς συνοδικότητας μέσα στήν ᾿Εκκλησία καί ἡ ἐπιτυχία της διαβαθμίζεται πάντοτε σέ σχέση μέ τίς ἱστορικογεωγραφικές καί ἀνθρώπινες παραμέτρους τῶν φορέων τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας. ῾Η διοικητική ὀργάνωση τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει πολλές φορές ἀπειλήσει, ὅταν δέν ἔχει ἀφανίσει, τήν ἀκεραιότητα καί τήν ἀποτελεσματικότητα τῆς λειτουργίας τοῦ συνοδικοῦ συστήματος. ῾Η διαμόρφωση de facto ἐκκλησιαστικῶν διοικητικῶν μορφωμάτων (νεοπλα–σμάτων) στό χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας ἔχει ζημιώσει, πολλές φορές, σέ συνεργασία μέ τά ἀνθρώπινα πάθη, τή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος.
17. Σέ κάθε ἀνθρώπινη λειτουργία ἤ ἔκφραση μπορεῖ νά ὑπάρξει, ἐκτός ἀπό τή λογική καί φυσική χρήση, καί κάποια παράχρηση ἤ κατάχρηση. ῎Ετσι φθάσαμε στό σημεῖο ἀπό τή μιά νά ὁμολογοῦμε ὅτι πιστεύουμε σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική καί ᾿Αποστολική ᾿Εκκλησία καί ἀπό τήν ἄλλη νά μετέχουμε στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο ᾿Εκκλησιῶν». Εἶναι ἄκρως ἐπίκαιρη ἡ σημασία αὐτῆς τῆς θέσεως τοῦ ῾Αγίου. Κάθε σύναξη θρησκευομένων, ἔστω καί χριστώνυμων, δέν μπορεῖ νά θεωρεῖται ᾿Εκκλησία οὔτε νά ἀνήκει στήν ᾿Εκκλησία. ῾Ο ἀνοικτός διάλογος μέ κάθε ἄνθρωπο εἶναι χρέος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀλλά ὁ συγκρητισμός δέν δημιουργεῖ μόνο ἐννοιολογική σύγχυση, δημιουργεῖ καί τά «θολά νερά» μέσα στά ὁποῖα ψαρεύει ὁ διάβολος καί τά ὄργανά του.
18. ῾Η ὑπόδειξη αὐτή τοῦ ῾Αγίου δέν μπορεῖ νά ἐφαρμοσθεῖ σήμερα. Στίς ἡμέρες μας ἔχουν πάρει τά χαρακτηριστικά αὐτά ἐπίθετα ἄλλες διαστάσεις στό θρησκειακό Χάρτη. ᾿Ορθόδοξοι αὐτοχαρακτηρίστηκαν καί οἱ Προχαλκηδόνιοι καί οἱ ᾿Αντιχαλκηδόνιοι πού εἶναι «Μονοφυσίτες». ῎Αλλοι θεωροῦν σκόπιμο νά χρησιμοποιοῦν τόν ὅρο «῾Ελληνορθόδοξη» ᾿Εκκλησία, μέ σκοπό νά φανερώνουν τή μόνη ἀκραιφνῶς ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία. Δέν εἶναι ὅμως ἀπόλυτα ἐπιτυχημένος ὁ ὅρος αὐτός γιά πολλούς λόγους. ῎Αλλοι σκέφτηκαν νά διατυπώσουν τόν ὅρο «ἡ ᾿Εκκλησία τῶν ἑπτά Οἰκουμενικῶν Συνόδων», ὥστε νά διατηρήσουν ὅλα τά ἀπαραίτητα ἐκκλησιολογικά στοιχεῖα καί νά ἀποφύγουν τήν πρόσμιξή τους μέ ἐπουσιώδη στοιχεῖα δευτερεύοντος χαρακτῆρος. Στή Διασπορά, εὔκολα διακρίνει κανείς τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν Ρώσων, τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν Σέρβων, τήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία τῶν ῾Ελλήνων κ.λ.π.
19. Τό imperium, ἡ κοσμική ἐξουσία, εἶναι καί πρέπει νά εἶναι ξένο καί ἀπόβλητο στοιχεῖο στό Σῶμα τῆς ᾿Εκκλησίας, γιατί διαφορετικά, ἡ ᾿Εκκλησία παύει νά ταυτίζεται μέ τόν Χριστό, ὀντολογικά. Δέν πρέπει νά ταυτίζεται ἡ αὐθεντία τῆς ᾿Εκκλησίας, πού ἔχει μέσα στό συνοδικό χαρακτήρα της οἰκουμενική ἐμβέλεια, μέ τήν «παγκόσμια πολιτική ἐξουσία» ἄλλων ὀργανισμῶν. Πολύ περισσότερο δέν μπορεῖ νά συνδέεται μέ ἕνα πρόσωπο ἤ μέ ἕνα νεοπλασματικό συνοδικό ὑποκατάστατο πού στηρίζεται σέ καμένες ἤ εἰδωλολατρικά καί ἀνεδαφικά προβαλλόμενες, ἔστω καί κάποτε ἔνδοξες, δάφνες. Τότε δημιουργεῖται χωροχρονική «ἀπολίθωση τῆς ᾿Εκκλησίας». ῾Η ᾿Ορθόδοξη ἐκκλησιολογία ἀπαιτεῖ τήν ἱκανότητα τῆς ᾿Εκκλησίας νά προσλαμβάνει τή ζῶσα πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί βάσει αὐτῆς νά λειτουργεῖ τό Ἐπισκοποκεντρικό συνοδικό της σύστημα. Δέν εἶναι δυνατόν ἀρχιερεῖς χωρίς ποίμνιο νά διαφεντεύουν, καί μάλιστα ipso jure, Ἐπισκόπους μέ ποίμνια καί, συγκριτικά, ὑπερμεγέθη. Αὐτή ἄλλωστε εἶναι καί ἡ σημασία τοῦ ἀξιώματος· «τά ἐκκλησιαστικά εἴωθε τοῖς πολιτικοῖς συμμεταβάλλεσθαι».
20. ῾Η ᾿Εκκλησία ἐφόσον δέν ἐπηρεάζεται ἀπό ἰδιαίτερα ἐθνικά, φυλετικά καί πολιτισμικά στοιχεῖα καί δέν θεραπεύει δευτερεύουσες ἀνάγκες τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀνταποκρίνεται στήν ἀνάγκη τῆς σωτηρίας κάθε ἀνθρώπου, δηλαδή στήν εἰρήνευσή του μέ τόν Θεό, μέ τόν πλησίον καί μέ τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του, διαχειρίζεται μέ πνευματική καί θεόσδοτη ἐξουσία τήν οὐσιαστικότερη πλευρά τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς, παγκοσμίως.
21. Δέν εἶναι ἱκανός κάθε χριστιανός νά κατανοεῖ ἀκίνδυνα καί μέ πληρότητα πολλά ἐκ τῶν περιεχομένων στήν ἁγία Γραφή. Γι᾿ αὐτό τό λόγο, ἐμεῖς χειραγωγούμαστε στήν κατανόηση τῆς Βίβλου ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας. ᾿Εκεῖνοι χαρισματικά δέχτηκαν τήν ᾿Αλήθεια καί χαρισματικά τήν ἔκαναν ζωή τους καί μᾶς ἐξασφάλισαν σίγουρα «μονοπάτια» ἀλήθειας καί ζωῆς, καί μάλιστα μέ διαχρονική ἐγκυρότητα καί νηπτική καί μορφολογική προσαρμοστικότητα.
22. Κάθε προσωπική ὑπόσταση χριστιανοῦ, θά μπορούσαμε νά ἰσχυρισθοῦμε ὅτι διαθέτει τό «πνευματικό DNA» της πού τά ἰδιαίτερα «γονιδιακά του» χαρακτηριστικά δημιουργοῦνται ἀπό τό μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο πού συνάπτεται καί συλλειτουργεῖ ἡ θέλησή του μέ τό Θέλημα τοῦ Θεοῦ, μέσα στό χωροχρονικό πλαίσιο τῆς ὕπαρξής του.
23. Εἶναι τόσο διδακτικό γιά μᾶς νά βλέπουμε ὅτι ἕνα τέτοιο φρόνημα εἶναι «κοινός τρόπος» πατερικῆς συμπεριφορᾶς, πηγαίας καί ἀνεπιτήδευτης ταπεινοφροσύνης! ῎Ετσι μᾶς χειραγωγοῦν οἱ ἅγιοι Πατέρες στήν κατανόηση τῶν Γραφῶν. Μέ μαρτυρίες ζωῆς καί ὄχι μέ ἀναπαραγωγή ἰδεολογημάτων.
24. Συμμεριζόμαστε, συγκλονισμένοι, τό «ἐν Κυρίῳ» καύχημα τοῦ ἁγίου Πατρός, γιά τήν εὔνοια τῶν ῾Ιεροσολύμων νά ἁγιασθοῦν, γιά πρώτη φορά, πάνω στή γῆ ἀπό τή Ζωή καί τή Δράση τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκεῖ πρόσφερε τόν ῾Εαυτό Του, Θύτης καί Θῦμα, καί παρέδωσε στούς ἁγίους ᾿Αποστόλους τό Μέγα Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τό Ποτήριο τῆς Ζωῆς καί τόν ῎Αρτο τῆς ᾿Αθανασίας. ῾Η ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ μεταποιεῖ ὅλη τήν κτίση, ὅλη τήν Οἰκουμένη, σέ ῾Ιεροσόλυμα, μέ τήν ἁπανταχοῦ τῆς γῆς τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας, πού γιά μᾶς δέν εἶναι τελετή ἀναμνήσεως, ἀλλά Μυστήριο διαχρονικῆς παρατάσεως τοῦ Μυστηρίου πού στά ῾Ιεροσόλυμα ἐτέλεσε ὁ Κύριος καί Θεός μας καί Σωτήρας μας ᾿Ιησοῦς. Λυπούμαστε γιατί παραμένουν πολύ πτωχοί καί ξένοι ἀπό τόν ὀντολογικό πλοῦτο τοῦ Μυστηρίου τῶν Μυστηρίων ἐκεῖνοι πού τό ἐκτιμοῦν σάν κοινωνική τελετή ἀνάμνησης τοῦ Κυρίου ἤ σάν μαγικό τρόπο ἀπόσπασης Θείας Χάρης.


«ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ, Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων» 2

Κατήχηση ιβ

Ἁγίου Κυρίλου Ἱεροσολύμων

Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σαρκωθέντα καί ἐνανθρωπήσαντα». ῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τό βιβλίο τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα· «Μίλησε ὁ Κύριος πρός τόν ῎Αχαζ καί εἶπε· Ζήτησε γιά τόν ἑαυτό σου θαυμαστό γεγονός». Καί στή συνέχεια· «᾿Ιδού ἡ Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τόν ὀνομάσουν ᾿Εμμανουήλ» (πρβλ. ῾Ησ. 7, 14) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.
Α´ . ῎Ω! ἐσεῖς πού ἔχετε μόνιμο σύντροφο τήν παρθενική ἁγνότητα καί σεῖς πού μαθητεύετε στή ζωή τῆς σωφροσύνης, ἐλᾶτε νά λατρεύσουμε μέ ὕμνους, πού βγαίνουν ἀπό τά ἁγνισμένα χείλη μας, τόν Θεό πού γεννήθηκε ἀπό τήν Πάναγνη Παρθένο. ᾿Ελᾶτε ὅλοι ἐμεῖς πού ἀξιωνόμαστε νά μεταλάβουμε σάν μυστική τροφή τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖο συμβολίζεται ὡς ᾿Αμνός, ἐλᾶτε νά φᾶμε τό κεφάλι μαζί μέ τά πόδια (πρβλ. ῎Εξ. 12, 9), ἐννοώντας μέ τό «κεφάλι» τή θεότητα καί μέ τά «πόδια» τήν ἀνθρώπινη φύση Του, τήν ἀνθρωπότητα. Οἱ ἀκροατές τῶν ἁγίων Εὐαγγελίων, ἄς πιστεύουμε στόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τό Θεολόγο πού εἶπε· «Στήν ἀρχή ὑπῆρχε ὁ Λόγος καί ὁ Λόγος ἦταν ἑνωμένος μέ τόν Θεό καί Θεός ἦταν ὁ Λόγος» (᾿Ιωάν. 1, 1). Καί πρόσθεσε· «Καί ὁ Λόγος προσέλαβε σάρκα καί ἔγινε ἄνθρωπος» (᾿Ιωάν. 1, 14). Διότι δέν εἶναι εὐσεβές νά Τόν προσκυνοῦμε ὡς ἁπλό ἄνθρωπο, οὔτε νά Τόν ὁμολογοῦμε μόνο Θεό, χωρίς τήν ἀνθρώπινη φύση Του. Γιατί πραγματικά, ἄν, ὅπως φυσικά καί συμβαίνει, ὁ Χριστός εἶναι ἀληθινά Θεός, δέν ἔχει προσλάβει ὅμως ἀνθρώπινη φύση, ἐμεῖς δέν εἶναι δυνατόν νά σωθοῦμε. ῎Ας
Τόν προσκυνοῦμε λοιπόν ὡς Θεό κι ἄς πιστεύουμε συνάμα ὅτι ἔγινε καί ἄνθρωπος. Διότι οὔτε νά Τόν ὁμολογοῦμε ἁπλό ἄνθρωπο, χωρίς τή θεότητά Του, μᾶς ὠφελεῖ, οὔτε τό νά δεχόμαστε μόνο τή θεότητά Του μᾶς ὁδηγεῖ πρός τή σωτηρία. ῎Ας ὁμολογήσουμε τήν παρουσία τοῦ βασιλιᾶ καί ἰατροῦ. Διότι ὁ Βασιλιάς ᾿Ιησοῦς, πού ἐπρόκειτο νά μᾶς γιατρέψει, ζώστηκε τή δουλική ποδιά τῆς ἀνθρώπινης φύσης καί θεράπευσε τήν ἀρρώστια της1. ῾Ο τέλειος Διδάσκαλος τῶν νηπίων ἔγινε μαζί τους νήπιο, γιά νά κάνει σοφούς τούς ἀνόητους. ῾Ο ἐπουράνιος ῎Αρτος κατέβηκε στή γῆ (πρβλ. ᾿Ιωάν. 6, 41), γιά νά θρέψει τούς πεινασμένους.
Β´ . Καί οἱ ἀπόγονοι τῶν ᾿Ιουδαίων, μέ τό νά ἀρνοῦνται Αὐτόν πού ἦρθε καί μέ τό νά περιμένουν κακῶς κάποιον πού θά ἔρθει, παραγνώρισαν τόν ἀληθινό Χριστό. Καί μέσα στήν πλάνη τους περιμένουν ὡς Χριστό τόν ᾿Αντίχριστο, γιά νά βγεῖ ἀληθινός καί σ᾿ αὐτό ὁ Σωτήρας πού εἶπε· «᾿Εγώ ἦρθα ἐξ ὀνόματος τοῦ Πατέρα μου καί δέν μέ δέχεσθε, ἄν ὅμως ἄλλος ἔρθει ἐξ ὀνόματος τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐκεῖνον θά τόν δεχτεῖτε» (᾿Ιωάν. 5, 43).
᾿Ακόμα θά μπορούσαμε νά κάνουμε μιά ἐρώτηση στούς ᾿Ιουδαίους. Λέει ἀλήθεια ἤ ψέματα ὁ προφήτης ῾Ησαΐας (πρβλ. ῾Ησ. 7, 14), ὅταν προφητεύει ὅτι ὁ ᾿Εμμανουήλ θά γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο; Βέβαια δέν εἶναι καθόλου παράδοξο νά τόν κατηγοροῦν ὡς ψεύτη, ἐπειδή τό συνηθίζουν αὐτοί, δηλαδή ὄχι μόνο νά θεωροῦν τούς Προφῆτες ψεῦτες, ἀλλά καί νά τούς λιθοβολοῦν. ῎Αν ὅμως ὁ Προφήτης λέει τήν ἀλήθεια, δεῖξτε τόν ᾿Εμμανουήλ καί ἀπό ποῦ θά προέλθει αὐτός πού προσδοκᾶτε. Θά γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο ἤ ὄχι; Γιατί, ἄν δέν γεννηθεῖ ἀπό Παρθένο, βγάζετε ψεύτη τόν Προφήτη. Καί ἄν προσδοκᾶτε νά συμβεῖ αὐτό στό μέλλον, γιατί ἀπορρίπτετε αὐτό πού ἤδη ἔγινε;
Γ´ . ᾿Αφοῦ τό θέλουν λοιπόν οἱ ᾿Ιουδαῖοι, ἄς πλανῶνται κι ἄς δοξάζεται ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Θεοῦ. Διότι ἐμεῖς παραδεχόμαστε ὅτι πραγματικά καί ἀληθινά ὁ Θεός Λόγος ἔγινε καί ἄνθρωπος. ῎Ανθρωπος πού δέν γεννήθηκε ἀπό ἀνθρώπινη σαρκική ἐπιθυμία, ὅπως ἰσχυρίζονται οἱ αἱρετικοί, ἀλλά, κατά τή διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου, ἔγινε καί ἄνθρωπος μέ τή συνέργεια τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καί τῆς Παρθένου Μαρίας, ὄχι φανταστικά ἀλλά ἀληθινά. Καί γιά τό ὅτι πραγματικά ἔγινε ἄνθρωπος ἀπό Παρθένο, περίμενε στή συνέχεια τοῦ λόγου καί θά πάρεις τήν κατάλληλη στιγμή τίς ἀποδείξεις. Γιατί ἡ πλάνη τῶν αἱρετικῶν εἶναι πολύ μπερδεμένη. ῎Αλλοι ἰσχυρίζονται ὅτι σέ καμιά περίπτωση δέν γεννήθηκε Αὐτός ἀπό Παρθένο. ῎Αλλοι λένε ὅτι γεννήθηκε βέβαια, ὄχι ὅμως ἀπό Παρθένο, ἀλλά ἀπό γυναίκα πού ἦρθε σέ σχέση μέ ἄνδρα. Κι ἄλλοι λένε ὅτι ὁ Χριστός δέν εἶναι ὁ Θεός ὁ ῾Οποῖος ἔγινε καί ἄνθρωπος, ἀλλά κάποιος ἄνθρωπος πού ἔχει ἐξυψωθεῖ σέ Θεό. Τόλμησαν δηλαδή νά ποῦν ὅτι δέν ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Λόγος πού προϋπῆρχε, ἀλλά ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἕνας ἄνθρωπος κοινός, πού πρόκοψε τόσο πολύ στήν ἀρετή, ὥστε ἐπιβραβεύτηκε μέ θεοποίηση.
Δ´ . Σύ ὅμως διατήρησε στή μνήμη σου ὅσα εἰπώθηκαν χθές γιά τή θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Πίστεψε ὅτι ᾿Εκεῖνος, ὁ Μονογενής Υἱός τοῦ Θεοῦ (πρβλ. ᾿Ιωάν. 3, 6. 18), ὁ ῎Ιδιος γεννήθηκε καί ἀπό τήν Παρθένο (πρβλ. ῾Ησ. 7, 14). Πίστεψε στόν εὐαγγελιστή ᾿Ιωάννη πού εἶπε· «Καί ὁ Λόγος προσέλαβε σάρκα καί ἔζησε ἀνάμεσά μας ὡς τέλειος ἄνθρωπος» (᾿Ιωάν. 1, 14). Γιατί ὁ αἰώνιος Λόγος πού γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα, πρίν ἀπ᾿ ὅλους τούς αἰῶνες, ἔλαβε τά τελευταῖα τοῦτα χρόνια ἀνθρώπινη σάρκα γιά τή σωτηρία μας.
Πολλοί ὅμως προβάλλουν ἀντιρρήσεις καί λένε· Ποιά ἦταν ἡ τόσο μεγάλη ἀνάγκη πού ἔκανε τόν Θεό νά ἐνανθρωπήσει; Καί ἔπειτα, εἶναι στή φύση τοῦ Θεοῦ νά συναναστρέφεται τούς ἀνθρώπους; (Πρβλ. Βαρούχ 3, 38). Καί ἀκόμα, εἶναι δυνατόν νά γεννήσει παρθένος, χωρίς συνάφεια ἀνδρός; ᾿Επειδή λοιπόν ὑπάρχουν τόσες ἀντιρρήσεις καί ἡ μάχη παίρνει πολλές μορφές καί διαστάσεις, ἄς διαλύσουμε, μέ τή Χάρη τοῦ Χριστοῦ καί μέ τίς εὐχές τῶν παρόντων, καθένα ἀπό τά ἐνάντια ἐπιχειρήματα.
Ε´ . ᾿Αρχικά ἄς ἐξετάσουμε γιά ποιό λόγο κατέβηκε στή γῆ ὁ ᾿Ιησοῦς2. Καί μή δίνεις σημασία στά λόγια μου, ἄν τά θεωρεῖς ἐπιτηδευμένα καί κακόβουλα, γιατί καμιά φορά εἶναι ἐνδεχόμενο νά σκεφθεῖς ἔτσι μειωτικά, προβληματικά γιά μένα. Καί ἐγώ λοιπόν σοῦ λέω· ῎Αν δέν ἀκούσεις γιά κάθε διδασκαλία τή σύμφωνη γνώμη τῶν Προφητῶν, νά μήν πιστέψεις σέ ὅσα θά σοῦ πῶ. ῎Αν δέν διδαχθεῖς ἀπό τίς θεῖες Γραφές τά σχετικά μέ τήν Παρθένο, τόν τόπο, τό χρόνο, καί τόν τρόπο τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, νά μή δεχτεῖς κανενός ἀνθρώπου τή μαρτυρία (πρβλ. ᾿Ιωάν. 5, 34). Διότι ὅποιον βλέπει κανείς μέ τά μάτια του νά βρίσκεται μπροστά του καί νά διδάσκει, μπορεῖ καί νά τόν θεωρήσει ὕποπτο. Ποιός ὅμως μυαλωμένος ἄνθρωπος θά θεωρήσει ὕποπτο ἐκεῖνο τόν Προφήτη πού προφήτευσε πρίν ἀπό χίλια καί περισσότερα χρόνια;
῎Αν λοιπόν ἀναζητᾶς τήν αἰτία τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, νά καταφύγεις στό πρῶτο βιβλίο τῆς ἁγίας Γραφῆς, τή Γένεση. Σέ ἕξι ἡμέρες δημιούργησε ὁ Θεός τόν κόσμο. ᾿Αλλά ὁ κόσμος δημιουργήθηκε γιά τόν ἄνθρωπο. Κι ὁ ἥλιος, ὁ ὁποῖος ἀκτινοβολεῖ λαμπρότατες ἀκτίνες, φτιάχτηκε γιά νά φωτίζει τόν ἄνθρωπο. Κι ὅλα τά  ζῶα ἔγιναν γιά νά μᾶς ὑπηρετοῦν. Τά φυτά καί τά δέντρα δημιουργήθηκαν γιά νά τά ἀπολαμβάνουμε ἐμεῖς. ῞Ολα τά δημιουργήματα εἶναι πολύ τέλεια καί ὡραῖα (πρβλ. Γέν. 1, 21), ἀλλά κανένα ἀπό αὐτά δέν εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, παρά μόνο ὁ ἄνθρωπος. ῾Ο ἥλιος δημιουργήθηκε μέ τό δημιουργικό πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ ὁ ἄνθρωπος δημιουργήθηκε μέ ξεχωριστή ἐνέργεια καί ἐπιμέλεια τοῦ Θεοῦ. (Καί φανερώνοντας ὁ Τριαδικός Θεός, τή στιγμή τῆς δημιουργίας, τίς προθέσεις Του γιά τόν ἄνθρωπο, παρουσιάζεται ὁ Θεός-Πατέρας νά λέει στά ἄλλα δυό Πρόσωπα τῆς ῾Αγίας Τριάδος)· «῎Ας πλάσουμε τώρα τόν ἄνθρωπο σύμφωνα μέ τήν εἰκόνα μας καί μέ προϋποθέσεις νά γίνει ὅμοιος μ᾿ ἐμᾶς» (Γέν. 1, 26). ᾿Αφοῦ ἡ ξύλινη εἰκόνα τοῦ ἐπίγειου βασιλιᾶ τιμᾶται, πόσο περισσότερο θά τιμᾶται ἡ λογική εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, δηλαδή ὁ ἄνθρωπος; Τοῦτο ὅμως τό πλάσμα, τό ἀνώτερο ἀπό ὅλα τά δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, πού ζοῦσε μέ εὐφροσύνη στόν Παράδεισο, τό ἔβγαλε ἔξω ὁ φθόνος τοῦ διαβόλου (πρβλ. Σοφ. Σολ. 2, 24). Καί χαιρόταν ὁ ἐχθρός μέ τήν πτώση ἐκείνου πού αὐτός φθόνησε. Θά ἤθελες λοιπόν νά ἐξακολουθεῖ νά χαίρεται ὁ ἐχθρός; Αὐτός, ἐπειδή δέν τόλμησε νά πλησιάσει τόν ἄνδρα ἐξαιτίας τῆς δύναμής του, πλησίασε τή γυναίκα ὡς ἀσθενέστερη, ἡ ὁποία ἦταν ἀκόμα παρθένος. Διότι ὁ ᾿Αδάμ γνώρισε τήν Εὔα ὡς σύζυγό του, μετά τήν πτώση του καί τήν ἔξοδό του ἀπό τόν Παράδεισο3 (πρβλ. Γέν. 4, 1).
Ϛ´ . Οἱ ἑπόμενοι διάδοχοι τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἦταν ὁ Κάιν καί ὁ ῎Αβελ. ῾Ο Κάιν εἶναι ὁ πρῶτος ἀνθρωποκτόνος. ῞Υστερα ἀκολούθησε κατακλυσμός ἐξαιτίας τῆς μεγάλης κακοήθειας τῶν ἀνθρώπων. Μετά κατέβηκε φωτιά ἀπό τόν οὐρανό ἐναντίον τῶν κατοίκων τῶν Σοδόμων ἐξαιτίας τῆς παρανομίας τους. ῎Επειτα ἀπό χρόνια ξεχώρισε ὁ Θεός ἀπό τά ἔθνη τόν ἐκλεκτό λαό τοῦ ᾿Ισραήλ. ᾿Αλλά κι αὐτός παραδόθηκε στή διαφθορά καί ἔτσι τό ἐκλεκτό γένος τραυματίστηκε. Γιατί, ἐνῶ ὁ Μωυσῆς βρισκόταν πάνω στό ὄρος, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, κάτω ὁ λαός προσκυνοῦσε γιά Θεό ἕνα μοσχάρι (πρβλ. ῎Εξ. 32, 1-4). Τήν ἐποχή τοῦ Μωυσῆ, ὁ ὁποῖος νομοθέτησε τό «νά μή μοιχεύσεις» (῎Εξ. 20, 13), κάποιος ἄνδρας τόλμησε, μπαίνοντας σέ καμίνι, νά πράξει ἀκολασία ἐνώπιόν του (πρβλ. ᾿Αριθμ. 25, 6). Μετά τό Μωυσῆ στάλθηκαν Προφῆτες γιά νά γιατρέψουν τόν ᾿Ισραήλ. ᾿Αλλά στήν προσπάθειά τους νά θεραπεύσουν τήν πνευματική ἀσθένεια, θρηνοῦσαν, γιατί δέν τό κατόρθωναν, ὅπως λέει καί κάποιος ἀπό αὐτούς· «᾿Αλλοίμονο χάθηκε ὁ εὐσεβής ἀπό τή γῆ, ἄνθρωπος ἀρετῆς καί καλῶν ἔργων δέν ὑπάρχει μεταξύ μας» (Μιχ. 7, 1-2). Καί πάλι, «ὅλοι ἔχουν παραστρατίσει, κατάντησαν ἀχρεῖοι, δέν ὐπάρχει κανείς πού νά πράττει τό ἀγαθό, δέν ὑπάρχει οὔτε ἕνας» (Ψαλμ. 13, 3). Καί πάλι· «Κατάρα καί κλοπή καί μοιχεία καί φόνος ἔχουν πλημμυρίσει τή χώρα» (᾿Ωσ. 4, 2). «Τούς γιούς καί τίς θυγατέρες τους τούς θυσίασαν στούς δαίμονες» (Ψαλμ. 105, 37). «᾿Ασχολοῦνταν μέ οἰωνούς, μάγια καί μαντεῖες» καί «δένοντας τά ροῦχα τους μέ σχοινιά, τά ἔκαναν παραπέτασμα μπροστά στό θυσιαστήριο» (᾿Αμ. 2, 8).
Ζ´ . Πολύ βαθιά καί πολύ μεγάλη ἦταν λοιπόν ἡ πληγή τῆς ἀνθρωπότητας. «᾿Από τά πόδια μέχρι τό κεφάλι δέν ὑπῆρχε κανένα μέλος σέ ἄρτια κατάσταση. Δέν ἦταν δυνατόν νά γιατρευτοῦν οἱ πληγές μέ κατάπλασμα, οὔτε μέ θεραπευτικό λάδι, οὔτε μέ ἐπιδέσμους» (῾Ησ. 1, 6). Καί οἱ Προφῆτες, θρηνώντας καί ὑποφέροντας, ἔλεγαν· «Ποιός λοιπόν θά ἔρθει ἀπό τή Σιών γιά νά δώσει τή σωτηρία στόν ᾿Ισραηλιτικό λαό;» (Ψαλμ. 13, 7). Καί πάλι· «῎Ας ἔρθει  βοηθός ἡ δεξιά Σου ὑπέρ τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ Σου, στούς ἀνθρώπους αὐτούς, τούς ὁποίους ἐνίσχυσες ᾿Εσύ ὁ ῎Ιδιος, γιά τή δική Σου δόξα» (Ψαλμ. 79, 18). Καί «δέν θά ἀπομακρυνθοῦμε ἀπό Σένα». Καί ἄλλος Προφήτης παρακαλοῦσε, λέγοντας· «Κύριε χαμήλωσε τούς οὐρανούς καί κατέβα» (Ψαλμ. 143, 5). «Κατέβα γιατί τά τραύματα τῆς ἀνθρωπότητας ξεπερνοῦν τίς δυνάμεις μας, τή δική μας δυνατότητα γιά θεραπεία. Σκότωσαν τούς Προφῆτες σου καί κατέσκαψαν τά θυσιαστήριά σου» (Γ´ Βασ. 19, 10). Τό κακό δέν μπορεῖ νά διορθωθεῖ ἀπό ἐμᾶς, χρειάζεσαι ᾿Εσύ γιά νά τό διορθώσεις.
Η´ . ῎Ακουσε τή δέηση τῶν Προφητῶν ὁ Κύριος. Δέν μποροῦσε ὁ Πατέρας νά παραβλέπει τό γένος μας πού χανόταν. ῎Εστειλε τόν Υἱό Του, τόν Κύριο, ἀπό τόν οὐρανό γιά νά μᾶς θεραπεύσει. Καί λέει κάποιος ἀπό τούς Προφῆτες· «῾Ο Κύριος τόν ῾Οποῖο ἐσεῖς ζητᾶτε ἔρχεται καί θά φτάσει ξαφνικά. Ποῦ; Στό Ναό Του ὁ Κύριος» (πρβλ. Μαλ. 3, 1). «Στό Ναό, ὅπου ἐσεῖς Τόν λιθοβολήσατε» (πρβλ. ᾿Ιωάν. 8, 59). Μετά κάποιος ἄλλος Προφήτης πού τ᾿ ἄκουσε αὐτό, τοῦ λέει· «Τόσο ἤρεμα μιλᾶς ἐνῶ ἀναγγέλλεις τή σωτηρία πού φέρνει ὁ Θεός; ᾿Εσύ πού εὐαγγελίζεσαι τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο γιά τή σωτηρία μας, μιλᾶς κρυφά; ᾿Ανέβα σέ ψηλό βουνό, ἐσύ πού φέρνεις τό χαρμόσυνο ἄγγελμα τῆς σωτηρίας. Πές στίς πόλεις τοῦ ᾿Ιούδα. Τί νά πῶ; Δεῖτε τόν Θεό μας. Δεῖτε τόν Κύριο πού ἔρχεται μέ μεγάλη δύναμη» (πρβλ. ῾Ησ. 40, 9-10).
῾Ο Κύριος πάλι εἶπε· «Νά, ἐγώ ἔρχομαι καί θά κατασκηνώσω ἀνάμεσά σας, λέει ὁ Κύριος. Καί πολλοί λαοί θά καταφύγουν πρός τόν Κύριο» (Ζαχ. 2, 14-15). Οἱ ᾿Ισραηλίτες ἀμέλησαν τή σωτηρία πού τούς ἔφερα. «῎Ερχομαι νά συναθροίσω ὅλους τούς λαούς καί ὅλες τίς γλῶσσες» (῾Ησ. 66, 18). Διότι «ἦρθε στούς δικούς Του καί οἱ δικοί Του δέν τόν δέχτηκαν» (᾿Ιωάν. 1, 11). ῎Ερχεσαι καί τί χαρίζεις στά ἔθνη; ῎Ερχομαι νά συγκεντρώσω ὅλους τούς λαούς καί νά τούς προικοδοτήσω μέ τό ἐξαίσιο καί φρικτό καί θαυμαστό γεγονός τῆς σωτηρίας (πρβλ. ῾Ησ. 66, 18-19). ᾿Από τό δικό μου ἀγώνα πάνω στό Σταυρό, θά δώσω σέ καθένα ἀπό τούς στρατιῶτες μου βασιλική σφραγίδα νά τή φέρει στό μέτωπό του4. Καί ἄλλος Προφήτης ἔλεγε· «Χαμήλωσε τούς οὐρανούς καί κατέβηκε καί σκοτεινό σύννεφο ἁπλωνόταν κάτω ἀπό τά πόδια Του» (Ψαλμ. 17, 10). Διότι τότε ἀκόμα ἀγνοοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τήν κάθοδό Του ἀπό τόν οὐρανό. (Αὐτή τήν ἄγνοια συμβολίζει τό σκοτεινό σύννεφο).
Θ´ . ῎Επειτα ὁ Σολομώντας, ἀκούγοντας αὐτά ἀπό τόν πατέρα του, οἰκοδόμησε θαυμαστό Ναό καί προφητεύοντας ᾿Εκεῖνον πού θά ἔρθει νά κατοικήσει μέσα σ᾿ αὐτόν, λέει μέ θαυμασμό· «᾿Αληθινά, θά ἔρθει ὁ Θεός καί θά κατοικήσει στή γῆ, ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους;» (Γ´ Βασ. 8, 27). «Μάλιστα» λέει πρίν ἀπό αὐτόν ὁ προφήτης Δαβίδ, στόν Ψαλμό πού γράφτηκε γιά τό Σολομώντα καί ὅπου ἀναφέρεται· «Θά κατέβει ὅπως ἡ πρωινή δροσιά, ἡ ὁποία πέφτει ἀόρατα καί ἀθόρυβα καί μουλιάζει τά μαλλιά ἀπό τά φρεσκοκουρεμένα πρόβατα» (Ψαλμ. 71, 6). Οἱ δροσοσταλίδες (ὑετός) συμβολίζουν τήν κάθοδο τῆς θεϊκῆς φύσης ἀπό τόν οὐρανό καί τά μαλλιά (ὁ πόκος) συμβολίζουν τήν ἀνθρώπινη φύση μέ τήν ὁποία ἑνώθηκε ἡ θεϊκή. ῾Η ἀόρατη καί ἀθόρυβη κάθοδος τῶν δροσοσταλίδων φανερώνει τήν ἄγνοια τοῦ μυστηρίου τῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου, γι᾿ αὐτό καί οἱ Μάγοι ρωτοῦσαν· «Ποῦ εἶναι ὁ νεογέννητος βασιλιάς τῶν ᾿Ιουδαίων;» (Ματθ. 2, 2). Καί ὁ ῾Ηρώδης ταραγμένος ἐξέταζε τά σχετικά μέ τό Γεννημένο Χριστό καί ἔλεγε· «Ποῦ ἔχει γεννηθεῖ ὁ Χριστός;» (Ματθ. 2, 4).
Ι´ . Ποιός εἶναι ὅμως αὐτός πού κατεβαίνει ἀπό τόν οὐρανό; Λέει στή συνέχεια· «Καί θά ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει αἰώνια, ὅπως ὁ ἥλιος θά προηγεῖται καί θά ὑπερέχει γιά πάντα ἀπό τή σελήνη» (Ψαλμ. 71, 5). Καί πάλι ἄλλος Προφήτης λέει· «Νά χαίρεσαι μ᾿ ὅλη σου τήν ψυχή, κόρη Σιών, νά τό διαλαλεῖς ὁλόγυρά σου, κόρη ῾Ιερουσαλήμ. Νά, πού τώρα ἔρχεται σέ σένα ὁ βασιλιάς σου δίκαιος, λυτρωτής καί σωτήρας» (Ζαχ. 9, 9). Πολλοί βασιλεῖς ὑπάρχουν. ᾿Εξήγησέ μας, Προφήτη, γιά ποιόν ἀπό ὅλους μιλᾶς; Δεῖξε μας σημάδι πού δέν τό ἔχουν ἄλλοι βασιλιάδες. ᾿Εάν μιλήσεις γιά βασιλιά ντυμένο στήν πορφύρα, ἔχουν λάβει ἄλλοι, πρίν ἀπ᾿ αὐτόν, τό ἀξίωμα πού φέρει αὐτό τό σχῆμα. ᾿Εάν μιλήσεις γιά κάποιον πού τόν περιτριγυρίζουν στρατιῶτες καί κάθεται σέ χρυσοκόλλητα ἅρματα καί αὐτό τό ἔχουν προλάβει ἄλλοι. Δῶσε μας ἕνα ἰδιαίτερο σημάδι γιά τό βασιλιά, πού τόσο σίγουρα καί καθαρά μᾶς φανερώνεις τήν παρουσία του ἀνάμεσά μας.
῾Ο Προφήτης λοιπόν ἀπαντᾶ καί λέει· «Δές τό βασιλιά σου ἔρχεται πρός ἐσένα δίκαιος καί φέρνοντας τή σωτηρία. Αὐτός εἶναι πράος καί ἀνεβασμένος σέ ὑποζύγιο καί σέ μικρό πουλάρι» (Ζαχ. 9, 9) κι ὄχι σέ ἅρματα. ῎Εχεις λοιπόν μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο σημάδι τοῦ βασιλιᾶ πού πρόκειται νά ἔρθει. «Μονάχα ὁ ᾿Ιησοῦς ἀπό ὅλους τούς βασιλιάδες κάθησε σέ πουλάρι» (πρβλ. Ματθ. 21, 7) ἀσαμάρωτο καί ἐπευφημήθηκε ὡς βασιλιάς καθώς ἔμπαινε στήν ῾Ιερουσαλήμ. Καί τί θά ἔρθει νά κάνει αὐτός ὁ βασιλιάς; ᾿Απαντάει ὁ ἴδιος ὁ Προφήτης πιό κάτω καί λέει· «᾿Εσύ, Κύριε, τηρώντας τή Διαθήκη πού εἶχες κάνει μέ αὐτούς, μέ θυσίες αἱματηρές ἐλευθέρωσες τούς ᾿Ιουδαίους καί τούς ἔβγαλες ἀπό τόν ξερό καί ἄνυδρο λάκκο τῆς αἰχμαλωσίας τους» (Ζαχ. 9, 11).
ΙΑ´ . ᾿Αλλά κάποιος θά μποροῦσε νά ἰσχυρισθεῖ ὅτι δέν εἶναι τόσο ἀναμφισβήτητο καί δυνατό σημάδι, τό ὅτι θά καθήσει πάνω στό πουλάρι. Δῶσε μας ὅμως καί ἄλλο σημάδι, φανέρωσέ μας σέ ποιό τόπο θά σταθεῖ ὅταν θά μπεῖ μέσα στήν πόλη. Φανέρωσέ μας τόπο πού νά μήν εἶναι ἔξω ἀπό τήν πόλη καί τόν ἀγνοοῦμε. Φανέρωσέ μας ἕνα τόπο προσιτό στά μάτια μας, κατά τρόπο πού νά μποροῦμε νά τόν δοῦμε, καθώς θά εἴμαστε μέσα στήν πόλη. Κι ὁ Προφήτης ἀποκρίνεται καί λέει· «Τά πόδια Του θά πατήσουν κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη στό ῎Ορος τῶν ᾿Ελαιῶν, πού βρίσκεται ἀπέναντι καί ἀνατολικά τῆς ῾Ιερουσαλήμ» (Ζαχ. 14, 4). Δέν βλέπει λοιπόν ὁ καθένας πού βρίσκεται μέσα στήν πόλη αὐτό τόν τόπο;
ΙΒ´ . ῎Εχουμε πάρει μέχρι τώρα δυό ξεκάθαρες προφητικές μαρτυρίες, δυό τόσο χαρακτηριστικά σημάδια καί θέλουμε νά μάθουμε καί ἕνα τρίτο. Θά μποροῦσε ἄραγε νά μᾶς πεῖ κάποιος τί θά κάνει ὁ Κύριος ὅταν θά ἔρθει; Λέει ἕνας ἄλλος Προφήτης· «Νά ὁ Θεός μας». Καί στή συνέχεια· «Αὐτός θά ἔρθει καί θά μᾶς σώσει. Τότε θά ἀνοίξουν τά μάτια τῶν τυφλῶν καί οἱ κουφοί θά ἀκούσουν. Τότε θά χοροπηδήσει σάν ἐλάφι ὁ κουτσός καί θά βροντοφωνάξουν οἱ μουγγοί» (῾Ησ. 35, 4-6). Πές μας κι ἄλλη μαρτυρία, Προφήτη. Μᾶς εἶπες ὅτι ὁ Κύριος, πού θά ἔρθει, θά κάνει τόσα καί τέτοια θαυμαστά σημεῖα, πού ποτέ δέν ἔχουν ξαναγίνει (πρβλ. ᾿Ιωάν. 15, 24). ῎Εχεις νά μᾶς πεῖς κάποιο ἄλλο σημεῖο, ἀκόμα πιό συγκεκριμένο; Σ᾿ αὐτό ἀπαντᾶ ὁ προφήτης ῾Ησαΐας καί λέει· «Αὐτός ὁ Κύριος θά βρεθεῖ σέ κατάσταση ἀντιδικίας καί θά κριθεῖ ἀπό τούς πρεσβυτέρους καί τούς ἄρχοντες τοῦ λαοῦ» (῾Ησ. 3, 14). Νά λοιπόν, ἕνα ἀκόμα πολύ ξεχωριστό καί χαρακτηριστικό σημάδι· ῾Ο Δεσπότης νά ἀνεχθεῖ καί νά
ΙΓ´ . ᾿Ενῶ ὅμως τά διαβάζουν ὅλα αὐτά οἱ ᾿Ιουδαῖοι, δέν τά καταλαβαίνουν σωστά καί δέν τά δέχονται. Μοιάζουν σάν νά τούς τά φωνάζει κανείς καί νά μήν τά ἀκοῦνε, λές καί ἔχουν ἐπίτηδες κλείσει τά αὐτιά τῆς καρδιᾶς τους μέ τήν ἄρνηση καί τήν προκατάληψη. ᾿Αλλά ἐμεῖς πιστεύουμε στόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ῾Οποῖος προσέλαβε σάρκα κι ἔγινε ἄνθρωπος, γιατί κατανοοῦμε ὅτι δέν ἦταν δυνατόν νά γίνουν διαφορετικά τά πράγματα. ᾿Εφόσον ἐμεῖς δέν μπορούσαμε νά ἀντικρύζουμε ἤ νά ἀπολαμβάνουμε τή μορφή Του καθώς ἦταν, ἔγινε ᾿Εκεῖνος σάν ἐμᾶς, ὥστε μ᾿ αὐτόν τόν τρόπο ν᾿ ἀξιωθοῦμε νά Τόν ἀπολαύσουμε. Γιατί, ἄν δέν μποροῦμε καθόλου νά ἀντικρύσουμε τόν ἥλιο, πού δημιουργήθηκε τήν τέταρτη χρονική περίοδο τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου ἀπό τόν Θεό, πῶς θά ἦταν δυνατόν νά ἀντικρύζουμε τό δημιουργό τοῦ ἥλιου, δηλαδή τόν Θεό; Μέσα σέ φλόγες κατέβηκε ὁ Κύριος στό ὄρος Σινᾶ καί δέν μπόρεσε ν᾿ ἀντέξει ὁ λαός, ἀλλά εἶπαν στό Μωυσῆ· «Μίλησέ μας ἐσύ καί θά σέ ἀκούσουμε. Καί ἄς μή μᾶς μιλάει ἀπευθείας ὁ Θεός γιά νά μήν πεθάνουμε» (῎Εξ. 20, 19). Καί πάλι λέει ἡ ἁγία Γραφή· «Γιατί ποιός ἄνθρωπος θά ἀκούσει τή φωνή τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ νά μιλάει μέσα ἀπό τή φωτιά, καί θά ζήσει;» (Δευτ. 5, 26). Κι ἄν μόνο μέ τό νά ἀκούσει κανείς τή φωνή τοῦ Θεοῦ πεθαίνει, πῶς, ὅταν δεῖ τόν ῎Ιδιο τό Θεό, δέν θά πεθάνει; Γιατί ἀπορεῖς; Κι ὁ ἴδιος ὁ Μωυσῆς εἶπε· «Εἶμαι γεμάτος φόβο καί τρόμο» (῾Εβρ. 12, 21).
ΙΔ´ . Τί λοιπόν; Θά ἤθελες νά γίνει πρόξενος καταστροφῆς Αὐτός πού ἦρθε γιά νά φέρει τή σωτηρία, ἐπειδή δέν θά Τόν ἄντεχαν οἱ ἄνθρωποι ἤ θά ἤθελες νά βρεθεῖ τρόπος ὥστε ἡ Χάρη νά μᾶς προσφερθεῖ σύμφωνα μέ τίς δυνατότητές μας; ῾Ο Δανιήλ δέν ἄντεξε τήν ὀπτασία τοῦ ᾿Αγγέλου καί σύ θά μποροῦσες νά ἀντικρύσεις τή θέα  τοῦ Δεσπότη τῶν ᾿Αγγέλων; ᾿Εμφανίστηκε ὁ Γαβριήλ καί ὁ προφήτης Δανιήλ ἔπεσε καταγῆς (πρβλ. Δαν. 10, 9). Καί πῶς ἦταν αὐτός πού ἐμφανίστηκε ἤ ποιά μορφή εἶχε; Τό πρόσωπό του ἦταν, ὄχι σάν τόν ἥλιο, ἀλλά σάν ἀστραπή καί τά μάτια του ἔλαμπαν, ὄχι σάν καμίνι, ἀλλά σάν λαμπάδες καί ἡ φωνή του ἀντηχοῦσε, ὄχι σάν ἦχος δώδεκα λεγεώνων ᾿Αγγέλων, ἀλλά σάν βουητό πολυάριθμων ἀνθρώπων. Κι ὅμως ὁ Προφήτης ἔπεσε καταγῆς καί πλησιάζει ὁ ῎Αγγελος καί τοῦ λέει· «Μή φοβᾶσαι Δανιήλ, εἰσακούστηκαν τά λόγια σου, σήκω ἐπάνω καί πάρε θάρρος» (πρβλ. Δαν. 10, 12). Καί ὁ Δανιήλ εἶπε· «Σηκώθηκα κατατρομαγμένος». Αὐτή τήν ἀπάντηση ὅμως δέν τοῦ τήν ἔδινε, μέχρι πού τόν ἄγγιξε ὁ ῎Αγγελος μέ ἀνθρώπινο χέρι. Καί μόνο τότε, πού πῆρε ἀνθρώπινη ὄψη, ὁ ῎Αγγελος, ὁ ὁποῖος τοῦ φανερώθηκε, τοῦ μίλησε ὁ Δανιήλ καί τί τοῦ εἶπε; «Κύριε, καθώς σέ ἀντίκρυσα, ταράχτηκαν τά σωθικά μου. ῎Εχασα τή δύναμή μου καί μοῦ κόπηκε ἡ ἀναπνοή». ᾿Εάν ἡ παρουσία τοῦ ᾿Αγγέλου ἀφαίρεσε τή φωνή καί τή δύναμη τοῦ Προφήτη, ἡ θέα τοῦ Θεοῦ θά ἄφηνε τόν ἄνθρωπο ζωντανό; Καί ὅπως λέει ἡ ἁγία Γραφή, ὁ Δανιήλ δέν ξαναβρῆκε τό θάρρος του, μέχρι πού τοῦ φάνηκε ὅτι κάποιος ἄνθρωπος τόν ἄγγιξε (πρβλ. Δαν. 10, 18). ᾿Αφοῦ λοιπόν δοκιμάστηκε καί καταδείχθηκε ξεκάθαρα ἡ ἀδυναμία μας, ἀνέλαβε ὁ Κύριος νά κάνει αὐτό πού ζητοῦσε καί μποροῦσε νά σηκώσει ὁ ἄνθρωπος. ᾿Επειδή δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἤθελε νά ἀκούσει κάποιον ὅμοιό του (δέν ἄντεχε οὔτε τήν παρουσία, οὔτε τή μορφή τοῦ ᾿Αγγέλου) πῆρε ὁ Σωτήρας τήν ἀνθρώπινη φύση, ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά μπορέσουν οἱ ἄνθρωποι νά ὁδηγηθοῦν στό δρόμο τῆς σωτηρίας τους, πιό ἄνετα καί πιό καρποφόρα5. (Αὐτός εἶναι ὁ πρῶτος καί βασικός λόγος τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου).
ΙΕ´ . ῾Υπάρχει ὅμως καί ἄλλος λόγος. ῏Ηρθε ὁ Χριστός γιά νά βαπτιστεῖ καί νά ἁγιάσει τό Βάπτισμα. ῏Ηρθε γιά νά θαυματουργήσει, περπατώντας πάνω στά κύματα τῆς θάλασσας (πρβλ. Ματθ. 14, 25). ᾿Επειδή λοιπόν, πρίν σαρκωθεῖ ὁ Κύριος, «τόν εἶδε ἡ θάλασσα καί ὑποχώρησε καί ὁ ᾿Ιορδάνης στράφηκε πίσω» (Ψαλμ. 113, 3), ἔλαβε ὁ Κύριος τό σῶμα, γιά νά ἀντέξει ἡ θάλασσα τή θέα Του καί νά τόν ὑποδεχτεῖ ἄφοβα ὁ ᾿Ιορδάνης. Αὐτή λοιπόν εἶναι μία αἰτία τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως, ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλη.
῾Ο θάνατος ἦρθε στόν κόσμο διά μέσου παρθένου, τῆς Εὔας. ῎Επρεπε λοιπόν διά μέσου παρθένου ἤ καλύτερα ἀπό παρθένο νά φανερωθεῖ ἡ ζωή. ῞Ωστε, ὅπως ἀκριβῶς ἐκείνη τήν ἐξαπάτησε τό φίδι μέ τά παραπλανητικά καί διαβολικά λόγια, ἔτσι καί αὐτή, τή Μαρία, νά τή βεβαιώσει ὁ Γαβριήλ γιά τή σωτηρία, μέ τό χαρμόσυνο μήνυμα.
᾿Αφοῦ ἐγκατέλειψαν οἱ ἄνθρωποι τόν Θεό, ἔφτιαξαν ἀγάλματα μέ ἀνθρώπινη μορφή. ᾿Επειδή λοιπόν οἱ ἄνθρωποι προσκυνοῦσαν ἀνθρωπόμορφο ἄγαλμα ὡς Θεό, πλανεμένοι ὅπως ἦταν, ἔγινε ὁ Θεός ἀληθινός ἄνθρωπος, γιά νά διαλυθεῖ αὐτή ἡ πλάνη6.
Σάν ὄργανο ἐναντίον μας χρησιμοποίησε ὁ διάβολος τή σάρκα. Γνωρίζοντας αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος, λέει· «Βλέπω νά κυριαρχεῖ στά μέλη μου ἕνας ἄλλος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀντιστρατεύεται σ᾿ αὐτά πού ὁ νοῦς καί ἡ συνείδησή μου ἀναγνωρίζουν ὡς σωστά καί μέ αἰχμαλωτίζει» (Ρωμ. 7, 23) κ.τ.λ. Μέ τά ἴδια λοιπόν ὅπλα, μέ τά ὁποῖα μᾶς πολέμησε ὁ διάβολος, μ᾿ αὐτά καί σωθήκαμε. Πῆρε ὁ Κύριος ἴδια μορφή μ᾿ ἐμᾶς, ἀπό ἐμᾶς τούς ἴδιους, ὥστε νά σωθοῦμε μέσω τῆς ἀνθρώπινης φύσης Του. Πῆρε τή δική μας ἀνθρώπινη φύση, γιά νά τῆς δώσει ὅ,τι τῆς ἔλειπε, νά τή χαριτώσει πληρέστερα καί ἀσφαλέστερα, γιά νά κάνει τή φύση τοῦ ἀνθρώπου κοινωνό τῆς θεϊκῆς φύσης. Αὐτό φανερώνει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος τότε πού λέει στήν ᾿Επιστολή του πρός τούς Ρωμαίους· «῞Οπου ἡ ἁμαρτία ξεπέρασε κάθε μέτρο, ἐκεῖ καί ἡ Χάρη δόθηκε μέ ὑπερβολική περίσσεια» (Ρωμ. 5, 20).
῎Επρεπε ὁ Κύριος νά ὑποφέρει γιά χάρη μας (πρβλ. Λουκ. 24, 26). ᾿Αλλά ὁ διάβολος δέν θά τολμοῦσε νά τόν πλησιάσει, ἐάν τόν ἀναγνώριζε. Διότι «ἄν τόν ἀναγνώριζαν δέν θά σταύρωναν τόν Κύριο τῆς δόξας» (Α´ Κορ. 2, 8). Τό σῶμα λοιπόν ἔγινε δόλωμα τοῦ θανάτου. ῎Ετσι ὁ δράκοντας, ἐνῶ εἶχε ἐλπίσει ὅτι θά Τόν καταπιεῖ, ἔβγαλε ἔξω καί ὅσους εἶχε ἤδη καταπιεῖ. Αὐτή τήν πραγματικότητα φανερώνει καί ὁ προφήτης ῾Ησαΐας τότε πού λέει· «῾Ο θάνατος ἔγινε πολύ ἰσχυρός καί κατάπιε πολλούς» (῾Ησ. 25, 8). Καί πάλι· «᾿Εξάλειψε ὁ Θεός τά δάκρυα ἀπό κάθε ἀνθρώπινο πρόσωπο» (῾Ησ. 25, 8).

ΙϚ´ . Μήπως λοιπόν μάταια ἔγινε ὁ Χριστός ἄνθρωπος; Μήπως οἱ διδασκαλίες Του εἶναι ρητορικές ἐφευρέσεις καί ἀνθρώπινα ἐπινοήματα; Δέν εἶναι οἱ θεῖες Γραφές ἐκεῖνες πού μᾶς φανερώνουν τό πῶς ὁ Θεός μᾶς ἔσωσε; Αὐτό δέν φανερώνουν καί οἱ προφητικές μαρτυρίες; Κράτα λοιπόν γερά μέσα σου αὐτή τήν παρακαταθήκη καί κανείς ἄς μή σέ μεταπείσει. Πίστευε ὅτι ὁ ἀληθινός Θεός ἔγινε καί πραγματικός ἄνθρωπος.
Τό ὅτι λοιπόν ἦταν δυνατόν νά γίνει ὁ Θεός ἄνθρωπος ἔχει ἀποδειχθεῖ. ῎Αν ὅμως ἀκόμα δέν πιστεύουν οἱ ᾿Ιουδαῖοι, τούς ρωτᾶμε· Τί παράξενο κηρύττουμε, λέγοντας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, ἀφοῦ ἐσεῖς λέτε ὅτι ὁ ᾿Αβραάμ ὑποδέχθηκε τόν Κύριο; Τί παράξενο κηρύττουμε, ἀφοῦ ὁ ᾿Ιακώβ λέει «εἶδα τόν Κύριο πρόσωπο πρός πρόσωπο, καί  ὅμως δέν ἀπέθανα»; (Γέν. 32, 30). ῾Ο Κύριος πού ἔφαγε πλάι στόν ᾿Αβραάμ, ἔφαγε καί κοντά μας (πρβλ. Γέν. 18, 8). Τί παράξενο λοιπόν κηρύττουμε;
᾿Επί πλέον μποροῦμε νά παρουσιάσουμε καί δύο μάρτυρες. Εἶναι αὐτοί πού στάθηκαν πλάι στόν Κύριο στό ὄρος Σινᾶ. ῾Ο Μωυσῆς βρισκόταν στό ἄνοιγμα τοῦ βράχου (πρβλ. ῎Εξ. 33, 22) καί ὁ ᾿Ηλίας, στήν ἐποχή πού ἔζησε, στήν τρύπα τῆς σπηλιᾶς. ᾿Εκεῖνοι παρουσιάστηκαν δίπλα Του κατά τή Μεταμόρφωση καί ἀνήγγειλαν στούς Μαθητές τήν ἔξοδό Του, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νά συντελεστεῖ στήν ῾Ιερουσαλήμ (πρβλ. Λουκ. 9, 30-31). ᾿Αλλά ἔχει ἀποδειχθεῖ, ὅπως εἶπα καί προηγουμένως, ὅτι ἦταν δυνατόν νά λάβει ᾿Εκεῖνος καί τήν ἀνθρώπινη φύση. ᾿Εμεῖς ἄς ἀφήσουμε νά μιλοῦν γιά περισσότερες ἀποδείξεις, ὅλοι ἐκεῖνοι πού τούς ἀρέσει νά ἐπαναλαμβάνουν τά ἴδια καί τά ἴδια.
ΙΖ´ . Στήν ἀρχή ὅμως τῆς ὁμιλίας ὑποσχεθήκαμε νά μιλήσουμε καί γιά τό χρόνο καί τόν τόπο τῆς διαμονῆς τοῦ Σωτήρα. Καί δέν πρέπει νά φύγουμε ἀπό ἐδῶ μέ τήν κατηγορία πώς εἴπαμε ψέματα, ἀλλά πολύ περισσότερο πρέπει νά βοηθήσουμε τούς νεοφώτιστους τῆς ᾿Εκκλησίας μας νά φύγουν πιό ἑδραιωμένοι στήν πίστη τους. ῎Ας ἀναζητήσουμε λοιπόν τό χρόνο κατά τόν ὁποῖο ἦρθε ὁ Κύριος. ᾿Επειδή εἶναι πρόσφατη ἡ παρουσία Του γι᾿ αὐτό ἀκριβῶς καί ἀμφισβητεῖται. Καί ἀκόμα ἐπειδή «ὁ Χριστός εἶναι ὁ ῎Ιδιος χθές καί σήμερα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων» (῾Εβρ. 13, 8). ῾Η παρουσία Του θά εἶναι πάντοτε πρόσφατη. ῾Ο προφήτης Μωυσῆς λοιπόν λέει· «῾Ο Κύριος καί Θεός γιά χάρη σας θά ἀναδείξει ἀνάμεσα ἀπό τούς ἀδελφούς σας ἕνα Προφήτη σάν ἐμένα» (Δευτ. 18, 15. Πράξ. 7, 37). ῎Ας ἀφήσουμε ὅμως ἐπί τοῦ παρόντος τήν ἀνάπτυξη τοῦ σημείου «σάν κι ἐμένα» γιά νά τό ἐξετάσουμε ἐκεῖ πού πρέπει. ᾿Αλλά πότε θά ἔρθει αὐτός ὁ  Προφήτης πού περιμένουμε; ᾿Ανάτρεξε, λέει, σ᾿ αὐτά πού ἔχω γράψει. ᾿Εξέτασε σέ βάθος τήν προφητεία πού εἶπε ὁ ᾿Ιακώβ γιά τόν ᾿Ιούδα, «᾿Ιούδα, θά σέ ὑμνήσουν οἱ ἀδελφοί σου» (Γέν. 49, 8) καί τά ὑπόλοιπα, γιά νά μήν τά ἀναφέρουμε ὅλα. «Δέν θά λείψει ἄρχοντας ἀπό τή φυλή τοῦ ᾿Ιούδα, οὔτε ἀρχηγός ἀπό τούς ἀπογόνους του, μέχρις ὅτου ἔρθει ᾿Εκεῖνος στόν ῾Οποῖο ἔχει ἐπιφυλαχθεῖ ἡ ἡγεμονία καί Αὐτός εἶναι ἡ προσδοκία, ὄχι τῶν ᾿Ιουδαίων, ἀλλά τῶν ἐθνῶν» (πρβλ. Γέν. 49, 10). Τό ὅτι λοιπόν ἔπαυσαν νά ἔχουν τήν ἐξουσία οἱ ᾿Ιουδαῖοι, εἶναι σημεῖο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εάν δέν βρίσκονταν τώρα κάτω ἀπό τήν ἐξουσία τῶν Ρωμαίων, δέν θά εἶχε ἔρθει ἀκόμα ὁ Χριστός. ᾿Εάν τούς κυβερνάει ἀπόγονος τοῦ ᾿Ιούδα καί τοῦ Δαβίδ, δέν ἔχει ἔρθει ἀκόμα ὁ ᾿Αναμενόμενος. Ντρέπομαι νά μιλάω γιά τίς πρόσφατες ὑποθέσεις τους, σχετικά μ᾿ αὐτούς πού ὀνομάζουν πατριάρχες. Ποιά δηλαδή εἶναι ἡ καταγωγή τους καί ποιά ἡ μητέρα τους. Τ᾿ ἀφήνω σ᾿ αὐτούς πού τά γνωρίζουν. ᾿Αλλά Αὐτός πού ἔρχεται, ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν, τί σημεῖο ἔχει νά παρουσιάσει; ῾Η ἁγία Γραφή λέει στή συνέχεια· «Δένοντας τό πουλάρι του στήν ἄμπελο» (Γέν. 49, 11). Βλέπεις τώρα ὁλοκάθαρα ὅτι πρόκειται γιά ἐκεῖνο τό πουλάρι, γιά τό ὁποῖο μιλάει ὁ προφήτης Ζαχαρίας; (πρβλ. Ζαχ. 9, 9).
ΙΗ´ . Ζητᾶς λοιπόν καί ἄλλη μαρτυρία γιά τό χρόνο τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ; «῾Ο Κύριος εἶπε πρός ἐμένα· ᾿Εσύ εἶσαι ὁ Υἱός μου. ᾿Εγώ σήμερα σέ γέννησα» (Ψαλμ. 2, 7). Καί λίγο πιό κάτω λέει· «Θά τούς κυβερνήσεις μέ σιδερένια ράβδο» (Ψαλμ. 2, 9). Εἶπα καί προηγουμένως ὅτι σιδερένια ράβδος ὀνομάζεται σαφῶς ἡ βασιλεία τῶν Ρωμαίων. Σχετικά μ᾿ αὐτή ἄς ξαναθυμηθοῦμε τό χωρίο τοῦ προφήτη Δανιήλ. Καθώς ἐξηγοῦσε καί ἑρμήνευε στό Ναβουχοδονόσορα τήν εἰκόνα τοῦ ἀνδριάντα, ἀναφέρει ὅλο τό ὄνειρο πού εἶχε δεῖ γι᾿ αὐτόν «καί γιά τό βράχο πού  ἀποκόπηκε ἀπό τό βουνό» (πρβλ. Δαν. 2, 34), ὁ ὁποῖος δέν φτιάχτηκε ἀπό ἄνθρωπο καί ὁ ὁποῖος «θά ἐπικρατήσει σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη» (πρβλ. Δαν. 2, 35). Καί αὐτά τά λέει ξεκάθαρα· «Καί κατά τίς ἡμέρες ἐκείνων τῶν βασιλειῶν θά ἀναδείξει ὁ Θεός τοῦ οὐρανοῦ μιά ἄλλη βασιλεία, ἡ ὁποία θά ζήσει αἰώνια καί τή βασιλεία αὐτή δέν θά τή διαδεχθεῖ κανένας ἄλλος λαός, γιατί εἶναι βασιλεία αἰώνια καί ἀδιάδοχη, δηλαδή ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (πρβλ. Δαν. 2, 44).
ΙΘ´ . Θέλουμε πιό ξεκάθαρα τήν ἀπόδειξη τῶν χρόνων τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ πάνω στή γῆ. Διότι πραγματικά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀπό τή φύση του δύσπιστος καί ἐάν δέν ὑπολογίσει ἀκόμα καί τίς ἀκριβεῖς χρονολογίες, δέν πιστεύει στά λόγια. Ποιός εἶναι λοιπόν ὁ καιρός καί ὁ χρόνος τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ; ῞Οταν παύσουν πιά νά ὑπάρχουν βασιλεῖς ἀπό τή γενιά τοῦ ᾿Ιούδα καί βασιλεύσει ὁ ῾Ηρώδης, ἀπό ἄλλη φυλή. Λέει λοιπόν ὁ ῎Αγγελος στό Δανιήλ· «Σύ λοιπόν τώρα σημείωσε ὅσα λέω καί θά μάθεις καί θά καταλάβεις. ᾿Από τήν ἡμέρα πού θά ἐκδοθεῖ διάταγμα γιά τήν ἀνοικοδόμηση τῆς ῾Ιερουσαλήμ μέχρι τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ, θά περάσουν ἑπτά ἑβδομάδες ἐτῶν καί ἄλλες ἑξήντα δύο» (πρβλ. Δαν. 9, 25-26). ῾Εξήντα ἐννέα λοιπόν ἑβδομάδες ἐτῶν ἀπαριθμοῦν τετρακόσια ὀγδόντα τρία ἔτη. Εἶπε λοιπόν ὅτι ἀφοῦ περάσουν τετρακόσια ὀγδόντα τρία ἔτη, μετά τήν ἀνοικοδόμηση τῆς ῾Ιερουσαλήμ καί ἐκλείψουν οἱ ἄρχοντες τῆς φυλῆς τοῦ ᾿Ιούδα, τότε θά ἔρθει κάποιος βασιλιάς ἀπό ξένη φυλή καί στίς ἡμέρες του θά γεννηθεῖ ὁ Χριστός. ῾Ο Δαρεῖος λοιπόν ἀπό τή Μηδεία τήν ἀνοικοδόμησε κατά τό ἕκτο ἔτος τῆς βασιλείας του, πού ἀντιστοιχεῖ στό πρῶτο ἔτος τῆς ἑξηκοστῆς ἕκτης ᾿Ολυμπιάδας τῶν ῾Ελλήνων. Στούς ῞Ελληνες ὀνομάζεται ᾿Ολυμπιάδα ὁ ἀγώνας πού γίνεται  κάθε τέσσερα χρόνια, χάρη στήν ἡμέρα ἐκείνη πού δημιουργεῖται κάθε τετραετία. Δηλαδή, σύμφωνα μέ τήν πορεία πού ἐκτελεῖ ὁ ἥλιος, περισσεύουν κάθε ἔτος τρεῖς ὧρες. ῎Αν τώρα προστεθοῦν ὅλες μαζί οἱ ὧρες, γίνεται ἀκριβῶς μία ἡμέρα. ῾Ο ῾Ηρώδης θά βασιλεύσει κατά τήν ἑκατοστή ὀγδοηκοστή ἕκτη ᾿Ολυμπιάδα καί συγκεκριμένα κατά τό τέταρτο αὐτῆς ἔτος. ᾿Από τήν ἑξηκοστή ἕκτη λοιπόν μέχρι τήν ἑκατοστή ὀγδοηκοστή ἕκτη ᾿Ολυμπιάδα μεσολαβοῦν ἑκατόν εἴκοσι ᾿Ολυμπιάδες καί κάτι ἀκόμα. Οἱ ἑκατόν εἴκοσι ᾿Ολυμπιάδες ἀπαριθμοῦν τετρακόσια ὀγδόντα ἔτη. Τά ὑπόλοιπα τρία ἔτη ἴσως περιλαμβάνονται μεταξύ τοῦ πρώτου καί τοῦ τέταρτου. Καί σάν ἀπόδειξη μπορεῖς νά πάρεις τό λόγο τῆς ἁγίας Γραφῆς· «᾿Από τήν ἡμέρα πού θά ἐκδοθεῖ διάταγμα γιά τήν ἀνοικοδόμηση τῆς ῾Ιερουσαλήμ, μέχρι τήν ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ, θά περάσουν ἑπτά ἑβδομάδες ἐτῶν καί ἄλλες ἑξήντα δύο» (Δαν. 9, 25). ῞Οσον ἀφορᾶ λοιπόν τό χρόνο τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Χριστοῦ, τώρα πλέον ἔχεις τήν ἀπόδειξη αὐτή, γιατί ὑπάρχουν καί ἄλλες διάφορες ἑρμηνεῖες πάνω σέ ὅσα ἔχουν εἰπωθεῖ ἀπό τόν προφήτη Δανιήλ, σχετικά μέ τίς ἑβδομάδες καί τά ἔτη.
Κ´ . Καί τώρα ἄκουσε τί ἔχει πεῖ ὁ προφήτης Μιχαίας γιά τόν τόπο τῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου· «Καί σύ Βηθλεέμ, ἡ παλαιά πόλη ᾿Εφραθά, εἶσαι μικρή ἀνάμεσα στίς πόλεις τοῦ ᾿Ιούδα. Δέν ἔχεις οὔτε χίλιους κατοίκους. ᾿Από σένα θά προέλθει, γιά δόξα δική μου, ἕνας ἄνδρας, ὁ ὁποῖος θά γίνει ἄρχοντας τοῦ ᾿Ισραηλιτικοῦ λαοῦ καί ἡ ἐξουσία του θά χρονολογεῖται ἀπό τήν ἀρχή τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου» (πρβλ. Μιχ. 5, 1). ᾿Αλλ᾿ ὅμως, ἀκροατή μου, μιά καί εἶσαι ῾Ιεροσολυμίτης στήν καταγωγή, γνωρίζεις αὐτό πού εἶναι γραμμένο σχετικά μέ  τόν τόπο τῆς γεννήσεως στό βιβλίο τῶν Ψαλμῶν· «᾿Ακούσαμε ὅτι αὐτή βρίσκεται στήν ᾿Εφραθά. Τή βρήκαμε στίς δασώδεις περιοχές» (Ψαλμ. 131, 6). Γιατί πράγματι, πρίν λίγα χρόνια, ὁ τόπος ἦταν δασώδης.
῎Ακουσες πάλι τί εἶπε πρός τόν Κύριο ὁ προφήτης ᾿Αββακούμ· «Καθώς πλησιάζει ὁ καιρός τοῦ ἐρχομοῦ Σου θά γίνεις γνωστός, ἡ δύναμή Σου θά ἀναδειχθεῖ ὅταν ἔρθει ὁ κατάλληλος καιρός» (᾿Αββ. 3, 2). Καί τί σημάδι ὑπάρχει, Προφήτη, γιά ν᾿ ἀναγνωρίσει κανείς τόν Κύριο πού ἔρχεται; Κι ἐκεῖνος λέει· «Θά φανερωθεῖς στούς ἀνθρώπους σέ δυό μορφές ζωῆς» (᾿Αββ. 3, 2), θέλοντας νά πεῖ σαφῶς πρός τόν Κύριο ὅτι, ὅταν βρίσκεσαι στή γῆ, ζεῖς καί πεθαίνεις ὡς ἄνθρωπος καί μετά τήν ᾿Ανάσταση ζεῖς πάλι μέ μιά ἄλλη μορφή ζωῆς.
Καί ἀπό ποιό περίχωρο τῆς ῾Ιερουσαλήμ θά ἔρθει; ᾿Από τήν ἀνατολή, τή δύση, τό βορρᾶ ἤ τό νότο; Πές μας ἀκριβῶς. ᾿Εκεῖνος ἀποκρίνεται καί λέει ξεκάθαρα· «῾Ο Θεός θά ἔρθει ἀπό τή Θαιμάν, πού σημαίνει τό νότο καί ὁ ῞Αγιος ἀπό τό ὄρος Φαράν, ἀπό σκιερό δασωμένο τόπο» (᾿Αββ. 3, 3). Παρόμοια ἐκφράστηκε καί ὁ Ψαλμωδός· «Τή βρήκαμε στή δασωμένη περιοχή» (Ψαλμ. 131, 6).
ΚΑ´ . Στή συνέχεια ἀναζητοῦμε ἀπό ποιόν ἔρχεται καί μέ ποιόν τρόπο. Αὐτό μᾶς τό λέει ὁ ῾Ησαΐας· «᾿Ιδού, ἡ Παρθένος θά συλλάβει καί θά γεννήσει υἱό καί θά τόν ὀνομάσουν ᾿Εμμανουήλ» (῾Ησ. 7, 14). Οἱ ᾿Ιουδαῖοι ὅμως δέν συμφωνοῦν μ᾿ αὐτά, γιατί συνηθίζουν κακοπροαίρετα καί ἐπαναληπτικά νά ἀρνοῦνται τήν ἀλήθεια καί λένε ὅτι δέν γράφει ὁ Προφήτης γιά Παρθένο, ἀλλά γιά νεαρή κόρη. ᾿Εγώ ὅμως παίρνοντας τή δική τους θέση σάν σωστή καί  πάλι καταλήγω στό ἴδιο καί ἀληθινό συμπέρασμα. Διότι ἔπρεπε αὐτοί νά ἀναρωτηθοῦν· Πότε φωνάζει καί καλεῖ σέ βοήθεια ἡ παρθένος; Πρίν νά βιασθεῖ ἤ ἀφοῦ βιασθεῖ; ῎Αν λοιπόν σέ κάποιο ἄλλο χωρίο λέει ἡ ἁγία Γραφή «φώναξε ἡ νεαρή κόρη καί δέν ὑπῆρχε κανείς γιά νά τή βοηθήσει» (Δευτ. 22, 27), δέν ἀναφέρεται ὁ λόγος σέ παρθένο; Γιά νά δεῖς καλύτερα ὅτι στήν ἁγία Γραφή καί ἡ παρθένος ὀνομάζεται νεαρή κόρη, ἄκουσε τί λέει τό βιβλίο τῶν Βασιλειῶν γιά τήν ᾿Αβισάκ τή Σουμανίτιδα· «῏Ηταν ἡ νεαρή κόρη πάρα πολύ ὡραία» (Γ´ Βασ. 1, 4). Τό ὅτι τή διάλεξαν καί τήν πρόσφεραν στό Δαβίδ, ἀκριβῶς γιατί ἦταν παρθένος, ἔχει ἤδη ξεκάθαρα ὁμολογηθεῖ.
ΚΒ´ . ᾿Αλλά καί μετά τήν ἀποσαφήνιση ὅτι καί τό «παρθένος» καί τό «νεᾶνις» ἀναφέρονται σέ παρθένες κόρες, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι τά λόγια τοῦ ῾Ησαΐα ἀναφέρονται στό βασιλέα ῎Αχαζ καί ἀφοροῦν τό γιό τοῦ ᾿Εζεκία. ῎Ας μελετήσουμε προσεκτικά τή Γραφή. Στό βιβλίο τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα λέει ὁ Θεός στόν ῎Αχαζ· «Ζήτησε γιά τόν ἑαυτό σου κάποιο σημεῖο ἀπό τόν Κύριο καί Θεό σου, εἴτε στά βάθη τῆς γῆς εἴτε στά ὕψη τοῦ οὐρανοῦ» (῾Ησ. 7, 11). Καί μάλιστα τό σημεῖο αὐτό πρέπει νά εἶναι παράδοξο, ὅπως σημεῖο εἶναι, τό νερό πού ἀναβλύζει ἀπό τό βράχο (πρβλ. ῎Εξ. 17, 6), ἡ θάλασσα πού χωρίζεται, ὁ ἥλιος πού στρέφεται πρός τά πίσω καί τά παρόμοια. Αὐτά πού θά ποῦμε ὅμως πιό κάτω θά ἐλέγξουν περισσότερο τούς ᾿Ιουδαίους.
Γνωρίζω ὅτι μακρηγορῶ καί ἔχουν κουραστεῖ οἱ ἀκροατές. ᾿Ανεχθεῖτε ὅμως τά πολλά λόγια μου, γιατί ὁ λόγος εἶναι γιά τό Χριστό καί ὄχι γιά ἀσήμαντα καί τυχαῖα πράγματα. Αὐτό λοιπόν ἐλέχθη ἀπό τόν προφήτη ῾Ησαΐα, ὅταν βασίλευε ὁ ῎Αχαζ, ὁ ὁποῖος βασίλευσε μόνο δέκα ἕξι χρόνια (Δ´ Βασ. 16, 2) καί ἡ προφητεία ἐλέχθη πρός αὐτόν  στή διάρκεια αὐτῶν τῶν χρόνων. ῎Ετσι τό ἐπιχείρημα πού οἱ ᾿Ιουδαῖοι θέλησαν νά τό στηρίξουν στόν ᾿Εζεκία, τό καταρρίπτει ὁ ἴδιος ὁ ᾿Εζεκίας, διότι, ὅταν ἐκεῖνος ἔγινε βασιλιάς, ἦταν εἴκοσι πέντε ἐτῶν (πρβλ. Δ´ Βασ. 18, 2). ῾Η προφητεία λοιπόν περιλαμβάνεται στά δέκα ἕξι χρόνια τῆς βασιλείας τοῦ ῎Αχαζ. ῾Ο ᾿Εζεκίας εἶχε γεννηθεῖ ἀπό τόν ῎Αχαζ τουλάχιστον ἐννέα χρόνια πρίν ἀπό τήν προφητεία πού ἀναφέρεται σ᾿ αὐτόν. Εἶναι λοιπόν φυσικό νά διερωτηθεῖ κανείς· Χρειαζόταν νά προφητεύσει ὁ ῾Ησαΐας γιά τόν ᾿Εζεκία, ἀφοῦ ἤδη εἶχε γεννηθεῖ πρίν ἐννέα ἔτη καί πρίν νά γίνει ὁ πατέρας του, ὁ ῎Αχαζ, βασιλιάς; Διότι μιλώντας προφητικά, δέν εἶπε ὁ Προφήτης ὅτι συνέλαβε ἡ Παρθένος, ἀλλά ὅτι θά συλλάβει (πρβλ. ῾Ησ. 7, 14).
ΚΓ´ . Τό ὅτι λοιπόν ὁ Κύριος γεννήθηκε ἀπό Παρθένο τό ἀποδείξαμε καί τό κατανοήσαμε καλά. Πρέπει τώρα νά δείξουμε ἀπό ποιό γένος καταγόταν ἡ Παρθένος. «῾Ορκίστηκε ὁ Κύριος στό Δαβίδ ἀλήθεια καί δέν θά τήν ἀθετήσει. ᾿Από τούς ἀπογόνους σου θά τοποθετήσω διαδόχους στό θρόνο σου» (Ψαλμ. 131, 11). Καί πάλι· «Θ᾿ ἀναδεικνύω τούς ἀπογόνους του στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων, ὥστε ὁ θρόνος του νά διαρκεῖ ὅσο διαρκεῖ ὁ οὐρανός, δηλαδή νά εἶναι αἰώνιος» (Ψαλμ. 88, 30). Καί στή συνέχεια· «Μιά φορά ὁρκίστηκα στήν ἁγιότητά μου. Δέν θά πῶ ψέματα λοιπόν πρός τόν Δαβίδ. Οἱ ἀπόγονοί του θά παραμείνουν στούς αἰῶνες καί ὁ θρόνος του θά ὑπάρχει ἐνώπιόν μου ὅπως ὁ ἥλιος καί ὅπως ἡ σελήνη, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργηθεῖ γιά νά ὑπάρχει καί νά φωτίζει αἰωνίως» (Ψαλμ. 88, 36-38).
Καταλαβαίνεις ὅτι ὁ λόγος ἀναφέρεται στόν Χριστό καί ὄχι στό Σολομώντα, γιατί ἐκείνου ὁ θρόνος δέν παρέμεινε ὅπως ὁ ἥλιος. ᾿Εάν δέ κάποιος ἔχει ἀντιρρήσεις, ἐπειδή ὁ Χριστός δέν κάθισε στόν ξύλινο θρόνο τοῦ Δαβίδ, θά τοῦ ἀναφέρουμε ἐκεῖνα τά λόγια· «Στήν καθέδρα τοῦ Μωυσῆ κάθισαν οἱ Γραμματεῖς καί οἱ Φαρισαῖοι» (Ματθ. 23, 2). Δέν ἐννοεῖ λοιπόν τήν ξύλινη καθέδρα, ἀλλά τήν ἐξουσία τῆς διδασκαλίας. ῎Ετσι λοιπόν, ὅταν μιλᾶμε γιά τό θρόνο τοῦ Δαβίδ, δέν ἐννοοῦμε τόν ξύλινο θρόνο, ἀλλά τή βασιλεία.
Καί πάρε, σέ παρακαλῶ, γιά ἀποδείξεις τούς νέους πού φώναξαν· «Δόξα στόν ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ, εὐλογημένος νά εἶναι ὁ Βασιλιάς τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ματθ. 21, 9 καί ᾿Ιωάν. 12, 13). Καί οἱ τυφλοί ἀναφωνοῦν· «᾿Απόγονε τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ μας» (Ματθ. 9, 27). Καί ὁ Γαβριήλ τό μαρτυρεῖ σαφῶς, λέγοντας στή Μαρία· «Καί θά δώσει σ᾿ αὐτόν Κύριος ὁ Θεός τό θρόνο τοῦ προπάτορά του Δαβίδ» (Λουκ. 1, 32). Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει· «Νά διατηρεῖτε στή μνήμη σας τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε ἀπό τούς νεκρούς, τόν ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ, σύμφωνα μέ τό Εὐαγγέλιό μου» (Β´ Τιμ. 2, 8). Καί στήν ἀρχή τῆς ἐπιστολῆς πρός τούς Ρωμαίους λέει· «Αὐτός πού γεννήθηκε ὡς ἄνθρωπος ἀπό ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ» (Ρωμ. 1, 3). Δέξου λοιπόν αὐτόν πού γεννήθηκε ἀπό ἀπόγονο τοῦ Δαβίδ, πιστεύοντας στήν προφητεία πού λέει· «Κατά τήν ἡμέρα ἐκείνη θά ἐμφανιστεῖ ὁ ἀπόγονος τοῦ ᾿Ιεσσαί καί θά γίνει ἄρχοντας τῶν ἐθνῶν. Σ᾿ Αὐτόν θά στηρίξουν τίς ἐλπίδες τους τά ἔθνη» (῾Ησ. 11, 10).
ΚΔ´ . ᾿Αλλά οἱ ᾿Ιουδαῖοι καταγίνονται μέ ζῆλο σ᾿ αὐτά. Τό γνώριζε κι αὐτό ἀπό πρίν ὁ ῾Ησαΐας, ὁ ὁποῖος λέει· «Καί θά θελήσουν νά τά παραδώσουν ὅλα στή φωτιά, γιατί θά γεννηθεῖ ἕνα παιδί γιά χάρη μας» (῾Ησ. 9, 5) ὄχι γι᾿ αὐτούς. «Γεννήθηκε υἱός καί δόθηκε σέ μᾶς» (῾Ησ. 9, 6). Καί σημείωσε ὅτι πρῶτα ἦταν Υἱός τοῦ Θεοῦ καί μετά δόθηκε σέ μᾶς.
Καί λίγο πιό κάτω λέει· «Καί ἡ εἰρηνική βασιλεία του δέν θά τελειώσει ποτέ» (῾Ησ. 9, 7). ῞Ορια ὑπάρχουν στούς Ρωμαίους, ἀλλά ἡ Βασιλεία τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν θά ἔχει τέλος. ῞Ορια ὑπάρχουν στούς Πέρσες καί στούς Μήδους. Τῆς Βασιλείας ὅμως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ὑπάρχει τέλος. Στή συνέχεια λέει· «Αὐτός θά ἀνορθώσει τό θρόνο τοῦ Δαβίδ καί τήν ἔνδοξη βασιλεία του» (῾Ησ. 9, 7). ᾿Από τή γενιά τοῦ Δαβίδ λοιπόν καταγόταν ἡ ῾Αγία Παρθένος.
ΚΕ´ . ῎Ετσι ἦταν σωστό, Αὐτός πού εἶναι ὁ πιό ῞Αγιος καί ὁ πιό ῾Αγνός καί πού θά δίδασκε στούς ἀνθρώπους τήν ἁγνότητα καί παρθενικότητα, νά προέλθει ἀπό ἁγνό καί παρθενικό θάλαμο. Γιατί, ἄν αὐτός πού θέλει καί πρόκειται νά ἱερουργήσει τά ῎Αχραντα Μυστήρια τοῦ Χριστοῦ ἐγκρατεύεται καί ἀπέχει ἀπό τή γυναίκα του, πῶς ἦταν δυνατόν ὁ ῎Ιδιος ὁ ᾿Ιησοῦς νά προέλθει ἀπό μιά τέτοια συνάφεια; «Διότι ἐσύ εἶσαι», λέει στούς Ψαλμούς, «πού μέ ἀπέσπασες ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας μου» (Ψαλμ. 21, 10). Πρόσεξε λοιπόν ὅτι τό «αὐτός πού μέ ἀπέσπασε ἀπό τήν κοιλιά τῆς μητέρας μου» σημαίνει πώς αὐτός γεννήθηκε, σάν νά ἀποσπάστηκε ἀπό τήν κοιλιά καί τό σῶμα τῆς Παρθένου, χωρίς τή συνέργεια ἀνδρός. Δέν γεννιῶνται ὅμως μέ αὐτό τόν τρόπο ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. ῾Η γέννησή τους εἶναι διαφορετική ἀπό τή Γέννηση τοῦ ᾿Ιησοῦ.
ΚϚ´ . Καί δέν ντράπηκε ὁ Χριστός νά ἔχει ἕνα σῶμα ἀκριβῶς ὅμοιο μέ τά σώματα ὅλων τῶν ἀνθρώπων; Καί ποιός μᾶς τό λέει αὐτό; Λέει ὁ Κύριος πρός τόν ῾Ιερεμία· «Σέ γνωρίζω καλά, πρίν ἀκόμα σέ πλάσω μέσα στήν κοιλιά τῆς μητέρας σου καί σ᾿ ἔχω ἁγιάσει, πρίν νά γεννηθεῖς» (῾Ιερ. 1, 5). Αὐτός λοιπόν πού ἐγγίζει τούς ἀνθρώπους ὅταν τούς πλάθει καί δέν ντρέπεται, θά ντρεπόταν νά πλάσει γιά τόν ἑαυτό του ἕνα ῞Αγιο καί Πάναγνο Σῶμα, ἄξιο γιά νά κρύψει μέσα του τή θεϊκή Του φύση; ῾Ο Θεός εἶναι Αὐτός πού δημιουργεῖ μέχρι σήμερα τά βρέφη μέσα στή μητρική κοιλιά, ὅπως εἶναι γραμμένο στόν ᾿Ιώβ· «Δέν μέ ἔκανες ρευστό, σάν τό γάλα πού ἀρμέγεται, καί ἔπειτα πιό στερεό, ὅπως τό τυρί; Μέ ἔντυσες μέ δέρμα καί κρέας καί μέ συναρμολόγησες μέ ὀστᾶ καί νεῦρα» (᾿Ιώβ 10, 10-11).
Δέν ὑπάρχει τίποτα ἀκάθαρτο στήν ἀνθρώπινη φύση, ἄν δέν τή μολύνει ὁ ἄνθρωπος μέ μοιχεία καί ἀκολασία. Αὐτός πού ἔπλασε τόν ᾿Αδάμ ἔπλασε καί τήν Εὔα. Μέ θεϊκά χέρια ἔχει πλαστεῖ καί ὁ ἄνδρας καί ἡ γυναίκα. Κανένα ἀπό τά μέλη τοῦ σώματος δέν πλάστηκε ἀπό τήν ἀρχή ἀκάθαρτο. ῎Ας κλειστεῖ τό στόμα λοιπόν ὅλων τῶν αἱρετικῶν πού κατηγοροῦν τά σώματα ἤ καλύτερα νά πῶ τόν ῎Ιδιο τόν Πλάστη τους. Κι ἐμεῖς ἄς θυμόμαστε τό λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού λέει· «Δέν γνωρίζετε ὅτι τά σώματά σας εἶναι ναός τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού βρίσκεται μέσα σας;»7 (Α´ Κορ. 6, 19). Καί πάλι ὁ Προφήτης, σάν νά μιλοῦσε ὁ ῎Ιδιος ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶπε· «᾿Εγώ κατάγομαι ἀπ᾿ αὐτούς» (᾿Ωσ. 9, 12). Καί σ᾿ ἄλλο χωρίο τῆς ἁγίας Γραφῆς εἶναι γραμμένο· «Γι᾿ αὐτό θά τούς παραδώσει μέχρι ὁρισμένο χρονικό διάστημα καί θά πονέσουν ὅπως ἡ γυναίκα πού κοιλοπονάει στόν τοκετό» (Μιχ. 5, 2). Καί ποιό εἶναι τό σημάδι; Λέει στή συνέχεια· «Θά γεννήσει καί οἱ ὑπόλοιποι ἀδελφοί τους θά ἐπιστρέψουν» (Μιχ. 5, 2). Καί ποιός εἶναι ὁ ἀρραβώνας τῆς Παρθένου, τῆς ῾Αγίας Νύμφης; «Θά σέ μνηστευθῶ καί ἡ ἕνωση αὐτή θά εἶναι πλήρης πίστεως καί γνώσεως ἐμοῦ τοῦ Κυρίου» (᾿Ωσ. 2, 22). Καί ἡ ᾿Ελισάβετ, μιλώντας πρός αὐτήν, λέει παρόμοια λόγια· «Καί εἶναι μακάρια ἐκείνη πού πίστευε ὅτι θά πραγματοποιηθοῦν σ᾿ αὐτήν ὅσα τῆς φανέρωσε μέ τόν ῎Αγγελο ὁ Κύριος» (Λουκ. 1, 45).

ΚΖ´ . ᾿Αλλά μᾶς κατηγοροῦν οἱ εἰδωλολάτρες καί οἱ ᾿Ιουδαῖοι καί ἰσχυρίζονται, ὅτι ἦταν ἀδύνατο νά γεννηθεῖ ὁ Χριστός ἀπό Παρθένο. Τούς εἰδωλολάτρες πρῶτα-πρῶτα μποροῦμε νά τούς ἀποστομώσουμε, χρησιμοποιώντας τούς δικούς τους μύθους. ᾿Εσεῖς λοιπόν πού λέτε ὅτι εἶναι δυνατόν λίθοι πού ρίχνονται νά μεταβληθοῦν σέ ἀνθρώπους, πῶς ἰσχυρίζεσθε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά γεννήσει παρθένος; ᾿Εσεῖς πού διηγεῖσθε ὅτι γεννήθηκε κόρη ἀπό τόν ἐγκέφαλο τοῦ πατέρα της, πῶς λέτε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νά γεννηθεῖ υἱός ἀπό κοιλιά παρθενική; ᾿Ενῶ ἰσχυρίζεσθε λανθασμένα ὅτι ὁ Διόνυσος κυοφορήθηκε ἀπό τό μηρό τοῦ Δία σας, γιατί δέν δέχεσθε τή δική μας ἀλήθεια; Γνωρίζω ὅτι μιλῶ λίγο ἄπρεπα γι᾿ αὐτό τό ἀκροατήριο, ἀλλά ἀνέφερα αὐτά ἀπό τή μυθολογία τῶν ῾Ελλήνων, ὥστε σύ, ἀκροατή μου, νά τούς καταντροπιάσεις, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα, μέ ἐπιχειρήματα ἀπό τούς ἴδιους τούς μύθους τους.
ΚΗ´ . Στούς ᾿Ιουδαίους ἔπειτα ἀπάντησε, ρωτώντας τους· Ποιό εἶναι δύσκολο, νά γεννήσει γυναίκα ἡλικιωμένη καί στείρα, στήν ὁποία δέν ὑπῆρχαν πλέον οἱ προϋποθέσεις τῆς γονιμότητας ἤ νεαρή σφριγηλή παρθένος; Στείρα ἦταν ἡ Σάρρα (Γέν. 11, 30) καί ἐνῶ δέν ὑπῆρχαν πιά σ᾿ αὐτήν οἱ προϋποθέσεις τῆς γονιμότητας (πρβλ. Γέν. 18, 11), γέννησε κατά παράδοξο τρόπο. Καί τό νά γεννήσει λοιπόν στείρα καί τό νά γεννήσει νεαρή παρθένος εἶναι ἔξω ἀπό τή φύση. ῎Η λοιπόν περιφρόνησε καί τά δύο ἤ παραδέξου καί τά δύο. Διότι ὁ ῎Ιδιος Θεός εἶναι πού ἔκανε δυνατό καί ἐκεῖνο καί τοῦτο τό γεγονός. Μήν τολμήσεις λοιπόν νά πεῖς ὅτι γιά τό ἕνα ἔχει δύναμη ὁ Θεός, ἐνῶ γιά τό ἄλλο δέν ἔχει.
Καί πάλι· Πῶς εἶναι φυσικό νά μεταβληθεῖ γιά λίγη ὥρα χέρι ἀνθρώπου σέ ἄλλο εἶδος καί ἔπειτα νά ξανάρθει στήν ἀρχική του μορφή; Πῶς λοιπόν τό χέρι τοῦ Μωυσῆ ἔγινε λευκό καί μαλακό σάν τό χιόνι καί πάλι ἀποκαταστάθηκε; (πρβλ. ῎Εξ. 4, 6-7). Λές ὅμως πώς ὁ Θεός τό θέλησε καί τό ἔκανε. Σ᾿ ἐκείνη τήν περίπτωση μπόρεσε ὁ Θεός νά τό κάνει, ἀφοῦ τό θέλησε, καί ἐδῶ δέν μπορεῖ; Κι ἔπειτα ἐκεῖνο ἦταν θαῦμα μόνο γιά τούς Αἰγύπτιους, ἐνῶ αὐτό ἦταν θαῦμα πού προσφέρθηκε σ᾿ ὅλη τήν οἰκουμένη. Ποιό εἶναι δυσκολότερο νά γίνει, ᾿Ιουδαῖοι; Νά γεννήσει παρθένος ἤ νά μεταμορφωθεῖ ἕνα ραβδί σέ ζῶο; Παραδέχεσθε ὅτι στήν ἐποχή τοῦ Μωυσῆ ἕνα ραβδί ὁλόισο πῆρε μορφή φιδιοῦ (πρβλ. ῎Εξ. 4, 3) καί φόβιζε αὐτόν πού τό πέταξε στή γῆ. Κι ἐκεῖνος, πού πρίν ἀπό τή μεταβολή τό κρατοῦσε σάν ραβδί, τώρα ἔτρεχε μακριά του σάν νά ἦταν δράκοντας. Γιατί, πραγματικά, γιά δράκοντα ἐπρόκειτο. Κι ἔφυγε, ὄχι ἀπό φόβο μπροστά σ᾿ αὐτό πού κρατοῦσε, ἀλλά ἀπό φόβο μπροστά στόν Θεό πού τό εἶχε μεταβάλει σέ φίδι. Τό ραβδί εἶχε δόντια καί μάτια δράκοντα. ᾿Αφοῦ λοιπόν ἀπό ἕνα ραβδί μποροῦν νά γίνουν μάτια πού βλέπουν, δέν μπορεῖ, ἄν τό θελήσει ὁ Θεός, νά γεννηθεῖ παιδί ἀπό παρθενική κοιλιά;
Καί δέν ἀνέφερα ἀκόμα καί τό ὅτι τό ραβδί τοῦ ᾿Ααρών ἔκανε μέσα σέ μιά νύχτα, αὐτό τό ὁποῖο κάνουν τά ὑπόλοιπα δέντρα σέ μικρό χρονικό διάστημα. Γιατί ὅλοι γνωρίζουμε πώς τό ραβδί, τό ὁποῖο ξεφλουδίστηκε, δέν θά πετάξει ποτέ βλαστάρια, οὔτε κι ἄν ἀκόμα φυτευτεῖ ἀνάμεσα σέ ποτάμια. ᾿Επειδή ὅμως ὁ Θεός δέν ἀκολουθεῖ τά φυσικά φαινόμενα πού συμβαίνουν στά φυτά, ἀλλά εἶναι ὁ Δημιουργός τῶν φυσικῶν καταστάσεων, τό ἄκαρπο καί ξερό καί ξεφλουδισμένο ραβδί ἄνθισε καί βλάστησε κι  ἔβγαλε καρπούς. ᾿Εκεῖνος λοιπόν πού χάρισε, κατά παράδοξο τρόπο, καρπό στό ξερό ραβδί, γιά χάρη τοῦ ἀρχιερέα ᾿Ααρών, πού προτύπωνε καί συμβόλιζε τόν Μόνο καί Μέγα ᾿Αρχιερέα ᾿Ιησοῦ Χριστό, δέν θά χάριζε στήν Παρθένο, τή δυνατότητα νά γίνει ἀνύμφευτη Μητέρα αὐτοῦ τοῦ ἀληθινοῦ ᾿Αρχιερέα;
ΚΘ´ . Καλά εἶναι ὅλα αὐτά τά παραδείγματα καί ἐξηγοῦν τίς θέσεις μας. ᾿Αλλά ἀκόμη ἔχουν ἀντιρρήσεις οἱ ᾿Ιουδαῖοι καί δέν πείθονται μέ τά ἐπιχειρήματα πού ἀναφέρονται στό ραβδί, ἐάν δέν πληροφορηθοῦν πειστικά μέ ἄλλες παρόμοιες, παράδοξες καί ἀντίθετες μέ τή φύση γεννήσεις. Ρώτησέ τους λοιπόν ὡς ἑξῆς· ῾Η Εὔα, ἡ πρώτη γυναίκα, ἀπό ποιόν γεννήθηκε; Ποιά μάννα τή συνέλαβε, ἀφοῦ πρίν ἀπ᾿ αὐτή δέν ὑπῆρξε ἄλλη γυναίκα; ῾Η ἁγία Γραφή λέει ὅτι δημιουργήθηκε ἀπό τήν πλευρά τοῦ ᾿Αδάμ (πρβλ. Γέν. 2, 22). ᾿Αφοῦ λοιπόν ἡ Εὔα γεννήθηκε χωρίς μητέρα ἀπό τήν πλευρά τοῦ ἄνδρα, δέν μπορεῖ νά γεννηθεῖ παιδί χωρίς τή συνέργεια ἄνδρα, ἀπό παρθενική μήτρα; Χρωστοῦσε λοιπόν τό θηλυκό γένος χάρη στούς ἄνδρες, γιατί ἡ Εὔα γεννήθηκε ἀπό τόν ᾿Αδάμ, χωρίς νά συλληφθεῖ ἀπό μητέρα, ἀλλά γεννήθηκε μόνο ἀπό ἄνδρα. ᾿Απέδωσε λοιπόν ἡ Μαρία τό χρέος τῆς χάρης, ἀφοῦ μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ γέννησε, ὄχι μέ τή συνέργεια ἀνδρός, ἀλλά ἀπό μόνη της, κατά τρόπο ἅγιο καί ὑπερφυσικό, μέ τήν ἐνέργεια μόνο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
Λ´ . ῎Ας ἀναφέρουμε καί κάτι πού εἶναι ἀκόμα θαυμαστότερο ἀπό τό προηγούμενο. Γιατί —ἄν καί μέ τρόπο παράδοξο— ὅμως εἶναι δυνατόν νά γεννηθοῦν σώματα, ἀπό τά ἀνθρώπινα σώματα. Τό νά γίνει ὅμως τό χῶμα τῆς γῆς ἄνθρωπος, αὐτό εἶναι ἀκόμα πιό ἀξιοθαύμαστο. Τό νά σχηματίζει ὁ ἀνακατεμένος πηλός  τούς χιτῶνες τῶν ματιῶν καί νά δέχεται τή φωτεινή ἀκτίνα εἶναι θαυμαστότερο. Τό νά δημιουργεῖται ἀπό ἕνα καί τό αὐτό χῶμα καί ἡ σκληρότητα τῶν κοκκάλων καί ἡ ἁπαλότητα τῶν πνευμόνων καί οἱ διάφορες ἄλλες μορφές καί δομές τῶν μελῶν τοῦ σώματος, αὐτό εἶναι θαυμαστό. Τό νά πάρει ὁ πηλός ζωή καί αὐτοδύναμα νά περιδιαβαίνει ὅλη τήν οἰκουμένη καί νά οἰκοδομεῖ εἶναι καί αὐτό θαυμαστό. Τό νά διδάσκει καί νά μιλάει ὁ πηλός (πρβλ. ᾿Ιώβ 38, 14), νά χτίζει καί νά βασιλεύει, εἶναι θαυμαστό. Λοιπόν, ἀμαθέστατοι ᾿Ιουδαῖοι, ἀπό ποῦ γεννήθηκε ὁ ᾿Αδάμ; Δέν πῆρε ὁ Θεός χῶμα ἀπό τή γῆ (πρβλ. Γέν. 2, 7) καί ἔπλασε αὐτό τό ὑπέροχο πλάσμα; ῎Επειτα, ὁ πηλός μετατρέπεται σέ μάτι καί ἡ παρθένος δέν μπορεῖ νά γεννήσει; Αὐτό πού φαίνεται στούς ἀνθρώπους σάν τό περισσότερο ἀδύνατο, πραγματοποιεῖται καί δέν μπορεῖ νά πραγματοποιηθεῖ κάτι πού φαίνεται πιό προσιτό στήν ἀνθρώπινη φύση;
ΛΑ´ . Αὐτά ἄς θυμόμαστε, ἀδελφοί μου. Αὐτά ἄς χρησιμοποιοῦμε γιά νά ἀμυνόμαστε. ῎Ας μήν ἀνεχόμαστε τούς αἱρετικούς, πού διδάσκουν μόνο τή θεϊκή παρουσία τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο Χριστό καί ἀρνοῦνται τήν ἀσύγχυτη ἕνωση τῆς θεϊκῆς καί ἀνθρώπινης φύσης στό Θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. ῎Ας περιφρονήσουμε καί ὅσους ὑποστηρίζουν ὅτι ἀπό ἄνδρα καί γυναίκα γεννήθηκε ὁ Σωτήρας, αὐτούς πού τόλμησαν νά ποῦν ὅτι ἦταν γιός τοῦ ᾿Ιωσήφ καί τῆς Μαρίας, ἐπειδή εἶναι γραμμένο «παρέλαβε τή γυναίκα του» (Ματθ. 1, 24). ῎Ας θυμηθοῦμε ὅμως καί τόν ᾿Ιακώβ πού λέει στό Λάβαν, πρίν παντρευτεῖ τή Ραχήλ· «Δός μου τή γυναίκα μου» (Γέν. 29, 21). Γιατί ὅπως ἀκριβῶς ἐκείνη, πρίν παντρευτεῖ καί μόνο μέ τήν ὑπόσχεση τοῦ γάμου, ὀνομαζόταν γυναίκα τοῦ ᾿Ιακώβ, ἔτσι  καί ἡ Μαρία, ὅταν ἀρραβωνιάστηκε, ὀνομαζόταν γυναίκα τοῦ ᾿Ιωσήφ. Καί πρόσεχε μέ πόση ἀκρίβεια μιλάει τό Εὐαγγέλιο· «Κατά τόν ἕκτο μήνα στάλθηκε ἀπό τόν Θεό, στήν πόλη τῆς Γαλιλαίας πού ὀνομαζόταν Ναζαρέτ, ὁ ἄγγελος Γαβριήλ πρός Παρθένο πού εἶχε μνηστευθεῖ ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ὀνομαζόταν ᾿Ιωσήφ» κ.τ.λ. (Λουκ. 1, 26-27).
Καί πάλι, ὅταν γινόταν ἡ ἀπογραφή καί ἀνέβηκε ὁ ᾿Ιωσήφ νά ἀπογραφεῖ τί λέει ἡ ἁγία Γραφή; «᾿Ανέβηκε ὀ ᾿Ιωσήφ ἀπό τή Γαλιλαία γιά νά ἀπογραφεῖ μαζί μέ τή Μαρία, τή γυναίκα πού εἶχε μνηστευθεῖ, ἡ ὁποία ἦταν ἔγκυος» (πρβλ. Λουκ. 2, 4-5). ῏Ηταν ἔγκυος λοιπόν. ᾿Αλλά δέν εἶπε μέ τή γυναίκα του, ἀλλά «μέ τή γυναίκα πού εἶχε μνηστευθεῖ». Γιατί «ἔστειλε ὁ Θεός τόν Υἱό Του», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ῾Οποῖος γεννήθηκε —δέν λέει ἀπό ἄνδρα καί γυναίκα, ἀλλά μόνο ἀπό γυναίκα (πρβλ. Γαλ. 4, 4). Αὐτό σημαίνει, ἀπό Παρθένο. Τό ὅτι καί ἡ παρθένος ὀνομάζεται γυναίκα, τό ἀποδείξαμε προηγουμένως. ᾿Από Παρθένο λοιπόν γεννήθηκε Αὐτός πού δημιουργεῖ τίς ἀνθρώπινες ψυχές παρθένες, κατά τήν πλάση καί κατά τήν ἀνάπλαση.
ΛΒ´ . ᾿Απορεῖς μ᾿ αὐτό τό γεγονός; ᾿Αποροῦσε μ’ αὐτό καί ἡ ῎Ιδια ᾿Εκείνη πού Τόν γέννησε. Διότι λέει πρός τόν Γαβριήλ· «Πῶς εἶναι δυνατόν νά γίνει αὐτό, ἀφοῦ δέν γνωρίζω ἄνδρα;» (Λουκ. 1, 34). Κι ἐκεῖνος ἀπαντάει· «Πνεῦμα ῞Αγιο θά ἔρθει σέ σένα καί ἡ δύναμη τοῦ ῾Υψίστου θά σέ ἐπισκιάσει. Γι᾿ αὐτό καί τό ῞Αγιο Βρέφος πού θά γεννηθεῖ θά ὀνομαστεῖ Υἱός τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 1, 35). ῎Αχραντη καί ἀμόλυντη εἶναι ἡ γέννηση. Διότι ὅπου πνέει τό ῞Αγιο Πνεῦμα, ἐξαφανίζεται κάθε μολυσμός. ᾿Αμόλυντη εἶναι ἡ κατά σάρκα γέννηση τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἀπό τήν Παρθένο. Κι ἄν οἱ αἱρετικοί προβάλλουν  ἀντιρρήσεις πρός τήν ἀλήθεια, θά τούς ἐλέγξει τό ῞Αγιο Πνεῦμα. Θά ἀγανακτήσει ἡ δύναμη τοῦ ῾Υψίστου πού ἐπισκίασε τήν Παρθένο. Θά ἔρθουν ἀντιμέτωποι κατά τήν ἡμέρα τῆς Κρίσεως μέ τόν ἀρχάγγελο Γαβριήλ. Θά τούς ντροπιάσει ὁ τόπος τῆς φάτνης πού δέχτηκε τό Δεσπότη. Θά καταθέσουν ὡς μάρτυρες οἱ ποιμένες πού εὐαγγελίστηκαν τότε καί ἡ στρατιά τῶν ᾿Αγγέλων πού ἔψαλαν καί ὕμνησαν καί εἶπαν· «Δόξα στόν Θεό πού βρίσκεται στούς οὐρανούς καί εἰρήνη σ᾿ ὅλη τή γῆ· καί στούς ἀνθρώπους ἡ χάρη καί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 2, 14). Θά μαρτυρήσουν καί ὁ Ναός στόν ὁποῖο ὁδήγησαν τό Βρέφος, ὅταν ἔγινε σαράντα ἡμερῶν καί τά ζεύγη τῶν τρυγόνων πού προσφέρθηκαν γιά χάρη Του καί ὁ Συμεών πού Τόν δέχτηκε τότε στήν ἀγκαλιά του καί ἡ προφῆτις ῎Αννα πού παρευρέθηκε ἐκεῖ.
ΛΓ´ . ᾿Αφοῦ λοιπόν τό μαρτυρεῖ ὁ Θεός, συμμαρτυρεῖ τό ῞Αγιο Πνεῦμα καί ὁ ῎Ιδιος ὁ Χριστός λέει· «Γιατί ζητᾶτε νά σκοτώσετε ἕναν ἄνθρωπο πού σᾶς ἔχει πεῖ ὅλη τήν ἀλήθεια;» (᾿Ιωάν. 8, 40). ῎Ας ἀποστομωθοῦν οἱ αἱρετικοί πού δέν δέχονται τήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ, γιατί ἀντιλέγουν σ᾿ Αὐτόν πού εἶπε· «Ψηλαφῆστε με καί δεῖτε ὅτι δέν εἶμαι πνεῦμα, γιατί τό πνεῦμα δέν ἔχει σάρκα καί ὀστᾶ, ὅπως βλέπετε νά ἔχω ἐγώ» (Λουκ. 24, 39). ῎Ας προσκυνήσουμε τόν Κύριο, πού γεννήθηκε ἀπό τήν Παρθένο καί ἄς μάθουν οἱ παρθένες τῆς πολιτείας μας τό ἔπαθλο. ῎Ας γνωρίσει τό τάγμα τῶν μοναχῶν τήν τιμητική θέση τῆς ἁγνότητας. Γιατί δέν ἔχουμε στερηθεῖ τό ἀξίωμα τῆς ἁγνότητας. Στήν κοιλιά τῆς Παρθένου ἔμεινε ὁ Σωτήρας ἐννέα μῆνες καί ἔγινε ὁ Κύριος ἄνδρας τριάντα τριῶν ἐτῶν. ῞Ωστε, ἄν καυχιέται ἡ Παρθένος γιά τό διάστημα τῶν ἐννέα μηνῶν πού Τόν κράτησε μέσα της, πολύ περισσότερο πρέπει νά καυχόμαστε ἐμεῖς γιά τό μακροχρόνιο διάστημα πού Τόν εἴχαμε κοντά μας στή γῆ, χορηγό καί σύντροφο τῆς ἁγνότητας.
ΛΔ´ . ῎Ας τρέξουμε λοιπόν ὅλοι, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, στό δρόμο τῆς ἁγνότητας, «νέοι καί κοπέλλες, γεροντότεροι μαζί μέ τούς νεώτερους» (Ψαλμ. 148, 12), χωρίς νά μετέχουμε σέ ἀκολασίες, ἀλλά ὑμνώντας τό ῎Ονομα τοῦ Χριστοῦ. ῎Ας μήν παρατρέξουμε τή δόξα τῆς ἁγνότητας, γιατί εἶναι ἀγγελικό τό στεφάνι πού θά δοθεῖ καί ὑπεράνθρωπο τό κατόρθωμα. ῎Ας μήν καταστρέφουμε τά σώματα πού πρόκειται νά λάμψουν σάν τόν ἥλιο (πρβλ. Ματθ. 13, 43). ῎Ας μή μολύνουμε γιά μιά στιγμιαία ἡδονή τό σῶμα πού ἔχει τέτοια ἀξία. Διότι μικρή καί προσωρινή εἶναι ἡ ἁμαρτία, πολύχρονη ὅμως καί αἰώνια θά εἶναι ἡ ντροπή. Αὐτοί πού ἀγωνίζονται γιά τήν ἁγνότητα μοιάζουν μέ ἀγγέλους πού περπατοῦν πάνω στή γῆ8. Οἱ παρθένες θά βρίσκονται κοντά στήν Παρθένο Μαρία.
῎Ας ἀπομακρύνουμε κάθε καλλωπισμό καί κάθε ὀλέθριο βλέμμα, κάθε περίπατο πού παρασύρει στό κακό καί κάθε ντύσιμο καί προκλητικό ἄρωμα. ῎Ας εἶναι σ᾿ ὅλους μας ἄρωμα ἡ εὐωδία τῆς προσευχῆς καί ὁ ἁγιασμός τῶν σωμάτων καί τῶν ἀγαθῶν πράξεων, γιά νά πεῖ καί γιά μᾶς —τούς ἄνδρες πού ἀκολουθοῦν τό δρόμο τῆς ἁγνότητας καί τίς γυναῖκες πού στεφανώνονται γι᾿ αὐτήν— ὁ Κύριος· «Θά κατοικήσω καί θά περπατήσω μέσα σ᾿ αὐτούς. Θά εἶμαι ὁ Θεός τους καί αὐτοί θά εἶναι ὁ λαός μου» (Β´ Κορ. 6, 16. Πρβλ. Λευιτ. 26, 12). Σ᾿ Αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.


Σημειώσεις
1. ῾Η πτώση τοῦ πρωτοπλάστου ἦταν ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερηφάνειας καί ἡ σωτηρία του καρπός τῆς ταπεινώσεως. ῾Ο Θεός, ἀπό ἄπειρη ἀγάπη «ἐξ οὐκ ὄντων» δημιούργησε τόν ἄνθρωπο καί δέν τόν ἐγκατέλειψε μετά τήν ἀνταρσία του, ἀλλά «ὁ ἀσώματος καὶ ἄφθαρτος καὶ ἄυλος τοῦ Θεοῦ Λόγος παραγίνεται εἰς τὴν ἡμετέραν χώραν… παραγίνεται συγκαταβαίνων τῇ εἰς ἡμᾶς αὐτοῦ φιλανθρωπίᾳ καὶ ἐπιφανείᾳ καὶ ἰδὼν τὸ λογικὸν ἀπολλύμενον γένος… ὁρῶν δὲ καὶ τὸ ὑπεύθυνον πάντων τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν θάνατον, ἐλεήσας τὸ γένος ἡμῶν καὶ τὴν ἀσθένειαν ἡμῶν οἰκτειρήσας καὶ τῇ φθορᾷ ἡμῶν συγκαταβὰς καὶ τὴν τοῦ θανάτου κράτησιν οὐκ ἐνέγκας, ἵνα μὴ τὸ γενόμενον ἀπόληται, καὶ εἰς ἀργὸν τοῦ Πατρὸς τὸ εἰς ἀνθρώπους ἔργον αὐτοῦ γένηται, λαμβάνει ἑαυτῷ σῶμα, καὶ τοῦτο οὐκ ἀλλότριον τοῦ ἡμετέρου» (Μ. ᾿Αθαν. ΕΠΕ Ι, 244). Προσλαμβάνοντας σάρκα ὁ Θεός-Λόγος καί παίρνοντας «δούλου μορφὴν» (Φιλιπ. 2, 7) «κλίνας οὐρανοὺς κατέρχεται, τοῦτ᾿ ἔστιν, τὸ ἀταπείνωτον αὐτοῦ ὕψος ἀταπεινώτως ταπεινώσας συγκαταβαίνει τοῖς ἑαυτοῦ δούλοις συγκατάβασιν ἄφραστόν τε καὶ ἀκατάληπτον» (᾿Ιωάν. Δαμασκ. ΕΠΕ Ι, 282). Τό «λέντιον» τῆς ἀνθρώπινης φύσης ἔγινε αὐτή ἀκριβῶς ἡ «στολή τῆς θεότητος», τήν ὁποία ἐνδύθηκε καί συναναστράφηκε ὁ Θεός μέ τούς ἀνθρώπους «καὶ πᾶς ὅστις ἐνδυθῇ αὐτήν, αὐτὸς τῇ ἀληθείᾳ ὁμοιοῦται ἐκείνῳ ὅστις κατέβη ἐκ τοῦ ἰδίου ὕψους, καὶ ἐσκέπασε τὴν ἰδίαν αὐτοῦ δόξαν καὶ μεγαλωσύνην διὰ τῆς ταπεινοφροσύνης, ἵνα μὴ ἡ κτίσις καταφλεχθῇ, βλέπουσα τὴν φύσιν τῆς αὐτοῦ θεότητος· διότι ἡ κτίσις δὲν ἠδύνατο νὰ ἴδῃ αὐτόν, ἐὰν δὲν ἐλάμβανε μέρος ἐξ αὐτῆς, ἀλλ᾿ οὔτε νὰ ἀκούσῃ τοὺς λόγους αὐτοῦ πρόσωπον πρὸς  πρόσωπον… διὰ τοῦτο καὶ ἡ χοϊκὴ κτίσις, ὅταν βλέπῃ πάντα ἄνθρωπον, ἐνδεδυμένον τοῦτο τὸ ὁμοίωμα, προσκυνεῖ αὐτὸν πρὸς τιμὴν τοῦ ἰδίου αὐτῆς Δεσπότου, τὸν ὁποῖον εἶδεν ἐνδεδυμένον αὐτήν, καὶ συναναστρεφόμενον μετ᾿ αὐτῆς… » (᾿Ισαάκ Σῦρος).
2. Τό γεγονός τῆς ᾿Ενανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου, ἡ Πατερική θεολογία τό ἑρμήνευσε μέσα στήν προοπτική τῆς ἰάσεως καί τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ Χριστολογικές ἔριδες εἶχαν ἀκριβῶς αὐτόν τό σκοπό, τῆς διαφυλάξεως τῆς ἀλήθειας, στό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, γιά τή σωτηρία καί τήν ἀπολύτρωση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Ως σωτηρία δέ, νοεῖται ἡ ἀποκατάσταση τῆς κοινωνίας καί τῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία «διεκόπη» μέ τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου καί «κατέστη» πάλι δυνατή διά τῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό Θεανδρικό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Γιατί, κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τό Θεολόγο, «ὃ δὲ ἥνωται τῷ Θεῷ, τοῦτο καὶ σώζεται» (᾿Επιστολή «πρός Κληδόνιον» Ρ. ὒ. 37, 181, 184). Γι᾿ αὐτό ἡ λυτρωτική πλευρά τῆς ᾿Ενανθρωπήσεως καί ἡ περιχώρηση τῶν δύο φύσεων στό Πρόσωπο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, τονίστηκαν μέ ἔμφαση ἀπό τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας.
Στίς ἀρχές τοῦ 12ου αἰώνα, ὅταν πλέον δογματικά τό θέμα εἶχε ὁλοκληρωθεῖ καί εἶχε ἐπισφραγιστεῖ ἀμετάκλητα ἀπό τίς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἄρχισε νά ἐμφανίζεται στή Δύση, ἀποκομμένη πλέον ἀπό τήν Πατερική παράδοση, μιά νέα ἄποψη ἤ μᾶλλον μιά νέα θέα τοῦ θέματος ἀπό ἄλλη πλευρά. ἒ῟ἶ ἲὸ῟ὖ ῍῏ἣ῏? (Γιατί ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος;) ἔθεσαν τό ἐρώτημα θεολόγοι τῆς Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Μεσαίωνα. ῾Η μόνη δηλαδή αἰτία τῆς ᾿Ενσάρκου Οἰκονομίας εἶναι ἡ ἁμαρτία τοῦ ἀνθρώπου; ῾Η δημιουργία μπορεῖ νά θέσει ἤ νά ἀλλάξει τό σκοπό τοῦ Δημιουργοῦ;
Στή θεολογία τῶν Πατέρων τῆς ᾿Εκκλησίας δέν ὑπάρχει εἰδική ἀνάπτυξη τοῦ θέματος αὐτοῦ, γιά τούς λόγους πού προείπαμε. Οἱ Πατέρες δέν μιλοῦν γιά ἕνα φανταστικό θέμα, γιά τό τί δηλαδή θά γινότανε ἄν δέν ἁμάρτανε ὁ ᾿Αδάμ, ἀλλά βλέπουν τά θέματα σέ ἀνθρωπολογική καί κοσμολογική βάση.
῾Ο ἅγιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης, ἀκολουθώντας τόν ἅγιο ᾿Ιωάννη τό Δαμασκηνό («Πρός τούς διαβάλλοντας τάς ἁγίας εἰκόνας» Γ´ 26, Ρ. ὒ. 94, 1348ΑΒ) καί τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ (ΕΠΕ ΙΙ, 255, 356-357, 440), στήν «᾿Απολογία ὑπέρ τοῦ ἐν τῷ βιβλίῳ τοῦ ᾿Αοράτου πολέμου κειμένου σημειώματος, περί τῆς ῾Αγίας ἡμῶν Θεοτόκου», διδάσκει ὅτι ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι ἑνώσεως καί κοινωνίας, ἡ «κατ᾿ οὐσίαν», ἡ «καθ᾿ ὑπόστασιν» καί ἡ «κατ᾿ ἐνέργειαν». «Κατ᾿ οὐσίαν» εἶναι ἑνωμένα μόνο τά Πρόσωπα τῆς ῾Αγίας Τριάδος. Τήν «καθ᾿ ὑπόστασιν» ἕνωση πραγματοποίησε ὁ Θεός-Λόγος, ὅταν προσέλαβε σάρκα, ἐνῶ ἡ «κατ᾿ ἐνέργειαν» ἕνωση χαρίστηκε στόν ἄνθρωπο μέ τήν «κατ᾿ εἰκόνα» δημιουργία του καί ἔχει σκοπό νά ὁδηγήσει τήν ἀνθρώπινη φύση στήν ὑποστατική ἕνωση μέ τόν Θεό-Λόγο «ἐν τῷ Χριστῷ» στήν «καθ᾿ ὁμοίωσιν τοῦ ᾿Αρχετύπου» κατάληξή του. ῾Η Σάρκωση ἑπομένως τοῦ Θεοῦ-Λόγου δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς νίκης τοῦ Σατανᾶ πάνω στόν ἄνθρωπο, ἀλλά ἔγινε ἐπειδή ἀποτελοῦσε τήν προαιώνια βουλή τοῦ Θεοῦ. ῾Ο τρόπος μέ τόν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε τό μεγάλο μυστήριο ἄλλαξε· «῎Εδει… ἵνα μὴ πόρρῳ τοῦ Θεοῦ γένηται ξενωθεὶς ὁ ἄνθρωπος, ἄλλου ἀντεισαχθῆναι… τρόπον… τοῦ προτέρου παραδοξοτέρου τε καὶ θεοπρεπεστέρου, ὅσον τοῦ κατὰ φύσιν ἐστὶ τὸ ὑπὲρ φύσιν ἀνώτερον» (Μαξ. ῾Ομολ. Ρ. ὒ. 91, 1097ἒ). ῎Αν ὁ ἄνθρωπος δέν εἶχε ἐκπέσει τῆς «ἀρχαίας  δόξης του», μέ τή χαρισματική δυνατότητα τῆς «κατ᾿ εἰκόνα» δημιουργίας του, θά ὑψωνόταν, διά τῆς καθαρότητας καί τῆς ἀγάπης, πρός τό ᾿Αρχέτυπό του, ἔτσι ὥστε θά ἔφθανε στό «καθ᾿ ὁμοίωσιν» πρός τόν Θεό, θά ἑνωνόταν μέ τόν ἄνθρωπο ὑποστατικά ὁ Θεός-Λόγος, θά φανερωνόταν στήν ἱστορία ὁ Χριστός καί θά γινόταν ἡ «εἰσαγωγή τοῦ Πρωτοτόκου στήν οἰκουμένη» (῾Εβρ. 1, 6), πράγμα πού ἀποτελοῦσε τήν «προαιώνια βουλή τοῦ Θεοῦ, τό ὕψιστο μυστήριο», «τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολ. 1, 26). ᾿Αλλά καί μετά τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου ὁ σκοπός παραμένει ὁ ἴδιος· «Καὶ γὰρ πᾶσι κατάδηλόν ἐστι, ὡς τὸ ἐν Χριστῷ γενόμενον, ἐπὶ τέλει τοῦ αἰῶνος μυστήριον ἀναμφιβόλως τοῦ ἐν ἀρχῇ τοῦ αἰῶνος ἐν τῷ προπάτορι παρεθέντος ἀπόδειξις καὶ ἀποπλήρωσίς ἐστιν» (Μάξ. ῾Ομολ. ἔνθ. ἀνωτ.). ῾Ο ἅγιος Κύριλλος εὐθυγραμμίζεται μέ ὅλους τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας καί τονίζει τόσο τήν «προαιώνια βουλή τοῦ Θεοῦ» γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο καί τήν ῎Ενσαρκη Οἰκονομία τοῦ Θεοῦ ὡς ἀποτέλεσμα τῆς πτώσεως καί τῆς «ἀμαυρώσεως τοῦ κατ᾿ εἰκόνα» πλασμένου ἀνθρώπου.
3. Πολλοί ἀπό τούς Πατέρες τῆς ᾿Εκκλησίας δέχονται τήν ἄποψη ὅτι πρίν ἀπό τήν πτώση τῶν Πρωτοπλάστων ἦταν ἄγνωστη σ᾿ αὐτούς ἡ σαρκική συνουσία. ᾿Ενδεικτικά ἀναφέρουμε σχετικές ἀπόψεις τῶν ἁγίων Πατέρων πάνω σ᾿ αὐτό τό θέμα.
α) Βασιλείου ᾿Αγκύρας· «Εἰ δὲ μὴ ἐκ παρέργου καὶ κατὰ τὸν Παράδεισον καὶ τὸν ἐκεῖ βίον τοῦ ᾿Αδὰμ ἐπισκέψαιο, εὕροις ἂν αὐτὸν ἐν μὲν Παραδείσῳ μὴ χρείαν ἐσχηκότα γνῶναι ἑαυτοῦ τὴν γυναῖκα· μετὰ δὲ τὴν παράβασιν καὶ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἔκπτωσιν τοῦ Παραδείσου, τότε τὴν γυναῖκα γινώσκοντα». («Περί τῆς ἐν παρθενίᾳ ἀληθοῦς ἀφθορίας» 2. Ρ. ὒ. 30, 669 καί ΒΕΠΕΣ 29, 219).
β) Γρηγορίου Νύσσης· «Τί οὖν ἐκεῖνος (᾿Αδὰμ) ἦν; Γυμνὸς μὲν τῆς τῶν νεκρῶν δερμάτων ἐπιβολῆς, ἐν παρρησίᾳ δὲ τὸ τοῦ Θεοῦ πρόσωπον βλέπων, οὔπω δὲ διὰ γεύσεως καὶ ὁράσεως τὸ καλὸν κρίνων ἀλλὰ μόνον ‘τοῦ Κυρίου κατατρυφῶν’ καὶ τῇ δοθείσῃ βοηθῷ πρὸς τοῦτο χρώμενος, καθὼς ἐπισημαίνεται ἡ θεία Γραφή, ὅτι οὐ πρότερον αὐτὴν ἔγνω, πρὶν ἐξορισθῆναι τοῦ Παραδείσου, καὶ πρὶν ἐκείνων ἀντὶ τῆς ἁμαρτίας ἣν ἀπατηθεῖσα ἐξήμαρτε, τῇ τῶν ὠδίνων τιμωρίᾳ κατακριθῆναι» («Περί παρθενίας» 1. Ρ. ὒ. 46, 368).
γ) ᾿Ιωάννου Χρυσοστόμου· «Μίξεως δὲ ἐπιθυμία καὶ σύλληψις καὶ ὠδῖνες καὶ τόκοι καὶ πᾶν εἶδος φθορᾶς ἐξώριστο τῆς ἐκείνων ψυχῆς. ῞Ωσπερ δὲ ῥεῖθρον διειδὲς ἐκ καθαρᾶς πηγῆς προϊόν, οὕτως ἦσαν ἐν ἐκείνῳ τῷ χωρίῳ τῇ παρθενίᾳ κοσμούμενοι» (Ρ. ὒ. 53, 153).
δ) Γρηγορίου Θεολόγου· «… ὅτε πρῶτον ᾿Αδὰμ θέτο ἐν παραδείσῳ ἄζυγα… » («Παρθενίας ἔπαινος» Ρ. ὒ. 37, 553).
ε) ᾿Ιωάννου Δαμασκηνοῦ· «᾿Εν Παραδείσῳ ἡ παρθενία ἐπολιτεύετο» («Περί ᾿Ορθοδόξου Πίστεως» Ρ. ὒ. 94, 74-100).
Ϛ). Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ· ῾Η γενική θέσις «περί πνευματικῆς εἰς πλῆθος αὐξήσεως τοῦ ἀνθρωπίνου γένους» (Ρ. ὒ. 91, 1341ἒ), ἡ ὁποία θά γινόταν ἄν δέν ἁμάρτανε ὁ ἄνθρωπος. Καί ἀκόμα ἡ γενική θεώρηση τοῦ θέματος κάτω ἀπό τό πρίσμα τοῦ ζεύγους ἡδονή-ὀδύνη (Ρ. ὒ. 90, 629ἲ-632Α).
῾Ο ἅγιος Κύριλλος ἀκολουθεῖ τήν ἴδια γραμμή καί τονίζει ὅτι ἡ συζυγική συνεύρεση εἶναι κάτι πού συνέβη «μετά τήν ἀπόπτωσιν ἐκ τοῦ Παραδείσου». Παρά τή σαφή αὐτή τοποθέτηση, δέν θά μπορούσαμε νά ἰσχυριστοῦμε ὅτι εἴμαστε σέ θέση νά γνωρίζουμε τήν ἀκριβή ἔννοια τοῦ  προπτωτικοῦ «αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» (Γέν. 1, 28), ἀκριβῶς γιατί ἀγνοοῦμε τό τί καί τό πῶς ἀκριβῶς λειτουργοῦσε τό προπτωτικό ἀνθρώπινο σῶμα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἐκθέτοντας τίς σκέψεις τους δέν ἀπαντοῦν σέ κάποιο ἐνδεχόμενο γεγονός ἤ κάποιο διανοητικό κατασκεύασμα, ἀντίθετα ἐφαρμόζουν μιά ἀποφατικότητα στήν ἀνθρωπολογία. Μιλώντας ἔτσι μόνο γιά τά «εἴδη τῆς φθορᾶς» (ἡδονική ἕλξη, συνουσία, γέννηση) διαφυλάσσουν τό γεγονός τῆς μή καταπαύσεως τοῦ ἀνθρώπου σέ κανένα σταθμό τοῦ βιολογικοῦ βίου καί ἐνισχύουν τή συνεχή φορά του πρός τό μοναδικό τέλος του, τήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό. Στή Βιβλική ἔκφραση θά πρέπει κυρίως νά ἀναζητηθεῖ ἡ θεολογική θέση, ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γεννήθηκαν μέ τή μεταπτωτική ἐνοχή καί τή μεταπτωτική ἁμαρτητική ροπή. ῾Ο σκοπός δηλαδή τόσο τοῦ Βιβλικοῦ κειμένου ὅσο καί τῶν Πατέρων εἶναι νά δώσουν ἀνθρωπολογική ἑρμηνεία τῆς ποιότητας τοῦ ἀνθρώπου καί ὄχι τήν ἱστορία τῆς σεξουαλικῆς σχέσεως.
4. ῾Η βασιλική σφραγίδα εἶναι αὐτή τῆς «δωρεᾶς» τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, πού παίρνουμε μέ τό Μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος καί ἡ ὁποία, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας «ὥσπερ ἔν τινι κηρῷ ταῖς τῶν δεχομένων αὐτὸ (τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον) καρδίαις ἀοράτως, δίκην σφραγῖδος ἐνθλίβεται… κατ᾿ εἰκόνα Θεοῦ δεικνῦον αὖθις τὸν ἄνθρωπον» (Ρ. ὒ. 75, 609ἲ). Αὐτή ἡ σφραγίδα εἶναι σημεῖο ταυτότητας τοῦ πιστοῦ καί ἀσφάλειάς του, ἀπό κάθε ἐχθρική ἐπιβουλή· «Εἰ δὲ προκαταλάβοις σεαυτὸν τῇ σφραγῖδι καὶ τὸ μέλλον ἀσφαλίσαιο τῷ καλλίστῳ τῶν βοηθημάτων καὶ στερροτάτῳ· σημειωθεὶς καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα, τῷ Χρίσματι καὶ τῷ Πνεύματι… Τοῦτό σοι καὶ ζῶντι μέγιστον εἰς ἀσφάλειαν. Πρόβατον γὰρ ἐσφραγισμένον οὐ  ραδίως ἐπιβουλεύεται, τὸ δὲ ἀσήμαντον κλέπταις εὐάλωτον· καὶ ἀπελθόντι δεξιὸν ἐντάφιον, ἐσθῆτος λαμπρότερον, χρυσοῦ τιμιώτερον, τάφου μεγαλοπρεπέστερον» (Γρηγ. Θεολ. ΕΠΕ 4, 306). Αὐτή ἡ σφραγίδα, πού μετά τήν κοίμηση συνοδεύει ὡς ἐντάφιο τόν πιστό, τόν ἐνδύει λαμπρά ἀπ᾿ αὐτή τή ζωή, «ὡς ἐσθῆτα βασιλική», διά τῆς ὁποίας οἱ ἅγιοι ῎Αγγελοι ἀναγνωρίζουν στόν ἄνθρωπο τήν εἰκόνα «τοῦ οἰκείου Δεσπότου». Αὐτή ἡ λαμπρή, «ἡ ἐμφώτειος ἐσθῆτα», γίνεται καί σημεῖο ἕλξεως τῶν ἄλλων ἀνθρώπων στήν ἀγάπη καί τή δοξολογία τοῦ Θεοῦ· «Οἱ ἅπαξ τὸν Χριστὸν ἐνδυσάμενοι καὶ ἔνοικον αὐτὸν ἔχειν καταξιωθέντες, δυνησόμεθα διὰ τῆς τοῦ βίου ἀκριβείας καὶ σιγῶντες ἅπασι δεικνύναι τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν τὴν δύναμιν. Καὶ ὃν τρόπον νῦν ἡ τῆς ἐσθῆτος ὑμῶν περιβολὴ καὶ τὸ φαιδρὸν τῶν ἱματίων πάντων ἐπισπᾶται τὰς ὄψεις, οὕτω καὶ εἰς τὸ διηνεκές, εἰ βουληθείητε, δυνήσεσθε τὴν φαιδρότητα τοῦ ἐνδύματος τοῦ βασιλικοῦ διατηροῦντες, ἀκριβέστερον ἢ νῦν διὰ τῆς κατὰ Θεὸν πολιτείας καὶ τῆς πολλῆς ἀκριβείας τοὺς ὁρῶντας ἅπαντας εἰς τὸν ὅμοιον ἐπισπάσεσθαι ζῆλον καὶ εἰς τὴν τοῦ Δεσπότου δοξολογίαν» (᾿Ιωάν. Χρυσ. ΕΠΕ 30, 414-416). Τέλος αὐτή ἡ σφραγίδα, τό «σημεῖο τοῦ Χριστοῦ», ἡ κληρονομία πού ἄφησε ὁ Χριστός «ἐκ τοῦ ἀγῶνος Του τοῦ ἐν τῷ Σταυρῷ» στούς ἐκλεκτούς Του, θά εἶναι καί «μερίδα» ὅσων ἀξιωθοῦν νά σταθοῦν «ἐκ δεξιῶν Του» στούς αἰῶνες.
5. Μετά τήν πτώση καί τήν ἔξοδο τοῦ ᾿Αδάμ ἀπό τόν Παράδεισο, ἡ ψυχή του μάκραινε ὁλοένα καί περισσότερο ἀπό τόν Θεό. ῾Η φθορά πού ἀκολούθησε τήν πτώση καί ἡ δαιμονική ἐπιρροή θόλωναν ὁλοένα καί περισσότερο τά πνευματικά του αἰσθητήρια. Βέβαια «αὐτάρκης… ἦν ἡ κατ᾿ εἰκόνα χάρις γνωρίζειν τὸν Θεὸν Λόγον, καὶ δι᾿ αὐτοῦ τὸν Πατέρα» (Μ. ᾿Αθανάσιος ΕΠΕ Ι, 256), ἀλλά ὁ ἄνθρωπος καί πάλι ἀστόχησε καί πρός αὐτή τήν πλευρά· «Εἰδὼς δὲ ὁ Θεὸς τὴν ἀσθένειαν τῶν ἀνθρώπων, προενοήσατο καὶ τῆς ἀμελείας τούτων, ἵν᾿, ἐὰν ἀμελήσαιεν δι᾿ ἑαυτῶν τὸν Θεὸν ἐπιγνῶναι, ἔχωσι διὰ τῶν τῆς κτίσεως ἔργων τὸν Δημιουργὸν μὴ ἀγνοεῖν. ᾿Επειδὴ δὲ ἡ ἀνθρώπων ἀμέλεια ἐπὶ τὰ χείρονα κατ᾿ ὀλίγον ἐπικαταβαίνει, προενοήσατο πάλιν ὁ Θεὸς καὶ τῆς τοιαύτης αὐτῶν ἀσθενείας νόμον καὶ Προφήτας τοὺς αὐτοῖς γνωρίμους ἀποστείλας, ἵν᾿, ἐὰν καὶ εἰς τὸν οὐρανὸν ὀκνήσωσιν ἀναβλέψαι καὶ γνῶναι τὸν ποιητήν, ἔχωσιν ἐκ τῶν ἐγγὺς τὴν διδασκαλίαν. ῎Ανθρωποι γὰρ παρὰ ἀνθρώπων ἐγγυτέρῳ δύνανται μαθεῖν περὶ τῶν κρειττόνων» (ἔνθ. ἀν.).
Παρόλα αὐτά ὅμως οἱ ἄνθρωποι «νικώμενοι ταῖς παραυτίκα ἡδοναῖς καὶ ταῖς παρὰ δαιμόνων φαντασίαις καὶ ἀπάταις, οὐκ ἀνένευσαν πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ᾿ ἑαυτοὺς πλείοσι κακοῖς καὶ ἁμαρτήμασιν ἐνεφόρησαν, ὡς μηκέτι δοκεῖν αὐτοὺς λογικούς, ἀλλὰ ἀλόγους ἐκ τῶν τρόπων νομίζεσθαι» (ἔνθ. ἀν.).
῾Η μοναδική λύση σ᾿ αὐτό τό δράμα ἦταν ἡ ἀνανέωση τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα»· «῎Εδει… τὸ κατ᾿ εἰκόνα πάλιν ἀνανεῶσαι, ἵνα δι᾿ αὐτοῦ πάλιν αὐτὸν γνῶναι δυνηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι. Τοῦτο δὲ πῶς ἂν ἐγεγόνει, εἰ μὴ αὐτῆς τῆς τοῦ Θεοῦ εἰκόνος παραγενομένης, τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ;» (ἔνθ. ἀν.).
Προσλαμβάνοντας ἔτσι ὁ Θεός-Λόγος σάρκα ἐκάλεσε ἐκ νέου σέ κοινωνία τόν ἄνθρωπο. Κι ἔτσι «ἀνεζωγραφήθη διὰ τῆς Εἰκόνος τὸ κατ᾿ εἰκόνα». ᾿Ακόμα φανερώθηκε ἡ δυναμική τοῦ «κατ᾿ εἰκόνα», δηλαδή ἡ δυνατότητα τῆς «κατά χάριν» θεώσεως, χάρη σ᾿ αὐτήν καί μόνο τήν ἔμφυτη δωρεά τοῦ Θεοῦ, πράγμα πού εἶχε ἀναχαιτισθεῖ ἀπό τή μεσολάβηση τῆς ἁμαρτίας. ᾿Επίσης, καί τό σπουδαιότερο· Μέ τό νά γίνει ὁ Θεός ἄνθρωπος, διαφυλάχθηκε τό χάρισμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου. Θά μποροῦσε ἀσφαλῶς μέ πολλούς ἄλλους «δυναμικούς» τρόπους, ὁ Θεός νά δώσει τέλος στήν ἀνθρώπινη τραγωδία. Αὐτό ὅμως θά σήμαινε ὅτι ὁ ἄνθρωπος θά ὑποτασσόταν ἀναγκαστικά στή θεία Δύναμη καί τό Μεγαλεῖο, δηλαδή θά ἔχανε τή δυνατότητα τῆς ἐλεύθερης ἐπιλογῆς, τήν εὐχέρεια νά πεῖ, ἄν ἤθελε, πάλι «ὄχι» στόν Θεό. ᾿Αλλά ὁ Θεός τόν εἶχε δημιουργήσει «κατ᾿ εἰκόνα» Του, δηλαδή αὐτεξούσιο. Καί οἱ βουλές τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀμετάθετες. Γι᾿ αὐτό ἡ θεία ᾿Αγάπη ἐπέλεξε τήν ὁδό τῆς «ἄκρας Ταπείνωσης», ἐκεῖ πού κανείς ὁδηγεῖται ἀπό τήν «εἰς τέλος» (᾿Ιωάν. 13, 1) ἀγάπη τοῦ ἀδελφοῦ. ῎Ετσι κάλεσε πάλι «ὁμοίῳ τὸ ὅμοιον», ὥστε, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἅγιος Κύριλλος «εὐμαρέστερον παιδευθῶσιν οἱ ἄνθρωποι».
6. ῾Ο Θεός, λέει ὁ Μ. ᾿Αθανάσιος, δέν εἶναι μόνο καλός Πατέρας, ἀλλά εἶναι καί τέλειος Δάσκαλος, πού φροντίζει, μέ κάθε τρόπο, νά ἐκπαιδεύσει καί νά προαγάγει στήν ὀρθογνωσία τούς μαθητές Του. ῞Οταν λοιπόν δέν εἶναι δυνατόν αὐτοί νά κατανοήσουν τά πολύ ὑψηλά μαθήματα, συγκαταβαίνει ᾿Εκεῖνος καί τά ἁπλοποιεῖ καί τά διδάσκει ἐπαναληπτικά μέ κατοχυρωμένες ἐπεξηγήσεις καί πολυάριθμα παραδείγματα. ῎Ετσι λοιπόν ἀκριβῶς ἔκανε καί ὁ Θεός-Λόγος στούς «δύσκολους» μαθητές Του, τούς σκοτισμένους καί ἄλογους εἰδωλολάτρες. ᾿Επειδή αὐτοί εἶχαν βυθιστεῖ στό ἔρεβος τῆς ἄγνοιας καί τῆς παρανόησης καί ἀναζητοῦσαν τόν Θεό στή δημιουργία καί τά αἰσθητά καί λάτρευσαν γιά Θεό ἀνθρώπους καί δαίμονες, γι᾿ αὐτό καί ἔρχεται ὁ Σωτήρας καί γίνεται ἄνθρωπος. Καί «ἐν ἀνθρώποις ἀναστρέφεται, καὶ τὰς αἰσθήσεις πάσας ἀνθρώπων προσλαμβάνει, ἵνα οἱ ἐν σωματικοῖς νοοῦντες εἶναι τὸν Θεόν, ἀφ᾿ ὧν ὁ Κύριος ἐργάζεται διὰ τῶν τοῦ σώματος ἔργων, ἀπ᾿ αὐτῶν νοήσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ δι᾿ αὐτοῦ τὸν Πατέρα λογίσωνται» (Μ. ᾿Αθαν. ΕΠΕ Ι, 264). ᾿Επειδή οἱ «μαθητές» ἦταν ἄνθρωποι πού ἀντιλαμβάνονταν μόνο ὅ,τι ὑπέπιπτε στίς αἰσθήσεις τους, ὁ Διδάσκαλος χρησιμοποίησε αὐτές ὡς «θυρίδες» γιά νά περάσει μέσα τους τή γνώση. ῞Οσοι λοιπόν λάτρευαν πρίν τήν κτίση, βοηθήθηκαν μέ τό νά δοῦν τήν κτίση νά ὑποτάσσεται στόν «Κτίσαντα» καί νά ξεπερνιοῦνται οἱ νόμοι της μ᾿ ἕνα Του πρόσταγμα καί μόνο. ῞Οσοι εἶχαν θεοποιήσει ἀνθρώπους καί τούς θεωροῦσαν πολύ σπουδαίους καί δυνατούς, μετανόησαν γιατί εἶδαν τόν «Υἱό τοῦ ᾿Ανθρώπου» νά ἐνεργεῖ ὑπεράνθρωπα ἔργα. ῞Οσοι θεωροῦσαν ἀκαταγώνιστους τούς δαίμονες καί ὁ φόβος τους τούς εἶχε ὁδηγήσει στή θεοποίησή τους, ἐλευθερώθηκαν μέ τό νά δοῦν αὐτούς νά ἐξαφανίζονται ἐνώπιον τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῎Αλλοι πάλι πού λάτρευαν νεκρούς, φωτίστηκαν βλέποντας τόν Χριστό ἀναστημένο· «Διὰ τοῦτο καὶ γεγέννηται καὶ ἄνθρωπος ἐφάνη καὶ ἀπέθανε καὶ ἀνέστη, ἀμβλύνας καὶ ἐπισκιάσας τὰ τῶν πώποτε γενομένων ἀνθρώπων διὰ τῶν ἰδίων ἔργων, ἵνα ὅπου δ᾿ ἂν ὦσι προληφθέντες οἱ ἄνθρωποι, ἐκεῖθεν αὐτοὺς ἀναγάγῃ, καὶ διδάξῃ τὸν ἀληθινὸν ἑαυτοῦ Πατέρα, καθάπερ καὶ αὐτός φησιν· ἦλθον σῶσαι καὶ εὑρεῖν τὸ ἀπολωλὸς» (Μ. ᾿Αθαν. ΕΠΕ Ι, 266). ῎Ετσι λοιπόν τά ἀνθρωπόμορφα ξόανα, πού εἶχαν προσκυνηθεῖ ὡς θεοί, κήρυξαν, μετά τή φανέρωση τοῦ Θεανθρώπου, μέ τή νεκρότητά τους στούς λάτρεις τους, τό «ἴδε ὁ ῎Ανθρωπος».
7. Τιμή καί σεβασμός στό σῶμα, γιά τήν ᾿Ορθόδοξη θεολογική σκέψη, σημαίνει τιμή καί σεβασμό τῶν μελῶν τοῦ Χριστοῦ. ῾Η ἀφετηριακή τοποθέτηση αὐτῆς τῆς θεώρησης βρίσκεται στό γεγονός τῆς «Χριστοποίησης» τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία συντελεῖται κατά τό Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος καί τοῦ Χρίσματος («῞Οσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε»). Μέ τήν εὐχή τῆς τριχοκουρίας «σημαδεύεται τό πρόβατο τοῦ Χριστοῦ» καί ἀφιερώνεται ὑπαρξιακά ὁ «γεννηθείς δι᾿ ὕδατος καί Πνεύματος» στόν «ἀναγεννήσαντα αὐτόν» Κύριο. Καί μέ τή μετοχή του στά ἅγια Μυστήρια καί τήν ὅλη ζωή τῆς ᾿Εκκλησίας «ἀνδρίζεται καί κραταιοῦται ἐν Κυρίῳ», ὡς ζωντανό καί καρποφόρο κλῆμα τῆς ᾿Αμπέλου. Στό ἑξῆς ὁλόκληρη ἡ ζωή καί οἱ ἐπί μέρους ἐπιδόσεις τοῦ πιστοῦ, ἡ νηστεία, ἡ ἄσκηση, ὁ «σεμνός βίος», φωτίζονται καί νοηματίζονται καί δέν ἀντιμετωπίζονται ὡς στέρηση, ἀλλά προσφέρονται ἑκούσια καί ἀγαπητικά ὡς «θυσία ζῶσα» καί ὡς «εὐῶδες θυμίαμα». Τότε τό σῶμα ἁρμολογεῖται εὐχαριστιακά στό ῞Ενα δοξασμένο Σῶμα. Λέγει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος·
Μέλη Χριστοῦ γινόμεθα, μέλη Χριστὸς ἡμῶν δέ, καὶ χεὶρ Χριστὸς καὶ ποὺς Χριστὸς ἐμοῦ τοῦ παναθλίου, καὶ χεὶρ Χριστοῦ καὶ ποὺς Χριστοῦ ὁ ἄθλιος ἐγώ δε· κινῶ τὴν χεῖρα, καὶ Χριστὸς ὅλος ἡ χείρ μού ἐστιν.—᾿Αμέριστον γὰρ νόει μοι θεότητα τὴν θείαν—Κινῶ τὸν πόδα καί, ἰδού, ἀστράπτει ὡς ἐκεῖνος
μὴ εἴπῃς ὅτι βλασφημῶ, ἀλλ᾿ ἀπόδεξαι ταῦτα καὶ τῷ Χριστῷ προσκύνησον τοιοῦτόν σε ποιοῦντι! Εἰ γὰρ καὶ σὺ θελήσειας, μέλος αὐτοῦ γενήσῃ, καὶ οὕτω μέλη ἅπαντα ἑνὸς ἡμῶν ἑκάστου μέλη Χριστοῦ γενήσονται, καὶ Χριστὸς ἡμῶν μέλη, καὶ πάντα τὰ ἀσχήμονα εὐσχήμονα ποιήσει
κάλλει θεότητος αὐτὰ κατακοσμῶν καὶ δόξῃ, καὶ γενησόμεθα ὁμοῦ θεοὶ θεῷ συνόντες, ἀσχημοσύνην σώματος ὅλως μὴ καθορῶντες, ἀλλ᾿ ὅλοι ὅλῳ σώματι Χριστῷ ὁμοιωθέντες,
καὶ μέλος ἕκαστον ἡμῶν ὅλος Χριστὸς ὑπάρξει. (῞Υμνος ΙΕ´, στίχ. 141-157).
῾Ο ἅγιος Κύριλλος, βασισμένος σ᾿ αὐτή τή θεολογική θεώρηση τοῦ σώματος, ἐπιμερίζει τή γενική περί τοῦ σώματος πίστη σέ λεπτομέρειες, οἱ ὁποῖες ἐνῶ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται ἀσήμαντες, ἐν τούτοις διακονοῦν στόν ὅλο ἀγώνα τῆς καθάρσεως καί νοηματίζονται ὡς διαδραματίζουσες σπουδαῖο ρόλο στή συντήρηση τοῦ «Ναοῦ τοῦ σώματος», στόν ὁποῖο ὁ Κύριος μᾶς βεβαίωσε ὅτι θά «ἐνοικήσει καί ἐμπεριπατήσει», δηλαδή τό σῶμα μας θά τό ἀναστήσει, θά τό ἀφθαρτοποιήσει καί θά τό δοξάσει.
8. ῾Η ζωή τῆς ἁγνείας καί τῆς παρθενίας τιμήθηκε ἰδιαζόντως ἀπό τήν ᾿Εκκλησία. Κατά τούς ᾿Αποστολικούς Πατέρες, ἡ ζωή τῆς ἁγνείας προσφέρεται «εἰς τιμὴν τῆς σαρκὸς τοῦ Κυρίου» (᾿Ιγνάτιος Θεοφ. «Πρός Πολύκαρπον» 5, 2). ῾Η παρθενική ζωή εἶναι κατά κοινή παραδοχή «μίμησις ᾿Αγγέλων», πού ἀπό τήν παρούσα ζωή «διατρίβει ἐν οὐρανῷ»· «᾿Αλλ᾿ εἰ μὲν χωρεῖς καὶ παρθενίαν ἄσκησον, ἵνα δυνηθῇς ὅλως γενέσθαι τοῦ Θεοῦ καὶ δι᾿ ἀγάπης τελείας αὐτῷ προσκολληθῆναι, αὐτῷ προσεδρεύων διὰ βίου καὶ μεριμνῶν ἀπερισπάστως ἀεὶ τὰ τοῦ Κυρίου, καὶ προκαταλαμβάνων τὴν μέλλουσαν ζωὴν καὶ ὡς ἄγγελος Θεοῦ ἐπὶ γῆς πολιτευόμενος· αὐτῶν γάρ ἐστι ἡ παρθενία» (Γρηγ. Παλ. Φιλοκ. τόμ. 4, 97).
῾Η παρθενία δέν εἶναι κάτι πού χαρακτηρίζει μόνο τούς ᾿Αγγέλους, ἀλλά εἶναι νομοθετημένη ἀπό τόν ῎Ιδιο τόν Θεό· «Μέγα παρθενία καὶ ἀζυγία καὶ τὸ μετ᾿ ᾿Αγγέλων τετάχθαι καὶ τῆς μοναδικῆς φύσεως, ὀκνῶ γὰρ εἰπεῖν Χριστοῦ, ὃς καὶ γεννηθῆναι θελήσας διὰ τοὺς γεννητοὺς ἡμᾶς ἐκ Παρθένου γεννᾶται, παρθενίαν νομοθετῶν» (Γρηγ. Θεολ. Ρ. ὒ. 36, 576). ῾Ο Χριστός εἶναι «τῆς παρθενίας τὸ κλέος οὐ μόνον ἐκ Πατρὸς ἀρρεύστως καὶ ἀσυνδυάστως γεγεννημένος, ἀλλ᾿ ὅτι καὶ ἄνθρωπος καθ᾿ ἡμᾶς γενόμενος ὑπὲρ ἡμῶν ἐκ Παρθένου συναφείας ἄνευ σεσαρκωμένος, καὶ αὐτὸς παρθενίαν τὴν ἀληθῆ καὶ παντελῆ δεικνὺς ἐν ἑαυτῷ» (᾿Ιωάν. Δαμασκ. «Περί ᾿Ορθοδόξου Πίστεως» 4, 24).
῾Ο ἅγιος Κύριλλος τιμάει ἰδιαίτερα τή ζωή τῆς παρθενίας. Στίς Κατηχήσεις του βρίσκει πολλές κατάλληλες εὐκαιρίες νά ὑπενθυμίζει τήν ἀξία τῆς χαρισματικῆς αὐτῆς καταστάσεως. Αὐτό δέ πού τονίζει σ᾿ αὐτή τήν παράγραφο, ὅτι δηλαδή «αἱ παρθένοι μετὰ Μαρίας τῆς Παρθένου ἔχουσι μέρος», εἶναι βοηθητικό ἔναυσμα πού μπορεῖ νά ἀσκήσει δυναμική ἕλξη στίς ψυχές καί νά τίς ὁδηγήσει σέ ἀμετάκλητες ἀποφάσεις γιά τήν «ἀγγελομίμητον πολιτείαν».