Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anthony Bloom. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Anthony Bloom. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε 
 
Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή».

Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom 
«Ζωντανή προσευχή»,
 εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»


Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Το νόημα της Αγάπης (Anthony Bloom)



Το νόημα της Αγάπης (Anthony Bloom)


Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος


Τὸ νόημα τῆς ἀγάπης εἶναι τὸ νόημα τῆς ζωῆς, ἐπειδὴ ἀγάπη, παρότι πολὺ συχνὰ πιστεύουμε ἤ φανταζόμαστε, δὲν εἶναι ἕνα ἁπλὸ συναίσθημα.

              Ὅταν μιλᾶμε γιὰ τὸν Θεὸ, καὶ λέμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, δὲν ἐννοοῦμε ὅτι Αὐτὸς εἶναι ἕνα συναίσθημα δίχως τέλος. Ἐννοοῦμε κάτι βαθύτερο ἀπ’ αὐτὸ: ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι πλοῦτος ζωῆς και ὕπαρξης. Καὶ αὐτὸ βρίσκει ἐφαρμογὴ στὴν δική μας ἀνθρώπινη ἀγάπη.


               Κάποιος ποὺ κατέχεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἔχει μέσα του πλοῦτο ζωῆς, στὸν ὁποῖο ἡ αἴσθηση τῆς ζωῆς, ἡ δύναμη τῆς ζωῆς εἶναι τόσο πλήρης, τόσο σπουδαία, ὥστε αὐτὴ ἡ ἀγάπη εἶναι σίγουρη γιὰ τὸν ἑαυτό της. Καὶ αὐτὸ γεννάει χαρά, κουράγιο, ἐνθουσιασμό, καὶ πηγαίνει τόσο βαθιὰ ὥστε φτάνει πέρα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο.


                Ἡ Ἁγία Γραφὴ λέει ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν θάνατο. Πράγματι εἶναι πιὸ δυνατὴ ἐπειδὴ ἔχει τοποθετήσει τὸν ἑαυτό της μέσα ἀπὸ τὴν πληρότητα της, τὴν δύναμή της, τὴν ἔνταση της στὸ βασίλειο τῆς ἀνάστασης, στὸ βασίλειο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ἡ ἀγάπη εἶναι ἱκανὴ γιὰ μιὰ ἔσχατη θυσία, ὄχι μόνο ὅταν προσφέρουμε καὶ δεχόμαστε, ἀλλὰ μὲ τὸ νὰ θυσιάζει κάποιος τὴν ἴδια του τὴ ζωή, γιατὶ αὐτὴ ἡ ζωή, ἐὰν προσφέρεται, σημαίνει ὅτι τὴν κατέχει κάποιος στὴν πληρότητα της. Εἶναι πλοῦτος ζωῆς ποὺ ἐκφράζεται μέσα ἀπὸ τὴν ἔσχατη θυσία. Ἴσως νὰ θυμόσαστε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: «Κανεὶς δὲν μοῦ ἀφαιρεῖ τὴν ζωή, τὴν προσφέρω ὁ ἴδιος ἐλεύθερα». Ἡ ἀγάπη, ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς ποὺ αὐτὴ ἐκφράζει, εἶναι ἄτρωτη. Οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νὰ μᾶς πάρουν τὴ ζωή, μποροῦν νὰ μᾶς ὑποβάλλουν σὲ ὁποιαδήποτε δοκιμασία, καὶ ὅμως ἕνας ἄνθρωπος παραμένει ἀλώβητος ἐπειδὴ κανένας στὴ πραγματικότητα δὲν τοῦ ἀφαιρεῑ τὴν ζωή· τὸ πρόσωπο ποὺ ἀγαπάει προσφέρει.


             Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς δώσω ἕνα παράδειγμα. Στὴ διάρκεια τῆς Ρωσικῆς Ἐπανάστασης μία μητέρα μὲ δύο παιδιὰ κρυβόταν σὲ μιὰ μικρὴ πόλη. Ἕνα βράδυ ἦλθε μιὰ γυναίκα, τόσο νέα, στὰ εἴκοσι της χρόνια, καὶ τῆς εἶπε ὅτι ἐπρόκειτο νὰ συλληφθεῖ τὴ νύχτα γιὰ νὰ ἐκτελεστεῖ. Ἡ μητέρα κοίταξε τὰ παιδιά, καὶ ἡ καινούργια της φίλη τῆς εἶπε, « Μὴν ἀνησυχεῖς, πήγαινε καὶ κρύψου.» Καὶ ἡ μητέρα εἶπε, « Πῶς θὰ μποροῦσα νὰ φύγω μὲ αὐτὰ τὰ παιδιά. Θὰ μὲ εὕρισκαν σὲ δυὸ ὧρες». «Ὄχι», εἶπε ἡ ἄγνωστη φίλη της, «Θὰ μείνω πίσω, θὰ δώσω τὸ δικό σου ὄνομα καὶ ἴσως νὰ ἐκτελεστῶ, ἀλλὰ ἐσὺ θὰ δραπετεύσεις.» Καὶ ἔτσι ἔκανε.

             Αὐτὴ ἦταν μιὰ πράξη ἀγάπης, ποὺ ἀπορρέει ἀπὸ μιὰ τέτοια πληρότητα ζωῆς, ἀπὸ μιὰ τέτοια βεβαιότητα ὅτι ἡ ζωὴ δὲν τελειώνει, καὶ ὅτι μονάχα μὲ τὴν ὁλοκλήρωση ποὺ θὰ εὕρισκε στὸ θάνατο της θὰ μποροῦσε νὰ κάνει αὐτὴν τὴν πράξη.


               Κανένας δὲν ἔχει μεγαλύτερη ἀγάπη ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ θυσιάζει τὴν ζωὴ του γιὰ τοὺς φίλους του. Αὐτὸς ποὺ τὸ κάνει μόνος του ἐλεύθερα, προσεγγίζει τὴν ἐκπλήρωση τοῦ νοήματος τῆς ζωῆς, ἐπειδὴ ἡ ζωὴ ἀξίζει μόνο γι’ αὐτὸ ποὺ κάποιος ζεῖ, καὶ ἡ ζωὴ φτάνει τούτη τὴν πληρότητα ὅταν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ μποροῦν ἀνθρώπινα νὰ γίνουν, γίνονται πέρα ἀπὸ τὸ φόβο, μὲ χαρά, μὲ βεβαιότητα.

             Αὐτὸ εἶναι γιὰ μένα τὸ νόημα τῆς ἀγάπης. Τέτοια πληρότητα ζωῆς, ποὺ θὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ δεχτῶ νὰ γίνω ἀπόλυτα εὐάλωτος, ποτὲ νὰ μὴν κάνω πίσω, ποτὲ νὰ μὴν ἀντιστέκομαι, νὰ προσφέρω τὸν ἑαυτό μου μέχρι τὴν τελευταία στιγμή, δίχως διάκριση σὲ κανέναν μὲ μιὰ βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ νικηθεῖ, ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι πιὸ δυνατὴ ἀπὸ τὸν θάνατο· γιατὶ ἀγαπᾶμε σημαίνει ὅτι ἔχουμε ἤδη ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό μας καὶ γινόμαστε κοινωνία, αὐτὴ εἶναι ἡ κοινωνία ζωῆς μὲ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ ἴδιος ἀγάπη. Ἀμήν.

Anthony Bloom
 (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003)


Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Anthony Bloom: Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;


Anthony Bloom: Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;

Ο Θεός είναι διατεθειμένος να μείνη τελείως έξω από την ζωήμας, είναι έτοιμος να το σηκώση αυτό σαν ένα σταυρό, αλλά δεν είναι καθόλου διατεθειμένος να γίνη απλώς ένα μέρος της ζωής μας.
Έτσι όταν σκεπτόμαστε την απουσία του Θεού, δεν αξίζει να ερωτήσουμε τον εαυτό μας: ποιος φταίει γι’ αυτό;

Πάντοτε αποδίδουμε την ενοχή στον Θεό, πάντοτε κατηγορούμε Εκείνον, είτε κατ’ ευθείαν, είτε μπροστά στους ανθρώπους, ότι είναι απών, ότι ποτέ δεν είναι παρών όταν Τον χρειαζόμαστε, ποτέ δεν ανταποκρίνεται οσάκις καταφεύγουμε σ’ Αυτόν. 
Είναι στιγμές που είμαστε περισσότερο «ευσεβείς» και λέμε ευλαβικά: «ο Θεός δοκιμάζει την υπομονή μου, την πίστη μου, την ταπείνωσί μου». Βρίσκομε ένα σωρό τρόπους για να μεταβάλουμε την εναντίον μας κρίσι του Θεού σε έπαινό μας. Είμαστε τόσο υπομονετικοί ώστε μπορούμε να υποφέρουμε ακόμα και τον Θεό!
Όταν πάμε να προσευχηθούμε όλες τις φορές θέλουμε ΚΑΤΙ από Εκείνον και καθόλου ΕΚΕΙΝΟΝ. Μπορεί αυτό να λεχθεί σχέση; Συμπεριφερόμαστε με τον τρόπο αυτόν στους φίλους μας; Αποβλέπουμε κυρίως σ’ αυτό που η φιλία μπορεί να μας δώση ή αγαπάμε τον φίλο; Συμβαίνει το ίδιο στις σχέσεις μας με τον Θεό;
Ας σκεφθούμε τις προσευχές μας, τις δικές σας και τις δικές μου. Σκεφθήτε την θέρμη, το βάθος και την έντασι που έχει η προσευχή σας, όταν αφορά κάποιον που αγαπάτε, ή κάτι που έχει σημασία για την ζωή σας. Τότε η καρδιά σας είναι ανοιχτή, όλος ο εσωτερικός σας εαυτός είναι προσηλωμένος στην προσευχή. Μήπως αυτό σημαίνει ότι ο Θεός έχει κάποια σημασία για σας; ΌΧΙ, καθόλου! Απλώς σημαίνει ότι το θέμα της προσευχής σας  απασχολεί.
Όταν κάνετε την γεμάτη πάθος, βαθειά και έντονη προσευχή, την σχετική με το αγαπώμενο πρόσωπο, ή την κατάστασι που σας στεναχωρεί και μετά στραφήτε στο επόμενο αίτημα, που δεν σας απασχολεί και πολύ και ξαφνικά παγώση η διάθεσί σας, τι άλλξε; «Ψυχράθηκε» μήπως ο Θεός; Ή έχει «απομακρυνθεί»; Όχι ασφαλώς. Αυτό σημαίνει ότι όλη η έξαρσι, όλη η έντασι της προσευχής σας δεν γεννήθηκε από την παρουσία του Θεού, ούτε από την προς Αυτόν πίστι σας, την σφοδρή γι’ Αυτόν αγάπη, από την αίσθησι της παρουσίας Του. Αλλά γεννήθηκε, μόνο και μόνο, από την ανησυχία σας για κείνο το πρόσωπο ή για κείνη την υπόθεσι, και όχι για τον Θεό.
Γιατί λοιπόν μας εκπλήττει το γεγονός ότι αυτή η απουσία του Θεού μας πλήττει; Εμείς είμαστε εκείνοι που απουσιάζουμε, εμείς γινόμαστε ψυχροί, αφού δεν μας ενδιαφέρει πλέον ο Θεός. Γιατί; Διότι ο Θεός δεν έχει τόσο σημασία για εμάς.
Υπάρχουν επίσης και άλλες περιπτώσεις που ο Θεός είναι «απών». Εφόσον εμείς είμαστε πραγματικοί, δηλαδή είμαστε, αληθινά, ο εαυτός μας, ο Θεός μπορεί να είναι παρών και να κάνη κάτι για εμάς. Αλλά από την στιγμή που προσπαθούμε να γίνουμε ότι στην ουσία δεν είμαστε, τότε δεν μένει τίποτε να πούμε ή να έχουμε. Γινόμαστε μία φανταστική προσωπικότης, μία ανειλικρινής παρουσία, και την παρουσία αυτήν δεν μπορεί να την πλησιάσει ο Θεός.
Για να μπορέσουμε ναν προσευχηθούμε πρέπει να ζήσουμε στην κατάστασι η οποία καθορίζεται σαν Βασιλεία του Θεού. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι Αυτός είναι ο Θεός, ο Βασιλεύς, οφείλουμε να παραδοθούμε σ’ Αυτόν. Τουλάχιστον πρέπει ναν ενδιαφερόμαστε για το θέλημά Του, ακόμη και αν δεν είμαστε ικανοί να το εκπληρώσουμε. Αλλά αν δεν είμαστε ικανοί γι’ αυτό, αν φερόμαστε στον Θεό όπως ο πλούσιος νεανίας που δεν μπορούσε να ακολουθήση τον Χριστό γιατί ήταν πάρα πολύ πλούσιος, τότε πώς θα Τον συναντήσουμε;
Πολύ συχνά, ότι θα θέλαμε να είχαμε αποκτήσει δια της προσευχής, δια της βαθείας σχέσεως με τον Θεό, την οποίαν τόσο επιθυμούμε, είναι απλώς μια επιθυμία ευτυχίας και τίποτα παραπάνω. Δεν είμαστε προετοιμασμένοι να πουλήσουμε όλα όσα έχουμε για ναν αγοράσουμε τον πολύτιμο μαργαρίτη. Έτσι πως είναι δυνατόν να κερδίσουμε αυτόν τον πολύτιμο μαργαρίτη; Είναι Αυτός η προσδοκία μας;
Τελικά θέλουμε κάτι από τον Χριστό ή θέλουμε τον ίδιο τον Χριστό;
από το βιβλίο: "Μάθε να προσεύχεσαι"
εκδ. "Η ΕΛΑΦΟΣ" 

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2016

Ω Θεέ μου



«Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε με, βοήθησέ με, βοήθησέ με, σώσε με. Ω Θεέ μου, βοήθησέ με, προστάτεψέ με»


«Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε με, βοήθησέ με, βοήθησέ με, σώσε με. Ω Θεέ μου, βοήθησέ με, προστάτεψέ με»


Αν η απελπισία μας πηγάζει από πολύ βαθιά μέσα μας, αν αυτό που ζητάμε, αυτό για το οποίο κραυγάζουμε, είναι τόσο ουσιαστικό ώστε να καλύπτει όλες τις ανάγκες της ζωής μας, τότε βρίσκουμε κατάλληλα λόγια να προσευχηθούμε και μπορούμε να φτάσουμε στην κορυφαία στιγμή της προσευχής μας, τη συνάντηση με το Θεό.
Θα ήθελα να πω κάτι για την «κραυγή» της προσευχής. Φώναζε δυνατά ο τυφλός Βαρτίμαιος. Τι λέει όμως το Ευαγγέλιο για τους ανθρώπους γύρω του; Προσπαθούσαν, λέει, να τον κάνουν να σιωπήσει. Μπορούμε να φανταστούμε όλους εκείνους τους ευσεβείς ανθρώπους με την καλή όραση, τα γερά πόδια, την καλή υγεία που περικύκλωναν το Χριστό και μιλούσαν για υψηλά θέματα, για τη Βασιλεία του Θεού που έρχεται, για τα μυστήρια των Γραφών, να γυρίζουν προς το Βαρτίμαιο και να του λένε: «επί τέλους, δεν μπορείς να ησυχάσεις; Τα μάτια σου, τα μάτια σου, και τι σημασία έχουν αυτά ενώ μιλούμε για το Θεό;»
Ο Βαρτίμαιος φαινόταν σαν κάτι ξένο που ξαφνικά έμπαινε στη μέση και, αδιαφορώντας τελείως για τα συμβαίνοντα, ζητούσε από το Θεό κάτι που απελπιστικά το είχε ανάγκη. Και όλα αυτά τα έκανε παρά το γεγονός ότι με τις φωνές του κατέστρεψε την αρμονία των εθιμοτυπικών συζητήσεων γύρω του. Οι ενοχλημένοι θα μπορούσαν να τον απομακρύνουν και να τον κάνουν να σιωπήσει. Το Ευαγγέλιο όμως λέει πως, ενώ όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήθελαν να τον ησυχάσουν, αυτός επέμενε, γιατί αυτό που ζητούσε είχε πολύ μεγάλη σημασία για τον ίδιο. Όσο περισσότερο προσπαθούσαν να του κλείσουν το στόμα, τόσο πιο πολύ εκείνος φώναζε.
Εδώ βρίσκεται το μήνυμά μου. Υπάρχει στην Ελλάδα ένας άγιος, ονομάζεται Μάξιμος. Ήταν νέος όταν μία μέρα πήγε στην Εκκλησία και άκουσε το ανάγνωσμα του Αποστόλου που λέει ότι πρέπει να προσευχόμαστε «αδιαλείπτως». Αυτό έκανε τόση εντύπωση στο Μάξιμο ώστε σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο παρά να προσπαθήσει να τηρήσει αυτή την εντολή.
Όταν βγήκε από το ναό σκέφτηκε να πάει στο κοντινότερο βουνό και εκεί ήσυχος να αρχίσει να προσεύχεται όπως άκουσε στο Ευαγγέλιο. Σαν Έλληνας χωρικός του τετάρτου αιώνα, ήξερε το «Πάτερ ημών» και μερικές άλλες προσευχές. Έτσι, όπως μας λέει ο ίδιος, άρχισε να τις λέει τη μία ύστερα από την άλλη, και πάλι από την αρχή, ασταμάτητα. Αισθάνθηκε, πραγματικά, πολύ όμορφα. Προσευχόταν, ήταν συντροφιά με το Θεό, ήταν χαρούμενος. Το καθετί του φαινόταν τόσο τέλειο! Μόνο που σιγά- σιγά ο ήλιος άρχισε να πέφτει, άρχισε να κάνει κρύο και να σκοτεινιάζει.
Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά όταν άρχισε ν’ ακούει γύρω του θορύβους, πολλούς και παράξενους θορύβους. Άκουγε το σπάσιμο των κλαδιών κάτω από τα πόδια των ζώων, έβλεπε τα λαμπερά μάτια των άγριων θηρίων, άκουγε τις κραυγές των μικρών ζώων που τα έτρωγαν τα μεγαλύτερα. Άκουγε όλων των ειδών τους γνωστούς νυχτερινούς θορύβους του δάσους.
Τότε αισθάνθηκε πως ήταν μόνος. Πραγματικά μόνος, ένα μικρό απροστάτευτο πλάσμα μέσα στον κόσμο του κινδύνου, του θανάτου, του σπαραγμού. Ένιωσε ότι δεν είχε καμιά άλλη βοήθεια αν ο Θεός δεν του έδινε τη δική Του. Δεν συνέχισε πια να λέει το «Πάτερ ημών» και το «Πιστεύω». Έκανε ο,τι έκανε και ο Βαρτίμαιος. Άρχισε να φωνάζει δυνατά: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Το φώναζε αυτό όλη τη νύχτα γιατί τα ζωντανά του δάσους και τα λαμπερά τους μάτια δεν του έδιναν ευκαιρία για ύπνο.
Τέλος ξημέρωσε. Σκέφτηκε, λοιπόν, αφού όλα τα ζώα έχουν φύγει πια και πήγαν να κοιμηθούν «τώρα μπορώ και εγώ να προσευχηθώ». Αλλά τότε ένιωσε ότι πεινούσε. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να μαζέψει μερικά βατόμουρα, για να φάει. Πλησίασε ένα θάμνο, αλλά ξαφνικά του ήρθε η σκέψη ότι όλα τα αστραφτερά μάτια και άγρια νύχια θα πρέπει να είναι κρυμμένα κάπου εκεί στους θάμνους.
Έτσι άρχισε να προχωρεί πολύ προσεκτικά και σε κάθε του βήμα έλεγε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, σώσε με, βοήθησέ με, βοήθησέ με, σώσε με. Ω Θεέ μου, βοήθησέ με, προστάτεψέ με». Για κάθε βατόμουρο που μάζεψε, σίγουρα, είχε προσευχηθεί πολλές φορές.
Πέρασε ο καιρός και ύστερα από πολλά χρόνια συνάντησε ένα γέροντα και έμπειρο ασκητή, ο οποίος τον ρώτησε πως είχε μάθει να προσεύχεται αδιάλειπτα. Ο Μάξιμος είπε: «Νομίζω πως ο διάβολος με δίδαξε να προσεύχομαι αδιάλειπτα». Ο γέροντας απάντησε: «Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις. Αλλά θα ήθελα να είμαι βέβαιος ότι σε καταλαβαίνω σωστά». Ο Μάξιμος τότε του εξήγησε πως είχε σιγά- σιγά συνηθίσει όλους τους θορύβους και τους κινδύνους της μέρας και της νύχτας. Ύστερα όμως του ήρθαν πειρασμοί σαρκικοί, πειρασμοί του νου, των αισθημάτων και αργότερα πιο ισχυρές επιθέσεις του διαβόλου. Ύστερα απ’ όλα αυτά δεν υπήρχε στιγμή της μέρας και της νύχτας που να μην κραυγάζει στο Θεό:«Ελέησον, ελέησον, βοήθησε, βοήθησε, βοήθησε».
Μια μέρα, ύστερα από δεκατέσσερα χρόνια αδιάλειπτης προσευχής ο Κύριος του αποκαλύφτηκε. Από τη στιγμή εκείνη ησυχία, ειρήνη και γαλήνη τον πλημμύρισαν. Δεν υπήρχε πια φόβος -φόβος από το σκοτάδι, από τους θάμνους, ούτε από το διάβολο- ο Κύριος είχε επικρατήσει. «Τότε», είπε ο Μάξιμος, «έμαθα ότι αν δεν έλθει ο Κύριος, είμαι απελπιστικά αβοήθητος. Έτσι, και όταν ακόμα ήμουνα γαλήνιος, ειρηνικός και ευτυχισμένος, συνέχισα να προσεύχομαι λέγοντας:«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με, γιατί μόνο στο θείο έλεος υπάρχει η ειρήνη της καρδιάς και του νου, η γαλήνη του σώματος και η δύναμη της θέλησης».
Έτσι δεν μπορούμε να πούμε πως ο Μάξιμος έμαθε να προσεύχεται παρά την ταραχή που τον κατείχε, αλλά ακριβώς εξ αιτίας της ταραχής. Γιατί η ταραχή του ήταν ένας πραγματικός κίνδυνος. Αν μπορούσαμε να αντιληφθούμε ότι και μεις βρισκόμαστε σε πολύ μεγάλη ταράχη, σε κίνδυνο, ότι ο διάβολος παραφυλάει προσπαθώντας να μας πιάσει και να μας καταστρέψει, τότε θα προσευχόμαστε συνέχεια, ασταμάτητα.
Anthony Bloom

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ

Σπάζοντας τα δεσμά του θανάτου


Όταν ο Χριστός ανέστη εκ του τάφου και εμφανίστηκε στους μαθητές Του και στις Μυροφόρες, τους χαιρέτησε με τη λέξη «Χαίρετε»! Και αργότερα, όταν εμφανίστηκε στους αποστόλους, οι πρώτες Του λέξεις ήταν «Ειρήνη υμίν»! Ειρήνη, διότι η ταραχή τους ήταν πολύ μεγάλη – ο Κύριός τους είχε πεθάνει. Κάθε ελπίδα να νικήσει ο Θεός την κακότητα, να υπερισχύσει το αγαθό του κακού, είχε χαθεί. 

Έμοιαζε να έχει θανατωθεί η ίδια η ζωή, το φως να έχει σβήσει. Όλο κι όλο που απέμεινε στους Μαθητές, στους ανθρώπους που είχαν ζήσει εν αγάπη κοντά στον Χριστό και είχαν πιστέψει σ’ Αυτόν, ήταν αν συνεχίσουν να υπάρχουν, όχι πια να ζουν. Είχαν ήδη γευθεί την αιώνια ζωή, τώρα ήταν καταδικασμένοι να περιμένουν ένα σκληρό θάνατο στα χέρια των εχθρών του Χριστού.


«Ειρήνη υμίν» – «Έχω αναστηθεί, είμαι ζωντανός, είμαι μαζί σας, και άρα τίποτε – ούτε θάνατος, ούτε διωγμός- μπορεί πια να μας χωρίσει ή να σας στερήσει την αιώνια ζωή, τη νίκη του Θεού». Και αφού τους έπεισε ότι αναστήθηκε σωματικά, αφού τους ξανάδωσε τη χαμένη τους ειρήνη και μια ακλόνητο βεβαιότητα πίστεως, ο Χριστός πρόφερε λόγια που ίσως στην εποχή μας να ηχούν απειλητικά και τρομακτικά για πολλούς: «Καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, και εγώ πέμπω υμάς». Λίγες μόνον ώρες μετά τον σταυρικό θάνατό Του, λίγο μετά τη φοβερή εκείνη νύχτα στη Γεσθημανή, οπότε ο Χριστός συνελήφθη από τους εχθρούς Του, καταδικάστηκε σε θάνατο, οδηγήθηκε έξω από τα τείχη της πόλης και πέθανε πάνω στο σταυρό, τα λόγια αυτά παίρνουν τη μορφή απειλής. Και μόνο με την πίστη, με την παντοδύναμη βεβαιότητα ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ότι ο Θεός είχε νικήσει, ότι η Εκκλησία είχε γίνει μια ανίκητη δύναμη, θα μπορούσαν να γίνουν λόγια ελπίδας και θριαμβικής ιεραποστολής.



Οι Μαθητές ξεκίνησαν να κηρύττουν˙ τίποτε δεν τους σταματούσε. Δώδεκα άνθρωποι αντιμέτωποι με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Δώδεκα ανυπεράσπιστοι άνδρες, χωρίς κατοχυρωμένα δικαιώματα βγήκαν να μεταφέρουν το απλούστατο μήνυμα: ότι η θεία αγάπη είχε εισέλθει στον κόσμο και ότι για χάρη αυτής της αγάπης ήταν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους, ώστε και άλλοι να πιστέψουν και να ζήσουν, ώστε να ανατείλει φως «τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου».



Τους περίμενε πράγματι ο θάνατος˙ όλοι οι απόστολοι, εκτός από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Τους επιφυλάχθηκε θάνατος και διωγμός και πόνος και σταυρός ( Β΄ Κορ. 6, 3-14 ).



Αλλά η πίστη μας, η πίστη στον Χριστό, στον Σαρκωμένο Θεό, η πίστη στον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, η πίστη που έφερε την άσβεστη αγάπη στον κόσμο, θριάμβευσε. «Η πίστη ημών η νικήσασα τον κόσμον».



Το κήρυγμα αυτό άλλαξε τη στάση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο˙ καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια του άλλου. Ο προορισμός του κόσμου διευρύνθηκε και απέκτησε βάθος, ξεπέρασε τα όρια της γης και ένωσε τη γη με τον ουρανό. Και όπως είπε ένας Δυτικός ιεροκήρυκας, εμείς τώρα οι Χριστιανοί, έχουμε γίνει τα πρόσωπα εκείνα που ο Θεός τους εμπιστεύτηκε τη φροντίδα των άλλων ανθρώπων˙ που δεν θα χάνουν την ελπίδα τους, γιατί τη φύτεψε ο Θεός μέσα τους˙ που θα μπορέσουν να φέρουν τη θριαμβευτική αυτή νίκη μέσα στο καμίνι του τρόμου, των δικαστικών διώξεων, του μίσους και του διωγμού- αυτή τη νίκη που έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο, δια της πίστεως στον Εσταυρωμένο και αναστάντα Ιησού.



Ας ορθώσουμε λοιπόν το ανάστημά μας γι’ αυτήν την πίστη. Ας την ομολογούμε άφοβα, ας τη διδάξουμε στα παιδιά μας, ας τα οδηγούμε στα μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία, πριν ακόμη τα παιδιά μας μπορέσουν να τα κατανοήσουν, τα ενώνουν με τον Θεό και φυτεύουν τη αιώνια ζωή μέσα τους.



Και όλοι μας, νωρίτερα ή αργότερα, θα σταθούμε ενώπιον της κρίσεως του Θεού κα θα πρέπει να απαντήσουμε αν μπορέσαμε να αγαπήσουμε όλο τον κόσμο- πιστούς και απίστους, αγαθούς και πονηρούς- με την ίδια θυσιαστική, σταυρωμένη, νικηφόρα αγάπη με την οποία ο Θεός αγάπησε εμάς. Είθε ο θεός να μας δώσει θάρρος ακατανίκητο, πίστη νικηφόρα, αγάπη χαρούμενη, ώστε να εδραιωθεί η Βασιλεία για την οποία Εκείνος ενανθρώπησε, να γίνουμε εμείς υιοί Θεού και η γη μας αληθινός ουρανός, όπου θα ζει και θα βασιλεύει η αγάπη.



Χριστός Ανέστη!

Από το βιβλίο: «Anthony Bloom
Στο φως της Κρίσης του Θεού
ΠΟΡΕΙΑ ΑΠΌ ΤΟ ΤΡΙΩΔΙΟ ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ»

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

«Αββά ο πατήρ» (Γαλ. 4,6 και Ρωμ. 8,15)

 

Το Άγιο Πνεύμα 

«πλάθει και διαμορφώνει 

μέσα μας τη γνώση του Θεού»

Anthony Bloom

[…] Φυσικά υπάρχουν ένα σωρό τρόποι χρήσης του όρου «πνεύμα» μέσα στην Αγία Γραφή: το πνεύμα του Ανθρώπου, «τα πνεύματα» σε πληθυντικό αριθμό, που σημαίνουν τους αγγέλους και τους δαίμονες.

Υπάρχει επίσης και μία έννοια την οποία υποδηλώνουμε, όταν μιλάμε για το «πνεύμα» ενός έθνους, το «πνεύμα» μιας ομάδας ανθρώπων, το οποίο σε τελική ανάλυση σηματοδοτεί κάτι μη ορίσιμο και ασαφές, που όμως είναι ξεκάθαρα αναγνωρίσιμο ως συγκεκριμένο και μοναδικό. Και ίσως αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να στοχαστούμε , όταν λέμε πως ο Θεός είναι πνεύμα, ή όταν μιλάμε για το Άγιο Πνεύμα.

Υπάρχει επίσης και μία άλλη προσέγγιση, που προέρχεται επίσης από την Αγία Γραφή και που μας οδηγεί ίσως, σύμφωνα και με τις πρώτες μου επισημάνσεις, σε μια εγγύτερη κατανόηση. Σίγουρα όλοι θα θυμάστε τη συζήτηση που είχε κάποια νύχτα ο Κύριος Ιησούς Χριστός με τον Νικόδημο, και που περιγράφεται στο ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννη του Θεολόγου. Μπορείτε να φανταστείτε το σκηνικό. Το απόγευμα είχε ζυγώσει. Ο Χριστός και ο Νικόδημος στέκονται ή κάθονται στην ταράτσα ενός εκ των σπιτιών της Ιερουσαλήμ και βυθίζονται σιγά-σιγά στη δροσιά της νύχτας και στο σκοτάδι, που ολοένα πυκνώνει. Μιλούν για τον Θεό και ο Νικόδημος παλεύει να καταλάβει.
Ο Χριστός λέει πως ο Θεός είναι πνεύμα, και κατόπιν συνεχίζει με τα εξής λόγια: «το πνεύμα όπου θέλει πνει. και την φωνήν αυτού ακούεις, αλλ’ ουκ οίδας πόθεν έρχεται και πού υπάγει» (Ιωάν. 3,8). Ο όρος που ο Χριστός χρησιμοποίησε (η εβραϊκή λέξη ruah) αντιστοιχεί ακριβώς στην ελληνική λέξη πνεύμα και τη λατινική spiritus· και οι τρεις αυτοί όροι σημαίνουν την ανάσα του ανέμου, το αγέρι που φυσά.

Προφανώς ο Χριστός δεν υπαινισσόταν πως ο Θεός είναι, υπό μία έννοια, σαν τον άνεμο. Ο άνεμος είναι κάτι υλικό, αποτελούμενος από πράγματα υλικά, από τον αέρα. Αυτό που λέει, πρώτα απ’ όλα, είναι ότι ο Θεός, όπως και ο άνεμος. δεν μπορεί να οριστεί ως μέγεθος και ως ουσία. Δεν μπορούμε να τον αδράξουμε, μας δραπετεύει. Ο άνεμος φυσά και δεν μπορείς να τον συγκρατήσεις στα χέρια σου. Ο άνεμος φυσά και δεν μπορείς να δώσεις ένα σχήμα στο φύσημά του – δεν είναι σαν το ποτάμι που κυλά ανάμεσα σε όχθες.

Απ’  την άλλη πλευρά, ο άνεμος γίνεται αντιληπτός– και γίνεται αντιληπτός ως άμεση εμπειρία. Αυτό που είναι χαρακτηριστικό με τον άνεμο είναι ότι τον γνωρίζουμε, όχι επειδή μπορούμε να τον παρατηρούμε απ’ έξω, αλλά επειδή τον αντιλαμβανόμαστε ως προσωπική εμπειρία. Αν ανατρέξετε πίσω στη μικρή περιγραφή που σας έκανα λίγο παραπάνω. σχετικά με τον Χριστό και τον Νικόδημο, οι οποίοι στέκονταν στην ταράτσα ενός σπιτιού, τυλιγμένοι από το αεράκι του δειλινού, αυτό που πραγματικά προκύπτει είναι το εξής: ο άνεμος φυσά και το γνωρίζεις επειδή η επιδερμίδα σου δροσίζεται, η ανάσα σου γίνεται πιο εύκολη και τα ρούχα σου τα βλέπεις να θροΐζουν απαλά σ’ αυτό το φύσημα του ανέμου. Γνωρίζεις στα σίγουρα πως ο άνεμος πνέει. Πλην όμως δεν έχεις ιδέα από πού έρχεται αυτή η πνοή ούτε πού θα καταλήξει. Αυτό μόνο που ξέρεις είναι πως είσαι εντός της, πως ο άνεμος σε αγγίζει -έχεις βεβαιότητα περί αυτού, επειδή αυτή η βεβαιότητα είναι προσωπική, άμεση και εμπειρική.

Αυτό είναι ένα εξαιρετικά σημαντικό πράγμα, επειδή όταν διαβάζεις αυτά που αναφέρονται στην Αγία Γραφή σχετικά με το Άγιο Πνεύμα, συναντάς αυτή τη βεβαιότητα, πως το Άγιο Πνεύμα γνωρίζεται από τον άνθρωπο μέσω της εμπειρίας και όχι με κάποιο άλλο τρόπο. Ο Χριστός γνωρίζεται ως ένα συμβάν της ιστορίας. Στέκεται απέναντί μας κατά πρόσωπο. Είναι κάποιος που δεν ταυτίζεται με το δικό μου «εγώ»,ή με κάποιο συλλογικό «εμείς»,ακριβώς όπως και καθένας από εμάς δεν ταυτίζεται με το «εγώ» κάποιου άλλου ή κάποιας άλλης. Ο Χριστός επομένως -όχι με κάθε τρόπο, αλλά κατά κάποιο τρόπο- είναι για μας «έξωθεν». Η γνώση μας γι’ Αυτόν είναι γνώση που μπορεί να συγκριθεί με τη γνώση που αποκομίζουμε από κάθε άλλο συμβάν της ιστορίας, από ένα πρόσωπο της ιστορίας, ή μια σειρά γεγονότων που εξελίσσονται γύρω από κάποιο ιστορικό πρόσωπο. Μπορούμε να αντιδιαστείλουμε τον εαυτό μας από Εκείνον. Μπορούμε να Τον αποδεχτούμε ως Θεό μας ή να Τον αρνηθούμε, να Τον αποδεχτούμε ως Σωτήρα ή να Τον απορρίψουμε. Μπορούμε να πιστέψουμε στα λόγια Του ή να απιστήσουμε σ’ αυτά. Μπορούμε να Τον αγαπήσουμε ή να Τον αντιπαθήσουμε. Είμαστε ελεύθεροι να σχετιστούμε μαζί Του, όπως και με κάθε άλλο αντικείμενο έξω από μας.

Δεν ισχύει το ίδιο, όμως, με το Άγιο Πνεύμα, διότι το Άγιο Πνεύμα γίνεται αντιληπτό από μας μόνο εντός της εμπειρικής μας σφαίρας, κατά τον ίδιο τρόπο που και ο άνεμος τριγύρω από τον Νικόδημο ήταν μια βεβαιότητα της εμπειρίας του, όχι μια βεβαιότητα αντικειμενικής γνώσης. Καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν να μου αντιτείνετε ότι μπορεί κανείς να μάθει πολλά πράγματα για τον άνεμο· πλην, όμως, δεν είναι αυτό το μήνυμα που θέλει να μεταδώσει η Αγία Γραφή.

Συνεπώς, η μόνη μας γνώση για το Άγιο Πνεύμα είναι η εμπειρία. Και ίσως να είναι αυτός ο λόγος που στο ευαγγέλιο του Μάρκου αναφέρεται ότι, μολονότι κάθε βλασφημία εναντίον του Χριστού μπορεί να συγχωρηθεί, η βλασφημία εναντίον του Αγίου Πνεύματος όχι. Ο Χριστός μπορεί να παρερμηνευτεί. Μπορεί να μην Τον αναγνωρίσουμε. Μπορεί να κρίνουμε λανθασμένα. Μπορεί να μην είμαστε αρκούντως ώριμοι για να Τον αποδεχτούμε, καθότι είναι έξω από εμάς και για να σχετιστούμε μαζί Του θα πρέπει να διανυθεί μία απόσταση από εμάς προς Εκείνον και από Εκείνον προς εμάς. Όμως δεν μπορούμε να αρνηθούμε κάποια εμπειρία μας που συνδέεται με το Άγιο Πνεύμα, διότι είναι δική μας εμπειρία.

Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: Κάποιος στέκεται στον δρόμο παγωμένος από το κρύο και κοιτάζει μέσα από ένα παράθυρο τις φλόγες που τρίζουν σε ένα αναμμένο τζάκι. Αν είναι η πρώτη φορά που βλέπει και αποκτά εμπειρία της φωτιάς, και αν του έχουν πει ότι η φωτιά είναι κάτι που σε ζεσταίνει μέχρι το κόκκαλο, τότε αυτός θα ανασηκώσει τους ώμους του και θα πει «όχι. δεν σε ζεσταίνει – οι φλόγες χορεύουν μέσα στο τζάκι, αλλά εγώ έχω ξεπαγιάσει». Αντιθέτως, αν βρεθείτε σε ένα δωμάτιο, όπου δεν βλέπετε πουθενά φωτιά (ή έστω βλέπετε στο τζάκι φωτιά) και έχετε ζεσταθεί για τα καλά. αλλά παρόλα αυτά επιμένετε να αρνείστε πως η φωτιά σας προξένησε ζεστασιά, τότε δεν υπάρχει τρόπος να ελευθερωθείτε από το λάθος, διότι αρνείστε όχι ένα αντικειμενικό γεγονός έξω από εσάς, αλλά ένα πραγματικό γεγονός εντός σας.

Είσαστε ή τρελοί ή ψεύτες – δεν υπάρχει άλλος τρόπος να αποτιμηθεί η κατάστασή σας.
Το πρώτο συνεπώς μπορεί να είναι μια λανθασμένη κρίση, ένα σημάδι άγνοιας, μια ανικανότητα να σχετιστείς με ένα αντικειμενικό εξωτερικό γεγονός. Το δεύτερο όμως, είναι μια άρνηση, μια απόρριψη αυτού που γνωρίζεις ότι είναι αλήθεια. Έτσι, ό,τι γνωρίζουμε για το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται εντός μας – και αυτό είναι μία αλήθεια που άπαντα σε όλη την Αγία Γραφή. Για παράδειγμα, αναφέρεται ότι το Πνεύμα που ενοικεί  στον άνθρωπο, τον διαποτίζει έως μυελού των οστέων. Το Άγιο Πνεύμα «υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. 8, 26). Το Άγιο Πνεύμα είναι που μας διδάσκει να λέμε «Αββά ο πατήρ» (Γαλ. 4,6 και Ρωμ. 8,15). Και το Άγιο Πνεύμα -όπως αναφέρει η μετάφραση του Μόφφατ- «πλάθει και διαμορφώνει μέσα μας τη γνώση του Θεού».

Βέβαια, όλα αυτά είναι εντός μας. Κανένα από αυτά δεν είναι «έξωθεν». Προφανώς σε αυτό το σημείο η εικονολογική αναλογία αναιρείται, διότι σίγουρα μπορούμε να πούμε ότι ο άνεμος άγγιζε τον Νικόδημο στην επιδερμίδα του, όχι στην ψυχή του. Όμως πλέον μιλώ εδώ για την εμπειρία και όχι πια για τον άνεμο. Επομένως όλη η γνώση που διαθέτουμε για το Άγιο Πνεύμα προσωπικά, συλλογικά, είναι ή εμπειρική ή ανύπαρκτη. «Ανύπαρκτη γνώση» κατά μία έννοια, δεν υπάρχει: όλοι έχουμε ένα είδος αγγίγματος του Θεού. Όμως είναι εμπειρικό.

 Ό,τι ξέρουμε για το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο είναι δοσμένο στη γνώση μας από τον Θεό – όχι διαφορετικά. Και αυτή είναι η δυσκολία που η θεολογία αντιμετώπισε καθ’ όλη τη διάρκεια της εκκλησιαστικής ιστορίας. Όποτε επιχειρούσε να μιλήσει για το Άγιο Πνεύμα. Ό,τι μπορούμε να πούμε. μπορούμε να το πούμε έσωθεν, αλλά είναι πολύ λίγο και αναφέρεται στις ενέργειές Του. Κάποια στιγμή, θα έρθουμε και σ’ αυτό το σημείο. Αυτό που μπορούμε να πούμε για το Άγιο Πνεύμα ως Πρόσωπο είναι κάτι που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε (και που δεν γνωρίζουμε) και είναι μονάχα ζήτημα αποκάλυψης. Και αυτός είναι ο λόγος που η ανατολική θεολογία αντιτίθετο πάντοτε με οξύτητα και αποφασιστικότητα σε κάθε εγχείρημα λογικής ερμηνείας της φύσης του Αγίου Πνεύματος εντός της Αγίας Τριάδας, και που αποδέχτηκε απλά, με μια κίνηση πίστης, τον Ζωντανό Θεό, απορρίπτοντας τον Θεό των φιλοσόφων, για τον οποίο μιλά ο Απόστολος Παύλος.


(Anthony Bloom, 
«Η εν Θεώ ζωή μας», 
εκδ. Εν πλω, σ. 14-23)



Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΤΟΥΣ

ΣΤΟ ΚΑΤΩΦΛΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΕΤΟΥΣ


 
Καθώς ο ένας χρόνος διαδέχεται τον άλλον σας μιλούσα για την νέα χρονιά που ερχόταν παρομοιάζοντάς την με μια πεδιάδα που, ακηλίδωτη, αγνή, είναι σκεπασμένη από χιόνι, και ζητούσα να δώσετε προσοχή στο γεγονός ότι πρέπει να βαδίζουμε με υπευθυνότητα εκεί που απλώνεται το λευκό τοπίο που είναι ακόμα παρθένο, επειδή σύμφωνα με τον τρόπο που βαδίζουμε, θα υπάρχει μια οδός που θα το διασχίζει, όταν ακολουθούμε το θέλημα του Θεού, η βήματα πλανεμένα που μοναχά θα λερώνουν την λευκότητα του χιονιού.
Αλλά ένα πράγμα δεν μπορούμε, ούτε πρέπει να ξεχάσουμε τούτη τη χρονιά περισσότερο από τις προηγούμενες φορές, είναι ότι υπάρχει σκοτάδι που περιβάλλει, καλύπτει τούτη τη λευκότητα και αυτό το άγνωστο τοπίο, όπως ένας τρούλος, ένα σκοτάδι με λίγα η πολλά αστέρια, πλην όμως ένα σκοτάδι θολό, επικίνδυνο και τρομακτικό.
Βγαίνουμε από μία χρονιά, όπου όλοι μας έχουμε αντιληφθεί το σκοτάδι όπου είναι ακόμαδιαδεδομένη η βία και η σκληρότητα.
Πως θα συναντήσουμε τη νέα χρονιά;
Θα ήταν αφελές και πολύ αντιχριστιανικό, να ζητήσουμε από τον Θεό να μας προστατέψει, να κάνει τη γη έναν παράδεισο ειρήνης, ενώ γύρω μας δεν υπάρχει ειρήνη.
Υπάρχει διαμάχη, ένταση, αποθάρρυνση, φόβοι, βία, φονικό. Δεν μπορούμε να ζητάμε για μας ειρήνη, όταν αυτή η ειρήνη δεν μπορεί να απλωθεί πέρα από την Εκκλησία, όταν δεν έρχεται σαν ακτίνες φωτός να διαλύσουν το σκοτάδι.
Ένας πνευματικός συγγραφέας της Δύσης είχε γράψει ότι ο Χριστιανός είναι αυτός στον οποίο ο Θεός έχει εμπιστευθεί την ευθύνη όλων των άλλων ανθρώπων και αυτήν την ευθύνη πρέπει να προετοιμαστούμε να φέρουμε εις πέρας.
Σε λίγο θα ικετεύσουμε τον Θεό για την άγνωστη νέα χρονιά και το σκοτάδι που την καλύπτει, με την μεγαλύτερη ευχή που προφέρεται στις λειτουργικές ακολουθίες, «Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» ας είναι ευλογημένη η βασιλεία του Θεού.
Τούτα τα λόγια προφέρονται σπάνια: στην αρχή της λειτουργίας, σαν ευχή για τον νέο χρόνο και σε στιγμές όπου ενώνεται χρόνος και αιωνιότητα, όταν με τα μάτια της πίστης μπορούμε να δούμε την αιωνιότητα συνυφασμένη με τον χρόνο.
Ο χριστιανός είναι ο μόνος που πρέπει να είναι ικανός να βλέπει την ιστορία, όπως την βλέπει ο Θεός, σαν ένα μυστήριο της σωτηρίας, αλλά επίσης σαν μια τραγωδία της ανθρώπινης αμαρτίας και πτώσης. Καί σε σχέση με αυτά τα τελευταία, πρέπει να πάρουμε θέση.
Ο Χριστός λέει στο Ευαγγέλιο: «Όταν ακούσετε ότι γίνονται πόλεμοι η φήμες που μιλούν για πολέμους, μην πανικοβληθήτε»· σηκώστε ψηλά τα κεφάλια, δεν υπάρχει χώρος στην καρδιά και την ζωή του Χριστιανού για διστακτικότητα, δειλία και φόβο, που είναι όλα γεννήματα του εγωισμού, της μέριμνας για τον εαυτό μας, ακόμα και αν αυτή η μέριμνα αγγίζει αυτούς που αγαπάμε.
Ο Θεός είναι Θεός της ιστορίας, αλλά πρέπει να γίνουμε συνεργάτες Του και μας στέλνει σ’ αυτόν τον κόσμο που είναι δικός Του για να μεταβάλλει την παράφωνη Πολιτεία των ανθρώπων σε αρμονία που θα ονομάζεται Πολιτεία του Θεού.
Στον σημερινό κόσμο, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δικαστούμε και έτοιμοι να υπομείνουμε, ίσως με το φόβο στην καρδιά μήπως χάσουμε την πίστη μας, αλλά θα πρέπει να μείνουμε ακλόνητοι στην υπηρεσία του Θεού και των ανθρώπων. Καί όταν κοιτάξουμε πίσω την προηγούμενη χρονιά, τα λόγια της λιτανείας μας χτυπούν και μας κατηγορούν. Ζητάμε από τον Θεό να μας συγχωρέσει όσα έχουμε κάνει η όσα έμειναν ατέλειωτα την χρονιά που πέρασε. Ισχυριζόμαστε ότι είμαστε Ορθόδοξοι· είμαστε Ορθόδοξοι δεν σημαίνει μόνο να ομολογούμε το Ευαγγέλιο στην ολότητά του και να το διακηρύττουμε στην αγνότητά του, αλλά συνίσταται, ακόμα περισσότερο από αυτό, στο να ζούμε σύμφωνα με αυτό. Καί γνωρίζουμε ότι ο Χριστός εν συμβιβάζεται με τίποτα παρά με το μεγαλείο του ανθρώπου και το μήνυμα της αγάπης και της λατρείας.
Μπορούμε πράγματι να μετανοήσουμε επειδή ποιός θα έλεγε, βλέποντάς μας, καθώς έλεγαν οι άνθρωποι για τους πρώτους Χριστιανούς, «Δείτε πως αγαπούν ο ένας τον άλλον!». Ποιός, βλέποντάς μας, θα έλεγε ότι κατέχουμε το νόημα της ζωής, της αγάπης που μας πηγαίνει πέρα από κάθε σύγκριση, που προκαλεί τον καθένα να αναρωτηθεί από που προέρχεται αυτό; Ποιός τους το έδωσε; Πως μπορούν να υπομείνουν την δοκιμασία; Καί αν θέλουμε τούτη τη χρονιά να γίνουμε άξιοι του Θεού, της Χριστιανικής μας κλήσης, του αγίου ονόματος της Ορθοδοξίας, πρέπει χωριστά και σαν ένα σώμα να γίνουμε για όλους, για το κάθε πρόσωπο που ίσως να μας χρειάζεται, ένα όραμα για το τι μπορεί να είναι ο άνθρωπος και για το τι μια κοινότητα ανθρώπων μπορεί να είναι κάτω από τον Χάρη του Θεού.
Ας προσευχηθούμε για συγχώρεση, εμείς που είμαστε μέχρι τώρα μακρυά από την κλήση μας, ας προσευχηθούμε να μας δίνει ο Κύριος γενναιότητα, κουράγιο, θέληση να δικαιώσουμε τον εαυτό μας, να σηκώσουμε τον σταυρό μας, να ακολουθήσουμε τα βήματα του Χριστού εκεί όπου μας καλεί.

Ας ξεκινήσουμε την Νέα Χρονιά με κουράγιο. Αμήν.

Μητροπολίτης Σουρόζ, Anthony Bloom

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

«Ειρήνη υμίν»

«Χαίρετε»! «Ειρήνη υμίν»

(Μητροπ. Anthony Bloom)

 

Όταν ο Χριστός ανέστη εκ του τάφου και εμφανίστηκε στους μαθητές Του και στις Μυροφόρες, τους χαιρέτησε με τη λέξη «Χαίρετε»! Και αργότερα, όταν εμφανίστηκε στους αποστόλους, οι πρώτες Του λέξεις ήταν «Ειρήνη υμίν»! Ειρήνη, διότι η ταραχή τους ήταν πολύ μεγάλη· ο Κύριός τους είχε πεθάνει. Κάθε ελπίδα να νικήσει ο Θεός την κακότητα, να υπερισχύσει το αγαθό του κακού, είχε χαθεί. Έμοιαζε να έχει θανατωθεί η ίδια η ζωή, το φως να έχει σβήσει. Όλο κι όλο που απέμενε στους Μαθητές, στους ανθρώπους πού είχαν ζήσει εν αγάπη κοντά στον Χριστό και είχαν πιστέψει σ’ Αυτόν, ήταν να συνεχίσουν να υπάρχουν, όχι πια να ζουν. Είχαν ήδη γευθεί την αιώνια ζωή, τώρα ήταν καταδικασμένοι να περιμένουν ένα σκληρό θάνατο στα χέρια των έχθρων του Χριστού.
«Ειρήνη υμίν»· «Έχω αναστηθεί, είμαι ζωντανός, είμαι μαζί σας, και άρα τίποτε- ούτε θάνατος, ούτε διωγμός- μπορεί πια να μας χωρίσει ή να σας στερήσει την αιώνια ζωή, τη νίκη του Θεού». Και αφού τους έπεισε ότι αναστήθηκε σωματικά, αφού τους ξανάδωσε τη χαμένη τους ειρήνη και μια ακλόνητη βεβαιότητα πίστεως, ο Χριστός πρόφερε λόγια που ίσως στην εποχή μας να ηχούν απειλητικά και τρομακτικά για πολλούς.
«Καθώς απέσταλκέ με ο Πατήρ, και εγώ πέμπω υμάς». Λίγες μόνον ώρες μετά τον σταυρικό θάνατό Του, λίγο μετά τη φοβερή εκείνη νύχτα στη Γεθσημανή. οπότε ο Χριστός συνελήφθη από τους εχθρούς Του, καταδικάστηκε σε θάνατο, οδηγήθηκε έξω από τα τείχη της πόλης και πέθανε πάνω στο σταυρό, τα λόγια αυτά παίρνουν τη μορφή απειλής. Και μόνο με την πίστη, με την παντοδύναμη βεβαιότητα ότι ο Χριστός αναστήθηκε, ότι ο Θεός είχε νικήσει, ότι η Εκκλησία είχε γίνει μία ανίκητη δύναμη, θα μπορούσαν να γίνουν λόγια ελπίδας και θριαμβικής ιεραποστολής.
Οι Μαθητές ξεκίνησαν να κηρύττουν, τίποτε δεν τούς σταματούσε. Δώδεκα άνθρωποι, αντιμέτωποι με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Δώδεκα ανυπεράσπιστοι άνδρες, χωρίς κατοχυρωμένα δικαιώματα βγήκαν να μεταφέρουν το απλούστατο μήνυμα: ότι η θεία αγάπη είχε εισέλθει στον κόσμο και ότι για χάρη αυτής της αγάπης ήταν έτοιμοι να δώσουν και τη ζωή τους, ώστε και άλλοι να πιστέψουν και να ζήσουν, ώστε να ανατείλει φως «τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου».
Τους περίμενε πράγματι ο θάνατος· όλοι οι απόστολοι, εκτός από τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο. Τους επιφυλάχθηκε θάνατος και διωγμός και πόνος και σταυρός (Β’ Κορ. 6,3-14).
Αλλά η πίστη μας, η πίστη στον Χριστό, στον Σαρκωμένο Θεό, η πίστη στον Εσταυρωμένο και Αναστάντα, η πίστη που έφερε την άσβεστη αγάπη στον κόσμο, θριάμβευσε. «Η πίστις ημών η νικήσασα τον κόσμον».
Το κήρυγμα αυτό άλλαξε τη στάση του ανθρώπου προς τον άνθρωπο– καθένας έγινε πολύτιμος στα μάτια του άλλου. Ο προορισμός του κόσμου διευρύνθηκε και απέκτησε βάθος, ξεπέρασε τα όρια της γης και ένωσε τη γη με τον ουρανό. Και όπως είπε ένας Δυτικός Ιεροκήρυκας, εμείς τώρα οι Χριστιανοί, έχουμε γίνει τα πρόσωπα εκείνα που ο Θεός τους εμπιστεύτηκε τη φροντίδα των άλλων ανθρώπων τα πρόσωπα που θα πιστεύουν στον εαυτό τους, επειδή ο Χριστός τους εμπι­στεύθηκε· που δεν θα χάνουν την ελπίδα τους, γιατί τη φύτεψε ο Θεός μέσα τους· που θα μπορέσουν να φέρουν τη θριαμβευτική αυτή νίκη μέσα στο καμίνι του τρόμου, των δικαστικών διώξεων, του μίσους και του διωγμού· αυτή τη νίκη που έχει ήδη κατακτήσει τον κόσμο, διά της πίστεως στον Εσταυρωμένο και αναστάντα Ιησού.
Ας ορθώσουμε λοιπόν το ανάστημά μας γι’ αυτήν την πίστη. Ας την ομολογούμε άφοβα, ας τη διδάξουμε στα παιδιά μας, ας τα οδηγούμε στα Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία, πριν ακόμη τα παιδιά μπορέσουν να τα κατανοήσουν, τα ενώνουν με τον Θεό και φυτεύουν την αιώνια ζωή μέσα τους.
Και όλοι μας, νωρίτερα ή αργότερα, θα σταθούμε ενώπιον της κρίσεως του Θεού και θα πρέπει να απαντήσουμε αν μπορέσαμε να αγαπήσουμε όλο τον κόσμο -πιστούς και απίστους, αγαθούς και πονηρούς- με την ίδια θυσιαστική, σταυρωμένη, νικηφόρα αγάπη με την οποία ο Χριστός αγάπησε εμάς. Είθε ο Θεός να μας δώσει θάρρος ακατανίκητο, πίστη νικηφόρα, αγάπη χαρούμενη, ώστε να εδραιωθεί η Βασιλεία για την οποία Εκείνος ενανθρώπησε, να γίνουμε εμείς υιοί Θεού και η γη μας αληθινός ουρανός, όπου θα ζει και θα βασιλεύει η αγάπη.
Χριστός Ανέστη!
(Μητροπ. Anthony Bloom «Στο φως της Κρίσης του Θεού», εκδ. Εν πλω)