Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΟΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΕΣΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

1. Πιστεύεις στο Θεό στην Αγία Τριάδα, στη Θεότητα του Χριστού και του Αγίου
Πνεύματος; Πιστεύεις στην Εκκλησία και τα Μυστήριά Της; Πιστεύεις ότι υπάρχει
Παράδεισος και Κόλαση;

2. Εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου πάντοτε και ιδιαίτερα στις δύσκολες περιστάσεις της
ζωής σου στην Πρόνοια του Θεού ή απογοητεύεσαι και δείχνεις ολιγοπιστία;

3. Μήπως στις θλίψεις, τις ασθένειες και τις δοκιμασίες της ζωής σου γογγύζεις
εναντίον του Θεού και χάνεις την πίστη και το θάρρος σου;

4. Μήπως πιστεύεις στα μέντιουμς, στις χαρτορίχτρες, στους αστρολόγους, στους
μάγους ή στις μάγισσες, στη χειρομαντεία, στην καφετζού;Μήπως είπες σ’ άλλους να
πιστεύουν και να καταφεύγουν σε αυτά;

5. Μήπως πιστεύεις στις προλήψεις και δεισιδαιμονίες και θεωρείς σαν κακό σημάδι το
τρίξιμο των ξύλων, το βούισμα των αυτιών, το ούρλιασμα του σκύλου, τη συνάντηση
του Ιερέως, το λεγόμενο ποδαρικό;

6. Μήπως πιστεύεις στην τύχη;

7. Κάνεις την προσευχή σου πρωί και βράδι, όπως επίσης και στο τραπέζι; Μήπως
ντρέπεσαι να κάνης το Σταυρό σου ενώπιον άλλων π.χ. στο εστιατόριο ή έξω από Ι.
Ναό που περνάς;

8. Μελετάς την Αγία Γραφή, καθώς επίσης και διάφορα θρησκευτικά βιβλία;

9. Εκκλησιάζεσαι τις Κυριακές και τις μεγάλες Εορτές;

10. Παρακολουθείς από την αρχή· μέχρι τέλους τη θεία Λειτουργία ή πηγαίνεις αργά
και φεύγεις πριν τελείωση;

11. Στην Εκκλησία πηγαίνεις ντυμένος (η) με σεμνή ενδυμασία; Προσέχεις να μη
γελάς και να μη συζητείς με άλλους, έστω και αν τελείται Γάμος ή Βάπτισις;

12. Μήπως εμποδίζεις από τον Εκκλησιασμό το (τη) σύζυγό σου, τα παιδιά σου η λες
στους γνωστούς σου να μην εκκλησιάζονται;

13. Κοινωνείς τακτικά ή μια φορά το χρόνο και αυτή χωρίς να εξομολογηθείς;

14. Μήπως ορκίζεσαι χωρίς λόγο ή και ψευδώς και δεν ετήρησες τον όρκο που έδωσες
ή το τάξιμο;

15. Μήπως βλασφημείς το όνομα του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων μας;

16. Νηστεύεις, εάν δεν έχεις σοβαρούς λόγους υγείας, την Τετάρτη και Παρασκευή και
τις Τεσσαρακοστές;

17. Μήπως πετάς θρησκευτικά βιβλία ή περιοδικά σε τόπο ακάθαρτο;

ΕΣΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

1. Μήπως έχεις μίσος και αντιπάθεια εναντίον κάποιου που σου έκαμε κακό ή σε ύβρισε επάνω στο θυμό του;

2. Μήπως είσαι καχύποπτος και χωρίς αιτία υποπτεύεσαι τους πάντας, ότι δήθεν μιλούν για σένα, ότι δεν σε θέλουν, ότι δεν σε αγαπούν, ότι δεν σε συμπαθούν;

3. Μήπως ζηλεύεις και στενοχωρείσαι για την πρόοδο, την ευτυχία, την ομορφιά και τα αγαθά των άλλων;

4. Μήπως μένεις ασυγκίνητος μπροστά στη δυστυχία και την ανάγκη του πλησίον σου;

5. Στις συναλλαγές σου με τους συνεταίρους σου ή συνεργάτες σου ή πελάτες σου είσαι τίμιος, ευθύς, ειλικρινής, ακέραιος;

6. Μήπως συκοφάντησες ή κατηγόρησες το συνάνθρωπό σου;

7. Μήπως ειρωνεύεσαι και χλευάζεις τους ευσεβείς, εκείνους που νηστεύουν και αγωνίζονται να ζουν Χρισnανική
ζωή; Ή και εκείνους που έχουν φυσικά ή πνευματικά ελαττώματα;

8. Ενώ άκουσες κάποια πληροφορία ή κατηγορία εναντίον άλλου, μήπως τη μετέδωσες και έβλαψες, έστω και
άθελά σου, την υπόληψη και τιμή του συνανθρώπου σου;

9. Μήπως κατακρίνεις τη συμπεριφορά, τις πράξεις, τα σφάλματα ή ελαττώματα των άλλων, όταν απουσιάζουν.
έστω κι αν είναι αλήθεια αυτά που λες;

10. Μήπως καταράστηκες κάποιον που σου έκαμε κακό ή και τον εαυτό σου τον ίδιο σε δύσκολες περιστάσεις της ζωῆς σου ή την ώρα και τη σnγμή που γεννήθηκες;

11. Μήπως στέλνεις τους άλλους στο «Διάβολο» ή τους «μουντζώνεις»;

12. Σέβεσαι τους γονείς σου; Τους φροντίζεις; Ανέχεσαι, αν έχουν τις γεροντικές αδυναμίες τους; Τους βοηθάς στις σωματικές και πνευματικές ἀνάγκες; Φροντίζεις να εκκλησιάζονται και να κοινωνούν; Μήπως τους έχεις εγκαταλείψει άστοργα;

13. Μήπως παρέσυρες τους γονείς σου και έγραψαν σε σένα πιο πολλή περιουσία και έτσι αδίκησες τους αδελφούς σου;

14. Μήπως επάνω στο θυμό σου εκτύπησες κανένα με τα χέρια ή έθιξες με τα λόγια;

15. Εκτελείς συνειδητά το επάγγελμά σου ή την αποστολή σου;

16. Μήπως κλέπτεις; Μήπως παρακίνησες ή βοήθησες άλλον να κλέψει ή δέχτηκες να καλύψεις τον κλέπτη ή έλαβες εν γνώσει σου κλεμμένα πράγματα;

17. Μήπως είσαι αγνώμων και αχάριστος προς το Θεό και γενικά τους ευεργέτες σου;

18. Μήπως κάνεις κακές παρέες και αμαρτωλές συναναστροφές; Μήπως ώθησες κανέναν, είτε με λόγια είτε με το παράδειγμά σου, στην αμαρτία;

19. Μήπως έχεις κάνει πλαστογραφία; Μήπως έχεις καταχρασθή το Δημόσιο; Μήπως δανείσθηκες χρήματα ή άλλα αντικείμενα και δεν τα επέστρεψες;

20. Μήπως έκανες ποτέ φόνο, με οποιονδήποτε τρόπο;

21. Μήπως αναμειγνύεσαι στη ζωή των άλλων ή στο έργο των ή την οικογένειά των και γίνεσαι πρόξενος φιλονεικιών και ταραχών;

22. Ελεείς τους πτωχούς, τα ορφανά, τους γέροντες, τους πολύτεκνους, τις πτωχές οικογένειες που γνωρίζεις;


Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ

1. Μήπως είσαι προσκολλημένος στην ύλη και τα επίγεια αγαθά;
2. Μήπως είναι φιλάργυρος και φιλοχρήματος;
3. Μήπως είσαι πλεονέκτης;
4. Μήπως είσαι σπάταλος; ‘Ότι σου περισσεύει ανήκει στους πτωχούς;
5. Μήπως έχεις μεγαλομανία;
6. Μήπως σου αρέσει να επιδεικνύεσαι δείχνοντας τα ενδύματα σου, τα πλούτη σου, τις επιτυχίες σου, τους βαθμούς του παιδιού σου;
7. Μήπως επιδιώκεις το θαυμασμό και τη δόξα των ανθρώπων;
8. Δέχεσαι ευχαρίστως τους επαίνους και θέλεις οι άλλοι να σε κολακεύουν, να λένε ότι σαν εσένα άλλος δεν υπάρχει;
9. Θίγεσαι, όταν σου υποδεικνύουν τα σφάλματά σου, και πικραίνεσαι, όταν σε ελέγχουν και σε παρατηρούν οι μεγαλύτεροί σου;
10. Μήπως είσαι πείσμων, ισχυρογνώμων, εγωιστής, υπερήφανος και ατομιστής; Πρόσεξε τα αμαρτηματα αυτά, διότι η διάγνωσή τους είναι δύσκολη.
11. Μήπως χαρτοπαίζεις, έστω και άνευ χρημάτων, με πρόσωπα του σπιτιού σου ή συγγενικά «για να σκοτώσεις την ώρα σου», όπως λένε μερικοί.
12. Μήπως σαρκικά αμαρτήματα έχουν μολύνει το σώμα και την ψυχή σου;
13. Παρακολουθείς θεάματα βρώμικα από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο;
14. Μήπως διαβάζεις αισχρά βιβλία και περιοδικά;
15. Μήπως εσκέφθης ποτέ να αυτοκτονήσεις;
16. Μήπως είσαι κοιλιόδουλος;
17. Μήπως είσαι οκνηρός, αμελής, ράθυμος;
18. Μήπως λέγεις λέξεις απρεπείς, αισχρές, υβριστικές, είτε χάριν αστειότητος είτε για να υβρίσεις και εξευτελίσεις άλλον;
19. Έχεις πνεύμα αυταπαρνήσεως;
20. Διώχνεις από το μυαλό σου τις κακές σκέψεις που έρχονται να μολύνουν την καρδιά σου;
21. Τα μάτια σου τα προσέχεις να μην περιεργάζονται προκλητικές εικόνες η πρόσωπα;
22. Τα αυτιά σου τα προσέχεις τι ακούν;
23. Μήπως ντύνεσαι άσεμνα; Αν είσαι γυναίκα, μήπως ντύνεσαι ανδρικά ή με ρούχα προκλητικά και σκανδαλίζεις με την εμφάνισή σου και μάλιστα εισέρχεσαι και σε τόπους ιερούς; Αν είσαι άνδρας, μήπως έχεις εμφάνιση έξαλλη;
24. Μήπως χορεύεις έξαλλους και αμαρτωλούς χορούς; Τραγουδάς ή ακούς αισχρά τραγούδια;
25. Μήπως είσαι μέθυσος;
26. Μήπως καπνίζεις; Το κάπνισμα φθείρει την πολύτιμη υγεία και αποτελεί αμαρτωλή σπατάλη


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΖΥΓΟΥΣ

1. Διατηρείτε τη συζυγική πιστή; Είναι φοβερό, όταν ο ένας από τους συζύγους συνάπτει παράνομους σχέσεις
2. Μήπως ο ένας από τους δύο πρόσβαλε ή λύπησε τον άλλον ενώπιον άλλων ή και ιδιαιτέρως;
3. Μήπως δεν ανέχεσθε τις τυχόν αδυναμίες ο ένας του άλλου; Μήπως δεικνύετε σκληρότητα;
4. Μήπως εσύ ο σύζυγος προτρέπεις τη σύζυγό σου να ακολουθεί κατά γράμμα τη μόδα και κάθε τι που είναι εξωφρενικό και αντίθετο προς το Νόμο του Θεού; Μήπως συ η σύζυγος παρασύρεις το σύζυγό σου σε
διασκεδάσεις, απαιτείς να σου δίδει τα μέσα για να ακολουθείς τη μόδα και την κοσμική ζωή;
5. Σκέπτεσθε τον αγώνα που έχει ο ένας έξω από το σπίτι και ο άλλος μέσα στο σπίτι, ώστε να βοηθάτε ο ένας τον άλλον στον αγώνα αυτόν ξεκουράζοντας ο ένας τον άλλο ψυχικά και σωματικά;
6. Ως σύζυγος μήπως έχεις υπερβολικές αξιώσεις μερικές φορές και εξευτελιστικές στις συζυγικές σχέσεις; Κάνετε εγκράτεια κατά τις Κυριακές, τις εορτές και τις ημέρες των Νηστειών γενικά;
7. Μήπως δεν αφήνεις συ ο (η) σύζυγος τη (το) σύζυγό σου να πηγαίνει στην Εκκλησία ή σε θρησκευτικές συγκεντρώσεις και ομιλίες;
8. Τα παιδιά σας τα ανατρέφετε “εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου; Μήπως ενδιαφέρεστε μόνο για τη διανοητική των μόρφωσι και αδιαφορείτε για την ποιότητα του χαρακτήρα τους;
9. Τα οδηγείτε στην Εκκλησία, στην Ι Εξομολόγησι, τη συχνή Θεία Κοινωνία, το Κατηχητικό; Τα διδάσκετε με τα λόγια και το παράδειγμά σας την αρετή; Τα εμάθατε να προσεύχωνται το πρωί, το βράδι, όπως και στο φαγητό, με προσοχή και ευλάβεια;
10. Προσέχετε τι διαβάζουν; Φροντίζετε να τους παίρνετε βιβλία, περιοδικά εθνικοθρησκευτικού περιεχομένου;
11. Προσέχετε με ποιους συναναστρέφονται και ποιους έχουν φίλους;
12. Μήπως τα οδηγείτε σε θεάματα αμαρτωλά και τα αφήνετε να παρακολουθούν απεριόριστα και ανεξέλεγκτα τηλεόραση;
13. Τα διδάσκετε την ταπεινοφροσύνη και προσέχετε να ντύνονται σεμνά;
14. Μήπως τα καταράσθε όταν σας πικραίνουν; Μήπως τα στέλνετε στο Διάβολο;
15. Μήπως κάνατε εκτρώσεις ή αποφεύγετε να κάνετε παιδιά;
16. Μήπως αδικήσατε τα παιδιά σας κατά τη διανομή της περιουσίας σας;
17. Συ ο σύζυγος μήπως νομίζεις ότι το καθήκον της ανατροφής και της μορφώσεως των παιδιών σας ανήκει μόνο στη σύζυγο; Και συ έχεις καθήκον να τα νουθετείς, να τα διαβάζεις και να τα απασχολείς, για να ξεκουράζεις τη σύζυγό σου, αλλά και για να νιώθουν και αυτά την παρουσία σου, ώστε να συγκρατούνται και να
μην παρασύρονται στο κακό;
18. Μήπως τα μουντζώνετε και τα μαλώνετε με απρεπείς λέξεις;
19 . Αγαπά και τιμά ο καθένας σας τους γονείς και τους συγγενείς του άλλου; Μήπως· επεμβαίνουν οι γονείς· και οι συγγενείς σας στην οικογένειά σας και γίνονται αιτία να δημιουργούνται διχόνοιες και παρεξηγήσεις μεταξύ
σας;
20. Μήπως επεμβαίνετε στην οικογένεια του παιδιού σας;

Αδελφέ μου,Βλέπεις πόσα πράγματα έχεις να σκεφθείς; Και πόσα ακόμα θα ανακαλύψεις, όταν μείνης μόνος σου και θελήσεις να … ψάξεις βαθιά τον , εαυτό σου …. Μην αμελήσης να το κάνεις. Αυτή είναι η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορείς και πρέπει να προσφέρεις στον εαυτό σου και στους άλλους.

Εύχομαι ο Πανάγαθος να σε φωτίσει και να σε δυναμώσει στον ανηφορικό, αλλά ωραίο αυτό δρόμο, που περνά απ’ το Ιερό εξομολογητήριο και οδηγεί στον Ουρανό.


ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

1. Υπάρχουν δύο κατηγορίες αμαρτιών:

α) Αυτές που γίνονται με ενέργειες του ανθρώπου π.χ χτυπώ, βλασφημώ, κλέβω, κατακρίνω, κ.α

β) Αυτές που γίνονται με τον νου, με την επιθυμία, το φθόνο, την ζήλια, κ.α …

2. Πρώτα σημειώνω σε ένα χαρτί τα μεγάλα αμαρτήματα, μετά τα πιο μικρά και τέλος τα μικρότερα

3. Αφού συνειδητοποιήσω ότι είμαι αμαρτωλός, αποφασίζω να διακόψω κάθε σχέση με τις αμαρτίες μου, δηλαδή να μην τις ξαναπράξω.

4. Να αισθανθώ μέσα μου ότι

α)Αμάρτησα ενώπιον του Θεού.
β) Έλύπησα τον Θεόν μου.
γ) Φέρθηκα αχάριστα στον Θεό που με ανέχεται να περπατάω όρθιος ενώ θα πρέπει να σέρνομαι σαν σκουλήκι.
δ) Μου έδωσε υγεία, αρτιμέλεια, σύζυγο, παιδιά, εργάζομαι, έχω σπίτι, αδέλφια κ.α

5. Αδίκησα, στεναχώρησα, πίκρανα, κατέκρινα ανθρώπους και τον πλησίον μου,ενώ θα ‘πρεπε να τους βλέπω σαν τον αδελφό μου-τους γονείς μου-τα παιδιά μου.

6. Με τις αμαρτίες μου καταδικάζω τον εαυτό μου και τον ετοιμάζω για την αιώνια κόλαση. Πως θα πάω στο δικαστήριο της κρίσεως με τόσες αμαρτίες; Δεν φοβάμαι το Θεό;

7. Και αν έχω εξομολογηθεί όλο και ψάχνω τις παλιές σου αμαρτίες γιατί ίσως βρω και κάποιες άλλες που δεν τις έβλεπα παλιότερα, και δεν τις έχω εξομολογηθεί.
8. Να κλάψω αδελφέ αν μπορώ.

9. Αν δεν είμαι ικανοποιημένος από την εξομολόγηση μου φταίει το ότι δεν είμαι μετανοιωμένος ή δεν είμαι σωστά πληροφορημένος ή διαβασμένος στο ΤΙ ΕΙΝΑΙ και ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ η εξομολόγηση.

10. Αν η εξομολόγηση δεν με ικανοποιεί, δεν φταίει ποτέ ο εξομολόγος αλλά εγώ και μόνο.

11. Ή εξομολόγηση είναι ομολογία-αναφορά των μετανοιωμενων αμαρτιών.

12. Είναι σύντομη και αναφέρω μόνο τα δικά μου αμαρτήματα π.χ υβρίζω- κατακρίνω -μισω- είμαι φιλάργυρος- είμαι πόρνος, κ.λ.π. Αν ο πνευματικός το κρίνει θα σε ἐρωτήσει λεπτομερέστερα.

13. Δεν αναφέρω τις αιτίες των αμαρτιών μου π.χ μισώ κάποιον επειδή με κατηγόρησε.

14. Η εξομολόγηση είναι μυστήριο, δεν είναι διάλογος κοινωνικός ή φιλική κουβέντα ή για να λύσουμε οικογενειακές, ή επαγγελματικές διαφορές κ. α.

15. Δεν αναφέρω τις αμαρτίες των άλλων ποτέ, αλλά μόνο τις δικές μου.

16. Μπορεί να ορισθεί με τον εξομολόγο-πνευματικό άλλη ώρα και ημέρα για συμβουλευτική συζήτηση, ώστε να ωφεληθεί πνευματικά ο κάθε χριστιανός, διότι και αυτό πρέπει να γίνεται.

17. Να αποφεύγω να ζητώ να εξομολογηθώ κάποιες ημέρες που είναι για τον εξομολόγο ημέρες γεμάτες με υποχρεώσεις, ιδίως Σάββατο και Κυριακή διότι θέλει και αυτός χρόνο για προσευχή, μελέτη, ξεκούραση κ. α.

18. Καλό είναι να υπάρχει πρόγραμμα και για την εξομολόγηση. Προτιμητέες ημέρες είναι η Δευτέρα- Τρίτη-Πέμπτη- Παρασκευή πρωί κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ίσως και όλου του χρόνου, και ώρες 9-1. Το απόγευμα μετά τον εσπερινό, και αυτό αλλάζει ανάλογα με τις υποχρεώσεις τις εκκλησιαστικές, ενοριακές, οικογενειακές όλων των εξομολόγων -πνευματικών.

19. Να φροντίσω να προμηθευτώ από τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία βιβλία για το πώς και πότε να εξομολογούμαι.

20. Αν στο περιβάλλον μου υπάρχουν άνθρωποι ηλικιωμένοι να φροντίσω να τους πείσω να εξομολογηθούν όσο είναι νωρίς και όχι όταν αρρωστήσουν βαριά.

21. Για όσους εξομολογούνται για πρώτη φορά θα προηγείται συζήτηση ώστε ο πιστός να καταλάβει ότι πρέπει να διαπιστώσει, να αναγνωρίσει, να μετανιώσει για τις αμαρτίες τον και μετά να έλθει να εξομολογηθεί

22. Την Μ. Εβδομάδα και τις παραμονές μεγάλων εορτών να αποφεύγω να εξομολογούμαι διότι ο πνευματικός έχει και άλλες υποχρεώσεις, Πρέπει να σκεπτόμαστε και αυτόν.

23. Τα παραπάνω γραφόμενα είναι και δίνονται για να βοηθήσουν όλους, και εμάς και εσάς αδελφοί

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ για όσο ζούμε.

Μην ξέχναμε όλοι:

Πίστη- Ελπίδα- Αγάπη- Μετάνοια- Απόφαση- Συντριβή- Δάκρυα-Υπομονή- Ανοχή- Ταπείνωση-Προσευχή- Υπακοή Στο Θέλημα Του Θεού- Ελεημοσύνη- Αυτοκριτική- Νηστεία Ψυχοσωματική Καλή
Διαχείριση Των Υλικών Και Πνευματικών Αγαθών Που Μας Δώρισε Ο Θεός – Πρότυπο Ζωής Για Τον Καθένα Ο Χριστός – Η Παναγία – Οι Άγιοι. Καλόν Παράδεισον

ΑΜΗΝ


ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

‘Αγαπητό μου παιδί,

Τώρα πού πρόκειται να πας για να εξομολογηθείς, σκέψου πριν πας στον εξομολόγο
μήπως έχεις κάνει κάποιο αμάρτημα από αυτά πού σού γράφουμε παρακάτω, και
υπογράμμισε τα ή βάλε ένα μικρό σημάδι για να τα προσέξεις. και να τα πεις στον
εξομολόγο. ‘Ακόμα προσευχήσου ό καλός Θεός να σε φωτίσει να θυμηθείς όλα σου τα
αμαρτήματα και να τα εξομολογηθείς με ειλικρίνεια ..


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

1. Μήπως λες ψέματα, έστω και για αστεία;
2. Μήπως τραγουδάς αισχρά τραγούδια, πού ακούς στο ραδιόφωνο;
3.Μήπως αντιμιλάς στους γονείς . διδασκάλους – μεγαλύτερους;
4. Μήπως ορκίζεσαι στο όνομα του Θεού και των Αγίων:
5. Μήπως βλασφήμησες ποτέ για τα θεία η λες: “α στο διάβολο;
6. Μήπως λες υπερήφανα λόγια για τον εαυτό σου;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ

1.Μήπως βλέπεις άσχημα έργα στην τηλεόραση;
2. Μήπως βλέπεις ακατάλληλα κινηματογραφικά έργα;
3.Μήπως διαβάζεις περιοδικά και βιβλία, πού δε σε ωφελούν;
4. Μήπως δεν διαβάζεις την Αγία Γραφή;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΑΥΤΙΩΝ

1.Μήπως σ’ αρέσει ν’ ακούς τραγούδια κοσμικά τού ραδιοφώνου;
2.Μήπως.σ’ αρέσει ν’ ακούς αισχρά λόγια οπό μεγάλους και μικρούς;
3. Μήπως ακούς να κατηγορούν τον Χριστό μας και να τον βλασφημούν και δεν
διαμαρτύρεσαι;
4. Μήπως ακούς να κατηγορούν αδίκως τούς άλλους και δεν μιλάς;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ

1.Μήπως κλέβεις ξένα πράγματα οπό το σπίτι και το σχολείο;
2.Μήπως χτυπάς τούς μικρότερους συμμαθητές και αδελφούς σου;
3. Μήπως κάνεις αισχρές χειρονομίες στον εαυτό σου και στους άλλους;
4. Μήπως δεν κάνεις το σταυρό σου καλά και ευλαβικά;
5. Μήπως μουντζώνεις τούς άλλους;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ

1. Μήπως πηγαίνεις στα θέατρα και κινηματογράφους;
2.Μήπως πηγαίνεις στα πάρτυ και χορεύεις αμαρτωλούς χορούς;
3. Μήπως κλωτσάς τούς φίλους σου και τ’ αδέλφια σου;
4. Μήπως δεν πηγαίνεις κάθε Κυριακή στην εκκλησία και στα κατηχητικά;


ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

1.Μήπως δεν κάνεις κάθε μέρα την προσευχή σου;
2. Μήπως δεν υπακούς στους γονείς σου;
3. Μήπως δεν μελετάς τα μαθήματα σου;
4.Μήπως δεν τηρείς τις νηστείες πού ορίζει ή ‘Εκκλησία μας;
5. Μήπως δεν κοινωνείς συχνά τα άχραντα Μυστήρια;
6. Μήπως ντύνεσαι μασκαράς τις ‘Απόκριες;
7. Μήπως δεν κάνεις ελεημοσύνη στους πτωχούς ανθρώπους;
Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως
(ἀπό τό βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» σελ.
165 ἐκδ. Παπαδημητρίου)
… Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ. Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα. Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα.

Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει. Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:

Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση. Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.

Δεύτερον: Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον.

Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπαγορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό.

Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη.

Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό
ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετραπλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας. Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι».
Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν πνευματικό, τοῦ εἶπα:

«Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή; Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα; Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ; Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα. Ἀλλ’ ἀκόμη
τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ; Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου; Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».

«Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐννοῶ μέ αὐτά πού εἶπα. Κοίταξε! Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου. Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ
ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέπληξαν»

Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω. Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς:

«Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».
«Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πιστοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλοφροσύνη. Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτομερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου.

Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό. Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός

Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐτυχισμένος. Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, διά τῆς
προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπαστη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν. Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ. Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά
μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν. Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν
ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του. Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν.
Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση. Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής. Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου. Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί
γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω. Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική πεῖνα τῆς ψυχῆς μου. Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό,
ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής.

Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους. Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν. Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί
τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του.

Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη. Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του. Ἀντιθέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ. Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση. Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδιαφορίας. Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου.

Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη. Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκεπτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα. Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα. Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον;

Ὅταν ὀμιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν. Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων. Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τήv καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου. Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα. Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του.
Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆ-ταν δυνατό νά μέ ἀποτρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου.

Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐν-διαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν.

Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία. Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς. Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη, τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους. Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω
καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω; Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει. Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμποροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου. Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα. Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου. Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία.

Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου. Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου. Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν; Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου. Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς
ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφά-νεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν. Ἐγώ ὅμως;

Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμε-τωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ;

Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε! Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!». Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου. Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας: Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως. Ἡ ἔλλειψις αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος. Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς… Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας…

Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις. Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀνθρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό… Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ



Σε τι χρειάζεται η εξομολόγηση και μάλιστα σε ιερέα;

Το μυστήριο της μετάνοιας, που είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένο με την ιερά εξομολόγηση, έχει καθιερωθεί από τον ίδιο τον Κύριο. Επομένως όταν αμφισβητείται η αξία και σημασία του μυστηρίου, αμφισβητείται ο Ίδιος. Το μυστήριο είναι θεοσύστατο και επ’ αυτού δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία.

Ο Κύριος δεν ήταν μόνο άνθρωπος. Ήταν και Θεός. Γι’ αυτό και διακηρύττει, ότι ήλθε στη γη για να αναζητήσει και να σώσει τους χαμένους. Άλλωστε η αποστολή Του ήταν να κηρύξει στους αιχμαλώτους την άφεση και στους τυφλούς την ανάβλεψη, στους πνευματικά αιχμαλώτους και τυφλούς.

Αν, λοιπόν, η μετάνοια δεν ήταν απόλυτη αναγκαιότητα της ψυχής, δε θα τη θέσπιζε. Η άπειρη αγάπη Του στον άνθρωπο καθιέρωσε το φιλάνθρωπο αυτό μυστήριο. Όλοι μας το ζούμε: δεν υπάρχει κανένας αναμάρτητος. Μόνος αναμάρτητος ο Θεός. Σχεδόν αδύνατο είναι ο άνθρωπος να αποκόψει τις αδυναμίες και τα πάθη, που τον συντροφεύουν συχνά σε ολόκληρη τη ζωή του. Η αμαρτία αποκόπτει τον άνθρωπο από το Θεό και τη σωτηρία. Η μετάνοια, το ήμαρτον του Ασώτου, ανοίγει και πάλι τις πύλες του παραδείσου. Χωρίς τη μετάνοια, που αποτελεί κατά τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο «φάρμακο πλημμελημάτων, δαπάνημα των παρανομιών, όπλο κατά του διαβόλου, μαχαίρι που του κόβει το κεφάλι, ελπίδα σωτηρίας, αναίρεση της απόγνωσης», θα χάναμε όλα τα χαρίσματα και τις δωρεές του Θεού και δε θα μπορούσαμε να προσέλθουμε στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Γι’ αυτό ο καρδιογνώστης και φιλάνθρωπος Κύριος, που γνωρίζει την ανθρώπινη αδυναμία, αλλά και τα τεχνάσματα του πανούργου Δαίμονα, μάς έδωσε τη μετάνοια. Κι έτσι «η χρηστότητα και φιλανθρωπία του Θεού μεταμορφώνει αυτόν που μετανοεί από τα αμαρτήματά του σε δίκαιο και αναμάρτητο» (Κλήμης Αλεξανδρείας).

Γίνεται φανερό ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη μετανοίας και συγχώρησης. Γι’ αυτό και την εξουσία αυτή τη μετάδωσε ο Χριστός στους Αποστόλους και οι Απόστολοι στους επισκόπους και ιερείς: «Φύσηξε και τους είπε: λάβετε Πνεύμα Άγιο. Αν αφήνετε τις αμαρτίες των ανθρώπων, τους αφήνονται, αν κάποιων τις κρατάτε, κρατιούνται» (Ιωάν. κ΄ ‘22-23).

Ήδη η πρώτη Εκκλησία ασκεί την εξουσία αυτή. Την ίδια αλήθεια διακηρύσσει και ο Μέγας Αθανάσιος: «Όπως ο άνθρωπος βαπτίζεται από άνθρωπο ιερέα και φωτίζεται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, έτσι και αυτός που εξομολογείται με ειλικρινή μετάνοια λαμβάνει την άφεση από τον ιερέα με τη χάρη του Χριστού». Δεν παίρνει κανείς μόνος του νερό και λάδι, για να τελέσει το μυστήριο του Βαπτίσματος. Ούτε ψωμί και κρασί, για να μεταλάβει. Θα βαπτιστεί και θα κοινωνήσει από τους ιερείς. Πώς, λοιπόν, αυτό, που δεν το διανοείται για τα άλλα μυστήρια, μπορεί να το σκεφτεί για το μυστήριο της μετανοίας;

Να αναφερθούμε και στο Μέγα Βασίλειο: «Είναι αναγκαίο να εξομολογούμαστε τα αμαρτήματα σε αυτούς που τους έχει ανατεθεί η διαχείριση των μυστηρίων του Θεού». Ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει: «Στους ιερείς που ζουν και κινούνται στη γη δόθηκαν ουράνιες δικαιοδοσίες και έλαβαν εξουσία, την οποία ούτε σε αγγέλους ούτε σε αρχαγγέλους έδωσε ο Θεός». Και συμπληρώνει: «Εκείνα που θα κάνουν κάτω οι ιερείς, αυτά τα επικυρώνει πάνω ο Θεός και την άποψη των δούλων την επιβεβαιώνει ο Κύριος». Τέλος ο γέρων Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης είπε: «Στον εξομολόγο μπορείς να μιλήσεις όπως αισθάνεσαι, αλλά δεν είναι αυτό τόσο σημαντικό, όσο είναι το ότι με την προσευχή κοιτάζει μέσα στην ψυχή σου ο παπάς και βλέπει πώς είσαι και σου μεταδίδει την χάρη του θεού. Έχει αποδειχθεί ότι αυτό το κοίταγμα είναι πνευματικές ακτίνες που σε ξαλαφρώνουν και σε θεραπεύουν. Όλοι οι πνευματικοί, οι εξομολόγοι έχουν αυτή την χάρη κι όταν εύχονται την εκπέμπουν ως αγωγοί».
[Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο του Γ. Μελέτη «Ερωτήματα στον Ιησού Χριστό» των εκδόσεων «Ζωής»]

ΜΕΤΑΝΟΙΑ (ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ)

Γιά τή Μετάνοια 

ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

                Ὁ Κύριός μας ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦρθε στή γῆ μας καί ἔγινε ἄνθρωπος (Ἰωαν. 1, 18), Ἐκεῖνος πού ἔγινε γιά μᾶς ὁδός σωτηρίας (Ἰωαν. 14, 6), μᾶς διδάσκει γιά τή μετάνοια μέ τήν μακάρια καί θεϊκή φωνή Του, λέγοντας: «Δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς» (Ματθ. 9, 13). Καί οὔτε πάλι: «Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γιατρό οἱ ὑγιεῖς, ἀλλά οἱ ἄρρωστοι» (Μάρκ. 2, 17. Λουκ. 5, 32). Ἄν ἐγώ ἤμουν πού τά ἔλεγα αὐτά, ποτέ νά μή μέ ἄκουγες. Ἄν ὅμως αὐτά τά λέει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, γιατί τά καταφρονεῖς καί δέν φροντίζεις τή ζωή σου; Ἄν βλέπεις ὅτι ἔχεις μέσα σου τραύματα ἀπό τούς λογισμούς καί τίς πράξεις σου, γιατί ἀδιαφορεῖς γιά τά κρυφά τραύματά σου; Γιατί φοβᾶσαι τόν Γιατρό; Δέν εἶναι ἄγριος, οὔτε σκληρός, οὔτε ἄσπλαχνος. Δέν κρατάει μαχαίρι καί οὔτε μεταχειρίζεται φάρμακο πικρό καί καυτερό. Γιατρεύει μόνο μέ τό λόγο. Ἄν θέλεις νά ἔρθεις κοντά Του, Ἐκεῖνος εἶναι γεμάτος ἀγαθά καί εὐσπλαχνία. Γιά σένα ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό. Γιά σένα ἔγινε ἄνθρωπος. Γιά νά Τόν πλησιάσεις ἄφοβα. Γιά σένα ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά σέ γιατρέψει ἀπό τά φοβερά τραύματά σου. Μέ τήν πολλή ἀγάπη καί τή στοργή Του σέ καλεῖ κοντά Του.
- Ἔλα κοντά μου, λέει, ἁμαρτωλέ. Βρές εὔκολα τή γιατρειά σου. Πέταξε ἀπό πάνω σου τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν. Πρόσφερε τήν προσευχή σου, βάλε πάνω στό τραῦμα σου δάκρυα.
Αὐτός ὁ Γιατρός εἶναι οὐράνιος. Ἐπειδή εἶναι ἀγαθός, γι᾽ αὐτό μόνο μέ δάκρυα καί στεναγμούς θεραπεύει τά τραύματα. Πλησίασε, ἁμαρτωλέ, στόν ἀγαθό Γιατρό προσφέρνοτας τά δάκρυα, τό καλύτερο φάρμακο. Διότι καί οὐράνιος Γιατρός ἔτσι εὐδοκεῖ νά θεραπευθεῖ καί νά σωθεῖ ὁ καθένας, δηλαδή μέ τά ἴδια του τά δάκρυα. Διότι αὐτό τό φάρμακο δέν ἐνεργεῖ δυνατότερα ἀπ᾽ ὅσο πρέπει, οὔτε ἐρεθίζει τό τραῦμα, ἀλλά ἀμέσως σέ γιατρεύει. Ὁ Γιατρός περιμένει νά δεῖ τά δάκρυά σου. Πλησίασε, μή φοβηθεῖς. Δεῖξε Του τό τραῦμα σου, προσφέροντας καί φάρμακο, τό δάκρυ καί τό στεναγμό σου. Νά, δές, σοῦ ἔχει ἀνοίξει τήν θύρα τῆς μετανοίας. Τρέξε, ἁμαρτωλέ, πρίν νά τήν κλείσει. Ἀφοῦ ἐσύ ἀδιαφορεῖς Ἐκεῖνος δέν θά σέ περιμένει περισσότερο. Ἡ θύρα δέν παραμένει γιά σένα ἀνοικτή ἐφόσον ἐσύ μέ τή ραθυμία σου τήν καταφρονεῖς. Γιατί μίσησες τή ζωή σου, ἄθλιε; Τί ἄραγε ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τήν ψυχή σου, ἄνθρωπε;
Ἐσύ ὅμως, ἁμαρτωλέ, καί αὐτή τήν περιφρόνησες. Δέν γνωρίζεις, ἀγαπητέ, ποιά ὥρα θά προστάξει ὁ οὐράνιος Γιατρός νά κλείσει ἡ θύρα τῆς εὐκαιρίας γιά ἴαση.
Πλησίασε, παρακαλῶ. Τρέξε νά γιατρευθεῖς. Θά δώσεις χαρά στήν οὐράνια στρατιά μέ τή μετάνοιά σου. Ὁ ἥλιος γέρνει στή δύση. Σέ περιμένει, γιά νά φτάσεις στό κατάλυμά σου (Ἰωάν. 14, 2). Ὥς πότε θά ἀνέχεσαι τόν σιχαμερό Ἐχθρό σου ὑπηρετώντας, χωρίς ντροπή, τό θέλημά του; Γιατί ἐκεῖνος θά ἤθελε καί στή φωτιά ἀκόμα νά σέ πετάξει. Αὐτό εἶναι τό δικό του μέλημα. Αὐτό εἶναι τό δῶρο του σ᾽ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν. Αὐτός πολεμάει ὅλους τούς ἀνθρώπους, μέ ὅπλο του τίς κακές καί σιχαμερές ἐπιθυμίες. Αὐτός πάλι ὁ ἀπαίσιος ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία ὅσους τόν ὑπακούουν. Σκληραίνει τήν καρδιά, ξηραίνει τά δάκρυα, ὥστε νά μήν ζήσει τήν κατάνυξη ὁ ἁμαρτωλός. Ἀπόφευγέ τον ἐντελῶς, ἄνθρωπέ μου. Μίσησε καί σιχάσου ὅσα ἐκεῖνος ἀγαπάει. Μίσησε τόν Πονηρό καί ἀπόφευγε τόν δόλιο. Γιατί εἶναι ἀνθρωποκτόνος ἀπό τήν ἀρχή πού πλησίασε τόν ἄνθρωπο καί τέτοιος θά εἶναι μέχρι τέλους. Ἀπόφευγέ τον, ἄνθρωπέ μου, γιά νά μή σέ φονεύσει. Ἄκουσε, ἀγαπητέ, τήν μακάρια φωνή πού σοῦ φωνάζει κάθε μέρα καί σοῦ λέει: «Ἐλᾶτε σ᾽ ἐμένα ὅλοι ἐσεῖς πού εἶστε κουρασμένοι καί φορτωμένοι, καί ἐγώ θά σᾶς ἀναπαύσω. Φορτωθεῖτε τόν ζυγό μου, καί μάθετε ἀπό μένα ὅτι εἶμαι ἥσυχος, πράος καί ἐπιεικής, καί θά βρεῖτε ἀνάπαυση στίς ψυχές σας» (Ματθ. 11, 28-30).
Κάθε μέρα σοῦ μιλάει γιά ἀνάπαυση, καί σοῦ ὑπόσχεται ζωή. Πλησίασε, μή φοβηθεῖς. Ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθός καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίποτε καί ἀπό κανέναν. Δέν ζητάει λογαριασμό γιά καμιά ἁμαρτία. Αὐτός μᾶς γλυτώνει καί μᾶς σκεπάζει ἀπό ὅλα τά κακά. Γιατρεύει τά τραύματα. Χαρίζει πλουσιοπάροχα τή ζωή, ἐπειδή εἶναι ἀγαθός. Ἐκεῖνος καλοδέχεται αὐτούς πού καταφεύγουν σ᾽ Αὐτόν, ἐπειδή εἶναι Θεός μέγας καί προγνώστης, καί γνωρίζει ὅλες μας τίς σκέψεις. Ὅταν κάποιος ἔρχεται σ᾽ Αὐτόν γιά νά γιατρευθεῖ, Ἐκεῖνος βλέπει τήν καρδιά του καί ὅλη τήν προθυμία του. Ὅταν πλησιάζοντας κανείς ἔχει σταθερό τόν εὐσεβή λογισμό του, τότε ὁ Ἴδιος ὁ ἀγαθός Θεός, ἐξαιτίας τῆς ἀγαθότητάς Του, ἀμέσως ἀποκαλύπτεται σ᾽ ἐκείνους πού Τόν ζητοῦν. Καί προτοῦ νά σηκώσει ὁ ἄνθρωπος τά μάτια του ν᾽ ἀναζητήσει τό Θεό Ἐκεῖνος τοῦ λέει: «Νά, ἐδῶ εἶμαι». Καί προτοῦ ὁ ἄνθρωπος νά Τόν πλησιάσει, ἀνοίγει τό θησαυρό Του μπροστά σ᾽ αὐτόν πού Τόν ζητάει. Στέλνει ἀπό πρίν ἄφθονους τούς θησαυρούς Του, καί προτοῦ νά Τόν παρακαλέσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεός συμφιλιώνεται μαζί Του. Προτοῦ ὁ ἄνθρωπος νά προσευχηθεῖ, βρίσκει τό ἔλεος. Γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔτσι ποθεῖ καί θέλει νά χαριτώνονται αὐτοί πού μέ εἰλικρίνεια Τόν πλησιάζουν. Δέν ἀργεῖ νά ἀκούσει. Οὔτε πάλι κατηγορεῖ τόν ἀσεβεή, πού Τόν πλησίασε, λέγοντας: «Γιατί τόσον καιρό ὑπηρέτησες τόν Ἐχθρό, καί περιφρόνησες ἑκούσια ἐμένα τόν Κύριό σου;». Δέν ἐξετάζει αὐτόν πού μετανοεῖ. Ὁ Κύριος βλέπει τά δάκρυα καί τούς στεναγμούς ἐκείνου πού ταπεινώνεται ἐνώπιόν Του. Γιατί ὡς Θεός καί πλάστης μας, γνωρίζει τά πάντα πρίν νά γίνουν. Ἀμέσως συγχωρεῖ ὅλες τίς ἁμαρτίες μας, ὅλα τά σφάλματα τῶν λογισμῶν καί τῶν πράξεών μας. Δίνει ἐντολή νά φέρουν καί νά φορέσουν στόν μετανοημένο τήν πρώτη στολή (Λουκ. 15, 22), τοῦ βάζει δαχτυλίδι στό δεξί χέρι καί προστάζει ὅλους τούς Ἀγγέλους νά χαροῦν μαζί Του, γιά τήν ἀνεύρεση τῆς ψυχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Μακάριοι πραγματικά εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Τί Κύριο γλυκύ ἔχουμε. Πόσο ἀμνησίκακο, ἀγαθό, πονετικό, σπλαχνικό, μακρόθυμο, ὥστε νά συγχωρεῖ πάντοτε τίς ἀσέβειές μας, ἄν βέβαια καί ἐμεῖς τό θέλουμε. Νά δέστε, μᾶς προτρέπει καί συγχρόνως μακροθυμεῖ. Μᾶς προσφέρει ὅλα τά ἀγαθά Του καί σ᾽ αὐτή τή ζωή, ἀλλά καί στήν ἄλλη, ἄν θέλουμε.
Ἐλᾶτε λοιπόν, ἄς Τόν παρακαλέσουμε ὅσο ἀκόμη ὑπάρχει καιρός. Ἐδῶ, ὅσο ἀκόμη βρισκόμαστε σ᾽ αὐτή τή ζωή, μποροῦμε πάντοτε νά παρακαλέσουμε καί νά ἱκετεύσουμε βαθιά τόν Κύριο. Εἶναι εὔκολο σ᾽ ἐμᾶς νά ζητήσουμε συγχώρηση. Εἶναι ὁ δρόμος ἀνοιχτός ἀκόμη, γιά νά τρέξουμε καί νά χτυπήσουμε τήν θύρα τῆς εὐσπλαχνίας Του. Ἄς χύσουμε δάκρυα, ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός νά δεχτεῖ τά δάκρυά μας, γιά νά μήν κλάψουμε ἀνώφελα, στήν ἄλλη ζωή. Γιατί ἐκεῖ δέν ἔχουν καμιά ἀξία τά δάκρυα. Ὅσο θέλουμε ἐμεῖς, τόσο καί ὁ ἀγαθός Θεός συγχωρεῖ. Ἐδῶ μᾶς ἀκούει, ὅταν Τόν παρακαλοῦμε. Σ᾽ αὐτή τή ζωή μᾶς συγχωρεῖ ὅταν Τόν ἱκετεύουμε. Ἐδῶ σβήνει τίς ἁμαρτίες μας, ὅταν ἐμεῖς ἔχουμε καλόγνωμο λογισμό. Σ᾽ αὐτή τή ζωή ὑπάρχει παρηγορία, σ᾽ ἐκείνη ὅμως τή ζωή ζητιέται λόγος. Ἐδῶ ὑπάρχει μακροθυμία, ἐκεῖ ὑπάρχει αὐστηρότητα. Ἐδῶ ὑπάρχει συγκατάβαση, ἐκεῖ ἀκρίβεια. Ἐδῶ ὅλα εἶναι ἐλεύθερα, ἐκεῖ ὑπάρχουν δικαστήρια. Ἐδῶ ὑπάρχει ἄνεση, ἐκεῖ θλίψη. Σ᾽ αὐτή τή ζωή ἀπόλαυση, ἐκεῖ βασανιστήρια. Ἐδῶ πλεονεξία, ἐκεῖ τιμωρία. Ἐδῶ γέλια, ἐκεῖ θρῆνος. Ἐδῶ ἀδιαφορία, ἐκεῖ κόλαση. Ἐδῶ καταφρόνηση, ἐκεῖ αἰώνιο πῦρ. Ἐδῶ καλλωπισμός, ἐκεῖ κόλαση. Ἐδῶ ἔπαρση, ἐκεῖ ἐξευτελισμός. Ἐδῶ οἱ ἁρπαγές, ἐκεῖ τό τρίξιμο τῶν δοντιῶν. Ἐδῶ τά χρυσάφια, ἐκεῖ σκότος καί μαυρίλα. Ἐδῶ ἀδιαφορία, ἐκεῖ τελείως ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματα.
Ἀφοῦ τά γνωρίζουμε αὐτά, ἀγαπητοί ἀδελφοί μου, γιατί παραμελοῦμε τή σωτηρία μας; Ἄς μήν προσηλωθεῖ, ἀδελφοί μου, ὁ νοῦς μας σ᾽ αὐτή τή ζωή. Ἄς μήν γλυκαθοῦμε ἀπό τήν ἀγάπη γιά τά γήινα, γιά νά μήν αἰσθανθοῦμε σ᾽ ἐκείνη τή ζωή πίκρα ἀπό τό θρῆνο μας. Γιατί δείχνουμε καταφρόνηση, μή θέλοντας, ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός, νά γιατρευτοῦμε, μέ τά λίγα δάκρυα τοῦ σύντομου αὐτοῦ καιροῦ, καί μέ τή μετάνοια, μέ τήν ὁποία ὁ Θεός συγχωρεῖ ὅλα τά παραπτώματά μας; Κλάψε λίγο ἐδῶ, γιά νά μήν κλάψεις ἐκεῖ στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες, μέσα στό σκότος τό ἐξώτερο. Γίνε ἐδῶ φρόνιμος, γιά νά μήν ριχθεῖς ἐκεῖ στήν ἄσβεστη φωτιά. Ποιός δέν θά θρηνήσει γιά μᾶς; Καί ποιός δέν θά μᾶς κλάψει; Ἔλα στά σύγκαλά σου, ἀδελφέ μου γνήσιε, καί διάλεξε αὐτό πού εἶναι καλύτερο καί πού συμφέρει τήν ψυχή σου. Τί σέ ἐμποδίζει νά κλάψεις σ᾽ αὐτή τή ζωή καί νά ἱκετεύσεις τόν Θεό γιά τίς ἁμαρτίες σου, ἐνεργώντας συνετά μέ τή μετάνοια, παρά νά κλάψεις ἐκεῖ, μέσα στή φωτιά, χωρίς καμιά ὠφέλεια; Διότι ἐδῶ ἔχεις ἄνεση νά χύσεις δάκρυα καί νά βρεῖς κάθε παρηγοριά. Ἐκεῖ παρόλα τά δάκρυα, θά πᾶς στήν κόλαση ἐκεῖ πού θά τιμωρηθεῖ ὁ χρεώστης τῶν μυρίων ταλάντων (Ματθ. 18, 24). Ξεπλήρωσε ἕνα μικρό μέρος ἀπό τό χρέος σου, παρακαλώντας τόν Κύριο, νά συγχωρέσει τά χρέη τῆς ψυχῆς σου. Ἄν ὅμως δέν θελήσεις νά ἐπιστρέψεις σ᾽ αὐτή τή ζωή ἕνα μικρό μέρος ἀπό τά πολλά χρέη σου, θά ξεπληρώσεις στήν ἄλλη ζωή ὅλα τά χρέη σου, μέ πολλά βασανιστήρια. Καί τά λέω αὐτά, ἀγαπητοί καί φιλόθεοι ἀδελφοί μου, ἐπειδή τόσο πολύ τό ἐπιθυμεῖτε καί ὄχι ἐπειδή ἐγώ εἶμαι κανένας ἄξιος καί καθαρός στή ζωή μου, ἤ κάποιος πού ἔχει ζήσει μέ ἁγνότητα. Ἀλλά τά λέω μέ βαρύ πόνο καί λύπη καρδιακή, καθώς ἀναλογίζομαι, τί μᾶς περιμένει, καί ὅμως ἐμεῖς ἀμελοῦμε. Ἐγώ μάλιστα, ἀδελφοί μου, εἶμαι ἀκάθαρτος, εἶμαι ἀσεβής στή ζωή μου, στίς πράξεις καί στούς λογισμούς, καί δέν βλέπω μέσα μου κάποιο καλό. Ἀντίθετα καί τώρα, ἀλλά καί πάντοτε, ἤμουν ἁμαρτωλός καί μέ νωθρή προαίρεση.

Αὐτά τά ἀπευθύνω ἐγώ σ᾽ ἐσᾶς πού εἴσαστε ὁμόψυχοι, διότι συνεχῶς σφίγγει τήν καρδιά μου ἡ λύπη γιά τή μέλλουσα φοβερή κρίση τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὅλοι μας συνεχῶς αὐτά τά καταφρονοῦμε καί νομίζουμε ὅτι θά ζήσουμε αἰώνια ἐδῶ σ᾽ αὐτή τή μάταια ζωή. Ἡ ζωή περνᾶ, καί ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾽ αὐτή. Καί θά μᾶς ζητηθεῖ λόγος γιά ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί, ἐπειδή ἐνῶ ξέραμε τό καλό κάναμε τό κακό. Καταφρονώντας σ᾽ αὐτή τή ζωή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τή Βασιλεία Του, προτιμήσαμε τή γῆ καί ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾽ αὐτή. Τό ἀσήμι καί τό χρυσάφι δέν μᾶς σώζει ἀπό τή φοβερή φωτιά τῆς κολάσεως. Τά ὡραῖα ροῦχα καί ἡ καλοπέραση θά μᾶς καταδικάσουν. Ὁ ἀδελφός δέν σώζει τόν ἀδελφό του, οὔτε ὁ πατέρας σώζει τό παιδί του, ἀλλά ὁ καθένας στέκεται ἐκεῖ πού κατατάχθηκε, δηλαδή στή ζωή ἤ στή φωτιά τῆς κολάσεως. Ὑπάρχουν πολλοί ἅγιοι, δίκαιοι καί ὅσιοι, πού ἐγκατέλειψαν τή ζωή καί ὅσα ἔχουν σχέση μέ τόν πρόσκαιρο τοῦτο βίο, γιά νά παραδοθοῦν καλοπροαίρετα στή δική Του ἐξουσία καί στήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν Του. Καί αὐτό, γιατί βεβαιώθηκαν ὅτι θά ἀπολαύσουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Πόθησαν τόν Χριστό καί Τόν προτίμησαν περισσότερο ἀπό ὅλα τά φθαρτά πράγματα. Γι᾽ αὐτό καθημερινά ἀγάλλονται «ἐν τῷ Θεῷ», φωτίζονται «ἐν Χριστῷ», χαίρονται διαρκῶς «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἀγάλλεται γι᾽ αὐτούς ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἀγάλλεται γι᾽ αὐτούς ὁ Παράδεισος τῆς τρυφῆς. Ἀληθινά, αὐτοί εἶναι πάντοτε ἀξιέπαινοι, ἔνδοξοι καί μακάριοι. Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι τούς μακαρίζουν, διότι προτίμησαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ περισσότερο ἀπό ὅλο τόν κόσμο. Καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός ὁ Ἅγιος, ὁ δίκαιος καί ἀληθινός, τούς χάρισε τή Βασιλεία Του. Καί μάλιστα τούς ἔδωσε ὡς δῶρο, ἀκόμη μεγαλύτερη δόξα. Νά Τόν βλέπουν δηλαδή πάντοτε μέ χαρά, μαζί μέ τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Πολλοί ὅμως ἀπό τούς ἀνθρώπους πόθησαν τή γῆ καί τά φθαρτά πού ὑπάρχουν σ᾽ αὐτήν. Ὁ νοῦς τους εἶναι προσηλωμένος πάντοτε στά φθαρτά, καί σχεδόν σάν ἄλογα ζῶα τρέφουν τά σώματά τους μέ τίς τροφές, σάν νά εἶναι ἀθάνατη αὐτή ἡ μάταια ζωή.
Τί κάνεις ἄνθρωπέ μου, ζώντας σάν ἄλογο ζῶο; Ὁ Θεός σέ δημιούργησε νά εἶσαι ἄνθρωπος συνετός, διακριτικός. Μήν ἐξομοιωθεῖς ἀπό μόνος σου ἀπό τήν ἀδιακρισία σου μέ τά ἀνόητα ζῶα (Ψαλ. 31, 9. 48, 13). Πρόσεξε, ἄνθρωπε, λιγάκι. Ἔλα στά σύγκαλά σου. Κατάλαβε σάν συνετός ἄνθρωπος, ὅτι γιά σένα ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό ὁ ὕψιστος Θεός. Γιά νά σέ ἀνυψώσει ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό ἦρθε. Ἔχεις προσκληθεῖ στούς γάμους τοῦ οὐράνιου Νυμφώνα. Γιά ποιό λόγο δείχνεις καταφρόνηση; Γιατί δυσανασχετεῖς; Πῶς θά ἀναχωρήσεις γιά τούς γάμους, πές μου, χωρίς νά ἔχεις τό πολύτιμο ἔνδυμα, πού πρέπει στούς γάμους; Δέν κρατᾶς λυχνάρι. Τότε πῶς θά μπεῖς στούς γάμους; Μπαίνεις περιφρονητικά; Θά ἀκούσεις ἀμέσως ἐκείνη τή φοβερή φωνή· «Φίλε, πῶς μπῆκες στούς γάμους, χωρίς νά ἔχεις ἔνδυμα γιά τό γάμο (Ματθ. 22, 11) τῆς βασιλείας μου; Μπῆκες περιφρονητικά, γιά νά προσβάλλεις μέ τή γύμνια σου τό ἐπίσημο τραπέζι μου;». Καί θά πεῖ ὁ Βασιλιάς στούς ὑπηρέτες του· «Δέστε χειροπόδαρα τόν ἐλεεινό, καί ρίξτε τον μέσα στό καμίνι τῆς φωτιᾶς, γιά νά τιμωρηθεῖ αἰώνια. Διότι ἐγώ ὁ Ἴδιος ἦρθα πρίν ἀπό πολλά χρόνια, καί ὅλους τούς κάλεσα στούς γάμους. Αὐτός ὅμως περιφρονώντας τήν πρόσκλησή μου, δέν ἑτοίμασε γιά τόν ἑαυτό του ἔνδυμα, γιά νά ἔρθει στούς γάμους. Γι᾽ αὐτό σᾶς προστάζω νά τιμωρήσετε τόν ἄθλιο, διότι περιφρόνησε τή βασιλεία μου».
Ἄραγε, δέν τά φοβᾶσαι αὐτά; Δέν τρέμεις, ἄνθρωπέ μου, πού ἦρθε ἡ ὥρα καί ὁ Νυμφίος κοντεύει νά φανερωθεῖ καί νά λάμψει; Δέν ξέρεις ὅτι ὅλα εἶναι ἕτοιμα, καί ὅτι ἡ οὐράνια σάλπιγγα περιμένει τήν προσταγή γιά νά σαλπίσει; Τότε τί θά κάνεις ἐκεῖ, τήν ὥρα αὐτή, ἄν δέν προετοιμασθεῖς γιά τήν ὥρα ἐκείνη τοῦ μακαρισμοῦ, πού θά ἀπευθύνει στούς δικαίους ὁ Θεός; Διότι ὁ μακαρισμός πού θά ἀπευθύνει ὁ Θεός ἀπονέμεται σ᾽ ἐκείνους πού τόν ἀξίζουν. Ἡ οὐράνια σάλπιγγα σαλπίζει ἀπό τόν οὐρανό καί λέει· «Ἀναστηθεῖτε, ἀγαπημένοι τοῦ Χριστοῦ. Νά, ἦρθε ὁ οὐράνιος Βασιλιάς γιά νά σᾶς δώσει ἀνάπαυση καί χαρά στήν αἰώνια ζωή, ὡς ἀνταμοιβή γιά κεῖνον τόν κόπο τῆς ἀσκήσεώς σας. Ἀναστηθεῖτε, δέστε τόν Βασιλέα Χριστό, τόν ἀθάνατο Νυμφίο, πού ἐσεῖς ποθούσατε. Γιατί, μέ τό νά Τόν ποθήσετε, ζήσατε σάν πάροικοι πάνω στή γῆ. Ἀναστηθεῖτε, δεῖτε τή βασιλεία Του, πού σᾶς ἔχει ἑτοιμάσει. Ἀναστηθεῖτε, δεῖτε τόν Κύριο, πού δέν χορταίνει κανείς νά Τόν βλέπει καί Τόν Ὁποῖο ἀγαπήσατε, γιά Τόν Ὁποῖο δοκιμάσατε θλίψεις, καί γιά Τόν Ὁποῖο κοπιάσατε. Ἐλᾶτε τώρα, καί δεῖτε μέ πολλή παρρησία τόν Ἴδιο τόν Κύριο πού πόθησε ἡ καρδιά σας, καί χαρεῖτε μαζί Του τήν ἀνέκφραστη χαρά, μέ τή χαρά πού κανείς δέν μπορεῖ νά σᾶς τήν ἀφαιρέσει (Ἰωάν. 16, 22). Ἐλᾶτε, ἀπολαῦστε αὐτά, πού μάτι δέν τά εἶδε, οὔτε αὐτί τά ἄκουσε, οὔτε νοῦς ἀνθρώπου τά συνέλαβε (Α΄ Κορ. 2, 9), αὐτά τά ὁποῖα μᾶς τά χαρίζει ὁ Ἴδιος ὁ Ποθούμενος». Διότι οἱ ἅγιοι θά ἁρπαχθοῦν μέσα σέ φωτεινές νεφέλες (Α΄ Θεσ. 4, 17) γιά τήν προϋπάντησή Του. Θά ἁρπαχθοῦν οἱ δίκαιοι καί οἱ ἄξιοι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ψηλά στόν ἀέρα, μέσα σέ ἀπερίγραπτη δόξα, γιά νά δοῦν τόν οὐράνιο, ἀθάνατο Νυμφίο. Ποιός λοιπόν εἶναι ἄξιος νά ἁρπαγεῖ τήν ὥρα ἐκείνη μέσα σέ νεφέλες, γιά νά συναντήσει τόν Χριστό μέ μεγάλη χαρά; Ὅλοι οἱ ἄξιοι δοῦλοι θά ἁρπαχθοῦν μέ δόξα, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς θά παραμείνουν κάτω στή γῆ μέ μεγάλη ντροπή. Θά ἀκολουθήσουν μακαρισμοί καί χαρά, γιά κείνους πού ἔδειξαν προθυμία ἐδῶ, σ᾽ αὐτή τή ζωή, συγχρόνως μέλλεται τιμωρία καί ντροπή σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς. Εἶναι μακάριος ἐκεῖνος πού φρόντισε ἀπ᾽ αὐτή τή ζωή νά ἀποδειχθεῖ ἄξιος ἐκείνη τήν ὥρα. Καί εἶναι ἄθλιος ἐκεῖνος πού ἔκανε ἐπίσης τόν ἑαυτό του ἀνάξιο γιά κείνη τήν ὥρα. Οἱ νεφέλες θά ἁρπάξουν ὅλους τούς ἁγίους καί θά τούς μεταφέρουν ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἀντίθετα τούς ἀσεβεῖς θά ἁρπάξουν οἱ Ἄγγελοι, γιά νά τούς βάλλουν μέσα στό καμίνι τῆς ἄσβεστης φωτιᾶς. Ποιός θά χύσει τότε στό κεφάλι μου ἄφθονο νερό νά δροσιστῶ; Καί ποιός πάλι θά προσφέρει στά μάτια μου πηγή πού νά ξεχύνει συνεχῶς δάκρυα; Ὅσο εἶναι καιρός νά δεχθεῖ ὁ Θεός τά δάκρυά μου, ἔκλαψα τόν ἑαυτό μου μέρα καί νύχτα, παρακαλώντας τόν Θεό νά μή βρεθῶ ἀνάξιος τήν ὥρα τῆς Παρουσίας Του, καί νά μήν ἀκούσω ἐκείνη τή φοβερή ἀπόφαση τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ: «Φύγε ἀπό μπροστά μου, ἐργάτη τῆς ἀνομίας (Ματθ. 7, 23) ,δέν σέ ξέρω ἀπό ποῦ εἶσαι» (Λουκ. 13, 25).

Ὁ Θεός ὁ Ὕψιστος, ὁ Μόνος ἀθάνατος, δώρισε σ᾽ ἐμένα τόν ἁμαρτωλό τούς πολλούς οἰκτιρμούς Σου, τήν ὥρα ἐκείνη, γιά νά μή φανερωθεῖ ἡ κρυμμένη ἀσέβειά μου μπροστά στούς θεατές Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους, Προφῆτες, Ἀποστόλους, Δικαίους καί Ἁγίους. Σῶσε με τόν ἀσεβή, μέ τήν Θεία Σου Χάρη καί μέ τούς οἰκτιρμούς Σου, καί βάλε με μέσα στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς μαζί μέ τούς τελείους καί τούς δικαίους. Δέξου τή δέησή μου, Δέσποτα, μέ τίς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων, πού εὐαρέστησαν σ᾽ Ἐσένα. Δόξα πρέπει στόν Χριστό. Ἀμήν.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

Περί μετανοίας

Περί μετανοίας

Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α” Ὁμιλία



Ἦταν δυό ἀδέλφια·τά ὁποῖα, ἀφοῦ μοιράστηκαν ἀναμεταξύ τους τήν πατρική περιουσία, ὁ ἕνας ἔμεινε στό σπίτι, ἐνῶ ὁ ἄλλος ἔφυγε σέ μακρινή χώρα. “Εκεῖ, ἀφοῦ κατέφαγε ὅλα ὅσα τοῦ δόθηκαν, δυστύχησε καί ὑπέφερε μή ὑπομένοντας τή ντροπή ἀπό τή φτώχεια. (Λουκᾶ 15: 11 κ.ἑ.) Αὐτή τήν παραβολή θέλησα νά σᾶς τήν πῶ, γιά νά μάθετε, ὅτι ὑπάρχει ἄφεση ἁμαρτημάτων καί μετά τό Βάπτισμα, ἐάν εἴμαστε προσεκτικοί. Καί τό λέγω αὐτό ὄχι γιά νά σᾶς κάνω ἀδιάφορους, ἀλλά γιά νά σᾶς ἀπομακρύνω ἀπό τήν ἀπόγνωση. Γιατί ἡ ἀπόγνωση μᾶς προξενεῖ χειρότερα κακά καί ἀπό τή ραθυμία.
Αὐτός λοιπόν ὁ υἱός ἀποτελεῖ τήν εἰκόνα ἐκείνων πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα. Καί ὅτι φανερώνει ἐκείνους πού ἁμάρτησαν μετά τό Βάπτισμα, ἀποδεικνύεται ἀπό τό ὅτι ὀνομάζεται υἱός. Γιατί κανένας δέν μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ υἱός χωρίς τό Βάπτισμα. Ἐπίσης διέμενε στήν πατρική οἰκία καί μοιράστηκε ὅλα τά πατρικά ἀγαθά, ἐνῶ πρίν ἀπό τό Βάπτισμα δέν μπορεῖ κανείς νά λάβει τήν πατρική περιουσία, οὔτε νά δεχθεῖ κληρονομία. Ὥστε μ᾽ ὅλα αὐτά μᾶς ὑπαινίσσεται τό σύνολο τῶν πιστῶν. Ἐπίσης ἦταν ἀδελφός ἐκείνου πού εἶχε προκόψει. Ἀδελφός ὅμως δέν θά μποροῦσε νά γίνει χωρίς τήν πνευματική ἀναγέννηση. Αὐτός λοιπόν, ἀφοῦ ἔπεσε στή χειρότερη μορφή κακίας, τί λέγει: «Θά ἐπιστρέψω στόν πατέρα μου» (Λουκᾶ 15:18). Γι᾽ αὐτό ὁ πατέρας του τόν ἄφησε καί δέν τόν ἐμπόδισε νά φύγει στήν ξένη χώρα, γιά νά μάθει καλά μέ τήν πείρα, πόση εὐεργεσία ἀπολάμβανε ὅταν βρισκόταν στό σπίτι. Γιατί πολλές φορές ὁ Θεός, ὅταν δέν πείθει μέ τό λόγο του, ἀφήνει νά διδαχθοῦμε ἀπό τήν πείρα τῶν πραγμάτων, πράγμα βέβαια πού ἔλεγε καί στούς Ἰουδαίους. Ἐπειδή δηλαδή δέν τούς ἔπεισε οὔτε τούς προσέλκυσε, ἀπευθύνοντάς τους ἀμέτρητους λόγους μέ τούς προφῆτες, τούς ἄφησε νά διδαχθοῦν μέ τήν τιμωρία, λέγοντάς τους: «Θά σέ διδάξει ἡ ἀποστασία σου καί θά σέ ἐλέγξει ἡ κακία σου» (Ἱερ. 2, 19). Γιατί ἔπρεπε νά Τοῦ εἶχαν ἐμπιστοσύνη ἀπό πρίν. Ἐπειδή ὅμως ἦταν τόσο πολύ ἀναίσθητοι, ὥστε νά μή πιστεύουν στίς παραινέσεις καί τίς συμβουλές Του, θέλωντας νά προλάβει τήν ὑποδούλωσή τους στήν κακία, ἐπιτρέπει νά διδαχθοῦν ἀπό τά ἴδια τά πράγματα, ὥστε ἔτσι νά τούς κερδίσει καί πάλι.
Ἀφοῦ λοιπόν ὁ ἄσωτος ἔφυγε στήν ξένη χώρα καί ἀπό τά ἴδια τά πράγματα ἔμαθε πόσο μεγάλο κακό εἶναι νά χάσει κανείς τό πατρικό του σπίτι, ἐπέστρεψε, καί ὁ πατέρας του τότε δέν τοῦ κράτησε κακία, ἀλλά τόν δέχτηκε μέ ἀνοιχτή ἀγκαλιά. Γιατί ἄραγε; Ἐπειδή ἦταν πατέρας καί ὄχι δικαστής. Καί στήθηκαν τότε χοροί καί συμπόσια καί πανηγύρια καί ὅλο τό σπίτι ἦταν φαιδρό καί χαρούμενο. Τί μοῦ λές τώρα ἄνθρωπέ μου; Αὐτές εἶναι οἱ ἀμοιβές τῆς κακίας; Ὄχι τῆς κακίας, ἄνθρωπε, ἀλλά τῆς ἐπιστροφῆς. Ὄχι τῆς πονηρίας, ἀλλά τῆς μεταβολῆς πρός τό καλύτερο. Καί ἀκοῦστε καί τό σπουδαιότερο: Ἀγανάκτησε γι᾽ αὐτά ὁ μεγαλύτερος υἱός. Ὁ πατέρας ὅμως τόν ἔπεισε κι αὐτόν μιλώντάς του μέ πραότητα καί λέγοντας, «σύ πάντοτε ζοῦσες μαζί μου, ἐνῶ αὐτός ἦταν χαμένος καί βρέθηκε, ἦταν νεκρός καί ξαναβρῆκε τή ζωή του» (Λουκᾶ 15:31-32). Ὅταν πρέπει νά διασώσει τόν χαμένο, λέγει: «Δέν εἶναι ὥρα τώρα γιά δικαστήρια, οὔτε γιά λεπτομερή ἐξέταση, ἀλλά εἶναι ὥρα μόνο φιλανθρωπίας καί συγγνώμης.» Κανένας ἰατρός, πού ἔχει ἀμελήσει ὁ ἴδιος νά δώσει φάρμακο στόν ἀσθενή, δέν ζητεῖ εὐθύνες ἀπ᾽ αὐτόν γιά τήν ἀταξία του καί οὔτε τόν τιμωρεῖ. Καί ἄν ἀκόμα χρειαζόταν νά τιμωρηθεῖ ὁ ἄσωτος, τιμωρήθηκε ἀρκετά ζώντας στήν ξένη χώρα. Τόσο λοιπόν χρόνο στερήθηκε τή συντροφιά μας καί ἔζησε παλεύοντας μέ τήν πείνα, τήν ἀτίμωση καί τά χειρότερα κακά. Γι᾽ αὐτό λέγει ὁ πατέρας: «ἦταν χαμένος καί βρέθηκε, ἦταν νεκρός καί ξαναβρῆκε τή ζωή του». Μή βλέπεις, λέγει, τά παρόντα, ἀλλά σκέψου τό μέγεθος τῆς προηγούμενης συμφορᾶς. Ἀδελφό βλέπεις, ὄχι ξένο. Στόν πατέρα του ἐπέστρεψε, πού ξεχνάει τά περασμένα ἤ καλύτερα πού θυμᾶται ἐκεῖνα μόνο τά ὁποῖα μποροῦν νά τόν ὁδηγήσουν σέ συμπάθεια καί ἔλεος, σέ στοργή καί εὐσπλαγχνία τέτοια πού ταιριάζει στούς γονεῖς. Γι᾽ αὐτό δέν εἶπε, ἐκεῖνα πού ἔπραξε ὁ ἄσωτος, ἀλλά ἐκεῖνα πού ἔπεθε. Δέν λυπήθηκε ὅτι κατέφαγε τήν περιουσία του, ἀλλ᾽ ὅτι περιέπεσε σ᾽ ἀμέτρητα κακά. Ἔτσι ἔψαχνε μέ τόση προθυμία καί μέ ἀκόμα μεγαλύτερη νά βρεῖ τό χαμένο πρόβατο. Καί ἐδῶ βέβαια γύρισε πίσω ὁ ἴδιος ὁ υἱός, ἐνῶ στήν παραβολή τοῦ καλοῦ Ποιμένος ἔφυγε ὁ ἴδιος ὁ ποιμένας. Καί ἀφοῦ βρῆκε τό χαμένο πρόβατο τό ἔφερε πίσω, καί χαιρόταν πολύ περισσότερο γι᾽ αὐτό, παρά γιά ὅλα τά ἄλλα τά σωσμένα. Καί πρόσεχε πῶς ἔφερε πίσω τό χαμένο πρόβατο: Δέν τό μαστίγωσε, ἀλλά μεταφέροντάς το καί βαστάζοντάς το στούς ὤμους του, τό παρέδωσε πάλι στό κοπάδι.
Γνωρίζοντας λοιπόν αὐτά, ὅτι ὄχι μόνο δέν μᾶς ἀποστρέφεται ὅταν ἐπιστρέφομε κοντά Του, ἀλλά μᾶς δέχεται τό ἴδιο ἀγαπητικά μέ τούς ἄλλους πού ἔχουν προκόψει στήν ἀρετή. Καί ὅτι ὄχι μόνο δέν μᾶς τιμωρεῖ, ἀλλά καί ἔρχεται ν᾽ ἀναζητήσει τούς πλανημένους. Καί ὅταν τούς βρεῖ, χαίρεται περισσότερο ἀπ᾽ ὅσο χαίρεται γιά ἐκείνους πού ἔχουν σωθεῖ. Οὔτε πρέπει ν᾽ ἀπελπιζόμαστε ὅταν εἴμαστε στήν κατηγορία τῶν κακῶν, ἀλλά οὔτε ὅταν εἴμαστε καλοί νά ἔχουμε θάρρος. Ἀσκώντας τήν ἀρετή νά φοβόμαστε μήπως πέσομε, στηριζόμενοι στό θάρρος μας. Καί ὅταν ἁμαρτάνουμε νά μετανοοῦμε. Καί ἐκεῖνο πού εἶπα ἀρχίζοντας τήν ὁμιλία, αὐτό λέγω καί τώρα: Εἶναι προδοσία τῆς σωτηρίας μας αὐτά τά δύο, δηλαδή καί τό νά ἔχουμε θάρρος ὅταν εἴμαστε ἐνάρετοι, καί τό ν᾽ ἀπελπιζόμαστε ὅταν εἴμαστε πεσμένοι στήν κακία. Γι᾽ αὐτό ὁ Παῦλος, γιά ν᾽ ἀσφαλίσει ἐκείνους πού ἀσκοῦν τήν ἀρετή, ἔλεγε: «Ἐκεῖνος πού νομίζει ὅτι στέκεται, ἄς προσέχει μήπως πέσει» (Α” Κορ. 10, 12). Καί πάλι: «Φοβᾶμαι μήπως, ἐνῶ κήρυξα σέ ἄλλους, ἐγώ ὁ ἴδιος βρεθῶ ἀνάξιος» (Β” Κορ. 11, 3). Ἀνορθώνοντας πάλι τούς πεσμένους καί διεγείροντάς τους σέ μεγαλύτερη προθυμία διακήρυττε ἔντονα στούς Κορινθίους γράφοντας τά ἑξῆς: «Μήπως πενθήσω πολλούς πού ἁμάρτησαν προηγουμένως καί δέν μετανόησαν» (Β” Κορ. 12, 21). Γιά νά δείξει ὅτι εἶναι ἄξιοι θρήνων ὄχι τόσο ἐκεῖνοι πού ἁμαρτάνουν, ὅσο ἐκεῖνοι πού δέν μετανοοῦν γιά τά ἁμαρτήματά τους. Καί ὁ προφήτης πάλι λέγει: «Μήπως ἐκεῖνος πού πέφτει δέν σηκώνεται, ἤ ἐκεῖνος πού παίρνει στραβό δρόμο δέν ἐπιστρέφει;» (Ἱερ. 8, 4). Γι᾽ αὐτό καί ὁ Δαυίδ παρακαλεῖ αὐτούς ἀκριβῶς, λέγοντας: «Σήμερα, ἐάν ἀκούσετε τή φωνή Αὐτοῦ, μή σκληρύνετε τίς καρδιές σας ὅπως τότε πού Τόν παραπίκραναν οἱ πατέρες σας» (Ψαλμ. 94, 8).
Ὅσο λοιπόν θά ὑπάρχει τό σήμερα, ἄς μή ἀπελπιζόμαστε, ἀλλ᾽ ἔχοντας ἐλπίδα πρός τόν Κύριο καί ἔχοντας κατά νοῦν τό πέλαγος τῆς φιλανθρωπίας Του, ἀφοῦ ἀποτινάξουμε κάθε τι τό πονηρό ἀπό τή σκέψη μας, ἄς ἀσκοῦμε μέ πολλή προθυμία καί ἐλπίδα τήν ἀρετή, καί ἄς ἐπιδείξουμε μετάνοια μέ ὅλη τή δύναμή μας. Ἔτσι ἀφοῦ ἀπαλλαχθοῦμε ἀπ᾽ ὅλα τ᾽ ἁμαρτήματά μας ἐδῶ στή γῆ, νά μπορέσουμε μέ θάρρος νά σταθοῦμε μπροστά στό βῆμα τοῦ Χριστοῦ, καί νά ἐπιτύχουμε τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τήν ὁποία εὔχομαι νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τή χάρη καί φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τόν Ὁποῖο στόν Πατέρα καί συγχρόνως στό Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα, ἡ δύναμη καί ἡ τιμή, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

«Η ΠΡΩΤΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ, Ἡ Μετάνοια κατά τούς Πατέρες

Γιά τή Μετάνοια 

ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

 

 


Ὁ Κύριός μας ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού ἦρθε στή γῆ μας καί ἔγινε ἄνθρωπος (Ἰωαν. 1, 18), Ἐκεῖνος πού ἔγινε γιά μᾶς ὁδός σωτηρίας (Ἰωαν. 14, 6), μᾶς διδάσκει γιά τή μετάνοια μέ τήν μακάρια καί θεϊκή φωνή Του, λέγοντας: «Δέν ἦρθα νά καλέσω σέ μετάνοια τούς δικαίους, ἀλλά τούς ἁμαρτωλούς» (Ματθ. 9, 13). Καί οὔτε πάλι: «Δέν ἔχουν ἀνάγκη ἀπό γιατρό οἱ ὑγιεῖς, ἀλλά οἱ ἄρρωστοι» (Μάρκ. 2, 17. Λουκ. 5, 32). Ἄν ἐγώ ἤμουν πού τά ἔλεγα αὐτά, ποτέ νά μή μέ ἄκουγες. Ἄν ὅμως αὐτά τά λέει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, γιατί τά καταφρονεῖς καί δέν φροντίζεις τή ζωή σου; Ἄν βλέπεις ὅτι ἔχεις μέσα σου τραύματα ἀπό τούς λογισμούς καί τίς πράξεις σου, γιατί ἀδιαφορεῖς γιά τά κρυφά τραύματά σου; Γιατί φοβᾶσαι τόν Γιατρό; Δέν εἶναι ἄγριος, οὔτε σκληρός, οὔτε ἄσπλαχνος. Δέν κρατάει μαχαίρι καί οὔτε μεταχειρίζεται φάρμακο πικρό καί καυτερό. Γιατρεύει μόνο μέ τό λόγο. Ἄν θέλεις νά ἔρθεις κοντά Του, Ἐκεῖνος εἶναι γεμάτος ἀγαθά καί εὐσπλαχνία. Γιά σένα ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό. Γιά σένα ἔγινε ἄνθρωπος. Γιά νά Τόν πλησιάσεις ἄφοβα. Γιά σένα ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά σέ γιατρέψει ἀπό τά φοβερά τραύματά σου. Μέ τήν πολλή ἀγάπη καί τή στοργή Του σέ καλεῖ κοντά Του.
- Ἔλα κοντά μου, λέει, ἁμαρτωλέ. Βρές εὔκολα τή γιατρειά σου. Πέταξε ἀπό πάνω σου τό βάρος τῶν ἁμαρτιῶν. Πρόσφερε τήν προσευχή σου, βάλε πάνω στό τραῦμα σου δάκρυα.
Αὐτός ὁ Γιατρός εἶναι οὐράνιος. Ἐπειδή εἶναι ἀγαθός, γι᾽ αὐτό μόνο μέ δάκρυα καί στεναγμούς θεραπεύει τά τραύματα. Πλησίασε, ἁμαρτωλέ, στόν ἀγαθό Γιατρό προσφέρνοτας τά δάκρυα, τό καλύτερο φάρμακο. Διότι καί οὐράνιος Γιατρός ἔτσι εὐδοκεῖ νά θεραπευθεῖ καί νά σωθεῖ ὁ καθένας, δηλαδή μέ τά ἴδια του τά δάκρυα. Διότι αὐτό τό φάρμακο δέν ἐνεργεῖ δυνατότερα ἀπ᾽ ὅσο πρέπει, οὔτε ἐρεθίζει τό τραῦμα, ἀλλά ἀμέσως σέ γιατρεύει. Ὁ Γιατρός περιμένει νά δεῖ τά δάκρυά σου. Πλησίασε, μή φοβηθεῖς. Δεῖξε Του τό τραῦμα σου, προσφέροντας καί φάρμακο, τό δάκρυ καί τό στεναγμό σου. Νά, δές, σοῦ ἔχει ἀνοίξει τήν θύρα τῆς μετανοίας. Τρέξε, ἁμαρτωλέ, πρίν νά τήν κλείσει. Ἀφοῦ ἐσύ ἀδιαφορεῖς Ἐκεῖνος δέν θά σέ περιμένει περισσότερο. Ἡ θύρα δέν παραμένει γιά σένα ἀνοικτή ἐφόσον ἐσύ μέ τή ραθυμία σου τήν καταφρονεῖς. Γιατί μίσησες τή ζωή σου, ἄθλιε; Τί ἄραγε ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπό τήν ψυχή σου, ἄνθρωπε;
Ἐσύ ὅμως, ἁμαρτωλέ, καί αὐτή τήν περιφρόνησες. Δέν γνωρίζεις, ἀγαπητέ, ποιά ὥρα θά προστάξει ὁ οὐράνιος Γιατρός νά κλείσει ἡ θύρα τῆς εὐκαιρίας γιά ἴαση.
Πλησίασε, παρακαλῶ. Τρέξε νά γιατρευθεῖς. Θά δώσεις χαρά στήν οὐράνια στρατιά μέ τή μετάνοιά σου. Ὁ ἥλιος γέρνει στή δύση. Σέ περιμένει, γιά νά φτάσεις στό κατάλυμά σου (Ἰωάν. 14, 2). Ὥς πότε θά ἀνέχεσαι τόν σιχαμερό Ἐχθρό σου ὑπηρετώντας, χωρίς ντροπή, τό θέλημά του; Γιατί ἐκεῖνος θά ἤθελε καί στή φωτιά ἀκόμα νά σέ πετάξει. Αὐτό εἶναι τό δικό του μέλημα. Αὐτό εἶναι τό δῶρο του σ᾽ ἐκείνους πού τόν ἀγαποῦν. Αὐτός πολεμάει ὅλους τούς ἀνθρώπους, μέ ὅπλο του τίς κακές καί σιχαμερές ἐπιθυμίες. Αὐτός πάλι ὁ ἀπαίσιος ὁδηγεῖ στήν ἀπελπισία ὅσους τόν ὑπακούουν. Σκληραίνει τήν καρδιά, ξηραίνει τά δάκρυα, ὥστε νά μήν ζήσει τήν κατάνυξη ὁ ἁμαρτωλός. Ἀπόφευγέ τον ἐντελῶς, ἄνθρωπέ μου. Μίσησε καί σιχάσου ὅσα ἐκεῖνος ἀγαπάει. Μίσησε τόν Πονηρό καί ἀπόφευγε τόν δόλιο. Γιατί εἶναι ἀνθρωποκτόνος ἀπό τήν ἀρχή πού πλησίασε τόν ἄνθρωπο καί τέτοιος θά εἶναι μέχρι τέλους. Ἀπόφευγέ τον, ἄνθρωπέ μου, γιά νά μή σέ φονεύσει. Ἄκουσε, ἀγαπητέ, τήν μακάρια φωνή πού σοῦ φωνάζει κάθε μέρα καί σοῦ λέει: «Ἐλᾶτε σ᾽ ἐμένα ὅλοι ἐσεῖς πού εἶστε κουρασμένοι καί φορτωμένοι, καί ἐγώ θά σᾶς ἀναπαύσω. Φορτωθεῖτε τόν ζυγό μου, καί μάθετε ἀπό μένα ὅτι εἶμαι ἥσυχος, πράος καί ἐπιεικής, καί θά βρεῖτε ἀνάπαυση στίς ψυχές σας» (Ματθ. 11, 28-30).
Κάθε μέρα σοῦ μιλάει γιά ἀνάπαυση, καί σοῦ ὑπόσχεται ζωή. Πλησίασε, μή φοβηθεῖς. Ὁ Κύριος εἶναι ἀγαθός καί δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό τίποτε καί ἀπό κανέναν. Δέν ζητάει λογαριασμό γιά καμιά ἁμαρτία. Αὐτός μᾶς γλυτώνει καί μᾶς σκεπάζει ἀπό ὅλα τά κακά. Γιατρεύει τά τραύματα. Χαρίζει πλουσιοπάροχα τή ζωή, ἐπειδή εἶναι ἀγαθός. Ἐκεῖνος καλοδέχεται αὐτούς πού καταφεύγουν σ᾽ Αὐτόν, ἐπειδή εἶναι Θεός μέγας καί προγνώστης, καί γνωρίζει ὅλες μας τίς σκέψεις. Ὅταν κάποιος ἔρχεται σ᾽ Αὐτόν γιά νά γιατρευθεῖ, Ἐκεῖνος βλέπει τήν καρδιά του καί ὅλη τήν προθυμία του. Ὅταν πλησιάζοντας κανείς ἔχει σταθερό τόν εὐσεβή λογισμό του, τότε ὁ Ἴδιος ὁ ἀγαθός Θεός, ἐξαιτίας τῆς ἀγαθότητάς Του, ἀμέσως ἀποκαλύπτεται σ᾽ ἐκείνους πού Τόν ζητοῦν. Καί προτοῦ νά σηκώσει ὁ ἄνθρωπος τά μάτια του ν᾽ ἀναζητήσει τό Θεό Ἐκεῖνος τοῦ λέει: «Νά, ἐδῶ εἶμαι». Καί προτοῦ ὁ ἄνθρωπος νά Τόν πλησιάσει, ἀνοίγει τό θησαυρό Του μπροστά σ᾽ αὐτόν πού Τόν ζητάει. Στέλνει ἀπό πρίν ἄφθονους τούς θησαυρούς Του, καί προτοῦ νά Τόν παρακαλέσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ Θεός συμφιλιώνεται μαζί Του. Προτοῦ ὁ ἄνθρωπος νά προσευχηθεῖ, βρίσκει τό ἔλεος. Γιατί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔτσι ποθεῖ καί θέλει νά χαριτώνονται αὐτοί πού μέ εἰλικρίνεια Τόν πλησιάζουν. Δέν ἀργεῖ νά ἀκούσει. Οὔτε πάλι κατηγορεῖ τόν ἀσεβεή, πού Τόν πλησίασε, λέγοντας: «Γιατί τόσον καιρό ὑπηρέτησες τόν Ἐχθρό, καί περιφρόνησες ἑκούσια ἐμένα τόν Κύριό σου;». Δέν ἐξετάζει αὐτόν πού μετανοεῖ. Ὁ Κύριος βλέπει τά δάκρυα καί τούς στεναγμούς ἐκείνου πού ταπεινώνεται ἐνώπιόν Του. Γιατί ὡς Θεός καί πλάστης μας, γνωρίζει τά πάντα πρίν νά γίνουν. Ἀμέσως συγχωρεῖ ὅλες τίς ἁμαρτίες μας, ὅλα τά σφάλματα τῶν λογισμῶν καί τῶν πράξεών μας. Δίνει ἐντολή νά φέρουν καί νά φορέσουν στόν μετανοημένο τήν πρώτη στολή (Λουκ. 15, 22), τοῦ βάζει δαχτυλίδι στό δεξί χέρι καί προστάζει ὅλους τούς Ἀγγέλους νά χαροῦν μαζί Του, γιά τήν ἀνεύρεση τῆς ψυχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ.
Μακάριοι πραγματικά εἴμαστε ὅλοι ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Τί Κύριο γλυκύ ἔχουμε. Πόσο ἀμνησίκακο, ἀγαθό, πονετικό, σπλαχνικό, μακρόθυμο, ὥστε νά συγχωρεῖ πάντοτε τίς ἀσέβειές μας, ἄν βέβαια καί ἐμεῖς τό θέλουμε. Νά δέστε, μᾶς προτρέπει καί συγχρόνως μακροθυμεῖ. Μᾶς προσφέρει ὅλα τά ἀγαθά Του καί σ᾽ αὐτή τή ζωή, ἀλλά καί στήν ἄλλη, ἄν θέλουμε.
Ἐλᾶτε λοιπόν, ἄς Τόν παρακαλέσουμε ὅσο ἀκόμη ὑπάρχει καιρός. Ἐδῶ, ὅσο ἀκόμη βρισκόμαστε σ᾽ αὐτή τή ζωή, μποροῦμε πάντοτε νά παρακαλέσουμε καί νά ἱκετεύσουμε βαθιά τόν Κύριο. Εἶναι εὔκολο σ᾽ ἐμᾶς νά ζητήσουμε συγχώρηση. Εἶναι ὁ δρόμος ἀνοιχτός ἀκόμη, γιά νά τρέξουμε καί νά χτυπήσουμε τήν θύρα τῆς εὐσπλαχνίας Του. Ἄς χύσουμε δάκρυα, ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός νά δεχτεῖ τά δάκρυά μας, γιά νά μήν κλάψουμε ἀνώφελα, στήν ἄλλη ζωή. Γιατί ἐκεῖ δέν ἔχουν καμιά ἀξία τά δάκρυα. Ὅσο θέλουμε ἐμεῖς, τόσο καί ὁ ἀγαθός Θεός συγχωρεῖ. Ἐδῶ μᾶς ἀκούει, ὅταν Τόν παρακαλοῦμε. Σ᾽ αὐτή τή ζωή μᾶς συγχωρεῖ ὅταν Τόν ἱκετεύουμε. Ἐδῶ σβήνει τίς ἁμαρτίες μας, ὅταν ἐμεῖς ἔχουμε καλόγνωμο λογισμό. Σ᾽ αὐτή τή ζωή ὑπάρχει παρηγορία, σ᾽ ἐκείνη ὅμως τή ζωή ζητιέται λόγος. Ἐδῶ ὑπάρχει μακροθυμία, ἐκεῖ ὑπάρχει αὐστηρότητα. Ἐδῶ ὑπάρχει συγκατάβαση, ἐκεῖ ἀκρίβεια. Ἐδῶ ὅλα εἶναι ἐλεύθερα, ἐκεῖ ὑπάρχουν δικαστήρια. Ἐδῶ ὑπάρχει ἄνεση, ἐκεῖ θλίψη. Σ᾽ αὐτή τή ζωή ἀπόλαυση, ἐκεῖ βασανιστήρια. Ἐδῶ πλεονεξία, ἐκεῖ τιμωρία. Ἐδῶ γέλια, ἐκεῖ θρῆνος. Ἐδῶ ἀδιαφορία, ἐκεῖ κόλαση. Ἐδῶ καταφρόνηση, ἐκεῖ αἰώνιο πῦρ. Ἐδῶ καλλωπισμός, ἐκεῖ κόλαση. Ἐδῶ ἔπαρση, ἐκεῖ ἐξευτελισμός. Ἐδῶ οἱ ἁρπαγές, ἐκεῖ τό τρίξιμο τῶν δοντιῶν. Ἐδῶ τά χρυσάφια, ἐκεῖ σκότος καί μαυρίλα. Ἐδῶ ἀδιαφορία, ἐκεῖ τελείως ἀσυγχώρητα ἁμαρτήματα.
Ἀφοῦ τά γνωρίζουμε αὐτά, ἀγαπητοί ἀδελφοί μου, γιατί παραμελοῦμε τή σωτηρία μας; Ἄς μήν προσηλωθεῖ, ἀδελφοί μου, ὁ νοῦς μας σ᾽ αὐτή τή ζωή. Ἄς μήν γλυκαθοῦμε ἀπό τήν ἀγάπη γιά τά γήινα, γιά νά μήν αἰσθανθοῦμε σ᾽ ἐκείνη τή ζωή πίκρα ἀπό τό θρῆνο μας. Γιατί δείχνουμε καταφρόνηση, μή θέλοντας, ὅσο ἀκόμη εἶναι καιρός, νά γιατρευτοῦμε, μέ τά λίγα δάκρυα τοῦ σύντομου αὐτοῦ καιροῦ, καί μέ τή μετάνοια, μέ τήν ὁποία ὁ Θεός συγχωρεῖ ὅλα τά παραπτώματά μας; Κλάψε λίγο ἐδῶ, γιά νά μήν κλάψεις ἐκεῖ στούς ἀτέλειωτους αἰῶνες, μέσα στό σκότος τό ἐξώτερο. Γίνε ἐδῶ φρόνιμος, γιά νά μήν ριχθεῖς ἐκεῖ στήν ἄσβεστη φωτιά. Ποιός δέν θά θρηνήσει γιά μᾶς; Καί ποιός δέν θά μᾶς κλάψει; Ἔλα στά σύγκαλά σου, ἀδελφέ μου γνήσιε, καί διάλεξε αὐτό πού εἶναι καλύτερο καί πού συμφέρει τήν ψυχή σου. Τί σέ ἐμποδίζει νά κλάψεις σ᾽ αὐτή τή ζωή καί νά ἱκετεύσεις τόν Θεό γιά τίς ἁμαρτίες σου, ἐνεργώντας συνετά μέ τή μετάνοια, παρά νά κλάψεις ἐκεῖ, μέσα στή φωτιά, χωρίς καμιά ὠφέλεια; Διότι ἐδῶ ἔχεις ἄνεση νά χύσεις δάκρυα καί νά βρεῖς κάθε παρηγοριά. Ἐκεῖ παρόλα τά δάκρυα, θά πᾶς στήν κόλαση ἐκεῖ πού θά τιμωρηθεῖ ὁ χρεώστης τῶν μυρίων ταλάντων (Ματθ. 18, 24). Ξεπλήρωσε ἕνα μικρό μέρος ἀπό τό χρέος σου, παρακαλώντας τόν Κύριο, νά συγχωρέσει τά χρέη τῆς ψυχῆς σου. Ἄν ὅμως δέν θελήσεις νά ἐπιστρέψεις σ᾽ αὐτή τή ζωή ἕνα μικρό μέρος ἀπό τά πολλά χρέη σου, θά ξεπληρώσεις στήν ἄλλη ζωή ὅλα τά χρέη σου, μέ πολλά βασανιστήρια. Καί τά λέω αὐτά, ἀγαπητοί καί φιλόθεοι ἀδελφοί μου, ἐπειδή τόσο πολύ τό ἐπιθυμεῖτε καί ὄχι ἐπειδή ἐγώ εἶμαι κανένας ἄξιος καί καθαρός στή ζωή μου, ἤ κάποιος πού ἔχει ζήσει μέ ἁγνότητα. Ἀλλά τά λέω μέ βαρύ πόνο καί λύπη καρδιακή, καθώς ἀναλογίζομαι, τί μᾶς περιμένει, καί ὅμως ἐμεῖς ἀμελοῦμε. Ἐγώ μάλιστα, ἀδελφοί μου, εἶμαι ἀκάθαρτος, εἶμαι ἀσεβής στή ζωή μου, στίς πράξεις καί στούς λογισμούς, καί δέν βλέπω μέσα μου κάποιο καλό. Ἀντίθετα καί τώρα, ἀλλά καί πάντοτε, ἤμουν ἁμαρτωλός καί μέ νωθρή προαίρεση.

Αὐτά τά ἀπευθύνω ἐγώ σ᾽ ἐσᾶς πού εἴσαστε ὁμόψυχοι, διότι συνεχῶς σφίγγει τήν καρδιά μου ἡ λύπη γιά τή μέλλουσα φοβερή κρίση τοῦ Θεοῦ. Γιατί ὅλοι μας συνεχῶς αὐτά τά καταφρονοῦμε καί νομίζουμε ὅτι θά ζήσουμε αἰώνια ἐδῶ σ᾽ αὐτή τή μάταια ζωή. Ἡ ζωή περνᾶ, καί ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾽ αὐτή. Καί θά μᾶς ζητηθεῖ λόγος γιά ὅλα αὐτά, ἀγαπητοί, ἐπειδή ἐνῶ ξέραμε τό καλό κάναμε τό κακό. Καταφρονώντας σ᾽ αὐτή τή ζωή τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί τή Βασιλεία Του, προτιμήσαμε τή γῆ καί ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾽ αὐτή. Τό ἀσήμι καί τό χρυσάφι δέν μᾶς σώζει ἀπό τή φοβερή φωτιά τῆς κολάσεως. Τά ὡραῖα ροῦχα καί ἡ καλοπέραση θά μᾶς καταδικάσουν. Ὁ ἀδελφός δέν σώζει τόν ἀδελφό του, οὔτε ὁ πατέρας σώζει τό παιδί του, ἀλλά ὁ καθένας στέκεται ἐκεῖ πού κατατάχθηκε, δηλαδή στή ζωή ἤ στή φωτιά τῆς κολάσεως. Ὑπάρχουν πολλοί ἅγιοι, δίκαιοι καί ὅσιοι, πού ἐγκατέλειψαν τή ζωή καί ὅσα ἔχουν σχέση μέ τόν πρόσκαιρο τοῦτο βίο, γιά νά παραδοθοῦν καλοπροαίρετα στή δική Του ἐξουσία καί στήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν Του. Καί αὐτό, γιατί βεβαιώθηκαν ὅτι θά ἀπολαύσουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς. Πόθησαν τόν Χριστό καί Τόν προτίμησαν περισσότερο ἀπό ὅλα τά φθαρτά πράγματα. Γι᾽ αὐτό καθημερινά ἀγάλλονται «ἐν τῷ Θεῷ», φωτίζονται «ἐν Χριστῷ», χαίρονται διαρκῶς «ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι». Ἀγάλλεται γι᾽ αὐτούς ἡ Ἁγία Τριάδα. Ἀγάλλεται γι᾽ αὐτούς ὁ Παράδεισος τῆς τρυφῆς. Ἀληθινά, αὐτοί εἶναι πάντοτε ἀξιέπαινοι, ἔνδοξοι καί μακάριοι. Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι τούς μακαρίζουν, διότι προτίμησαν τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ περισσότερο ἀπό ὅλο τόν κόσμο. Καί γι᾽ αὐτό ὁ Θεός ὁ Ἅγιος, ὁ δίκαιος καί ἀληθινός, τούς χάρισε τή Βασιλεία Του. Καί μάλιστα τούς ἔδωσε ὡς δῶρο, ἀκόμη μεγαλύτερη δόξα. Νά Τόν βλέπουν δηλαδή πάντοτε μέ χαρά, μαζί μέ τούς ἁγίους Ἀγγέλους. Πολλοί ὅμως ἀπό τούς ἀνθρώπους πόθησαν τή γῆ καί τά φθαρτά πού ὑπάρχουν σ᾽ αὐτήν. Ὁ νοῦς τους εἶναι προσηλωμένος πάντοτε στά φθαρτά, καί σχεδόν σάν ἄλογα ζῶα τρέφουν τά σώματά τους μέ τίς τροφές, σάν νά εἶναι ἀθάνατη αὐτή ἡ μάταια ζωή.
Τί κάνεις ἄνθρωπέ μου, ζώντας σάν ἄλογο ζῶο; Ὁ Θεός σέ δημιούργησε νά εἶσαι ἄνθρωπος συνετός, διακριτικός. Μήν ἐξομοιωθεῖς ἀπό μόνος σου ἀπό τήν ἀδιακρισία σου μέ τά ἀνόητα ζῶα (Ψαλ. 31, 9. 48, 13). Πρόσεξε, ἄνθρωπε, λιγάκι. Ἔλα στά σύγκαλά σου. Κατάλαβε σάν συνετός ἄνθρωπος, ὅτι γιά σένα ἦρθε ἀπό τόν οὐρανό ὁ ὕψιστος Θεός. Γιά νά σέ ἀνυψώσει ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό ἦρθε. Ἔχεις προσκληθεῖ στούς γάμους τοῦ οὐράνιου Νυμφώνα. Γιά ποιό λόγο δείχνεις καταφρόνηση; Γιατί δυσανασχετεῖς; Πῶς θά ἀναχωρήσεις γιά τούς γάμους, πές μου, χωρίς νά ἔχεις τό πολύτιμο ἔνδυμα, πού πρέπει στούς γάμους; Δέν κρατᾶς λυχνάρι. Τότε πῶς θά μπεῖς στούς γάμους; Μπαίνεις περιφρονητικά; Θά ἀκούσεις ἀμέσως ἐκείνη τή φοβερή φωνή· «Φίλε, πῶς μπῆκες στούς γάμους, χωρίς νά ἔχεις ἔνδυμα γιά τό γάμο (Ματθ. 22, 11) τῆς βασιλείας μου; Μπῆκες περιφρονητικά, γιά νά προσβάλλεις μέ τή γύμνια σου τό ἐπίσημο τραπέζι μου;». Καί θά πεῖ ὁ Βασιλιάς στούς ὑπηρέτες του· «Δέστε χειροπόδαρα τόν ἐλεεινό, καί ρίξτε τον μέσα στό καμίνι τῆς φωτιᾶς, γιά νά τιμωρηθεῖ αἰώνια. Διότι ἐγώ ὁ Ἴδιος ἦρθα πρίν ἀπό πολλά χρόνια, καί ὅλους τούς κάλεσα στούς γάμους. Αὐτός ὅμως περιφρονώντας τήν πρόσκλησή μου, δέν ἑτοίμασε γιά τόν ἑαυτό του ἔνδυμα, γιά νά ἔρθει στούς γάμους. Γι᾽ αὐτό σᾶς προστάζω νά τιμωρήσετε τόν ἄθλιο, διότι περιφρόνησε τή βασιλεία μου».
Ἄραγε, δέν τά φοβᾶσαι αὐτά; Δέν τρέμεις, ἄνθρωπέ μου, πού ἦρθε ἡ ὥρα καί ὁ Νυμφίος κοντεύει νά φανερωθεῖ καί νά λάμψει; Δέν ξέρεις ὅτι ὅλα εἶναι ἕτοιμα, καί ὅτι ἡ οὐράνια σάλπιγγα περιμένει τήν προσταγή γιά νά σαλπίσει; Τότε τί θά κάνεις ἐκεῖ, τήν ὥρα αὐτή, ἄν δέν προετοιμασθεῖς γιά τήν ὥρα ἐκείνη τοῦ μακαρισμοῦ, πού θά ἀπευθύνει στούς δικαίους ὁ Θεός; Διότι ὁ μακαρισμός πού θά ἀπευθύνει ὁ Θεός ἀπονέμεται σ᾽ ἐκείνους πού τόν ἀξίζουν. Ἡ οὐράνια σάλπιγγα σαλπίζει ἀπό τόν οὐρανό καί λέει· «Ἀναστηθεῖτε, ἀγαπημένοι τοῦ Χριστοῦ. Νά, ἦρθε ὁ οὐράνιος Βασιλιάς γιά νά σᾶς δώσει ἀνάπαυση καί χαρά στήν αἰώνια ζωή, ὡς ἀνταμοιβή γιά κεῖνον τόν κόπο τῆς ἀσκήσεώς σας. Ἀναστηθεῖτε, δέστε τόν Βασιλέα Χριστό, τόν ἀθάνατο Νυμφίο, πού ἐσεῖς ποθούσατε. Γιατί, μέ τό νά Τόν ποθήσετε, ζήσατε σάν πάροικοι πάνω στή γῆ. Ἀναστηθεῖτε, δεῖτε τή βασιλεία Του, πού σᾶς ἔχει ἑτοιμάσει. Ἀναστηθεῖτε, δεῖτε τόν Κύριο, πού δέν χορταίνει κανείς νά Τόν βλέπει καί Τόν Ὁποῖο ἀγαπήσατε, γιά Τόν Ὁποῖο δοκιμάσατε θλίψεις, καί γιά Τόν Ὁποῖο κοπιάσατε. Ἐλᾶτε τώρα, καί δεῖτε μέ πολλή παρρησία τόν Ἴδιο τόν Κύριο πού πόθησε ἡ καρδιά σας, καί χαρεῖτε μαζί Του τήν ἀνέκφραστη χαρά, μέ τή χαρά πού κανείς δέν μπορεῖ νά σᾶς τήν ἀφαιρέσει (Ἰωάν. 16, 22). Ἐλᾶτε, ἀπολαῦστε αὐτά, πού μάτι δέν τά εἶδε, οὔτε αὐτί τά ἄκουσε, οὔτε νοῦς ἀνθρώπου τά συνέλαβε (Α΄ Κορ. 2, 9), αὐτά τά ὁποῖα μᾶς τά χαρίζει ὁ Ἴδιος ὁ Ποθούμενος». Διότι οἱ ἅγιοι θά ἁρπαχθοῦν μέσα σέ φωτεινές νεφέλες (Α΄ Θεσ. 4, 17) γιά τήν προϋπάντησή Του. Θά ἁρπαχθοῦν οἱ δίκαιοι καί οἱ ἄξιοι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ ψηλά στόν ἀέρα, μέσα σέ ἀπερίγραπτη δόξα, γιά νά δοῦν τόν οὐράνιο, ἀθάνατο Νυμφίο. Ποιός λοιπόν εἶναι ἄξιος νά ἁρπαγεῖ τήν ὥρα ἐκείνη μέσα σέ νεφέλες, γιά νά συναντήσει τόν Χριστό μέ μεγάλη χαρά; Ὅλοι οἱ ἄξιοι δοῦλοι θά ἁρπαχθοῦν μέ δόξα, ἐνῶ ὅλοι οἱ ἀσεβεῖς θά παραμείνουν κάτω στή γῆ μέ μεγάλη ντροπή. Θά ἀκολουθήσουν μακαρισμοί καί χαρά, γιά κείνους πού ἔδειξαν προθυμία ἐδῶ, σ᾽ αὐτή τή ζωή, συγχρόνως μέλλεται τιμωρία καί ντροπή σέ ὅλους τούς ἁμαρτωλούς. Εἶναι μακάριος ἐκεῖνος πού φρόντισε ἀπ᾽ αὐτή τή ζωή νά ἀποδειχθεῖ ἄξιος ἐκείνη τήν ὥρα. Καί εἶναι ἄθλιος ἐκεῖνος πού ἔκανε ἐπίσης τόν ἑαυτό του ἀνάξιο γιά κείνη τήν ὥρα. Οἱ νεφέλες θά ἁρπάξουν ὅλους τούς ἁγίους καί θά τούς μεταφέρουν ἀπό τή γῆ στόν οὐρανό. Ἀντίθετα τούς ἀσεβεῖς θά ἁρπάξουν οἱ Ἄγγελοι, γιά νά τούς βάλλουν μέσα στό καμίνι τῆς ἄσβεστης φωτιᾶς. Ποιός θά χύσει τότε στό κεφάλι μου ἄφθονο νερό νά δροσιστῶ; Καί ποιός πάλι θά προσφέρει στά μάτια μου πηγή πού νά ξεχύνει συνεχῶς δάκρυα; Ὅσο εἶναι καιρός νά δεχθεῖ ὁ Θεός τά δάκρυά μου, ἔκλαψα τόν ἑαυτό μου μέρα καί νύχτα, παρακαλώντας τόν Θεό νά μή βρεθῶ ἀνάξιος τήν ὥρα τῆς Παρουσίας Του, καί νά μήν ἀκούσω ἐκείνη τή φοβερή ἀπόφαση τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ: «Φύγε ἀπό μπροστά μου, ἐργάτη τῆς ἀνομίας (Ματθ. 7, 23) ,δέν σέ ξέρω ἀπό ποῦ εἶσαι» (Λουκ. 13, 25).

Ὁ Θεός ὁ Ὕψιστος, ὁ Μόνος ἀθάνατος, δώρισε σ᾽ ἐμένα τόν ἁμαρτωλό τούς πολλούς οἰκτιρμούς Σου, τήν ὥρα ἐκείνη, γιά νά μή φανερωθεῖ ἡ κρυμμένη ἀσέβειά μου μπροστά στούς θεατές Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους, Προφῆτες, Ἀποστόλους, Δικαίους καί Ἁγίους. Σῶσε με τόν ἀσεβή, μέ τήν Θεία Σου Χάρη καί μέ τούς οἰκτιρμούς Σου, καί βάλε με μέσα στόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς μαζί μέ τούς τελείους καί τούς δικαίους. Δέξου τή δέησή μου, Δέσποτα, μέ τίς πρεσβεῖες τῶν Ἁγίων, πού εὐαρέστησαν σ᾽ Ἐσένα. Δόξα πρέπει στόν Χριστό. Ἀμήν.

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Μετάνοια! Ἡ μόνη λύση στὸ σημερινὸ ἀδιέξοδο




Μετάνοια! Ἡ μόνη λύση στὸ σημερινὸ ἀδιέξοδο

.          
-   Ὁ ἰσραηλιτικὸς λαὸς ὑπομένει ἐθνικὴ συμφορά. Οἱ Χαλδαῖοι, ἀπὸ τοὺς πιὸ ἀπειλητικοὺς λαοὺς τοῦ Ἰσραήλ, κατάφεραν νὰ αἰχμαλωτίσουν καὶ νὰ ἐρημώσουν τὴν Ἰουδαία. Λεηλάτησαν καὶ ἔκαψαν τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν ἅγιο Ναό της. Ἔσφαξαν πλῆθος Ἰσραηλιτῶν. Τύφλωσαν τὸν βασιλιὰ Σεδεκία.

.                 Καὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νὰ ὑπομένει ὁ λαός Του τόσα δεινά, γιὰ νὰ τὸν παιδαγωγήσει γιὰ τὴν ἀποστασία του καὶ τὶς ἁμαρτίες του. Αὐτὴ τὴν τραγικὴ κατάσταση ὄχι ἁπλῶς τὴν ὑφίστανται καὶ τὴν γνωρίζουν οἱ ἅγιοι Τρεῖς Παῖδες Ἀνανίας, Ἀζαρίας καὶ Μισαήλ, ἀλλὰ τὴ βιώνουν προσωπικὰ μέσα ἀπὸ τὴ δική τους ταλαιπωρία. Τὴ βιώνουν στὴν ἀποκορύφωσή της μέσα στὴν καιόμενη κάμινο ὅπου βρίσκονται. Ἀλλὰ ἀκριβῶς μέσα σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τῆς καιόμενης καμίνου, ὁ Ἀζαρίας ἀπευθύνει τὴ θεόπνευστη ὠδή του. Τὴν προσευχή του στὸν Κύριο. Μιλάει καὶ ἀντιπροσωπευτικὰ ὑπὲρ ὅλου τοῦ ἰσραηλιτικοῦ λαοῦ. Ἔτσι αἰσθάνεται. Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ τόνο ἐξομολογητικὸ λέει: «Ἡμάρτομεν καὶ ἠνομήσαμεν ἀποστῆναι ἀπὸ σοῦ καὶ ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι» (Δαν. γ´ 5-6). Ἁ­μαρτήσαμε, Κύριε, λέει, καὶ παρανομήσαμε, διότι ἀπομακρυνθήκαμε ἀπὸ Σένα. Ἔχουμε ἁμαρτήσει σὲ ὅλα καὶ παραθεωρήσαμε τὶς ἐντολές Σου. «Μὴ δὴ παραδῴης ἡμᾶς εἰς τέλος (…) καὶ μὴ ἀ­ποστήσῃς τὸ ἔλεός σου ἀφ’ ἡμῶν» (στίχ. 10-11). Ὅμως, Κύριε, μὴ μᾶς ἀ­φήσεις νὰ ἐξολοθρευθοῦμε τελείως ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας καὶ μὴν ἀπομακρύνεις τὸ ἔλεός Σου ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἁ­μαρ­τωλούς.
.                 Ἀλήθεια, πόσο εἶχε εὐεργετήσει ὁ Θεὸς τοὺς Ἰσραηλίτες! Τοὺς ἐλευθέρωσε ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων. Τοὺς ἔτρεφε ἐπὶ 40 ὁλόκληρα χρόνια στὴν ἔρημο. Τοὺς πότιζε στὸν ἄνυδρο αὐτὸ τόπο. Τοὺς χάρισε τὸν θεῖο Του νόμο. Τοὺς ὁδήγησε τελικὰ θαυματουργικὰ στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας καὶ τοὺς ἐγκατέστησε ἐκεῖ. Ὅμως παρὰ τὶς τόσες θαυματουργικὲς εὐεργεσίες, οἱ Ἰσραηλίτες φάνηκαν ἀγνώμονες πρὸς Αὐτόν. Ἐπηρεάσθηκαν ἀπὸ ἔθνη εἰδωλολατρικά. Λάτρευαν ψεύτικους θεοὺς καὶ εἴδωλα. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ συνέλθουν. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τοὺς ἔστελνε θλίψεις, δοκιμασίες καὶ ἐθνικὲς συμφορὲς πρὸς παιδαγωγικὸ καταρτισμό τους. Εἰδικὰ αὐτὴ τὴν περίοδο ποὺ ὑποφέρουν καὶ οἱ ἅγιοι Τρεῖς Παῖδες, ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὴν γιὰ ἑβδομήντα ὁλόκληρα χρόνια αἰχμαλωσία τους στὴ Βαβυλώνα ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ λαοῦ.
.                 Δὲν ὑπῆρξε ὅμως μόνο τὸ ἰσραηλιτικὸ γένος εὐεργετημένο ἀπὸ τὸν Θεό. Καὶ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος ἔχει ὑπερβαλλόντως εὐεργετηθεῖ. Ὑπῆρξε τὸ πρῶτο ἔθνος στὴν Εὐρώπη ποὺ δέχθηκε τὸ φῶς τοῦ Εὐαγγελίου. Σὲ ἀρκετὲς ἑλληνικὲς πόλεις πρωτοϊδρύθηκαν Ἀποστολικὲς Ἐκ­κλησίες. Στὴ γλώσσα του γράφτηκε ἡ Καινὴ Διαθήκη καὶ μεταφράσθηκε ἡ Παλαιά. Ἀνέδειξε ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος μεγάλους Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ οἰκουμενικοὺς διδασκάλους.
.                 Σήμερα, ὅμως, ποῦ βαδίζει τὸ ἔθνος μας; Εἶναι τραγικὴ ἀλήθεια ὅτι ἔχουμε ἀποστατήσει καὶ ἔχουμε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Χριστὸ καὶ τὴ ζωὴ τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Νομοθετήσαμε ἀντίθετα στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐπιτρέψαμε τὶς ἐκτρώσεις. Τὸν θάνατο δηλαδὴ ἀθώων καὶ ἀνυπεράσπιστων παιδιῶν στὰ σπλάχνα τῶν μητέρων τους. Ὑποτιμήσαμε τὸν θρησκευτικὸ ἐκκλησιαστικὸ γάμο καὶ πλήξαμε τὸν θεσμὸ τῆς οἰκογένειας διευκολύνοντας τὰ διαζύγια καὶ εἰσάγοντας νέες ψευδομορφὲς οἰκογένειας. Καταργήσαμε τὴν καταγραφὴ τοῦ θρησκεύματος στὶς προσωπικές μας ταυτότητες. Ἀπορρίψαμε τὴν ἀνάρτηση τῆς εἰκόνος τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὴν αἴθουσα τοῦ ἐθνικοῦ μας Κοινοβουλίου. Μειώσαμε ἢ ἐξαλείψαμε τὶς ὧρες τῶν Θρησκευτικῶν ἀπὸ τὰ σχολεῖα μας. Ἀναδείξαμε σὲ ἡγετικὲς θέσεις πρόσωπα τὰ ὁποῖα προκλητικὰ δήλωναν ὅτι εἶναι ἄθεοι. Χαρακτηρίσαμε ὑ­περηφάνεια τὴν ντροπὴ καὶ τὴν κατάπτωση, καὶ ἀποδεχθήκαμε βαρύτατες σοδομικὲς ἁμαρτίες ὡς πρόοδο καὶ ἐ­λευθερία τρόπου ζωῆς.
.                 Τὸ ἔθνος μας πράγματι ἀποστάτησε. Στράφηκε μονομερῶς στὴν ὑλιστικὴ εὐ­δαιμονία καὶ στὴ λατρεία τοῦ πλούτου. Ἀπεμπόλησε τὰ ἰδανικά του· γι’ αὐ­τὸ καὶ κατάντησε νὰ ζεῖ μὲ δανεικά.
.                 Γίναμε δοῦλοι τῶν παθῶν μας, καὶ ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν μας ἁμαρτιῶν ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τόσα δεινὰ στὴν Πατρίδα μας: Φτώχεια καὶ ἐθνικὴ ὑποτέλεια. Ἔλλειψη ἡγετῶν καὶ προσώπων ποὺ νὰ ἀναπαύουν τὴ συνείδηση τοῦ λαοῦ, νὰ δικαιώνουν τὶς προσδοκίες του μένοντας πιστοὶ στὴν Παράδοση τοῦ ἔ­θνους μας. Συνεχὴς δανεισμός, συνοδευόμενος μὲ ἀδυναμία παραγωγῆς καὶ ἀνάπτυξης. Ὑψηλοὶ δεῖκτες ἀνεργίας. Ὑποτιμητικὴ ἀντιμετώπιση ἀπὸ τὸ σύν­ολο σχεδὸν τῶν ὑπολοίπων κρατῶν τόσο σὲ εὐρωπαϊκό, ὅσο καὶ σὲ παγκόσμιο ἐπίπεδο.
.                 Καὶ τὸ τραγικὰ χειρότερο: Ἡ γενικὴ ἀπελπιστικὴ παραδοχὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει λύση, διέξοδος καὶ σωτηρία ἀπὸ τὸ τέλμα στὸ ὁποῖο βρισκόμαστε.
.                 Ὅμως ὄχι! Ὑπάρχει τρόπος ἀπαλλαγῆς μας ἀπὸ τὴν τραγικότητα στὴν ὁποία περιπέσαμε. Ὑπάρχει σωτηρία. Εἶναι ἡ μετάνοια ὁλόκληρου τοῦ ἔθνους μας. Ὁλόκληρου τοῦ λαοῦ μας. Ὁ Θεὸς ἀπέσυρε τὴ χάρη Του ἐξαιτίας τῶν ἁ­μαρτιῶν μας. «Ἡμάρτομεν καὶ ἠνομήσαμεν… ἐξημάρτομεν ἐν πᾶσι». Νὰ ζήσουμε λοιπὸν ἐν μετανοίᾳ. Νὰ παρακαλέσουμε θερμὰ τὸν φιλεύσπλαχνο καὶ ἐλεήμονα Θεὸ νὰ σώσει τὸ ἔθνος μας ὅπως καὶ ἄλλοτε. Ὅπως ἔσωσε τοὺς ἁγίους Τρεῖς Παῖδες μέσα στὴν κάμινο τοῦ πυρός. Ὅπως ἔσωσε τοὺς αἰχμάλωτους Ἰσραηλίτες στὴ Βαβυλώνα.
.                 Ἔτσι νὰ σώσει καὶ νὰ λυτρώσει καὶ τὸ ἔθνος μας σήμερα. Ἀφοῦ πρῶτα ὅμως μετανοήσουμε!