Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Ταπεινή ικεσία ποιμένος ψυχών(Εξομολογητική)

Ταπεινή ικεσία ποιμένος ψυχών

(Εξομολογητική)

          Η Εξομολογητική αυτή ικεσία του πατρός  Ευσεβίου(Βίττη) εγράφη μετά την επιστροφή του από την Σουηδία, όπου διακονούσε ιεραποστολικά ως ιερεύς εργαζόμενος και σε χειρωνακτικές δουλειές από το 1963 έως τα 1980. Το 1973 έχτισε, εργαζόμενος ως μαραγκός, και το Ιερόν Ησυχαστήριον του Αγίου Νικολάου, στην Βόρεια Σουηδία, στο RATTVIK 400 χιλιόμετρα οπό την Στοκχόλμη... Στην Ελλάδα επανήλθε το 1980, κάνοντας υπακοή στον πνευματικό του πατέρα.




ΚΥΡΙΕ κάποτε η άγια Σου καρδιά πόνεσε απερίγραπτα βλέποντας το λαό σου σε πλήρη εγκαταλείψει. «Ιδών τους όχλους εσπλαγχνισθής περί αυτών ότι ήσαν ερριμμένοι ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα».


Ράγιζε η θεανθρώπινη καρδιά Σου από το αποκαρδιωτικό αυτό θέαμα. Σε άλλη περίπτωση έκλαψες για την ίδια αιτία. Αγαπούσες τόσο πολύ το λαό Σου! Τον αγαπούσες αφάνταστα, γιατί ήσουν -~και είσαι πάντοτε!- ο «Ποιμήν ο Καλός».

Και την απέραντη αγάπη Σου για την Ποίμνη Σου, πού δεν περιορίζεται σε μόνον τον «περιούσιο» λαό Σου, αλλά εκτείνεται σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος την έδειξες με τον πιο αναμφισβήτητο , τρόπο. «Εθηκας την ψυχήν Σον υπέρ των προβάτων» πάνω στον φρικτό Γολγοθά. και μας άφησες έτσι αιώνιο και ανέφικτο παράδειγμα καλού Ποιμένος. Μας έδειξες έμπρακτα ποιοι πρέπει να είναι, όσοι θα θελήσουν υπακούοντας στην κλήση Σου, να γίνουν ποιμένες ψυχών. Οφείλουν γι` αυτό να «έπακολουθήσωσι τοις ίχνεσι Σου», Ω, πόσο άξιο θαυμασμού και δοξολογίας είναι το υπέροχο και ανέφικτο παράδειγμα Σου!

Πόσο, αντίθετα, μηδαμινό και αξιοδάκρυτο είναι το δικό μου παράδειγμα, το δικό μου άθλιο και ελεεινό παράδειγμα!

Πώς τολμώ να λέω πώς είμαι ή, καλύτερα, πώς υπήρξα ποιμήν ψυχών; Πόσο απροσμέτρητη είναι ή δική μου αναξιότητα και άμαρτωλότητα!



ΚΥΡΙΕ, Εσύ είσαι ο ένας και μοναδικός Ποιμήν ψυχών.

Από άπειρη συγκατάβαση όμως και άμετρο έλεος θέλησες να εμπιστευθείς το μοναδικό αυτό έργο σε ανθρώπινα χέρια. Για αυτό ευδόκησες από άπειρη συγκατάβαση και έλεος να καλέσεις ακόμη και εμένα, των αναξίων άναξιώτερον και αμαρτωλών αμαρτωλότερο και σιχαμερών σιχαμερώτερον, να ακολουθήσω τα ίχνη Σου στο έργο της διαποιμάνσεως ψυχών.



Εσύ ο ίδιος εναποτέθηκες στα ακάθαρτα και βέβηλα μου χέρια ως «παρακαταθήκη», για να Σε διαφυλάξω αλώβητων ως τη φρικτή ημέρα της Λογοδοσίας. Στην παρακαταθήκη αυτή περιλαμβάνεται και το Σώμα, του οποίου θεία Κεφαλή είσαι Εσύ, δηλαδή ή Εκκλησία Σου, στο πρόσωπο της μικρής Ποίμνης, πού μου εμπιστευόσουν.

Αλλοίμονο μου όμως, δεν ήμουν άξιος αυτής της τιμής ούτε τότε, ούτε, πολύ περισσότερο, τώρα. Όμως παρόλα αυτά ξέρεις πόσο βαθιά λαχτάρησα να μπορούσα να ακολουθήσω με πλήρη συνέπεια τα αιματοβαμμένα ίχνη Σου.

Εσύ μόνο γνωρίζεις κάποια δάκρυα, κάποιους ίδρωτες, κάποιους μόχθους, κάποιες αγωνίες, κάποιες αγρυπνίες, κάποιες περιφρονήσεις, κάποιες ειρωνείες ή και απειλές, πού μου απευθύνθηκαν, κάποιο αίμα της καρδίας, κάποιους αλάλητους στεναγμούς, πού προσφέρθηκαν ταπεινά μόνο και μόνο για να εξαγνισθεί ή ταπεινή μου προσφορά. Εσύ

ξέρεις πόσο μου κόστισε ή αποδοχή της κλήσεώς Σου.

Το πώς οδήγησες τα διστακτικά και παραπαίοντα βήματα μου, το πόσο με ανέχθηκες στις πτώσεις μου και στις αδεξιότητες μου, το γνωρίζω πολύ καλά για τον εαυτό μου. Σε ευχαριστώ, Κύριε, ταπεινά για όλα αυτά.



ΞΕΡΕΙΣ όμως πάλι, Κύριε, πόσοι όγκοι εγωισμού, διαφορώτατων με μητέρα τους τη φιλαυτία, ανθρωπαρέσκειας, ιδιοτέλειας, μικροτήτων και με ένα λόγο αμαρτωλότητος απροσμέτρητης, μόλυναν πάντα την προσφορά μου.

Ξέρεις πώς κατά βάθος αναζητούσα τον εαυτό μου -και δεν Σου το κρύβω, το ξέρεις άλλωστε ως Παντογνώστης, πώς και τώρα το ίδιο κάνω- ή υπολόγιζα τους ανθρώπους, την κρίση τους την καλή για μένα, την εύνοια τους, την τιμή τους για μένα. Ανακαλύπτω τώρα πια με πολλή οδύνη, πώς πολύ λίγο έβλεπα το Ποίμνιο ως ψυχές προς σωτηρία. Δεν πόνεσα μέχρι θανάτου για αυτές.

Όχι. Υπήρξα πολύ σκληρός κι ας φυλαγόμουν να μην το δείχνω.

Υπήρξα ξένος προς την τρυφερότητα και την αγάπη, που κλαίει και αγρυπνεί με πόνο πού προσφέρει τα πάντα για το όποιο λογικό πρόβατο της μικρής του ποίμνης πού πεθαίνει ευχαρίστως γι' αυτό πού το αγαπάει για ότι είναι.

Εγώ, κι αν υποτεθεί πώς αγαπούσα σε κάποιο βαθμό, τον εαυτό μου ουσιαστικά αγαπούσα. Αγαπούσα για τον εαυτό μου.

Πόσο αληθινό είναι αυτό, το αποδεικνύει το γεγονός, πώς πολλές φορές τις ψυχές, πού μου εμπιστεύθηκες, τις εγκατέλειψα άσπλαχνα αναζητώντας «καλύτερους» τάχα τρόπους «αξιοποιήσεως» του εαυτού μου.

Είχα και έχω τόσο τερατώδη ιδέα για τον εαυτό μου! Φοβόμουν ουσιαστικά τον θάνατο. Τον θάνατο για Σένα και το Ποίμνιο Σου. και πιστεύω πώς ποτέ μου δεν προχώρησα πέρα από έναν κούφιο συναισθηματισμό λόγων στο σημείο αυτό. Και απόδειξη είναι οι τόσες φορές, πού απομακρύνθηκα οικειοθελώς από το Ποίμνιο.

Άλλο το ότι ή αγάπη Σου μου έδωσε να καταλάβω πώς δεν μου ήταν επιτρεπτό να εγκαταλείψω με τόσο επιπόλαιο τρόπο τις ψυχές, πού μου εμπιστεύθηκες. Δια μέσου των γεγονότων μου έκανες φανερό πώς ή θέση μου ήταν στον τόπο, οπού με τοποθέτησες αρχικά και πώς σε αυτόν έπρεπε να πεθάνω.

Ό θάνατος μου θα έπρεπε να πέραση όλα τα στάδια του, ώσπου να ολοκληρωθεί με την εναπόθεση του πνεύματος μου στα χέρια Σου και μαζί και της εντολής Σου. Γι' αυτό με ξανάφερες στον αρχικό μου τόπο μη ευλογώντας τις προσπάθειες μου, αλλά αντίθετα καταστρέφοντας το έργο των χεριών μου. Σε ευχαριστώ για την καταστροφή αυτή. Σε ευχαριστώ ταπεινά για την ανοχή, πού εξακολουθητικά μου δείχνεις, έστω κι αν είναι πολύ οδυνηρές οι φανερώσεις τους.

Σε ευχαριστώ γιατί δεν με άφησες στον ύπνο των φαντασιώσεων μου, αλλά με ξύπνησες στην πραγματικότητα μου και στην αλήθεια πού αφορά έμενα τον ίδιο. Που θα ήταν δυνατό να είχα καταντήσει αλλιώς!

Μα, να, πού χρειάστηκε να απομακρυνθώ πάλι από το Ποίμνιο Σου. Όμως ετούτη τη φορά όχι από υπαιτιότητα δική μου, Κύριε μου, όσο κι αν οι αμαρτίες μου παίζουν πάλι το θλιβερό τους ρόλο και στην περίπτωση αυτή. Το γιατί το ξέρεις, Κύριε μου.

Εσύ ξέρεις και τους βαθύτερους λόγους, πού εγώ τους αγνοώ.

Εσύ γνωρίζεις πόσο έκλαψα και πόσο κλαίω γι' αυτό.

Κλαίω σαν μωρό παιδί.

Ματώνει ή καρδιά μου καθώς βλέπω τα πρόβατα Σου λεηλατημένα, χωρίς ποιμένα, χωρίς φροντίδα και «θεραπεία» των πολλών τους αναγκών, χωρίς την κανονική προσφορά του «σιτομετρίου» τους για να διατηρηθούν στην πνευματική τους ζωή. Πόσο πονώ, Κύριε μου και με μόνη τη σκέψη, ότι δεν μπόρεσα να φέρω εις πέρας το έργο, πού μου ανέθεσες. Όχι πώς είναι ποτέ δυνατόν να άχθη ποτέ σωστά εις πέρας, αλλά να, έτσι ανθρώπινα κρίνοντας λέω να μπορούσα να εκπληρώσω τουλάχιστον κάπως υποφερτά το χρέος μου.

Θα ήθελα και την ίδια τη ζωή μου να έδινα, όσο φτωχή και ασήμαντη κι αν είναι,, όσο κι αν δεν αξίζει καθόλου, μα καθόλου για τις ψυχές, πού μου έκανες την υψίστη τιμή να μου εμπιστευθείς. Πόσο αγάπησα το ποίμνιο αυτό , το ξέρεις, Κύριε. και πόσο το λαχταρώ δεν το αγνοείς καρδιογνώστης, πού είσαι.



ΞΕΡΩ όμως κι ετούτο: Καμιά θυσία δεν είναι ευπρόσδεκτη ενώπιον Σου και δεν μεταβάλλεται «εις οσμήν ευωδίας πνευματικής», αν δεν γίνεται σύμφωνα με το πανάγιο θέλημα Σου. Και αν καμιά ανθρώπινη δεν είναι αξία της Μεγαλοσύνης Σου, πόσο μάλλον ή δική μου, πού θα ήταν ήδη από την πηγή της βρωμερή και αηδιαστικά μολυσμένη με κάθε ανθρώπινη αμαρτία και αθλιότητα; Ξέρω πολύ καλά, Κύριε μου, πώς το καλό δεν είναι καλό, αν δεν γίνεται καλά, όταν δεν γίνεται σύμφωνα με το Απόλυτο Καλό, το πανάγιο θέλημα Σου.



Το ζήτημα δεν είναι να θυσιαστώ εγώ και όπως το θέλω εγώ, αλλά αν το θέλεις Εσύ και όπως το θέλεις Εσύ.

Γι' αυτό και υποτάσσομαι στο θέλημα Σου. Δέχομαι ευχαρίστως την περιφρόνηση του να θεωρούμαι «προδότης» του Ποιμνίου Σου, λιποτάκτης του χρέους μου έναντι των αγαπημένων μου ψυχών. Με παρηγορεί ή σκέψη πώς παρόλα αυτά. Εσύ ξέρεις τα πάντα. Ξέρεις πιο καλά και από μένα τον ίδιο αυτά, πού με αφορούν.



Εσύ τα ξέρεις σωστά και όπως είναι. Οι άνθρωποι τα ξέρουν, αν τα ξέρουν, ανάποδα, λειψά, παραποιημένα, από αδέσποτες ίσως φήμες, από διεργασίες της δικής τους φαντασίας ή καχυποψίας και με βάση ίσως ότι ή όχι καλή διάθεση μερικών ίσως έχει χαλκέψει.



ΜΑΚΡΙΑ, τοπικά πια από το ποίμνιο, πού αγαπώ με όλη μου την καρδιά, μα και εντελώς αδύνατο να παρευρίσκομαι κοντά τους εφ' όρου ζωής, νιώθω το χρέος να βρίσκομαι δίπλα του πνευματικά και αθώρητος, να ξαγρυπνώ μαζί Σου για τις αγαπημένες μου ψυχές. Να μιλώ μαζί Σου γι` αυτές. Να βουλεύομαι μαζί Σου για τις εγκαταλελειμμένες, τις πονεμένες, τις βασανισμένες, τις γεμάτες λαχτάρα να έρθουν κοντά Σου ψυχές.



ΜΕ τα μάτια της ψυχής μου και από ότι τυχόν ξέρω ή μαθαίνω, βλέπω την Ποίμνη Σου περιτριγυρισμένη από λύκους διψασμένους για αίμα, κυριαρχημένους από άγρια βουλιμία να καταβροχθίσουν ψυχές.

Βλέπω μεταμφιεσμένους σε πρόβατα θανάσιμους εχθρούς των προβάτων Σου, πού θέλουν να τα απομυζήσουν.

Βλέπω τους θρασείς «κλέπτας», πού έρχονται να «αρπάσωσι», να «θύσωσι», να «απολέσωσι». Βλέπω... και τι δεν βλέπω.

Μη μπορώντας όμως να κάνω τίποτε άλλο, κράζω;



Κύριε, κράζω με όλη τη δύναμη της ασθενικής μου φωνής: Βοήθεια, Κύριε! Βοήθεια! Κλέφτες στο μαντρί! Λύκοι στο κοπάδι με αιμοβόρα διάθεση! Φωνάζω σε Σένα τον μόνον Αρχιποίμενα, γιατί ξέρω και την απέραντη στοργή Σου για κάθε πρόβατο προσωπικά και την άπειρη δύναμη Σου να συμπαρασταθείς σ' αυτά και στις δυσκολίες τους και στους πειρασμούς τους. Κράζω έτσι δεμένος, πού είμαι, με καταματωμένη και κουρελιασμένη την καρδιά μου, με πλημμυρισμένα από δάκρυα τα μάτια μου, με φωνή, πού την αλλοιώνουν ασυγκράτητοι λυγμοί. Κύριε, προστάτευσε την Ποίμνη Σου! Οδήγησε της τα βήματα «εις νομάς σωτηρίους», «εις τόπον χλόης», «εις ύδατα αναπαύσεως». Εκεί στους θεϊκούς λειμώνες της θεία Σου αγαπήσεως έκθρεψέ την με τα αγιαστικά της χάριτος Σου και προ πάντων με την τροφή της αθανασίας, το πανάγιο Μυστήριο της ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ, το αντίδοτων του θανάτου.



Και ΠΡΟ ΠΆΝΤΩΝ ΣΤΕΙΛΕ ποιμένες άγιους, σεμνούς, σώφρονες, καθαρούς, ταπεινούς, τίμιους, ανιδιοτελείς, αληθινούς γνήσιους ώριμους πνευματικά, «υγιαίνοντας περί την πίστιν», φωτοειδείς και χριστοειδείς, ώστε να κατευθύνουν την Ποίμνη Σου «εις τόπον Σου».



Ναι Κύριε, Κύριε μου, Σε ικετεύω θερμά με δάκρυα, στείλε άγιους ιερείς, εργάτες του θερισμού Σου, οικονόμους της ποικίλης Χάριτος Σου στο εγκαταλελειμμένο Ποίμνιο Σου, Στείλε ιερείς παρακαλούντας τον λαό σου Κύριε!



Ώ, πόσο θα χαίρομαι, όταν ή Ποίμνη Σου θα χαίρεται! Πόσο θα σκιρτώ από αγαλλίαση, όταν το λογικό Σου κοπάδι θα αναπαύεται κάτω από τη θεία Σου, σκέπη, αναπνέοντας τη ζείδωρη αύρα της Χάριτος Σου, ήρεμο και γαλήνιο, γιατί θα ξέρη πως πάνω του αγρυπνείς Εσύ ο ίδιος!



ΓΝΩΡΙΖΩ όμως πόσο ή ανθρώπινη πραγματικότητα είναι πεζή, απογοητευτική, αντινομική, γεμάτη αδυναμίες. Ξέρω από τον ίδιο τον εαυτό μου πόσο δύσκολο είναι για τα πρόβατα Σου να υποταχθούν πέρα για πέρα στο θέλημα Σου. Είναι τόσο διεφθαρμένη ή φύση μας και τόσο διεστραμμένη από την αμαρτία, Κύριε!



Δεν αγνοώ ακόμα πώς το δυσκολότερο επίτευγμα είναι να ενωθούν όλα τα πρόβατα εσωτερικά, οργανικά, αληθινά σε μια πραγματικά πνευματική ποίμνη υπό ένα Ποιμένα, Εσένα, ω Ιησού μου.



Για αυτό δεν προσευχήθηκες εσύ ο ίδιος στον Πατέρα Σου λίγο πριν από το πάθος Σου; Ξέρω από πικρή πείρα τον διασπαστικό ρόλο των προσωπικών αντιλήψεων και ιδεών, των συναισθηματικών καταστάσεων, της άγνοιας του Ευαγγελίου Σου της ελλείψεως της εσωτερικής μυστικής (επί)κοινωνίας με Σένα και με τα υπόλοιπα πρόβατα Σου μεταξύ τους, της σφοδρής πολεμικής εναντίον της Εκκλησίας Σου, του κάκου, κάκιστου, παραδείγματος κάποιων ανάξιων ποιμένων Σου, από τους οποίους ο χειρότερος τυχαίνει να είμαι εγώ.



Ξέρω πόσο ο «αρχέκακος όφις», ο εχθρός διάβολος, σπέρνει κάθε είδους ζιζάνια ανάμεσα στα πρόβατα Σου. Δεν αγνοώ πόσο δελεαστικά και γοητευτικός πλάνα είναι τα μονοπάτια της αμαρτίας και των φευγαλέων, απατηλών δε, αγαθών του κόσμου ετούτου. Όλα αυτά και ότι σχετικό, κρατούν το Ποίμνιο Σου σε κατάσταση συγχύσεως, διασκορπισμού, αδυναμίας συμπορεύσεως, συμπνευματισμού στο Όνομα Σου.



Μη μπορώντας να κάνω τίποτε -μα και στην καλύτερη περίπτωση τι μπορεί να κάνη ο άνθρωπος;- Σε παρακαλώ δέξου μια ταπεινή προσφορά, Κύριε. Μια προσφορά ενός ανάξιου ποιμένος ψυχών, πού παρόλη την αθλιότητα του αγαπάει τα πρόβατα Σου, δηλαδή τους αδελφούς του, γιατί και αυτός πρόβατο Σου είναι, τα νιώθει ενωμένα μαζί του με μια ενότητα «εν ενί πνεύματι και μια καρδία» και ικετεύει γι' αυτά. Και ή προσφορά μου θα είναι:

ΓΙΑ όσα πρόβατα Σου

δεν Σε γνωρίζουν και γι' αυτό και δεν επικοινωνούν μαζί Σου,

θα επικοινωνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

κλαίνε για τις οποίες παραβάσεις τους και εκτροπές

τους, μικρές ή μεγάλες, τις εν γνώσει ή εν αγνοία

τους,

Θα κλαίω εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

βυθίζονται ατό βούρκο της αμαρτίας χάνοντας την

αγνότητα τους, θα θρηνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

κοιμούνται τον μακάριο ύπνο της αμελείας και

αδιαφορίας, θα ξαγρυπνώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

ΣΕ βλασφημούν και Σε περιφρονούν, γιατί ποτέ

Τους δεν γνώρισαν πραγματικά, θα Σε υμνώ και

Θα Σε δοξολογώ εγώ.

Για όσα πρόβατα Σου

Είναι δέσμια οποιουδήποτε πάθους, γονατιστός

Θα Σε, ικετεύω να τα ελευθέρωσης από τα φοβερά

δεσμά τους.

Για όσα πρόβατα Σου

Πέφτουν σε χέρια λύκων, με αγωνιά και απελπισμένα

Σου κράζω. Κύριε, Κύριε, Κύριε, σώσε τα!

γλίτωσε τα!

Για όσα πρόβατα Σου

βρίσκονται σε απελπιστική κατάσταση, σε

σε αδυναμία να σκεφτούν και μη μπορώντας

να βρουν τη σωτήρια διέξοδο από τον λαβύρινθο,

στον οποίο βρίσκονται, θα Σου δέομαι εγώ.

Με όσα πρόβατα Σου

αγωνίζονται ειλικρινά, και δακρύζουν και πονούν

και πασχίζουν και ματώνουν και αδιάκοπα

προσπαθούν να «τελέσωσι τον δρόμον» τους με χαρά.

για να φέρουν σε αίσιο πέρας το έργο της σωτηρίας τους.

Θα συναγωνίζομαι και εγώ «εν τοις προσευχαίς»,

ώστε να αξιωθούν να λάβουν το στεφάνι της νίκης,

το όποιο «αποδώσεις Συ ο δίκαιος Κριτής

εν εκείνη τη ήμερα».


ΞΕΡΩ πώς ο καθένας μας είναι προσωπικά υπεύθυνος ενώπιον Σου, Κύριε. «Έκαστος περί εαυτόν δώσει λόγον Σοί τω Θεώ».

Ξέρω όμως πάλι πώς τίποτε δεν εμποδίζει την αγάπη στο όνομα Σου να ταυτίζεται με όλη την Εκκλησία Σου, «μη ζητούσα τα εαυτής», και να ακολουθήσει τα ίχνη Σου, για να γίνει «χριστοειδής» και «χριστόμορφος».

Εσύ δεν έκανε για μας και αντί για μας αυτό το όποιο, ό,τι και να ξέραμε, ό,τι και να θέλαμε, ότι και να πασχίζαμε, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να κατορθώσουμε; Αν τόλμησα και είπα τις μεγάλες κουβέντες, πού είπα πιο πάνω, τόλμησα να το κάνω μόνο και μόνο, γιατί ξέρω πολύ καλά πώς όχι εγώ ο γήινος και αδαμιαίος και πρώτος των αμαρτωλών, αλλά Εσύ είσαι Εκείνος, πού θα κάνης ότι δεν κάνουμε εμείς και θα συμπλήρωσης τις δικές μας ελλείψεις και ατέλειες.

Κανένας δεν αγαπάει τα πρόβατα Σου, όσο Εσύ ο ίδιος. και φυσικά δεν περιμένεις να μάθεις τις ανάγκες τους από τις δικές μας αναιμικές προσευχές. Επειδή όμως Σε ξέρω, όσο και αν ή γνώση μου για Σένα είναι απόλυτα μικρή και μηδαμινή, τόλμησα να μιλήσω «εις τόπον Σου», όπως Θα μιλούσες Εσύ. Αποτόλμησα να γίνω των δικών Σου συναισθημάτων -σε κάποιον ελάχιστο βαθμό, βέβαια- ερμηνεύς για τα πρόβατα Σου, πού για χάρη τους έγινες «ο Ών ός ουκ ης δι' ημάς». Αν όμως παρόλα αυτά είναι τα λόγια μου υπερφίαλα και παράτολμα για την αθλιότητα μου, συγχώρησε με. Κύριε. Συγχώρησέ γιατί ξέρω την αδυναμία μου. Συγχώρησέ με, γιατί στην υπερβολή της αγάπης είπα, ότι και δεν μου ταιριάζει και με ξεπερνάει «άπειρον όσον».



ΔΕΞΟΥ Κύριε Ιησού γλυκύτατε, Αρχιποίμην Ιησού, Υιέ Θεού Μονογενές, Αγάπη της Αγάπης-του Πατρός, πού είναι ή ρίζα κάθε αγάπης, δέξου, ΚΥΡΙΕ μου, την ταπεινή μου προσφορά. Δέξου την και επειδή οπωσδήποτε είναι μολυσμένη και βεβορβορωμένη από την άμετρη αμαρτωλότητά μου, εξάγνισε -την ΕΣΥ καθάρισε την Εσύ, συμμόρφωσε την Εσύ σύμφωνα με τη δική Σου σοφία και καθαρότητα.

Δέξου τους χτύπους της καρδιάς μου, όσο κι αν είναι πήλινη.

Δέξου τα δάκρυα μου, όσο κι αν είναι γήινα.

Δέξου την ταπεινή μου ικεσία, όσο κι αν είναι φτωχή και ισχνή.

Σε ικετεύω, φτωχό Σου πρόβατο κι εγώ, για τα πρόβατα Σου, πού είναι αδέρφια μου, πού είναι παιδιά Σου, που είναι παιδία του «Πατρός ημών του εν τοις ουρανοίς», Πρωτότοκε και Πρεσβύτερε Αδελφέ, Κύριε και Δέσποτα Ιησού Χριστέ, Σωτήρ μου.

ΟΣΟΝ καιρό μετάνοιας, συντριβής, προσευχής, αφιερώσεως και ησυχίας πνευματικής θα μου χαρίζει ή ευσπλαχνία Σου -μια μέρα; μια εβδομάδα; ένα μήνα; ένα χρόνο;- όσον καιρό θα μου χαρίζει ή άμετρη αγαθότητα Σου και ανοχή Σου, θα τον αφιερώσω σε αυτό το έργο: θα ικετεύω για τα πρόβατα Σου. Ώ, μην απορρίψεις την ταπεινή μου ικεσία, Κύριε! Το ξέρεις πως η μεγάλη μου ευτυχία κλείνοντας τα μάτια στον μάταιον αυτόν κόσμο, ή πιο μεγάλη μου χαρά, θα είναι να έχω κρατήσει μια και μόνο εικόνα:

"ένα κοπάδι λογικών προβάτων, των προβάτων, που μου είχες Εσύ εμπιστευθεί, μα δεν αξιώθηκα να πεθάνω ανάμεσα τους, να βόσκουν ενωμένα, αγαπημένα, ειρηνικά, πνευματικά καταρτισμένα σε κάποιους λειμώνες της Χάριτος Σου, κάτω από τα στοργικά βλέμματα ενός —ίσως και περισσότερων- αγίων ιερέων και πνευματικών ποιμένων, πού θα τους έχεις στο μεταξύ Εσύ στείλει, γιατί και γι' αυτό Σε έχω ενοχλήσει πολύ, όπως το ξέρεις καλά.

Ίσως αύτη ή εικόνα, πού θα έχω κλείσει στα μάτια μου, νάναι ή μόνη μου απολογία μπρος στο φοβερό Κριτήριο και το αδέκαστο Βήμα Σου.

Όταν μου πεις: τι έκανες λοιπόν, φτωχή ψυχή, εκεί κάτω στη γη; Θα μπορώ ίσως τότε με όλη την απλότητα και το θάρρος, πού μου εμπνέει ή αγάπη Σου, να Σου αποκριθώ ταπεινά:
Σου δάνειζα τα δάκρυα μου,

για να κάνης τις συνθέσεις

των χρωμάτων αυτής της εικόνας,

που έφερα μαζί μου Κύριε!

ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΑΜΗΝ, ΚΥΡΙΕ ΜΟΥ, ΙΗΣΟΥ ΜΟΥ!

Από το βιβλίο 
''Προσευχητικές και εξομολογητικές πατρικές ικεσίες''

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Εξομολόγηση - Συζήτηση

 

Εξομολόγηση - Συζήτηση

Βασικό στοιχείο της πνευματικής ζωής κάθε Χριστιανού είναι το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης και η επικοινωνία μας με τον πνευματικό μας πατέρα. Στο Μυστήριο της Εξομολόγησης η ψυχή μας καθαρίζει, ξεπλένεται, φωτίζεται, δυναμώνει και γεμίζει με τη Θεία Χάρη. Σε αυτό το Μυστήριο θεραπευόμαστε από τον Μέγα Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων μας, το Χριστό μας. Ξαλαφρώνουμε από το βάρος των αμαρτιών και των ενοχών. Επουλώνονται όλες μας οι πληγές και ξαναγεννιόμαστε πνευματικά.
Χρήσιμη όμως και αναγκαία είναι και η επικοινωνία με τον πνευματικό μας και άλλες ώρες εκτός των πλαισίων του Μυστηρίου. Μπορούμε να κάτσουμε μαζί, να συζητήσουμε, να ρωτήσουμε για διάφορα θέματα που μας απασχολούν κλπ.

 



Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση
Ἱερὰ Μονὴ Σαγματᾶ 2008

Μετάνοια-Ἐξομολόγηση
 
Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ βάπτισμά μας. Τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τὸ διάβολο, τὰ ἔργα του, τὴ λατρεία του, τὸ σκοτάδι του καὶ ἑνωθήκαμε μὲ τὸν Χριστό, μπολιαστήκαμε στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν ἐκκλησία. Μὲ ἄλλα λόγια γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογένειας. Καὶ ξεκινήσαμε μία πνευματικὴ πορεία, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν τελείωσή μας, τὴν θέωσή μας. Ἡ πνευματικὴ ὅμως αὐτὴ πορεία, πολλὲς φορὲς διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας καὶ τὴν ἁμαρτία. Ξεχνᾶμε τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε στὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ ξαναγυρνᾶμε στὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας, νὰ γιατρέψουμε τὶς πληγές μας. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.


Ἡ ἁμαρτία καὶ οἱ καρποί της
 
Ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἢ ἡ παράλειψη κάποιου καθήκοντος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο. Εἶναι μιὰ ἀνταρσία, μιὰ ἐπανάσταση, καὶ κατὰ συνέπεια, μιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ τὴν ἐκκλησία Του.
Οἱ καρποὶ αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης εἶναι ἐξαιρετικὰ πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁμαρτία, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».


Ἡ μετάνοια
 
Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἢ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Δὲν εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτές, ἡ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Ἐὰν δὲν θελήσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή.


Ἡ ἐξομολόγηση
 
Ἂν ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι τὸ ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου. Ὅταν πιεῖ κανεὶς δηλητήριο δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τὴν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τὶς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τὴν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τὸν προσωπικό μας πόνο.


Προετοιμασία
 
Σὲ πολλὰ θέματα τῆς πίστης μας, παρόλο ποὺ λεγόμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικὰ ὅμως στὸ θέμα τῆς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στὸν μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στὸ ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σὰ νά ῾ναι ἡ ἐξομολόγηση ἀνακριτικὸ γραφεῖο. Ἢ προσερχόμαστε στὴν ἐξομολόγηση γιὰ νὰ ποῦμε πόσο «καλοὶ» ἄνθρωποι εἴμαστε καὶ πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει. Ἡ στάση αὐτὴ δείχνει πὼς δὲν ἔχουμε ἐπιχειρηθεῖ μιὰ μικρή, ἔστω, προετοιμασία καὶ γνήσια αὐτοκριτική. Ἂν θέλουμε νά ῾μαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχουμε κάνει μὲ κάποιο τρόπο. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινὴς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θὰ μᾶς δείξει πὼς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν.
Γιατὶ, βέβαια, ἡ πραγματικὴ ἁμαρτωλότητα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ ἐμπάθεια.


Αὐτοέλεγχος

Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρὶν προσέλθουμε στὸν πνευματικό, νὰ καθίσουμε σ᾿ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἀληθινὴ μετάνοια, νὰ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν μας καὶ νὰ κάνουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν τίμια βυθοσκόπηση. Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσουν πολὺ μερικὰ κείμενα τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο.
Τὴν ἐξαγόρευσή μας μποροῦμε νὰ τὴν ὑποδιαιρέσουμε σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς:


α) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό
  • Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό.
  • Κλονισμὸς πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά Του, στὶς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες.
  • Ζητήματα πίστεως, ἀδυναμίας, ἀμφιβολίας, ὀλιγοπιστίας. 
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνὴ θεία μετάληψη.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ πνευματικῶν βιβλίων.
  • Γογγυσμὸς κατὰ τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἢ λογισμοὶ βλασφημίας.
  • Ὅρκος, ἐπιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.
  • Μαγεία, μαντεία, αἰσχρολογία κ.λπ., πίστη στὶς προλήψεις, στὴν τύχη, στὰ ὄνειρα.

β) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν πλησίον
  • Ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἀδιαφορία γι᾿ αὐτόν, ὑποτίμηση, περιφρόνηση.
  • Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία, ἐκδικητικότητα, ἀνταπόδοση κακοῦ, σκληρότητα, ἀσυγχωρησία, πικρία, ζήλεια.
  • Ἐριστικότητα, φιλονικία, κατάρες, ὕβρεις, εἰρωνεία, ἐμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος. 
  • Κατάκριση, καταλαλιά, ἱεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία.
  • Ψεῦδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα.
  • Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφὴ ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. 
  • Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σὲ γονεῖς, προϊσταμένους, ἱερεῖς κ.λπ.
  • Σκανδαλισμὸς ἄλλων μὲ τὴ ζωή μας, τὴ συμπεριφορά μας, τὴν προκλητικὴ ἐμφάνιση.
  • Παράλειψη καλοῦ καὶ ἐλεημοσύνης.

Στὴν οἰκογένεια:
  • Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητας καὶ ἀλληλοκατανόησης.
  • Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καὶ χρόνου γιὰ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά. 
  • Ἐριστικόχητα, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν.
  • Παράλογες καὶ ἐγωιστικὲς ἀπαιτήσεις ἀπὸ σύζυγο καὶ παιδιά.
  • Ἄκαιρες, πιεστικὲς καὶ ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στὴ ζωὴ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἢ στὶς οἰκογένειές τους. 
  • Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καὶ τοῦ δεσμοῦ τους.
  • Μοιχεία.

Στὸ ἐπάγγελμα:
  • Ἀπάτη, νοθεία στὴν ἐργασία ἡ στὸ ἐμπόρευμα.
  • Αἰσχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, ἀπόκρυψη ἐμπορευμάτων, κλοπή.
  • Ἀνεντιμότητα στὶς συναλλαγές, δολιότητα ἐπαγγέλματος.
  • Κακομεταχείριση, ἐκμετάλλευση, ἀδικία σὲ βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐργατῶν, ὑφισταμένων. 
  • Προσωποληψία.

γ) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατάρτισή μας.
  • Ἀνευθυνότητα, ραθυμία, ἀκηδία, ἀμέλεια.
  • Διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά.
  • Φιλαργυρία, ἀπληστία, πλεονεξία, πλοῦτος, καταναλωτικὴ μανία, πολυτέλεια, ἐπιδίωξη βολέματος, ἀτομισμός. 
  • Ὑποκρισία. 
  • Αἰσχρολογία, ἀργολογία, φλυαρία.
  • Θυμός, ὀργή.
  • Ὑπερηφάνεια, οἴηση, ἐγωισμός, ὑπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, ἐπιδίωξη ἐπαίνων, πεῖσμα, ἰσχυρογνωμοσύνη, δαιμονικὴ αὐτοπεποίθηση, ἰδιοτροπία. 
  • Ἁμαρτίες καὶ πειρασμοὶ τῆς σάρκας. 
  • Ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
  • Ἀνάγνωση ἀνήθικων περιοδικῶν, βιβλίων κ.λπ. ἡ θέαση ἀνήθικων κινηματογραφικῶν, θεατρικῶν, τηλεοπτικῶν ἔργων.
  • Ἀνήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες.
  • Πορνεία, μοιχεία, αὐνανισμὸς κ.λπ. σαρκικὰ ἁμαρτήματα. 
  • Ἔκτρωση.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ἂς γράψουμε σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅ,τι συλλέξαμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα καὶ ὕστερα ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό.

Ἐμπόδια-δικαιολογίες-ἐνστάσεις
 
Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς δὲν εἶναι χωρὶς ἐμπόδια. Ἐνῶ κατὰ βάθος μπορεῖ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐπιστροφή μας, δὲν κάνουμε τὸ σωτήριο βῆμα. Ἀναβάλλουμε τὴν ἐξομολόγηση, προσπαθώντας μὲ διάφορες δικαιολογίες νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Εἶναι συνηθισμένες οἱ δικαιολογίες: «Γιατί νὰ ἐξομολογηθῶ; Δὲν σκότωσα, δὲν ἔκλεψα...» ἢ «ἐγὼ τὰ λέω στὴν εἰκόνα...» κ.λπ. Ἄλλοι, πάλι, διστάζουμε ἀπὸ ντροπή, ἢ ἀπόγνωση. Ἄλλοι ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς διαβάσει εὐχέλαιο ἢ μόνον τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Ὅμως μάταια προσπαθοῦμε νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Δικαιολογίες μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄπειρες. Ἡ καρδιά μας ὅμως μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ.


Μπροστὰ στὸν πνευματικὸ
 
Ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό, ποὺ θὰ τὸν νιώσουμε σὰν πατέρα καὶ ἂς τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Γιὰ νά ῾ναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐξομολόγησή μας, πρέπει νὰ γίνει μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἀκρίβεια, χωρὶς ὑπερβολές. Ἂς ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς ἐξομολόγησης:
α. Δὲν μεταφέρουμε εὐθύνες σὲ ἄλλους, δὲν ἀναφέρουμε ἄλλους, οὔτε ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα ἄλλων. Ἀναλαμβάνουμε ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ ἀποφεύγουμε τὶς δικαιολογίες καὶ τὰ μισόλογα.
β. Δὲν ἀρχίζουμε ἱστορίες ὁλόκληρες καὶ ἐκτεταμένες περιγραφές. Εἴμαστε σύντομοι καὶ συγκεκριμένοι.
γ. Δὲν ἐξομολογούμαστε γενικὰ καὶ ἀόριστα (π.χ. «Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός», ἢ «ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει»). Ἀναφέρουμε συγκεκριμένα σὲ τί βρεθήκαμε ἀνάξιοί της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
δ. Δὲν ἀναφέρουμε τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὶς (ἀνύπαρκτες) «ἀρετές» μας.
ε. Δὲν ἀναφέρουμε ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ (ἐκτὸς ἂν τὶς ἐπαναλάβαμε).
γ. Δὲν ἀποκρύπτουμε τίποτα, γιατὶ ἔτσι ἐμπαίζουμε τὸ μυστήριο.


Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση
 
Ὁ πνευματικός μας πατέρας, ἀφοῦ μᾶς ἀκούσει, θὰ μᾶς συμβουλεύσει καὶ θὰ μᾶς κατατοπίσει πῶς θὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ πῶς θὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας. Πιθανὸν νὰ μᾶς δώσει κάποιο ἐπιτίμιο. Αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτήρα τιμωρίας ἢ ἐξιλέωσης. Τὸ ἐπιτίμιο εἶναι πνευματικὸ φάρμακο καὶ πνευματικὸ ἀγώνισμα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ τὸ τηροῦμε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀκρίβεια.
Στὸ τέλος ὁ πνευματικός μας θὰ μᾶς διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ ἔτσι θὰ ἀποκατασταθοῦμε πάλι στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας ἑτοιμάζει καὶ μᾶς παραθέτει οὐράνια τράπεζα. Μᾶς κάνει κοινωνοὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του. Μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας.


Μετάνοια: ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος
 
Πολλοὶ ρωτοῦν: «Κάθε πότε πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε»; Θὰ ἀπαντήσουμε πολὺ ἁπλά: Ὅποτε ἔχουμε κάτι. Οὔτε ἀραιὰ καὶ σπάνια, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὸ παραμικρό. Ἂν π.χ. πέσουμε καὶ χτυπήσουμε καὶ τὸ τραῦμα εἶναι μικρό, δὲν χρειάζεται νὰ ἐνοχλήσουμε τὸν γιατρό. Ἂν τὸ τραῦμα εἶναι μεγάλο, τότε ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε.
Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ καθημερινὰ ἁμαρτήματα δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τὰ ἀποφύγουμε, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ τακτικὴ ἐξομολόγηση. Χρονικὲς συνταγὲς δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ μποροῦμε μὲ τὸν πνευματικό μας πατέρα νὰ βροῦμε τὴν χρυσὴ τομή.
Τέλος ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος, μιὰ διαρκὴς κατάσταση, ποὺ δὲν σταματάει ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τέλος στὴ μετάνοια, γιατί τοῦτο θὰ σήμαινε τέλεια ὁμοίωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν ζήσουμε καὶ ἐμεῖς. Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ προσευχή μας: «Κύριε, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καὶ καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου»


Δευτέρα 20 Ιουνίου 2016

ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

ΕΣΥ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ

1. Πιστεύεις στο Θεό στην Αγία Τριάδα, στη Θεότητα του Χριστού και του Αγίου
Πνεύματος; Πιστεύεις στην Εκκλησία και τα Μυστήριά Της; Πιστεύεις ότι υπάρχει
Παράδεισος και Κόλαση;

2. Εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου πάντοτε και ιδιαίτερα στις δύσκολες περιστάσεις της
ζωής σου στην Πρόνοια του Θεού ή απογοητεύεσαι και δείχνεις ολιγοπιστία;

3. Μήπως στις θλίψεις, τις ασθένειες και τις δοκιμασίες της ζωής σου γογγύζεις
εναντίον του Θεού και χάνεις την πίστη και το θάρρος σου;

4. Μήπως πιστεύεις στα μέντιουμς, στις χαρτορίχτρες, στους αστρολόγους, στους
μάγους ή στις μάγισσες, στη χειρομαντεία, στην καφετζού;Μήπως είπες σ’ άλλους να
πιστεύουν και να καταφεύγουν σε αυτά;

5. Μήπως πιστεύεις στις προλήψεις και δεισιδαιμονίες και θεωρείς σαν κακό σημάδι το
τρίξιμο των ξύλων, το βούισμα των αυτιών, το ούρλιασμα του σκύλου, τη συνάντηση
του Ιερέως, το λεγόμενο ποδαρικό;

6. Μήπως πιστεύεις στην τύχη;

7. Κάνεις την προσευχή σου πρωί και βράδι, όπως επίσης και στο τραπέζι; Μήπως
ντρέπεσαι να κάνης το Σταυρό σου ενώπιον άλλων π.χ. στο εστιατόριο ή έξω από Ι.
Ναό που περνάς;

8. Μελετάς την Αγία Γραφή, καθώς επίσης και διάφορα θρησκευτικά βιβλία;

9. Εκκλησιάζεσαι τις Κυριακές και τις μεγάλες Εορτές;

10. Παρακολουθείς από την αρχή· μέχρι τέλους τη θεία Λειτουργία ή πηγαίνεις αργά
και φεύγεις πριν τελείωση;

11. Στην Εκκλησία πηγαίνεις ντυμένος (η) με σεμνή ενδυμασία; Προσέχεις να μη
γελάς και να μη συζητείς με άλλους, έστω και αν τελείται Γάμος ή Βάπτισις;

12. Μήπως εμποδίζεις από τον Εκκλησιασμό το (τη) σύζυγό σου, τα παιδιά σου η λες
στους γνωστούς σου να μην εκκλησιάζονται;

13. Κοινωνείς τακτικά ή μια φορά το χρόνο και αυτή χωρίς να εξομολογηθείς;

14. Μήπως ορκίζεσαι χωρίς λόγο ή και ψευδώς και δεν ετήρησες τον όρκο που έδωσες
ή το τάξιμο;

15. Μήπως βλασφημείς το όνομα του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων μας;

16. Νηστεύεις, εάν δεν έχεις σοβαρούς λόγους υγείας, την Τετάρτη και Παρασκευή και
τις Τεσσαρακοστές;

17. Μήπως πετάς θρησκευτικά βιβλία ή περιοδικά σε τόπο ακάθαρτο;

ΕΣΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ

1. Μήπως έχεις μίσος και αντιπάθεια εναντίον κάποιου που σου έκαμε κακό ή σε ύβρισε επάνω στο θυμό του;

2. Μήπως είσαι καχύποπτος και χωρίς αιτία υποπτεύεσαι τους πάντας, ότι δήθεν μιλούν για σένα, ότι δεν σε θέλουν, ότι δεν σε αγαπούν, ότι δεν σε συμπαθούν;

3. Μήπως ζηλεύεις και στενοχωρείσαι για την πρόοδο, την ευτυχία, την ομορφιά και τα αγαθά των άλλων;

4. Μήπως μένεις ασυγκίνητος μπροστά στη δυστυχία και την ανάγκη του πλησίον σου;

5. Στις συναλλαγές σου με τους συνεταίρους σου ή συνεργάτες σου ή πελάτες σου είσαι τίμιος, ευθύς, ειλικρινής, ακέραιος;

6. Μήπως συκοφάντησες ή κατηγόρησες το συνάνθρωπό σου;

7. Μήπως ειρωνεύεσαι και χλευάζεις τους ευσεβείς, εκείνους που νηστεύουν και αγωνίζονται να ζουν Χρισnανική
ζωή; Ή και εκείνους που έχουν φυσικά ή πνευματικά ελαττώματα;

8. Ενώ άκουσες κάποια πληροφορία ή κατηγορία εναντίον άλλου, μήπως τη μετέδωσες και έβλαψες, έστω και
άθελά σου, την υπόληψη και τιμή του συνανθρώπου σου;

9. Μήπως κατακρίνεις τη συμπεριφορά, τις πράξεις, τα σφάλματα ή ελαττώματα των άλλων, όταν απουσιάζουν.
έστω κι αν είναι αλήθεια αυτά που λες;

10. Μήπως καταράστηκες κάποιον που σου έκαμε κακό ή και τον εαυτό σου τον ίδιο σε δύσκολες περιστάσεις της ζωῆς σου ή την ώρα και τη σnγμή που γεννήθηκες;

11. Μήπως στέλνεις τους άλλους στο «Διάβολο» ή τους «μουντζώνεις»;

12. Σέβεσαι τους γονείς σου; Τους φροντίζεις; Ανέχεσαι, αν έχουν τις γεροντικές αδυναμίες τους; Τους βοηθάς στις σωματικές και πνευματικές ἀνάγκες; Φροντίζεις να εκκλησιάζονται και να κοινωνούν; Μήπως τους έχεις εγκαταλείψει άστοργα;

13. Μήπως παρέσυρες τους γονείς σου και έγραψαν σε σένα πιο πολλή περιουσία και έτσι αδίκησες τους αδελφούς σου;

14. Μήπως επάνω στο θυμό σου εκτύπησες κανένα με τα χέρια ή έθιξες με τα λόγια;

15. Εκτελείς συνειδητά το επάγγελμά σου ή την αποστολή σου;

16. Μήπως κλέπτεις; Μήπως παρακίνησες ή βοήθησες άλλον να κλέψει ή δέχτηκες να καλύψεις τον κλέπτη ή έλαβες εν γνώσει σου κλεμμένα πράγματα;

17. Μήπως είσαι αγνώμων και αχάριστος προς το Θεό και γενικά τους ευεργέτες σου;

18. Μήπως κάνεις κακές παρέες και αμαρτωλές συναναστροφές; Μήπως ώθησες κανέναν, είτε με λόγια είτε με το παράδειγμά σου, στην αμαρτία;

19. Μήπως έχεις κάνει πλαστογραφία; Μήπως έχεις καταχρασθή το Δημόσιο; Μήπως δανείσθηκες χρήματα ή άλλα αντικείμενα και δεν τα επέστρεψες;

20. Μήπως έκανες ποτέ φόνο, με οποιονδήποτε τρόπο;

21. Μήπως αναμειγνύεσαι στη ζωή των άλλων ή στο έργο των ή την οικογένειά των και γίνεσαι πρόξενος φιλονεικιών και ταραχών;

22. Ελεείς τους πτωχούς, τα ορφανά, τους γέροντες, τους πολύτεκνους, τις πτωχές οικογένειες που γνωρίζεις;


Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ

1. Μήπως είσαι προσκολλημένος στην ύλη και τα επίγεια αγαθά;
2. Μήπως είναι φιλάργυρος και φιλοχρήματος;
3. Μήπως είσαι πλεονέκτης;
4. Μήπως είσαι σπάταλος; ‘Ότι σου περισσεύει ανήκει στους πτωχούς;
5. Μήπως έχεις μεγαλομανία;
6. Μήπως σου αρέσει να επιδεικνύεσαι δείχνοντας τα ενδύματα σου, τα πλούτη σου, τις επιτυχίες σου, τους βαθμούς του παιδιού σου;
7. Μήπως επιδιώκεις το θαυμασμό και τη δόξα των ανθρώπων;
8. Δέχεσαι ευχαρίστως τους επαίνους και θέλεις οι άλλοι να σε κολακεύουν, να λένε ότι σαν εσένα άλλος δεν υπάρχει;
9. Θίγεσαι, όταν σου υποδεικνύουν τα σφάλματά σου, και πικραίνεσαι, όταν σε ελέγχουν και σε παρατηρούν οι μεγαλύτεροί σου;
10. Μήπως είσαι πείσμων, ισχυρογνώμων, εγωιστής, υπερήφανος και ατομιστής; Πρόσεξε τα αμαρτηματα αυτά, διότι η διάγνωσή τους είναι δύσκολη.
11. Μήπως χαρτοπαίζεις, έστω και άνευ χρημάτων, με πρόσωπα του σπιτιού σου ή συγγενικά «για να σκοτώσεις την ώρα σου», όπως λένε μερικοί.
12. Μήπως σαρκικά αμαρτήματα έχουν μολύνει το σώμα και την ψυχή σου;
13. Παρακολουθείς θεάματα βρώμικα από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο;
14. Μήπως διαβάζεις αισχρά βιβλία και περιοδικά;
15. Μήπως εσκέφθης ποτέ να αυτοκτονήσεις;
16. Μήπως είσαι κοιλιόδουλος;
17. Μήπως είσαι οκνηρός, αμελής, ράθυμος;
18. Μήπως λέγεις λέξεις απρεπείς, αισχρές, υβριστικές, είτε χάριν αστειότητος είτε για να υβρίσεις και εξευτελίσεις άλλον;
19. Έχεις πνεύμα αυταπαρνήσεως;
20. Διώχνεις από το μυαλό σου τις κακές σκέψεις που έρχονται να μολύνουν την καρδιά σου;
21. Τα μάτια σου τα προσέχεις να μην περιεργάζονται προκλητικές εικόνες η πρόσωπα;
22. Τα αυτιά σου τα προσέχεις τι ακούν;
23. Μήπως ντύνεσαι άσεμνα; Αν είσαι γυναίκα, μήπως ντύνεσαι ανδρικά ή με ρούχα προκλητικά και σκανδαλίζεις με την εμφάνισή σου και μάλιστα εισέρχεσαι και σε τόπους ιερούς; Αν είσαι άνδρας, μήπως έχεις εμφάνιση έξαλλη;
24. Μήπως χορεύεις έξαλλους και αμαρτωλούς χορούς; Τραγουδάς ή ακούς αισχρά τραγούδια;
25. Μήπως είσαι μέθυσος;
26. Μήπως καπνίζεις; Το κάπνισμα φθείρει την πολύτιμη υγεία και αποτελεί αμαρτωλή σπατάλη


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΖΥΓΟΥΣ

1. Διατηρείτε τη συζυγική πιστή; Είναι φοβερό, όταν ο ένας από τους συζύγους συνάπτει παράνομους σχέσεις
2. Μήπως ο ένας από τους δύο πρόσβαλε ή λύπησε τον άλλον ενώπιον άλλων ή και ιδιαιτέρως;
3. Μήπως δεν ανέχεσθε τις τυχόν αδυναμίες ο ένας του άλλου; Μήπως δεικνύετε σκληρότητα;
4. Μήπως εσύ ο σύζυγος προτρέπεις τη σύζυγό σου να ακολουθεί κατά γράμμα τη μόδα και κάθε τι που είναι εξωφρενικό και αντίθετο προς το Νόμο του Θεού; Μήπως συ η σύζυγος παρασύρεις το σύζυγό σου σε
διασκεδάσεις, απαιτείς να σου δίδει τα μέσα για να ακολουθείς τη μόδα και την κοσμική ζωή;
5. Σκέπτεσθε τον αγώνα που έχει ο ένας έξω από το σπίτι και ο άλλος μέσα στο σπίτι, ώστε να βοηθάτε ο ένας τον άλλον στον αγώνα αυτόν ξεκουράζοντας ο ένας τον άλλο ψυχικά και σωματικά;
6. Ως σύζυγος μήπως έχεις υπερβολικές αξιώσεις μερικές φορές και εξευτελιστικές στις συζυγικές σχέσεις; Κάνετε εγκράτεια κατά τις Κυριακές, τις εορτές και τις ημέρες των Νηστειών γενικά;
7. Μήπως δεν αφήνεις συ ο (η) σύζυγος τη (το) σύζυγό σου να πηγαίνει στην Εκκλησία ή σε θρησκευτικές συγκεντρώσεις και ομιλίες;
8. Τα παιδιά σας τα ανατρέφετε “εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου; Μήπως ενδιαφέρεστε μόνο για τη διανοητική των μόρφωσι και αδιαφορείτε για την ποιότητα του χαρακτήρα τους;
9. Τα οδηγείτε στην Εκκλησία, στην Ι Εξομολόγησι, τη συχνή Θεία Κοινωνία, το Κατηχητικό; Τα διδάσκετε με τα λόγια και το παράδειγμά σας την αρετή; Τα εμάθατε να προσεύχωνται το πρωί, το βράδι, όπως και στο φαγητό, με προσοχή και ευλάβεια;
10. Προσέχετε τι διαβάζουν; Φροντίζετε να τους παίρνετε βιβλία, περιοδικά εθνικοθρησκευτικού περιεχομένου;
11. Προσέχετε με ποιους συναναστρέφονται και ποιους έχουν φίλους;
12. Μήπως τα οδηγείτε σε θεάματα αμαρτωλά και τα αφήνετε να παρακολουθούν απεριόριστα και ανεξέλεγκτα τηλεόραση;
13. Τα διδάσκετε την ταπεινοφροσύνη και προσέχετε να ντύνονται σεμνά;
14. Μήπως τα καταράσθε όταν σας πικραίνουν; Μήπως τα στέλνετε στο Διάβολο;
15. Μήπως κάνατε εκτρώσεις ή αποφεύγετε να κάνετε παιδιά;
16. Μήπως αδικήσατε τα παιδιά σας κατά τη διανομή της περιουσίας σας;
17. Συ ο σύζυγος μήπως νομίζεις ότι το καθήκον της ανατροφής και της μορφώσεως των παιδιών σας ανήκει μόνο στη σύζυγο; Και συ έχεις καθήκον να τα νουθετείς, να τα διαβάζεις και να τα απασχολείς, για να ξεκουράζεις τη σύζυγό σου, αλλά και για να νιώθουν και αυτά την παρουσία σου, ώστε να συγκρατούνται και να
μην παρασύρονται στο κακό;
18. Μήπως τα μουντζώνετε και τα μαλώνετε με απρεπείς λέξεις;
19 . Αγαπά και τιμά ο καθένας σας τους γονείς και τους συγγενείς του άλλου; Μήπως· επεμβαίνουν οι γονείς· και οι συγγενείς σας στην οικογένειά σας και γίνονται αιτία να δημιουργούνται διχόνοιες και παρεξηγήσεις μεταξύ
σας;
20. Μήπως επεμβαίνετε στην οικογένεια του παιδιού σας;

Αδελφέ μου,Βλέπεις πόσα πράγματα έχεις να σκεφθείς; Και πόσα ακόμα θα ανακαλύψεις, όταν μείνης μόνος σου και θελήσεις να … ψάξεις βαθιά τον , εαυτό σου …. Μην αμελήσης να το κάνεις. Αυτή είναι η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορείς και πρέπει να προσφέρεις στον εαυτό σου και στους άλλους.

Εύχομαι ο Πανάγαθος να σε φωτίσει και να σε δυναμώσει στον ανηφορικό, αλλά ωραίο αυτό δρόμο, που περνά απ’ το Ιερό εξομολογητήριο και οδηγεί στον Ουρανό.


ΧΡΗΣΙΜΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ

1. Υπάρχουν δύο κατηγορίες αμαρτιών:

α) Αυτές που γίνονται με ενέργειες του ανθρώπου π.χ χτυπώ, βλασφημώ, κλέβω, κατακρίνω, κ.α

β) Αυτές που γίνονται με τον νου, με την επιθυμία, το φθόνο, την ζήλια, κ.α …

2. Πρώτα σημειώνω σε ένα χαρτί τα μεγάλα αμαρτήματα, μετά τα πιο μικρά και τέλος τα μικρότερα

3. Αφού συνειδητοποιήσω ότι είμαι αμαρτωλός, αποφασίζω να διακόψω κάθε σχέση με τις αμαρτίες μου, δηλαδή να μην τις ξαναπράξω.

4. Να αισθανθώ μέσα μου ότι

α)Αμάρτησα ενώπιον του Θεού.
β) Έλύπησα τον Θεόν μου.
γ) Φέρθηκα αχάριστα στον Θεό που με ανέχεται να περπατάω όρθιος ενώ θα πρέπει να σέρνομαι σαν σκουλήκι.
δ) Μου έδωσε υγεία, αρτιμέλεια, σύζυγο, παιδιά, εργάζομαι, έχω σπίτι, αδέλφια κ.α

5. Αδίκησα, στεναχώρησα, πίκρανα, κατέκρινα ανθρώπους και τον πλησίον μου,ενώ θα ‘πρεπε να τους βλέπω σαν τον αδελφό μου-τους γονείς μου-τα παιδιά μου.

6. Με τις αμαρτίες μου καταδικάζω τον εαυτό μου και τον ετοιμάζω για την αιώνια κόλαση. Πως θα πάω στο δικαστήριο της κρίσεως με τόσες αμαρτίες; Δεν φοβάμαι το Θεό;

7. Και αν έχω εξομολογηθεί όλο και ψάχνω τις παλιές σου αμαρτίες γιατί ίσως βρω και κάποιες άλλες που δεν τις έβλεπα παλιότερα, και δεν τις έχω εξομολογηθεί.
8. Να κλάψω αδελφέ αν μπορώ.

9. Αν δεν είμαι ικανοποιημένος από την εξομολόγηση μου φταίει το ότι δεν είμαι μετανοιωμένος ή δεν είμαι σωστά πληροφορημένος ή διαβασμένος στο ΤΙ ΕΙΝΑΙ και ΠΩΣ ΓΙΝΕΤΑΙ η εξομολόγηση.

10. Αν η εξομολόγηση δεν με ικανοποιεί, δεν φταίει ποτέ ο εξομολόγος αλλά εγώ και μόνο.

11. Ή εξομολόγηση είναι ομολογία-αναφορά των μετανοιωμενων αμαρτιών.

12. Είναι σύντομη και αναφέρω μόνο τα δικά μου αμαρτήματα π.χ υβρίζω- κατακρίνω -μισω- είμαι φιλάργυρος- είμαι πόρνος, κ.λ.π. Αν ο πνευματικός το κρίνει θα σε ἐρωτήσει λεπτομερέστερα.

13. Δεν αναφέρω τις αιτίες των αμαρτιών μου π.χ μισώ κάποιον επειδή με κατηγόρησε.

14. Η εξομολόγηση είναι μυστήριο, δεν είναι διάλογος κοινωνικός ή φιλική κουβέντα ή για να λύσουμε οικογενειακές, ή επαγγελματικές διαφορές κ. α.

15. Δεν αναφέρω τις αμαρτίες των άλλων ποτέ, αλλά μόνο τις δικές μου.

16. Μπορεί να ορισθεί με τον εξομολόγο-πνευματικό άλλη ώρα και ημέρα για συμβουλευτική συζήτηση, ώστε να ωφεληθεί πνευματικά ο κάθε χριστιανός, διότι και αυτό πρέπει να γίνεται.

17. Να αποφεύγω να ζητώ να εξομολογηθώ κάποιες ημέρες που είναι για τον εξομολόγο ημέρες γεμάτες με υποχρεώσεις, ιδίως Σάββατο και Κυριακή διότι θέλει και αυτός χρόνο για προσευχή, μελέτη, ξεκούραση κ. α.

18. Καλό είναι να υπάρχει πρόγραμμα και για την εξομολόγηση. Προτιμητέες ημέρες είναι η Δευτέρα- Τρίτη-Πέμπτη- Παρασκευή πρωί κατά την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής, ίσως και όλου του χρόνου, και ώρες 9-1. Το απόγευμα μετά τον εσπερινό, και αυτό αλλάζει ανάλογα με τις υποχρεώσεις τις εκκλησιαστικές, ενοριακές, οικογενειακές όλων των εξομολόγων -πνευματικών.

19. Να φροντίσω να προμηθευτώ από τα χριστιανικά βιβλιοπωλεία βιβλία για το πώς και πότε να εξομολογούμαι.

20. Αν στο περιβάλλον μου υπάρχουν άνθρωποι ηλικιωμένοι να φροντίσω να τους πείσω να εξομολογηθούν όσο είναι νωρίς και όχι όταν αρρωστήσουν βαριά.

21. Για όσους εξομολογούνται για πρώτη φορά θα προηγείται συζήτηση ώστε ο πιστός να καταλάβει ότι πρέπει να διαπιστώσει, να αναγνωρίσει, να μετανιώσει για τις αμαρτίες τον και μετά να έλθει να εξομολογηθεί

22. Την Μ. Εβδομάδα και τις παραμονές μεγάλων εορτών να αποφεύγω να εξομολογούμαι διότι ο πνευματικός έχει και άλλες υποχρεώσεις, Πρέπει να σκεπτόμαστε και αυτόν.

23. Τα παραπάνω γραφόμενα είναι και δίνονται για να βοηθήσουν όλους, και εμάς και εσάς αδελφοί

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ για όσο ζούμε.

Μην ξέχναμε όλοι:

Πίστη- Ελπίδα- Αγάπη- Μετάνοια- Απόφαση- Συντριβή- Δάκρυα-Υπομονή- Ανοχή- Ταπείνωση-Προσευχή- Υπακοή Στο Θέλημα Του Θεού- Ελεημοσύνη- Αυτοκριτική- Νηστεία Ψυχοσωματική Καλή
Διαχείριση Των Υλικών Και Πνευματικών Αγαθών Που Μας Δώρισε Ο Θεός – Πρότυπο Ζωής Για Τον Καθένα Ο Χριστός – Η Παναγία – Οι Άγιοι. Καλόν Παράδεισον

ΑΜΗΝ


ΠΑΙΔΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΩΣ

‘Αγαπητό μου παιδί,

Τώρα πού πρόκειται να πας για να εξομολογηθείς, σκέψου πριν πας στον εξομολόγο
μήπως έχεις κάνει κάποιο αμάρτημα από αυτά πού σού γράφουμε παρακάτω, και
υπογράμμισε τα ή βάλε ένα μικρό σημάδι για να τα προσέξεις. και να τα πεις στον
εξομολόγο. ‘Ακόμα προσευχήσου ό καλός Θεός να σε φωτίσει να θυμηθείς όλα σου τα
αμαρτήματα και να τα εξομολογηθείς με ειλικρίνεια ..


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

1. Μήπως λες ψέματα, έστω και για αστεία;
2. Μήπως τραγουδάς αισχρά τραγούδια, πού ακούς στο ραδιόφωνο;
3.Μήπως αντιμιλάς στους γονείς . διδασκάλους – μεγαλύτερους;
4. Μήπως ορκίζεσαι στο όνομα του Θεού και των Αγίων:
5. Μήπως βλασφήμησες ποτέ για τα θεία η λες: “α στο διάβολο;
6. Μήπως λες υπερήφανα λόγια για τον εαυτό σου;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΜΑΤΙΩΝ

1.Μήπως βλέπεις άσχημα έργα στην τηλεόραση;
2. Μήπως βλέπεις ακατάλληλα κινηματογραφικά έργα;
3.Μήπως διαβάζεις περιοδικά και βιβλία, πού δε σε ωφελούν;
4. Μήπως δεν διαβάζεις την Αγία Γραφή;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΑΥΤΙΩΝ

1.Μήπως σ’ αρέσει ν’ ακούς τραγούδια κοσμικά τού ραδιοφώνου;
2.Μήπως.σ’ αρέσει ν’ ακούς αισχρά λόγια οπό μεγάλους και μικρούς;
3. Μήπως ακούς να κατηγορούν τον Χριστό μας και να τον βλασφημούν και δεν
διαμαρτύρεσαι;
4. Μήπως ακούς να κατηγορούν αδίκως τούς άλλους και δεν μιλάς;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ

1.Μήπως κλέβεις ξένα πράγματα οπό το σπίτι και το σχολείο;
2.Μήπως χτυπάς τούς μικρότερους συμμαθητές και αδελφούς σου;
3. Μήπως κάνεις αισχρές χειρονομίες στον εαυτό σου και στους άλλους;
4. Μήπως δεν κάνεις το σταυρό σου καλά και ευλαβικά;
5. Μήπως μουντζώνεις τούς άλλους;


ΑΜΑΡΤΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΔΙΩΝ

1. Μήπως πηγαίνεις στα θέατρα και κινηματογράφους;
2.Μήπως πηγαίνεις στα πάρτυ και χορεύεις αμαρτωλούς χορούς;
3. Μήπως κλωτσάς τούς φίλους σου και τ’ αδέλφια σου;
4. Μήπως δεν πηγαίνεις κάθε Κυριακή στην εκκλησία και στα κατηχητικά;


ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΛΛΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

1.Μήπως δεν κάνεις κάθε μέρα την προσευχή σου;
2. Μήπως δεν υπακούς στους γονείς σου;
3. Μήπως δεν μελετάς τα μαθήματα σου;
4.Μήπως δεν τηρείς τις νηστείες πού ορίζει ή ‘Εκκλησία μας;
5. Μήπως δεν κοινωνείς συχνά τα άχραντα Μυστήρια;
6. Μήπως ντύνεσαι μασκαράς τις ‘Απόκριες;
7. Μήπως δεν κάνεις ελεημοσύνη στους πτωχούς ανθρώπους;
Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως
(ἀπό τό βιβλίο «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ» σελ.
165 ἐκδ. Παπαδημητρίου)
… Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ. Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια. Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα. Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση. Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά. Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα.

Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει. Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε:

«Παιδί μου, πολλά ἀπ’ αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς:

Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση. Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως.

Δεύτερον: Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου. Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον.

Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπαγορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό.

Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη.

Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό
ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετραπλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας. Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι».
Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν πνευματικό, τοῦ εἶπα:

«Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή; Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα; Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ; Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα. Ἀλλ’ ἀκόμη
τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ; Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου; Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».

«Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐννοῶ μέ αὐτά πού εἶπα. Κοίταξε! Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου. Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ
ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέπληξαν»

Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω. Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς:

«Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».
«Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πιστοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλοφροσύνη. Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτομερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου.

Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό. Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός

Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐτυχισμένος. Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλλίαση. Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, διά τῆς
προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπαστη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν. Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ. Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά
μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν. Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν
ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του. Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν.
Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση. Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής. Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου. Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί
γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα. Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω. Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική πεῖνα τῆς ψυχῆς μου. Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό,
ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής.

Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους. Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν. Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί
τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του.

Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη. Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του. Ἀντιθέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ. Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση. Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδιαφορίας. Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου.

Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη. Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκεπτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα. Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα. Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου. Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον;

Ὅταν ὀμιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν. Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων. Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τήv καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου. Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα. Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του.
Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆ-ταν δυνατό νά μέ ἀποτρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου.

Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον. Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐν-διαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν.

Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία. Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν. Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς. Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη, τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους. Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω
καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω; Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει. Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμποροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου. Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα. Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου. Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία.

Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου. Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου. Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν; Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου. Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς
ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφά-νεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν. Ἐγώ ὅμως;

Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμε-τωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ;

Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε! Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!». Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου. Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας: Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως. Ἡ ἔλλειψις αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος. Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς… Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας…

Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις. Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀνθρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό… Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία.