Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

ΟΜΙΛΙΑ ΑΓΙΟΥ ΙΩ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΜΥΡΙΩΝ ΤΑΛΑΝΤΩΝ)



ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ ΜΑΤΘΑΙΟΥ - Ομιλία Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου
Του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου

Ομιλία εις την Παραβολήν του τα μύρια τάλαντα οφείλοντος και τα εκατό δηνάρια απαιτούντος

Ωσάν να έχω επιστρέψει κοντά σας από μακρινό ταξίδι έτσι αισθάνομαι σήμερα· διότι γι΄ αυτούς πού αγαπούν, όταν δεν μπορούν νά ευρίσκονται μαζί με τους αγαπωμένους δεν έχουν κανένα όφελος, έστω και αν μένουν σε γειτονική οικία. Για αυτό και εγώ, μολονότι δεν απομακρύνθηκα από την πόλη, δεν αισθάνομαι καλλίτερα από όσον εάν απουσίαζα, επειδή τον τελευταίον καιρό δεν κατέστη δυνατόν να σας ομιλήσω.
Συγχωρήστε με όμως, η σιωπή δεν ωφείλετο σε ραθυμία, αλλά σε ασθένεια. Εσείς τώρα χαίρεσθε, επειδή απαλλάχθηκα από την αρρώστια, κι εγώ επειδή απήλαυσα την αγάπη σας. Διότι και όταν ασθενούσα, οδυνηρότερον από την αρρώστια μου ήταν το ότι δεν ημπορούσα να μετέχω στην αγαπημένη αυτή σύναξη· και τώρα που έγινα καλά, πιο ποθητό μου έγινε το να απολαμβάνω άνετα την αγάπη σας. Διότι ο πυρετός του σώματος δεν κατακαίει τόσο τους ασυενείς, όσο κατακαίει τις ιδικές μας ψυχές ο αποχωρισμός από τους αγαπημένους μας· και όπως εκείνοι επιζητούν φιάλες και ποτήρια και κρύα νερά, έτσι αυτοί επιζητούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Αυτά τα γνωρίζουν καλά όσοι έχουν συνηθίσει να αγαπούν...

Μη δυσανασχετήσετε όμως για το μήκος αυτών που πρόκειται να λεχθούν· διότι θέλω να σας διδάξω κάποια θαυμαστή κιθαρωδία, μεταχειριζόμενος όχι λύραν άψυχον, αλλά τείνοντας αντί χορδών τις ιστορίες των Γραφών και τις εντολές του Θεού.

Και όπως στην περίπτωση της κιθάρας δεν αρκεί μόνον μια χορδή για να προκληθεί μελωδία, αλλά πρέπει όλες να κτυπηθούν με τον ρυθμό που ταιριάζει, έτσι και στην περίπτωση της ψυχικής αρετής δεν αρκεί για την σωτηρία μας μόνον ένας νόμος, αλλά πρέπει να τους τηρούμε όλους με ακρίβεια, εάν βέβαια έχομε διάθεση να επιτύχουμε πραγματική μελωδία.

Έμαθε το στόμα σου να μην ορκίζεται; έχει ασκηθεί η γλώσσα σου να λέγει σε κάθε περίσταση «ναι» και «ου»; Ας μάθη να αποφεύγει και κάθε κακολογία και να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο ενδιαφέρον γι΄ αυτή την εντολή, επειδή χρειάζεται και περισσότερο κόπο εκ μέρους μας. και αυτό διότι εκεί είχε να νικήσει απλώς μία συνήθεια, ενώ στην περίπτωση της οργής χρείαζεται μεγαλύτερο αγώνα, επειδή αυτό είναι πάθος τυραννικό και πολλές φορές παρασύρει όσους δεν έχουν νίψη και τούς γκρεμίζει στο βάραθρο της απώλειας.

Πού λοιπόν ομίλησε ο Κύριος για την οργή και την μνησικακία; Και σε πολλά άλλα σημεία, αλλά ιδιαιτέρως στην παραβολή αυτή που είπε στους μαθητές, αρχίζοντας κάπως έτσι: « Δια τούτο ωμοιώθη η Βασιλεία των Ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον ( να λογαριασθεί) μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ είς οφειλέτης μυρίων ταλάντων...»· πρέπει όμως να πούμε για ποιό λόγο άρχισε με την αιτιολογία· πράγματι δεν είπε απλώς «ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών» αλλά «δια τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών». Για ποιό λόγο λοιπόν προηγείται η αιτία; Στους μαθητές του μιλούσε περί ανεξικακίας και τους δίδασκε ότι πρέπει να συγκρατούμε την οργή και να μην δίδουμε πολλή σημασία στις αδικίες που μας γίνονται από άλλους, λέγοντας έτσι: «εάν αμάρτη είς σε ο αδελφός σου, ύπαγε και έλεγξον αυτόν μεταξύ σου καί αυτού μόνου· εάν σου ακούση, εκέρδησας τόν αδελφόν σου».

Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγε ο Χριστός στους μαθητές και τους δίδασκε να φιλοσοφούν τα πράγματα, όταν ο Πέτρος, ο κορυφαίος του χορού των Αποστόλων, το στόμα των μαθητών, ο στύλος της Εκκλησίας, το στερέωμα της πίστεως, το θεμέλιο της ομολογίας, ο αλιεύς της οικουμένης, αυτός που ανέβασε το γένος μας από το βυθό της πλάνης στον ουρανό, ο πάντοτε θερμός και γεμάτος από παρρησία, ή μάλλον από αγάπη και όχι από παρρησία, ενώ όλοι σιωπούσα προσήλθε στον διδάσκαλο και λέγει: «ποσάκις αμαρτήσει εις εμέ ο αδελφός μου και αφήσω αυτώ; έως επτάκις;». Ερωτά μαζί και υπόσχεται, και πριν μάθει εκδηλώνει την φιλοτιμία του. Διότι γνωρίζοντας σαφώς την διάθεση του διδασκάλου, ότι πάντα ρέπει προς φιλανθρωπία, και μάλιστα ότι χαρίζεται πιο πολύ σ΄ αυτόν πού περισσότερο από τους άλλους παραβλέπει τα αμαρτήματα των συνανθρώπων του και δεν τα εξετάζει με κακή διάθεση, θέλοντας να αρέσει στο νομοθέτη, λέγει, «έως επτάκις;».

Έπειτα για να μάθεις τι είναι ο άνθρωπος και τι ο Θεός και πως η γενναιοδωρία του ανθρώπου, όπου και αν φθάσει, συγκρινόμενη με τον πλούτο του Θεού είναι πιο ασήμαντη από κάθε πτωχεία, και ότι όσον απέχει μία σταγόνα από το απέραντο πέλαγος, τόσον απέχει η ιδική μας αγαθότητα από την ανέκφραστο φιλανθρωπία του Θεού, όταν ο Πέτρος είπε «έως επτάκις» και νόμισε πώς έδειξε μεγάλη φιλοτιμία και γενναιοδωρία, άκουσε τι του λέγει: «ου λέγω σοι, έως επτάκις, αλλ' έως εβδομηκοντάκις επτά»· μερικοί νομίζουν ότι εννοούσε εβδομήντα επτά φορές, δεν είναι όμως τόσες, αλλά παρ' ολίγον πεντακόσιες· διότι εβδομήντα φορές το επτά είναι τετρακόσια ενενήντα.

Και μη νομίσεις ότι είναι δύσκολη η προσταγή, αγαπητέ. Επειδή εάν συγχωρήσεις μία και δύο φορές την ημέρα αυτόν πού αμάρτησε, και αν ακόμη είναι σκληρός σαν πέτρα, και αν ακόμη αυτός που σε λύπησε είναι αγριότερος από τους δαίμονες, δεν θα είναι τόσον αναίσθητος ώστε να πέσει πάλι στα ίδια, όμως από την συχνότητα της συγχωρήσεως θα συνετισθεί και θα γίνει καλύτερος και πιο επιεικής. Και συ πάλιν, εάν είσαι προετοιμασμένος να περιφρονείς τόσες φορές τα αμαρτήματα πού γίνονται εναντίον σου, αφού εξασκηθείς από την πρώτη και δεύτερη και τρίτη συγχώρηση, δεν θα σου είναι κοπιαστική πλέον αυτή η φιλοσοφία, αφού μια για πάντα εκπαιδεύθηκες από την συχνότητα της συγχωρήσεως να μη βλάπτεσαι καθόλου από τα αμαρτήματα του πλησίον σου.

Μόλις τα άκουσε αυτά ο Πέτρος έμεινε εμβρόντητος, επειδή φρόντιζε όχι μόνο για τον εαυτό του αλλά και για εκείνους που ο Κύριος επρόκειτο να του εμπιστευθεί. Για να μη κάνει λοιπόν το ίδιο πού είχε κάνει και σε άλλες εντολές, του απέκλεισε προκαταβολικώς κάθε ερώτηση. Και τι έκανε στις άλλες εντολές; Αν κάποτε πρόσταζε ο Χριστός κάτι που φαινόταν δύσκολο, έσπευδε και ρωτούσε πριν από τους άλλους να μάθει περί της εντολής. Πράγματι, όταν πλησίασε ο πλούσιος και τον ρώτησε περί της αιωνίου ζωής και έμαθε πως αποκτάται η τελειότητα, «απήλθε λυπούμενος» εξ αιτίας των χρημάτων, ο δε Χριστός είπε «ευκοπώτεροόν έστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίφος διελθείν, η πλούσιον εις τήν βασιλείαν των ουρανών εισελθείν». Τότε ο Πέτρος, αν και είχε απογυμνώσει τον εαυτό του από όλα και δεν του είχε μείνει πλέον ούτε αγκίστρι, αφού είχε εγκαταλείψει και την τέχνη και το πλοιάριό του, παρ' όλα ταύτα πλησίασε τον Χριστό και τον ρώτησε: «Και τις δύναται σωθήναι»;

Πρόσεχε την μετριοφροσύνη αλλά και τη θέρμη του μαθητού· διότι δεν είπε «αδύνατα πράγματα προστάζεις, δύσκολη η προσταγή, φοβερός ο νόμος», ούτε σιώπησε, αλλά έδειξε και τη στοργή του για τούς άλλους, και συγχρόνως απένειμε την οφειλομένη τιμή προς το διδάσκαλο, λέγοντας· «Και τίς δύναται σωθήναι»; Ενώ ακόμη δεν είχε γίνει ποιμένας, είχε ψυχή ποιμένος, και ενώ ακόμη δεν του είχε ανατεθεί η εξουσία έδειχνε την μέριμνα πού αρμόζει σε άρχοντα, φροντίζοντας για ολόκληρη την οικουμένη. Εάν ήταν πλούσιος και διέθετε πολλά χρήματα, ίσως θα έλεγε κάποιος ότι έκαμνε την ερώτηση αυτή μεριμνώντας όχι για τούς άλλους αλλά για τον εαυτόν του και φροντίζοντας για τα ιδικά του. Τώρα όμως η πενία του τον απαλλάσσει από αυτήν την υποψία, και αποδεικνύει ότι μεριμνούσε και ήθελε να μάθει την οδό της σωτηρίας από ενδιαφέρον για την σωτηρία των άλλων. Γι' αυτό και ο Χριστός ενθαρρύνοντας τον του είπε: «τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, παρά τω Θεω δυνατά έστι». Μη νομίσεις, ότι εγκαταλείπεσθε έρημοι· εγώ συμπαρίσταμαι στην προσπάθεια σας αυτήν και κάνω τα ακατόρθωτα κατορθωτά και μάλιστα εύκολα. Όταν πάλιν ο Χριστός ομιλούσε για το γάμο και τη γυναίκα και έλεγε «ο απολύων γυναίκα παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχάσθαι» και συνεβούλευε να υπομένει κανείς κάθε κακία της γυναικός εκτός μόνον από την πορνεία, ο Πέτρος, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν, πλησίασε τον Χριστό και του είπε: «ει ούτος έστιν η αιτία (σχέσις) του ανθρώπου μετά της γυναικός, ου συμφέρει γαμήσαι (νά έλθη κανείς σέ γάμο)». Πρόσεχε και εδώ πως και τη τιμή πού αρμόζει σε διδάσκαλο απέδωσε, και για τη σωτηρία των άλλων φρόντισε, χωρίς και εδώ να μεριμνά για τον εαυτό του. Για να μην ειπεί λοιπόν και τώρα κάτι παρόμοιο, ανέτρεψε με την παραβολή εκ των προτέρων την αντίρρησή του. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίον ο Ευαγγελιστής είπε: «διά τούτο ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ός ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού», δείχνοντας ότι γι’ αυτό λέγει την παραβολήν αυτή, για να μάθεις ότι και αν « εβδομηκοντάκις επτά» την ημέρα συγχωρείς στον αδελφό σου τα αμαρτήματά του, δεν έκαμες ακόμη τίποτε μεγάλο, αλλά υστερείς πολύ, απερίγραπτα από την φιλανθρωπία του Κυρίου καί δέν δίδεις τόσον όσο λαμβάνεις.

Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή την παραβολή· διότι αν και φαίνεται πώς από μόνη τής είναι σαφής, έχει όμως κρυμμένο μέσα της και κάποιον ανέκφραστο θησαυρό νοημάτων. « Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασλεί, όστις ηθέλησε συνάραι λόγον μετά τών δούλων αυτού». Μή προσπεράσεις επιπόλαια την φράση, αλλά ανάπτυξε παρακαλώ το δικαστήριο εκείνο και, εισερχόμενος στη συνείδησή σου, αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή· και όταν ακούσης ότι λογαριάζεται με τούς δούλους του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους: « Πάντας γάρ ημάς φανερωθήναι δει έμπροσθεν του βήματος του Χριστού»... Βάλε με τον νου σου πως θα είναι τότε το δικαστήριο, αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις όσα επλημμέλησες, ο Θεός δε θα τα λησμονήσει ποτέ, αλλά θά τά στήση όλα ενώπιον των οφθαλμών μας, εάν δεν προλάβομε να τα εξαλείψομε τώρα με μετάνοια και εξομολόγηση και με το να μη μνησικακούμε ποτέ προς τους συνανθρώπους μας. Για ποιό λόγο όμως κάμει το λογοθέσιον; Όχι επειδή ο ίδιος αγνοεί (πως θα αγνοούσε αυτός πού γνωρίζει τά πάντα πρίν γίνουν;), αλλά για να πείσει εσέ τον δούλο του ότι δικαίως οφείλεις αυτό πού οφείλεις. Ή καλλίτερα όχι μόνον για να μάθεις, αλλά και για να καθαριστείς τελείως· επειδή και τον προφήτη γι’ αυτό τον πρόσταξε να λέγει τα αμαρτήματα των Ιουδαίων: Διότι λέγει «λέγε τάς ανομίας αυτών τω οίκω Ιακώβ καί τάς αμαρτίας αυτών τω οίκω Ισραήλ» όχι μόνον για να ακούσουν, αλλά για να διορθωθούν.

«Αρξαμένου δέ αυτού συναίρειν, προσηνέχθη αυτω ειε οφειλέτης μυρίων ταλάντων». Άραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους· και δεν ήταν μόνον αυτό το φοβερό, αλλά το ότι τον έφεραν και πρώτο στον Κύριο του. Επειδή εάν μεν τον έφερναν ύστερα από πολλούς άλλους πού φάνηκαν ευγνώμονες, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό το να μη εξοργισθεί ο Κύριος, επειδή η ευγνωμοσύνη των προηγουμένων θα τον είχε κάνει ημερότερο προς τούς αγνώμονες που ηκολούθησαν· το να φανεί όμως αχάριστος αυτός πού εισήλθε πρώτος και μολονότι φάνηκε τόσο αγνώμων να αντιμετωπιστεί με τόση φιλανθρωπία από τον Κύριο τού, αυτό είναι το ιδιαιτέρως θαυμαστό και παράδοξο.

Οι άνθρωποι λοιπόν, όταν εύρουν τούς οφειλέτες τους, χαίρονται σαν να ευρήκαν κυνήγι και θήραμα και κάνουν τα πάντα για να απαιτήσουν όλο το χρέος. Και αν δε το κατορθώσουν εξ’ αιτίας της πτωχείας των οφειλετών, εκδηλώνουν την οργή τους για τα χρήματα στο ταλαίπωρο σώμα των δυστυχών εκείνων, βασανίζοντας και κτυπώντας και προξενώντας σ’ αυτό μύρια κακά. Ο Θεός όμως αντιθέτως, επενόησε και μετεχειρίσθη όλα τα μέσα για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Διότι σε μάς, ο πλούτος είναι το να απαιτήσομε τα οφειλόμενα, ενώ για το Θεό, είναι πλούτος το να συγχωρήσει. Εμείς, όταν λάβομε τα οφειλόμενα, τότε γινόμεθα ευπορώτεροι· ενώ ο Θεός όταν συγχωρήσει τα αμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει. Επειδή πλούτος του θεού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, όπως λέγει ο Παύλος: «ο πλουτών είς πάντας, καί επί πάντας τούς επικαλουμένους αυτόν».

Αλλά ίσως κάποιος ειπεί: και πως αυτός που θέλει να χαρίσει και να συγχωρήσει τα ανομήματα διέταξε να τον πωλήσουν; Αυτό ακριβώς είναι πού φανερώνει πάρα πολύ την φιλανθρωπία του. Όμως ας μη βιαζόμεθα, αλλά ας προχωρούμε με την σειρά στην διήγηση τής παραβολής: « Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι» λέγει. Τι σημαίνει «μη έχοντος αυτού αποδούναι». Πάλιν επίτασιν αγνωμοσύνης· επειδή όταν λέγει ότι δεν ημπορούσε να τα επιστρέψει, δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και δεν είχε κανένα έργον αγαθόν, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε λογαριάζονται τα κατορθώματα για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη λογαριάζεται για δικαιοσύνη. « Τω γάρ μή εργαζομένω, πιστεύοντι δέ επί τόν (Θεόν τόν) δικαιούντα τόν ασεβή, λογίζεται η πίστις αυτού είς δικαιοσύνην». Και τι λέγω για πίστη και κατορθώματα, αφού και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων; Και αυτό το φανερώνει ο Χριστός με την παραβολή του Λαζάρου, παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέγει προς τον πλούσιο, ότι ο Λάζαρος απήλαυσε στην ζωή τού τα κακά και γι’ αυτό εδώ ηύρε παρηγορία. Το φανερώνει και ο Παύλος γράφοντας στους Κορινθίους για εκείνο που πόρνευσε, προς τούς οποίους λέγει τα εξής: «παράδοτε τον τοιούτον τω σατανά εις όλεθρον τής σαρκός, ίνα τό πνεύμα σωθή». Καί άλλους επίσης πού ημάρτησαν τούς παρηγορεί λέγοντας «διά τούτο εν υμίν πολλοί ασθενείς καί άρρωστοι (ελαφρά καί βαρειά) καί κοιμώνται ικανοί. Ει γάρ εαυτούς εκρίνομεν, ουκ άν εκρινόμεθα· κρινόμενοι δέ υπό Κυρίου, παιδευόμεθα, ίνα μή σύν τω κόσμω κατακριθώμεν». Εάν δηλαδή κρίναμε εμείς τους εαυτούς μας, δεν θα εκρινόμεθα· γι’αυτό κρινόμενοι από τον Κύριο παιδευόμεθα (εδώ), για να μη καταδικασθούμε μαζί με τον κόσμο. Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η ασθένεια και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται στην εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και με την ιδική μας προσπάθεια.

Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αγαθόν ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε· γι’ αυτό λέγει «μη έχοντος αυτού αποδούναι, εκέλευσεν αυτόν πραθήναι»· αυτό μας φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την φιλανθρωπία του Δεσπότου, ότι και τον κάλεσε να λογοδοτήσει και να πωληθεί διέταξε. Επειδή και τα δύο τα έκαμε ώστε αυτός να μη πωληθεί. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από το τέλος· διότι αν ήθελε να πωληθεί αυτός, ποίος του το απαγόρευε; ποίος τον εμπόδιζε;

Γιατί λοιπόν διέταξε να πωληθεί, αφού δεν επρόκειτο να το κάνει; Με την απειλή του αύξησε το φόβο για να τον παρακινήσει σε ικεσία· τον παρεκίνησε δε σε ικεσία, για να λάβει από αυτό αφορμή συγχωρήσεως. Βεβαίως ημπορούσε και πριν από την παράκληση να τον απαλλάξει από το χρέος, αλλά δεν το έπραξε για να μη πέσει σε χειρότερα. Ημπορούσε και πριν από το λογοθέσιο να δώσει τη συγχώρηση, αλλά για να μη γίνει απανθρωπότερος και ωμότερος προς τους συνανθρώπους του αγνοώντας το πλήθος των αμαρτημάτων του, γι’αυτό τον βοήθησε πρώτα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του χρέους του, και τότε του το χάρισε όλο. Διότι εάν αφού πρώτα έγινε η λογοδοσία και απεκαλύφθη το χρέος και άκουσε την απειλή, και έγινε φανερά η καταδίκη της οποίας ήταν άξιος, φάνηκε τόσον άγριος και σκληρός προς τον σύνδουλό του, σε πόση αγριότητα θα είχε φθάσει, αν τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί;

Γι’ αυτό τα έκαμνε όλα αυτά ο Θεός και τα επιχειρούσε, για να συγκρατήσει εκ των προτέρων εκείνη τη σκληρότητα. Εάν όμως μέ κανένα από αυτά δε διορθώθηκε, αίτιος δεν είναι ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος πού δεν εδέχθη την διόρθωση.

Ας ιδούμε όμως πως προσπαθεί να θεραπεύσει την πληγή. «Πεσών ουν», λέγει, «παρά τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν λέγων· μακροθύμησον επ εμοί, καί πάντα σοί αποδώσω». Και μάλιστα δεν είπε ότι δεν είχε να του τα επιστρέψει· έτσι όμως συνηθίζουν να κάνουν όσοι χρεωστούν· και αν ακόμη δεν ημπορούν να επιστρέψουν τίποτε, υπόσχονται, ώστε να απαλλαγούν από τα παρόντα δεινά. Ας ακούσομε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να το παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Ας μην αποκάμνομε λοιπόν στις παρακλήσεις. Διότι ποίος θα ημπορούσε να γίνει αμαρτωλότερος από αυτόν, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τόσα ανομήματα, ενώ κατόρθωμα δεν είχε κανένα, ούτε μικρόν, ούτε μεγάλο; Δεν είπε όμως μέσα του «δεν έχω παρρησία, είμαι γεμάτος εντροπή, πως ημπορώ να τον πλησιάσω; πως ημπορώ να παρακαλέσω;», πράγμα πού πολλοί επιβαρημένοι με αμαρτίες το λέγουν, πάσχοντες από διαβολική ευλάβεια. Σου λείπει η παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως είναι άνθρωπος αυτός πού πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί σου, για να εντραπείς και να κοκκινίσεις; Είναι ο Θεός, πού περισσότερο από εσένα θέλει να σε απαλλάξει από τα ανομήματα. Δεν επιθυμείς εσύ τόσον την ασφάλεια σου, όσον εκείνος ποθεί την σωτηρία σου. Και αυτό μας το δίδαξε με τα ίδια του τα έργα.

Δεν έχείς παρρησία; Γι’ αυτό ακριβώς θα ημπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή έχεις αυτήν την αίσθησι· διότι η μεγαλυτέρα παρρησία είναι το να μη νομίζεις ότι έχεις παρρησία. Όπως ακριβώς η μεγαλυτέρα καταισχύνη είναι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου· εκείνος είναι ακάθαρτος, έστω και αν είναι ο αγιώτερος από όλους τούς ανθρώπους· όπως ακριβώς δίκαιος γίνεται εκείνος πού έπεισε τον εαυτόν του ότι είναι ο τελευταίος από όλους. Και μάρτυρες για τα λεγόμενα είναι ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Μην απελπιζόμεθα λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμεθα, αλλά ας προσερχώμεθα στο Θεό, ας γονατίζομε ενώπιόν του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. Αυτά πού ακολούθησαν όμως δεν είναι όμοια με τα προηγούμενα. Διότι όσα συγκέντρωσε με την ικεσία, αυτά τα σκόρπισε όλα σε μία στιγμή με την οργή κατά του πλησίον.

Αλλά ας έλθομε πρώτα στον τρόπον της συγχωρήσεως· ας ιδούμε πως τον απήλλαξαν από το χρέος και από ποια αιτία οδηγήθηκε ο Κύριος σ’ αυτό. «Σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού», λέγει, « απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτω». Εκείνος εζήτησε αναβολήν, αυτός έδωσε συγχὠρησι δηλαδή έλαβε περισσότερον από αυτό πού εζήτησε. Γι’ αυτό καί ο Παύλος λέγει: « τω δυναμένω πάντα ποιήσαι υπερεκπερισσού ων αιτούμεθα ή νοούμεν». Διότι ούτε να φανταστείς δεν ημπορείς τόσα πολλά, όσα εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει. Μην εντραπείς λοιπόν, μη κοκκινήσης· ή μάλλον να εντρέπεσαι για τις αμαρτίες σου, να μην απελπίζεσαι όμως, ούτε να απομακρυνθείς από την προσευχή, αλλά πλησίασε, έστω και να του δώσεις την ευκαιρία να επιδείξει την φιλανθρωπία του με την συγχώρηση των αμαρτιών σου. Εάν όμως φοβηθείς να τον πλησιάσεις, τότε εμπόδισες την αγαθότητα του, συνεκράτησες την αφθονία της καλοσύνης του, όσον βεβαίως εξαρτάται από εσένα.

Ας μη δειλιάζομε λοιπόν, ούτε να διστάζομε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσομε σ’ αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Κανείς δεν έκαμε τόσες αμαρτίες, όσες αυτός· διότι πράγματι διέπραξε κάθε είδος πονηρίας· αυτό φανερώνουν τα μύρια τάλαντα. Κανείς δεν ήταν τόσον έρημος όσον αυτός, δεν είχε να πληρώσει το χρέος του. Αλλ’ όμως αυτόν που είχε προδοθεί από παντού, ημπόρεσε να τον σώσει η δύναμη της προσευχής. Και έχει τόσο μεγάλες δυνατότητες η προσευχή, θα ειπεί κάποιος, ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο; Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλ’ έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχομένου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωσιν αυτήν, και κατέστησε ισχυρά την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθείς ο Κύριος αυτού απέλυσεν αυτόν, καί τό δάνειον αφήκεν αυτώ», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκαμνε η φιλανθρωπία του Κυρίου. «Εξελθών δε εκείνος εύρε ένα των συνδούλων αυτού, ος όφειλε αυτώ εκατόν δηνάρια· και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων· απόδος μοι, ει τι (ότι) οφείλεις». Άραγε τι θα ημπορούσε να υπάρξει αισχρότερο από αυτό; ενώ η ευεργεσία ηχούσε ακόμη στην ακοή του, λησμόνησε την φιλανθρωπία του Κυρίου.

Βλέπεις πόσον μεγάλο αγαθόν είναι το να ενθυμείτε κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσον σκληρός και απάνθρωπος. Γι’ αυτό συνεχώς λέγω, και δεν θα παύσω να το λέγω, ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο και αναγκαίο το να κρατούμε διαρκώς στη μνήμη μας όλα μας τα πταίσματα· διότι τίποτε δεν ημπορεί να καταστήσει την ψυχή τόσον φιλόσοφο και επιεική και ήπια, όσον η διαρκής μνήμη των αμαρτημάτων. Γι’ αυτό ο Παύλος κρατούσε στη μνήμη του όχι μόνον τα μετά το λουτρό του βαπτίσματος αμαρτήματα, αλλά και αυτά που προηγήθησαν από αυτό, μολονότι βεβαίως είχαν εξαφανισθεί ολοτελώς. Εάν δε εκείνος κρατούσε στη μνήμη του τα πριν από το βάπτισμα, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να μη λησμονούμε τα μετά το βάπτισμα· διότι με την ανάμνηση όχι μόνον τα εξαφανίζουμε, αλλά και προς όλους τους ανθρώπους θα συμπεριφερόμεθα με περισσότερη επιείκεια, και το Θεό θα τον υπηρετήσομε με μεγαλύτερη αφοσίωση, αφού μαθαίνουμε πολύ καλά με την ανάμνηση τους την ανέκφραστο φιλανθρωπία του.

Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία πού έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από την φιλανθρωπία του Θεού. «Κρατήσας γάρ αυτόν έπνιγε λέγων, απόδος μοι, εί τι οφείλεις». Δεν είπε « δώσε μου πίσω τα εκατό δηνάρια», επειδή ντρεπόταν το ασήμαντον του χρέους, αλλά «ότι οφείλεις». «Ο δε πεσών επί τούς πόδας αυτού, παρεκάλει αυτόν, λέγων· μακροθύμησον επ’ εμοί καί πάντα σοι αποδώσω». Με τα ίδια λόγια, πού ηύρε και εκείνος την συγχώρηση, με τα ίδια και αυτός αξιώνει να σωθεί. Εκείνος όμως από την υπερβολική του σκληρότητα ούτε με αυτά τα λόγια κάμφθηκε, ούτε σκέφθηκε ότι ο ίδιος με τα λόγια αυτά σώθηκε. Και αν ακόμη τον συγχωρούσε, ούτε έτσι θα ήταν φιλανθρωπία αλλά οφειλή και χρέος. Διότι εάν το έκαμνε αυτό πριν γίνει η λογοδοσία και πριν ληφθεί εκείνη η απόφαση και απολαύσει τόσο μεγάλη ευεργεσία, το γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί στην ιδική του μεγαλοψυχία. Τώρα όμως, μετά από τόσον μεγάλη δωρεά και άφεση τόσων πολλών αμαρτημάτων, ήταν πλέον υποχρεωμένος να φερθεί στον σύνδουλό του με ανεξικακία, σαν κάποια αναγκαία οφειλή. Αλλ’ όμως ούτε αυτό έκαμε, ούτε σκέφθηκε πόση ήταν η διαφορά της αφέσεως την οποίαν και αυτός απήλαυσε και που έπρεπε να δείξει στο σύνδουλό του. Διότι όχι μόνον στο ποσό των οφειλών, ούτε στο αξίωμα των προσώπων, αλλά και σ’ αυτόν τον ίδιον τον τρόπο θα ημπορούσε κανείς να ιδεί μεγάλη διαφορά. Επειδή εκείνα μεν ήσαν μύρια τάλαντα, ενώ αυτά εκατό δηνάρια. Και αυτός μεν προσέβαλε τον Κύριο του, ενώ ο οφειλέτης τον σύνδουλό του· αυτός επομένως, αφού είχε ευεργετηθεί είχε υποχρέωση να του χαρισθεί· ενώ ο Κύριος τον είχε απαλλάξει από όλο το χρέος χωρίς να ιδεί να γίνεται εκ μέρους του κάποιο μικρό ή μεγάλο αγαθό.

Δεν έβαλε όμως τίποτε από αυτά στο νου του, αλλά εντελώς τυφλωμένος από την οργή τον έπιασε από το λαιμό και τον έκλεισε στην φυλακή. Βλέποντας όμως οι σύνδουλοί του, λέγει, αγανάκτησαν· και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο οι σύνδουλοι, για να μάθεις πόσον ήμερος είναι ο Κύριος. Όταν ο Κύριος του τα άκουσε αυτά τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του, καί δέν αποφασίζει έτσι απλώς την καταδίκη, αλλά προηγουμένως δικαιολογείται. Και τι λέγει «Δούλε πονηρέ, πάσαν οφειλήν εκείνην αφήκα σοι».
Ποίος θα ημπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον ελύπησε, ούτε πονηρόν τόν απεκάλεσε, αλλά μόνον διέταξε να πωληθή· και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει· για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα πού έγιναν σ’ αυτόν παρά αυτά πού έγιναν στούς συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνον εδώ αυτό αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Εάν γαρ προσφέρεις το δώρο σου», λέγει, «επί το θυσιαστήριο, κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, ύπαγε, πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, καί τότε ελθών πρόσφερε τό δώρον σου». Βλέπεις πως προτιμά παντού τα ιδικά μας από τα ιδικά του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από τήν ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο; και αλλού πάλιν· «ο απολύων την γυναίκα αυτού παρεκτός λόγου πορνείας, ποιεί αυτήν μοιχευθήναι». Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι· «ει τις ανήρ γυναίκα έχει άπιστον, και αυτή συνευδοκει οικείν μετ’ αυτού, μη αφιέτω αυτήν». Εάν πορνεύσει, λέγει να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστος, μη την διώξεις· εάν δηλαδή αμαρτήσει σε σένα, χώρισε την· εάν αμαρτήσει σε μένα, κράτησε την. Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσον πολύ σ’ αυτόν, τον συνεχώρησε· όταν αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά πού αμάρτησε στον Κύριο του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι ωργίσθη και τον παρέδωσε στους βασανιστάς· ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν προσέθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας πού απέβλεπε στην συγχώρησιν· αυτή λοιπόν, η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν πού τον εξόργισε τόσον πολύ.

Άραγε τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτά πού δεν κατόρθωσαν να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσουν τα αμαρτήματα, αυτά κατορθώνει να του τα προξενήσει η κατά του πλησίον οργή; Μολονότι έχει γραφή ότι «αμεταμέλητα τα χαρίσματα του Θεού». Πως λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλιν η απόφαση; Εξ’ αιτίας της μνησικακίας· ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερά από κάθε αμαρτίαν· διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγγνώμη, αλλά και τις άλλες, πού είχαν αφανισθεί ολοτελώς, τίς ανανέωσε πάλι.

Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας· πράγμα το οποίον έκαμε και εδώ. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και αποστρέφεται ο Θεός, όσον άνθρωπο πού είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή πού μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγομε έτσι: «άφες ημίν τά οφειλήματα ημών, ως καί ημείς αφίεμεν τοίς οφειλέταις ημών».

Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, και αφού γράψουμε την παραβολή αυτή στις καρδιές μας, όταν έλθουν στον νου μας όσα έχουμε πάθει από τούς συνδούλους μας, ας αναλογισθούμε και αυτά πού έχουμε κάνει στον Κύριον· και με τον φόβο των ιδικών μας αμαρτημάτων θα μπορέσουμε να απομακρύνομε γρήγορα τον θυμό για τα ξένα παραπτώματα. Εάν πρέπει να ενθυμούμεθα αμαρτήματα, μόνον τα ιδικά μας πρέπει να ενθυμούμεθα. Διότι εάν κρατήσομε στη μνήμη τα ιδικά μας, ποτέ δεν θα δώσομε σημασία στα ξένα· όπως ακριβώς εάν λησμονήσομε τα ιδικά μας, εύκολα εκείνα θα εισχωρήσουν στους λογισμούς μας. Πράγματι, και αυτός εάν είχε κρατήσει στη μνήμην του τα μύρια τάλαντα, δε θα ενθυμείτο τα εκατό δηνάρια· επειδή όμως τα λησμόνησε εκείνα, γι’ αυτό έπιασε από το λαιμό των συνδούλων του, και θέλοντας να απαιτήσει τα ολίγα, ούτε αυτό επέτυχε, αλλά επέσυρε στην κεφαλή του και τον όγκο των μυρίων ταλάντων.
Γι’ αυτό θα τολμούσα να ειπώ ότι αυτή είναι η φοβερότερη από όλες τις αμαρτίες· η μάλλον δεν το λέγω αυτό εγώ, αλλά ο Χριστός το φανέρωσε με την παραβολή αυτή. Διότι αν δεν ήταν φοβερότερη από μύρια τάλαντα, εννοώ από τα αναρίθμητα αμαρτήματα, δε θα ανακαλούσε εξ αιτίας της και εκείνα. Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσον, όσον το να καθαρεύομε από την οργή, και το να συμφιλιωνόμεθα προς εκείνους πού είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πώς ούτε η κοινωνία των μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα ημπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλιν εάν νικήσομε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχομε μύρια πλημμελήματα, θα ημπορέσομε να επιτύχομε κάποια συγγνώμη. Και δεν είναι ιδικός μας ο λόγος, αλλά του ιδίου του Θεού, ο οποίος πρόκειται να μας κρίνει. Διότι όπως είπε εδώ, ότι «ούτω ποιήσει και ο πατήρ μου, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τά παραπτώματα αυτών», έτσι και αλλού λέγει «εάν αφήτε τοις ανθρώποις τά παραπτώματα αυτών, αφήσει καί υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος».

Για να έχομε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχομε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζομε να συμφιλιωνόμεθα με όσους εχθρούς έχουμε· διότι έτσι και τον Κύριο μας θα συμφιλιώσομε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχομε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε «χάριτι καί φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω η δόξα καί τό κράτος είς τούς αιώνας των αιώνων». Αμήν.


Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Ρίξε το βλέμμα σου προς τον ουρανό κι αναλογίσου με Ποιόν συνομιλείς…

Ρίξε το βλέμμα σου προς τον ουρανό κι αναλογίσου με Ποιόν συνομιλείς…


Επειδή, λοιπόν, είναι μεγαλύτερο το κέρδος και μεγαλύτερη η ευκολία σ’ εκείνους που πλησιάζουν τον Θεό, ας μην περιφρονούμε την προσευχή.

Γιατί τότε θα συμφιλιωθείς και θα συνομιλήσεις καλύτερα μ’ Αυτόν, τότε σου δίνει ευκολότερα εκείνο που ζητάς, όταν εσύ ο ίδιος τον παρακαλείς, όταν η καρδιά σου είναι καθαρή, όταν οι λογισμοί σου συνοδεύονται από σωφροσύνη, όταν δεν Τον παρακαλείς με αδιαφορία… πράγμα που κάνουν πολλοί, και η μεν γλώσσα τους λέει τα λόγια της προσευχής, ενώ η ψυχή περιφέρεται σε πολλά μέρη του σπιτιού, της αγοράς, των δρόμων!

Αυτή είναι η όλη δολιότητα που επινόησε ο διάβολος. Επειδή δηλαδή γνωρίζει ότι κατά την ώρα εκείνη της προσευχής μπορούμε να επιτύχουμε τη συγχώρηση των αμαρτιών μας, θέλοντας να μας φράξει το λιμάνι της προσευχής, εξεγείρεται κατά την ώρα εκείνη, απομακρύνει τη σκέψη μας απ’ τα λόγια της προσευχής, ώστε να φύγουμε ζημιωμένοι μάλλον, παρά κερδισμένοι».
Γνωρίζοντας λοιπόν αυτά, όταν προσέρχεσαι στο Θεό, σκέψου σε ποιόν προσέρχεσαι, και σου είναι αρκετό για σωφροσύνη το αξιόπιστο Εκείνου που πρόκειται να σου δώσει τη χάρη.

Ρίξε το βλέμμα σου προς τον ουρανό κι αναλογίσου με ποιόν συνομιλείς. Γιατί, εάν κάποιος συνομιλώντας με κάποιον άνθρωπο που έχει ανεβεί λίγο τις ανθρώπινες τιμές, κι αν ακόμη είναι ο πιο αδιάφορος απ’ όλους, οπωσδήποτε τότε συγκεντρώνει τον εαυτό του και κάνει πιο προσεκτική την ψυχή του, πολύ περισσότερο αν σκεφθούμε εμείς, ότι συνομιλούμε με τον Κύριο των αγγέλων, θα μας γίνει αυτό σπουδαία αφορμή για να γίνουμε προσεκτικοί.

Αν όμως χρειάζεται ν’ αναφέρω και κάποια άλλη μέθοδο, με την οποία θα μπορέσουμε ν’ αποφύγουμε την αδιαφορία αυτή, θα μπορούσα να πω, ότι, πολλές φορές, αφού κάναμε την προσευχή μας, φύγαμε χωρίς ν’ ακούσουμε τίποτε από εκείνα που είπαμε! Αν λοιπόν σκεφτούμε αυτό, αμέσως θ’ αποκτήσουμε και πάλι την προθυμία γι’ αυτήν. Και αν πάλι πάθουμε το ίδιο, ας επαναλάβουμε αυτή για τρίτη και τέταρτη φορά, και να μη σταματήσουμε προηγουμένως την προσευχή μας, μέχρι που να την πούμε ολόκληρη με σκέψη και καρδιά γεμάτη από σωφροσύνη.

Αν αντιληφθεί ο διάβολος, ότι δεν απομακρυνόμαστε από την προσευχή μας, μέχρι που να την πούμε με προθυμία και με καρδιά και σκέψη γεμάτη από σωφροσύνη, θ’ απομακρυνθεί ο πανούργος, γνωρίζοντας ότι δεν θα κερδίσει τίποτα απ’ την επιβουλή του αυτή, παρά το να μας αναγκάζει να επαναλαμβάνουμε την ίδια προσευχή.

Πολλά τραύματα, αγαπητοί, καθημερινά δεχόμαστε απ’ τούς δικούς μας και τους ξένους στην αγορά, στο σπίτι, από τα δημόσια πράγματα, από τα ιδιωτικά, απ’ τους γείτονες, από τους φίλους. Σ’ όλα εκείνα τα τραύματα ας βάλουμε φάρμακα κατά την ώρα της προσευχής. Γιατί ο Θεός έχει τη δύναμη, εάν προσέλθουμε σ’ Αυτόν με σκέψη γεμάτη από σωφροσύνη, με ψυχή κυριευμένη απ’ τη φλόγα του πόθου μας γι’ Αυτόν, και με θερμή συνείδηση και Του ζητήσουμε συγγνώμη, να μας δώσει τη συγχώρηση για όλα τα αμαρτήματά μας …».

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Λόγος γιά τήν ὁμοφυλοφιλία

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος:

 Λόγος γιά τήν ὁμοφυλοφιλία



«Ἀλλ’ ἀκόμη δέν ἀνέφερα τό ἀποκορύφωμα τῶν κακῶν, οὔτε τό κυριώτερον μέρος τῆς συμφορᾶς ἀπεκάλυψα, διότι πολλάκις, πού ἠτοιμάσθην νά τό εἰπῶ ἐκοκκίνησα, πολλάκις δέ ἐντράπηκα. Ποῖον λοιπόν εἶναι αὐτό; Διότι πρέπει πλέον νά τό ἀποτολμήσωμεν νά τό εἴπωμεν. Ἄλλωστε θά ἦτο μεγάλη ἀνανδρία, ἐνῶ πρόκειται νά ἐκριζώσωμεν κάτι κακόν, νά μή τολμῶμεν οὔτε κἄν νά ὁμιλήσωμεν δι’ αὐτό, ὡσάν νά πρόκειται ἡ σιωπή νά ἰατρεύση ἀφ’ ἑαυτῆς τήν ἀσθένειαν.
Δέν θά σιωπήσωμεν λοιπόν, καί ἄν ἀκόμη πρόκειται μυριάκις νά ἐντραπῶμεν καί νά κοκκινίσωμεν. Διότι καί ὁ ἰατρός, προκειμένου νά καθαρίση τήν μολυσμένην πληγήν, θά παραιτηθῆ ἀπό τοῦ νά χρησιμοποίηση τόν σίδηρον, καί νά βυθίση τά δάκτυλά του εἰς τόν πυθμένα τοῦ τραύματος; Λοιπόν, οὔτε καί ἡμεῖς πρόκειται νά σταματήσωμεν τόν λόγον αὐτόν, καθ’ ὅσον ἡ μόλυνσις εἶναι χειροτέρα. Ποῖον λοιπόν εἶναι τό κακόν;
Κάποιος παράδοξος καί παράνομος πόθος εἰσῆλθεν εἰς τήν ζωήν μας. Ἐπέπεσεν ἀσθένεια βαρεία καί ἀθεράπευτος καί ἐνέσκηψε πανώλης χειροτέρα ὅλων…
Ἐπενοήθη κάποια νέα καί φοβερά παρανομία, διότι ἀνατρέπονται ὄχι μόνον οἱ ἀνθρώπινοι, ἀλλά καί οἱ φυσικοί νόμοι. Κατήντησε λοιπόν μικρόν πρᾶγμα ἡ πορνεία θεωρουμένη ὡς συνήθης ἀσέλγεια. Καί ὅπως εἰς τάς ὀδύνας, τό τυραννικώτερον πάθος, ὅταν ἐπέλθη, καλύπτει τήν ἐντύπωσιν τοῦ προηγουμένου, ἔτσι καί τό ὑπερβολικόν μέγεθος αὐτῆς τῆς ὕβρεως κάμνει τό ἀνυπόφορον, νά μή φαίνεται πλέον ὡς ἀνυπόφορον, δηλαδή τήν ἀκολασίαν περί τήν γυναίκα.
Διότι φαίνεται ὅτι εἶναι εὐχάριστον τό νά ἠμπορέση νά διαφύγη κανείς ἀπό τά δίκτυα αὐτά καί κινδυνεύει εἰς τό ἑξῆς νά γίνη περιττόν τό γυναικεῖον φύλον, ἐφ’ ὅσον οἱ νέοι ἀναπληρώνουν ἀντί ἐκείνων, ὅλα τά εἰς ἐκείνας ἀνήκοντα. Καί δέν εἶναι μόνον αὐτό τό κακόν, ἀλλ’ ὅτι μέ πολλήν ἐλευθερίαν ἀποτολμᾶται τοιαύτη ἀκολασία καί ἐνομιμοποιήθη ἡ παρανομία. Κανείς λοιπόν δέν φοβεῖται καί δέν τρέμει.
Κανείς δέν ἐντρέπεται οὔτε κοκκινίζει, ἀλλά καί ὑπερηφανεύεται διά τήν γελοίαν αὐτήν πράξιν καί θεωροῦνται παράφρονες οἱ σώφρονες καί ὅτι δῆθεν παραπλανῶνται οἱ νουθετοῦντες. Καί ἄν μέν τύχη νά εἶναι κατώτεροι σωματικῶς, δέρονται, ἄν δέ εἶναι ἰσχυρότεροι χλευάζονται, καταγελῶνται, περιλούονται μέ μυριάδας ἐμπαιγμούς.
Εἰς τίποτε δέν ὠφελοῦν τά δικαστήρια, οὔτε οἱ νόμοι, οὔτε οἱ παιδαγωγοί, οὔτε οἱ πατέρες, οὔτε οἱ ὑπηρέται, οὔτε οἱ διδάσκαλοι.
Διότι ἄλλους μέν κατώρθωσαν νά διαφθείρουν διά χρημάτων, αὐτοί δέ ἐνδιαφέρονται πῶς νά ἀποκτήσουν μισθόν. Ἐξ ἐκείνων δέ πού εἶναι φρονιμώτεροι καί φροντίζουν διά τήν σωτηρίαν αὐτῶν, πού τούς ἔχουν ἐμπιστευθῆ, ἄλλοι μέν πολύ εὐκόλως ἀποκοιμίζονται καί ἐξαπατῶνται, ἄλλοι δέ φοβοῦνται τήν δύναμιν τῶν ἀνηθίκων. Ἄλλωστε εὐκολώτερον θά ἠδύνατο νά γλυτώση κάποιος, ὁ ὁποῖος ἔχει γίνει ὕποπτος ὅτι ἐποφθαλμιᾶ τό βασιλικόν ἀξίωμα, παρά νά ξεφύγη ἀπό τά χέρια τῶν μιαρῶν ἐκείνων, ἄν προσπαθήση νά ἁρπάξη ἀπό αὐτούς τά παιδιά.
Ἔτσι, ὡσάν εἰς μεγάλην ἐρημίαν, μέσα εἰς τάς πόλεις οἱ ἀρσενικοί μέ ἀρσενικούς διαπράττουν τήν ἀκολασίαν. Ἐάν δέ μερικοί ἔχουν ξεφύγει τάς παγίδας αὐτάς, δυσκόλως θά ἀποφύγουν ὅμως τήν κακήν φήμην αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι διαπράττουν τάς ἀσχήμιας αὐτάς. Πρῶτον μέν, διότι εἶναι πάρα πολύ ὀλίγοι καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπον εὐκόλως θά ἠμποροῦσαν νά κρύπτωνται ἀνάμεσα εἰς τό πλῆθος τῶν κακῶν, δεύτερον δέ, διότι καί οἱ ἴδιοι οἱ μιαροί καί οἱ μολυσμένοι ἐκεῖνοι δαίμονες, ἐπειδή δέν ἠμποροῦν κατ’ ἄλλον τρόπον νά βλάψουν αὐτούς οἱ ὁποῖοι τούς περιεφρόνησαν, προσπαθοῦν νά τούς τιμωρήσουν διά τοῦ τρόπου αὐτοῦ. Διότι, ἀφοῦ δέν ἠμπόρεσαν νά τούς πλήξουν θανασίμως οὔτε νά ἐγγίσουν τήν ἰδίαν τήν ψυχήν των, ἐπιχειροῦν λοιπόν νά πληγώσουν τουλάχιστον τόν διάκοσμον τῆς σωφροσύνης των, τόν ὁποῖον λαμβάνουν ἀπό τήν κοινωνίαν καί νά καταστρέψουν τήν καλήν ὑπόληψίν των.
Διά τοῦτο καί ἤκουσα ὅτι πολλοί παραξενεύονται, πῶς ἀκόμη καί σήμερον δέν ἔβρεξε ἄλλην πυρίνην βροχήν, πῶς δέν ἐπαθεν ἡ πόλις μας αὐτά, ποὺ ἔπαθον τά Σόδομα ἐνῶ εἶναι ἀξία διά πολύ σκληροτέραν τιμωρίαν, καθόσον δέν ἐσωφρονίσθη οὔτε μέ τά κακά ἐκείνων; Ἀλλά μολονότι λοιπόν ἡ χώρα ἐκείνη ἐπί δύο χιλιάδες ἔτη βοᾶ διά τῆς ὄψεώς της λαμπρότερον καί ἀπό φωνήν, πρός ὅλην τήν οἰκουμένην, διά νά μή ἀποτολμήση παρόμοιον ἁμάρτημα, ὄχι μόνον δέ ἐμειώθη ἡ τάσις των διά τήν ἁμαρτίαν αὐτήν, ἀλλά καί περισσότερον αὐθάδεις ἔγιναν, ὡσάν νά φιλονεικοῦν καί μάχωνται μέ τόν Θεόν καί προσπαθοῦν νά ἀποδείξουν ἐμπράκτως ὅτι τόσον περισσότερον θά εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς τά κακά αὐτά, ὅσον περισσότερον τοὺς ἀπειλεῖ.
Πῶς λοιπόν δέν ἔγινε τίποτε τέτοιο, ἐνῶ τά μέν Σοδομιτικά ἁμαρτήματα διαπράττονται, ὅμως, δέν ἐπιβάλλονται αἱ τιμωρίαι τῶν Σοδόμων; Ἐπειδή τούς ἀναμένει ἄλλο πῦρ καυστικώτερον καί τιμωρία ἀτελεύτητος. Ἄλλωστε καί ἐκεῖνοι, ἐνῶ διέπραξαν πολύ βαρύτερα ἁμαρτήματα ἀπό τούς καταστραφέντας διά τοῦ κατακλυσμοῦ, ἐννοῶ τούς μετέπειτα, καμμία τέτοια ραγδαία βροχή, δέν ἔγινε μετά ἀπό ἐκεῖνον.
Καί ἐδῶ πάλιν ὁ λόγος εἶναι ὁ ἴδιος. Διατί τάχα οἱ πρῶτοι ἄνθρωποι, ὅταν οὔτε δικαστήρια ὑπῆρχον, οὔτε φόβος ὑπῆρχε ἀπό τούς ἄρχοντας, οὔτε νόμος νά τούς ἀπειλῆ, οὔτε ὅμιλος προφητῶν διά νά τούς ἐπαναφέρη εἰς τάξιν, οὔτε φόβος κολάσεως, οὔτε ἐλπίς βασιλείας αἰωνίου, οὔτε ἄλλη γνῶσις ἀληθείας, οὔτε καί τά θαύματα, πού ἠμποροῦν νά ἀναστήσουν καί τούς λίθους, πῶς λοιπόν αὐτοί, πού δέν ἀπήλαυσαν τίποτε ἀπό αὐτά, ἐτιμωρήθησαν τόσον αὐστηρά διά τάς ἁμαρτίας των καί αὐτοί, πού ἔχουν συμμετάσχει εἰς ὅλα αὐτά καί ζοῦν μέσα εἰς τόσον φόβον καί θείων καί ἀνθρωπίνων δικαστηρίων, δέν ἐτιμωρήθησαν ἀκόμη μέχρι σήμερον μέ τάς αὐτὰς τιμωρίας, ἐνῶ εἶναι ἄξιοι σκληροτέρας τιμωρίας;
Ἄρα, δέν εἶναι εὐνόητον καί εἰς ἕνα παιδί, ὅτι τούς ἐπιφυλάσσεται αὐστηροτέρα τιμωρία; Διότι, ἐάν ἐμεῖς ὀργιζώμεθα ἔτσι καί ἀγανακτῶμεν, ὁ Θεός, πού φροντίζει δι’ ὅλα καί ἰδιαιτέρως διά τό ἀνθρώπινον γένος καί ἀποστρέφεται καί μισεῖ σφοδρῶς τήν κακίαν, πῶς θά ἠνείχετο νά ἀποτολμῶνται αὐτά χωρίς τιμωρίαν; Δέν εἶναι ἔτσι, ὄχι! Ἀλλά θά ἐπιφέρη ἐπ’ αὐτῶν τήν παντοδύναμον χείρα του καί τήν ἀφόρητον πληγήν καί τήν ὀδύνην τῶν βασανιστηρίων ἐκείνων, πού εἶναι τόσον φοβερά, ὥστε αἱ συμφοραί τῶν Σοδόμων συγκρινόμενοι πρός αὐτά, θά θεωροῦνται ἀστεῖαι.
Διότι ποίους βαρβάρους δέν ἐξεπέρασαν, ποῖον γένος θηρίων, διά τῆς μιαρᾶς αὐτῆς σαρκικῆς μίξεως; Ὑπάρχει εἰς μερικά ἀπό τά ἄλογα ζῶα μεγάλη γενετήσιος ὁρμή καί ἐπιθυμία ἀσυγκράτητος, πού δέν διαφέρει καθόλου ἀπό τήν τρέλλαν. Ἀλλ’ ὅμως, δέν γνωρίζουν τόν ἔρωτα αὐτόν τοῦ ἀρσενικοῦ πρός τό ἀρσενικόν, ἀλλά στέκονται εἰς τά ὅρια, πού ἔθεσεν ἡ φύσις. Καί ἄν ἀκόμη μυριάκις κοχλάζει μέσα των τό πάθος, ὅμως, δέν ἀνατρέπουν τούς νόμους τῆς φύσεως. Οἱ δῆθεν, ὅμως, λογικοί, πού ἐγνώρισαν τήν θείαν διδασκαλίαν καί διδάσκουν εἰς ἄλλους τί πρέπει καί τί δέν πρέπει νά κάμνουν καί ἤκουσαν Γραφάς, πού κατῆλθον ἀπό τόν οὐρανόν, συνάπτουν σχέσεις ὄχι τόσον ἐλευθέρως μέ τάς πόρνας, ὅσον μέ τούς νέους.
Ὡσάν νά μή εἶναι ἀκριβῶς ἄνθρωποι, μήτε νά ὑπάρχη ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία τιμωρεῖ τάς παρανομίας, ἀλλά ὡσάν σκότος, πού κατέλαβε τά πάντα καί κανείς πλέον οὔτε βλέπει αὐτά οὔτε τά ἀκούει, τοιουτοτρόπως ἀποτολμοῦν τά πάντα, καί μάλιστα μέ τόσην μεγάλην μανίαν. Οἱ δέ πατέρες τῶν διαφθειρομένων παιδιῶν ὑπομένουν αὐτά σιωπηλῶς καί δέν ἐξαφανίζονται μαζί μέ αὐτά, οὔτε σκέπτονται καμμίαν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ.
Διότι καί ἐάν ἔπρεπε νά μεταφέρουν τά παιδιά των ἐξορία εἰς ξένην χώραν ἐξ αἰτίας τοῦ πάθους αὐτοῦ, εἴτε εἰς τήν θάλασσαν, εἴτε εἰς τάς νήσους, εἴτε εἰς ἀπάτητον γῆν, εἴτε εἰς τήν ὑπεράνω ἡμῶν οἰκουμένην, δέν θά ἔπρεπε νά κάνουν τό πᾶν καί νά προσπαθήσουν, ὥστε νά μή συρθοῦν αὐταί αἱ αἰσχρότητες; Καί ἄν ὑπάρχη κάπου ἕνα χωρίον προσβληθέν ἀπό ἀσθένειαν καί μάλιστα χολέραν, δέν θά μεταφέρωμεν ἀπό ἐκεῖ τοὺς υἱούς καί ἄν ἀκόμη πρόκειται νά κερδίσουν ἐκεῖ πολλά καί ἡ ὑγεία των εἶναι ἀρίστη; Τώρα δέ, ὅμως, πού τόση διαφθορά ὑπάρχει παντοῦ, ὄχι μόνον σύρομεν αὐτούς πρός τά βάραθρα αὐτά, ἀλλά ἀπομακρύνομεν καί αὐτούς, πού θέλουν νά τούς ἀπαλλάξουν, ὡσάν καταστροφεῖς.
Καί πόσης ὀργῆς ἄξια δέν εἶναι αὐτά καί πόσων κεραυνῶν, ὅταν τό μέν λεκτικόν αὐτῶν προσπαθοῦμεν νά τό διορθώσωμεν καί νά τά καθαρίσωμεν διά τῆς κοσμικῆς σοφίας, τήν δέ ψυχήν, πού κεῖται μέσα εἰς τόν βόρβορον τῆς ἀσελγείας καί σαπίζει διαρκῶς, ὄχι μόνον παραμελοῦμεν, ἀλλά καί ὅταν θέλη νά ἀνορθωθῆ, τήν ἐμποδίζωμεν;
Ἀκόμη λοιπόν θά τολμήση νά εἰπῆ κανείς ὅτι εἶναι δυνατόν αὐτοί, ποὺ εἶναι τόσον βυθισμένοι εἰς τοιαύτας ἁμαρτίας νά σωθοῦν; Ἀπό ποῦ;
Διότι αὐτοί, πού διέφυγον τήν μανίαν τῶν ἀκολάστων (εἶναι δέ ὀλίγοι αὐτοί), τούς τυραννικούς ἐκείνους ἔρωτας, πού διαφθείρουν τά πάντα, ὅμως, δέν διαφεύγουν τόν πόθον τοῦ πλούτου καί τῆς δόξης. Οἱ περισσότεροι, ὅμως, καί ἀπό τά ἴδια αὐτά πάθη καί ἀπό τά πάθη τῆς ἀσελγείας καταλαμβάνονται μέ μεγαλυτέραν ὁρμήν.
Ἔπειτα θέλοντες νά τούς καλλιεργήσωμεν τήν εὐγλωττίαν, δέν ἀπορρίπτομεν μόνον τά ἐμποδίζοντα τήν παίδευσιν, ἀλλά δημιουργοῦμεν καί τά συντελοῦντα διορίζοντες καί παιδαγωγούς καί διδασκάλους καί χρήματα δαπανῶντες καί ἀπαλλάσσοντες αὐτούς ἀπό τάς ἄλλας ἀσχολίας καί τονίζοντες εἰς αὐτούς τακτικώτερον ἀπ’ ὅσον οἱ παιδοτρίβαι εἰς τούς Ὀλυμπιακούς ἀγώνας ἀφ’ ἑνός μέν δέ τήν πενίαν λόγω τῆς ἀπαιδευσίας καί ἀφ’ ἑτέρου τόν πλοῦτον, πού ἀποκτᾶ κανείς ἀπό τήν μόρφωσιν καί πράττοντες καί λέγοντες τό πᾶν καί μόνοι μας καί μέ ἄλλους, ὥστε νά τούς ὁδηγήσωμεν εἰς τό τέλος τῆς ἐν λόγω παιδείας καί παρά ταῦτα πολλάκις οὔτε ἔτσι τό ἐπιτυγχάνομεν.
Νομίζομεν δέ ὅτι θά προκύψη καλλιέργεια συμπεριφορᾶς καί ὀρθότητος ἀρίστου βίου, ἐνῶ ὑπάρχουν τόσον πολλά, ποὺ τήν διακόπτουν; Καί τί χειρότερον θά ἠδύνατο νά γίνη ἀπό τόν παραλογισμόν αὐτόν; Τό μέν εὐκολώτερον δηλαδή νά γίνεται ἀντικείμενον τόσον μεγάλης τιμῆς καί ἐπιμελείας, ὡσάν νά μή εἶναι δυνατόν χωρίς αὐτήν νά κατορθωθῆ ποτέ αὐτό, ἐκεῖνο δέ πού εἶναι δυσκολώτερον, τοῦτο νά νομίζωμεν ὅτι θά μᾶς ἔλθη ἐνῶ κοιμούμεθα, ὡς νά ἦτο κάτι ἀπό τά εὐτελῆ καί μηδαμινά;
Διότι ἡ παίδευσις τῆς ψυχῆς εἶναι ἔργον τόσον δυσκολώτερον καί ἐπιπλέον, ὅσον τό νά πράττη κανείς ἀπό τό νά λέγη καί ὅσον τά ἔργα εἶναι κοπιαστικώτερα τῶν λόγων.
Καί ποίαν ἀνάγκην ἔχουν τά παιδιά μας, λέγει, ἀπό τήν φιλοσοφίαν καί ὀρθότητα βίου; Πράγματι αὐτό εἶναι• αὐτό εἶναι ἐκεῖνο, πού κατέστρεψε τά πάντα, ὅτι δηλαδή πρᾶγμα τόσον ἀναγκαῖον, πού συγκρατεῖ τήν ζωήν μας, θεωρεῖται περιττόν καί πάρεργον. Κανείς δέν θά ἔλεγε, ἐάν ἔβλεπε τόν υἱόν του νά ἀσθενῆ κατά τό σῶμα, ποίαν ἀνάγκην ἔχει ἀπό καθαράν καί ἀκριβῆ ὑγείαν;
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως