Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ


Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΑΤΑΠΟΝΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΔΙΩΚΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΕΝΩΝ.
Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Πάσχα
(Πράξ. Αποστ. Α΄1-8)


Πάσχα! Πάσχα Κυρίου Πάσχα, αδελφοί! Ανάστασις Κυρίου Ιησού Χριστού!
Και για τον λόγο αυτό, η χαρά μας είναι ασυγκράτητη. Την διαλαλούμε δε και την κηρύσσουμε στα πέρατα της οικουμένης. Συμψάλλουμε με την θριαμβεύουσα εν ουρανοίς Εκκλησία τον παιάνα της Νίκης «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος»!
Γι' αυτό ακριβώς το θεμελιώδες γεγονός της πίστεώς μας, κάνει λόγο και το Αποστολικό ανάγνωσμα. Γράφει ο Έλληνας Ευαγγελιστής Λουκάς στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων ότι ο Κύριος Ιησούς, προ της Αναλήψεώς του στους ουρανούς «παρέστησεν εαυτόν ζώντα μετά το παθείν αυτόν εν πολλοίς τεκμηρίοις», στους μαθητές του. (Πράξ. Αποστ. Α΄3).
Δηλ. ο Αναστάς Κύριος, τους παρουσίασε τον εαυτόν του ζώντα μετά το πάθημα του Σταυρού. Και το θαυμαστό είναι ότι αυτό έγινε με πολλές αποδείξεις. Εμφανιζόταν ο Κύριος «δι ημερών τεσσαράκοντα».
Επί σαράντα ημέρες, κατά διαλείμματα τους έλεγε περί της βασιλείας του Θεού. Και τους ετόνιζε ότι «ου μετά πολλάς ταύτας ημέρας» θα βαπτισθούν «εν Πνεύματι Αγίω».(Πράξ. Απ. Α΄5). Θα λάβουν δηλ. το Πνεύμα το Άγιον, και αφού δεν είναι δικό τους θέμα το να γνωρίζουν τους «χρόνους ή τους καιρούς ους ο πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. Απ. Α΄7), δηλ. περί των εσχάτων, τους δίνει την ευλογημένη εντολή να γίνουν «μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως εσχάτου της γης» (Πράξ. Απ. Α΄8). Δηλαδή τους είπε ότι θα λάβετε ενίσχυση και δύναμη, όταν έλθει επάνω σας η χάρις του Παναγίου Πνεύματος και θα είστε μάρτυρες του βίου μου και της διδασκαλίας μου και στον χώρο της Ιερουσαλήμ και της Ιουδαίας και Σαμαρείας, αλλά και έως το έσχατον και το πλέον απομεμακρυσμένο σημείο της γης.
Φυσικά όλ' αυτά που είπε ο αναστάς Κύριος πραγματοποιήθηκαν, αλλά και θα πραγματοποιούνται προς δόξαν του Τριαδικού Θεού έως το τέλος της Ιστορίας. Ουδέποτε θα παύσει να κηρύσσεται η ένδοξος Ανάστασις του Χριστού «έως εσχάτου της γης», προς πείσμα των δαιμόνων.
Τι κι αν κατά καιρούς φαίνεται ότι σε ορισμένα σημεία του κόσμου κυριαρχούν οι σκοτεινές δυνάμεις του Άδου; Όχι μόνο δεν εμποδίζουν την αλήθεια της Ευαγγελικής διδαχής και την πραγματικότητα της Αναστάσεως, αλλ΄όλως αντιθέτως, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δίχως να το θέλουν, κατορθώνουν το εντελώς αντίθετο.
Κλασσικό πλέον παράδειμα τούτου, για την γενεά μας την «μοιχαλίδα και αμαρτωλόν» αποδείχθηκε ο θρίαμβος της Εκκλησίας του Χριστού στα πρώην κουμουνιστικά κράτη.
Εκεί που φαινόταν ότι είχε τον θρόνο του, το αιμοβόρο θηρίο του αθεϊσμού και του απαίσιου και ξεπερασμένου πλέν μαρξισμού, στην Μόσχα, εκεί δηλαδή ακριβώς που φαινόταν να κυριαρχούσε η άρνηση της Αναστάσεως, εκεί ήταν που υπέστη και τον εξευτελισμόν του. Διαλύθηκε εις τα εξ' ων συνετέθη, και στους ίδιους χώρους τώρα κτίστηκε από την επίσημη Ρωσική κυβέρνηση ο μεγαλοπρεπής Ορθόδοξος Ναός του Σωτήρος Χριστού!
Εκεί που οι ανόητοι αντίχριστοι ετύπωναν το περιοδικό «Άθεος» για να χτυπήσουν την πίστη των Χριστιανών, εκεί τώρα οι Αρχές και οι εξουσίες τη νύκτα της Αναστάσεως θα κοινωνήσουν το Σώμα και το Αίμα του Αναστάντος Χριστού! Εκεί που υπήρχε ο πάγος και η βουβαμάρα του διωγμού, τη νύχτα της Αναστάσεως, και όχι μόνον, οι πελώριες καμπάνες του Κρεμλίνου θα μεταφέρουν πανηγυρικώς τον θρίαμβο της Αναστάσεως, έως τις εσχατιές της αχανούς αυτής χώρας. Θα μεταφέρεται το ζεστό και γλυκό, συνάμα δε και λαμπρό μήνυμα της Αναστάσεως, έως εκεί που μέχρι προσφάτως υπήρχαν τα αλήστου μνήμης γκουλάγκ. Τα πλέον σκληρά και φρικτά στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στα οποία εγκλείονταν τα τέκνα του φωτός και της Αναστάσεως, για να περάσουν από κει στο φωτεινό χώρο των Αγίων, και για να ικετεύσουν τον Θεό υπέρ των δεινώς χειμαζομένων και δεδιωγμένων αδελφών τους (Αποκάλυψις ΣΤ΄10).
Αλλά τι να πρωτοπεί κανείς για τις ιστορικές και αδιαμφισβήτητες πλεόν αυτές αλήθειες; Πού να πρωτοσταθούμε, και πού να εστιάσουμε το βλέμμα μας; Να ανοίξουμε την τραγική, συνάμα δε και τόσο λαμπερή σελίδα, όσον αφορά τη δύναμη της Αναστάσεως; Να ανοίξουμε την μαύρη βίβλο της γειτονικής μας Αλβανίας, ή με κομμένη την ανάσα να ατενίσουμε σε τόσα άλλα μέρη της πονεμένης Ρωμιοσύνης, και της όπου γης Εκκλησίας του Χριστού, δηλ. της Ορθοδοξίας μας;
«Επιλήψει με διηγούμενον ο χρόνος».
Αναμφιβόλως, για όσους διαθέτουν τον κοινόν νουν και θέλουν να είναι ελεύθερες προσωπικότητες, όλα αυτά είναι ακαταμάχητες αλήθειες, «εν πολλοίς τεκμηρίοις». Αλήθειες για το ότι ο Χριστός «εξήλθε νικών και ίνα νικήση»! (Αποκάλ.ΣΤ΄2).
Και τονίζουμε αδελφοί μου τον «κοινόν νουν» και το «ελεύθερον της προσωπικότητος», κυρίως δε της ορθοδόξου και δη Ελληνικής Χριστιανικής προσωπικότητας. Ναι, για να κατανοήσει κανείς τα της πίστεως και συγκεκριμένα τα της Αναστάσεως, ότι δηλ. ο Χριστός είναι ακατανίκητος, επιβάλλεται να τονίζουμε το στοιχείο του κοινού νου και της ελεύθερης προσωπικότητας!
Διότι τι άλλο μπορεί κανείς να επισημάνει όταν βλέπει όχι πλέον αθέους και απίστους (θα λέγαμε ότι για την περίπτωση αυτών ισχύει ο λόγος «εκ κόρακος κρα», τέτοιοι είναι, τέτοια μόνο γνωρίζουν να ζουν και να εκφράζουν), αλλά χριστιανούς και μάλιστα κληρικούς, επισκόπους, να συμμετέχουν απροκάλυπτα και να φωτογραφίζονται αδιάντροπα σε εκδηλώσεις μασσωνικές, τουτέστιν σατανικές, αφού ο Θεός της επάρατης μασσωνίας, δεν είναι ο Αναστάς Ιησούς, αλλά στη μορφή του Μπαθομέτ, ίδιος ο διάβολος;
Και απορεί κανείς με όλα αυτά. Τί λοιπόν συμβαίνει με αυτούς τους ανθρώπους; Ανήκουν με την θέληση τους στο «λόμπι» του Ιούδα; Του προδότου μαθητού, ο οποίος καίτοι ευρισκόταν στον κύκλο των δώδεκα Αποστόλων, και μάλιστα με ιδιαίτερο διακόνημα, τελικώς έφτασε να κάνει το έγκλημα των αιώνων, εντελώς συνειδητά; Ή μήπως συμβαίνει τούτο, ότι δηλ. παρά το αξίωμα που φέρουν είναι εντελώς αδαείς και ανόητοι, και βραδείς τη καρδία;
Ομολογουμένως, βρίσκεται κανείς σε δίλημμα. Μήπως πάλι κάποιοι τους «κρατούν από κάπου» και δεν μπορούν οι ταλαίπωροι να ξεφύγουν από την φωλιά του όφεως, διότι τούτο συνεπάγεται είτε προσωπικό εξευτελισμό είτε θάνατο ή στην καλύτερη των περιπτώσεων «ύπνωση»;...
Αλήθεια, τί χαρακτηρισμό να προσάψει κανείς σ' αυτές τις περιπτώσεις; Του προδότη ή του ανόητου; Ή μήπως το συναμφότερον, που μάλλον είναι και το πιθανότερον;
Και αλλοίμονο, ας μη βρεθεί κανένας πιστός έχοντας «ευλάβεια με βλάβη» κατά τον προσφυή λόγο του Γέροντος Παϊσίου και υποστηρίξει ότι βρέθηκαν οι κληρικοί στις μασσωνικές (σατανικές) στοές, λόγω υπακοής στην προϊσταμένη τους αρχή. Αν ακουστεί κάτι τέτοιο ή παρόμοιο τότε θα αποδειχθεί αφ' ενός η «βλάβη», αφ' ετέρου το ότι πράγματι είμαστε άξιοι υποδουλώσεως...
Στην περίπτωση όμως όπου αποδειχθεί ότι «κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της Δανιμαρκίας», ότι δηλ. όντως η προϊσταμένη αρχή κάλυψε την όλη κίνηση του εξευτελισμού, ή έστω απλώς και γνώριζε τα τεκταινόμενα του παραρτήματος του Άδου και τον διασυρμό του Ορθοδόξου ράσου, τότε πλέον τον λόγο, τόσο για υφισταμένους, όσο κυρίως για προϊσταμένους, θα πρέπει να λάβει η Εκκλησιαστική δικαιοσύνη, με ό,τι βεβαίως αυτό συνεπάγεται εκ των Ιερών κανόνων.
Επιπροσθέτως δε να σημειωθεί ότι έχουν κάθε νόμιμο δικαίωμα οι συνειδητοί τουλάχιστον κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί να αρνηθούν να λάβουν ευχή και να έχουν οποιαδήποτε άλλης μορφής επικοινωνία με τα πρόσωπα αυτά που τόλμησαν να «κοινωνήσουν ποτηρίου Κυρίου και ποτηρίου δαιμόνων» (Α΄Κορινθ. Ι΄21).
Και αυτά μεν, συνοπτικώ τω τρόπω για τους προδότες της πίστεως ή τους ανοήτους που διασύρονται διαδικτυακώς μάλιστα απ' αυτούς τους ίδιους που τους προσκάλεσαν δήθεν για να τους «ευλογήσουν», ουσιαστικώς όμως να εξευτελίσουν το σχήμα τους μέσα στις ρετουσαρισμένες «κοινωνικές τελετές».
Εμείς όμως αδελφοί μου, παρά τους τυχόν κραδασμούς, που πάντα υφίστανται στην κοινωνία μας, δεν έχουμε παρά να χαιρόμαστε με όλη μας την ύπαρξη την χαρά της Αναστάσεως.
Και όπως οι πρώτοι χριστιανοί, δεν τα έχασαν και δε κλονίστηκε η πίστη τους από την προδοσία και το κατάντημα του Ιούδα, και κατόπιν βεβαίως με τους πεπτωκότας και τους εν γένει αποστάτες, αλλά στηρίχθηκαν στην πίστη τους από τα «τεκμήρια» δηλ. τις αποδείξεις της Αναστάσεως, έτσι ακριβώς ας συμβαίνει και με εμάς.
Να καλλιεργούμε συνεχώς την πίστη μας στη Θεότητα του Χριστού!
Μάλιστα, το γεγονός της Αναστάσεως δηλώνει όχι μόνο την νίκη εναντίον του θανάτου και του διαβόλου, αλλά και αυτή την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Αγαπητοί μου. Η Ανάσταση πολλαπλασιάζεται και καταυγάζει το ανέσπερο φως της στην καθημερινότητα και σε όλες τις ευλογημένες πράξεις των ανθρώπων, θέλοντας και μη.
Το θέμα όμως είναι, τί στάση θα κρατήσει ο καθένας; Θα ανήκει στον ευλογημένο κύκλο των μαθητών και στις ανδρείες Μυροφόρες που έλαβαν τα «χαράς ευαγγέλια»; Ή τραγικά θα μιμηθεί τον Ιούδα που μετά το έγκλημα της προδοσίας πήγε να βρει καταφυγή στο συνέδριο των Εβραίων, με αποτέλεσμα οι ίδιοι οι «πάτρωνές» του, αμέσως να τον απορρίψουν και να τον αρνηθούν « τι προς ημάς; συ όψει»(Ματθ. ΚΖ΄4), για να τον καταβροχθήσει τελικώς ο Άδης;
Το μόνο βέβαιο είναι ότι ουδέποτε ουδείς κατόρθωσε ή θα κατορθώσει να συνδιάσει και τα δύο. Δηλ. να απολαμβάνει και το φως του Χριστού και ταυτοχρόνως να θητεύει στα σκοτεινά παραρτήματα των Εβραίων.
Ουδέποτε μπορεί κανείς να είναι συνειδητό μέλος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και ταυτοχρόνως συνειδητό μέλος ή τιμής ένεκεν (εν προκειμένω ατιμίας), συνοδοιπόρος στο κατρακύλισμα των εχθρών και «ανταλλακτικό» (βεβαίως αναλώσιμο) στα γρανάζια του διαβόλου. Τελικώς η ίδια η πράξη δείχνει ότι τα «ανταλλακτικά» αυτά, συνθλίβονται μέσα στα φοβερά γρανάζια της μηχανής, που δήθεν θα τα αναδείκνυε.
Το λοιπόν. Ή Χριστός ή χάος!
Ή διηνεκής χαρά της Αναστάσεως ή πρόγευση κολάσεως απ' αυτή τη ζωή.
Και ας μη λησμονούμε ότι το φως της Αναστάσεως για όσους συνειδητά το αρνούνται ή νομίζουν ότι μπορούν να «παίξουν» με τον Ιησού, γίνεται «πυρ καταναλίσκον» αφού «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος» κατά τον αψευδή λόγο του Θεού, αλλά και όπως αποδεικνύει η ίδια η ζωή που είναι η αδιάψευστη πραγματικότητα.
Αδελφοί μου. Ζούμε και θα ζούμε προς δόξαν Θεού, πάντα και για πάντα, το φως, την χαρά, την ευωδία, τον θρίαμβο και την αιώνια νίκη του Αναστάντος Κυρίου ημών Ιησού Χριστού!
Χριστός Ανέστη-Αληθώς Ανέστη!

Σάββατο 30 Απριλίου 2016

Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη χαρά μου!!!


Χριστός Ανέστη, Αληθώς Ανέστη χαρά μου!!! 

Ο Αναστάσιμος κανόνας του Πάσχα με μετάφραση


Χριστός Ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος!


Ωδή α’
«Αναστάσεως ημέρα λαμπρυνθώμεν Λαοί, Πασχα Κυρίου, Πασχα εκ γαρ θανάτου προς ζωήν, και εκ γης προς ουρανόν, Χριστός ο Θεός, ημάς διεβίβασεν, επινίκιον άδοντας.

Καθαρθώμεν τας αισθήσεις, και οψόμεθα, τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως, Χριστόν εξαστράπτοντα, και, Χαίρετε, φάσκοντα, τρανώς ακουσόμεθα, επινίκιον άδοντες.

Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω, εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος».
Μετάφραση
Ημέρα Αναστάσεως σήμερα, ας λάμψουμε από χαρά όλοι οι Χριστιανοί. Είναι Πάσχα, του Κυρίου Πάσχα. Γιατί ο Χριστός ο Θεός από το θάνατο στη ζωή και από τη γη στον ουρανό διεβίβασε εμάς που ψάλλουμε γι’ αυτό επινίκιο ύμνο.

Με τις καθαρές τις αισθήσεις θα αντικρύσουμε μέσα στο απρόσιτο φως της Αναστάσεως τον Χριστό ολόλαμπρο και θα τον ακούσουμε καθαρά να μας λέει, χαίρετε, ενώ θα ψάλλουμε επινίκιο ύμνο.

Ας ευφρανθούν οι ουράνιες δυνάμεις, όπως αξίζει για το μεγάλο γεγονός της Αναστάσεως και στη γη οι άνθρωποι ας σκιρτούν από αγαλλίαση. Ας πανηγυρίζει όλος ο κόσμος ο ορατός και ο αόρατος, γιατί ο Χριστός, η αιώνια ευφροσύνη των ψυχών, από τον τάφο έχει εγερθεί.


Ωδή γ’
«Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον, αλλ' αφθαρσίας πηγήν, εκ τάφου ομβρήσαντος Χριστού, εν ω στερεούμεθα.

Νυν πάντα πεπλήρωται φωτός, ουρανός τε και γη, και τα καταχθόνια• εορταζέτω γουν πάσα κτίσις, την Έγερσιν Χριστού, εν η εστερέωται.

Χθες συνεθαπτόμην σοι Χριστέ συνεγείρομαι σήμερον αναστάντι σοι, συνεσταυρούμην σοι χθες, αυτός με συνδόξασον Σωτήρ, εν τη βασιλεία σου».
Μετάφραση
Ελάτε να πιούμε ποτό που ανακαινίζει, που δεν αναβλύζει θαυματουργικά από άγονο βράχο, αλλά ποτό που είναι πηγή αθανασίας, που ανέβλυσε από τον πέτρινο τάφο του Χριστού, με την πίστη στον οποίο εμείς είμαστε ασφαλισμένοι.

Τα πάντα σήμερα είναι γεμάτα από το φως της Αναστάσεως και ο ουρανός και η γη και ο άδης. Όλη λοιπόν η κτίση ας πανηγυρίσει για του Χριστού την Ανάσταση, με την οποία πίστη είναι ασφαλισμένη.

Χθες θαπτόμουνα μαζί σου, Χριστέ, σήμερα μαζί με σένα που αναστήθηκες, σηκώνομαι κι εγώ. Χθες σταυρωνόμουνα με σένα, αυτός ο ίδιος Σωτήρ μου, δόξασέ με μαζί σου στη βασιλεία Σου.


Ωδή δ’
«Επί της θείας φυλακής ο θεηγόρος Αββακούμ, στήτω μεθ' ημών και δεικνύτω, φαεσφόρον Άγγελον, διαπρυσίως λέγοντα Σημερον σωτηρία τω κόσμω, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος.

Άρσεν μεν, ως διανοίξαν, την παρθενεύουσαν νηδύν, πέφηνε Χριστός, ως βροτός δε, αμνός προσηγόρευται, άμωμος δε, ως άγευστος κηλίδος, το ημέτερον Πασχα, και ως Θεός αληθής, τέλειος λέλεκται.

Ως ενιαύσιος αμνός, ο ευλογούμενος ημίν, στέφανος χρηστός εκουσίως, υπέρ πάντων τέθυται, Πασχα το καθαρτήριον, και αύθις εκ του τάφου ωραίος, δικαιοσύνης ημίν έλαμψεν ήλιος.

Ο θεοπάτωρ μεν Δαυΐδ, προ της σκιώδους κιβωτού ήλατο σκιρτών, ο λαός δε του Θεού ο άγιος, την των συμβόλων έκβασιν, ορώντες, ευφρανθώμεν ενθέως, ότι ανέστη Χριστός ως παντοδύναμος».
Μετάφραση
Μαζί με τον προφήτη Αββακούμ ας αναβούμε στην ιερή σκοπιά της νήψεως και προσοχής του νου και ας δούμε τον απαστράπτοντα άγγελο να αναφωνεί με ολοκάθαρη σαν τη φωτιά φωνή: σήμερα σωτηρία στον κόσμο ήρθε, γιατί ο Χριστός ανέστη ως παντοδύναμος Θεός που είναι.

Άρσεν που διαπέρασε την παρθενική μήτρα παρουσιάστηκε ο Χριστός, επειδή προσφέρεται για βρώση, αμνός αποκαλείται, αλλά και άμεμπτο είναι το δικό μας πασχαλινό πρόβατο, επειδή δε δοκίμασε κανένα ψεγάδι αμαρτίας, αφού και Θεός αληθινός είναι, τέλειος έχει ονομασθεί.

Σαν το χρονιάρικο αρνί (που θυσίασαν οι Εβραίοι στην Αίγυπτο) ο Κύριος που δοξολογείται από μας, σαν στεφάνι που περικλείει κάθε αγαθωσύνη, θεληματικά θυσιάστηκε για τη σωτηρία όλων μας, το πασχαλινό πρόβατο που μας καθαρίζει από την αμαρτία. Και πάλι μετά τη θυσία Του, με την έγερσή Του από τον τάφο έλαμψε για μας ως ήλιος δικαιοσύνης γεμάτος ομορφιά.

Ο πρόγονος του Θεανθρώπου, ο Δαυίδ, μπροστά στην Κιβωτό, που ήταν προτύπωση των μελλόντων, χόρευε από χαρά σκιρτώντας, εμείς δε, που αποτελούμε το λαό του Θεού τον ξεχωριστό, βλέποντας την εκπλήρωση των παλαιών εκείνων συμβόλων, ας ευφρανθούμε πνευματικά, γιατί ανέστη ο Χριστός ως παντοδύναμος Θεός που είναι.




Ωδή ε’
«Ορθρίσωμεν όρθρου βαθέος, και αντί μυρου τον ύμνον προσοίσομεν τω Δεσπότη, και Χριστόν οψόμεθα, δικαιοσύνης ήλιον, πάσι ζωήν ανατέλλοντα.

Την άμετρόν σου ευσπλαγχνίαν, οι ταις του Άδου σειραίς, συνεχόμενοι δεδορκότες, προς το φως ηπείγοντο Χριστέ, αγαλλομένω ποδί, Πασχα κροτούντες αιώνιον.

Προσέλθωμεν λαμπαδηφόροι, τω προϊόντι Χριστώ εκ του μνήματος, ως νυμφίω, και συνεορτάσωμεν ταις φιλεόρτοις τάξεσι, Πασχα Θεού το σωτήριον».
Μετάφραση
Ας σηκωθούμε στα βαθιά χαράματα και αντί για μύρα, ύμνο ας προσφέρουμε στον Κύριο και θα δούμε (νοερά) τον Χριστό, τον Ήλιο της δικαιοσύνης να φέρει σ’ όλους μας ζωή.

Χριστέ, βλέποντας τη δική σου άπειρη ευσπλαχνία αυτοί που ήσαν δεμένοι με τις αλυσίδες του Άδη, έσπευδαν με γρήγορη, γεμάτοι αγαλλίαση, περπατησιά να φθάσουν σε Εσένα το φως, χτυπώντας τα χέρια από χαρά για το Πάσχα, που θα διαρκέσει αιώνια.

Ας πλησιάσουμε με αναμμένες λαμπάδες τον Χριστό, που βγαίνει από το μνήμα σαν από νυφικό θάλαμο και μαζί με τα τάγματα των ουρανίων αγγέλων που αγαπούν τις εορτές μας, ας γιορτάσουμε το Πάσχα Θεού, που έφερε τη σωτηρία μας.
Ωδή στ’
«Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις της γης, και συνέτριψας μοχλούς αιωνίους, κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, και τριήμερος ως εκ κήτους Ιωνάς, εξανέστης του τάφου.

Φυλάξας τα σήμαντρα σώα Χριστέ, εξηγέρθης του τάφου, ο τας κλεις της Παρθένου μη λυμηνάμενος εν τω τόκω σου, και ανέωξας ημίν, Παραδείσου τας πύλας.

Σώτερ μου το ζων τε και άθυτον, ιερείον, ως Θεός, σεαυτόν εκουσίως, προσαγαγών τω Πατρί, συνανέστησας, παγγενή τον Αδάμ, αναστάς εκ του τάφου».



Μετάφραση
Κατέβηκες στα κατώτατα μέρη της γης, στον Άδη και συνέτριψες τους μοχλούς που κρατούσαν αιώνες φυλακισμένους τους δεσμώτες της αμαρτίας, Χριστέ, και μετά από τρεις μέρες, όπως ο Ιωνάς από το κήτος, σηκώθηκες αναστημένος από τον τάφο.

Χωρίς να χαλάσεις τις σφραγίδες σηκώθηκες αναστημένος από τον τάφο Χριστέ, συ που στη γέννησή σου δεν κατέστρεψες την πύλη της αγνότητας της Παρθένου, και άνοιξες για μας τις πύλες του Παραδείσου.

Σωτήρα μου, Συ που είσαι το ζωντανό και μη δυνάμενον να θυσιαστεί ως Θεός ιερό σφάγιο, Συ ο ίδιος ως άνθρωπος με τη θέλησή σου προσέφερες τον εαυτόν σου θυσία στον Πατέρα και με την Ανάστασή σου από τον τάφο, ανέστησες μαζί και τον Αδάμ με όλο το γένος των ανθρώπων.


Ωδή ζ’
«Ο Παίδας εκ καμίνου ρυσάμενος, γενόμενος άνθρωπος, πάσχει ως θνητός, και δια Παθους το θνητόν, αφθαρσίας ενδύει ευπρέπειαν, ο μόνος ευλογητός των Πατέρων, Θεός και υπερένδοξος.

Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες, οπίσω σου έδραμον, ον δε ως θνητόν, μετά δακρύων εζήτουν, προσεκύνησαν χαίρουσαι ζώντα Θεόν, και Πασχα το μυστικόν σοις Χριστέ Μαθηταίς ευηγγελίσαντο.

Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν, Άδου την καθαίρεσιν, άλλης βιοτής, της αιωνίου απαρχήν, και σκιρτώντες υμνούμεν τον αίτιον, τον μόνον ευλογητόν των Πατέρων, Θεόν και υπερένδοξον.

Ως όντως ιερά και πανέορτος, αύτη η σωτήριος, νυξ και φωταυγής, της λαμπροφόρου ημέρας, της Εγέρσεως ούσα προάγγελος, εν η το άχρονον φως, εκ τάφου σωματικώς πάσιν επέλαμψεν».
Μετάφραση
Ο Χριστός που διέσωσε του Τρεις Παίδας αβλαβείς από τη φλόγα της καμίνου, ύστερα, αφού έγινε άνθρωπος πάσχει ως θνητός. Και με το πάθος Του ντύνει με την κόσμια στολή της αθανασίας τη θνητή ανθρώπινη φύση, Αυτός ο Θεός των Πατέρων μας, ο μόνος άξιος να ευλογείται και να δοξάζεται υπέρμετρα.

Γυναίκες ευσεβείς κρατώντας μύρα έτρεξαν πίσω σου στον τάφο. Και εσένα που ως νεκρό αναζητούσαν κλαίοντας, ως Θεό ζωντανό γεμάτες χαρά προσκύνησαν και στους μαθητάς σου τη χαρμόσυνη είδηση έφεραν, Χριστέ, για την με μυστηριώδη τρόπο Ανάστασή σου.

Εορτάζουμε τη νέκρωση του θανάτου, τη συντριβή του Άδη, την αρχή μιας άλλης ζωής αιώνιας. Και σκιρτώντας από χαρά υμνούμε τον αίτιο όλων αυτών των ευεργεσιών, που μόνος αυτός, ο Θεός των πατέρων μας, αξίζει να υμνείται και να δοξολογείται υπέρμετρα.

Πράγματι ιερή και πανηγυρικότατη, πλημμυρισμένη από φως είναι αυτή η σωτήρια νύκτα, γιατί είναι προάγγελος της λαμπροφόρου ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου, κατά την οποία το άχρονο φως της θεότητας έλαμψε σ’ όλους από τον τάφο σωματικώς.




Ωδή η’
«Αύτη η κλητή και αγία ημέρα, η μία των Σαββάτων, η βασιλίς και κυρία, εορτών εορτή, και πανήγυρις εστί πανηγύρεων, εν η ευλογούμεν, Χριστόν εις τους αιώνας.

Δεύτε του καινού της αμπέλου γεννήματος της θείας ευφροσύνης, εν τη ευσήμω ημέρα της εγέρσεως, βασιλείας τε Χριστού κοινωνήσωμεν, υμνούντες αυτόν, ως Θεόν εις τους αιώνας.

Άρον κύκλω τους οφθαλμούς σου Σιών και ίδε ιδού γαρ ήκασί σοι, θεοφεγγείς ως φωστήρες, εκ δυσμών και βορρά, και θαλάσσης, και εώας τα τέκνα σου εν σοι ευλογούντα, Χριστόν εις τους αιώνας.

Πατερ παντοκράτορ, και Λογε, και Πνεύμα, τρισίν ενιζομένη, εν υποστάσεσι φύσις, υπερούσιε και υπέρθεε εις σε βεβαπτίσμεθα, και σε ευλογούμεν, εις πάντας τους αιώνας».
Μετάφραση
Αυτή η επίσημη και αγία ημέρα, η πρώτη της εβδομάδος, η βασίλισσα όλων των ημερών, αφιερωμένη στον Κύριο, είναι η εορτή η πιο μεγάλη απ’ όλες τις εορτές και πανήγυρις πιο μεγάλη απ’ όλες τις πανηγύρεις, κατά την οποία ευλογούμε αιώνια τον Χριστό.

Ελάτε πιστοί το νέο καρπό της αμπέλου να μεταλάβουμε, που ευφραίνει με θεία αγαλλίαση, αυτή την επίσημη ημέρα της Αναστάσεως που είναι και ημέρα της βασιλείας του Χριστού, υμνούντες αυτόν, ως Θεόν όπου είναι, αιώνια.

Σήκωσε, Σιών, τα μάτια σου τριγύρω και κοίταξε, γιατί να, ήρθαν από τη δύση και το βορρά, το νότο και την ανατολή τα παιδιά σου, που λάμπουν με θεϊκό φως, σαν τα άστρα, δοξολογώντας μέσα στους κόλπους σου τον Χριστό αιώνια.

Αγία Τριας, Πάτερ παντοδύναμε, και Λόγε και Πνεύμα, τρία πρόσωπα ενωμένα σε μια θεία φύση, υπερτέλεια κατά την ουσία και θεότητα, στο όνομά σου έχουμε βαπτιστεί και Εσένα δοξολογούμε αιώνια.


Ωδή θ’
«Φωτίζου, φωτίζου, η νέα Ιερουσαλήμ η γαρ δόξα Κυρίου επί σε ανέτειλε. Χορευε νυν, και αγάλλου Σιών, συ δε αγνή, τέρπου Θεοτόκε, εν τη εγέρσει του τόκου σου.
Ω θείας, ω φίλης, ω γλυκυτάτης σου φωνής μεθ' ημών αψευδώς γαρ, επηγγείλω έσεσθαι, μέχρι τερμάτων αιώνος Χριστέ, ην οι πιστοί, άγκυραν ελπίδος, κατέχοντες αγαλλόμεθα.
Ω Πασχα το μέγα, και ιερώτατον Χριστέ, ω σοφία και Λογε, του Θεού και δύναμις, δίδου ημίν εκτυπώτερον, σου μετασχείν, εν τη Ανεσπέρω ημέρα της βασιλείας σου».

Μετάφραση
Φωτίζου, φωτίζου η νέα Ιερουσαλήμ, η Εκκλησία του Χριστού, γιατί σε σένα ανέτειλε σαν φως η δόξα του Κυρίου. Τώρα νέα Σιών, χόρευε πνευματικά και γέμισε αγαλλίαση. Και συ, αγνή Θεοτόκε, να ευφραίνεσαι για την Ανάσταση του Υιού σου.

Πόσο θεϊκή, πόσο προσφιλής, πόσο γλυκύτατη ήταν η φωνή σου εκείνη, Χριστέ. Γιατί υποσχέθηκες αληθινά ότι θα είσαι πάντοτε μαζί μας μέχρι της συντελείας των αιώνων. Αυτή σου την υπόσχεση εμείς οι πιστοί σαν άγκυρα ελπίδας για ασφάλεια στις τρικυμίες της ζωής κρατούμε γεμάτοι αγαλλίαση.

Χριστέ, που είσαι το μέγα και ιερώτατο πασχάλιο σφάγιο, συ η σοφία, ο Λόγος του Θεού και η δύναμη, αξίωσε μας να σε απολαύσουμε καθαρότερα και τελειότερα κατά την ατελείωτη ημέρα της βασιλείας σου.

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΙΔΕ ΠΡΩΤΗ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ

Ποιός είδε πρώτος τον Αναστάντα Χριστό


            Με πολύ σαφή τρόπο ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς ερμηνεύει τις σχετικές περικοπές των ευαγγελίων και αποδεικνύει ότι η Παναγία είναι πρώτη και στη θέα του Αναστάντος Χριστού, γιατί ήταν η καθαρωτέρα και αγιωτέρα όλων. Λέγει λοιπόν:

«Τον Χριστό, όταν αναστήθηκε από τους νεκρούς», κανένας από τους ανθρώπους δεν τον είδε, αφού δεν ήταν παρών κανένας. Μετά όμως την Ανάσταση τον είδε η Μαρία η Μαγδαληνή, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο που λέγει: «Αναστάς ο Ιησούς πρωί πρώτη σαββάτου, εφάνη πρώτον Μαρία τη Μαγδαληνή».

Δεν είναι όμως έτσι, γιατί πιο πάνω ο ίδιος Ευαγγελιστής, λέγει πως η Μαρία η Μαγδαληνή πήγε και προηγουμένως στον τάφο με άλλες Μυροφόρες και τον βρήκαν αδειανό και έφυγαν. Ώστε ο Κύριος αναστήθηκε πολύ πριν από το πρωί εκείνο, που τον είδε η Μαρία. Επισημαίνοντας δε και την ώρα εκείνη που πήγε για πρώτη φορά. λέγει «λίαν πρωί», ο δε Ιωάννης λέγει «σκοτίας έτι ούσης».

Και σύμφωνα πάλιν με τον Ιωάννη, δεν ήλθε απλώς στο μνήμα η Μαρία, αλλά και έφυγε, χωρίς να δει τον Κύριο ακόμη. Τρέχει μάλιστα και έρχεται στον Πέτρο και τον Ιωάννη και τους αναγγέλλει, όχι πως ανέστη ο Κύριος, αλλά ότι τον σήκωσαν από τον Τάφο και δεν ξέρουμε που τον έβαλαν. Ώστε ακόμη δεν είχε δει τον Αναστάντα. Επομένως ο Κύριος εμφανίστηκε στη Μαρία με τον πλήρη ερχομό της ημέρας. Υπάρχει λοιπόν κάτι, που αναφέρεται συνεσκιασμένο από τους Ευαγγελιστές, το οποίο εγώ θα σας φανερώσω.

Πραγματικά το χαρμόσυνο μήνυμα για την Ανάσταση του Κυρίου, πρώτη από όλους τους ανθρώπους, όπως ήταν σωστό και δίκαιο, το δέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο η Θεοτόκος και αυτή πρώτη τον είδε Αναστημένο και πρώτη απόλαυσε τη θεία Του λαλιά. Και δεν τον είδε μόνο με τα μάτια της και τον άκουσε με τα αυτιά της, αλλά και με τα χέρια της τον άγγιξε πρώτη, τα δε άχραντα πόδια Του, μόνη αυτή τα άγγιξε. Έστω και αν οι Ευαγγελιστές, όλα αυτά δεν τα λένε καθαρά, επειδή δεν θέλουν να φέρουν τη Μητέρα Του ως μάρτυρα της Αναστάσεως, για να μη δώσουν καμμιά υποψία σε κείνους που δεν πίστευαν στην Ανάσταση. Επειδή όμως τώρα απευθυνόμαστε σε πιστούς, θα το φανερώσουμε και αυτό.

Όταν ενταφίασαν τον Χριστό κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν εκεί κατά τον Ευαγγελιστή Ματθαίο, η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, «καθήμεναι απέναντι του τάφου». Με τη φράση «η άλλη Μαρία», εννοεί ο Ευαγγελιστής τη Θεομήτορα. Σύμφωνα πάλιν με τον Ευαγγελιστή, τα χαράματα της Κυριακής ήλθαν στον τάφο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία.

Όπως εγώ συμπεραίνω, σύμφωνα και με όσα είπα προηγουμένως, πρώτη από όλες τις Μυροφόρες ήλθε η Θεοτόκος στον Τάφο του Υιού και Θεού της και έφερε μαζί της και τη Μαρία τη Μαγδαληνή. Η Θεομήτωρ ήταν η «άλλη Μαρία». Στη συνέχεια έγινε σεισμός μεγάλος. Διότι Άγγελος Κυρίου, αφού κατέβηκε από τον ουρανό, απεκύλισε την πέτρα από τη θύρα του μνημείου.

Όλες οι άλλες γυναίκες ήλθαν μετά τον σεισμό και βρήκαν τον τάφο ανοικτό και την πέτρα αποκυλισμένη. Η Παρθενομήτωρ όμως έφθασε, ενώ γινόταν ο σεισμός. Και ενώ οι φύλακες έφυγαν από τον φόβο, η Θεοτόκος εντρυφούσε (εσωτερικά) στη θέα. Εγώ πάντως νομίζω ότι γι’ αυτή πρώτα ανοίχθηκε ο τάφος (γιατί γι’ αυτή πρώτη και διά μέσου αυτής ανοίχθηκαν όλα σ’ εμάς, όσα είναι πάνω στον ουρανό και κάτω στη γη). Ακόμη, χάριν αυτής άστραπτε τόσο πολύ ο Άγγελος ώστε, ενώ ακόμη ήταν σκοτάδι, με το πλούσιο φως του Αγγέλου.

Αυτή, όχι μόνο είδε τον τάφο αδειανό, αλλά και τα εντάφια (τα σινδόνια που ήταν τυλιγμένος) τακτοποιημένα να μαρτυρούν την Ανάσταση.

Ο άγγελος δε αυτός ήταν ο Γαβριήλ. Μόλις δηλαδή την είδε να σπεύδει προς τον τάφο, αυτός που στον Ευαγγελισμό της είπε «μη φοβάσαι, Μαρία, διότι βρήκες χάρη από τον Θεό», σπεύδει και τώρα και κατεβαίνει να της αναγγείλει τα καλά νέα, την εκ νεκρών Ανάσταση Αυτού που γεννήθηκε ασπόρως απ’ Αυτή και να σηκώσει την πέτρα και να δείξει τον τάφο αδειανό και έτσι να επιβεβαιώσει το χαρμόσυνο μήνυμα.

Η Παναγία απέκτησε τη μεγάλη χαρά της Αναστάσεως (ενώ οι άλλες Μυροφόρες ακόμη εφοβούντο, γιατί δεν αντιλήφθηκαν το μεγάλο μυστήριο) και έγινε ολόκληρη Φως, γιατί έφθασε στην άκρα καθαρότητα και καρπώθηκε από τη θεία Χάρη και γνώρισε την Αλήθεια και πίστεψε στον Αρχάγγελο.

Πώς λοιπόν τώρα, που ήταν και παρούσα, να μη καταλάβαινε αυτά που έγιναν, δηλαδή τον μεγάλο σεισμό, τον άγγελο που κατέβαινε από τον ουρανό και μάλιστα να αστράφτει, τη μετάθεση της πέτρας, τον αδειανό τάφο, τα εντάφια που έμειναν άθικτα και συγκρατημένα με σμύρνα και αλόη και συγχρόνως εφαίνοντο αδειανά από το σώμα;

Όταν βγήκαν από το μνήμα, μετά το χαρμόσυνο μήνυμα του Αγγέλου, η μεν Μαρία η Μαγδαληνή, σαν να μην άκουσε καν τον άγγελο, διαπιστώνει μόνο το άδειασμα του τάφου, χωρίς να αναφέρει καθόλου τα εντάφια και τρέχει στον Πέτρο και στον Ιωάννη και τους είπε απλώς ότι «πήραν τον Κύριο από τον τάφο και δεν ξέρουμε που τον έβαλαν». Πώς δε, αν τον έβλεπε και τον άγγιζε με τα χέρια της και τον άκουε να μιλά, δεν θα το έλεγε στους Μαθητές;

Επομένως πρώτη από όλες τις γυναίκες συνάντησε τον Αναστάντα, τον αναγνώρισε και προσπίπτοντας, μόνη αυτή άγγιξε τα πόδια Του. Η Μαρία μετά, όταν πρωτοσυνάντησε τον ’Ιησού, της είπε «μη μου άπτου», δηλαδή μη με αγγίξεις. Πώς λοιπόν ήταν δυνατό, όταν Λέγει ο Ευαγγελιστής «εκράτησαν Αυτού τους πόδας», να εννοεί και τη Μαρία τη Μαγδαληνή, αφού ο Κύριος δεν την άφησε να τον αγγίξει, όταν της φανερώθηκε;

Επομένως μόνο στην Παναγία ο Χριστός επέτρεψε να του «κρατήσει τους πόδας». Απλώς αποφεύγει ο Ευαγγελιστής να μιλήσει καθαρά για την Παναγία, για να μη φανεί ότι η Ανάσταση είναι είδηση που κυκλοφόρησε από τη μητέρα του.

(Παύλου Μουκταρούδη, «Διήρχετο διά των σπορίμων», εκδ. Ι. Μητροπ. Λεμεσού 2008, σ. 41-44)



Άνοιξη και Ανάσταση




Άνοιξη και Ανάσταση 
 Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας
Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας  
        


Ο Θεός δίνει στον καθένα μας «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α Κορ. ι 13).

Δίνει το χειμώνα των πειρασμών και των θλίψεων, αλλά και την άνοιξη της εκβάσεως και της αναψυχής.

Δίνει το θάνατο του φθαρτού σώματος, αλλά και την ανάσταση της ψυχής.

Δίνει το σταυρό, αλλά ο ίδιος γίνεται Κυρηναίος μας στην επίπονη άρση του. Και δεν υπάρχει σταυρός χωρίς ανάσταση, όπως δεν υπάρχει χειμώνας χωρίς άνοιξη.

Άνοιξη και Ανάσταση είναι έννοιες ταυτόσημες. Δεν μπορούμε να δεχθούμε τη μία και να απορρίψουμε την άλλη.

Δεν μπορούμε να απολαμβάνουμε την πρώτη και να αμφισβητούμε τη δεύτερη. Γράφει ο Απόστολος Παύλος: «Άφρον, συ ο σπείρεις, ου ζωοποιείται εάν μη αποθάνη• και ο σπείρεις, ου το σώμα το γενησόμενον σπείρεις, αλλά γυμνόν κόκκον, ει τύχοι σίτου η τινος των λοιπών (Α Κορ. ιε 36-37), δηλαδή, ανόητε, εκείνο που εσύ σπέρνεις, δεν παίρνει ζωή, εάν πρώτα δεν πεθάνει.

Πεθαίνει και σαπίζει ο σπόρος στη γη, για να αναστηθεί με την άνοιξη, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τους νεκρούς, όπου το μεν σώμα διαλύεται στα «εξ ων συνετέθη», το δε πνεύμα ακολουθεί το δρόμο της αναστάσεως. Εκείνο που σπέρνεται κατά το θάνατο είναι φθαρτό, εκείνο που ανασταίνεται είναι άφθαρτο.

Δεν υπάρχει ετήσιος χρόνος χωρίς χειμώνα και άνοιξη και δεν υπάρχει θάνατος χωρίς ανάσταση. Ο θάνατος είναι το πλέον βέβαιο γεγονός και ο καθένας μας γνωρίζει πως αργά η γρήγορα θα επέλθει και στον ίδιο.
Τον επέτρεψε ο Θεός, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται» και προηγείται της αναστάσεως, όπως ο χειμώνας προηγείται της ανοίξεως.

Αν και ως δώρο Θεού ο θάνατος θα έπρεπε όλους μας να μας χαροποιεί, αφού δεν υπάρχει κακό και άσχημο δώρο Θεού, εν τούτοις το τέλος αυτής της ζωής παραμένει για τους περισσοτέρους ανθρώπους απόλυτα ανεπιθύμητο και επίμονα απωθημένο.

Και αυτό γιατί ο άνθρωπος δεν έχει καλλιεργήσει μέσα του όσο ζει πρόσκαιρα σε αυτή τη γη την προσδοκία του «επέκεινα» και δεν βασίζεται πάνω στη στέρεη πέτρα της «εν Χριστώ» ελπίδας.

Αιφνιδιαζόμαστε όλοι εμείς οι απόγονοι του Αδάμ από το φαινόμενο του θανάτου, επειδή ασφαλώς είμαστε πλασμένοι για να ζήσουμε αιώνια.

Ιδιαίτερα εμείς οι σημερινοί άνθρωποι της εποχής της εξάρσεως της επιστήμης και της τεχνικής, εμείς που προσπαθούμε όλα να τα εξηγήσουμε με την πεπερασμένη λογική και με μαθηματικούς τύπους, έχουμε χάσει το ενδιαφέρον για κάθε μεταθανάτια προοπτική και πολύ περισσότερο, έχουμε νεκρώσει μέσα μας, δυστυχώς, κάθε ελπίδα για ανάσταση και αθανασία.

Πως ελπίζουμε ότι το χειμώνα θα τον διαδεχθεί η άνοιξη και δεν ελπίζουμε ότι το θάνατο θα τον διαδεχεί η ανάσταση;

Γιατί ομολογούμε στο Σύμβολο της πίστεώς μας «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών»;

Είναι ομολογία ενσυνείδητη η ασυνείδητη; Όταν ο γεωργός σπέρνει το σπόρο στο φρεσκοαροτριωμένο χωράφι σπέρνει την ελπίδα της βλαστήσεως, δηλαδή της μετά από το σάπισμα του σπόρου αναστάσεως νέου φυτού.

Το σάπισμα και ο πρόσκαιρος αφανισμός του σπόρου δεν τον προβληματίζει αρνητικά, ούτε του ακυρώνει την προσμονή της νέας βλαστήσεως και της καρποφορίας.

Οταν όμως αυτός κληθεί να αποθέσει στη φρεσκοσκαμμένη γη άπνουν τον άνθρωπό του, τότε δεν διακατέχεται από την ίδια ελπιδοφόρα βεβαιότητα του γεωργού.

Τοτε, η έλλειψη της θωριάς του αγαπημένου του προσώπου, ταυτίζεται μέσα του με την οριστική απώλεια, χωρίζεται γι αὐτὸν η ζωή στα δύο.

Και αυτό, γιατί δεν υπάρχει μέσα του το όραμα της «αιώνιας ανοίξεως» και η χαρά της προσμονής της ποθητής και «ανέσπερης» εκείνης ημέρας, κατά τον προβληματισμό του ποιητού μας Γεωργίου Δροσίνη: «Μήπως ότι θαρρούμε βασίλεμα γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα κι αντί νάρθει μια νύχτα αξημέρωτη ξημερώνει μια αβράδιαστη μέρα»;

Εχει γίνει τόσο υλικός, τόσο σωματικός και καθόλου πνευματικός, ο σύγχρονος άνθρωπος, ώστε να οριοθετεί το καθετί με βάση τους φυσικούς νόμους, και να κρίνει τα πάντα με βάση αυτά που βλέπει με τα τσιμπλασμένα από την μεταπτωτική αμαρτία μάτια του.

Όπως μετά τη χειμερία νάρκη ακολουθεί η άνοιξη με την επαναστατική αναζωογόνηση της φύσεως έτσι και μετά το θάνατο ακολουθεί η ανάσταση των νεκρών, όπως πάλι μας λέγει ο θείος Παύλος, ότι αυτή «σπείρεται εν φθορά, εγείρεται εν αφθαρσία» (Α Κορ. ιε 42).

Η άνοιξη είναι χαρά. Η ζωή είναι χαρά. Μια χαρά που κανείς δεν μπορεί να εμποδίσει τον ερχομό της. Μια χαρά που κινείται με τους δικούς της νόμους, τους θεϊκούς νόμους, έξω από τα πλαίσια της ανθρώπινης σκοπιμότητας.

Η άνοιξη δεν λογαριάζει πόλεμο ούτε καταστροφή, ούτε οικονομική κρίση, ούτε πτώχευση. Είναι η βασιλική έκφραση της χάρης του φιλανθρώπου Θεού στο αυτονομημένο, αχάριστο και γεμάτο με εγωϊσμό πλάσμα Του. Χωρίς αυτή τη χάρη θα βασίλευε εδώ και αιώνες η ανυπαρξία μας.

Και η ανάσταση γίνεται σε πλούσιους και πτωχούς, σε όλα τα μήκη και πλάτη της δημιουργίας, σε πιστούς και απίστους.

Η ανάσταση των νεκρών είναι βασική αλήθεια της πίστεώς μας. Χωρίς τη βεβαιότητα της αναστάσεώς μας, η πίστη μας, λέει ο Απόστολος, δεν έχει κανένα νόημα και είναι μάταιη (Α´ Κορ. 15, 17).

«Αν», λέει, «είναι αδύνατη η ανάσταση, τότε λοιπόν, ούτε ο Χριστός αναστήθηκε, αφού και Εκείνος είχε σώμα σαν το δικό μας. Δεν ήταν Αυτός μόνο τέλειος Θεός, αλλά και τέλειος άνθρωπος.

Αλλά, αν δεν αναστήθηκε ο Χριστός, είναι χωρίς νόημα και χωρίς περιεχόμενο το κήρυγμά μας και κούφια η πίστη μας, εφόσον αυτή βασίζεται και θεμελιώνεται στην Ανάσταση του Χριστού. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, γιατί ο Χριστός αναστήθηκε και όπως οι πρώϊμοι καρποί, που ωριμάζουν πριν από τους άλλους και μας προαναγγέλλουν, ότι θα ακολουθήσει και ολόκληρη η συγκομιδή, έτσι και ο Χριστός αναστήθηκε πρώτος από τους άλλους και βεβαιώνει με την Ανάστασή Του, ότι θα ακολουθήσει η ανάσταση και των άλλων νεκρών...» (Α´ Κορ. 15-23).

Ο θάνατος λοιπόν, έχει νικηθεί οριστικά και η ανάσταση των κεκοιμημένων είναι δεδομένη.

Γι αυτό και οι άγιοι Πατέρες μας, όπως ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Κυριλλος των Ιεροσολύμων, μας μιλούν με βεβαία πίστη για την άνοιξη που πρόκειται να διαδεχθεί το χειμωνιάτικο σάπισμα, τη φθορά και την αποσύνθεση, την οποία θα επιφέρει ο σωματικός θάνατός μας.

Θα ξαναζήσουμε ασφαλώς «εν σώματι», αλλά «εν ετέρα μορφή» (Μαρκ. 16, 12). Θα αναστηθούμε και κανείς μας πια δεν θα υποκύπτει στο νόμο της φθοράς και του αφανισμού.

Είναι χαρακτηριστικός πάνω σε αυτό το θέμα ο διάλογος του Θεού με τον Προφήτη Ιερεμία• «Σηκω», του είπε ο Θεός, και κατέβα κάτω στο εργαστήριο του αγγειοπλάστη, εκεί που αυτός εργάζεται την αγγειοπλαστική με τη βοήθεια των πέτρινων τροχών.

Δες! Όταν εκείνου του έπεσε το πήλινο δοχείο που έπλαθε με τα χέρια του έσκυψε και μάζεψε πάλι τον πηλό και από αυτόν έπλασε άλλο αγγείο, στο οποίο έδωσε τη μορφή που εκείνος ήθελε.

Και συνέχισε: « Ω απόγονοι του Ισραήλ, μήπως δεν μπορώ να κάνω και Εγὼ σε εσάς, όπως έκανε αυτός ο αγγειοπλάστης; Ασφαλῶς μπορώ. Γιατί εσείς είσαστε στα χέρια μου όπως ο πηλός στα χέρια του αγγειοπλάστη που εύκολα μεταπλάθεται από αυτόν» ( Ιερ.18 1-6).

Το σημαντικό για εμάς τους χοϊκούς είναι ότι «ο Αγγειοπλάστης» είναι Προαιώνιος, Πανάγαθος, Παντοδύναμος και Πατέρας μας. Γι αὐτὸ και η πίστη και η ελπίδα μας σε Αυτόν είναι ήδη από αυτή τη ζωη, πρόγευση της αιώνιας ζωής και της υπέρχρονης Βασιλείας Του.

Η ανάσταση των νεκρών εξάπαντος θα συντελεσθεί, όπως συντελείται ο ερχομός της ανοίξεως με το τέλος του χειμώνα.

Η σάλπιγγα του Αγγέλου οπωσδήποτε, θα ηχήσει (Αποκ. ια 15-18). Εκείνο, όμως, που έχει σημασία για εμάς είναι να έχουμε εργασθεί κατά την επί γης βιοτή μας, για τον αγιασμό του σώματος και της ψυχής μας, ώστε η ανάσταση μας να μη γίνει «εις κατάκριμα», αλλά «εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. κε 46).

Στην προετοιμασία μας αυτή θα συμβάλλει ιδιαίτερα η μνήμη του θανάτου, η νήψη και η διαρκής ετοιμότητά μας, για την επικείμενη αναχώρησή μας «εκ των επιγείων προς τα επουράνια».

Γιατί η συνεχής μνήμη του θανάτου ζωογονεί την ψυχή και προεκτείνει την ύπαρξη του ανθρώπου, ωθώντας την προς την ατελεύτητη πορεία της, «από δόξης εις δόξαν» (Β´ Κορ. γ 18).

Αυτή η μνήμη επίσης, μας εντάσσει στην προσδοκία ολόκληρης της κτίσεως, η οποία, αν και «συστενάζει» με τον απόγονο του Αδάμ «και συνωδίνει μέχρι του νυν» (Ρωμ.η 22), εν τούτοις δεν παύει να τρέφεται με την ελπίδα και να περιμένει την απελευθέρωσή της και το δικό της αιώνιο «επέκεινα».



Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

Γιατί το γεγονός της Αναστάσεως ούτε περιγράφεται ούτε απεικονίζεται;


Η Ανάσταση του Χριστού δεν υπάγεται στη νομοτέλεια αυτού του κόσμου και συνεπώς δεν είναι απλώς ένα γεγονός τεράστιας ιστορικής σημασίας, αλλά βρίσκεται πάνω από την ιστορία· την νοηματοδοτεί και την προσανατολίζει προς νέους ορίζοντες, προς ένα καινούργιο κόσμο που είναι τελείως διαφορετικός από το γνωστό μας κόσμο της φθοράς, του πόνου, και του θανάτου. Γι’ αυτό και δεν περιγράφεται από τους ευαγγελιστές μας αυτό το ίδιο το γεγονός της Αναστάσεως, ούτε απεικονίζεται από την Ορθόδοξη εικονογραφία.

Τα ευαγγέλια, μας διασώζουν τις μαρτυρίες ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, που επισκέφθηκαν τον άδειο τάφο, που είδαν τον αναστημένο Χριστό, που μίλησαν και έφαγαν μαζί του και έλαβαν την εντολή να γίνουν κήρυκες της Αναστάσεως του σ’ όλη τήν οικουμένη. Έτσι π.χ. το ευαγγελικό ανάγνωσμα της βραδιάς της Αναστάσεως (Μάρκ. 16,1-8) αφηγείται την επίσκεψη των μυροφόρων στον τάφο, όπου αντί του εσταυρωμένου Ιησού συναντούν άγγελο, ο οποίος διακηρύσσει ότι «ηγέρθη, ουκ έστιν ώδε».
Επίσης και η εικονογραφία της Εκκλησίας μας δεν παρασταίνει το ίδιο γεγονός της Αναστάσεως, άλλα τις ανθρωπολογικές του συνέπειες: παρουσιάζει το Χριστό να συντρίβει τις πύλες του Άδη, να σπάζει τα δεσμά και να ανασταίνει τους νεκρούς.

Στην αναστάσιμη θεία Λειτουργία όρισε η Εκκλησία μας να διαβάζονται οι πρώτοι στίχοι από το κατά Ιωάννη ευαγγέλιο (1,1-17), -περικοπές του οποίου διαβάζοντας όλη τη διάρκεια του Πεντηκοσταρίου. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης μιλάει στην αρχή του ευαγγελίου του για την σάρκωση του Λόγου του Θεού που έφερε στον κόσμο τη χάρη, την αλήθεια και το φώς – όχι μόνο με τη διδασκαλία του αλλά κυρίως με τη σταύρωση και την ανάστασή του. Σάρκωση και θάνατος, αρχή και τέλος του Χριστού μέσα στην ιστορία των ανθρώπων, καθώς και «απαρχή» του καινούργιου κόσμου με την Ανάσταση του βιώνονται μέσα στην εκκλησία σαν ενιαίο γεγονός της αγάπης του Θεού, που έρχεται να φανερώσει την αλήθεια στον υποδουλωμένο στα ψεύτικα είδωλα κόσμο, να φέρει το φως στο σκοτισμένο άνθρωπο και να δώσει χάρη στην καταδικασμένη σε θάνατο εξαιτίας των ιδίων της των έργων ανθρωπότητα.

Η υμνογραφία της Κυριακής του Πάσχα στρέφεται περίπου γύρω από τα ίδια θέματα, γύρω από την αγαλλίαση και ευφροσύνη που χαρακτηρίζουν τους πιστούς και γύρω από το μήνυμα της αγάπης. Τόσο λοιπόν τα ευαγγελικά μας κείμενα, όσο η λειτουργική και εικονογραφική παράδοση της εκκλησίας το ανθρωπολογικό μήνυμα της Αναστάσεως μας μεταφέρουν και τη σημασία της για την ύπαρξη του άνθρωπου υπογραμμίζουν.

Πραγματικά, η σημασία της Αναστάσεως του Χριστού δεν εξαντλείται στην απολογητική προσπάθεια αποδείξεως της ιστορικής της πραγματικότητας. Τί νόημα θα είχε ένα γεγονός της ιστορίας μαρτυρημένο από πολλές γραπτές πηγές, αν αυτό δεν σχετιζόταν άμεσα με την ύπαρξη του καθενός μας; Η Ανάσταση του Χριστού έχει ακριβώς αυτή την υπαρξιακή διάσταση: Δηλώνει την αρχή της νέας δημιουργίας, του καινούργιου κόσμου που προσφέρει ο Θεός στην ανθρωπότητα. Κι ο καινούργιος αυτός κόσμος δεν έχει καμιά σχέση με την οσμή της φθοράς, τον τρόμο του θανάτου και τις εχθρικές εκδηλώσεις του άνθρωπου προς τον συνάνθρωπο, αλλ’ είναι ζωή αγάπης, ζεστασιάς και ελπίδας.

Η Ανάσταση λοιπόν έχει νόημα όχι απλώς σαν ιστορικό γεγονός στην γενικότητά του, αλλά σαν θείο προσκλητήριο που αφορά τον κάθε άνθρωπο ιδιαίτερα. Κι όταν ο Θεός προσφέρει το δώρο της ζωής, δεν αποτελεί ασύνετη εκδήλωση του άνθρωπου να προτιμάει τον θάνατο; Όταν ο Θεός με την Ανάσταση του Χριστού ξαναδημιουργεί τον χαλασμένο κόσμο και δίνει τη δυνατότητα αναστάσεως του κάθε ανθρώπου, ποιά δικαίωση μπορεί να έχει όποιος επιμένει στην απόγνωση και στο μηδέν;

Η Ανάσταση του Χριστού είναι μήνυμα ελπίδας και ζωής. Το μήνυμα αυτό με το κήρυγμα της Εκκλησίας απευθύνεται στον άνθρωπο κάθε εποχής και μαρτυρεί την ανεξάντλητη αγάπη του Θεού, ο οποίος, παρά τις θανατηφόρες ενέργειες των ανθρώπων, τους καλεί συνεχώς στη ζωή και στον κόσμο της Αναστάσεως.
(Ιωάν. Δ. Καραβιδόπουλου, «Οδός Ελπίδος») 

Η ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

Η Ανάσταση 

κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο 

(Θεολογικό σχόλιο) 

  Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

 http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/2013/05/blog-post_5.html


Η Ανάσταση του Κυρίου είναι η εορτή των εορτών της Εκκλησίας μας και το ακράδαντο θεμέλιο, πάνω στο οποίο στηρίζεται το οικοδόμημα της Πίστεώς μας.

Το ότι υπάρχει μέχρι σήμερα Εκκλησία, παρά τους φοβερούς διωγμούς, που υπέστησαν οι πιστοί μέσα στη δισχιλιετή ιστορία της, οφείλεται στο ότι ο Ιδρυτής της Κύριος Ιησούς Χριστός νίκησε το θάνατο και ζει στους ουρανούς και κατευθύνει την πορεία της στον κόσμο.

Η Ανάσταση του Χριστού είναι η πηγή της δυνάμεως της Εκκλησίας ως συνόλου και κάθε πιστού προσωπικά.
Οι ιεροί υμνογράφοι με εξαίρετους ύμνους τονίζουν σε όλους τους ήχους και τους τόνους τη μεγάλη εορτή της Αναστάσεως. Και οι άγιοι Πατέρες, με το ιδιαίτερο χάρισμά του καθένας, παρουσιάζουν το νόημα της Αναστάσεως και τη σημασία της για τη ζωή μας.

Ο ιερός Χρυσόστομος επανειλημμένα ομιλεί με ενθουσιασμό για την Ανάσταση του Χριστού, απολογούμενος μάλιστα κάποτε προς τους απίστους και αμφιβάλλοντας.

Πάρα πολύ μεγάλη πραγματικά απόδειξη της Αναστάσεως είναι το ότι ο Χριστός, που θυσιάστηκε στο Σταυρό, μετά το θάνατό του επέδειξε τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε έπεισε ανθρώπους, που ζούσαν σε διάφορες περιοχές, να περιφρονήσουν, χάριν της πίστεως προς αυτόν και της ομολογίας αυτής της πίστεώς τους, και την πατρίδα τους και την οικογένειά τους και τους φίλους τους και τους συγγενείς τους και αυτή τη ζωή τους και να προτιμήσουν αντί των ευχαρίστων και τερπνών του κόσμου, που τους υπόσχονταν οι εχθροί της Πίστεως, και μαστιγώσεις και κινδύνους και μαρτυρικό θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορθώματα κάποιου νεκρού, που έμεινε κλεισμένος στον τάφο του, αλλά κάποιου που ανεστήθη και ζει. (PG 50,593)

Τι μεγαλύτερη απόδειξη της Αναστάσεως του Χριστού ζητάς, όταν βλέπεις να έχει γίνει τόσο μεγάλη μεταβολή των πραγμάτων έπειτα από εκείνο το γεγονός; Γυναίκες, που εκ φύσεως είναι δειλές, παρουσιάζονται ατρόμητες εμπρός στον θάνατο, ενώ ο θάνατος πριν από την Ανάσταση ήταν φοβερός και φρικτός και στους αγίους άνδρες. (PG 50, 629)

Πολλοί ερωτούν, γιατί άραγε, όταν ανεστήθη ο Χριστός δεν εμφανίσθηκε στους Ιουδαίους; Η ερώτηση αυτή όμως είναι περιττή και μάταιη. Διότι εάν επρόκειτο να τους ελκύσει προς την πίστη με την εμφάνισή του μετά την ανάσταση του σ’ αυτούς, δεν θα απέφευγε να το κάνει. Ότι όμως δεν επρόκειτο να τους ελκύσει προς την πίστη, αν εμφανιζόταν σ’ αυτούς μετά την ανάστασή του, φαίνεται με την περίπτωση του Λαζάρου. Διότι αυτόν που ήταν νεκρός τέσσερις μέρες και μύριζε και είχε αρχίσει να αποσυντίθενται τον ανέστησε και του έδωσε δύναμη να βγει από τον τάφο του, όπως ήταν δεμένος με νεκρικούς επιδέσμους εμπρός στα μάτια όλων, και παρά ταύτα όχι μόνο δεν τους είλκυσε προς την πίστη, αλλά και τους ερέθισε περισσότερο. Διότι αποφάσισαν να σκοτώσουν και τον Λάζαρο. Εάν λοιπόν ανέστησε κάποιον άλλον και δεν επίστευσαν, άραγε ανασταίνοντας τον εαυτό Του και δείχνοντάς τον σ’ αυτούς, δεν θα κυριεύονταν και πάλι από μανία εναντίον του; (PG 51, 106) 
«Χριστιανική Φοιτητική Δράση»


Η Ανάσταση κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο 

(Θεολογικό σχόλιο) 

  Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου

 http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/2013/05/blog-post_5.html





Ας ακούσουμε και τον ίδιο τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο!




Λόγος Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Ανάσταση

Ας εορτάσουμε την εορτή αυτή τη μεγίστη και λαμπρά, κατά την οποία ανέστη ο Κύριος. Κι ας την εορτάσουμε με φαιδρότητα μαζί και θεοσέβεια. Ανέστη ο Κύριος και ανέστησε μαζί του και την οικουμένη. Αμάρτησε ο Αδάμ και πέθανε. Ο Χριστός δεν αμάρτησε, αλλά πέθανε. Και ανέστη κατόπιν, σπάζοντας του θανάτου τα δεσμά. Πρωτοφανές και παράδοξο πράγμα. Εκείνος αμάρτησε και πέθανε. Αυτός δεν αμάρτησε και πέθανε. Γιατί; Για να μπορέση εκείνος που αμάρτησε και πέθανε να γλυτώση από τον θάνατο χάριν εκείνου που δεν αμάρτησε αλλά πέθανε.

Ένας οφείλει πολλά και μην έχοντας να πληρώση, μένει στη φυλακή. Άλλος δεν οφείλει τίποτε και καταβάλλει για τον πρώτο και πετυχαίνει την άπόλυσί του. Αυτό συνέβηκε με τον Αδάμ. Χρωστούσε ο Αδάμ, δεν είχε να πληρώση και ήταν δέσμιος του διαβόλου. Δεν χρωστούσε τίποτε ο Χριστός, ούτε ήταν κάτω από την εξουσία του διαβόλου, αλλά μπορούσε να πληρώση. Ήλθε, πλήρωσε με τον θάνατό του για εκείνον που δεσμευόταν από τον διάβολο, για να απολύση τον κρατούμενο.

Είδες της αναστάσεως τα κατορθώματα; Διπλό θάνατο πεθάναμε εμείς και διπλή άρα περιμένουμε τώρα ανάστασι. Εκείνος απλό θάνατο πέθανε, κι έτσι, απλή ανάσταση αναστήθηκε. Πώς; Θα σας το εξηγήσω. Πέθανε ο Αδάμ και κατά το σώμα και κατά την ψυχή. Πέθανε και με την αμαρτία και με την φύσι. Η αν ήμερα φάγητε από του ξύλου, θανάτω αποθανείσθε. Δεν πέθανε όμως την ίδια μέρα με την φύσι, αλλά μονάχα με την αμαρτία. Ο ένας ήταν θάνατος της ψυχής, ο άλλος, ο δεύτερος, ήταν θάνατος του σώματος. Κι όταν ακούσης θάνατο της ψυχής, μη νομίσης ότι πεθαίνει η ψυχή. Η ψυχή είναι αθάνατη. Ο θάνατος της ψυχής είναι η αμαρτία και η αιωνία κόλασις. 

Γι' αυτό κι ο Χριστός λέγει: Μη φοβηθήτε από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και  σώμα απολέσαι εν γεένη. Ό,τι χάνεται, υφίσταται, αλλά ξεφεύγει από τ η ματιά εκείνου που το απώλεσε. Όπως έλεγα, λοιπόν, διπλός είναι ο θάνατος σε μας. Επομένως και διπλή πρέπει να είναι η ανάστασίς μας. Στον Χριστό ήταν απλός θάνατος. Διότι ο Χριστός δεν αμάρτησε. Αλλά και ο απλός θάνατός του για μας συνέβη. Δεν χρωστούσε να τον υποστή Εκείνος. Διότι δεν ήταν ένοχος αμαρτίας, άρα ούτε και θανάτου.. Γι' αυτό Εκείνος μεν ανέστη την ανάστασι την από απλό θάνατο. 

Ενώ εμείς, έχοντας πεθάνει διπλό θάνατο, διπλή ανάστασι έχουμε. Μια φορά αναστηθήκαμε χθες από την αμαρτία. Ταφήκαμε μαζί του στο βάπτισμα και εγερθήκαμε μαζί του μες από το βάπτισμα. Η μία, λοιπόν, είναι αυτή η ανάστασις, δηλαδή η απαλλαγή από τα αμαρτήματα. Η δε ανάστασις η δεύτερη είναι εκείνη του σώματος. Μας χάρισε τη σπουδαιότερη, ας περιμένουμε λοιπόν και την λιγώτερο σπουδαία. Η πρώτη είναι πολύ μεγαλύτερη από τη δεύτερη. Διότι πολύ σπουδαιότερο είναι να απαλλαγή κανείς από την αμαρτία, παρά να αναστή σωματικά. Το σώμα έπεσε, διότι αμάρτησε. Επομένως, αν αιτία της πτώσεως είναι η αμαρτία, αιτία της αναστάσεως θα είναι η απαλλαγή από την αμαρτία. Αναστηθήκαμε, λοιπόν, τη μεγαλύτερη ανάστασι, έχοντας ρίξει από πάνω μας τον χαλεπό θάνατο της αμαρτίας και ξεντυθή το παλαιό ιμάτιο. Ας περιμένουμε λοιπόν και τη μικρότερη. Αυτή την πρώτη ανάστασι αναστηθήκαμε εμείς από καιρό, όταν βαπτισθήκαμε.

Και όσοι καταξιώθηκαν να βαπτισθούν απόψε, αυτά τα καλά πρόβατα. Προχθές ο Χριστός σταυρώθηκε, αλλά αναστήθηκε χθες τη νύχτα. Και αυτοί προχθές ήταν ακόμη δέσμιοι στην αμαρτία, αλλά αναστήθηκαν μαζί του. Εκείνος κατά το σώμα πέθανε και κατά το σώμα ανέστη. Αυτοί κατά την αμαρτία ήταν νεκροί και ελευθερώθηκαν κι αναστήθηκαν από την αμαρτία. Η γη, αύτη την εποχή, ρόδα και γιούλια και τα λοιπά άνθη μας δίνει. Και τα δροσερά νερά ρέουν με περισσότερη φαιδρότητα στα λιβάδια. Μη θαυμάσης αν από τα νερά βλάστησαν άνθη. Η γη, όχι από μόνη της, αλλά με το πρόσταγμα του Δεσπότη ντύνεται τη χλόη. Και στις αρχές τα νερά έβγαλαν ζώα κινούμενα. 

Λέγει η Γραφή: ε ξ α γ α γ έ τ ω   τα ύδατα ερπετά ψυχών ζωσών και το πρόσταγμα έγινε πραγματικότης και εκείνη η άψυχη ύλη έβγαλε ζωντανά όντα. Έτσι και τώρα εξαγαγέτω τα ύδατα όχι ερπετά ζωντανά, άλλα πνευματικά χαρίσματα. Έβγαλαν τότε τα νερά ψάρια χωρίς λογικό και άφωνα, έβγαλαν τώρα ψάρια λογικά και πνευματικά, ψάρια που τα έπιασαν οι απόστολοι. Διότι τους είπε: Δ ε ύ τ ε και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Και εννοούσε αυτό το είδος αλιείας. Καινούργιος πραγματικά της αλιείας ο τρόπος. Οι ψαράδες βγάζουν από τα νερά, εμείς μπάσαμε στα νερά και έτσι ψαρέψαμε. Υπήρχε κάποτε και στους ιουδαίους η κολυμβήθρα. Άκου τι δύναμι είχε εκείνη η κολυμβήθρα, για να δης την ιουδαϊκή φτώχεια, για να μάθης τον πλούτο της Εκκλησίας. Κολυμβήθρα με νερό ήταν και κατέβαινε ο άγγελος εκεί και τάρασσε τα ύδατα. Ύστερα, μετά το τάραγμα των υδάτων, έπεφτε μέσα ένας από τους αρρώστους και γινόταν καλά. Ένας μονάχα κάθε χρόνο γινόταν καλά και ευθύς ξοδευόταν όλη η χάρις, όχι από φτώχεια εκείνου που την παρείχε, αλλά από την αδυναμία εκείνων που τη δέχονταν. Κατέβαινε, λοιπόν, ο άγγελος στην κολυμβήθρα και ετάρασσε το νερό και γινόταν καλά ένας. Κατέβηκε ο Δεσπότης των αγγέλων στον Ιορδάνη και ετάραξε το νερό και όλη την οικουμένη θεράπευσε. Έτσι, στην πρώτη περίπτωσι, ο δεύτερος που έμπαινε στα νερά μετά τον πρώτο, δεν γινόταν καλά. Διότι οι ιουδαίοι, που έπαιρναν αύτη τη χάρι, ήταν αδύνατοι και φτωχοί. Ενώ στην προκειμένη περίπτωσι, μετά τον πρώτο ο δεύτερος, μετά τον δεύτερο ο τρίτος, μετά τον τρίτο ο τέταρτος. Δέκα, είκοσι, εκατό, χίλιους, χίλιες χιλιάδες, όλη την οικουμένη αν βάλης στην κολυμβήθρα, η χάρις δεν σώνεται, δεν εξαντλείται η δωρεά, δεν λερώνονται τα νάματα.

Καινούργιος τρόπος καθάρσεως· διότι δεν είναι σωματικός. Τα σώματα όταν είναι πολλά, τα νάματα καταντούν να βρωμίσουν. Ενώ εδώ  όσοι περισσότεροι πλύνονται, τόσο  καθαρώτερα γίνονται.

Είδες όγκο δωρεάς; Φύλαξε αυτή τη μεγάλη δωρεά, άνθρωπε. Δεν έχεις δικαίωμα να ζης αδιάφορα. Βάλε στον εαυτό σου νόμο με κάθε ακρίβεια.  Αγώνας είναι μπροστά σου και παλαίσματα. Και ο αγωνιστής από όλα κάνει εγκράτεια, θέλεις να σου δείξω ένα τρόπο άριστο και ασφαλή για να πετύχης τη νίκη; Εκείνα που φαίνονται αδιάφορα και αντιθέτως κυοφορούν την αμαρτία, ας τα βγάλουμε από τη σκέψι μας. Υπάρχουν αμαρτωλά πράγματα, και πράγματα όχι αμαρτωλά, αλλά που γίνονται αιτία να αμαρτήση κανείς. Λόγου χάριν, το γέλοιο δεν είναι αυτό καθεαυτό αμάρτημα, γίνεται όμως αμάρτημα αν βγη από τα όρια. Διότι από το γέλοιο έρχονται οι αστειότητες, από τις αστειότητες η αισχρολογία, από την αισχρολογία οι αισχρές πράξεις κι από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Βγάλε, λοιπόν, μια και καλή τη ρίζα, για να γλυτώσης απ’ όλο το κακό. Διότι αν φυλαγόμαστε από τα αδιάφορα, ποτέ δεν θα πέσουμε στα απαγορευμένα. Έτσι σε πολλούς φαίνεται αδιάφορο πράγμα το να κυττάζουν τις γυναίκες, αλλ’ από αυτό γεννιέται η ακόλαστη επιθυμία, από την επιθυμία η πορνεία κι από την πορνεία πάλι η κόλασις και η τιμωρία. Έτσι, το να διασκεδάση κανείς λίγο στο τραπέζι φαίνεται όχι φοβερό πράγμα κι όμως απ’ αυτό γλυστρά κανείς στη μέθη και στις αναρίθμητες κακές συνέπειες της μέθης.  Ας ξερριζώσουμε, λοιπόν, από παντού τις αρχές της αμαρτίας.

Γι' αυτό διαρκώς, κάθε μέρα, τρέφεσθε με τα κήρυγμα. Γι' αυτό συνέχεια όλες τις μέρες σας συναθροίζουμε, παραθέτοντάς σας πνευματικό τραπέζι και κάνοντας σας ν’ απολαμβάνετε τα θεία λόγια, αλείφοντας την. ψυχή σας με το λάδι του κηρύγματος που της είναι απαραίτητο για να αθλή και οπλίζοντάς σας εναντίον του διάβολου. Διότι αγριώτερα τώρα σας επιτίθεται. Όσο μεγαλύτερη η δωρεά τόσο μεγαλύτερος και ο πόλεμος. Αν μέσα στον παράδεισο είδε μονάχα ένα άνθρωπο ο διάβολος και δεν τον ανέχθηκε, πώς τι ανεχθή τόσους στον ουρανό, πες μου; Εξαγρίωσες το θηρίο αλλά μη φοβηθής. Μεγαλύτερη δύναμι πήρες, μάχαιρα ακονισμένη. Μ' αυτή να κεντήσης τον όφι. Γι' αυτό ο Θεός τον άφησε να εξαγριωθή εναντίον σου, για να λάβης έτσι πείρα της δυνάμεως που απόκτησες. Κι όπως ένας καλός προπονητής παίρνει τον ακάθαρτο, εξαντλημένο κι αμελημένο αθλητή και αφού του αλείψη με λάδι το κορμί, αφού τον γυμνάση, αφού τον ξανακάνη εύρωστο, υστέρα δεν τον αφήνει σε ησυχία,  αλλά τον σπρώχνει στο στάδιο για ν' αγωνισθή και να λάβη έτσι πείρα της δυνάμεως που απόκτησε, το ίδιο έκαμε και ο Χριστός.

Μπορούσε να ξεκάμη μονομιάς τον εχθρό. Αλλά για να μάθης εσύ την υπερβολή της χάριτος, το μέγεθος της πνευματικής δυνάμεως, που έλαβες με το βάπτισμα, σας αφήνει και τους δυο να πιάνεσθε μέση με μέση, επιφυλάσσοντας σε σένα πολλούς στεφάνους. Γι' αυτό κάθε μέρα, όλη την εβδομάδα, αδιάκοπα διδάσκεσθε, για να πάρετε ακριβή γνώσι για όλα τα καθέκαστα της πάλης. Ακόμη και ως γάμος πνευματικός μπορεί να θεωρηθή ό,τι ήδη έγινε. Και στους γάμους επί επτά μέρες μένει κλειστή η παστάδα. Γι' αυτό κι εμείς επί επτά μέρες σας καθοδηγούμε πώς να συμπεριφέρεστε στους νυμφικούς θαλάμους. Αλλά στους γάμους, μετά την πάροδο των επτά ημερών, ανοίγει η παστάδα. Ενώ εδώ όσο θέλεις μένεις στη νυμφική απόλαυσι. Στους γάμους τους άλλους η νύμφη ύστερα από τον πρώτο και τον δεύτερο μήνα δεν είναι το ίδιο ποθητή στον γαμπρό. 

Εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο. Όσο περνά ο καιρός, τόσο θερμότεροι οι έρωτες του νυμφίου, τόσο γλυκύτεροι οι εναγκαλισμοί, τόσο πνευματικώτερη η συνουσία, αν γρηγορούμε και νήφουμε. Έπειτα· στα σώματα, μετά τη νεότητα, έρχονται τα γηρατειά. Εδώ, μετά τα γηρατειά, η νεότης, και μάλιστα νεότης που δεν έχει τέλος αν θέλουμε. Μεγάλη η χάρις, αλλά θα είναι αφθονώτερη αν το θελήσουμε. Και ο Παύλος μέγας ήταν όταν βαπτιζόταν, αλλά πολύ μεγαλύτερος έγινε υστερότερα, όταν κήρυττε και έρριχνε σε σύγχυση τους ιουδαίους. Κατόπιν αρπάχθηκε στον παράδεισο, στον τρίτο ανέβηκε ουρανό. Ώστε μπορούμε κι εμείς, αν θέλουμε, να αυξηθούμε, και τη χάρι που λάβαμε με το βάπτισμα να τη μεγαλώσουμε. Και μεγαλώνει με τα καλά έργα και γίνεται έτσι λαμπρότερη και φαιδρότερο φως στον νυμφώνα και θ’ απολαύσουμε τ’ αγαθά που περιμένουν όσους τον αγαπούν.  Τα οποία είθε σε όλους μας να δοθούν, χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, μεθ’ ου τω Πατρί  και τω Αγίω Πνεύματι δόξα και προσκύνησις εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Απόδοσις  Βασ. Πέντζα
Κιβωτός
Απρίλιος 1953
ΑΦ 16