Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Προσευχή για αϋπνίες, ώστε να απαλλαγούμε από αυτές.



Προσευχή για αϋπνίες, 
ώστε να απαλλαγούμε από αυτές.

Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος . Ἀμήν.

Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος ἐλέησον ἠμᾶς. (τρεῖς φορές)

Παναγία τριάς, ἐλέησον ἠμᾶς. Κύριε ἰλάσθητι ταῖς ἁμαρτίαις ἠμῶν. Δέσποτα, συγχώρισον τάς ἀνομίας ἠμίν. Ἅγιε, ἐπισκεψε καί ἴασαι τάς ἀσθενείας ἠμῶν, ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός σου.

Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον, Κύριε ἐλέησον.

Πάτερ ἠμῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τό ὄνομά Σου, ἐλθέτω ἡ βασιλεία Σου, γεννηθήτω τό θέλημά Σου ὡς ἐν οὐρανό καί ἐπί τῆς γής. Τόν ἄρτον ἠμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἠμίν σήμερον, καί ἅφες ἠμίν τά ὀφειλήματα ἠμῶν, ὡς καί ἠμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἠμῶν, καί μή εἰσενέγκης ἠμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρύσαι ἠμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ.

Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.

Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά Σου. Εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί, καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας Σου, ὅτι Σωτήρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἠμῶν.
Βαπτιστά τοῦ Χριστοῦ, πάντων ἠμῶν μνήσθητι, ἴνα ρυσθῶμεν τῶν ἀνομιῶν ἠμῶν, σοί γάρ ἐδόθη χάρις, πρεσβεύειν ὑπέρ ἠμῶν.
Βίον ἔνθεον, καλῶς ἀνύσας, σκεῦος τίμιόν του Παρακλήτου, ἀνεδείχθης θεοφόρε Ἀρσένιε, καί τῶν θαυμάτων τήν χάριν δεξάμενος, πάσι παρέχεις ταχείαν βοήθειαν, πάτερ Ὅσιε, Χριστόν τόν Θεόν ἱκέτευε, δωρήσασθαι, ἠμίν τό μέγα ἔλεος

Δεῦτε προσκυνήσομεν καί προσπέσωμεν τῷ Βασιλεῖ ἠμῶν Θεῶ.
Δεῦτε προσκυνήσομεν καί προσπέσωμεν Χριστό τῷ Βασιλεῖ ἠμῶν Θεῶ.
Δεῦτε προσκυνήσομεν καί προσπέσωμεν Αὐτῶ Χριστῷ τῷ Βασιλεῖ καί Θεῶ ἠμῶν.


                                                                      Ψαλμός 4



ΕΝ τῷ ἐπικαλεῖσθαί με εἰσήκουσάς μου, ὁ Θεὸς τῆς δικαιοσύνης μου· ἐν θλίψει ἐπλάτυνάς με. οἰκτείρησόν με καὶ εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου. υἱοὶ ἀνθρώπων, ἕως πότε βαρυκάρδιοι; ἱνατί ἀγαπᾶτε
ματαιότητα καὶ ζητεῖτε ψεῦδος; (διάψαλμα). καὶ γνῶτε ὅτι ἐθαυμάστωσε Κύριος τὸν ὅσιον αὐτοῦ· Κύριος εἰσακούσεταί μου ἐν τῷ κεκραγέναι με πρὸς αὐτόν. ὀργίζεσθε, καὶ μὴ ἁμαρτάνετε· ἃ λέγετε ἐν ταῖς
καρδίαις ὑμῶν, ἐπὶ ταῖς κοίταις ὑμῶν κατανύγητε. (διάψαλμα). θύσατε θυσίαν δικαιοσύνης καὶ ἐλπίσατε ἐπὶ Κύριον. πολλοὶ λέγουσι· τίς δείξει ἡμῖν τὰ ἀγαθά; ᾿Εσημειώθη ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου,
Κύριε. ἔδωκας εὐφροσύνην εἰς τὴν καρδίαν μου· ἀπὸ καρποῦ σίτου, οἴνου καὶ ἐλαίου αὐτῶν ἐπληθύνθησαν. ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω, ὅτι σύ, Κύριε, κατὰ μόνας ἐπ᾿ ἐλπίδι κατῴκισάς
με.


Ψαλμός 3

ΚΥΡΙΕ, τί ἐπληθύνθησαν οἱ θλίβοντές με; πολλοὶ ἐπανίστανται ἐπ᾿ ἐμέ· πολλοὶ λέγουσι τῇ ψυχῇ μου· οὐκ ἔστι σωτηρία αὐτῷ ἐν τῷ Θεῷ αὐτοῦ. (διάψαλμα). σὺ δέ, Κύριε, ἀντιλήπτωρ μου εἶ, δόξα μου καὶ
ὑψῶν τὴν κεφαλήν μου. φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, καὶ ἐπήκουσέ μου ἐξ ὄρους ἁγίου αὐτοῦ. (διάψαλμα). ἐγὼ ἐκοιμήθην καὶ ὕπνωσα· ἐξηγέρθην, ὅτι Κύριος ἀντιλήψεταί μου. οὐ φοβηθήσομαι ἀπὸ
μυριάδων λαοῦ τῶν κύκλῳ συνεπιτιθεμένων μοι. ἀνάστα, Κύριε, σῶσόν με, ὁ Θεός μου, ὅτι σὺ ἐπάταξας πάντας τοὺς ἐχθραίνοντάς μοι ματαίως, ὀδόντας ἁμαρτωλῶν συνέτριψας. τοῦ Κυρίου ἡ σωτηρία, καὶ
ἐπὶ τὸν λαόν σου ἡ εὐλογία σου.

Ευαγγέλιο
Κατά Μάρκον, Κεφάλαιο 4/26-32

Καὶ ἔλεγεν· οὕτως ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡς ἂν ἄνθρωπος βάλῃ τὸν σπόρον ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ καθεύδῃ καὶ ἐγείρηται νύκτα καὶ ἡμέραν, καὶ ὁ σπόρος βλαστάνῃ καὶ μηκύνηται ὡς οὐκ οἶδεν αὐτός. αὐτομάτη γὰρ ἡ γῆ καρποφορεῖ, πρῶτον χόρτον, εἶτα στάχυν, εἶτα πλήρη σῖτον ἐν τῷ στάχυϊ. ὅταν δὲ παραδῷ ὁ καρπός, εὐθέως ἀποστέλλει τὸ δρέπανον, ὅτι παρέστηκεν ὁ θερισμός.
Καὶ ἔλεγε· πῶς ὁμοιώσωμεν τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ; ἢ ἐν τίνι παραβολῇ παραβάλωμεν αὐτήν; ὡς κόκκον σινάπεως, ὃς ὅταν σπαρῇ ἐπὶ τῆς γῆς, μικρότερος πάντων τῶν σπερμάτων ἐστὶ τῶν ἐπὶ τῆς γῆς· καὶ ὅταν σπαρῇ, ἀναβαίνει καὶ γίνεται μείζων πάντων τῶν λαχάνων, καὶ ποιεῖ κλάδους μεγάλους, ὥστε δύνασθαι ὑπὸ τὴν σκιὰν αὐτοῦ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνοῦν.

Κομβοσχοίνι: Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» & «Υπεραγία Θεοτόκε πρέσβευε ὑπέρ ἡμῶν" καί Άγιε τοῦ Θεοῦ .....πρέσβευε υπέρ ημών»

Δί’ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἠμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός, ἐλέησον καί σῶσον ἠμᾶς. Ἀμήν.



Κυριακή 24 Ιουλίου 2016

Ὁδηγίες Προσευχῆς

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/

Ὁδηγίες Προσευχῆς


ΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΣΤΕ


             1. Νὰ λέμε τὴν προσευχή μας ἀργὰ καὶ καθαρά. Ὄχι μὲ βιασύνη, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη πρὸς τὸ Θεό.

            2. Πρὶν προσευχηθοῦμε νὰ ἔχουμε συγχωρήσει ὅλους ὅσους μᾶς ἔχουν ἀδικήσει ἢ μᾶς ἔχουν στενοχωρήσει στὴ ζωή μας.

         3. Νὰ μάθουμε νὰ ἀγαποῦμε τὴν προσευχή μας μὲ τρόπο ταπεινό.

       4. Γιὰ νὰ καρποφορήσει μία προσευχὴ χρειάζεται βαθειὰ ταπείνωση καρδιᾶς καὶ μυστηριακὴ ζωή.

     5. Ἡ προσευχὴ ἀποδίδει περισσότερο ὅταν ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ καθαρὰ καὶ ἔχουμε κοινωνήσει τὸ Πανάγιον Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

          6. Νὰ προσευχόμαστε χωρὶς εἰκόνες στὸ νοῦ μας, ἀλλὰ νὰ προσέχουμε τὰ λόγια της προσευχῆς μὲ κατάνυξη καὶ εὐλάβεια.

       7. Ὅσο περισσότερο προσευχόμεθα, τόσο περισσότερο αἰσθανόμαστε τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ.

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/




ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕ ΚΟΜΠΟΣΧΟΙΝΙ


Ἀγαπητοί μας ἀδελφοί,
Σαλπίζουμε ἐγερτήριο σάλπισμα.


           Οἱ ἐχθροί μας δαίμονες δὲν κοιμοῦνται καὶ ἐργάζονται ἀκατάπαυστα νὰ μᾶς ρίξουν στὶς ἁμαρτίες καὶ ἐξαιτίας αὐτῶν καὶ τῶν παθῶν μας στὰ βάθη τῆς κόλασης. Μὲ ἄλλο τρόπο δὲν μποροῦμε νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσουμε παρὰ μόνο μὲ τὴν προσευχή. Ἡ ἀνάγνωση πνευματικῶν βιβλίων εἶναι καλὴ καὶ ὠφέλιμη ἡ ἀνάγνωση ἢ παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Ἐκκλησίας μᾶς βοηθοῦν ὅσους ἔχουν τὴ δυνατότητα νὰ τὰ κάνουν.

                Γιὰ τοὺς πολλοὺς ὅμως ἕνας τρόπος ποὺ μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τοὺς ἄλλους τρόπους προσευχῆς εἶναι μὲ τὸ κομποσχοίνι. Σὲ κάθε κόμπο ἐπικαλεῖσαι τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ λέγοντας τὴ σύντομη εὐχὴ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» ἢ ἁπλῶς « Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Θὰ ἀρχίσεις μὲ τὸ: Δι᾿ εὐχῶν τῶν ἁγίων πατέρων ἡμῶν, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἐλέησον ἡμᾶς. Ἀμήν. Δόξα σοι ὁ Θεός, Βασιλεῦ οὐράνιε, Τρισάγιον, Παναγία Τριάς, Πάτερ ἡμῶν. Τὸν Ν´ ψαλμόν. Μιὰ σύντομη αὐτοσχέδια προσευχὴ μία φορὰ τὴν ἡμέρα μὲ σύντομη δοξολογία, εὐχαριστία, ἐξομολόγηση, αἴτηση ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν σου, ἐνισχύσεώς σου καὶ τῶν ἐν Χριστῷ ἀδελφῶν σου στὸν ἀγώνα τὸν καλό, καὶ προσευχὴ μὲ κομποσχοίνι ὅπως παρακάτω:


Α. Ὁ Ἑσπερινός με κομποσχοίνι ἢ μὲ τὸ ρολόι χωρὶς κομποσχοίνι (κομποσχοίνι τῶν 300 κόμπων = τριακοσάρι, κομποσχοίνι τῶν 100 κόμπων = ἑκαστοστάρι).

      Τρία τριακοσάρια τοῦ Χριστοῦ ἢ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

        Ἕνα τριακοσάρικο τῆς Παναγίας ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

      Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

    Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου τῆς Ἐνορίας ἢ 2 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

  Ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ Ἁγίου της ἑβδομάδος ἢ 2 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.


              Β. Τὸ Ἀπόδειπνον, τὸ ἴδιο ὡς ὁ Ἑσπερινός με ἐπιπλέον 2 τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 10 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

             Γ. Μεσονυκτικόν, τέσσερα τρακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ σὲ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι καὶ ἕνα τρακοσάρι τῆς Παναγίας ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

                 Δ. Ὄρθρος, ἐννέα τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ μία ὥρα μὲ τὸ ρολόι, τρία τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 15 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι. Ἀπὸ ἕνα ἑκατοστάρι τοῦ ἁγίου της ἡμέρας, τῆς ἐνορίας καὶ τῆς ἑβδομάδος ὡς στὸν ἑσπερινό, ἢ ἀπὸ δυὸ λεπτά, καὶ ἐπιπλέον ἕνα τρακοσάρι τῶν Ἁγίων Πάντων ἢ 5 λεπτὰ μὲ τὸ ρολόι.

                Ε. Θεία Μετάληψις, τέσσερα τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ 15 λεπτά. Ἕνα τρακοσάρικο τῆς Παναγίας ἢ 5 λεπτά.

                Στ. Παράκλησις στὸν Χριστό, τὴν Παναγία ἢ σὲ Ἅγιο. Δυὸ τρακοσάρικα ἢ δέκα λεπτά.

                    Ζ. Ὧραι 1η, 3η, 6η καὶ 9η, ἕξι τριακοσάρικα τοῦ Χριστοῦ ἢ ½ ὥρα, δυὸ τρακοσάρικα τῆς Παναγίας ἢ 10 λεπτά.

                 Ἂν ἔχεις πολλὴ ἐλεύθερη ὥρα ταξιδεύοντας στὸ λεωφορεῖο, ἢ ὁπουδήποτε βρίσκεσαι, ἀντὶ νὰ πιάσεις κουβέντα μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλο, κοίταξε τὸ ρολόι σου, κλείσου στὸν ἑαυτό σου καὶ λέγε τὴν εὐχὴ ὅπως εἴπαμε πιὸ πάνω.

                 Μὲ τὴν συνήθεια, τὴν ἀσταμάτητη προσοχὴ καὶ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ γίνεσαι δύσκολος στόχος τοῦ πονηροῦ. Μαζί με αὐτά, ἡ καλλιέργεια τῆς ἀγάπης, τῆς εὐσπλαχνίας, τῆς πίστης, τῆς συμπόνοιας, τῆς κατάνυξης, τῆς αὐτοκατηγορίας, τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό, τῆς τακτικῆς ἐξομολόγησης καὶ Θείας Κοινωνίας, ἀποκτᾶς ἕνα γερὸ ὁπλοστάσιο καὶ καθιστᾶς τὸν ἑαυτό σου θωρακισμένο μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ σχεδὸν ἀπρόσβλητον ἀπὸ τὰ θανατηφόρα βέλη τοῦ διαβόλου. Ὁ Κύριος εἶπε: «Ἄνευ ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Γι᾿ αὐτὸ γνωρίζοντας τὴν ἀσθένειά σου ταπεινώσου, καὶ ἔχε εἰς τὸν Θεὸ τὴν ἐλπίδα σου ἵνα μὴ καταισχυνθῇς καὶ δόξαζε κατὰ πάντα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας. Ἀμήν.
http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/



http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ


          Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης δίδαξε τὴν ἐργασία τῆς Νοερᾶς προσευχῆς ὄχι μόνο στοὺς Μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Ὄρους, ἀλλὰ ξεκινώντας ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος πῆγε διδάσκοντας τὴ Νοερὰ προσευχὴ μέχρι τὴ Βλαχία, δηλαδὴ τὴ σημερινὴ Ρουμανία.

               Ἐπίσης ὁ λαμπρός της Θεσσαλονίκης φωστήρας ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὄχι μόνο σε πολλὲς ὁμιλίες του παρακινοῦσε ὅλους τοὺς χριστιανοὺς νὰ προσεύχονται νοερὰ καὶ μὲ τὴν καρδιά τους, ἀλλὰ καὶ λόγον ὁλόκληρον ἔστειλε στοὺς Ἰωάννην καὶ Θεόδωρον τοὺς φιλοσόφους, ποὺ βρίσκονταν στὸν κόσμο, στὸν ὁποῖο λόγο ἀποκάλυψε σ᾿ αὐτοὺς ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Νοερᾶς προσευχῆς.

               Ὁ Ἅγιος Διάδοχος λέει ὅτι ὁ σατανᾶς δὲ θέλει ποτὲ νὰ μάθουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ νὰ πιστεύουν ὅτι αὐτὸς βρίσκεται στὴν καρδιὰ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τοὺς πολεμάει, ἀλλὰ θέλει νὰ νομίζουν ὅτι τοὺς πολεμάει ἐξωτερικά. Κατόπιν τούτου οἱ περισσότεροι Χριστιανοὶ καὶ ἰδιαίτερα οἱ λογιώτατοι πολλὲς φορὲς πιστεύουν ὅτι οἱ λογισμοὶ ἔρχονται σ᾿ αὐτοὺς ὄχι ἐσωτερικά, δηλαδὴ ἀπὸ τὴν καρδιά, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ λογική τους, δηλαδὴ τὶς σκέψεις τους καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ μάθουν νὰ πολεμοῦν τὸ σατανᾶ μὲ τὴν καρδιακὴ μνήμη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ μὲ τὴ Νοερὰ καὶ καρδιακὴ προσευχή!.. «Τῷ δὲ Βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».




http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/



Τετάρτη 29 Ιουνίου 2016

Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεόν

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/

Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

 - Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεόν


            ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Δέσποτα, Κύριε οὐρανοῦ καὶ γῆς ποὺ μὲ προώρισες πρὸ καταβολῆς κόσμου νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σ᾿ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, ποὺ πρόσταξες νὰ γεννηθῶ, ἐσὺ ὁ μόνος ἀθάνατος, ὁ μόνος παντοδύναμος, ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, κατέβηκες ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἁγίου κατοικητηρίου σου, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, σαρκώθηκες καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες, μ᾿ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση καὶ μοῦ προετοίμασες τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανούς. Ἔπειτα σὰν γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα λίγο, μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα, μὲ στόλισες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι ποὺ ἐνηλικώθηκα.
                   Ἔκρινες ὅμως δίκαιο νὰ σῳζόμαστε ὄχι μὲ τὴν βία ἀλλὰ μὲ τὴν δική μας προαίρεση, γιατὶ θέλησες νὰ τιμηθῶ κι᾿ ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καὶ νὰ σοῦ φανερώνω αὐτοπροαίρετη τὴν ἀγάπη μου μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν σου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητής, ἐπειδὴ λογίστηκα τὴν τιμὴ τῆς αὐτεξουσιότητος σὰν τὸ ἄλογο ποὺ λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, ἀποσκίρτησα ἀπὸ τὴν πατρική σου ἐξουσία καὶ ρίχτηκα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῷ κοιτόμουν καὶ κυλιόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ συντριβόμουν ὅλο καὶ περισσότερο, δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μ᾿ ἄφησες νὰ κείτομαι καὶ νὰ μολύνομαι ἀπὸ τὸ βόρβορο. Μὲ σπλαχνίστηκες, ἔστειλες καὶ μ᾿ ἔβγαλες ἀπὸ κεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες μὲ τὰ ἄρρητα κρίματά σου ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, ποὺ ἤθελαν νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρά, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν μ᾿ ἄφησες νὰ δεχθῶ. Τὶς δόξες καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ποὺ μοῦ πρόσφεραν γιὰ νὰ προδώσω τὸν ἁγιασμό σου, μ᾿ ἀξίωσες νὰ τὶς καταφρονήσω.

                   Ὅμως ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες --σοῦ ἐξομολογοῦμαι, Κύριε καὶ Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς-- περιφρονώντας τες πάλι, βυθίστηκα ὁ ἄθλιος σε λασπερὸ λάκκο αἰσχρῶν ἐννοιῶν καὶ πράξεων. Κι ὅταν ἐκεῖ κατρακύλισα, αἰχμαλωτίστηκα ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ στὸ σκοτάδι εἶναι κρυμμένοι. Ἀπὸ κεῖ οὔτε ἐγὼ μόνος, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἂν μαζευόταν, μποροῦσε νὰ μὲ βγάλει καὶ νὰ μὲ γλυτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τους.
                Ἤμουν λοιπὸν φυλακισμένος ἐλεεινὰ κεῖ κάτω. Μ᾿ ἔσερναν ἄθλια ἐδῶ καὶ κεῖ, μὲ σύμπνιγαν καὶ μὲ περιγελοῦσαν. Ἀλλὰ σύ, ὁ εὔσπλαχνος καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης, δὲν μ᾿ ἐγκατέλειψες, δὲν μνησικάκησες, δὲν ἀποστράφηκες τὴν ἀγνώμονα γνώμη μου καὶ δὲν μ᾿ ἄφησες γιὰ πολὺ νὰ τυραννιέμαι ἐκούσια ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λῃστές. Ἐγὼ αἰχμάλωτος σ᾿ αὐτοὺς χαιρόμουν ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀναισθησία. Ἐσὺ ὅμως Κύριε δὲν ὑπέφερες νὰ μὲ βλέπεις περίγελο τῶν δαιμόνων, ἀλλὰ μὲ σπλαγχνίστηκες καὶ μ᾿ ἐλέησες. Καὶ δὲν ἔστειλες σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἄθλιο οὔτε Ἄγγελο οὔτε ἄνθρωπο. Ἔσκυψες ἐσὺ ὁ ἴδιος, κινούμενος ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς ἀγαθότητός σου, στὸ βαθύτατο λάκκο τοῦ βορβόρου ποὺ ἤμουν βυθισμένος. Ἅπλωσες τὸ ἄχραντό σου χέρι, χωρὶς ἐγὼ νὰ σὲ βλέπω -ἄλλωστε πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ δῶ ἔτσι ποὺ ἤμουν βουτηγμένος καὶ πνιγμένος στὸ βόρβορο; μ᾿ ἅρπαξες ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ μὲ τράβηξες ἀπὸ ἐκεῖ μὲ βία. Ἐγὼ ἔνιωθα τὸν πόνο καὶ τὴν ὁρμητικὴ κίνηση πρὸς τὰ πάνω, ἀγνοοῦσα ὅμως ὁλότελα ποιὸς μὲ τραβάει καὶ μ᾿ ἀνεβάζει.
                    ΟΤΑΝ μὲ ἀνέσυρες καὶ μ᾿ ἔστησες στὴ γῆ, μ᾿ ἐμπιστεύθηκες στὸν δοῦλο καὶ μαθητή σου. Ἤμουν ὅλος ρυπαρός, μὲ τὰ μάτια, τὰ αὐτιὰ καὶ τὸ στόμα φραγμένα ἀπὸ τὸν βόρβορο, γι᾿ αὐτὸ οὔτε τώρα σ᾿ ἔβλεπα, ποιὸς εἶσαι. Ἔνιωθα μόνο ὅτι εἶσαι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἀφοῦ μὲ λύτρωσες ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν βαθύτατο λάκκο καὶ τὸν βόρβορο. Μοῦ εἶπες: «Κράτησε καλά, προσκολλήσου καὶ ἀκολούθησε τὸν ἄνθρωπο τοῦτον. Αὐτὸς θὰ σὲ πλύνει καὶ θὰ σὲ καθαρίσει». Μοῦ χάρισες ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτὸν καὶ χάθηκες χωρὶς νὰ ξέρω ποὺ πῆγες.
               Κατὰ τὴν προσταγή σου λοιπόν, Πανάγιε Δέσποτα, ἀκολούθησα σταθερὰ αὐτὸν ποὺ μοῦ ὑπέδειξες. Μὲ ὁδηγοῦσε στὶς βρύσες καὶ τὶς πηγὲς μὲ πολὺ κόπο, γιατὶ ἤμουν τυφλός. Τὸν κρατοῦσα γερὰ μὲ τὸ χέρι τῆς πίστεως ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀναγκαζόμενος ν᾿ ἀκολουθῶ πίσω του. Ἐκεῖνος, ποὺ ἔβλεπε καλά, ὑπερπηδοῦσε ὅλες τὶς πέτρες, τοὺς λάκκους καὶ τὶς παγίδες, ἐνῷ ἐγὼ σκόνταφτα κι᾿ ἔπεφτα ὑποφέροντας πολλοὺς πόνους, κακώσεις καὶ θλίψεις. Ἐκεῖνος σὲ κάθε πηγὴ καὶ βρύση νιβόταν καὶ λουζόταν, ἐνῷ ἐγὼ ποὺ δὲν ἔβλεπα, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὶς προσπερνοῦσα. Ἂν δὲν μ᾿ ἔπιανε ἀπὸ τὸ χέρι νὰ μὲ στήσει δίπλα στὴν πηγή, δὲν θὰ μποροῦσα ποτὲ νὰ βρῶ τὴν βρύση μὲ τὸ νερό. Μὰ κι ὅταν μὲ καθοδηγοῦσε καὶ πολλὲς φορὲς μ᾿ ἄφηνε γιὰ νὰ νιφτῶ, μαζὶ μὲ τὸ καθαρὸ νερὸ ἔπαιρνα στὶς παλάμες μου λάσπη καὶ βόρβορο, ποὺ ὑπῆρχαν κοντὰ στὴν πηγή, μολύνοντας ἔτσι τὸ πρόσωπό μου. Συχνά, ψηλαφώντας νὰ βρῶ τὴν πηγή, συμπαρέσυρα τὰ χώματα καὶ ἀνατάραζα τὸν βόρβορο, καὶ ὁλότελα τυφλός, μολύνοντας τὸ πρόσωπο μὲ τὸν βόρβορο, νόμιζα πὼς πλένομαι μὲ καθαρὸ νερό.
              Πῶς πάλι νὰ περιγράψω τὸν κόπο καὶ τὴν βία ποῦ μου προξενοῦσαν ὅλα αὐτά; Κι ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλὰ καὶ ὅσοι καθημερινὰ ἀντιδροῦσαν καὶ μὲ συμβούλευαν τάχα λέγοντας: «Τί ματαιοπονεῖς σὰν ἀνόητος καὶ ἀκολουθεῖς αὐτὸν τὸν ἐμπαίκτη καὶ πλάνο, προσδοκώντας ματαίως καὶ ἀνώφελα ν᾿ ἀναβλέψεις; Τώρα πιὰ εἶναι ἀδύνατο! Τί τὸν ἀκολουθεῖς σκοντάφτοντας καὶ ματώνοντας τὰ πόδια σου; Γιατί δὲν ἀκολουθεῖς καλύτερα ἀνθρώπους ἐλεήμονες, ποὺ παρακαλοῦν νὰ σὲ ἀναπαύσουν καὶ νὰ σὲ θρέψουν καὶ νὰ σὲ περιποιηθοῦν; Ἀποκλείεται πιὰ νὰ θεραπευθεῖς ἀπὸ τὴν ψυχικὴ λέπρα καὶ νὰ δεῖς τὸ φῶς σου. Ποῦ βρέθηκε τώρα θαυματουργὸς αὐτὸς ὁ ἐμπαίκτης νὰ σοῦ τάζει πράγματα ἀκατόρθωτά σε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῆς παρούσης γενεᾶς; Ἀλλοίμονο! Θὰ χάσεις καὶ αὐτὴ τὴν θεραπεία ποὺ σοῦ προσφέρουν οἱ φιλόχριστοι καὶ φιλάδελφοι καὶ συμπονετικοὶ ἄνθρωποι καὶ τὶς κακουχίες καὶ θλίψεις θὰ ὑπομείνεις γιὰ μάταιες ἐλπίδες καὶ ὅσα σου ὑπόσχεται ὁ ἀπατεῶνας αὐτὸς καὶ πλάνος, ἀναμφίβολα, δὲν πρόκειται νὰ τὰ ἀποκτήσεις. Τί μπορεῖ νὰ κάνει αὐτός; Δὲν τὸ συλλογίζεσαι καὶ μόνος σου, χωρὶς νὰ σοῦ τὸ ποῦμε ἐμεῖς; Τί φαντάζεσαι; Ἐμεῖς ὅλοι δὲν βλέπομε; Ἢ εἴμαστε τυφλοί, ὅπως σου λέει αὐτὸς ὁ πλανεμένος; Ὅλοι μας βλέπομε καλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὅραση ἀνώτερη ἀπὸ τὴ δική μας. μὴν ἀπατᾶσαι».
Ἀλλὰ σὺ ὁ ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος μ᾿ ἔσωσες ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πραγματικὰ ἀπατεῶνες καὶ πλάνους με τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα ποὺ μοῦ χάρισες, ἐνισχύοντάς με νὰ ὑπομείνω κι ὅσα προανέφερα κι ἄλλα πολλά.
                 
                  ΕΤΣΙ, καρτερικὰ καὶ σταθερὰ ὑπομένοντας ὅλα αὐτὰ κάθε μέρα ψηλαφητὰ μὲ θολὸ νερὸ κατὰ δύναμη πλενόμουν καὶ λουζόμουν, ὅπως μ᾿ ἐδίδασκε ὁ Ἀπόστολος ἐκεῖνος καὶ μαθητής σου. Ὥσπου κάποτε ποὺ κατευθυνόμουν τρέχοντας πρὸς τὴν πηγή, μοῦ φανερώθηκες στὸν δρόμο πάλι ἐσὺ ὁ ἴδιος, ἐσὺ ποὺ πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὸν βόρβορο μὲ εἶχες ἀνασύρει. Καὶ τότε γιὰ πρώτη φορᾷ μὲ τὴν ἄχραντη αἴγλη τοῦ προσώπου σου ἄστραψες στὰ ἀσθενικά μου μάτια, ὥστε τὸ λίγο φῶς ποὺ νόμιζα πῶς ἔχω, τὸ ἔχασα κι αὐτό, κι ἔτσι δὲν μπόρεσα νὰ σὲ ἀναγνωρίσω. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ δῶ ἢ νὰ σὲ γνωρίσω ποιὸς ἤσουν, ἀφοῦ οὔτε τὴν αἴγλη τοῦ προσώπου σου δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀτενίσω, οὔτε νὰ γνωρίσω καὶ νὰ κατανοήσω; Ἀπὸ τότε λοιπὸν δὲν ἀπαξίωνες ὁ ἀνυπερήφανος νὰ κατεβαίνεις συχνότερα πρὸς ἐμένα, καθὼς βρισκόμουν σ᾿ αὐτὴν τὴν πηγήν. Ἀλλὰ ἐρχόσουν καὶ κρατώντας μου τὸ κεφάλι, τὸ βύθιζες στὰ νερὰ καὶ μ᾿ ἔκανες νὰ βλέπω καθαρώτερα τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου. Εὐθὺς ὅμως χανόσουν, χωρὶς νὰ μ᾿ ἀφήνεις νὰ καταλάβω ποιὸς ἤσουν ἐσὺ ποὺ τὰ ἔκανες αὐτὰ ἢ ἀπὸ ποὺ ἦρθες καὶ ποὺ πηγαίνεις. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τώρα ἀκόμη μου δίνεις νὰ τὸ καταλάβω. Ἔτσι, ἐρχόμενος καὶ φεύγοντας γιὰ ἀρκετὸ χρόνο, λίγο-λίγο μοῦ φανερωνόσουν ὅλο καὶ καλύτερα, μ᾿ ἔλουζες στὰ νερὰ καὶ μοῦ χάριζες νὰ βλέπω περισσότερο καὶ καθαρώτερο φῶς.
Ἀφοῦ τὸ ἔκανες αὐτὸ γιὰ πολὺ χρόνο, μὲ ἀξίωσες κάποτε νὰ δῶ ἕνα φοβερὸ μυστήριο: Καθὼς ἐρχόσουν καὶ μ᾿ ἔπλενες μὲ τὰ νερά, ὅπως μοῦ φαινόταν, καὶ μ᾿ ἔλουζες καὶ μὲ βύθιζες πολλὲς φορὲς μέσα σ᾿ αὐτά, εἶδα τὶς ἀστραπὲς ποὺ μὲ περιέλαμπαν καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ προσώπου σου ποὺ ἀναμίχθηκαν μὲ τὰ νερά, καὶ βλέποντας νὰ λούζομαι μὲ φωτόμορφο νερὸ ἔμεινα ἐκστατικός. Δὲν ἤξερα ὅμως ἀπὸ ποὺ ἐρχόταν οὔτε ποιὸς μοῦ τὸ πρόσφερε. Μόνο χαιρόμουν νὰ λούζομαι αὐξάνοντας στὴν πίστη, πετώντας μὲ τὰ φτερὰ τῆς ἐλπίδος καὶ ἀνεβαίνοντας μέχρι τὸν οὐρανό. Κι ἐκείνους τοὺς πλάνους, ποὺ μοῦ ψιθύριζαν τὰ λόγια της ἀπάτης καὶ τοῦ ψεύδους, τοὺς μισοῦσα πολὺ καὶ τοὺς λυπόμουν γιὰ τὴν πλάνη τους καὶ δὲν συναναστρεφόμουν οὔτε συνομιλοῦσα καθόλου μ᾿ αὐτούς, ἀλλὰ ἀπέφευγα ἀκόμα καὶ νὰ τοὺς βλέπω, γιὰ νὰ μὴ βλαφθῶ. Τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου ὅμως, δηλαδὴ τὸν ἅγιο μαθητὴν καὶ ἀπόστολό σου, τὸν τιμοῦσα καὶ τὸν σεβόμουν, ὅπως ἐσένα, τὸν πλάστη μου. Τὸν ἀγαποῦσα ὁλόψυχα, ἔπεφτα στὰ πόδια του νύχτα καὶ μέρα καὶ τὸν παρακαλοῦσα «ὅ,τι μπορεῖς βοήθησέ με», μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι κοντά σου ὅσα θέλει τὰ μπορεῖ.
                   Ἔτσι περνοῦσα μὲ τὴν χάρη σου γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ὅταν εἶδα πάλι ἕνα φοβερὸ μυστήριο: Μὲ πῆρες καὶ μὲ ἀνέβασες μαζί σου στοὺς οὐρανοὺς (δὲν ξέρω ἂν ἤμουν μὲ τὸ σῶμα ἢ χωρὶς τὸ σῶμα, ἐσὺ μόνο ξέρεις, ποὺ τὸ ἔκανες). Ἔμεινα ἀρκετὴ ὥρα μαζί σου. Θαύμασα τὸ μεγαλεῖο τῆς δόξης -ἀγνοῶ ὅμως ποιὰ καὶ τίνος ἦταν αὐτὴ ἡ δόξα- θαμπώθηκα ἀπὸ τὸ ὕψος κι ἔμεινα ἐκστατικός. Ἀλλὰ καὶ πάλι μ᾿ ἄφησες μόνον στὴν γῆ, ὅπου στεκόμουν πρωτύτερα καὶ βρέθηκα νὰ θρηνῶ καὶ νὰ ὀδύρομαι γιὰ τὴν ἀναξιότητά μου. Μὰ σὲ λίγο, ἐνῷ ἤμουν στὴ γῆ, ἄνοιξαν πάνω ψηλὰ οἱ οὐρανοὶ καὶ μ᾿ ἀξίωσες νὰ μοῦ ἀποκαλύψεις τὸ πρόσωπό σου σὰν ἥλιο ἀσχημάτιστο. Ἀλλ᾿ οὔτε τότε μ᾿ ἄφησες νὰ καταλάβω ποιὸς ἤσουν (γιατί πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ γνωρίσω, ἀφοῦ δὲν μοῦ μίλησες;) Κρύφτηκες ἀμέσως κι ἐγὼ τριγυρνοῦσα ἀναζητώντας σε, ἂν καὶ δὲν σὲ γνώριζα, καὶ ποθοῦσα νὰ δῶ τὴν μορφή σου καὶ νὰ γνωρίσω καλὰ ποιὸς ἤσουν. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὸν πολὺ πόθο καὶ τῆς ἀγάπης σου τὴν φλόγα ἔκλαιγα ἀσταμάτητα, μὴ γνωρίζοντας ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ μ᾿ ἔφερες ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη, μὲ λύτρωσες ἀπὸ τὸν βόρβορο κι᾿ ἔγινες γιὰ χάρη μου ὅλα ὅσα προεῖπα.
                 Ἔτσι λοιπόν, πολλὲς φορὲς μοῦ φανερώθηκες καὶ πολλὲς φορὲς πάλι χωρὶς νὰ μιλήσεις, μοῦ κρύφθηκες καὶ δὲν σ᾿ ἔβλεπα καθόλου. Ἔβλεπα τὶς ἀστραπὲς καὶ τὴν αἴγλη τοῦ προσώπου σου νὰ μὲ περικυκλώνουν συνεχῶς, ὅπως κάποτε μέσα στὰ νερά, ἀλλ᾿ ἀδυνατοῦσα ὁλότελα νὰ τὶς συγκρατήσω. Θυμόμουν πόσο ψηλὰ σὲ εἶδα κάποτε. Καὶ νομίζοντας ὁ ἀνόητος ὅτι εἶσαι ἄλλος, ζητοῦσα μὲ δάκρυα πάλι νὰ σὲ δῶ.
                    Καταπίεζα λοιπὸν τὸν ἑαυτό μου μὲ πολὺ λύπη καὶ θλίψη καὶ στενοχώρια καὶ λησμόνησα ὁλότελα ὅλο τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια, μὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου, μὴ βάζοντας στὸ νοῦ μου ὅτι ὑπάρχει τίποτε ὁρατὸ ἢ σκιὰ ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τότε ἦταν ποὺ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀψηλάφητος καὶ ἄπιαστος μοῦ φανερώθηκες. Ἔνιωσα νὰ μοῦ καθάρεις τὸν νοῦ, νὰ μοῦ πλαταίνεις τὸ ὀπτικὸ τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μ᾿ ἀξιώνεις νὰ βλέπω ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τὴν δόξα σου. Ἔβλεπα πῶς καὶ σὺ ὁ ἴδιος ὅλο καὶ περισσότερο μεγαλώνεις καὶ λάμποντας πλαταίνεις πιὸ πολύ. Αἰσθανόμουν σιγὰ-σιγὰ νὰ ἔρχεσαι καὶ νὰ μὲ πλησιάζεις, καθὼς ὑποχωροῦσε τὸ σκοτάδι, ὅπως μᾶς συμβαίνει πολλὲς φορὲς καὶ μὲ τὰ αἰσθητά: ὅταν π.χ. ἡ σελήνη φέγγει στὸν οὐρανὸ καὶ τὰ σύννεφα μοιάζουν νὰ περπατοῦν, τότε μας φαίνεται πὼς ἡ σελήνη τρέχει πολὺ γρήγορα, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα δὲν αὐξάνει καθόλου τὴν συνηθισμένη της ταχύτητα, οὔτε ἀλλάζει τὴν ἀρχική της πορεία. Ἔτσι καὶ σὺ Δέσποτα, φαινόσουν νὰ ἔρχεσαι ὁ ἀκίνητος καὶ νὰ μεγαλώνεις ὁ ἀναλλοίωτος καὶ νὰ παίρνεις μορφὴ ὁ ἀσχημάτιστος.
Ὅταν ἕνας τυφλὸς ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ βρίσκει τὸ φῶς του καὶ νὰ διακρίνει τὴν μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ περιγράφει λίγο-λίγο πῶς εἶναι, δὲν μεταποιεῖται οὔτε μεταβάλλεται ἡ ἴδια ἡ μορφή. Ἀλλὰ ὅσο καθαρίζεται ἡ ὀπτικὴ δύναμη τῶν ὀφθαλμῶν του, τόσο βλέπει τὴν μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου ὅπως εἶναι, γιατὶ ὁλόκληρη τυπώνεται στὴν ὀπτικὴ αἴσθηση καὶ μέσῳ αὐτῆς εἰσχωρεῖ, ἀποτυπώνεται καὶ χαράζεται σὰν σὲ πίνακα στὴ νοερὴ καὶ μνημονευτικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀκριβῶς καὶ σὺ μοῦ φανερώθηκες, ἀφοῦ τέλεια καθάρισες τὸ νοῦ μου μὲ τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βλέποντας πιὰ ὁ νοῦς μου διαυγέστερα καὶ καθαρώτερα, νόμιζα ὅτι ἀπὸ κάπου βγαίνεις καὶ φαίνεσαι λαμπρότερος. Μοῦ ἀποκάλυψες τότε χαρακτῆρα ἀσχημάτιστης μορφῆς καὶ μ᾿ ἔβγαλες ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο (μπορῶ νὰ πῶ καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα, γιατὶ δὲν μοῦ ἔδωσες νὰ τὸ κατανοήσω ἀκριβῶς). Ἄστραψες λοιπὸν καὶ μοῦ φάνηκε πὼς φανερώθηκες ὅλος σε ὅλον ἐμένα, ποὺ ἔβλεπα πιὰ καλά. Σοῦ εἶπα.
                         
                             -Ὢ Δέσποτα, ποιὸς νὰ εἶσαι;
            Τότε μ᾿ ἀξίωσες γιὰ πρώτη φορᾷ, τὸν ἄσωτο, ν᾿ ἀκούσω τὴν φωνή σου. Μοῦ μίλησες μὲ πολλὴ προσήνεια καὶ μοῦ εἶπες:
           -Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος γιὰ σένα. Μὲ ἀναζήτησες μ᾿ ὅλη σου τὴν ψυχή. γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ εἶσαι ἀδελφὸς καὶ φίλος καὶ συγκληρονόμος μου!
           Ἔκπληκτος, ἔκθαμβος κι ἔντρομος ἐγώ, λίγο καταλάβαινα καὶ μονολογοῦσα:
           -Τί θέλει ἄραγε ἡ δόξα αὐτὴ κι λαμπρότητα ἡ μεγάλη; Καὶ πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ ἐγὼ ἀξιώθηκα τέτοια ἀγαθά;
            Κατάπληκτος, μὲ τὴν ψυχὴ φοβισμένη καὶ τὴν δύναμη παραλυμένη ἀναρωτιόμουν:
                  -Ποιὸς εἶμαι ἐγὼ Δέσποτα ἢ τί καλὸ ἔπραξα ὁ ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος, γιὰ νὰ μὲ καταστήσεις ἄξιον τέτοιων ἀγαθῶν καὶ συμμέτοχο καὶ συγκληρονόμο τέτοιας δόξης;
                  Κι ἐνῷ σκεφτόμουν ὅτι αὐτὴ ἡ δόξα καὶ χαρὰ ξεπερνάει τὸ νοῦ, ἐσὺ ὁ Δεσπότης συνομιλώντας πάλι μ᾿ ἐμένα σὰν φίλος μὲ φίλο, μοῦ εἶπες μὲ τὸ πνεῦμα ποὺ μιλοῦσε ἐντός μου:
                -Αὐτὰ σοῦ τὰ δώρησα μόνο γιὰ τὴν πρόθεση, τὴν προαίρεση καὶ τὴν πίστη σου. Κι ἄλλα ἀκόμη θὰ σοῦ δωρήσω. Γιατί τί ἄλλο ἔχεις ἢ εἶχες ποτὲ δικό σου, ἀφοῦ πλάστηκες ἀπὸ μένα γυμνός, ὥστε νὰ τὸ λάβω καὶ νὰ σοῦ δώσω ἀντὶ γιὰ ἐκεῖνο αὐτά; Ἂν βέβαια δὲν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν σάρκα, δὲν θὰ δεῖς τὸ τέλειο οὔτε θὰ μπορέσεις νὰ τὸ ἀπολαύσεις ὁλόκληρο.
           
                 Ἐγὼ ρώτησα τότε:
              -Ἀλλὰ τί μεγαλύτερο ἢ λαμπρότερο ἀπ᾿ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει; Ἐμένα μοῦ ἀρκεῖ νὰ εἶμαι ἔτσι καὶ μετὰ τὸν θάνατο.
               Πόσο μικρόψυχος εἶσαι, μοῦ εἶπες, ποὺ ἀρκεῖσαι σ᾿ αὐτά! Αὐτά, συγκρινόμενα μὲ τὰ μέλλοντα, εἶναι τὸ ἴδιο σὰν ἕνα οὐρανὸ ποὺ τὸν ζωγράφισες στὸ χαρτὶ καὶ τὸν κρατᾷς στὰ χέρια σου. Ὅσο αὐτὸς ὑστερεῖ ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ οὐρανό, τόσο ἀσύγκριτα περισσότερο θὰ σοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ μέλλουσα δόξα ἀπ᾿ αὐτὴν ποὺ βλέπεις τώρα.
                  Λέγοντας αὐτὰ σώπασες καὶ λίγο-λίγο ὁ καλὸς καὶ γλυκὸς δεσπότης κρύφτηκες ἀπὸ τὰ μάτια μου, εἴτε ἐπειδὴ ἐγὼ ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ σένα, εἴτε ἐπειδὴ σὺ ἔφυγες ἀπὸ κοντά μου, δὲν ξέρω. Τότε ἦρθα πάλι στὸν ἑαυτό μου, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ κάπου ἐπέστρεψα, καὶ μπῆκα στὸ πρῶτο μου σκήνωμα. Θυμόμουν λοιπὸν τὸ κάλλος τῆς δόξης καὶ τῶν λόγων σου, καθὼς περπατοῦσα, καθόμουν, ἔτρωγα, ἔπινα, προσευχόμουν κι ἔκλαιγα ζώντας μέσα σὲ ἀνέκφραστη χαρὰ ποὺ σὲ γνώρισα, τὸν Ποιητὴ τῶν ἁπάντων. Καὶ πῶς νὰ μὴ χαιρόμουν; ὅμως πάλι λυπόμουν, γιατί ποθοῦσα ἔτσι νὰ σὲ ξαναδῶ. Κάποτε λοιπὸν ποὺ πῆγα νὰ ἀσπασθῶ τὴν εἰκόνα ἐκείνης ποὺ σὲ γέννησε κι᾿ ἔπεσα νὰ τὴν προσκυνήσω, πρὶν σηκωθῶ, μοῦ φανερώθηκες μέσα στὴν ταλαίπωρη καρδιά μου, ποὺ τὴν μετέβαλες σὲ φῶς. Τότε κατάλαβα ὅτι σ᾿ ἔχω μέσα μου συνειδητά. Ἀπὸ τότε λοιπὸν δὲν σὲ ἀγαποῦσα ἀναπολώντας στὴν μνήμη μου ἐσένα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ σένα, ἀλλὰ πίστεψα ὅτι ἔχω ἀληθινὰ μέσα μου ἐσένα, τὴν ἐνυπόστατη ἀγάπη, γιατὶ ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶσαι σύ, ὁ Θεός.
                Σ᾿ αὐτὴ τὴν πίστη φυτεύθηκε ἡ ἐλπίδα, ποτίστηκε μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα, λαμπρύνθηκε μὲ τὶς ἐλλάμψεις τοῦ φωτός σου κι ἔτσι ριζώθηκε κι αὐξήθηκε πολύ. Ἔπειτα, σὺ ὁ ἴδιος, ὁ καλὸς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ἦλθες μὲ τὴν μάχαιρα τῶν πειρασμῶν, δηλαδὴ μὲ τὴν ταπείνωση καὶ κόβοντας τὰ κλωνάρια τῶν λογισμῶν ποὺ εἶχαν ἀνέβει πολὺ ψηλά, μπόλιασες στὴν ἐλπίδα μόνη τὴν ἁγία σου ἀγάπη σὰν σὲ μία ρίζα δένδρου. Βλέποντάς την λοιπὸν μέρα μὲ τὴ μέρα ν᾿ αὐξάνει καὶ νὰ μοῦ μιλάει συνεχῶς, -ἢ μᾶλλον σὺ δι᾿ αὐτῆς νὰ μὲ διδάσκεις καὶ νὰ μὲ περιλάμπεις- ζῶ μὲ τόση χαρά, σὰν νὰ εἶμαι ἤδη πάνω ἀπὸ κάθε πίστη καὶ ἐλπίδα, καθὼς φωνάζει ὁ Παῦλος:
             «Αὐτὸ ποὺ ἤδη βλέπει κανείς, Ποιὸς λόγος ὑπάρχει νὰ τὸ ἐλπίζει;»
            Ἂν λοιπὸν ἐγὼ σὲ ἔχω, τί περισσότερο νὰ ἐλπίζω;
            Μοῦ εἶπες πάλι Δέσποτα:
                - Ἄκουσέ με. Καθὼς βλέπεις τὸν ἥλιο μέσα στὰ νερά, τὸν ἴδιον ὅμως τότε καθόλου δὲν τὸν βλέπεις, ἀφοῦ εἶσαι σκυμμένος κάτω, ἔτσι νὰ σκέφτεσαι καὶ γι᾿ αὐτὸ ποὺ σοῦ συμβαίνει. Ἀσφάλιζε τὸν ἑαυτό σου καὶ φρόντιζε συνεχῶς νὰ μὲ βλέπεις ἐντός σου καθαρὰ καὶ ζωηρά, ὅπως τὸν ἥλιο στὰ καθαρὰ νερά. Κι᾿ ἔπειτα θ᾿ ἀξιωθεῖς, καθώς σου εἶπα, νὰ μὲ δεῖς ἔτσι μετὰ τὸν θάνατον. Εἶ δὲ μή, ὅλος ὁ κύκλος αὐτῶν τῶν ἔργων καὶ κόπων καὶ λόγων σου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσουν καθόλου. Μᾶλλον θὰ σὲ καταδικάσουν περισσότερο καὶ θὰ σοῦ προξενήσουν μεγαλύτερη θλίψη, ἐπειδὴ καθὼς ξέρεις,
«οἱ δυνατοὶ θὰ ἐξετασθοῦν δυνατά».
            Γιατὶ ἡ φτώχεια δὲν εἶναι αἰτία ντροπῆς τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε φτωχὸς οὔτε ἡ λύπη ποὺ προξενεῖ τὸν λυπεῖ αὐτὸν τόσο, ὅσο ἐκεῖνον πού, ἀφοῦ πλούτισε καὶ δοξάσθηκε καὶ ὑψώθηκε κι ἔγινε φίλος μὲ τὸν ἐπίγειο βασιλέα, ἔπειτα ἐξέπεσε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ κατάντησε σὲ παντελῆ φτώχεια. Ἂν καὶ οἱ ἀναλογίες δὲν εἶναι ἴδιες ἀνάμεσα στὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ καὶ στὰ πνευματικὰ καὶ ἀόρατα. Σ᾿ αὐτοὺς δηλ. ποὺ γιὰ κάποια αἰτία ξέπεσαν ἀπὸ τὴ φιλία καὶ τὴν δουλεία τοῦ ἐπιγείου βασιλέως, ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι κύριοι τῶν ὑπαρχόντων τους καὶ νὰ τ᾿ ἀπολαμβάνουν καὶ νὰ ζοῦν. Ἂν ὅμως ἐκπέσει κανεὶς ἀπὸ τὴ δική μου ἀγάπη καὶ φιλία, δὲ μπορεῖ καθόλου νὰ ζήσει -γιατὶ ἡ ζωή του εἶμαι ἐγὼ -ἀλλὰ εὐθὺς γυμνώνεται ἀπ᾿ ὅλα καὶ παραδίνεται αἰχμάλωτος στοὺς δικούς μου καὶ δικούς του ἐχθρούς. Ἐκεῖνοι τὸν παραλαμβάνουν καὶ λόγω τῆς προηγουμένης ἀγάπης εὐνοίας καὶ ἀγάπης ποὺ εἶχε πρὸς ἐμένα, τοῦ ἐπιτίθενται μὲ μεγαλύτερη μανία τιμωρώντας, καταγελώντας καὶ περιπαίζοντάς τον.
           ΝΑΙ, Πανάγιε Βασιλιᾶ μου, πιστεύω κι᾿ ἐγὼ σὲ σένα τὸν Θεό μου, πὼς πράγματι ἔτσι εἶναι καὶ προσπέφτοντας σὲ θερμοπαρακαλῶ.
         Φύλαξέ με τὸν ἁμαρτωλὸ κι ἀνάξιο ποὺ ἐλέησες, καὶ τὸ βλαστάρι τῆς ἀγάπης σου ποὺ μπόλιασες στὸ δένδρο τῆς ἐλπίδας μου στήριξέ το μὲ τὴ δύναμή σου, νὰ μὴν τὸ σαλέψουν οἱ ἄνεμοι, νὰ μὴν τὸ συντρίψει ἡ καταιγίδα, νὰ μὴν τὸ σπάσει κανένας ἐχθρός, νὰ μὴν τὸ κάψει ὁ καύσωνας τῆς ἀμελείας, νὰ μὴν ξεραθεῖ ἀπὸ τὴ ῥᾳθυμία καὶ τοὺς μετεωρισμούς, νὰ μὴν ἐξαφανισθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Ξέρεις ἐσὺ ποὺ μοῦ τὸ χάρισες καὶ μοῦ τὸ φύτεψες αὐτό, πὼς ἐξαιτίας του εἶμαι ἀβοήθητος ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου καὶ δικό σου ἀπόστολο, καθὼς ἐσὺ θέλησες, τὸν χώρισες σωματικὰ ἀπὸ μένα.
                      Ξέρεις ἐσὺ τὴν ἀσθένειά μου, ξέρεις καλὰ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν μεγάλη ἀδυναμία μου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, σπλαγχνίσου με πιὸ πολὺ ἀπὸ δῶ καὶ μπρός, πολυεύσπλαγχνε Κύριε. Μ᾿ ὅλη μου τὴν καρδιὰ πέφτω στὰ πόδια σου ἱκετεύοντας ἐσένα, ποὺ μοῦ φανέρωσες τόσες ὡραιότητες. Στερέωσε στὴν ἀγάπη σου τὴν ψυχή μου καὶ δῶσε νὰ ριζώσει βαθιὰ στὴν ψυχή μου ἡ ἀγάπη σου, γιὰ νὰ εἶσαι, σύμφωνα μὲ τὴν ἄχραντη κι᾿ ἅγια κι᾿ ἀψευδῆ σου ἐπαγγελία, ἐσὺ μέσα σε μένα κι ἐγὼ νὰ ὑπάρχω μέσα σὲ σένα. Ἡ ἀγάπη σου θὰ μὲ σκεπάζει κι ἐγὼ θὰ τὴν σκεπάζω καὶ θὰ τὴν φυλάω ἐντός μου, θὰ μὲ βλέπεις Δέσποτα μέσα σ᾿ αὐτὴν κι ἐγὼ θ᾿ ἀξιώνομαι νὰ σὲ βλέπω μέσα ἀπ᾿ αὐτήν, τώρα μὲν σὰν σὲ καθρέπτη καὶ ἀμυδρά, καθὼς εἶπες, ἐνῷ τότε, σ᾿ ὅλη τὴν ἀγάπη ὅλον ἐσένα ποὺ εἶσαι ἀγάπη κι ἔτσι μας ἀξίωσες νὰ σὲ ὀνομάζουμε, γιατὶ σὲ σένα πρέπει κάθε εὐχαριστία, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνηση, στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/






Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Σύντομες Προσευχές για διάφορες περιστάσεις

 

Σύντομες Προσευχές για διάφορες περιστάσεις

            Υπάρχουν περιπτώσεις πού αισθανόμαστε κάθε ημέρα την ψυχική ανάγκη νά εκπληρώσουμε τά θρησκευτικά μας καθήκοντα π.χ. νά ανάψουμε το κανδήλι στο σπίτι μας, λέγοντας και κάποια λόγια προσευχής, ώστε νά μήν είναι ή πράξις μας τύπος, άλλα και ουσία.
        Για τις περιπτώσεις αυτές παραθέτουμε μερικές ολιγόλογες προσευχές.

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΠΡΟ ΤΟΥ ΦΑΓΗΤΟΥ

              Πάτερ ημών ό έν τοίς ούρανοίς, άγιασθήτω τό όνομά σου ελθέτω ή βασιλεία σου γενηθήτω τό θέλημά σου ώς έν ουρανώ και έπί τής γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ήμίν σήμερον, και άφες ημίν τά οφειλήματα ήμών ώς και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών και μή εισενέγκης ημάς εις πειρασμόν, άλλα ρύσαι ήμάς άπό του πονηρού. Ότι σου εστίν ή βασιλεία και ή δύναμις και ή δόξα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος,νυν και άει και εις τούς αιώνας των αιώνων. Αμήν.
Χριστέ ό Θεός, ευλόγησον τήν βρώσιν και τήν πόσιν των δούλων σου, ότι Άγιος ει πάντοτε, νυν και αεί καί εις τού αιώνας των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΑΓΗΤΟ
Εύχαριστούμεν σοι, Χριστέ ό Θεός, ότι ενέπλησας ή μας των επιγείων σου αγαθών. Μή στερήσης ημάς και τής επουρανίου σου βασιλείας. Άλλ’ ώς έν μέσω τών μαθητών σου παρεγένου, Σωτήρ, τήν ειρήνην διδούς αύτοίς, έλθέ και μεθ’ ημών και σώσον ημάς.
ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΙΑ ΜΑΣ
Τά διαβήματά μου κατέθυνον, Κύριε, κατά τό λόγιόν σου και μή κατακυριευσάτω μου πάσα ανομία.
Γνώρισόν μοι, Κύριε, οδόν έν ή πορεύσομαι, ότι προς σέ ήρα τήν ψυχήν μου.
ΟΤΑΝ ΘΥΜΙΑΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
Κατευθυνθήτω ή προσευχή μου ώς θυμίαμα ενώπιόν σου έπαρσις τών χειρών μου θυσία εσπερινή, εισάκουσόν μου, Κύριε.
Θυμίαμα Σοι προσφέρομεν, Χριστέ ό Θέος ήμών, είς οσμήν ευωδίας πνευματικής, ό προσδεξάμενος εις τό υπερουράνιόν Σου Θυσιαστήριον, άντικατάπεμψον ημίν τήν χάριν τού Παναγίου Σου Πνεύματος.
ΟΤΑΝ ΠΙΝΟΥΜΕ ΑΓΙΑΣΜΟ
Κύριε, ποίησον αύτό και δι’ έμέ «Αφθαρσίας πηγήν, άγιασμού δώρον, αμαρτημάτων λυτήριον, νοσημάτων αλεξιτήριον, δαίμοσιν όλέθριον, ταίς εναντίαις δυνάμεσιν απρόσιτον, αγγελικής ισχύος πεπληρωμένον».
ΟΤΑΝ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΜΕ ΛΑΔΙ ΚΑΝΔΗΛΑΣ ή ΑΛΛΟ ΑΓΙΑΣΜΑ ΠΡΟΣ ΘΕΡΑΠΕΙΑΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ
Πάτερ Άγιε. ιατρέ τών ψυχών καί τών σωμάτων ημών, ό πέμψας τόν μονογενή σου Υιόν, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, πάσαν νόσον ιώμενον καί έκ θανάτου λυτρούμενον, ίασαι καί τόν δούλον σου (τό όνομα), έκ τής περιεχούσης αυτόν σωματικής καί ψυ¬χικής ασθενείας, καί ζωοποίησον αύτόν, διά της χάριτος του Χριστού σου.
ΟΤΑΝ ΑΝΑΒΟΥΜΕ ΤΟ ΚΑΝΔΗΛΙ Η ΕΝΑ ΚΕΡΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ.
Άρτος ζωής αιωνιζούσης γενέσθω μοί τό Σώμα σου τό άγιον, εύσπλαγχνε Κύριε, καί τό τίμιον Αίμα, καί νόσων πολυτρόπων άλεξιτήριον. Τού δείπνου σου τού μυστικού, σήμερον Υιέ Θεού, κοινωνόν μέ παράλαβε. ού μή γάρ τοις έχθροίς σου τό μυστήριον ειπω, ού φίλημα σοί δώσω καθάπερ ό Ιούδας άλλ’ ώς ό ληστής ομολογώ σοί. Μνήσθητί μου, Κύριε, εν τη βασιλεία σου.
Ιδού γάρ βαδίζω προς θείαν Κοινωνίαν Πλαστουργέ, μή φλέξης με τή μετουσία πύρ γάρ ύπάρχεις τούς αναξίους φλέγον. άλλ’ούν κάθαρον έκ πάσης κηλίδος.
ΟΤΑΝ ΠΕΡΝΑΜΕ ΑΠΟ ΝΑΟ ’Ή ΠΑΡΕΚΚΛΗΣΙΟ
Το απολυτίκιο τού Ναού ή όταν είναι τούτο άγνωστο, τό:«Κύριε Ιησού Χριστέ έλέησόν με» (τρεις φορές), κάνοντας ευλα¬βικά τό σημείον τού Σταυρού.
ΟΤΑΝ ΠΗΓΑΙΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΥΠΝΟ
Έν τή σκέπη των πτερύγων σου σκεπασθήσομαι και υπνώσω. ότι σύ, Κύριε, κατά μόνας έπ’ έλπίδι κατώκησάς με.
Εις χείρας σου, Κύριε, παρατίθημι την ψυχήν καί τό σώμα μου. Αύτός με ευλόγησον, αυτός με ελέησον καί ζωήν τήν αιώνιον χάρισαί μοι. Αμήν.
ΟΤΑΝ ΤΑΞΙΔΕΥΟΥΜΕ
Δέσποτα Κύριε, ό πολλάκις συμπλεύσας τοις αγίοις μαθηταίς καί Αποστόλοις σου συμπλεύσον καί ημίν τοις αναξίοις δούλοις σου, καί πάντα εναντίον άνεμον καταπράυνον, Κυβερνήτης σύ ημών γενόμενος καί τήν χάριν τήν σήν δωρούμενος πάσιν ήμίν, Κύριε, δόξα σοί.

ΟΤΑΝ ΑΝΑΜΕΝΕΤΑΙ ΣΕΙΣΜΟΣ
Ό επιβλέπων έπί τήν γην καί ποιων αύτήν τρέμειν, ρύσαι ήμάς τής φοβέρας του σεισμού απειλής, Χριστέ ό Θεός, και κατάπεμψον ήμίν πλούσια τά ελέη σου. Πρεσβείαις της Θεοτόκου μόνε Φιλάνθρωπε.
ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΑΙΤΗΜΑ η ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ
Ψάλλουμε τον μικρόν ή τον μεγάλον Παρακλητικόν Κανόνα προς τήν Παναγία, όπως και τον Ακάθιστον Ύμνον (τούς Χαιρετισμούς), πού υπάρχουν σέ πολλές αύτοτελείς έκδόσεις. Επίσης τά ωραία «Θεοτοκία».


”Η προσευχητική και ιαματική δύναμη των ψαλμών”

Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

Προσευχή προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν - Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Προσευχή προς τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν - Οσίου Εφραίμ του Σύρου

Ὁ ἀναμάρτητος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἑκούσια ὑπέμεινες τὸν σταυρικὸ θάνατο γιὰ τὴ σωτηρία μας, γιὰ νὰ σώσεις τὸ γένος μας, ποὺ εἶχε φυλακισθεῖ στὰ κατώτατά της γῆς, Σὺ ποὺ μὲ τὸ θάνατό Σου ἐπήγασες ζωὴ στὸν κόσμο, καὶ νέκρωσες τὸν θάνατο καὶ σὰν σκηνὴ ξέσκισες καὶ κατέστρεψες τὸ δεσμωτήριο τοῦ Ἅδη, ἡ βροχὴ τῆς ἀφθαρσίας, ὁ ἀτίμητος μαργαρίτης τῆς θείας ἀστραπῆς, τὸ ζωηφόρο σταφύλι ποὺ ἀποστάζεις τὸ γλυκασμὸ τῆς παγκόσμιας σωτηρίας, τὸ ἀληθινὸ καὶ ἀνέσπερο φῶς, ὁ Λόγος, ἡ σοφία καὶ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἡ λάμψη τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ, ἀκατάληπτε καὶ ἀνεξερεύνητε Χριστέ, ὁ μόνος εὔσπλαγχνος καὶ συμπαθής, δεῖξε καὶ σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ τὴν πολλή Σου ἀγαθότητα, καὶ ἀκούοντας τὶς παρακλήσεις μου, δώρησέ μου ὅλα ὅσα σου ζητῶ. 

Μὴ μὲ ἀποδοκιμάσεις τὸν ἀδιόρθωτο. Μὴ μὲ ἀπορρίψεις τὸν ρᾴθυμο καὶ ἀνυπόμονο. Μὴν πεῖς σὲ μένα τὸν ἄθλιο στὴ Δευτέρα Παρουσία Σου: «Τί ὑπέμεινες γιὰ μένα;» γιατὶ δὲν ὑπέφερα ποτὲ ἔστω καὶ λίγο... Λυπήσου, Κύριε, λυπήσου, εὔσπλαγχνε, λυπήσου, φιλάνθρωπε, λυπήσου, μόνε ἀγαθέ, καὶ μὴ μὲ κρίνεις ἀνάξιό της ἀγάπης Σου. 

Μὴ μὲ ἐλέγξεις ὀργισμένος καὶ μὴ θυμηθεῖς τὶς παλιὲς καὶ τὶς πρόσφατες ἀνομίες μου. Σὲ Σένα τὸν Κύριο καὶ Θεὸ εἶναι ἡ δικαιοσύνη καὶ σὲ μένα ἡ ντροπή... Σπλαγχνίσου με καὶ ἐλέησέ με μόνο γιὰ τὴν ἀγαθότητά Σου. Στήριξε τὴν ψυχή μου Σὺ ποὺ ἀνορθώνεις τοὺς πεσμένους. Δές, οἱ ἁμαρτίες μου εἶναι μεγάλες καὶ πολλές, καὶ ἡ προσευχή μου εἶναι ἀδύνατη, καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς μου ξήρανε τὰ δάκρυα τῆς μετάνοιας... Βοήθησέ με, Κύριε, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Σου καὶ σῶσέ με τὸν ἀσεβῆ χάρη στὴν εὐσπλαγχνία Σου. Μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων... Ἀμήν.
Όσιος Εφραίμ ο Σύρος


Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Προσευχή στο Χριστό.




Προσευχή στο Χριστό.

Είσαι πάντα ανάμεσά μας αλλά χωρίς οι περισσότεροι να σε βλέπουμε. Εσένα μόνο έχουμε ανάγκη, εσένα και κανέναν άλλον. Μονάχα Εσύ μας αγαπάς με την αγάπη που χρωστάμε στον εαυτό μας και που δεν την έχουμε. Κι Εσύ μονάχα μπορείς να αισθάνεσαι την ανάγκη που σου έχουμε ιδιαιτέρως τώρα . όλοι έχουν την ανάγκη Σου κι αυτοί ακόμα που δεν τη νοιώθουν.
Πολύ περισσότερο αυτοί που δεν τη νοιώθουν. Ο πεινασμένος θαρρεί πως ζητά ψωμί και ζητά Εσένα. Ο άρρωστος υποθέτει ότι του λείπει η υγεία κι αυτό που του λείπει είσαι Εσύ. Όποιος γυρεύει την ωραιότητα σ΄ αυτόν τον κόσμο, γυρεύει άθελά του Εσένα που είσαι η μοναδική και τέλεια ωραιότητα. Όποιος ψάχνει για την αλήθεια ψάχνει χωρίς να το καταλαβαίνει για Σένα που είσαι η μόνη αλήθεια που αξίζει να μάθει κανείς.
Και όποιος απλώνει το χέρι του με αγωνία προς την ειρήνη, το απλώνει προς Εσένα, που είσαι η μόνη ειρήνη που μπορούν να βρουν ανάπαυση οι καρδιές μας. Όλοι σε φωνάζουμε χωρίς να το ξέρουμε. Έχουμε ανάγκη του βλέμματός Σου που μονάχα μια αχτίνα του μπορεί να αναστατώσει και να σώσει τις ψυχές μας, που μονάχα μια λέξη της μπορεί να μας βγάλει από το λάκκο της πτώσεως μας. Εάν ήσουν ένας Θεός ζηλότυπος κι αμείλικτος, ένας Θεός που μισεί κι εκδικείται, ένας Θεός που δεν ξέρει την αγάπη, αλλά μόνο τη δικαιοσύνη, δεν θα μας άκουγες. Γιατί όσο κακό μπορούσαν να σου κάνουν οι άνθρωποι, Σου το έκαμαν ήδη. Εκατομμύρια Ιούδες σε φίλησαν αφού σε πρόδωσαν ανάμεσά μας. Λεγεώνες Φαρισαίων σε βλασφημούν με την υποκρισία τους.
 Ένας απέραντος όχλος στους αιώνες ζητά διαρκώς τον θάνατό Σου. Και Πιλάτοι αναρίθμητοι, ντυμένοι μαύρα και κόκκινα, σε παραδίδουν στον θάνατο, αφού αναγνωρίσουν την αθωότητά Σου. Αλλά όπως την πρώτη φορά, έτσι κι όλες τις φορές Εσύ συγχωρείς. Εσύ που έζησες ανάμεσά μας ,ξέρεις πόσο βαθιά είμαστε διεφθαρμένοι. Σε απωθήσαμε, γιατί ήσουν πολύ αγνός για μας .σε καταδικάσαμε να πεθάνεις, γιατί ήσουν η καταδίκη της ζωής μας. Όλες οι γενεές είναι απαράλλαχτες με τη γενεά που σε σταύρωσε.
Αλλά εμείς, που κάπως σε πιστεύουμε και που σε ζητάμε, θέλουμε να έρθεις μέσα στη Δόξα Σου το γρηγορότερο. Θα σε περιμένουμε κάθε μέρα, παρά την αναξιότητα και τις αδυναμίες μας. Και όλη η αγάπη που απόμεινε στις φτωχές μας καρδιές, είναι για Σένα, Θείε Εσταυρωμένε, που υπέφερες αγαπώντας μας και τώρα μας κάνεις να υποφέρουμε αγαπώντας Σε.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν Κληρικῶν

Προσευχὴ ὑπὲρ τῆς Ἐκκλησίας 

καὶ τῶν Κληρικῶν


Ὑπὸ τοῦ μακαριστοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωροπούλου
 
               Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ μέγας καὶ φοβερὸς καὶ ἔνδοξος, ὁ φυλάσσων τὸ ἔλεός Σου καὶ τὴν διαθήκην Σου τοῖς ἀγαπῶσί Σε καὶ φυλάσσουσι τὰ Σὰ προστάγματα, εὐχαριστοῦμέν Σοι ὑπὲρ τῶν φανερῶν καὶ ἀφανῶν Σου εὐεργεσιῶν τῶν εἰς ἡμᾶς γεγενημένων. 
            Δεόμεθά σου, Κύριε, ῥῦσαι ἡμᾶς καὶ λύτρωσαι, ὅτι πολλὰ τοῖς νόμοις Σου ἀφρόνως προσεπταίσαμεν καὶ ἐκολλήθη ἡ γαστὴρ ἡμῶν εἰς γῆν ἰλύος. Ἐγενήθημεν ὡσεὶ σκεύη ἀπολωλότα, καὶ ἠκούσαμεν ψόγον πολλῶν παροικούντων κυκλόθεν. Διὸ παρακαλοῦμέν Σε, φιλάνθρωπε Δέσποτα, ὕψωσον κέρας Χριστιανῶν Ὀρθοδόξων, καὶ κατάπεμψον ἐφ᾿ ἡμᾶς τὸ μέγα Σου ἔλεος. Μὴ παραδῷς, Μονογενὲς Λόγε τοῦ Θεοῦ, τὴν Ἐκκλησίαν Σου, ἣν περιεποιήσω τῷ Τιμίῳ Αἵματί Σου, δέρεσθαι ὑπὸ ἀνέμων καὶ σαλεύεσθαι ὑπὸ κυμάτων.
               Εἰπὲ οὖν, Κύριε, τῇ μαινομένῃ κατ᾿ αὐτῆς θαλάσσῃ τῶν παθῶν του κόσμου «σιώπα, πεφίμωσο»· ἐπιτίμησον δὲ τοῖς ἀνέμοις καὶ ποίησον γαλήνην, ἵνα γαληνῶς ποντοπορῇ καὶ ἀταράχως ἡ θεία Ὁλκάς Σου. Δὸς δή, φιλεύσπλαγχνε Κύριε, καὶ τοῖς ἁγίοις Σου Ἀρχιερεῦσι καὶ Ἱερεῦσιν, οὓς Πνεῦμα τὸ Πανάγιον ποιμαίνειν ἔθετο τὴν ἐπὶ γῆς στρατευομένην Ἐκκλησίαν Σου, χάριν συνέσεως εἰς τὸ διανοεῖσθαι καὶ πράττειν τὰ εὐάρεστά Σοι καὶ τῷ μυστικῷ Σου Σώματι συμφέροντα. Σὺ τοίνυν, Ἰησοῦ Χριστέ, κυβέρνησον καὶ δίδαξον καὶ φώτισον αὐτοὺς τοῦ ἀγαπᾶν ὑπὲρ τὰ πρόσκαιρα τὴν δόξαν Σου τὴν ἄφθαρτον· ὑπὲρ τὰ ὅρια τῶν γεηρῶν Ἐπισκοπῶν καὶ Ἐνοριῶν αὐτῶν, ὁρᾶν τὴν ἀμετάθετόν Σου Βασιλείαν, ἣν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ἡτοίμασας πᾶσι τοῖς ἀγαπῶσί Σε. Δὸς αὐτοῖς, Κύριε, ἐν φίλτρου ἀγαπᾶν παροξυσμῷ τὸν τίμιον λαόν Σου, ἀεὶ δ᾿ ἑτοίμους εἶναι καὶ τὴν κεφαλὴν ἀποτμηθῆναι ὑπὲρ τοῦ ποιμνίου ἑαυτῶν, κατὰ τὸ Σὸν ὑπόδειγμα. Χρημάτων, Ἅγιε, καὶ δόξης, ποίησον αὐτοὺς ὑπερφρονεῖν καὶ φιλοπτώχους εἶναι, ἑλκύων ἅμα πρὸς τὸν Οὐρανὸν τὸ φρόνημα αὐτῶν.

                Ἔτι δεόμεθά Σου, Κύριε, φώτισον αὐτῶν τὰ ὄμματα· συνέτισον τὴν διάνοιαν· ταπείνωσον τὴν καρδίαν· τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἅγνισον καὶ ἀπόστρεψον τοῦ μὴ βλέπειν τῶν ὑλαίων τὴν ματαιότητα· εὐόδωσον δὲ πάντας ἡμᾶς τοῦ διανύσαι τὴν στενὴν ὁδὸν καὶ τεθλιμμένην, ἵνα ἐν τοῖς Σκηνώμασι τοῖς Οὐρανίοις καταπαύσωμεν τῆς δόξης Σου, καὶ σὺν τοῖς Ἀγγέλοις Σου καὶ Ἀρχαγγέλοις ᾄδωμεν ᾆσμα καινὸν καὶ πανευφρόσυνόν Σοι τῷ Δεσπότῃ καὶ Ἁγίῳ Λυτρωτῇ ἡμῶν, σὺν τῷ Ἀνάρχῳ Σου Πατρὶ καὶ τῷ Ζωοποιῷ Σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς ἀτελευτήτους αἰῶνας. Ἀμήν.

Κυριακή 13 Μαρτίου 2016

24 Μικρές Προσευχές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

24 Μικρές Προσευχές

 του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου




1. Κύριε, μη στερήσης με των επουρανίων σου και αιωνίων αγαθών.

2. Κύριε, λύτρωσαί με των αιωνίων κολάσεων.

3. Κύριε, είτε λόγω είτε έργω είτε κατά νουν και διάνοιαν ήμαρτον, συγχώρησόν μοι.

4. Κύριε, λύτρωσαί με από πάσης ανάγκης και αγνοίας και λήθης και ραθυμίας και της λιθώδους αναισθησίας.

5. Κύριε, λύτρωσαί με από παντός πειρασμού και εγκαταλείψεως.

6. Κύριε, φώτισον την καρδίαν μου, ην εσκότισεν η πονηρά επιθυμία.

7. Κύριε, εγώ μεν ως άνθρωπος αμαρτάνω, συ δε ως Θεός ελέησόν με.

8. Κύριε, ίδε την ασθένεια της ψυχής μου και πέμψον την χάριν σου εις βοήθειάν μου, ίνα εν εμοί δοξασθή το όνομά σου το άγιον.

9. Κύριε Ιησού Χριστέ, έγγραψον το όνομα του δούλου σου εν βίβλω ζωής, χαριζόμενός μοι και τέλος αγαθόν.

10. Κύριε ο Θεός μου, ουκ εποίησα ουδέν αγαθόν, αλλ' αρξαίμην ποτέ τη ευσπλαγχία σου.

11. Κύριε, βρέξον εις την καρδίαν μου την δρόσον της χάριτός σου.

12. Κύριε ο Θεός του ουρανού και της γης, μνήσθητί μου του αμαρτωλού, του αισχρού, του πονηρού και βεβήλου κατά το μέγα έλεός σου, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου.

13. Κύριε, εν μετανοία με παράλαβε και μη εγκαταλίπης με.

14. Κύριε, μη εισενέγκης με εις πειρασμόν.

15. Κύριε, δος μοι έννοιαν αγαθήν.

16. Κυριε, δος μοι δάκρυον και μνήμην θανάτου και κατάνυξιν.

17. Κύριε, δος μοι των λογισμών μου εξαγόρευσιν.

18. Κύριε, δος μοι ταπείνωσιν, εκκοπήν θελήματος και υπακοήν.

19. Κύριε, δος μοι υπομονήν, μακροθυμίαν και πραότητα.

20. Κύριε, εμφύτευσον εν εμοί την ρίζαν των αγαθών, τον φόβον σου.

21. Κύριε, αξίωσόν με αγαπάν σε εξ όλης της ψυχής μου και της διανοίας μου και της καρδίας, και τηρείν εν πάσει το θέλημά σου.

22. Κύριε, σκέπασόν με από τε ανθρώπων πονηρών και δαιμόνων και παθών και από παντός μη προσήκοντος πράγματος

23. Κύριε, ως κελεύεις, Κύριε, ως γινώσκεις, Κύριε, ως βούλει, γενηθήτω το θέλημά σου εν εμοί

24. Κύριε, το σον θέλημα γενέσθω και μη το εμόν, πρεσβείαις και ικεσίαις της Παναγίας Θεοτόκου και πάντων των Αγίων σου, ότι ευλογητός ει εις τους αιώνας. Αμήν.