Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ ΤΟ ΗΡΩΙΚΟΝ ΤΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑ


ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ  ΤΟ ΗΡΩΙΚΟΝ ΤΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑ



Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΠΑΡΕΜΕΙΝΕ ΜΟΝΟΣ
 ΑΛΛΑ ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΚΑΙ ΜΕ ΗΡΩΙΚΟΝ ΦΡΟΝΗΜΑ

Ὁ Μέγας Βασίλειος, μόνος καί ἐγκαταλελειμένος ἀπό ὅσους γέρνουν ἐδῶ καί ἐκεῖ σάν τά καλάμια, ἀπό τούς ἔχοντας «καλαμώδη φύσιν», ὅπως τούς χαρακτηρίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης, στάθηκε ὄρθιος καί κράτησε ὄρθια καί ὀρθή τήν Ὀρθοδοξία. Ὁ αὐτοκράτορας Οὐάλης, ὁ ὁποῖος ἀκολούθησε τόν ‘Αρειανισμό, εἶχε κάμψει τούς πάντες. Διότι εὕρισκε σέ ὅλους κάποιο ἀδύνατο σημεῖο γιά νά τούς πιέζη καί νά τούς κάμνει νά πονοῦν καί νά συμβιβάζωνται. Στόν Μέγα Βασίλειο, ὅμως δέν εὕρισκε εὐπαθῆ σημεῖα, δέν μποροῦσε νά βρῆ λαβές. Ὁ διάλογος πού ἔκαμε ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ αὐτοκράτορα Μόδεστος μέ τόν Μέγα Βασίλειο εἶναι μνημεῖο παρρησίας ὀρθοδόξου Ἐπισκόπου.
- Γιά ποιό λόγο δέν ἀκολουθεῖς τήν ἴδια πίστη πού ἔχει καί ὁ βασιλιάς, ἐνῶ ὅλου οἱ ἄλλοι ὑποκλίθηκαν καί νικήθηκαν.
- Γιατί δέν τό θέλει αὐτό ὁ δικός μου βασιλιάς, νά προσκυνῶ δηλαδή ἕνα κτίσμα, ὅπως σεῖς δέχεσθε τό Χριστό.
- Καί δέν μᾶς ὑπολογίζ<εις καθόλου ἐμᾶς;Δέν θεωρεῖς σπουδαῖο πράγμα νά εἶσαι μέ τό μέρος μας;
- Δέν ἀρνοῦμαι τήν σπουδαιότητα τῆς θέσεώς σας. Δέν εἶσθε ὅμως καί ἀπό τόν Θεό ἀνώτεροι. Ὁ Χριστιανισμός  δέν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν πρόσωπα, ἀλλά τήν πίστη.
‘Ακολουθοῦν ἀπειλές γιά δήμευση, ἐξορία, καί γιά βασανιστήρια, τά ὁποῖα καί πάλιν δέν ἔκαμψαν τό ἡρωϊκόν φρόνημα τοῦ ἀσκητοῦ Ἐπισκόπου.
Τί θά δημεύσης, ἀπαντᾶ, ἀφοῦ ὅλη μου ἡ περιουσία εἶναι μερικά βιβλία καί αὐτά ἐδῶ τά εὐτελῆ τρίχινα ράσα; Ὅπου κι’ ἄν μέ στείλης ἐξορία, μοῦ εἶναι τό ἴδιο. Ὅλη ἡ γῆ ἀνήκει στόν Θεό. Πατρίδα μας ἄλλωστε εἶναι ὁ οὐρανός. Ἐπάνω στή γῆ εἴμαστε περαστικοί διαβάται. Ὅσο γιά τά βασανιστήρια, μή τά προβάλλεις, γιατί τό σῶμά μου εἶναι τόσο ἀσθενικό, ὥστε στό πρῶτο κτύπημα θά πεθάνω. Αὐτό ὅμως δέν τό φοβᾶμαι, διότι ἐκτός τοῦ ὅτι θά ἀπαλλαγῶ ἀπό τίς ταλαιπωρίες του, θά πάω καί πιό σύντομα κοντά στόν Θεό. Αὐτά ἀς τά ἀκούση καί ὁ βασιλεύς. «Ἀκουέτω ταῦτα καί βασιλεύς».
Καί ὁ ὕπαρχος Μόδεστος ἐπεσφράγισε ἐνώπιον τοῦ ἀυτοκράτορος τήν νίκη ἑνός ἁπλοῦ ‘Επισκόπου ἐναντίον ἑνός πανισχύρου αὐτοκράτορα: Ἠττήμεθα βασιλεῦ, τοῦ τῆσδε προβεβλημένου τῆς Ἐκκλησίας. Νικηθήκαμε βασιλιά ἀπό τόν Προϊστάμενο αὐτῆς τῆς ‘Εκκλησίας. 

Πέμπτη 12 Μαΐου 2016

Άγ.Βασίλειος ο Μέγας-Δεν πρέπει να δανείζουμε με τόκο

Άγ.Βασίλειος ο Μέγας

 - Δεν πρέπει να δανείζουμε με τόκο

Ομιλία εις μέρος του 14ου ψαλμού και κατά των τοκιζόντων

(Μ. Βασιλείου, Ομιλία 3η)


1. Χθες, όταν σας εξηγούσαμε τον 14ο ψαλμό, δεν επετράπη από την ώρα να φθάσουμε στο τέλος του λόγου. Τώρα δε ήλθαμε σαν ευγνώμονες οφει­λέτες για να εξοφλήσουμε τους υπόλοιπους στίχους του ψαλμού. Και αυτό που παραλείψαμε είναι μι­κρό βέβαια στο να το ακούσουμε, ώστε να φανεί έ­τσι δα, και πιθανώς στους πολλούς ακόμη θα διέφυ­γε της προσευχής, ώστε να νομισθεί ότι τίποτε δεν έχει παραλειφθεί από τον ψαλμό. Επειδή όμως κατανοήσαμε καλώς ότι η μικρή αυτή φράση έχει με­γάλη σημασία για τα βιοτικά πράγματα, ενομίσαμε ότι πρέπει να παρουσιάσουμε το χρήσιμο από την εξέταση.






Δεν πρέπει να δανείζουμε με τόκο






Υπογραμμίζοντας με τον λόγο του ο προφήτης τον τέλειο άνθρωπο, εκείνον που πρόκειται να βαδίσει την σταθερή ζωή, απαρίθμησε μεταξύ των κατορθωμάτων και το: «Να μη δανείζει τα χρήματά του με τόκο». Σε πολλά μέρη της Αγίας Γρα­φής έχει κατηγορηθεί ως αμαρτία αυτό. Και ο Ιεζε­κιήλ μεταξύ των μεγάλων κακών τοποθετεί το να λαμβάνει κανείς τόκο και πλεόνασμα (Ιεζ. 18, 8)΄ και ο νόμος κατηγορηματικώς απαγορεύει: «Δεν θα δανείσεις με τόκο τον αδελφό σου και τον πλησίον σου» (Δευτ. 23, 20). Και πάλιν λέγει: «Δόλος με δό­λο, και τόκος με τόκο» (Ιερ. 9, 6). Και για την πόλη που είναι πλούσια σε πλήθος αμαρτιών τί λέγει ο ψαλμός; «Δεν έλειψε από τις πλατείες αυτής τό­κος και δόλος» (Ψαλμ. 54, 12). Και τώρα χαρακτηριστικό της τελειοποιήσεως του ανθρώπου εθεώρησε αυτό το ίδιο ο προφήτης λέγοντας: «Τα χρήματά του δεν τα εδάνεισε με τόκο».









Ο τόκος είναι υπερβολική απανθρωπία



Διότι πράγματι είναι υπερβολική απανθρωπία ο μεν ένας να στερείται και των αναγκαίων και να ζη­τεί δάνειο για να παρηγορηθεί στην ζωή, ο δε άλλος να μην αρκείται στο κεφά­λαιο, αλλά να επινοεί από τις συμφορές του πτω­χού νέα κέρδη για τον εαυτό του και να συγκεντρώ­νει πλούτο. Και ο μεν Κύριος λοιπόν σαφέστατα μας διατάσσει λέγοντας: «Και να μη περιφρονήσεις αυτόν που θέλει να δανεισθεί από σένα χωρίς τό­κο» (Ματθ. 5, 42). Ο φιλάργυρος όμως βλέποντας κάποιον άνδρα να λυγίζει από την ανάγκη, να τον ικετεύει μπροστά στα πόδια του -ώστε τί ταπεινό να μη κάνει εμπρός του; τί να μη λέγει με τις παρακλήσεις του;- ακόμη δεν τον ελεεί.










Η περιγραφή της απάτης του τοκογλύφου




Έστω και αν κάνει πράξεις αναξιοπρεπείς, δεν υπολογίζει την φύση, δεν υποχωρεί στις ικεσίες, αλλά στέκεται ά­καμπτος και αμείλικτος΄ δεν υποχωρεί στις δεή­σεις, δεν λυγίζει στα δάκρυα, επιμένει στην άρνη­ση, και ορκίζεται και καταράται τον εαυτόν του, διότι πράγματι ευρίσκεται σε παντελή έλλειψη χρημάτων, και ερευνά και αυτός μήπως εύρει κάποιον από τους δανειστές, και βεβαιώνει με τους όρκους το ψεύδος του, αποκτώντας σαν κακό παρεμπόρευμα της κα­κίας την επιορκία. Και όταν εκείνος που ζητεί το δάνειο υπενθυμίσει τους τόκους, και ομιλήσει για υποθήκες, τότε, αφού κατεβάσει τα φρύδια του και χαμογελάσει, ίσως να θυμηθεί κάποια πατρική φι­λία, και τον αποκαλεί γνώριμο και φίλο, και λέγει: «Θα δούμε εάν έχω κάπου φυλαγμένα χρήματα. Υ­πάρχει όμως κάποια παρακαταθήκη ενός φίλου μου ανδρός, που μου την παρέδωσε για να την τοκίσω. Αλλ” εκείνος δεν ώρισε βαρείς τόκους γι” αυτό. Ε­γώ θα τους ελαττώσω κατά τι, και θα σου τα δώσω με χαμηλότερο τόκο».






Εκείνος που δεν μπορεί να εξοφλήσει τους τόκους, εκουσίως γίνεται δούλος για όλη του την ζωή





Τέτοια πλάθοντας, και με τέ­τοια λόγια θωπεύοντας και δελεάζοντας τον ταλαί­πωρο, με γραμμάτια προσδένοντάς τον, και μαζί με την φτώχεια που τον κατατυραννεί ακόμη, και α­φού αφαιρέσει επί πλέον και την ελευθερία του αν­δρός, φεύγει. Διότι εκείνος που έκαμε τον εαυτόν του υπεύθυνο σε τόκους των οποίων την πληρωμή δεν μπορεί να εξοφλήσει, έγινε δούλος με την θέλησή του σε όλη του την ζωή.






Συμπεριφορά των τοκογλύφων απέναντι στους πτωχούς



Χρήματα, πες μου, και κέρδη επιζητείς από τον πτωχό; Και εάν πλουσιότερο μπορούσε να σε αναδείξει, τί εζητούσε στις θύρες τις δικές σου; Αν και ήλθε για συμμαχία, σε ευρήκε εχθρό. Αναζητώντας φάρμακα, συνάντησε δηλητήρια. Ενώ έπρεπε να παρηγορήσεις την πτώχεια του ανθρώπου, συ πολλαπλασιάζεις την φτώ­χεια του ζητώντας να καρποφορήσει η έρημος. Οπως ακριβώς εάν κάποιος ιατρός που επήγαινε σε ασθενείς, αντί να επαναφέρει την υγεία τους, και την ελαχίστη δύναμη που τους απέμεινε αφαιρούσε, έτσι και συ τις συμφορές των πτωχών ανθρώπων τις κάνεις αφορμή κερδών. Και όπως οι γεωργοί εύχονται βροχές για να πολλαπλασιασθούν οι καρποί, έτσι και συ τις φτώχειες και τις στερήσεις των ανθρώ­πων επιζητείς, για να ενεργοποιηθούν τα χρήματά σου. Αγνοείς ότι μεγαλυτέρα προσθήκη κάνεις στις αμαρτίες, από την αύξηση που επινοείς στον πλούτο σου με τους τόκους; Και εκείνος που ζητεί το δάνειο, ευρισκόμενος εν μέσω αμηχανίας, όταν μεν βλέπει την πενία, απογοητεύεται για την πλη­ρωμή, όταν δε σκεφθεί την παρούσα ανάγκη, κατατολμά το δάνειο. Επειτα, ο μεν ένας ενικήθη διότι υπέκυψε στην ανάγκη΄ ο δε άλλος αναχωρεί αφού εξασφάλισε τον εαυτόν του με γραμμάτια και εγγυ­ήσεις.






Η ζωή του δανειολήπτη είναι αγωνιώδης





2.



Αφού δε έλαβε τα χρήματα, την μεν πρώτη ημέρα είναι λαμπρός και περιχαρής, με ξένη λαμ­πρότητα επιχρισμένος, φανερώνοντας την αλλαγή της ζωής του. Δηλαδή το τραπέζι είναι γεμάτο, το ένδυμα πολυτελέστερο΄ δούλοι με αλλαγμένη την εμφάνιση προς το λαμπρότερο, κόλακες, συμποσια­στές, αμέτρητοι των σπιτιών κηφήνες. Καθώς δε τα μεν χρήματα φεύγουν σιγά σιγά, ο δε χρόνος προ­χωρώντας αυξάνει στον εαυτόν του τους τόκους, τότε δεν του φέρουν ανάπαυση οι νύκτες, δεν είναι λαμπρή η ημέρα, δεν είναι ο ήλιος ευχάριστος, αλ­λά δυσχεραίνει την ζωή΄ μισεί τις ημέρες, διότι τον αναγκάζουν προς την προθεσμία΄ φοβάται τους μή­νες, διότι είναι πατέρες των τόκων. Και, αν κοιμά­ται, βλέπει στον ύπνο του τον δανειστή να στέκεται επάνω στο κεφάλι του σαν κακό όνειρο΄ αν είναι ξύπνιος, έννοια σ” αυτόν και φροντίδα είναι ο τό­κος. «Οταν ο δανειστής», λέγει, «και ο χρεωφειλέτης συναντήθηκαν μεταξύ τους, επίσκεψη και των δύο κάνει ο Κύριος» (Παροιμ. 29, 13). Ο μεν όπως ο σκύλος τρέχει στο θήραμα΄ ο δε όπως σαν έτοιμο θήραμα φοβείται την συνάντηση. Διότι η φτώχεια του αφαιρεί το θάρρος. Η απόφαση και των δύο εί­ναι στα δάκτυλα΄ ο μεν ένας χαίρεται για την αύξη­ση των τόκων, ο δε άλλος στενάζει για την προσθήκη των συμφορών. «Πίνε ύδατα από τα δικά σου αγγεία» (Παροιμ. 5, 15)΄ δηλαδή, τις δικές σου αφορμές να εξετάζεις, να μη βαδίζεις σε ξένες πηγές, αλλά από τα δικά σου λιβάδια να μαζεύεις για τον εαυτόν σου τις πα­ρηγορίες της ζωής. Εχεις χαλκώματα, ένδυμα, ζώο, σκεύη διάφορα; Αυτά να αποδώσεις. Ολα να προτιμήσεις να τα χάσεις εκτός από την ελευθερία. «Αλλά ντρέπομαι αυτά να τα βγάλω στην δημοπρα­σία», λέγει. Γιατί λοιπόν; Διότι ύστερα από λίγο άλλος θα μεταφέρει αυτά, και θα σου τα ξεγράψει, και εμπρός στα μάτια σου θα τα διαθέσει σε φθηνή τιμή; Μη βαδίζεις σε ξένες θύρες. «Διότι πράγματι είναι στενό το ξένο πηγάδι» (Παροιμ. 23, 27). Είναι καλύτερα να παρηγορεί κανείς την ανάγκη του λίγο-λίγο με διάφορες επινοήσεις, παρά αφού υψωθεί με μιας με τα ξένα, ύστερα να απογυμνωθεί από όλα τα υπάρχοντά του.






Το δάνειο είναι η αρχή του ψεύδους και των συναφών κακών



Εάν μεν λοιπόν έχεις για να τα αποδώσεις, γιατί δεν τερματίζεις την παρούσα ανάγκη με αυτά που έχεις; Εάν δε δεν μπορείς να εξοφλήσεις το χρέος σου, θεραπεύεις το κακό με το κακό. Να μη δεχθείς να σε πολιορκήσει ο δανειστής. Να μην ανεχθείς να σε α­ναζητούν και να σε ανιχνεύουν σαν κάποιο άλλο θήραμα. Αρχή ψεύδους είναι το δάνειο΄ είναι α­φορμή αχαριστίας, αγνωμοσύνης, επιορκίας. Αλλα τα λόγια του δανειζομένου και άλλα του δανειστή. «Είθε να μη σε συναντούσα τότε΄ θα εύρισκα πλέ­ον τον τρόπο για να απαλλαγώ από την ανάγκη. Και χωρίς να θέλω μου έβαλες τα χρήματα στο χέ­ρι; Ο χρυσός σου ήταν νοθευμένος με χαλκό, και το νόμισμά σου κίβδηλο». Είτε λοιπόν φίλος είναι ο δανειστής, μη ζημιώσεις την φιλία του΄ είτε είναι εχθρός, μη γίνεις υποχείριος του εχθρού. Αφού καυχηθείς λίγο με τα ξένα, ύστερα θα χάσεις και τα πατρικά. Πτωχός είσαι τώρα, αλλά ελεύθερος. Με το να δανεισθείς δε, ούτε θα πλουτήσεις, και η ε­λευθερία σου θα αφαιρεθεί. Δούλος του δανειστού είναι αυτός που εδανείσθηκε, και δούλος μισθωτός που φέρει την υπηρεσία του σε πέρας κατ” ανάγ­κην. Τα σκυλιά όταν λαμβάνουν την τροφή εξημε­ρώνονται΄ ο δε δανειστής λαμβάνοντας τα δανεικά ερεθίζεται περισσότερο. Διότι δεν σταματά να γαυγίζει, αλλά ζητεί ακόμη περισσότερο. Εάν ορκίζε­σαι, δεν πιστεύει΄ εξετάζει βαθύτερα, περιεργάζεται τις συναλλαγές σου. Εάν βγεις από το δωμάτιο, σε τραβά προς τον εαυτόν του και σε παρασύρει μαζί του. Εάν κρύψεις τον εαυτόν σου μέσα, στέκεται έ­ξω από την οικία σου, και σου κτυπά την θύρα. Εμπρός στην σύζυγό σου σε κατεντροπιάζει, στους φίλους σε υβρίζει, στις αγορές σε πιέζει΄ κακό συνάντημα στην εορτή. Σου κάνει τον βίο αβίωτο. «Αλ­λά είναι μεγάλη», λέγει, «η ανάγκη, και δεν υπάρ­χει κανένας άλλος πόρος χρημάτων».






Το δάνειο είναι μικρή αναβολή της αμηχανίας



Ποιο είναι το όφελος, αν ξεπεράσεις την σημερινή ημέρα; Διότι πάλιν θα έλθει η φτώχεια σαν καλός δρομέας (Παροιμ. 24, 34), και η ίδια ανάγκη θα παρουσιασθεί με προσθήκη. Διότι το δάνειο δεν σου φέρει παντελή απαλλαγή, αλλά σου παρέχει μικρά αναβολή της αμηχα­νίας σου.






Το δάνειο στον πτωχό με τον τόκο αυξάνει την πτώχεια



Ας υποφέρουμε σήμερα τις δυσκολίες της στερήσεως, και να μη τις φορτώσουμε στην αυριανή ημέρα. Αν δεν δανεισθείς, θα είσαι το ίδιο πτωχός και σήμερα και στο μέλλον εάν δανεισθείς, θα βασανίζεσαι σκληρότερα, διότι ο τόκος θα σου αυξήσει περισσότερο την φτώχεια. Και τώρα μεν κανείς δεν σε κατηγορεί που είσαι πτω­χός, διότι το κακό είναι αθέλητο. Εάν δε γίνεις υπεύθυνος για τόκους, δεν υπάρχει κανείς που δεν θα σε κατηγορήσει για την απερισκεψία σου.






Εκείνος που εμπιστεύεται στις αβέβαιες ελπίδες έχει νηπιώδη νου





3. Μη λοιπόν επισύρουμε κοντά στα αθέλητα κακά ακόμη και άλλο θεληματικό κακό από την απερισκεψία μας. Είναι νηπίου νου να μη φροντίζει για τον εαυτόν του από εκείνα που διαθέτει τώρα, αλλά να εμπι­στεύεται σε αβέβαιες ελπίδες και να τολμά μια φα­νερή βλάβη και αναντίρρητη. Ηδη σκέψου από που θα πληρώσεις το χρέος. Από εκείνα που παίρ­νεις; Αλλ” αυτά δεν αρκούν και για τις ανάγκες σου και για την εξόφληση. Εάν δε μάλιστα υπολο­γίσεις και τους τόκους, από που θα πολλαπλασια­σθούν τα χρήματα σε τόσο μεγάλο ποσόν, ώστε και να υπηρετήσουν την δική σου ανάγκη, και να εξο­φλήσεις το κεφάλαιο, επί πλέον δε να γεννούν και τόκους; Αλλά δεν θα εξοφλήσεις το δάνειο από ε­κείνα που παίρνεις. Από άλλους πόρους, λοιπόν; Ας περιμένουμε λοιπόν εκείνες τις ελπίδες, και ας μη πάμε, όπως τα ψάρια, στο δόλωμα. Οπως δηλα­δή εκείνα μαζί με την τροφή καταπίνουν και το αγ­κίστρι, έτσι και εμείς για τα χρήματα αγκιστρωνό­μαστε με τους τόκους. Δεν προξενεί καμμιά αισχύ­νη η φτώχεια. Γιατί λοιπόν να προσθέτουμε στους εαυτούς μας τους ονειδισμούς εξ αιτίας του χρέους μας; Κανείς δεν θεραπεύει τα τραύματα με το τραύ­μα, ούτε ιατρεύει το κακό με το κακό, ούτε επανορθώνεται η φτώχεια με τους τόκους.






Οι πτωχοί δεν έχουν το άγχος των πλουσίων



Πλούσιος είσαι; Μη δανείζεσαι. Πτωχός είσαι; Μη δανεί­ζεσαι. Διότι εάν είσαι εύπορος, δεν έχεις ανάγκη από δάνειο. Εάν τίποτε δεν έχεις, δεν θα εξοφλήσεις το δάνειο. Να μη σκέπτεσαι με υστεροβουλία, μήπως τότε μακαρίσεις τις ημέρες πριν από το δάνειο. Σε ένα πράγμα διαφέρουμε οι πτωχοί από τους πλουσίους: στην ξεγνοιασιά. Τους κοροϊδεύομε, ό­ταν αγρυπνούν, ενώ οι ίδιοι κοιμώμαστε΄ και ενώ αυτοί συμπλέκονται πάντοτε και μεριμνούν και φροντίζουν, εμείς είμεθα αμέριμνοι και ήσυχοι.






Το άγχος των πλουσίων μεταδίδεται και στον χρεοφειλέτη



Ε­κείνος λοιπόν που χρεωστεί, και πτωχός είναι και πολλές φροντίδες έχει. Άυπνος είναι την νύκτα, άυπνος την ημέρα, σκεπτικός πάντοτε΄ τώρα μεν κάνει εκτίμηση της ιδικής του περιουσίας, συγχρό­νως δε εκτιμά τις πολυτελείς οικίες και τους α­γρούς των πλουσίων, τα ενδύματα αυτών που συναντά, τα σκεύη αυτών που τρώγουν. «Εάν αυτάήταν δικά μου», λέγει, «θα τα επωλούσα τόσο και τόσο, και θα είχα απαλ­λαγεί από τον τόκο». Αυτές οι σκέψεις και κατά την νύκτα ενεδρεύουν στην καρδιά του, και κατά την ημέρα έχουν καταλάβει τον νου του. Εάν την θύρα κτυπήσεις, ο χρεωφειλέτης κρύπτεται κάτω από την κλίνη. Μπήκε κάποιος ξαφνικά μέσα; Η καρδιά του εκτύπησε δυνατά. Γαυγίζει ο σκύλος; Αυτός περιλούεται από τον ιδρώτα, και καταλαμβά­νεται από αγωνία, και παρατηρεί μετά προσοχής από που να φύγει. Οταν πλησιάζει η προθεσμία, μεριμνά τι ψεύδη να πει, ποια δικαιολογία να πλάσει, για να αποφύγει τον δανειστή. Να μη σκέπτεσαι μόνον τον εαυτόν σου όταν δανείζεσαι, αλλά και τον δανειστή. Γιατί συνδέεις τον εαυτόν σου με θη­ρίο που γεννά πολλά νεογνά (Δηλ. με τον τόκο. Η λέξη «τόκος» σημαίνει «γέννα», «νεογνό». Τον παρομοιάζει ο Μ. Βασίλειος με πολύτοκο θηρίο); Λέγουν ότι οι λαγοί και γεννούν συγχρόνως και τρέφουν και κυοφο­ρούν (Αυτά λέγονται από τον αρχαίο Αιλιανό στο έργο τουΠερί ζώων, 13, 12). Και στους τοκογλύφους τα χρήματα συγ­χρόνως δανείζονται και γεννούν και βλαστάνουν νέα. Διότι ακόμη δεν τα επήρες στα χέρια σου, και σου εζητήθηκε ο τόκος του παρόντος μηνός.






Ο τόκος του δανείου γεννά πόνους και λύπες



Και αυτό, πάλιν, το δανεισθέν ποσό, άλλο κακό ανέθρε­ψε, και εκείνο άλλο, και το κακό συνεχίζεται επ” ά­πειρον. Για τούτο, και το είδος αυτό της πλεονε­ξίας έλαβε την ονομασία αυτή. Διότι τόκος, καθώς νομίζω, ονομάσθηκε για την μεγάλη γονιμότητα του κακού. Από που λοιπόν αλλού; Η ίσως τόκος λέγεται για τους πόνους και τις λύπες που εκ φύσεως προξενεί στις ψυχές αυτών που εδανείσθηκαν. Διότι όπως ο πόνος του τοκετού στην γυναίκα, έτσι παρουσιάζεται η προθεσμία στον χρεωφειλέτη. Τόκος επάνω στον τόκο είναι πονηρό γέννημα πονηρών γονέων. Αυτά ας λέγονται γεννή­ματα εχιδνών, τα γεννήματα των τόκων. Λέγουν ότι οι έχιδνες γεννώνται αφού καταφάγουν την κοιλιά της μητέρας (Αυτά λέγονται από τον αρχαίο Αιλιανό στο έργο του Περί ζώων, 1, 24) των. Και οι τόκοι παύουν να γεννούν αφού καταφάγουν τις οικίες των χρεωφειλετών.






Τα ζώα, όταν γεράσουν, δεν γεννούν. Τα χρήματα όμως των δανειστών, και τα παλαιά και τα νέα, γεννούν



Τα σπέρματα με τον καιρό φυτρώνουν, και τα ζώα μετά από χρόνο γεννώνται΄ ο τόκος όμως σήμερα γεννάται, και σήμερα αρχίζει να γεννά. Οσα από τα ζώα γεννούν γρήγορα, γρήγορα παύουν να γεννούν΄ τα δε χρήματα, ενώ αρχίζουν γρήγορα να αυξάνουν, α­τελείωτη έχουν την αύξηση. Καθένα από τα ζώα που μεγαλώνει, όταν φθάσει στο δικό του μέγεθος, σταματά την αύξηση΄ τα δε χρήματα των πλεονεκτών αυξάνονται με την πάροδο του χρόνου. Τα ζώα, όταν τα παιδιά τους γίνουν ικανά να γεννούν, αυτά σταματούν να γεννούν΄ τα χρήματα όμως των δανειστών και τα νέα γεννούν, και τα παλαιά γίνον­ται νέα. Εσύ λοιπόν να μη λάβεις πείρα του παρα­δόξου αυτού θηρίου.






Προτιμότερο να ζητιανεύεις, παρά να μην επιστρέφεις τα χρήματα





4.



Ελεύθερος βλέπεις τον ήλιο. Γιατί φθονείς την ελευθερία της ζωής σου; Κανένας πυγμάχος δεν αποφεύγει τόσον τα κτυπήματα του αντιπάλου του, όσον ο χρεωφειλέτης τις συναντήσεις του δανειστή, κρύπτοντας την κεφαλή στην σκιά των κιόνων και των τοίχων. «Πώς λοιπόν θα ζήσω;», λέγει; Εχεις χέρια, έχεις τέχνη. Δούλευε με μισθό, να υπηρετείς. Πολλές επινοή­σεις υπάρχουν στην ζωή, πολλές ευκαιρίες. Αλλά δεν μπορείς να εργασθείς; Ζητιάνευε από εκείνους που έχουν. Είναι εντροπή να ζητιανεύεις; Βεβαίως, αλλά αισχρότερο είναι να μην επιστρέφεις το δα­νεικό.






Η εργατικότητα των μυρμηγκιών και των μελισσών



Πάντως αυτά τα λέγω χωρίς να νομοθετώ, αλλά υποδεικνύω ότι όλα σου είναι πιο υποφερτά από το δάνειο. Το μεν μυρμήγκι μπορεί να διατρέφεται χωρίς να ζητια­νεύει, μήτε να δανείζεται΄ και η μέλισσα τα υπόλοιπα από την δική της τροφή τα χαρίζει στους βασιλείς (Εννοεί τις βασίλισσες των μελισσών), στους οποίους ούτε χέρια, ούτε τέχνες έδωσε η φύση. Συ δε, το εφευρετικό ζώο, ο άνθρωπος, μια από όλες τις τέχνες δεν θα βρεις για να ζήσεις; Καίτοι βλέπουμε όχι αυτούς που στερούνται των αναγκαίων να έρχονται στο δά­νειο (διότι δεν τους έχουν εμπιστοσύνη), αλλά δανείζονται άνθρωποι που επιδίδονται σε άσωτες δαπάνες και ανωφελείς πολυτέλειες, οι οποίοι έγιναν δούλοι των γυναικείων ηδυπαθειών. «Εγώ», λέγει, «θέλω ένδυμα πολυτελές και χρυσαφικά, τα παιδιά στολισμένα με ευπρεπή ενδύματα, αλλά και οι δούλοι με λαμπρές και ποικίλες στολές, το τραπέζι μας πλούσιο». Αυτός που υπηρετεί τέτοιες απαιτήσεις της γυναίκας έρχεται στον τραπεζίτη, και, προτού χρησιμοποιήσει αυτά που έλαβε, αλλάζει τον έναν κύριο κατόπιν του άλλου, και αλλάζοντας πάντοτε τους δανειστές, με την συνέχεια του κακού αποφεύ­γει τον έλεγχο της φτώχειας. Και, όπως ακριβώς ε­κείνοι που πάσχουν από υδρωπικία δίδουν την εν­τύπωση της πολυσαρκίας, έτσι και αυτός φαντάζε­ται ότι έχει περιουσία, πάντοτε παίρνοντας, και πάντοτε δίνοντας, και με τα δεύτερα εξοφλώντας ε­κείνα που έληξαν, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη στον εαυτόν του για να λαμβάνει δάνεια εξ αιτίας της συνεχείας του κακού.






Τι παθαίνουν αυτοί που δανείζονται συνεχώς



Επειτα, όπως εκείνοι που πάσχουν από χολέρα ξερνούν ό,τι έφαγαν προηγουμένως, και πριν καθαρισθούν εντελώς, α­φού λάβουν δευτέρα τροφή, πάλιν ξερνούν με πόνο και σπαραγμούς, έτσι και αυτοί παίρνοντας τόκους από τους τόκους, και πριν να εξοφλήσουν τα πρώτα, οδηγούνται σε δεύ­τερο δάνειο, καμαρώνοντας λίγο χρόνο με τα ξένα, και ύστερα θρηνούν τα δικά τους. Ω, πόσους κατέστρεψαν τα ξένα χρήματα! Πόσοι αφού επλούτισαν στο όνειρο, απήλαυσαν υπερβολικώς την δυστυχία! Αλλά λέγει ότι πολλοί επλούτησαν από τα δάνεια. Περισσότεροι δε, νομί­ζω, ότι επλησίασαν τους βρόγχους. Συ όμως αυτούς που επλούτησαν βλέπεις, τους δε κρεμασμένους δεν μετράς, οι οποίοι μη υποφέροντας την αισχύνη να τους ζητούν τα χρέη, επροτίμησαν «τον δια της αγ­χόνης θάνατον» από το να ζουν με εντροπή. Εγώ είδα ελεεινό θέαμα, παιδιά ελεύθερα να σύρονται για να πωληθούν προς εξόφληση των πατρικών χρεών. Δεν έχεις χρήματα για να αφήσεις στα παι­διά σου; Μη αφαιρείς την ευγένειά τους. Τούτο το ένα διατήρησε σ” αυτά, δηλαδή το κτήμα της ελευ­θερίας, την παρακαταθήκη που παρέλαβες από τους γονείς σου. Κανείς δεν εκλήθηκε στα δικαστήρια για την φτώχεια του πατέρα του΄ χρέος όμως πατρι­κό οδηγεί στην φυλακή. Μην αφήσεις γραμμάτιο, που σαν κατάρα πατρική φθάνει μέχρι τα παιδιά και τα εγγόνια.

«Ο ελεών τον πτωχό δανείζει τον Θεό»



5. Ακούετε, οι πλούσιοι, ποιες συμβουλές δίδουμε στους πτωχούς, εξ αιτίας της δικής σας απαν­θρωπιάς΄ καλύτερα να υπομένουν τις δυσκολίες, πα­ρά να δέχονται τις συμφορές που δημιουργούν οι τόκοι. Εάν όμως υπακούατε στον Κύριο, ποιά η α­νάγκη των λόγων αυτών; Ποιά λοιπόν είναι η συμβουλή του Δεσπότη; «Να δανείζετε αυτούς από τους οποίους δεν ελπίζετε να λάβετε πίσω τα δανεισθέντα» (Λουκ. 6, 34). «Και ποιό», λέγει, «δάνειο είναι αυτό με το οποίο δεν συνδέεται η ελπίδα της επιστροφής;». Κατανόησε την δύναμη του ρητού, και θα θαυμάσεις την φιλανθρωπία του νομοθέτη. Οταν πρόκειται να δώσεις χρήματα στον πτωχό για τον Κύριο, το ίδιο είναι και δώρο και δάνεισμα΄ δώρο μεν, διότι δεν ελπίζεις στην επιστροφή΄ δάνεισμα δε, για την μεγαλοδωρεά του Δεσπότη, που θα πληρώσει το χρέος αντί για εκείνον΄ αυτός, ενώ έλαβε λίγα διαμέσου του πτωχού, θα σου απο­δώσει πολλά αντί για τα λίγα. Διότι «ο ελεών τον πτωχό, δανείζει τον Θεό» (Παροιμ. 19, 17). Δεν θέλεις να έχεις για τον εαυτόν σου υ­πόλογο τον Δεσπότη των πάντων για την εξόφλη­ση; Η εάν κάποιος μεν από τους πλουσίους της πόλεως σου εγγυηθεί την εξόφληση γι” άλλους, δέ­χεσαι την εγγύησή του;










Απόλυτος εγγυητής είναι ο Κύριος, και όχι ο πλούσιος




Τον δε Θεό, που πληρώνει πλουσιοπαρόχως για τους πτωχούς, δεν τον δέχε­σαι για εγγυητή; Δώσε το χρήμα σου που κάθεται άχρηστο, χωρίς να το επιβαρύνεις με τους τόκους, και θα είναι ωφέλιμο και για τους δύο. Διότι εσύ θα έχεις ασφαλισμένο το χρήμα σου. Εκείνος δε που το παίρνει, κέρδος θα έχει από την χρησιμοποίησή του. Εάν δε ζητείς και τόκους, να αρκεσθείς στα λόγια του Κυρίου. Αυτός θα σου πληρώσει τους τό­κους για τους πτωχούς. Από τον πράγματι φιλάν­θρωπο (Κύριο) να περιμένεις την φιλανθρωπία.






Η τακτική των τοκογλύφων, που θεωρούν τα κέρδη τους ως φιλανθρωπία, αλλ” είναι μισανθρωπία








Διότι όσα παίρνεις, αυτά δεν υστερούν καθόλου σε υπερβολική μισανθρωπία. Από τις συμφορές κερδίζεις, από τα δάκρυα εισπράττεις χρήματα, τον γυμνό πιέζεις, τον πεινα­σμένο κτυπάς. Ευσπλαγχνία πουθενά΄ καμμία σκέ­ψη ότι είσθε συγγενείς με τον πτωχό που υποφέρει, και τα κέρδη που μαζεύεις μ” αυτόν τον τρόπο τα ο­νομάζεις φιλάνθρωπα «Αλίμονο οι λέγοντες το πι­κρό γλυκύ, και το γλυκύ πικρό» (Ησ. 5, 20), και οι ονομάζοντες την μισανθρωπία φιλανθρωπία. Ούτε τα αινίγματα ήταν τέτοια που επρότεινε ο Σαμψών στους συμποσιαστές του: «Απ” αυτόν που έτρωγε ε­βγήκε φαγητό, και από τον ισχυρό εβγήκε γλυκύ» (Κριτ. 14, 14). Και από μισάνθρωπο βγήκε φιλαν­θρωπία. «Δεν μαζεύουν από τα αγκάθια σταφύλια, ούτε από τα τριβόλια σύκα», ούτε από τους τόκους φιλανθρωπία. «Κάθε δένδρο άχρηστο παράγει καρ­πούς επιβλαβείς ή άχρηστους» (Ματθ. 7, 16-17). Μερικοί είναι εκατοστολόγοι (Τελώνες που μαζεύουν το 1/100, την εκατοστή) και δεκατηλόγοι (Τελώνες που μαζεύουν το 1/10, την δεκάτη) -φοβερά ονόματα και να ακουσθούν-, μηνιαίοι ει­σπράκτορες των τόκων, που επιτίθενται κατά των πτωχών, όπως ακριβώς οι δαίμονες, που κάνουν τις επιληψίες στις περιόδους (φάσεις) της σελήνης (Οπότε παρατηρείται το φαινόμενο της επιληψίας). Το κάνουν αυτό οι δαίμονες γιατί θέλουν να βλασφημούν κατά του Θεού ότι τα κακά προέρχονται από τα δημιουργήματα του Θεού, όπως είναι η σελήνη και οι αστέρες. Αυτή είναι η δοξασία των αστρολόγων, μάγων, σατανιστών κλπ. ακόμη και σήμερα. Το δάνειο αυτό είναι αισχρό και για τους δύο, και σ” αυτόν που δίδει, και σ” αυτόν που παίρνει, διότι στον ένα φέρει ζημιά στα χρήμα­τα, στον άλλον στην ψυχή του. Ο γεωργός, όταν πάρει τον στάχυν, δεν ερευνά πάλιν για τον σπόρο που είναι στη ρίζα, συ όμως, και τους καρπούς έχεις, και δεν αποχωρίζεσαι από τα παλαιά. Χωρίς γη φυτεύεις΄ χωρίς να σπείρεις θερίζεις. Αγνωστο για ποιόν τα συγκεντρώνεις. Εκείνος μεν που κλαίει για τους τόκους είναι φανερός μπροστά μας΄ εκεί­νος δε που πρόκειται να απολαύσει τον πλούτο από τους τόκους, είναι αβέβαιος. Διότι είναι άγνωστο το κακό που εθησαύρισες με την αδικία. Αυτόν τον πλούτο να τον χαρίσεις στους άλλους. «Μήτε λοιπόν να περιφρονήσεις αυτόν να δανει­σθεί από σένα» (Ματθ. 5, 42) και «τα χρήματά σου να μη τα δώσεις με τόκο» (Ψαλμ. 14, 5), ώστε, α­φού διδαχθείς το πνευματικό σου συμφέρον από την Παλαιά και την Νέα Διαθήκη, με αγαθή την ελπίδα να απέλθεις προς τον Κύριο, για να λάβεις εκεί τους τόκους των αγαθών έργων, στον Χριστόν Ιησού τον Κύριό μας, στον οποίον ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

ΔΙΑΤΙ ΠΑΙΔΕΥΟΜΕΘΑ



Οικονομική Κρίση: Ας μάθουμε λοιπόν γιατί ο Θεός μας δίνει αυτά τα χτυπήματα…


Ας μάθωμεν λοιπόν ότι ο Θεός μας δίδει αυτά τα χτυπήματα, διότι απεμακρύνθημεν από αυτόν και αμελήσαμεν. Δεν επιδιώκει να μας συντρίψη, αλλά φροντίζει να μας διορθώση, όπως κάμνουν οι καλοί από τους πα­τέρες και αυτοί που φροντίζουν δια τα τέκνα, οι οποίοι θυμώνουν εναντίον των νέων και εξοργίζονται, όχι διότι θέλουν να τους κα­κοποιήσουν, αλλά δια να τους οδηγήσουν από την νηπιώδη αδιαφορίαν και τα αμαρτήματα της νεότητος εις την επιμέλειαν.
 Κυττάτε λοιπόν πως η πληθώρα των ιδικών μας αμαρτημάτων έβγαλε και τας εποχάς από την ιδίαν των την φύσιν και ήλλαξε τα είδη των καιρών εις αλλόκοτα ανακατώματα. Ο χειμών δεν είχε την συνήθη υγρασίαν μαζί με την ξηρασίαν, αλλά όλην την υγρασίαν την έκαμε παγωνιάν και την απεξήρανε και επέρασε χωρίς χιόνια και βροχάς. Η άνοιξις πάλιν έδειξε μεν το ένα μέρος από τα χαρακτηριστικά της, εννοώ την θερ­μότητα, δεν είχεν όμως την βροχεράν περίοδον. Ζέστη δε και παγωνιά παραδόξως υπερέβησαν τα φυσικά όρια και αδίκως συνεφώνησαν εις το να μας βλάψουν και εξαποστέλλουν από τον βίον και την ζωήν τους ανθρώπους. Ποία λοιπόν είναι η αιτία της αταξίας και της συγχύσεως; Από που προέρχεται αυτός ο νεωτερισμός των καιρών; Ως άνθρωποι μυαλωμένοι ας ερευνήσωμεν ως λογικοί ας συλλογισθούμεν. Μήπως ο κυβερνήτης του σύμπαντος δεν υπάρχει; Μήπως ο αριστο­τέχνης Θεός εξέχασε την πρόνοιάν του; Μήπως έχασε την εξουσίαν και την δύναμιν; Ή κατέχει μεν την ιδίαν δύναμιν και δεν απώλεσε την εξουσίαν, παρεφέρθη δε εις σκληρότητα και μετέβαλεν εις μισανθρωπίαν την υπερβολικήν αγαθότητα και την κηδεμονίαν του προς ημάς; Σώφρων άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να το ειπή.
 Αλλ’ είναι ολοφάνερα τα αίτια λόγω των οποίων δεν κυβερνώμεθα. Ενώ ημείς λαμβάνομεν, δεν δίδομεν εις άλλους. Ενώ επαινούμεν την ευεργεσίαν, την απο­στερούμεν από εκείνους που την χρειάζονται. Ενώ είμεθα δού­λοι και ελευθερωνόμεθα, δεν ευσπλαγχνιζόμεθα τους συνδούλους μας. Ενώ πεινώμεν και τρεφόμεθα, περιφρονούμεν τον ενδεή. Ενώ έχομεν Θεόν, ανενδεή χορηγόν και ταμίαν, έχομεν γίνει σφιχτοχέρηδες και αμέτοχοι εις τας ανάγκας των πτωχών. Τα πρόβατά μας είναι γόνιμα και όμως οι γυμνοί είναι περισ­σότεροι από τα πρόβατα. Αι αποθήκαι από το πλήθος των αποθηκευμένων αγαθών στενοχωρούνται και ημείς δεν ελεούμεν αυτόν που στενάζει. Δια τούτο η δικαία κρίσις μας απει­λεί. Δια τούτο και ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι του, διότι ημείς απεκλείσαμεν την φιλαδελφίαν. Δια τούτο τα χωράφια είναι ξηρά, διότι η αγάπη επάγωσεν.
        Η φωνή αυτών που κάμνουν λιτανείαν εις τα χαμένα βοά και διασκορπίζεται εις τον αέρα. Διότι ούτε ημείς ηκούσαμεν αυτούς που εζητούσαν από ημάς. Οποία δε η προσευχή μας και η δέησις; Οι άνδρες, πλην ολίγων, ασχολείσθε με το εμπόριον και αι γυναίκες τους υπηρετείτε εις την εργασίαν του μαμωνά. Ολίγοι είναι μαζί μου και με την προσευχήν, και αυτοί αισθάνονται ζάλην, χασμωριούνται, συνεχώς γυ­ρίζουν και παρακολουθούν πότε θα τελειώση ο ψάλτης τους στίχους, πότε θα απολυθούν από την εκκλησίαν, ωσάν από φυλακήν και από την ανάγκην της προσευχής. Και μάλιστα τα παιδιά, οι μικροί αυτοί που άφησαν τα βιβλία των εις τα σχολεία και συμπροσεύχονται μαζί μας, περιτριγυρίζουν το πράγμα μάλλον ωσάν ευκολίαν και διασκέδασιν και μεταβάλλουν την λύπην μας εις εορτήν, διότι απαλλάσσονται δί ολίγον από την φορτικότητα του διδασκάλου και την φρον­τίδα των μαθημάτων…
ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ  ΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΝ ΠΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΞΗΡΑΣΙΑΣ
(ΕΝ ΛΙΜΩ ΚΑΙ ΛΥΧΜΩ)
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ



ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ:ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΝ ΠΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΞΗΡΑΣΙΑΣ


ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ ΕΚΦΩΝΗΘΕΙΣΑ
 ΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΝ ΠΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΞΗΡΑΣΙΑΣ
(ΕΝ ΛΙΜΩ ΚΑΙ ΑΥΧΜΩ)

  
      «Όταν ο λέων βρυχηθή, ποίος δεν θα φοβηθή; Όταν Κύριος ο Θεός ομιλή, ποίος δεν θα προφητεύση;» . Ας αρχίσωμεν τον λόγον μας με τα προφητικά λόγια και ας πάρωμεν συνεργόν εις την ανάγκην των προκειμένων, δηλαδή τώρα που εκθέτομεν και την σκέψιν και την γνώμην δια αυτά που είναι συμφέροντα, τον θεοφόρον Αμώς, ο οποίος εθεράπευσε συμφοράς, όμοιας με τα κακά που υπερβολικά ενοχλούν ημάς. Διότι και ο προφήτης αυτός, κατά την διαδρομήν των παλαιο­τέρων χρόνων, όταν ο λαός είχεν εγκαταλείψει την πατρικήν ευσέβειαν και είχε καταπατήσει την ακρίβειαν των νόμων και είχε ξεγλυστρίσει εις την λατρείαν των ειδώλων, εκήρυξε την μετάνοιαν, με το να συμβουλεύη την επιστροφήν και με το να εξαγγέλλη την απειλήν των τιμωριών.
 Εγώ δε μακάρι να επω­φεληθώ μέχρι ενός σημείου από τον ζήλον της παλαιάς ιστορίας, όχι όμως και το να ιδώ επί πλέον να ακολουθή η έκβασις των τότε γεγονότων. Αφού δηλαδή ο λαός απείθησε και ωσάν άγριον και δυσυπότακτον πουλάρι εδάγκασε τα χαλινάρια, δεν ωδηγήθη προς το συμφέρον αλλά αφού εξέφυγεν από τον ίσιον δρόμον, έτρεξε τόσον πολύ άτακτα και εξηγριώθη εναν­τίον του καβαλλάρη μέχρι του σημείου να πέση εις τα βάραθρα και τους κρημνούς και να υποστή πανωλεθρίαν, αξίαν προς την ανυπακοήν του. Αυτό μακάρι να μη συμβή τώρα εις ημάς, παιδιά μου, «που σας εγέννησα δια του Ευαγγελίου» και σας εσπαργάνωσα δια της ευλογίας των χεριών μου. Αλλ’ ας υπάρχη αγαθή ακοή, ψυχή πρόθυμος, που να δέχεται απα­λά τας συμβουλάς, να υποχωρή εις τον ομιλητήν, όπως το κηρί εις τον σφραγιστήν, δια να λάβω και εγώ με μίαν τέτοιαν επιμέλειαν, γλυκύν καρπόν από τους κόπους και εσείς να επαινέ­σετε την συμβουλήν που γίνεται, όταν θα έχωμεν απαλλαγή από τας συμφοράς. Ποίον λοιπόν είναι αυτό που επισημαίνει μεν ο λόγος, αλλά κρατεί ακόμη εις αβεβαιότητα τας ψυχάς, με την ελπίδα να το ακούσουν, διότι βραδύνει να ανακοίνωση το αναμενόμενον;
       2. Βλέπομεν, αδελφοί, τον ουρανόν ερμητικά κλειστόν, γυμνόν και ανέφελον, να κάμνη μισητήν αυτήν την αιθρία και να προκαλή λύπην με την καθαρότητα, την οποίαν πάρα πολύ επεθυμούσαμεν προηγουμένως, όταν κάποτε, αφού εσκεπάσθη δια πολύν καιρόν με τα σύννεφα, μας έκαμε σκοτεινούς και ανηλίους. Και η γη αφού κατηξηράνθη εις το έπακρον εί­ναι δυσάρεστος εις το να την ιδή κανείς· είναι στείρα δε και άγο­νος δια την γεωργίαν έχει κομματιασθή εις σχίσματα και δέχεται κατάβαθα την ακτίνα να την φωτίζη. Και αι πλούσιαι και α­στείρευτοι πηγαί μας έλειψαν και τα νερά των μεγάλων ποτα­μών εστείρευσαν, μικρότατα δε παιδιά τα διαβαίνουν πεζή και αι γυναίκες τα περνούν φορτωμένοι. Πολλούς από ημάς, μας έλειψεν ακόμη και το πόσιμον νερόν και κινδυνεύομεν δια τούτο να πεθάνωμεν. Ως νέοι Ισραηλίται, που αναζητούν νέον Μωυσήν και θαυματουργικόν ραβδί, δια να ικανοποιή­σουν, αφού και πάλιν κτυπηθούν αι πέτραι, την ανάγκην του λαού που διψά˙σύννεφα δε παράδοξα να καταβρέξουν εις τους ανθρώπους τροφήν ασυνήθη, όπως το μάννα. Ας προσέξωμεν να μη γίνωμεν εις τους μεταγενεστέρους θλιβερόν διή­γημα πείνης και τιμωρίας.
 Αντίκρυσα τα χωράφια και έκλαψα πολύ δια την ακαρπίαν των, και εσκόρπισα τον θρήνον, επειδή εις ημάς δεν έπεσε βροχή. Άλλα μεν από τα σπέρματα έχουν ξηρανθή προτού φυτρώσουν, διότι παρέμειναν μέσα εις τους σβώλους, όπως τα εσκέπασε το αλέτρι. Αλλά, δε μόλις εφύτρωσαν ολίγον και εβλάστησαν, τα κατεμάρανεν αξιολύπητα ο καύσων, έτσι ώστε τώρα ευκαίρως να αντιστρέψη κανείς τον ευαγγελικόν λόγον και να ειπή· οι μεν εργάται πολλοί, ο δε θερισμός ού­τε ολίγος. Και οι γεωργοί, καθήμενοι εις τα χωράφια και πιάνοντες τα γόνατά τους με τα χέρια των (διότι αυτός εί­ναι ο τρόπος αυτών που πενθούν), κλαίουν δια τους χαμέ­νους κόπους των. Αντικρύζουν τα μικρά παιδιά και οδύρον­ται, ατενίζουν τας γυναίκας και θρηνούν, χαϊδεύουν και ψηλα­φίζουν τα ξηρά χορτάρια των γεννημάτων και κραυγάζουν δυνατά, ωσάν οι πατέρες που έχουν χάσει τα παιδιά των επά­νω εις το άνθος της ηλικίας των. Ας λεχθή λοιπόν και προς ημάς από τον ίδιον προφήτην, που ολίγον προηγουμένως εις το προοίμιον ανεφέραμεν «εγώ επίσης, λέγει, κατεκράτησα από σας την βροχήν τρεις μήνας προ του θερισμού και έβρεξα εις μίαν πόλιν και εις άλλην πόλιν δεν έβρεξα. Το ένα χωράφι εποτίσθη και το άλλο, εις το οποίον δεν έβρεξα, εξηράνθη. Και συνηθροίζοντο δύο ή τρεις πόλεις εις μίαν δια να πίουν νερόν, χωρίς να ημπορούν να κατασβέσουν την δίψαν των και αυτά διότι σεις δεν επιστρέψατε εις εμέ, λέγει, ο Κύριος» .
  Ας μάθωμεν λοιπόν ότι ο Θεός μας δίδει αυτά τα χτυπήματα, διότι απεμακρύνθημεν από αυτόν και αμελήσαμεν. Δεν επιδιώκει να μας συντρίψη, αλλά φροντίζει να μας διορθώση, όπως κάμνουν οι καλοί από τους πα­τέρες και αυτοί που φροντίζουν δια τα τέκνα, οι οποίοι θυμώνουν εναντίον των νέων και εξοργίζονται, όχι διότι θέλουν να τους κα­κοποιήσουν, αλλά δια να τους οδηγήσουν από την νηπιώδη αδιαφορίαν και τα αμαρτήματα της νεότητος εις την επιμέλειαν.
 Κυττάτε λοιπόν πως η πληθώρα των ιδικών μας αμαρτημάτων έβγαλε και τας εποχάς από την ιδίαν των την φύσιν και ήλλαξε τα είδη των καιρών εις αλλόκοτα ανακατώματα. Ο χειμών δεν είχε την συνήθη υγρασίαν μαζί με την ξηρασίαν, αλλά όλην την υγρασίαν την έκαμε παγωνιάν και την απεξήρανε και επέρασε χωρίς χιόνια και βροχάς. Η άνοιξις πάλιν έδειξε μεν το ένα μέρος από τα χαρακτηριστικά της, εννοώ την θερ­μότητα, δεν είχεν όμως την βροχεράν περίοδον. Ζέστη δε και παγωνιά παραδόξως υπερέβησαν τα φυσικά όρια και αδίκως συνεφώνησαν εις το να μας βλάψουν και εξαποστέλλουν από τον βίον και την ζωήν τους ανθρώπους. Ποία λοιπόν είναι η αιτία της αταξίας και της συγχύσεως; Από που προέρχεται αυτός ο νεωτερισμός των καιρών; Ως άνθρωποι μυαλωμένοι ας ερευνήσωμεν ως λογικοί ας συλλογισθούμεν. Μήπως ο κυβερνήτης του σύμπαντος δεν υπάρχει; Μήπως ο αριστο­τέχνης Θεός εξέχασε την πρόνοιάν του; Μήπως έχασε την εξουσίαν και την δύναμιν; Ή κατέχει μεν την ιδίαν δύναμιν και δεν απώλεσε την εξουσίαν, παρεφέρθη δε εις σκληρότητα και μετέβαλεν εις μισανθρωπίαν την υπερβολικήν αγαθότητα και την κηδεμονίαν του προς ημάς; Σώφρων άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να το ειπή.
 Αλλ' είναι ολοφάνερα τα αίτια λόγω των οποίων δεν κυβερνώμεθα. Ενώ ημείς λαμβάνομεν, δεν δίδομεν εις άλλους. Ενώ επαινούμεν την ευεργεσίαν, την απο­στερούμεν από εκείνους που την χρειάζονται. Ενώ είμεθα δού­λοι και ελευθερωνόμεθα, δεν ευσπλαγχνιζόμεθα τους συνδούλους μας. Ενώ πεινώμεν και τρεφόμεθα, περιφρονούμεν τον ενδεή. Ενώ έχομεν Θεόν, ανενδεή χορηγόν και ταμίαν, έχομεν γίνει σφιχτοχέρηδες και αμέτοχοι εις τας ανάγκας των πτωχών. Τα πρόβατά μας είναι γόνιμα και όμως οι γυμνοί είναι περισ­σότεροι από τα πρόβατα. Αι αποθήκαι από το πλήθος των αποθηκευμένων αγαθών στενοχωρούνται και ημείς δεν ελεούμεν αυτόν που στενάζει. Δια τούτο η δικαία κρίσις μας απει­λεί. Δια τούτο και ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι του, διότι ημείς απεκλείσαμεν την φιλαδελφίαν. Δια τούτο τα χωράφια είναι ξηρά, διότι η αγάπη επάγωσεν.
       3. Η φωνή αυτών που κάμνουν λιτανείαν εις τα χαμένα βοά και διασκορπίζεται εις τον αέρα. Διότι ούτε ημείς ηκούσαμεν αυτούς που εζητούσαν από ημάς. Οποία δε η προσευχή μας και η δέησις; Οι άνδρες, πλην ολίγων, ασχολείσθε με το εμπόριον και αι γυναίκες τους υπηρετείτε εις την εργασίαν του μαμωνά. Ολίγοι είναι μαζί μου και με την προσευχήν, και αυτοί αισθάνονται ζάλην, χασμωριούνται, συνεχώς γυ­ρίζουν και παρακολουθούν πότε θα τελειώση ο ψάλτης τους στίχους, πότε θα απολυθούν από την εκκλησίαν, ωσάν από φυλακήν και από την ανάγκην της προσευχής. Και μάλιστα τα παιδιά, οι μικροί αυτοί που άφησαν τα βιβλία των εις τα σχολεία και συμπροσεύχονται μαζί μας, περιτριγυρίζουν το πράγμα μάλλον ωσάν ευκολίαν και διασκέδασιν και μεταβάλλουν την λύπην μας εις εορτήν, διότι απαλλάσσονται δί ολίγον από την φορτικότητα του διδασκάλου και την φρον­τίδα των μαθημάτων.
 Το πλήθος όμως των ωρίμων ανδρών και ο λαός που είναι περιπεπλεγμένος εις τας αμαρτίας, αχαλί­νωτος και ελεύθερος και χαρούμενος βολτάρει εις την πόλιν. Αυτός περιφέρει την αιτίαν των κακών εις τας ψυχάς, αυτός, υπεκίνησε και απειργάσθη την συμφοράν. Βρέφη δε που δεν νοιώθουν και είναι ακατηγόρητα σπεύδουν και συνωθούνται προς την εξομολόγησιν, χωρίς να έχουν ούτε την αιτίαν αυτών που προξενούν την λύπην ούτε την γνώσιν ή την δύναμίν της συνήθειας να προσευχηθούν. Εσύ, παρακαλώ, προχώρησε εις το μέσον, εσύ που είσαι ανακατωμένος με τας αμαρτίας. Εσύ γονάτισε και κλάψε και στέναξε. Άφησε το βρέφος να κάμνη αυτά που αρμόζουν εις την ηλικίαν. Διατί, ενώ κατηγο­ρείσαι, κρύβεσαι και οδηγείς εις εξομολόγησιν το ανεύθυνον; Μή­πως δηλαδή ξεγελιέται ο κριτής, ώστε να αντικαταστήσης κρυφά τον εαυτόν σου με άλλο πρόσωπον; Έπρεπε βέβαια και εκείνο να παρίσταται εξάπαντος μαζί σου, όχι μόνον. Βλέπεις πως και οι Νινευίται, όταν με την μετάνοιαν παρακαλούσαν τον Θεόν και επενθούσαν δια τα αμαρτήματά των, αυτά που μετά την θάλασσαν και το κήτος ανεβόησεν ο Ιωνάς, δεν ωδήγησαν μόνον τα βρέφη εις την μετάνοιαν αλλά και τους μεγάλους. Οι ίδιοι δεν εζούσαν την ζωήν των με τρυφήν και ευωχίας, αλλ' η νηστεία καθυπέταξε πρώτα τους πατέρας, αυτούς που είχαν αμαρτήσει. Και η τιμωρία εβασάνιζε τους πατέρας και κατά ένα λόγον παραπάνω εξ ανάγκης εθρηνούσαν και τα βρέφη, δια να κυριαρχήση εις κάθε ηλικίαν η σκυθρωπότης, και εις αυτήν που νοιώθει την αμαρτίαν και εις αυτήν που δεν την νοιώθει, και εις την μεν μίαν προαιρετικώς εις δε την άλλην κατ’ ανάγκην.
 Και έτσι αφού ο Θεός τους είδε να ταπεινώνωνται, διότι κατεδίκασαν τους εαυτούς των εις πάνδημον κακουχίαν, εξαιρετικά υπερ­βολικήν, και ευσπλαγχνίσθη δια την συμφοράν και την τιμωρίαν επήρεν οπίσω και την χαράν εχάρισεν εις αυτούς που με συναίσθησιν επένθησαν. Ω πόσον φροντισμένη μετάνοια! Ω πόσον σοφή και συμπυκνωμένη θλίψις! Ούτε τα ζώα τα άφη­σαν έξω από την τιμωρίαν, αλλά και δι’ αυτά επενόησαν, ώστε κατ' ανάγκην να φωνάζουν.
 Πράγματι το μοσχάρι το εχώρισαν από την αγελάδα και το αρνί το απεμάκρυναν από το μητρικόν μαστάρι και το βρέφος που εβύζανε δεν εκρατείτο εις τας αγκάλας της μητρός του. Εις ξεχωριστάς μάνδρας ήταν αι μητέρες και εις ξαχωριστάς τα τέκνα. Φωναί δε θλιβεραί από όλα που αντιβοούσαν και αντηχούσαν η μία προς την άλλην. Τα τέκνα που επεινούσαν, εζητούσαν τας πηγάς του γάλακτος και αι μητέρες, που εσπάρασαν από το φυσικόν πάθος, με συμπαθείς φωνάς εκαλούσαν τα τέκνα τους. Τα βρέφη που καθ' όμοιον τρόπον επεινούσαν, εξεσπούσαν εις δυνατόν κλάμα και εσπαρταρούσαν και αι μητέρες εκεντρίζοντο εις τα σπλάγχνα από τους πόνους της συγγενείας. Και δια τούτο ο θεόπνευστος λόγος διετήρησε γραπτώς την μετάνοιαν εκείνων δια να γίνη κοινή διδασκαλία της ζωής. Ο γέρων εθρηνούσε δι’ εκείνα· εμαδούσε τα λευκά μαλλιά του και τα ξερίζωνεν. Ο νέος και ο ώριμος δυνατώτερα έκλαιγαν. Ο πτωχός εστέναζε και ο πλού­σιος, λησμονών την καλοπέρασιν, εζούσε την κακουχίαν ως καλήν. Ο βασιλεύς αυτών είχε μεταβάλει την λαμπρότητα και την δόξαν εις εντροπήν. Έβγαλε το στέμμα και εσκόνισε την κεφαλήν του. Έβγαλε το βασιλικόν ένδυμα και εφόρεσε τον σάκκον του πένθους. Άφησε τον υψηλόν και μετάρσιον θρόνον και θλιμμένος εκυλίετο εις την γην. Άφησε την αξιοπρέπειαν που προσιδιάζει εις το βασιλικόν αξίωμα και εθρηνούσε μαζί με τον λαόν. Έγινεν ένας από τους πολλούς και αυτός, όταν είδε τον κοινόν Δεσπότην των όλων να οργίζεται.
       4. Αυτό είναι το φρόνημα των ευαίσθητων δούλων. Τέ­τοια είναι η μετάνοια αυτών που ενέχονται εις αμαρτίας. Η­μείς διαπράττομεν προθύμως μεν την αμαρτίαν, αλλά με ολιγωρίαν και οκνηρίαν αναλαμβάνομεν την μετάνοιαν. Ποίος προσευχόμενος χύνει δάκρυα, δια να λάβη βροχήν και σταγόνας εις τον κατάλληλον καιρόν; Ποίος, που καθαρίζει αμαρτίας, έ­βρεξε το κρεβάτι του με δάκρυα κατά το παράδειγμα του Δαβίδ; Ποίος έπλυνε τα πόδια των ξένων και εκαθάρισε την σκόνην από την οδοιπορίαν, δια να εξευμένιση τον Θεόν κατά τον καιρόν που ζητά την λύσιν της ξηρασίας; Ποίος έθρεψε το ορφανόν από πατέρα παιδί, δια να θρέψη τώρα ο Θεός τα σιτηρά προς χάριν μας, που σαν ορφανά πλήττονται από την κακήν σύγκρασιν των ανέμων; Ποίος περιέθαλψε χήραν που βασανίζεται από τας δυσκολίας της ζωής, δια να του αποδοθή τώρα η αναγκαία τροφή;
 Ξέσχισε το άδικον γραμμάτιον, δια να λυθή έτσι η αμαρτία. Εξαφάνισε την ομολογίαν των βαρύτατων τόκων δια να γεννήση η γη τα συνηθισμέ­να προϊόντα. Διότι όταν ο χαλκός και ο χρυσός και τα άγο­να παρά φύσιν γεννούν, τότε γίνεται στείρα αυτή που εκ φύσεως γεννά και καταδικάζεται εις ακαρπίαν προς τιμωρίαν των κατοίκων της. Ας αποδείξουν λοιπόν αυτοί που τιμούν την πλεονεξίαν, αυτοί που συνάγουν υπερβολικά τον πλούτον, ποία είναι η δύναμις των αποθηκευθέντων, ή ποίον το όφελος, αν ο Θεός που έχει οργισθή επιτείνει περισσότερον την τιμωρίαν. Ίσως αυτοί γίνουν πιο κίτρινοι από τον χρυσόν που επισωρεύουν, εάν δεν αποκτήσουν το ψωμί, που μέχρι χθες και προχθές επεριφρονείτο, λόγω της ευκόλου προμήθειάς του.
 Ας υποθέσωμεν ότι δεν υπάρχει ο πωλητής, ούτε υπάρχει σιτάρι εις τας αποθήκας˙ ποία είναι τότε η χρησιμότης των βαρύτατων πορτοφολιών; Πες μου; Δεν θα ενταφιασθής μαζί μ' αυτά; Δεν είναι χώμα ο χρυσός; Δεν θα κήται ως άχρηστος πηλός δίπλα εις το χωμάτινον σώμα; Όλα τα απέκτησες και όμως δεν κατέχεις ένα αναγκαίον πράγμα· την δύναμιν να τρέφης τον εαυτόν σου. Ένα σύννεφον εδημιούργησεν ολόκληρον τον πλούτον. Επινόησε τον πόρον ολίγων σταγονι­δίων, εξανάγκασε την γην να καρποφορήση. Εξαφάνισε την συμφοράν με τον υπερήφανον και κρυμμένον πλούτον.
 Πιθανόν να παρακαλέσης κάποιον από τους ευλαβείς, δια να σου χαρίση με τας προσευχάς του, όπως ο Θεσβίτης Ηλίας, την απαλλαγήν από τα δεινά, δηλαδή άνθρωπον ακτήμονα, ωχρόν, ξυπόλυτον, άστεγον, ανέστιον, άπορον, που φορεί ένα χιτώνα, όπως ο Ηλίας την μηλωτήν, και που έχει σύντροφον την προσ­ευχήν και τρέφεται με την εγκράτειαν. Και αν επιτύχης με την παράκλησίν σου την βοήθειάν του, δεν θα περιφρόνησης πολύ τα κτήματα που έχουν πολλάς φροντίδας; Δεν θα περιφρόνη­σης τον χρυσόν; Δεν θα διασκόρπισης, ωσάν κοπριάν, τον άργυρον, που, ενώ προηγουμένως τον αποκαλούσες παντοδύναμον και πολύ αγαπητόν, τώρα τον εγνώρισες οκνηρόν βοηθόν εις την ανάγκην; Δια σε έκρινεν αξίαν και την συμφοράν αυτήν. Διότι ενώ είχες δεν έδιδες, διότι παρέβλεπες τους πεινώντας, διότι δεν εγύριζες να κυττάξης αυτούς που ωδύροντο, διότι δεν έδιδες, ενώ σε επροσκυνούσαν. Τα κακά και εξ αιτίας των ολίγων ξεσπούν εις τον λαόν και ο λαός συνήθως τιμωρείται δια την μοχθηρίαν κάποιου. Ο Άχαρ διέπραξε ιεροσυλίαν, αλλ' ολόκληρον το στρατόπεδον ετιμωρείτο. Ο Ζάμβρι επίσης επόρνευσεν εις τας γυναίκας των Μαδιανιτών, αλλ' ο Ισραήλ ετιμωρείτο.
       5. Όλοι λοιπόν και ατομικώς και δημοσίως να εξετάσωμεν τον τρόπον της ζωής μας. Να θεωρήσωμεν την ξηρασίαν ω­σάν παιδαγωγόν, που υπενθυμίζει εις τον καθένα μας την ιδίαν αμαρτίαν. Να είπωμεν και μάλιστα με συναίσθησιν τον λόγον του γενναίου Ιώβ· «το χέρι του Θεού είναι που με ήγγισε». Και μάλιστα μεν να καταλογίσωμεν την συμφοράν μας πρωταρχικώς εις τα αμαρτήματα. Εάν δε πρέπη να προσθέσωμεν και κάτι άλλο, ενίοτε αι κακοτυχίαι αύται συμβαί­νουν εις τους ανθρώπους και ως δοκιμασίαι εις τας ψυχάς, δια να αποδειχθούν οι δόκιμοι, είτε πτωχοί είτε πλούσιοι είναι αυ­τοί, επάνω εις τας δυσκολίας. Διότι και οι μεν και οι δε δοκι­μάζονται ακριβώς δια της υπομονής. Και προ παντός κατά την περίοδον αυτήν αποδεικνύεται, εάν ο μεν είναι κοινωνικός και φιλάδελφος, εάν ο δε ευγνώμων και όχι αντιθέτως βλάσφη­μος, που αλλάσσει την διάθεσιν ταχέως μαζί με τας συμφοράς της ζωής.
  Εγώ γνωρίζω πολλούς (και αυτό δεν το έμαθα εξ ακοής, αλλά εκ πείρας εγνώρισα τους ανθρώπους), οι οποίοι μέχρις ότου μεν ο βίος δι’ αυτούς προχωρεί ευνοϊκά, κατά την παροιμίαν, αναγνωρίζουν εμμέσως λοιπόν, αν και όχι τελείως, την χάριν εις τον ευεργέτην. Εάν δε κάποτε τα πράγματα τραπούν προς την αντίθετον κατάστασιν και γίνη ο μεν πλού­σιος πτωχός, η υγεία του σώματος ασθένεια, η δόξα και η περιφάνεια εντροπή και ατίμωσις, γίνονται αχάριστοι, ξεστο­μίζουν βλασφημίας, τεμπελιάζουν εις την προσευχήν. Δυσανα­σχετούν εναντίον του Θεού, ως να είναι χρεώστης που καθυστερεί την οφειλήν και δεν συμπεριφέρονται ως προς Κύριον που αγανακτεί. Αλλά διώξε από τους λογισμούς την σκέψιν αυ­τήν. Όταν δε ιδής τον Θεόν να μη χαρίζη τα απαραίτητα, έτσι να συλλογίζεσαι μέσα σου· μήπως ο Θεός αδυνατεί να χορήγηση την τροφήν; Και πως είναι δυνατόν; Αυτός που είναι Κύριος του ουρανού και ολοκλήρου της δημιουργίας, σοφός ρυθμιστής των εποχών και των καιρών, κυβερνήτης των όλων, που ώρισεν ωσάν κάποιον εύτακτον χορόν, τας εποχάς και τας τροπάς του ηλίου να διαδέχωνται η μία την άλλην, δια να επαρκούν με την ποικιλίαν των εις τας διαφόρους ανάγκας μας· και άλλοτε μεν να πίπτη βροχή εις τον κατάλληλον καιρόν, άλλοτε δε πάλιν η ζέστη και το κρύον να εναλλάσσωνται κατά την διάρκειαν του έτους, και να μη λείπη η ξηρα­σία.
Ο Θεός λοιπόν είναι δυνατός. Αφού δε έχει και την δύναμιν και τούτο γίνεται παραδεκτόν, μήπως άραγε λείπει η αγαθότης; Και αυτός ο λόγος είναι ανύπαρκτος. Διότι ποία ανάγκη θα έπειθεν αυτόν που δεν είναι αγαθός να δημιουργήση κατ' αρχήν τον άνθρωπον; Ποίος δε θα εξηνάγκαζε τον κτίστην να πάρη χώμα και μάλιστα χωρίς να το θέλη, και από την λάσπην να μορφοποιήση τέτοιο κάλλος; Ποίος είναι αυτός που κατ' ανάγκην έπεισε να δωρήση τον λόγον εις τον άνθρωπον σύμφωνα προς την ιδικήν του εικόνα, δια να δεχθή, αφού απ' εκεί ξεκινήση, την μάθησιν των τεχνών, και δια να μάθη να φιλοσοφή δια τα ουράνια, τα οποία δεν εγγίζει με τας αισθή­σεις ; Και εάν έτσι συλλογίζεσαι, θα εύρης να συνυπάρχη εις τον Θεόν η αγαθότης και μέχρι ακόμη και τώρα να μη απουσιάζη. Διότι τι θα ημπόδιζε, πες μου, να μη είναι ξηρασία αυτό που βλέπομεν, αλλά τελεία πυρπόλησις; Και ο ήλιος να παρεξέκλινεν ολίγον από την κανονικήν πορείαν και να επλησίαζε τα περίγεια σώματα και αυτομάτως να κατέκαιε κάθε τι που βλέπομεν; Ή να βρέξη φωτιάν από τον ουρανόν, καθ' όμοιον τρόπον, που ετιμώρησεν ήδη τους αμαρτωλούς;
 Αυτοκυριαρχήσου και έλα εις τα συγκαλά σου, άνθρωπε˙ μη κάμης αυτά που κάμνουν τα ανόητα παιδιά που, επειδή τα εμάλωσεν ο διδάσκαλος, ξεσχίζουν τα βιβλία του˙ ξεσχίζουν δε το ένδυ­μα του πατρός των, που δια την ωφέλειάν των αναβάλλει την τροφήν, ή με τα νύχια τους καταγρατζουνίζουν το πρόσωπον της μητέρας. Διότι τον μεν κυβερνήτην δοκιμάζει και σκληρα­γωγεί η τρικυμία, τον αθλητήν το στάδιον, τον στρατηγόν το στρατόπεδον, τον γενναιόκαρδον η συμφορά, τον δε Χρι­στιανόν η δοκιμασία. Και αι λύπαι δοκιμάζουν την ψυχήν, όπως η φωτιά δοκιμάζει τον χρυσόν. Είσαι πτωχός; Μη κα­ταλαμβάνεσαι από αθυμίαν. Διότι η υπερβολική κατήφεια γίνεται αιτία της αμαρτίας. Η μεν λύπη καταβαραθρώνει την διάνοιαν και η αμηχανία εμβάλλει ζάλην, η δε έλλειψις των λογισμών γέννα την αχαριστίαν. Αλλά να ελπίζης εις τον Θεόν.
 Μήπως δηλαδή δεν παρατηρή την στενοχωρίαν; Κρα­τά την τροφήν εις τα χέρια του και καθυστερεί την χορήγησιν, δια να δοκιμάση την σταθερότητά σου, δια να πληροφορηθή την διάθεσίν σου, εάν δεν είναι όμοια με αυτήν των ακολάστων και των αχάριστων. Διότι και αυτοί, μέχρις ότου μεν συμβαίνει να έχουν την τροφήν εις το στόμα τους, ευφημούν, κολακεύουν, υπερθαυμάζουν, όταν δε επ' ολίγον αναβληθή το τραπέζι, ωσάν λίθους αφήνουν τας βλασφημίας προς αυτούς που πριν ολίγου λόγω της τέρψεως επροσκυνούσαν ωσάν Θεόν. Διάβα­σε την Πάλαιαν Διαθήκην και την Καινήν και θα εύρης εκεί, εις την κάθε μίαν, πολλούς να έχουν τραφή κατά διάφορον τρόπον.
 Ο Κάρμηλος, βουνόν υψηλόν και ακατοίκητον, έρημον αυτό, εφιλοξενούσεν έρημον τον Ηλίαν. Δια τον δίκαιον η ψυχή του ήταν η όλη περιουσία και εφόδιον της ζωής η ελπίδα προς τον Θεόν. Με το να ζη έτσι, δεν απέθανεν από την πείναν, αλλά τα αρπακτικώτατα και τα πλέον λαίμαργα από τα όρνεα, αυτά έφεραν τα τρόφιμα και υπηρετούσαν τον δίκαιον εις την τροφήν. Αυ­τά που από την φύσιν των αρπάζουν τας ξένας τροφάς, με το πρόσταγμα του Δεσπότου ήλλαξαν την φύσιν και έγιναν πιστοί φύλακες των άρτων και των κρεάτων. Εμάθαμεν δε λοι­πόν από την ιεράν ιστορίαν ότι τα κοράκια έφεραν τας τροφάς εις τον άνδρα. Επίσης και ο λάκκος της Βαβυλώνος εκρατούσε τον νεαρόν ισραηλίτην αιχμάλωτον μεν κατά την συμφοράν, ελεύθερον όμως εις την ψυχήν και το φρόνημα. Μήπως όμως έ­παθε κάποιο κακόν από τα λεοντάρια; Όχι! Τα λεοντάρια μεν, παρά την φύσιν των, ενήστευαν, ο δε τροφεύς αυτού Αββακούμ ήρχετο δια μέσου του αέρος· ο άγγελος εκόμιζε μαζί με τα τρόφιμα και τον άνθρωπον. Και δια να μη δεινοπάθηση από την πείναν ο δίκαιος, ο προφήτης εις ελάχιστον χρόνον επέταξεν επάνω από τόσην ξηράν και θάλασσαν, όση εκτείνεται από την Ιουδαίαν μέχρι της Βαβυλώνος.
       6. Επίσης τι έκαμνεν ο λαός της ερήμου, του οποίου αρ­χηγός ήταν ο Μωυσής; Πως οικονόμησε την ζωήν του επί σαράντα ολόκληρα χρόνια; Δεν υπήρχεν εκεί άνδρας που να σπέρνη, ούτε βόδι που να σύρη το αλέτρι, ούτε αλώνι, ούτε πατητήρι, ούτε αποθήκη, και όμως είχαν την τροφήν χωρίς σποράν και όργωμα, και ο βράχος εχορηγούσε τας πηγάς, που πρώτα δεν υπήρχαν, αλλ' εξετινάχθησαν εις την ανάγκην. Παραλείπω να απαριθμήσω τα επί μέρους της προνοίας του Θεού, που πολλάς φοράς κατά τρόπον πατρικόν ενεφάνισεν εις τους ανθρώπους. Εσύ δε να υπομείνης ολίγον την συμφοράν, ό­πως ο γενναίος Ιώβ, και να μη λυγίσης από την τρικυμίαν, μή­τε να αποβάλης τα εμπορεύματα της αρετής. Σαν πολύτιμον διαθήκην να διαφύλαξης εις την ψυχήν σου την ευχαριστίαν και θα λάβης και εσύ δια την ευγνωμοσύνην διπλασίαν απόλαυσιν. Να ενθυμήσαι τον αποστολικόν λόγον «δί όλα να ευχαριστήτε».
 Είσαι πτωχός; έχεις εξάπαντος άλλον πτωχότερον από εσέ. Έχεις δια δέκα ημέρας τρόφιμα εσύ; εκεί­νος έχει δια μίαν. Σαν καλός και ευγνώμων να εξισώσης το περίσσευμά σου με τον ενδεή. Μη διστάσης να δώσης από το ολίγον. Μη προτιμήσης το συμφέρον σου εμπρός εις την κοινήν συμφοράν. Και αν ο άρτος σου περισσεύη κατά ένα ψωμί και σου κτυπήση την πόρταν ο ζητιάνος, πάρε από την αποθήκην το ένα ψωμί και αφού το βάλης εις τα χέρια του ύψωσε το βλέμ­μα σου εις τον ουρανόν και είπε λόγον θλιβερόν μαζί και ευ­γνώμονα˙ ένα ψωμί, όπως βλέπεις, Κύριε, και ο κίνδυνος είναι ολοφάνερος. Αλλ' εγώ θέτω την εντολήν σου επάνω από εμέ και από το ολίγον δίδω εις τον αδελφόν μου που λιμοκτονεί. Δώσε λοιπόν και συ εις τον δούλόν σου, που κινδυνεύει. Γνω­ρίζω καλά την αγαθότητα σου και ελπίζω εις την δύναμίν σου.  Δεν αναβάλλεις επί πολύ τας δωρεάς, αλλά τας σκορπάς, όταν θέλης.
 Και αν έτσι ομιλήσης και ενεργήσης, τον άρτον που δί­δεις εις καιρόν δυσκολίας, γίνεται σπόρος γεωργικός, αποφέρει πλούσιον τον καρπόν, είναι προκαταβολή της τροφής, γίνεται πρόξενος ελέους. Πες και συ εις παρόμοιας περιστάσεις τον λό­γον της χήρας της Σιδωνίας. Θυμήσου επικαίρως την ιστορίαν. «Ζη Κύριος, δεν έχω τίποτε άλλο παρά μόνον μία χούφταν αλεύρου δια την διατροφήν εμού και των παιδιών μου». Και εάν δώσης από το υστέρημα, θα έχης και συ το λαδοδοχείον κατάμεστον από δωρεάν και την αλευραποθήκην ακένωτον. Διότι δια τους πιστούς φιλοτίμως η χάρις του Θεού με το να εισάγη το διπλάσιον μιμείται τα πηγάδια, τα οποία πάν­τοτε αδειάζουν αλλά δεν εξαντλούνται. Δάνεισε συ ο άπορος, εις τον πλούσιον Θεόν. Δώσε εμπιστοσύνην εις αυτόν που πάντοτε θεωρεί προσωπικά τον εαυτόν του υπόχρεον, δι αυ­τά που δίδεις εις αυτόν που θλίβεται και ανταποδίδει την ευεργεσίαν από τα ιδικά του αγαθά. Είναι αξιόπιστος εγγυητής, διότι έχει απλωμένους τους θησαυρούς του εις όλα τα μέρη της γης και της θαλάσσης. Και εάν, ενώ πλέεις, απαίτησης το δάνειον, θα λάβης το κεφάλαιον μαζί με τους τόκους εις το μέσον του πελάγους. Διότι φιλοδοξεί να δίδη περισσότερα.
       7. Η πείνα είναι η αρρώστια αυτού, ο οποίος πεινά. Αυ­τή είναι φοβερά ασθένεια. Η πείνα είναι η πιο μεγάλη από τας συμφοράς των ανθρώπων και ο φοβερώτερος θάνατος από όλους τους θανάτους. Διότι εις τους άλλους κινδύνους ή η κό­ψη του ξίφους ταχέως επιφέρει τον θάνατον ή η ορμή της φω­τιάς αποτόμως σβήνει την ζωήν ή τα θηρία με τα δόντια αφού κατασπαράξουν τα ζωτικώτερα από τα μέλη, δεν επιτρέπουν την τιμωρίαν με την διάρκειαν της οδύνης. Η πείνα όμως επι­βραδύνει το κακόν. Παρατείνει τον πόνον με το να ενεδρεύη και να λουφάζη η αρρώστια και με το να κάμνη ώστε πάντοτε ο θάνατος να είναι παρών και πάντοτε να βραδύνη. Διότι δαπανά το υγρόν που υπάρχει εις τον οργανισμόν, καταστέλλει την θερμότητα, περιορίζει το βάρος, μαραζώνει ολίγον κατ' ολί­γον την δύναμιν. Η σάρκα κολλά ωσάν αράχνη εις τα κόκκαλα. Το χρώμα δεν είναι ανθηρόν. Διότι το κόκκινον υποχωρεί με την φθοράν του αίματος και η λευκότης δεν υπάρχει, αφού η επιδερμίδα μελανιάζει από την ισχνότητα. Μαυροκιτρινίζει το σώμα, διότι από την νόσον ανακατώνεται οικτρώς η ωχρότης με το μαύρον. Τα γόνατα δεν αντέχουν, αλλά λυγίζουν από την ανάγκην. Η φωνή είναι λεπτή και αδύνατη. Τα μάτια ασθενικά εις τας κόγχας, παραμένουν ανώφελα εις τας κόγχας των, όπως εκείνοι από τους καρπούς που αποξηραίνονται εις τα κελύφη των. Η κοιλία αδειανή και ζαρωμένη, άμορφος, χωρίς βάρος, δεν έχει τον φυσικόν τόνον των σπλάγχνων και είναι κολλημένη εις τα κόκκαλα του οπισθίου μέρους. Αυτός λοιπόν που περιφρονεί ένα τέτοιο σώμα πόσας κολάσεις αξίζει; Ποίαν δε υπερβολήν σκληρότητος δεν θα ξεπεράση; Πως δεν αξίζει να συγκαταριθμηθή εις τα ανήμερα από τα θηρία και να θεωρήται μολυσμένος και ανθρωποκτόνος; Διότι αυτός, που εις το χέρι του είναι να θεραπεύση το κακόν και που με την θέλησίν του αναβάλλει εξ αιτίας της πλεονεξίας, ευλόγως θα ημπορούσε να καταδικάζεται εξ ίσου με αυτούς που ιδιοχείρως διαπράτ­τουν τον φόνον.
 Το κακόν της πείνης εξηνάγκασε πολλάς φοράς πολλούς να παραβιάσουν και τους φυσικούς νόμους. Να φάγη δηλαδή άνθρωπος τα σώματα των συγγενών, η μητέρα δε το παιδί της που από την κοιλίαν της εγέννησε να το δεχθή αδί­κως και πάλιν εις την κοιλίαν της. Και το δράμα αυτό το δι­εκτραγώδησε η ιουδαϊκή ιστορία, που συνέταξεν ο σπουδαίος κατά την γνώμην μου Ιώσηπος, τότε που τα φοβερά πάθη κατέλαβαν τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, που επλήρωναν έτσι τας δικαίας τιμωρίας δια την ασέβειάν των εις τον Θεόν.
 Βλέ­πεις ότι και ο ίδιος ο ιδικός μας Θεός τα μεν άλλα από τα πα­θήματα παραβλέπει, τους πεινώντας όμως με συμπάθειαν ευσπλαγχνίζεται. «Σπλαγχνίζομαι, λέγει, τον λαόν». Δια τού­το και εις την τελικήν κρίσιν, εκεί όπου προσκαλεί τους δικαίους ο Κύριος, την πρώτην θέσιν κατέχει αυτός που δίδει. Αυτός που τρέφει είναι πρώτος εις τους τιμωμένους. Αυτός που εχορήγησε τον άρτον προσκαλείται πρώτα απ' όλους. Ο αγαθός και μεταδοτικός μεταβαίνει εις την ζωήν πρώτος από τους άλλους δικαίους. Αυτός που δεν κοινωνεί εις τας ανάγκας του πλησίον και ο τσιγκούνης παραδίδεται εις την φωτιάν πρώτος από όλους τους αμαρτωλούς.
 Ο καιρός σε καλεί εις την μητέρα των εντολών. Και να φροντίσης πάρα πολύ δια να μη χάσης τον καιρόν της πανηγύρεως και των εμπορικών συναλλαγών. Διότι ο χρόνος τρέχει και δεν περιμένει αυτόν που αργοπορεί. Αι ημέραι φεύγουν και προσπερνούν τον οκ­νηρόν. Και όπως δεν ημπορεί κανείς να σταματήση το ρεύ­μα του ποταμού, εκτός εάν κάποιος χρησιμοποιήση όπως πρέ­πει το νερόν, αφού το ανακόψη, κατά την πρώτην συνάντη­σιν και ορμήν, έτσι ούτε τον χρόνον, που τρέχει σύμφω­να με την αναγκαστικήν πορείαν, ημπορεί να συγκράτηση, ούτε αφού περάση να τον ανακαλέση εις τα οπίσω, έκτος εάν κάποιος τον προλάβη, όταν έρχεται. Και δια τούτο κράτησε την εντολήν ωσάν να φεύγη και εφάρμοσέ την και αφού την συλλαβής από παντού άρπαξέ την εις τας αγκάλας σου. Δώσε ολίγα και απόκτησε πολλά. Εξαφάνισε την πρωταρχικήν αμαρτίαν δια της μεταδόσεως της τροφής. Διότι, όπως ο Αδάμ που παρανόμως έφαγε, μετέδωσε την αμαρτίαν, έτσι ημείς εξαλείφομεν την πονηράν βρώσιν, εάν θεραπεύσωμεν την ανάγ­κην και την πείναν του αδελφού.
       8. Λαοί, ακούστε! Χριστιανοί, ακούστε προσεκτικά! Αυ­τά λέγει ο Κύριος. Δεν ομιλεί εις τον λαόν με την φωνήν του, αλλά με τα στόματα των δούλων του, ωσάν με όργανα του, σαλπίζει. Ας μη φανούμεν ημείς οι λογικοί σκληρότεροι από τα άλογα ζώα. Διότι εκείνα από κοινού χρησιμοποιούν αυτά που βλαστάνει εκ φύσεως η γη. Και τα κοπάδια των προβάτων βοσκούν εις ένα και το ίδιον βουνόν. Πάμπολλα άλογα μίαν και την ιδίαν πεδιάδα καταλαμβάνουν ως βοσκότοπον. Και όλα τα είδη των ζώων έτσι μεταξύ των το ένα προς το άλλο παραχωρούν την αναγκαίαν απόλαυσιν των τροφών. Ημείς όμως οικειοποιούμεθα τα κοινά και κατέχομεν μόνοι αυτά που ανήκουν εις τους πολλούς. Ας εντρεπώμεθα τα φιλάνθρωπα διηγήματα των ειδωλολατρών. Εις μερικούς εξ αυτών νόμος φιλάνθρωπος απειργάζετο μίαν τράπεζαν και κοινά τρόφιμα, και σχεδόν μίαν οικογένειαν τον πολυάνθρωπον λαόν. Ας αφήσωμεν τους εθνικούς και ας έλθωμεν εις το παράδειγμα των τριών χιλιάδων. Ας ζηλέψωμεν την πρώτην εκκλησίαν των Χριστιανών, όπου τα πάντα ήταν κοινά εις αυτούς, δηλαδή η ζωή, η ψυχή, η συμφωνία, η κοινή τράπεζα, η αδιαίρετος αδελφότης, η ανυπόκριτος αγάπη, που ήνωνεν εις ένα τα πολλά σώματα, και συνήρμοζε τας διαφόρους ψυχάς εις μίαν ομόνοιαν. Από την Πάλαιαν και την Νέαν Διαθήκην έχεις πολλά παραδεί­γματα φιλαδελφίας. Εάν αντικρύσης γέροντα που πείνα να τον καλέσης και να τον θρέψης, όπως ο Ιωσήφ τον Ιακώβ. Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέ­ψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς, που τον επώλησαν. Εάν συνάντησης νεώτερον που καταπονείται, να κλαύσης έτσι, όπως εκείνος τον Βενιαμίν, το παιδί των γερατείων. Ίσως να πειράζη και σε η πλεονεξία, όπως η κυρία τον Ιω­σήφ· σε τραβά από τα ενδύματα, δια να παραβής την εντολήν και να αγαπήσης περισσότερον εκείνην που αγαπά τα χρυσαφικά και τα στολίδια, παρά την προσταγήν του Δεσπότου.
 Όταν λοιπόν έλθη λογισμός που καταπολεμεί την εντολήν αυτήν και προσελκύει τον εγκρατή νουν εις την φιλ­αργυρίαν, και σε εξαναγκάζει να αδιαφορήσης δια την φιλαδελφίαν και σε κρατά πλησίον της, ρίξε και συ κάτω τα ενδύ­ματα, και ωργισμένος φύγε. Να διατήρησης την πίστιν εις τον Κύριον, όπως εκείνος εις τον Πετεφρήν. Να μεριμνήσης δι’ εν έτος, όπως εκείνος εμερίμνησε δι’ επτά έτη. Μη δίδης τα πάντα εις την ηδονήν, δώσε και κάτι εις την ψυχήν. Και νά πιστέψης πως έχεις δύο θυγατέρας· την καλοπέρασιν εδώ και την ουράνιον ζωήν. Εάν δεν θέλησης να τα δώσης όλα εις την ανωτέραν, μοίρασε τα λοιπόν εξ ίσου και εις την ακόλαστον κόρην και εις την αγαθήν. Να μη παρουσίασης την εδώ διαγωγήν σου βαθύπλουτον και την άλλην γυμνήν και ενδεδυμένην με εμβαλώματα, αλλ' όταν χρειασθή να παραστής εις τον Χριστόν και αντιμετώπισης τον κριτήν, η κατ' αρετήν ζωή να έχη νυμφικόν ένδυμα και πρόσκλησιν. Μη λοιπόν παρουσίασης εις τον νυμφίον την νύμ­φην δύσμορφον και αστόλιστον, δια να μη την ιδή και γυρίση το πρόσωπόν του και αφού την ιδή την μισήση και αρνηθή τον γάμον. Αλλά αφού την αρματώσης με τον στολισμόν που αρ­μόζει, να την διαφυλάξης όμορφην ως την προθεσμίαν των γάμων. Δια να ανάψη και αυτή μαζί με τας φρόνιμους παρθέ­νους την λαμπάδα, να διατήρηση άσβεστον την φλόγα της γνώσεως και να μη της λείψη το λάδι των καλών έργων. Δια να επαληθευθή έτσι εμπράκτως η θεία προφητεία και εύρη εφαρμογήν εις την ψυχήν σου ο λόγος· «στέκεται εις τα δεξιά σου η βασίλισσα ενδεδυμένη και στολισμένη με ενδυμασίαν χρυσοκέντητον. Άκουσε κόρη, και ιδές και κλίνε το αυτί σου, ο βασιλεύς θα επιθυμήση την ομορφιάν σου». Αυτά βεβαίως γενικά προανήγγειλεν ο ψαλμωδός, προφητεύων την ωραιό­τητα ολοκλήρου του σώματος. Κατά κύριον λόγον δε θα εύρη εφαρμογήν και εις την ψυχήν του καθενός, αφού βέβαια η Εκ­κλησία αποτελείται από τα επί μέρους άτομα.
       9. Σκέψου, παρακαλώ, λογικά το παρόν και το μέλλον, το οποίον μη προδίδης λόγω αισχροκερδίας. Το σώμα που είναι το χαρακτηριστικόν σου εις την ζωήν θα σε αφήση. Εις την εμφάνισιν του κριτού που αναμένεται και που αναμφιβό­λως θα έλθη, θα αποκλείσης μεν δια τον εαυτόν σου την απονομήν των τιμών και την επουράνιον δόξαν και θα ανοίξης την άσβεστον φωτιάν, την γέενναν, τα κολαστήρια και τους πικρούς από τας οδύνας αιώνας, αντί της αιωνίου και μακάριας ζωής. Μη με πάρης, ωσάν κάποιαν μητέρα ή τροφόν, πως σου επισείω ψεύτικα μορμολύκεια,  όπως εκείναι συνηθίζουν να κάμνουν εις τα μικρά παιδιά, όταν θρηνούν άτακτα και συν­εχώς τα καθησυχάζουν με φανταστικά διηγήματα. Αυτά δεν είναι παραμύθι, αλλά λόγος που έχει κηρυχθή προ πολλού από αδιάψευστον φωνήν. Και γνώριζε επακριβώς ότι σύμφωνα με την ευαγγελικήν προφητείαν «ένα γιώτα ή ένα γράμμα δεν θα καταργηθή από τον νόμον μέχρις ότου γίνουν όλα». Αλλά και το σώμα που έχει εξαφανισθή εις τους τάφους θα αναστηθή και η ίδια η ψυχή που με τον θάνατον έχει αποχωρισθή, πάλιν θα κατοικήση εις το σώμα. Και θα γίνη ακριβής έλεγχος των πράξεων της ζωής κατά τον οποίον δεν θα μαρτυ­ρήσουν άλλοι, αλλ' η ίδια η συνείδησις θα κατάθεση ως μάρ­τυς. Εις τον καθένα δε θα αποδοθή από τον δίκαιον δικαστήν το κατ' αξίαν. Εις αυτόν πρέπει η δόξα, η δύναμις και η προσκύνησις εϊς τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

O Μέγας Βασίλειος για την αληθινή νηστεία

O Μέγας Βασίλειος για την αληθινή νηστεία



             Νηστεία αληθινή είναι η αποξένωση από το κακό, η εγκράτεια της γλώσσας, η αποχή από το θυμό, ο χωρισμός από τις επιθυμίες, την κατάκριση, το ψέμα και την ψευδορκία.
            Μην περιορίζεις το καλό της νηστείας μόνο στην αποχή από τα φαγητά. Διότι αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από τα κακά.
           Εγκράτεια ονομάζουμε όχι την παντελή αποχή από τις τροφές, διότι αυτό είναι βίαιος θάνατος, αλλά αποχή από τις απολαύσεις, με σκοπό να συντρίψουμε το φρόνημα της σαρκός και να πετύχουμε τον σκοπό της ευσέβειας.
          Η μετάνοια χωρίς τη νηστεία είναι αργή.
         Η αυστηρή εγκράτεια απαιτεί μέτρο στη γλώσσα, περιορισμό στους οφθαλμούς και έλλειψη περιέργειας στ’ αυτιά.
       Η εγκράτεια καταργεί την αμαρτία, απομακρύνει τα πάθη, νεκρώνει το σώμα μαζί με τα φυσικά πάθη και τις (καταστρεπτικές) επιθυμίες.

Κυριακή 6 Μαρτίου 2016

Πρὸς τοὺς νέους



           
               Θεωρούμε ότι αυτή η ζωή, την οποίαν εμείς ευχόμαστε να ζήσουμε, να ζήσουμε, να ζήσουμε πολλά, ν’ απολαύσουμε αυτή τη ζωή, ο Μέγας Βασίλειος λέει ότι εμείς αυτή τη ζωή δεν την εκτιμούμε καθόλου...Τίποτα από τα θεωρούμενα αγαθά αυτής της ζωής δεν έχει αξία, γιατί έχει χρονικό τέλος.

           «`Ημεις, ω παιδες, ουδέν ειναι χρημα παντάπασι τόν ανθρώπινον βίον τουτον υπολαμβάνομεν, οὔτ᾿ ἀγαθόν τι νομίζομεν ὅλως, οὔτ᾿ ὀνομάζομεν, ὃ τὴν συντέλειαν ἡμῖν ἄχρι τούτου παρέχεται.».
            [Μέγας Βασίλειος PG.31,565 Πρὸς τοὺς νέους]



Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΘΥΜΟΣ, Η ΟΡΓΗ ΚΑι ΠΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΟΝΤΑΙ

Ο Θυμός η Οργή και η Θεραπεία τους (M.Βασιλείου)

Ο Θυμός η Οργή και η Θεραπεία τους (Ομιλία Βασιλείου του Μεγάλου «Κατά οργιζομένων», σε νεοελληνική απόδοση)

Πρόλογος Βιβλίου

Ο θυμός, η οργή και η θεραπεία τους
Ομιλία Μεγάλου Βασιλείου
«Κατά οργιζομένων»,
σε νεοελληνική απόδοση

Προλογικά

Κατά κοινή ὁμολογία, τίς τελευταῖες δεκαετίες ἡ ἐπιθετικότητα, ἡ βία, ἡ βάναυση συμπεριφορά, ἡ καταστροφικότατα, εἶναι φαινόμενα πού πλεονάζουν στήνκοινωνία μας, καί πού ἀπασχολοῦν καί τούς πνευματικούς ἠγέτες καί ποιμένες μας, ἀλλά καί γενικότερα τόν ἐπιστημονικό κόσμο.

Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, μέ τή βαθιά πείρα τους καί τή γνώση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς, θεωροῦν ὅτι ἡ βία, ἡ καταστροφικότατα, ἡ ἀχαλίνωτησυμπεριφορά, συχνά, εἶναι ἀπότοκα τῆς ὑπερηφάνειας καί κατ' ἐπέκταση τοῦ θυμοῦ καί τῆς ὀργῆς: «Θυμοῦ εἰσι πάθη· ὀργή, πικρία, κραυγή, ὀξυχολία, θράσος, τύφος, ἀλαζονεία, καί εἴ τι ἕτερον», μᾶς λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης[1]. Δηλαδή: Ἡ ὀργή, ἡ πικρία, οἱ φωνές, τό εὐέξαπτον, τό θράσος, ὁ τύφος,ἡ ἀλαζονεία, καί πολλά ἄλλα, εἶναι πάθη πού προέρχονται ἀπό τό θυμό».
Στήν Κλίμακα, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης χαρακτηρίζει τόν θυμώδη ἄνθρωπο καί τόν ὀνομάζει «ἐπιληπτικόν ἑκούσιον»[2]. Καί ὁ μέγας Βασίλειος στόκείμενο πού ἀκολουθεῖ θεωρεῖ τό θυμό «ὡς στιγμιαία τρέλλα». Ὅταν ὁ ἄνθρωπος κυριευθεῖ ἀπό τό θυμό καί τήν ὀργή, ἐκτρέπεται στό «παρά φύσιν», σέὕπαρξη κτηνώδη, θηριώδη, δαιμονική, μᾶς ἀναπτύσσει ὁ Ἅγιος μέ πολλή σα¬φήνεια καί ἐνάργεια.

Πράγματι, τό δηλητήριο τῆς ὀργῆς εἶναι θανατηφόρο, διότι ἐπιτρέπει στόν πονηρό δαίμονα νά κατοικήσει στήν καρδιά μας, ὁ ὁποῖος μας σκοτίζει τούςὀφθαλμούς τῆς ψυχῆς τόσο, ὥστε νά μή μποροῦμε νά διακρίνουμε τό καλό ἀπό τό κακό. «Ἡ ὀργή καταστρέφει ἀκόμη καί τούς φρόνιμους», μᾶς λένε οἱΠαροιμίες[3. Ὅποιος λοιπόν θέλει νά ἀγωνισθεῖ καί νά φθάσει στήν τελειότητα, πρέπει νά κρατήσει τόν ἑαυτό του μακριά ἀπό τήν ὀργή καί τό θυμό, καθώςκαί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μας παραγγέλλει: «Κάθε ἔχθρα καί ὀργή καί θυμός καί κραυγή καί βλασφημία, ἄς εἶναι μακριά ἀπό σας, μαζί μέ κάθε κακία»[4]. Διότι «ὅποιος μισεῖ τόν ἀδελφό του, εἶναι ἀνθρωποκτόνος»[5].

Γιατί, στ' ἀλήθεια, πώς θά φθάσει κάποιος στήν τελείωση, πώς θά μπορέσει νά προσευχηθεῖ, ὅταν καλλιεργεῖ μέσα στήν καρδιά του τό μίσος, τή μνησικακία, πού κι αὐτά τά γεννάει στήν ψυχή ὁ θυμός καί ἡ ὀργή;

Ὁ ἀββᾶς Κασσιανός ὁ Ρωμαῖος μας δηλώνει ξεκάθαρα καί μᾶς λέει πώς ὅποιος θέλει νά φθάσει στήν τελείωση καί ἐπιθυμεῖ νά ἀγωνίζεται τόν πνευματικό ἀγῶνα «ἀπό παντός ἐλαττώματος ὀργῆς τέ καί θυμοί) ἀλλότριος ἔσται». Γιατί, ἄν ὁ νοῦς ἀμαυρωθεῖ μέ τό σκότος τῆς μνησικακίας, θά χάσει τό φῶς τῆςγνώσεως καί θά στερηθεῖ «καί τῆς ἐνοικήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος»[6].

Τότε μόνο ἔχουμε τό δικαίωμα, μᾶς λέει ὁ Μέγας Βασίλειος, νά χρησιμοποιήσουμε τό θυμό, ὅταν τόν στρέφουμε ἐναντίον τῶν παθῶν μας καί τῶν φιλήδονων λογισμῶν μας. Γι' αὐτό λέει καί ὁ προφήτης Δαβίδ «νά ὀργίζεσθε καί νά μήν ἁμαρτάνετε». Δηλαδή, νά ὀργίζεσθε ἐναντίον τῶν παθῶν σας καί τῶν πονηρῶν λογισμῶν σας, ἀλλά νά μήν ἐκτελεῖτε αὐτά πού σας ὑπαγορεύουν.

Καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος μας παροτρύ¬νει καί μας συμβουλεύει, σχετικά μέ τήν ὀργή, κάτι πολύ χρήσιμο καί πρακτικό γιά τήν κα¬θημερινή μας ζωή. «Ὁἥλιος», λέει, «νά μή βα¬σιλεύει, ἀφήνοντάς σας θυμωμένους, οὔτε νά δίνετε τόπο στόν διάβολο»[7]. Τί θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς γιά ὅλα αὐτά, ὅταν πολλές φορές ἡ ὀργή δέν κυριεύει τήν ψυχή μας μόνο μέχρι τή δύση τόν ἥλιου, ἀλλά παραμένει μέσα μας ζωντανή γιά πολλές ἡμέρες καί μάλιστα μερικές φορές καί γιά χρόνια;

Τό πάθος ὅμως αὐτό τῆς ὀργῆς καί τοῦ θυμοῦ, μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, «κραταιώνεται καί γίνεται ἀκατάλυτο», γιατί ἔχει βάση τήν ὑπερηφάνεια, ὑποστηρίξει ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής.

Καί ὁ Κύριος μας, Ἰησοῦς Χριστός, δέν θέλει νά τρέφουμε μίσος ἡ λύπη ἡ ὀργή ἡ μνησικακία γιά ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο, ἀλλά θέλει νά τρέφουμε ἀγάπη, νά τόν θεωροῦμε ὡς εἰκόνα δική Του, «ὡς Χριστόν ἐν ἑτέρᾳ μορφή», διότι αὐτό μας ὁδηγεῖ στό «κατά φύσιν» καί μας κάνει θεούς «κατά Χάριν».

Ὁ Μέγας Βασίλειος στήν ὁμιλία τόν «Κατά ὀργιξομένων», πού ἀκολουθεῖ σέ νεοελληνική μετάφραση, μέ τόν τίτλο «Ὁ θυμός, ἡ ὀργή καί ἡ θεραπεία τους», καταγράφει μέ ἀπαράμιλλη ρητορική δεινότητα τήν κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου πού ἔχει κυριευθεῖ ἀπό τό θυμό καί τήν ὀργή. Εἶναι ἕνα ψυχογράφημα. Ἀλλά ὁ Ἅγιος δέν παραμένει μόνο στήν περιγραφή καί στήν ἀνάλυση τοῦ πάθους. Μᾶς ἀναφέρει καί τούς τρόπους τῆς ἀντιμετωπίσεως καί τῆς θεραπείας τοῦ θυμοῦ καί τῆς ὀργῆς, μέ πλῆθος χωρίων καί γεγονότων ἀπό τήν 
Ἁγία Γραφή.

Ὁ λόγος του εἶναι ζωντανός, ἀριστοτεχνικός, καί μέ τήν ἐπιδεξιότητα πού τόν διακρίνει, μᾶς ὁδηγεῖ στή συνειδητοποίηση τοῦ μεγέθους τοῦ πάθους τῆς ὀργῆς, στή γνήσια μετάνοια, στήν ἀοργησία καί ἐν τέλει στήν ἀπάθεια, μέ βάση πρῶτα - πρῶτα τή λογική, καί ἔπειτα τήν ταπεινόφρονη συμπεριφορά, κατά μίμηση τόν Κυρίον μας Ἰησοῦ Χρίστου, ὁ Ὁποῖος «λοιδορούμενος οὐκ ἀντελοιδόρει, πάσχων οὐχ ἠπείλει» (Α' Πέτρ. 2, 23).

alopsis.gr

Η ΕΚΔΟΤΡΙΑ ΜΟΝΗ

1. «Γρηγορίου τοῦ Σινάΐτου). Κεφάλαια δι' ἀκροστιχίδος πάνυ ὠφέλιμα», Ρ.G. 150.126 Α. οθ'.

2. Κλίμαξ Η’, 150. ιγ. Ἐκδ. Ἱεράς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττικῆς.

3. Παροιμ. 15, 1

4. Ἐφεσ. 4. 31

5. Α' Ἰωάν. 3. 15

6. Κασσιανοῦ Ρωμαίου: Πρός Κάστορα ἐπίσκοπον, Φιλοκαλία Α'. σέλ. 70-73. Ἐκδ. «Ἀστήρ».

7. Ἐφεσ. 26-27




Κατά οργιζομένων
του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου


«…Ο θυμός κάνει τις γλώσσες αχαλίνωτες και τα στόματα απύλωτα. Ασυγκράτητα χέρια, βρισιές, κοροϊδίες, κακολογίες, πληγές και άλλα αναρίθμητα κακά προέρχονται από την οργή και το θυμό. Εξαιτίας του θυμού, ξίφη ακονίζονται, δολοφονίες τολμώνται, αδέρφια χωρίζουν και συγγενείς ξεχνούν τον συγγενικό δεσμό τους. Οι οργισμένοι αγνοούν πρώτα τους εαυτούς τους κι έπειτα όλους τους οικείους. Όπως οι χείμαρροι παρασύρουν κατεβαίνοντας το καθετί, έτσι και η βίαιη κι ασυγκράτητη ορμή των οργισμένων δεν υπολογίζει τίποτα. Οι θυμωμένοι δεν σέβονται τους γέροντες, την ενάρετη ζωή, τη συγγένεια, τις προηγούμενες ευεργεσίες, ούτε τίποτ’ άλλο σεβαστό και έντιμο. Ο θυμός είναι μια πρόσκαιρη τρέλα.

Ποιος θα μπορούσε να περιγράψει αυτό το κακό; Πως μερικοί είναι τόσο ευέξαπτοι, που με την παραμικρή αφορμή θυμώνουν; Φωνάζουν και αγριεύουν και ορμούν πιο αδίσταχτα κι από τα άγρια θηρία. Δεν σταματούν προτού ξεθυμάνει η οργή τους σ’ ένα μεγάλο και ανεπανόρθωτο κακό. Ούτε το σπαθί ούτε η φωτιά ούτε κανένα άλλο φόβητρο είναι ικανό να συγκρατήσει την ψυχή που έγινε μανιακή από την οργή. Οι οργισμένοι δεν διαφέρουν από τους δαιμονισμένους σε τίποτα, ούτε στην εξωτερική μορφή ούτε στην εσωτερική κατάσταση…

Μην προσπαθείς να θεραπεύσεις το ένα κακό με άλλο κακό. Μην επιχειρείς να ξεπεράσεις τον αντίπαλο στις συμφορές. Γιατί στους κακούς ανταγωνισμούς ο νικητής είναι αθλιότερος, αφού αποχωρεί με τη μεγαλύτερη ευθύνη της αμαρτίας. Σ’ έβρισε ο οργισμένος; Σταμάτησε το πάθος με τη σιωπή…

Σε ονόμασε άσημο και άδοξο ο οργισμένος αντίπαλός σου; Εσύ σκέψου ότι είσαι «χώμα και στάχτη» (Γεν. 18,27). Γιατί δεν είσαι ανώτερος από τον Αβραάμ, που ονόμαζε έτσι τον εαυτό του. Σε ονόμασε αγράμματο και φτωχό και τιποτένιο; Εσύ σκέψου ότι είσαι σκουλήκι και ότι προέρχεσαι από την κοπριά, όπως γράφει ο Δαβίδ (Ψαλμ. 21,7). Πρόσθεσε σ’ αυτά και το παράδειγμα του Μωυσή που όταν τον έβρισαν ο Ααρών και η Μαριάμ, δεν παραπονέθηκε στο Θεό εναντίον τους, αλλά προσευχήθηκε γι’ αυτούς (Αριθ. 12, 1-13)…

Αλλά κι αν ο αντίπαλός σου σε αποκαλέσει ανόητο και αγράμματο, θυμήσου τις βρισιές των Ιουδαίων εναντίον της αληθινής Σοφίας: «Είσαι Σαμαρείτης και δαιμονισμένος» (Ιω. 8,48)… Σε ράπισε ο αντίπαλος; Σκέψου ότι και τον Κύριο ράπισαν. Σ’ έφτυσε; Σκέψου ότι και τον Κύριό μας έφτυσαν. Και μάλιστα δεν έκρυψε το πρόσωπό του για ν’ αποφύγει τον εξευτελισμό από τα φτυσίματα. 

Συκοφαντήθηκες; Το ίδιο έπαθε κι ο Κύριος. Σου ξέσκισαν τα ρούχα; Αφαίρεσαν και του Κυρίου τα ενδύματα οι στρατιώτες και τα μοίρασαν μεταξύ τους (Ιω. 19,24). Εσύ όμως δεν καταδικάστηκες ακόμα. Ούτε σταυρώθηκες. Πολλά σου λείπουν για να μιμηθείς τον Κύριο… Ήρεμα ανέχθηκε το ράπισμα του δούλου. Ο Δεσπότης και Δημιουργός τ’ ουρανού και της γης. Αυτός που προσκυνείται απ’ ολόκληρη την ορατή και αόρατη κτίση. Αυτός που «συγκρατεί το σύμπαν με τη δύναμη του λόγου Του» (Εβρ. 1,3), δεν επιτρέπει ν’ ανοίξει η γη και να καταπιεί ζωντανό τον ασεβή δούλο ούτε τον στέλνει στον άδη, αλλά τον νουθετεί και τον διδάσκει: «Αν είπα κάτι κακό, πες ποιο ήταν αυτό. Αν όμως μίλησα σωστά, γιατί με χτυπάς;» (Ιω. 18,23).

…Όταν νιώσεις τον πειρασμό να βρίσεις, σκέψου ότι δοκιμάζεσαι. Θα πάς με το μέρος του Θεού, δείχνοντας μικροθυμία, ή θα τρέξεις προς το διάβολο, δείχνοντας την αγαθή μερίδα; Γιατί ή θα ωφελήσεις και τον αντίπαλο ακόμα με το παράδειγμα της πραότητός σου ή θα ζημιωθείτε κι οι δύο με τον εγωισμό σου…

Δυο πράγματα κι εσύ ν’ αποφεύγεις: Να μη θεωρείς τον εαυτό σου άξιο για επαίνους και να μη νομίζεις κανέναν κατώτερό σου. Με τον τρόπο αυτό ποτέ δεν θ’ ανάψει μέσα σου ο θυμός για τις προσβολές που σου γίνονται… Το θυμό σου να τον στρέφεις εναντίον του ανθρωποκτόνου διαβόλου, που είναι ο πατέρας του ψεύδους και ο πρόξενος κάθε αμαρτίας. Να είσαι όμως σπλαχνικός με τον αδελφό σου, γιατί αν συνεχίσει ν’ αμαρτάνει, θα παραδοθεί στο αιώνιο πυρ μαζί με το διάβολο. Όπως διαφέρουν οι λέξεις θυμός και οργή, έτσι διαφέρουν και οι σημασίες τους. Θυμός είναι μια έντονη έξαψη κι ένα ξέσπασμα του πάθους. Ενώ οργή είναι μια μόνιμη λύπη και μια διαρκής τάση για εκδίκηση, σαν να φλέγεται η ψυχή από τον πόθο ν’ ανταποδώσει το κακό. Οι άνθρωποι αμαρτάνουν και με τις δυο καταστάσεις. Άλλοτε ορμούν απερίσκεπτα να χτυπήσουν όσους τους προκάλεσαν και άλλοτε καιροφυλακτούν δόλια να εκδικηθούν όσους τους λύπησαν. Εμείς και τα δυο πρέπει να τ’ αποφεύγουμε…

… Αν συνηθίσεις να είσαι ο έσχατος, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου («Όποιος θέλει να είναι ο πρώτος, θα πρέπει να γίνει ο τελευταίος απ’ όλους / Μαρκ. 9,35), υπάρχει περίπτωση ν’ αγανακτήσει στις άδικες κατηγορίες; Όταν σε βρίζει ένα μικρό παιδί, θεώρησε τα λόγια του σαν αφορμή για γέλιο. Αλλά κι όταν κανείς μεγάλος κυριευθεί από μανία και ξεστομίζει ατιμωτικά λόγια, να τον θεωρείς άξιο συμπάθειας μάλλον παρά μίσους. Δεν είναι τα λόγια που μας λυπούν. Είναι η υπεροψία μας απέναντι στον υβριστή και η μεγάλη ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας. Αν λοιπόν αφαιρέσεις από μέσα σου αυτά τα δυο, τότε τα λόγια μόνα τους είναι ένας κούφιος θόρυβος…

Αν με τη σύνεση μπορέσεις να κόψεις την πικρή ρίζα του θυμού, θα ξεριζώσεις μαζί της πολλά άλλα πάθη. Γιατί η δολιότητα, η υποψία, η θρασύτητα, η απιστία, η κακοήθεια, η επιβουλή και όλα τα συγγενικά πάθη είναι γεννήματα αυτής της κακίας. Ας μην κρύβουμε μέσα μας ένα τόσο μεγάλο κακό. Είναι αρρώστια της ψυχής, σκοτείνιασμα του νου, αποξένωση από το Θεό, αιτία φιλονικίας, αφορμή συμφοράς, πονηρό δαιμόνιο που κυριαρχεί στην ψυχή και αποκλείει την είσοδο του Αγίου Πνεύματος. Γιατί όπου είναι έχθρες, φιλονικίες, θυμοί, φατρίες, διαμάχες, που διαρκώς ταράζουν την ψυχική γαλήνη, εκεί το πνεύμα της πραότητος δεν αναπαύεται.

Ας συμμορφωθούμε, λοιπόν, με την εντολή του αποστόλου Παύλου, «Διώξτε μακριά σας κάθε δυσαρέσκεια, θυμό, οργή, κραυγή, κατηγόρια, καθώς και κάθε άλλη κακότητα» (Εφ. 4,31), και ας περιμένουμε την εκπλήρωση της υποσχέσεως που έδωσε ο Κύριος στους πράους: «Μακάριοι είναι οι πράοι, γιατί αυτοί θα κληρονομήσουν τη γη της επαγγελίας» (Ματθ. 5,5).