Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΟΝΑ ΘΕΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΙΚΟΝΑ ΘΕΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Ιουνίου 2016

Ανθρώπινο πρόσωπο: δημιουργία, κλήση, αποτυχία


Ανθρώπινο πρόσωπο: 
δημιουργία, κλήση, αποτυχία 

            «Μας έπλασες για Σένα, και οι καρδιές μας αδημονούν μέχρι ν’ αναπαυθούν σε Σένα». Ο άνθρωπος πλά­στηκε ως σύντροφος του Θεού: αυτή είναι η πρώτη και πρωταρχική παραδοχή της χριστιανικής διδασκαλίας για το ανθρώπινο πρόσωπο. Οι άνθρωποι όμως, αν και πλασμένοι ως σύντροφοι του Θεού, απορρίπτουν συνεχώς αυτή τους την ιδιότητα: αυτό είναι το δεύτερο γεγονός που λαμ­βάνει υπόψη της η χριστιανική ανθρωπολογία. Οι άνθρω­ποι πλάστηκαν ως σύντροφοι του Θεού: σύμφωνα με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η Εκκλησία, ο Θεός έπλασε τον Αδάμ, «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν», και τον τοποθέτη­σε στον Παράδεισο. Οι άνθρωποι συνεχώς απορρίπτουν αυτή τη σχέση· στη γλώσσα της Εκκλησίας, ο Αδάμ έ­πεσε, και η πτώση του, «η προπατορική αμαρτία», έσπειρε τις συνέπειες της σ’ ολόκληρη την ανθρωπότητα.
Η Δημιουργία του ανθρώπινου προσώπου. «Και είπεν ο Θεός, ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και ομοίωσιν» (Γεν. 1, 20). Ο Θεός χρησιμοποιεί πληθυ­ντικό: «Ποιήσωμεν άνθρωπον». Η Δημιουργία του ανθρώπινου προσώπου, όπως συνεχώς τονίζουν οι Έλληνες Πατέρες, ήταν πράξη και των τριών προσώπων της αγίας Τριάδας, και ως εκ τούτου θα πρέπει πάντοτε ν’ αντιλαμ­βανόμαστε μ’ έναν Τριαδικό τρόπο την «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» δημιουργία. Θα δούμε παρακάτω πως το σημείο αυτό έχει τεράστια σημασία.
Εικόνα και Ομοίωση. Σύμφωνα με τους περισσότε­ρους Έλληνες Πατέρες, οι όροι εικών και ομοίωσις δεν εκφράζουν ακριβώς το ίδιο πράγμα. «Το μεν γαρ κατ’ εικόνα», γράφει ο άγ. Ιωάννης Δαμασκηνός, «το νοερόν δηλοί και αυτεξούσιον· το δε κατ’ ομοίωσιν, την της αρετής κατά το δυνατόν ομοίωσιν». Η εικόνα του Θεού δηλώνει την ελεύθερη βούληση, τη λογική, την αίσθηση της ηθικής υπευθυνότητας του ανθρώπου, το καθετί δηλαδή που μας ξεχωρίζει από τη ζωική δημιουργία και μας καθιστά πρόσωπα. Η εικόνα όμως υποσημαίνει και κάτι περισσότερο απ’ αυτά. Σημαίνει πώς είμαστε «γένος» (Πράξ. 17, 28) του Θεού, συγγενείς Του, Σημαίνει πως μεταξύ Αυτού και ημών υπάρχει ένα σημείο επαφής και ομοιότητας. Δεν είναι αγεφύρωτο το χάσμα μεταξύ Δημιουργού και δημιουργήματος, επειδή με το να είμαστε δημιουργημένοι κατ’ εικόνα Θεού, μπορούμε να γνωρίζουμε τον Θεό και να κοινωνούμε μαζί Του. Αν μάλιστα κάνουμε σωστή χρήση αυτής της ικανότητας για κοινωνία με τον Θεό, τότε θα γίνουμε «ως» θεοί, θα αποκτήσουμε τη θεία ομοιότητα. Σύμφωνα με τα λόγια του αγ, Ιωάννη Δαμασκηνού, «θα γίνουμε όμοιοι με τον Θεό μέσω της αρετής». Η απόκτη­ση της ομοιότητας είναι το ίδιο με τη θέωση, το να γίνουμε δηλαδή «δεύτεροι θεοί», «θεοί κατά χάριν». «Είπα, θεοί έστε, και υιοί Υψίστου πάντες» (Ψαλμ. 81, 6).
Ο όρος «εικών» δηλώνει τις δυνάμεις με τις οποίες μας έχει προικίσει ο Θεός από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής μας. Το «καθ’ ομοίωσιν» δεν είναι ένα χάρισμα που κατέχουμε εξαρχής, αλλά ένας στόχος που πρέπει να επιτύχουμε, κάτι που μπορούμε ν’ αποκτήσουμε μόνο βαθμιαία. Όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε, ποτέ δεν χάνουμε το «κατ’ εικόνα». Το «καθ’ ομοίωσιν» όμως εξαρτάται από τις ηθικές μας επιλογές, από την «αρετή» μας, και έτσι καταστρέφεται από την αμαρτία.
Οι άνθρωποι συνεπώς ήσαν τέλειοι κατά τη δημι­ουργία τους, όχι τόσο κατά μια πραγματική, όσο κατά μια δυνητική έννοια. Προικισμένοι εξ υπαρχής με το «κατ’ εικόνα», είχαν κληθεί να επιτύχουν το «καθ’ ομοίωσιν» με τη δική τους προσπάθεια (συνεπικουρούμενοι φυσικά από τη χάρη του Θεού). Ο Αδάμ ξεκίνησε από μια κατάστα­ση αθωότητας και απλότητας, «Ήταν ένα παιδί που δεν διέθετε ακόμη τέλεια αντίληψη», γράφει ο άγ. Ειρηναίος, «Ήταν ανάγκη να μεγαλώσει για ν’ αποκτήσει τελειότη­τα». Ο Θεός έβαλε τον Αδάμ στο σωστό μονοπάτι, αλλ’ ο Αδάμ είχε μακρύ δρόμο μπροστά του για να φτάσει στον τελικό του σκοπό.
Η Ορθόδοξη παράδοση για την κατάσταση του Αδάμ πριν από την πτώση είναι κάπως διαφορετική απ’ αυτήν που δίνει ο άγ. Αυγουστίνος και η οποία αποτελεί εν γένει τη δυτική παράδοση, ήδη από την εποχή του. Σύμ­φωνα με τον Αυγουστίνο, οι άνθρωποι στον Παράδεισο ήσαν εξαρχής προικισμένοι με κάθε δυνατή σοφία και γνώ­ση· η τελείωσή τους ήταν πραγματοποιημένη και όχι δυ­νητική. Όμως η δυναμική σκέψη του Ειρηναίου ταιριάζει σαφώς ευκολότερα στις σύγχρονες θεωρίες της εξέλιξης απ’ ότι η στατικότερη σκέψη του Αυγουστίνου. Και οι δύο όμως μιλούν σαν θεολόγοι, κι όχι σαν επιστήμονες, έτσι ώστε σε καμιά περίπτωση οι απόψεις τους δεν στέ­κουν ούτε πέφτουν λόγω κάποιας συγκεκριμένης επιστη­μονικής υπόθεσης.
Η Δύση έχει συχνά συνδέσει την εικόνα του Θεού με την ανθρώπινη ψυχή ή το νου. Αν και πολλοί Ορθόδο­ξοι έχουν υποστηρίξει το ίδιο, όμως η Ορθόδοξη θεολογία μας λέει πως εφόσον το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένα μο­ναδικό ενοποιημένο όλο, η εικόνα του Θεού αγκαλιάζει ολόκληρο το πρόσωπο, το σώμα και την ψυχή δηλαδή. «Ισχυρισαίμην γαρ εκ της γραφικής ανθρώπου φυσιολο­γίας ορμώμενον», έγραφε ο Μιχαήλ Χωνιάτης (πέθανε περίπου το 1222) (από το κείμενο Προσωποιπείαι, το οποίο αποδίδεται συχνά στον άγ. Γρηγόριο Παλαμά), «μη αν ψυχήν μόνην, μήτε σώμα μόνον λέγεσθαι άνθρωπον, αλλά το συναμφότερον, ον δη και κατ’ εικόνα πεπονηκέναι Θεός λέγεται». Το γεγονός πως οι άνθρωποι έχουν σώμα, υποστηρίζει ο άγ. Γρηγόριος Παλαμάς, δεν τους τοπο­θετεί κάτω από τους αγγέλους αλλά πάνω απ’ αυτούς. Είναι αλήθεια πως οι άγγελοι είναι «καθαρά» πνεύματα, ενώ η ανθρώπινη φύση είναι «ανάμεικτη», υλική και πνευματική. Αυτό όμως σημαίνει πως η ανθρώπινη φύση είναι τελειότερη από την αγγελική και είναι προικισμένη με πε­ρισσότερες δυνατότητες. Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένας μικρόκοσμος, μια γέφυρα και ένα σημείο συνάντησης για ολόκληρη τη δημιουργία του Θεού.
Η Ορθόδοξη θεολογική σκέψη υπερτονίζει την ει­κόνα του Θεού στο ανθρώπινο πρόσωπό. Ο καθένας μας είναι μια «ζωντανή θεολογία», και επειδή είμαστε εικόνα του Θεού, μπορούμε να βρούμε τον Θεό κοιτάζοντας μέσα στην καρδιά μας, «επιστρέφοντας καθ’ εαυτόν»: «Η Βα­σιλεία του Θεού εντός υμών έστιν» (Λουκ. 17, 21). «Γνωρίστε τον εαυτό σας», έλεγε ο άγ. Αντώνιος, «… αυ­τός που γνωρίζει τον εαυτό του, γνωρίζει τον Θεό». «Αν είσαι καθαρός», έγραφε ο άγ. Ισαάκ ο Σύρος (τέλος έβδομου αιώνα), «ο ουρανός είναι μέσα σου· μέσα σου θα δεις τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων». Έχει δε ειπωθεί για τον Παχώμιο: «Στην καθαρή καρδιά του είδε τον αόρατο Θεό σαν σε καθρέφτη».
Επειδή ο άνδρας και η γυναίκα είναι εικόνες του Θεού, κάθε μέλος του ανθρώπινου γένους, όσο αμαρτωλό κι αν είναι, είναι άπειρα πολύτιμο στο βλέμμα του Θεού. «Όταν βλέπεις τον αδελφό ή την αδελφή σου», μας λέει ο Κλήμης Αλεξανδρείας (πέθανε το 215), «βλέπεις τον Θεό». Ο δε Ευάγριος δίδασκε: «Μετά τον Θεό, πρέπει όλους να τους υπολογίζουμε σαν τον ίδιο τον Θεό». Ο σε­βασμός αυτός για κάθε ανθρώπινη ύπαρξη εκφράζεται, κα­θαρά στην Ορθόδοξη λατρεία, όπου ο ιερέας δεν θυμιάζει μόνο τις εικόνες, αλλά και το εκκλησίασμα, χαιρετίζοντας έτσι στο κάθε πρόσωπο την εικόνα του Θεού. «Η καλύ­τερη εικόνα του Θεού είναι το ανθρώπινο πρόσωπο».

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

Ο Τριαδικός Θεός στην Παλαιά Διαθήκη

Ο Τριαδικός Θεός στην Παλαιά Διαθήκη 

The “Angel Yahve” and the sight of God 


 
Μέρος 1ο
Ο Τριαδικός Θεός στην Παλαιά Διαθήκη 
Εμφανίζεται ο Τριαδικός Θεός στην Παλαιά Διαθήκη;
π. Ι. Ρωμανίδης

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.


Η ορολογία των Πατέρων και των Οικουμενικών Συνόδων της Εκκλησίας για τον Τριαδικό Θεό αποδίδεται με τους όρους πρόσωπο, υπόσταση, φύση, ουσία, ενέργεια και τρόπος υπάρξεως.
Επειδή οι όροι αυτοί στην εποχή των Πατέρων χρησιμοποιούνταν πρωταρχικά από τους φιλοσοφούντες Χριστιανούς, για να κατανοήσουν λογικά τον Τριαδικό Θεό, γι' αυτό οι Πατέρες της Εκκλησίας ενέταξαν αυτούς τους όρους στην ορολογία τους, αφού προηγουμένως καθόρισαν Ορθοδόξως το νόημά τους, σύμφωνα με την εμπειρία τους. Έτσι, με πολύ επιτυχημένη προσπάθεια, το πρόσωπο ταυτίσθηκε με την υπόσταση, η φύση με την ουσία και η ενέργεια ορίσθηκε ως η δραστική και ουσιώδης κίνηση της φύσεως. Ακόμη, καθόρισαν ότι ο τρόπος υπάρξεως των Προσώπων είναι το αγέννητο του Πατρός, το γεννητό του Υιού και το εκπορευτό του Αγίου Πνεύματος.
Το σημαντικό είναι ότι πλέον οι όροι αυτοί δεν είναι φιλοσοφικοί, αλλά, δι' αυτών, διατυπώνεται η προσωπική εμπειρία του Τριαδικού Θεού, την οποία αποκτούν οι Άγιοι με την μέθεξη της ακτίστου ενεργείας του Τριαδικού Θεού. Οι όροι χρησιμοποιούνται για την διατύπωση του δόγματος του Τριαδικού Θεού, αλλά η γνώση του Θεού είναι εμπειρική, όπως θα δούμε στην συνέχεια.
 
Διατυπώνεται μία άποψη ότι η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος είναι της Καινής Διαθήκης και όχι της Παλαιάς Διαθήκης, ότι στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει μονοθεΐα και, επομένως, η τριαδικότητα του Θεού αποκαλύφθηκε μόνον στην Καινή Διαθήκη.
«Επηρεασμένοι από τους δυτικούς θεολόγους, πολλοί Ορθόδoξοι δεν δέχονται ούτε να συζητήσουν για Άγια Τριάδα στην Παλαιά Διαθήκη, για δύο λόγους:

Ο ένας λόγος γιατί είναι επηρεασμένοι από τους ετεροδόξους, από τους δυτικούς ερμηνευτές και ο δεύτερος λόγος διότι είναι επηρεασμένοι παρά πολύ από τον νεοελληνισμό που εξύψωσε στα ύψη την αρχαία Ελληνική φιλοσοφία και προσπαθούν την γνήσια Χριστιανική διδασκαλία να την βγάλουν όχι μόνον από την Αγία Γραφή, αλλά και από τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους.
Γι' αυτό δεν λένε τώρα, εδώ στην Ελλάδα, έχουμε συνδυασμό μεταξύ αρχαίας Ελλάδας και του Χριστιανισμού;».
Βέβαια, ο ενσαρκωθείς Χριστός μάς αποκάλυψε τον Πατέρα και μας ανήγγειλε την έλευση του Αγίου Πνεύματος, αλλά αφ’ ενός μεν ποτέ δεν ενεργεί το ένα Πρόσωπο ανεξάρτητα από τα άλλα Πρόσωπα, διότι κοινή είναι η άκτιστη ενέργεια του Τριαδικού Θεού, αφ’ ετέρου δε και η Παλαιά Διαθήκη, όταν εξετασθεί υπό το πρίσμα της Καινής Διαθήκης, είναι τριαδολογική.
«Όλο το σχήμα της αποκαλύψεως και στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη είναι καθαρά Τριαδολογία».
Για την τριαδικότητα του Θεού δεν ομιλεί μόνον η Καινή Διαθήκη, αλλά και η Παλαιά, με άλλη ορολογία.
Ο προφήτης Ησαΐας, οκτακόσια χρόνια προ Χριστού, είδε «τον Κύριον καθήμενον επί θρόνου υψηλού και επηρμένου» και ήταν «πλήρης ο οίκος της δόξης αυτού». Τα Σεραφείμ, όμως, που στέκονταν κυκλικώς πέριξ του θρόνου με τα έξι πτερά «εκέκραγεν έτερος προς τον έτερον και έλεγον άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού» (Ησαΐας στ', 1-3). Ο προφήτης είδε τον Κύριο της δόξης, αλλά οι άγγελοι έλεγαν τρεις φορές το «άγιος».
Εδώ υπάρχει εμφάνιση του Τριαδικού Θεού δια του Κυρίου της δόξης, του Γιαχβέ. Έτσι είναι: ο Θεός (Ελοχείμ), ο Κύριος της δόξης (Γιαχβέ) και το «Πνεύμα Κυρίου».
«Υπάρχουν στην Εβραϊκή παράδοση και στην πατερική παράδοση ορισμένες διακρίσεις. Είναι ο Θεός, ο Γιαχβέ, και το Πνεύμα του Θεού. Ο Θεός, ο Άγγελος και το Πνεύμα του Θεού. Ο Θεός, ο Κύριος της δόξης και το Πνεύμα του Θεού. Υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη ορολογία σαφής περί της Αγίας Τριάδος.
Υπάρχει, όμως, στην Καινή Διαθήκη μια διαφοροποίηση, που εκτός από την ορολογία της Παλαιάς Διαθήκης, προστίθενται και το Πατήρ και ο Υιός. Δηλαδή, η μόνη διαφορά στην ορολογία περί του Θεού είναι ότι στην Καινή Διαθήκη προστίθεται το Πατήρ και Υιός. Αυτή είναι η διαφορά μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης. Και γι' αυτό, εξ αιτίας της ενσαρκώσεως, αποκαλύπτεται ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης ως Πατήρ, και ο Άγγελος της Παλαιάς Διαθήκης ως Υιός στην Καινή Διαθήκη. Εκτός από αυτήν την διαφορά, δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Παλαιάς και Καινής Διαθήκης στην ορολογία. Αυτή είναι η διαφορά».
Έτσι, στην Παλαιά Διαθήκη ο Τριαδικός Θεός λέγεται: Θεός, Γιαχβέ ή Μεγάλης Βουλής Άγγελος ή Κύριος της Δόξης, Πνεύμα Θεού. Στην Καινή Διαθήκη, παράλληλα με την παλαιοδιαθηκική ορολογία, χρησιμοποιείται και η ορολογία Πατήρ, Υιός ή Λόγος, και Άγιον Πνεύμα, λόγω της ενσαρκώσεως, αφού ο Χριστός έχει δύο φύσεις: ως άνθρωπος ήταν Υιός της Παρθένου, ως Θεός ήταν Υιός του Πατρός και, βεβαίως, η ενανθρώπηση έγινε δια Πνεύματος Αγίου.
Στην συνέχεια οι Πατέρες της Εκκλησίας, λόγω του ότι οι αιρετικοί χρησιμοποιούσαν φιλοσοφική ορολογία, ήτοι ουσία, ενέργεια, πρόσωπα, υποστάσεις, ομιλώντας για τον Τριαδικό Θεό, που είχε ίδια δόξα και ήταν διαφορετικά πρόσωπα, χρησιμοποίησαν και άλλη ορολογία, παράλληλα με την ορολογία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
«Τώρα, υπάρχει και άλλη διάκριση, μεταξύ της ουσίας του Θεού και της ενεργείας του Θεού. Και μετά, υπάρχουν και οι υποστάσεις. Οπότε, έχουμε ουσία, υπόσταση και ενέργεια.
Τώρα, αυτές οι διακρίσεις που γίνονται από τους Πατέρες (και θέτω εδώ το ερώτημα το πιο σπουδαίο), είναι φιλοσοφικές διακρίσεις, προέρχονται από την φιλοσοφική σκέψη των Πατέρων; Είναι δηλαδή μεταφυσικές ή οντολογικές διακρίσεις, που γίνονται μεταξύ ουσίας και ενεργείας και των τριών υποστάσεων ή είναι από την εμπειρία της Θεώσεως; Το συμπέρασμα που έφθασα είναι ότι στην πατερική παράδοση η διάκριση ουσίας και ενεργείας δεν είναι φιλοσοφική αλλά εμπειρίας».
Πάντως, το Τριαδικό του Θεού ομολογείται στην Παλαιά Διαθήκη, στην Καινή Διαθήκη και στην διδασκαλία των Πατέρων. Πρόκειται για την ίδια αλήθεια, αλλά χρησιμοποιείται διαφορετική ορολογία. Η ίδια εμπειρία διατυπώνεται με διαφορετικά ονόματα.




Μέρος 2ο
Ο άσαρκος Λόγος
Ελοχίμ ο Πατέρας, άγγελος Γιαχβέ ο Υιός
π. Ι. Ρωμανίδης

Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.


Ο Θεός, όταν εμφανίζεται, είναι ο Γιαχβέ, ο Κύριος της Δόξης, ο Άγγελος της Δόξης στην καιομένη Βάτο, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος κλπ. Αυτός είναι ο Γιαχβέ εμφανιζόμενος στους ανθρώπους. Και ο κεκρυμμένος Θεός είναι ο Ελοχίμ.
Επειδή οι αποκαλύψεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη είναι αποκαλύψεις του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ασάρκως, και, επειδή ο Λόγος έχει την ίδια δόξα με τον Πατέρα, ως ομοούσιος με Αυτόν, γι' αυτό οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, που έφθασαν στην θεοπτία, απέκτησαν την εμπειρία της δόξης του Τριαδικού Θεού.
Είναι αξιοπρόσεκτο ότι, όταν οι Πατέρες της Εκκλησίας, όπως ο Μέγας Αθανάσιος, συζητούσαν το δόγμα της Αγίας Τριάδος με τους Αρειανούς, χρησιμοποιούσαν συνεχώς χωρία από την Παλαιά Διαθήκη. Άλλωστε, και οι Αποστολικοί Πατέρες χρησιμοποιούσαν πολύ την Παλαιά Διαθήκη, αφού τότε δεν είχε απαρτισθεί ακόμη ο Κανόνας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης.
«Οι Πατέρες συνέχεια συζητούν το δόγμα περί Αγίας Τριάδος βάσει της Παλαιάς Διαθήκης. Η Παλαιά Διαθήκη είναι το δόγμα περί Αγίας Τριάδος, όχι μόνον η Καινή Διαθήκη. Η Καινή Διαθήκη είναι βοηθητική. Η Παλαιά Διαθήκη είναι της Αγίας Τριάδος. Γιατί; Διότι έχουμε τον Ελοχίμ και έχουμε τον Γιαχβέ. Ο Θεός, όταν εμφανίζεται, είναι ο Γιαχβέ, ο Κύριος της Δόξης, ο Άγγελος της Δόξης στην καιομένη Βάτο, ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος κλπ. Αυτός είναι ο Γιαχβέ εμφανιζόμενος στους ανθρώπους. Και ο κεκρυμμένος Θεός είναι ο Ελοχίμ.
Οπότε, έχουμε κεκρυμμένο Θεό και έχουμε εμφανιζόμενο Θεό στην Παλαιά Διαθήκη. Μεταξύ των δύο δεν υπάρχει διαφορά. Βλέποντας τον εμφανιζόμενο, βλέπουμε και τον μη εμφανιζόμενο, διότι είναι ακριβώς το ίδιο. Η μία είναι εικών του άλλου, εικών του αοράτου Θεού, λέει ο Απόστολος Παύλος για τον Χριστό. Βλέποντας την εικόνα, βλέπουμε το πρωτότυπο, το αρχέτυπο: "ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα" (Ιωάννης ιδ', 9).
Όλη η επιχειρηματολογία για το δόγμα περί Αγίας Τριάδος είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εμπειρία της Θεώσεως των Προφητών. Οι Προφήτες είναι εκείνοι οι οποίοι διδάσκουν την διδασκαλία περί Αγίας Τριάδος, όχι μόνον η Καινή Διαθήκη.
Σήμερα, στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε μονοθεΐα, λένε οι καθηγητές. Καινή Διαθήκη είναι η αποκάλυψη πλέον της Αγίας Τριάδος. Έχουμε Πατέρα, Υιό και Άγιον Πνεύμα στην Καινή Διαθήκη. Στην Παλαιά Διαθήκη δεν έχουμε Πατέρα ούτε Υιό. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε μονοθεΐα και επανερχόμαστε τώρα στην Τριαδολογία με την Καινή Διαθήκη, κάτι τέτοιο, ένα σχήμα τέτοιο δηλαδή.
Όμως, αυτός ο Άγγελος που λέγεται Θεός στην Παλαιά Διαθήκη, είναι το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Βλέποντας αυτό, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, βλέπουμε το αρχέτυπο, τον Πατέρα. Μετά έχουμε το Άγιον Πνεύμα, το οποίον Πνεύμα είναι το πνεύμα του δοξασμού. Όποιος έχει πνεύμα, δοξάζεται, βλέπει δια του Αγγέλου τον Θεό, δια του απεσταλμένου τον Θεό. Όταν έχουμε τον απεσταλμένο, βλέποντας τον απεσταλμένο, βλέπουμε τον ίδιο τον Θεό, διότι αυτός είναι ο Θεός».
Όταν διαβάσει κανείς την Παλαιά Διαθήκη μέσα από την εμπειρία της Καινής Διαθήκης και της Εκκλησίας, τότε θα διαπιστώσει ότι ο Λόγος του Θεού αποκάλυπτε την δόξα Του στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης.
«Γίνεται διάκριση στην Παλαιά Διαθήκη μεταξύ Ελοχίμ και Γιαχβέ, γιατί οσάκις ο Θεός αποκαλύπτεται, αποκαλύπτεται εν τω αγγέλω αυτού. Υπάρχει αυτός "ο Άγγελος της δόξης", ο "Μεγάλης Βουλής Άγγελος", "ο Άγγελος Κυρίου" κ.ο.κ.
Και αυτός ο Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη ο οποίος εμφανίζεται συνεχώς στους Προφήτες, αυτός είναι ο Χριστός. Αυτή είναι η διδασκαλία η ομόφωνη όλων των Πατέρων της Εκκλησίας. Είναι η διδασκαλία της πατερικής παραδόσεως και της λειτουργικής παραδόσεως μέχρι σήμερα. 
Έτσι, ο Χριστός απεκάλυψε την δόξα Του στους Προφήτες. Εάν θέλει να δει κανείς λεπτομερέστατα αυτόν τον τρόπο, ας διαβάσει το βιβλίο της Εξόδου, δηλαδή όλες τις εμπειρίες του Μωυσέως γι' αυτά τα θέματα, και θα δει τι ρόλο παίζει η δόξα του Θεού στις αποκαλύψεις αυτές και αυτός ο Άγγελος ο οποίος συνεχώς εμφανίζεται παντού κ.ο.κ. ».
Οι Προφήτες, βλέποντας τον άσαρκο Λόγο, έβλεπαν στον Λόγο και τον Πατέρα και καταλάβαιναν ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Πατρός και Λόγου. Και εδώ ισχύει ο λόγος του Χριστού: «Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάννης ιδ', 9).
«Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να ξανατονίσουμε ότι οι Προφήτες είδαν εν Χάριτι τον Χριστό ασάρκως στην άκτιστη δόξα του Πατρός και είδαν τον Πατέρα μόνο στον Λόγο, την αναλλοίωτη και ακριβή εικόνα του Θεού.
Έτσι, οι Προφήτες οι οποίοι είδαν και άκουσαν τον Άγγελο της Δόξης, είδαν και άκουσαν τον ίδιο τον Θεό, χωρίς να υπάρχει καμιά διαφορά στην ουσία και ενέργεια μεταξύ του ξεχωριστού προσώπου ή υποστάσεως του Θεού, εκτός ότι ο ένας είναι η πηγή της ύπαρξης του άλλου και δοτήρ της δικής Του ουσίας και ενέργειας στον άλλο, ώστε ο τελευταίος να τις έχει όχι χάριτι, αλλά φύσει».
Ο Λόγος του Θεού εμφανίσθηκε στην καταφλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο και ο Μωυσής έβλεπε την δόξα του Θεού ως φως και αυτή η δόξα-φως είναι ταυτόσημη στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Έτσι, τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος έχουν την ίδια δόξα, όπως φαίνεται και στην εμπειρία. Τι ενώνει τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος;
 «Η ταυτότητα της δόξης. Η δόξα της καιομένης βάτου, δηλαδή, η άφλεκτος βάτος, αυτό που δεν είναι κτιστό. Δεν υπάρχει κτιστό· αυτό είναι φανερό ότι δεν είναι κτίσμα. Λοιπόν, κανένας Εβραίος δεν λέει ποτέ ότι η δόξα του Θεού που εμφανίζεται στους Προφήτες είναι κτίσμα. Και όταν ο Άγγελος του Θεού εμφανίζεται, βέβαια, είναι δια της δόξης του Θεού που εμφανίζεται με το φως κλπ.
Στον βίο του Μωυσέως είναι ολοφάνερο αυτό το πράγμα. Βλέπουμε στον Φίλωνα τον Ιουδαίο, πάλι είναι ολοφάνερο. Και οι μοντέρνοι Εβραίοι, χωρίς να ξέρουν την διδασκαλία της Ορθοδοξίας, διακρίνουν σαφώς μεταξύ ουσίας και ενεργείας του Θεού».
«Στην Πατερική Παράδοση, όμως, ο προφήτης είναι εκείνος ο οποίος εδοξάσθη, είδε την δόξα του Αγγέλου, ή τον άγγελον εν δόξη, και μάλιστα στην εμπειρία της καιομένης βάτου, που περιγράφει ο Μωυσής. Εκεί μέσα είναι ο Θεός, όπου είναι το Φως· είναι το Φως μέσω του οποίου βλέπει ο Μωυσής το Φως. Και μετά είναι και το Πυρ που είναι το Άγιον Πνεύμα. Αυτή είναι η πατερική ερμηνεία, δηλαδή, ότι είναι ο Πατέρας, ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιο. Οπότε, ο Μωυσής βρίσκεται μέσα σε αυτό το φως, το οποίον δεν καίει, διότι είναι ένα Πυρ που δεν καίει. Είναι ένα Πυρ που δεν καταναλίσκει την βάτο. Η βάτος παραμένει ανέπαφος, που σημαίνει σαφώς ότι δεν είναι κτιστό φως, ότι δεν είναι κτιστή η φωτιά. Δεν είναι κτιστή η φωτιά, διότι, εάν ήταν κτιστή η φωτιά, θα είχε κατακάψει την βάτο. Βάλτε μια φωτιά εδώ σε μια βάτο και θα έχουμε, ας πούμε, δασοπυρεία (δεν είναι έτσι; Εδώ έχουμε στην Παλαιά Διαθήκη μια καιομένη βάτο που δεν εκάηκε, δηλαδή έμεινεν ανέπαφος. Δεν μπορεί να είναι κτιστή φωτιά, εκτός αν έγινε θαύμα. Διότι, αν κανείς δεν δέχεται την Ορθόδοξη διδασκαλία περί Θεώσεως, τότε θα καταντήσει με πολλά θαύματα στην τσέπη του, δηλαδή. Οπότε, η καιομένη βάτος για την Ορθόδοξη Παράδοση δεν ήταν κανένα θαύμα.
Αλλά για τους Φράγκους, για τον Αυγουστίνο, ήταν ένα μεγάλο θαύμα, ήταν μια κτιστή φωτιά που δεν έκαψε την βάτο, το φυτό. Ήταν φωτιά, αλλά δεν έκαψε την βάτο, και αυτό ήταν επειδή ο Θεός δεν άφησε την φωτιά να κάψει αυτό το πράγμα, όπως καταλάβατε. Διαβάστε την Παλαιά Διαθήκη. Είναι γεμάτη από θαύματα, δηλαδή, αν την διαβάσετε με δυτικά όμματα. Αν διαβάσετε, όμως, την Παλαιά Διαθήκη και την Καινή Διαθήκη με τα πατερικά όμματα, δεν υπάρχουν θαύματα, από αυτής της απόψεως. Απλώς υπάρχουν αποκαλύψεις της δόξης του Θεού. Αποκαλύψεις υπάρχουν».
Ο αποκαλυπτόμενος Λόγος στους Προφήτες ήταν άκτιστος, δηλαδή Θεός. Το κτιστό κάποτε δημιουργήθηκε, το άκτιστο είναι αδημιούργητο, δηλαδή είναι Θεός.
«Γι' αυτό έχουμε τον ερμηνευτικό Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, ο οποίος είναι το κλειδί όλης της ερμηνευτικής παραδόσεως περί της Παλαιάς Διαθήκης. Και λέει καθαρά ο Μέγας Βασίλειος: Όπου ο Άγγελος στην Παλαιά Διαθήκη ονομάζεται ρητά Θεός, είναι ο Λόγος, ο οποίος εμφανίζεται στους Προφήτες».
Ο Μ. Βασίλειος, αντιμετωπίζοντας τις αιρετικές απόψεις του Ευνομίου, έλεγε ότι σε όσες φανερώσεις του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη γίνεται λόγος για την φανέρωση του Αγγέλου Κυρίου και προστίθεται η λέξη «Θεός», είναι ο Μονογενής Υιός του Θεού.
Για παράδειγμα, ο Άγγελος που εμφανίσθηκε στον Ιακώβ και πάλεψε μαζί του ήταν ο Μονογενής Υιός του Θεού. Αυτήν την βεβαιότητα είχε ο Ιακώβ, όταν διηγήθηκε την οπτασία: «και είπε μοι ο Άγγελος του Θεού… Εγώ ειμί ο Θεός ο οφθείς σοι εν τόπω Θεόν, ου ήλειψάς μοι εκεί στήλην» (Γεν. κγ', 11-13). Ακόμη, ο Άγγελος Κυρίου εμφανίσθηκε στον Μωυσή «εν πυρί φλογός εκ της βάτου» και έβλεπε ότι «ο βάτος καίεται πυρί, ο δε βάτος ου κατεκαίετο» (Έξοδος γ\ 2). Και, ενώ γίνεται λόγος για Άγγελο Κυρίου, ακούγεται η φωνή του Θεού που του λέγει: «Εγώ ειμί ο Θεός του Πατρός σου. Ο Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ, απέστρεψε δε Μωυσής το πρόσωπον αυτού» (Έξοδος γ', 6). Και στην ερώτηση του Μωυσή ποιο είναι το όνομά του, ο Άγγελος Κυρίου είπε: «Εγώ ειμί ο Ων» (Έξοδος γ', 14). Αυτός ο Άγγελος Κυρίου ήταν ο Γιαχβέ, το Δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, Και ο Μ. Βασίλειος ερμηνεύοντας αυτό μας δίνει τον ερμηνευτικό κανόνα:
«Παντί ουν δήλον, ότι ένθα και Άγγελος και Θεός ο αυτός προσηγόρευται, ο Μονογενής εστί δηλούμενος, εμφανίζων εαυτόν κατά γενεάν τοις ανθρώποις, και το θέλημα του Πατρός τοις Αγίοις αυτού  διαγγέλλων. Ώστε και επί τον Μωυσέως όντα εαυτόν ονομάσας, ουκ άλλος τις παρά τον Θεόν Λόγον, τον εν αρχή όντα προς τον Θεόν, νοηθείη».
Εφ' όσον οι Προφήτες είδαν την δόξα του Θεού, σημαίνει ότι είχαν μέθεξη του Θεού και έφθασαν στην θέωση. Το σημαντικό είναι ότι οι Προφήτες εν τω ασάρκω Λόγω έβλεπαν τον Πατέρα και γενικά τον Τριαδικό Θεό ως δόξα, ως φως.
Οι Προφήτες γνώρισαν τον Λόγο του Θεού, γι' αυτό στην Μεταμόρφωση του Χριστού εμφανίσθηκαν μαζί με τον Χριστό ο Μωυσής και ο Ηλίας.
«Ξεκίνησα από τον Άγγελο του Κυρίου, την καιομένη βάτο, τις θεοφάνειες στην Παλαιά Διαθήκη, για να τονίσω ότι αν δείτε τα συγγράμματα των Πατέρων, τα κηρύγματα κυρίως των Πατέρων, όταν κάνουν ερμηνεία της Παλαιάς Διαθήκης, ότι αυτή είναι η Αγία Τριάδα, αυτός είναι ο Χριστός που εμφανίζεται στους Προφήτες. Γι' αυτό, οι πρώτοι που γνώρισαν τον Χριστό, ήταν οι Προφήτες, αλλά τον Χριστό άσαρκο, δεν ήταν ενσαρκωμένος ακόμα, και μέσω του ασάρκου Χριστού ή του Αγγέλου της δόξης γνώρισαν τον Πατέρα, τον Θεό, εφ' όσον είχαν Πνεύμα Άγιο».
Για να χαρακτηρισθούν τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος ονομάσθηκαν από τον Χριστό, τους Αποστόλους και τους Αγίους ως Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα. Αργότερα, αυτή η εμπειρία καταγράφηκε με την γλώσσα της εποχής εκείνης, ώστε να αντιμετωπισθούν οι αιρετικοί. Έτσι, χρησιμοποιήθηκαν οι όροι «ουσία», «ενέργεια», «πρόσωπο-υπόσταση», «υποστατικό ιδίωμα». Πάντως, στην θεοπτία η όραση του Θεού είναι φως.
Όταν διαβάσει κανείς τα κείμενα του Μεγάλου Αθανασίου και άλλων Πατέρων, θα διαπιστώσει ότι τα επιχειρήματα που αντέταξαν στους Αρειανούς, τα λάμβαναν από την Παλαιά Διαθήκη, γιατί και οι Προφήτες έβλεπαν εν τω Λόγω τον Πατέρα και αυτό γινόταν δια του Αγίου Πνεύματος.



Θεογνωσία Μέρος 2ο Β΄.

 Στην Αγία Γραφή συναντούμε συχνά μια φαινομενική αντίφαση, που μπερδεύει πολλούς. Σε κάποια σημεία της λέει σαφώς ότι κάποιοι «είδαν τον Θεό», ενώ σε άλλα, ότι «κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό». Και καθώς θα εξετάζουμε το θέμα του «Αγγέλου Γιαχβέ», θα έχουμε την ευκαιρία να το εξηγήσουμε.

Κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό
Ας ξεκινήσουμε από εκείνα που ο Μωυσής, ο θεράπων του αληθινού Θεού, ο προφήτης του Ισραήλ, ο μεσίτης της Παλαιάς Διαθήκης κατέγραψε στο Έξοδος 33/λγ: 20:
«ου δυνήση ιδείν το πρόσωπόν μου· ου γαρ μη ίδη άνθρωπος το πρόσωπόν μου και ζήσεται».
Είναι πολύ σαφή τα λόγια εδώ  του Κυρίου, ότι κανείς δεν μπορεί να δει τον Θεό.
Όμοίως, ο Ιησούς Χριστός στο Κατά Ιωάννη 1/α: 18 κατά το κείμενο λέγει: «Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε» (=Κανείς δεν έχει δει ποτέ τον Θεό). Εδώ είναι πολύ σαφής και αυτή η διατύπωση. Αλλά και ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ Τιμοθεον 6/στ. 16 λέει:  «ο μόνος έχων αθανασίαν, φως οικών απρόσιτον, ον είδεν ουδείς ανθρώπων ουδέ ιδείν δύναται», (=δεν μπορεί κανείς να τον δει) ω τιμή και κράτος αιώνιον· αμήν», (=στον οποίο ανήκουν η τιμή και το κράτος, αμήν). Βλέπουμε ότι στις διατυπώσεις τους, όλοι οι άνθρωποι του Θεού λένε : «τον Θεό δεν τον έχει δει και δεν μπορεί να τον δει κανένας».

Η εμφάνιση του Θεού στον Αβραάμ και στην Άγαρ
Όμως θα μπορούσε κανείς, ακούγοντας τα λόγια του πρωτομάρτυρος Στεφάνου που βρίσκονται στις Πράξεις των Αποστόλων καταγεγραμμένες (στο 7/ζ: 2), να υποστηρίξει ακριβώς το αντίθετο. Εκεί απαντώντας στον αρχιερέα του κριτηρίου, ο Στέφανος είπε τα εξής: 
«άνδρες αδελφοί και πατέρες, ακούσατε. Ο Θεός της δόξης ώφθη τω πατρί ημών Αβραάμ όντι εν τη Μεσοποταμία, πριν ή κατοικήσαι αυτόν εν Χαρράν».
Εδώ λοιπόν καταρχήν, φαίνεται να αντιφάσκει ο λόγος αυτός με τους προηγούμενους ότι ο Θεός της Δόξης φάνηκε στον Αβραάμ, ότι ο Θεός παρουσιάστηκε και ο Αβραάμ είδε τον Θεό της Δόξης.
Επίσης βλέπουμε και ένα άλλο παράδειγμα, στο βιβλίο της Γενέσεως. Η Άγαρ, η δούλη του Αβραάμ, φεύγει από το σπίτι του, και πορεύεται στην έρημο. Ας δούμε από την Αγία Γραφή την αφήγηση:
Γένεσις 16/ιστ: 7-14: «7 Εύρε δε αυτήν άγγελος Κυρίου επί της πηγής του ύδατος εν τη ερήμω, επί της πηγής εν τη οδω Σουρ. 8 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου. Άγαρ, παιδίσκη Σάρας, πόθεν έρχη και που πορεύη; και είπεν· από προσώπου Σάρας της κυρίας μου εγώ αποδιδράσκω. 9 είπε δε αυτη ο άγγελος Κυρίου· αποστράφηθι προς την κυρίαν σου και ταπεινώθητι υπό τας χείρας αυτής».
Είναι σαφές, ότι της μιλάει ο άγγελος του Κυρίου, «ο άγγελος του Γιαχβέ», κατά το Εβραϊκό κείμενο. Ας δούμε όμως τη συνέχεια της αφήγησης, γιατί παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον:
«10 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου· πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου, και ουκ αριθμηθήσεται υπό του πλήθους. 11 και είπεν αυτη ο άγγελος Κυρίου· ιδού, συ εν γαστρί έχεις και τέξη υιόν και καλέσεις το όνομα αυτού Ισμαήλ, ότι επήκουσε Κύριος τη ταπεινώσει σου. 12 ούτος έσται άγροικος άνθρωπος αι χείρες αυτού επί πάντας, και αι χείρες πάντων επ’ αυτόν, και κατά πρόσωπον πάντων των αδελφών αυτού κατοικήσει. 13 και εκάλεσεν Άγαρ το όνομα Κυρίου («Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), του λαλούντος προς αυτήν: ΄΄Συ ο Θεός ο επιδών με΄΄, (που με είδες), ότι είπε· και γαρ ενώπιον είδον οφθέντα μοι. (είδα αυτόν που με είδε) 14 ένεκεν τούτου εκάλεσε το φρέαρ Φρέαρ ΄΄ου ενώπιον είδον΄΄ («Του Ζώντος και Βλέποντος» κατά το Εβραϊκό). ιδού ανά μέσον Κάδης και ανά μέσον Βαράδ».
Στη μια μας λέει το χωρίο ότι πρόκειται για Άγγελο του Γιαχβέ, και στην άλλη λέει η Άγαρ: «Εγώ είδα τον Γιαχβέ, Αυτόν που με είδε,  που επέβλεψε σε μένα και την κατάστασή μου», (γιατί ήταν κυνηγημένη), και φτάνει στο σημείο να ονομάσει το φρέαρ εκεί, «Φρέαρ του Ζώντος και βλέποντος», υπονοώντας τον Γιαχβέ. Τι συμβαίνει εδώ πέρα; Είδε Άγγελο ή είδε τον Γιαχβέ; Και είναι δυνατόν να είδε Άγγελο και να λέει ότι είδε τον Γιαχβέ; Τι ήταν η εμπειρία της δηλαδή; Τι υπάρχει εδώ; Τι συγκαλυμμένο κρύβεται πίσω από αυτήν την διατύπωση;
Θα πρέπει λοιπόν να μας μείνει από αυτό το χωρίο που μόλις διαβάσαμε, πρώτον, το ότι η Άγαρ είδε τον Κύριο, τον Κύριο της Δόξης, τον Γιαχβέ, όπως αναφέρει το εβραϊκό κείμενο και μάλιστα, παράλληλα, ότι αυτός ο Γιαχβέ αποκαλείται και Άγγελος Γιαχβέ, κάτι για το οποίο θα μιλήσουμε στην συνέχεια.

Η εμφάνιση του Θεού στον Ιακώβ
Ας δούμε όμως ακόμη άλλο ένα χωρίο, από την Γένεση πάλι, κεφάλαιο 32/λβ: 30, όπου έχουμε άλλη μια Θεοφάνεια, άλλη μια εμφάνιση του Γιαχβέ, αυτήν την φορά στον Ιακώβ. Και εκεί στο στίχο 30 μας λέει το βιβλίο της Γενέσεως τα εξής: «Και εκάλεσεν Ιακώβ το όνομα του τόπου εκείνου, «Είδος Θεού» (Εβραϊκά: «Φανουήλ» = «πρόσωπον Θεού»)· είδον γαρ Θεόν πρόσωπον προς πρόσωπον, και εσώθη μου η ψυχή» Είπε λοιπόν ο Ιακώβ ότι είδε τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον. Πώς συμβιβάζεται λοιπόν να διαβάζουμε στην Καινή Διαθήκη ότι «Θεόν ουδείς εώρακεν πώποτε» (= ότι «κανείς δεν είδε ποτέ τον Θεό») και από την άλλη μεριά να μας λέει ο Ιακώβ ότι είδε τον Θεό πρόσωπον προς πρόσωπον;

Η εμφάνιση του Θεού στον Μωυσή
Το ίδιο δε συμβαίνει και με τον Μωυσή. Στο βιβλίο της Εξόδου 3/γ 2-4: ΄΄2 ώφθη δε αυτω άγγελος Κυρίου εν πυρί φλογός εκ του βάτου, και ορά ότι ο βάτος καίεται πυρί, ο δε βάτος ου κατεκαίετο. 3 είπε δε Μωυσής: «Παρελθών όψομαι το όραμα το μέγα τούτο, ότι ου κατακαίεται ο βάτος». 4 ως δε είδε Κύριος ότι προσάγει ιδείν, εκάλεσεν αυτόν ο Κύριος εκ του βάτου λέγων: «Μωυσή, Μωυσή!» Ο δε είπε: «Τι εστι;»΄΄
Μα, κατά το εδάφιο 2, στην βάτο ήταν Άγγελος Γιαχβέ. Και στο εδάφιο 4 αναφέρει ο ο Γιαχβέ εκ μέσου της βάτου, του φώναξε και του είπε: «Μωυσή, Μωυσή!» και ο Μωυσής του απάντησε.
Και προσέξτε τι γράφει στο εδάφιο 6: «και είπεν: Εγώ ειμι ο Θεός του πατρός σου, Θεός Αβραάμ και Θεός Ισαάκ και Θεός Ιακώβ. Απέστρεψε δε Μωυσής το πρόσωπον αυτού· ευλαβείτο γαρ κατεμβλέψαι ενώπιον του Θεού».
Είναι πολύ σημαντικό αυτό το σημείο. Εδώ ο Μωυσής φοβάται  να εμβλέψει  εις τον Θεόν, διότι είχε την πληροφορία ότι πρόκειται για τον Θεό εκ μέσου της βάτου, όχι για απλό και κτιστό Άγγελο του Γιαχβέ, αλλά περί Τούτου του Θεού του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ!

Η εμφάνιση του Θεού στον Γεδεών
Ας προχωρήσουμε με ένα ακόμα χωρίο, αυτήν την φορά από το βιβλίο των Κριτών, όπου ο Κύριος, ο Γιαχβέ, συνομιλεί, διαλέγεται και εμφανίζεται στον Γεδεών.
Διαβάζουμε από το βιβλίο των Κριτών, κεφάλαιο 6/στ: 11-16:
«11 Και ήλθεν άγγελος Κυρίου («άγγελος Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), και εκάθισεν υπό την τερέμινθον την εν Εφραθά την Ιωάς πατρός του Εσδρί, και Γεδεών ο υιος αυτού ραβδίζων σίτον εν ληνω εις εκφυγείν από προσώπου του Μαδιάμ. 12 και ώφθη αυτω ο άγγελος Κυρίου («άγγελος Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), και είπε προς αυτόν: «Κύριος μετά σου, (=Ο Γιαχβέ μαζί σου), ισχυρός των δυνάμεων». 13 και είπε προς αυτόν Γεδεών: «εν εμοί, Κύριέ μου, (= «Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), και ει έστι Κύριος μεθ ‘ ημών, εις τι εύρεν ημάς τα κακά ταύτα; και που εστι πάντα τα θαυμάσια αυτού, α διηγήσαντο ημίν οι πατέρες ημών λέγοντες, μη ουχί εξ Αιγύπτου ανήγαγεν ημάς Κύριος; και νυν εξέρριψεν ημάς και έδωκεν ημάς εν χειρί Μαδιάμ».
Προσέξτε, ότι ο Γεδεών αποκαλεί τον Άγγελο: «Γιαχβέ», παρά το ότι ο άγγελος μιλάει για τον «Γιαχβέ»!
Και συνεχίζει η αφήγηση στον στίχο 14: «και επέστρεψε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου (όχι «άγγελος Κυρίου», αλλά: «ο Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), και είπε: «Πορεύου εν τη ισχύϊ σου ταύτη και σώσεις τον Ισραήλ εκ χειρός Μαδιάμ· ιδού εξαπέστειλά σε. 15 και είπε προς αυτόν Γεδεών: «εν εμοί, Κύριέ μου, (=«Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), εν τίνι σώσω τον Ισραήλ; ιδού η χιλιάς μου ησθένησεν εν Μανασσή, και εγώ ειμι μικρότερος εν οίκω του πατρός μου». 16 και είπε προς αυτόν ο άγγελος Κυρίου (όχι «άγγελος Κυρίου», αλλά: «Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό): Κύριος έσται μετά σου, και πατάξεις την Μαδιάμ ωσεί άνδρα ένα».
Παρατηρούμε, ότι ο Γεδεών, δεν τον αποκαλεί: «άγγελε του Κυρίου», αλλά τον αποκαλεί: «ΓΙΑΧΒΕ»! Μάλιστα κατά το Εβραϊκό πρωτότυπο κείμενο, ενώ στην αρχή λέει ότι πρόκειται για «άγγελο Κυρίου», μετά η ίδια η Αγία Γραφή, τον αποκαλεί «Γιαχβέ», και όχι «άγγελο Κυρίου».
Παρατηρούμε, λοιπόν πάλι, ότι αφενός ενώ συνομιλεί ο Ίδιος ο Γιαχβέ με τον Γεδεών και  προφανώς, ο Γεδεών βλέπει τον Γιαχβέ, ενώ παράλληλα παρατηρούμε ότι άλλοτε αποκαλείται «Άγγελος Γιαχβέ» και άλλοτε «Γιαχβέ». Και εδώ προφανώς αυτό μπέρδεψε τον μεταφραστή της μετάφρασης των Ο΄, και μετέτρεψε σε δύο σημεία το «Γιαχβέ», που υπήρχε στο πρωτότυπο Εβραϊκό κείμενο, σε «άγγελο Γιαχβέ», γιατί δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι συμβαίνει!
Το εδάφιο 14 μάλιστα, είναι πολύ σημαντικό διότι λέει: «Δεν σε στέλνω εγώ;» Όχι: «δεν σε στέλνει ο Γιαχβέ;». Λέει: «εξαπέστειλά σε». Έχοντας Αυτός πράγματι την εξουσία ως «ο» Θεός  του ουρανού και της γης, ως «ο» Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ πραγματικά να αποστέλλει, να καλεί και να διατάσσει.

Η εμφάνιση του Θεού στους γονείς του Σαμψών
Συνεχίζοντας το βιβλίο των Κριτών στο 13/ιγ΄ κεφάλαιο, έχουμε την περίπτωση των γονέων του Σαμψών. Του Μανωέ και της συζύγου του. Στην αφήγηση αυτή, αναφέρεται σαφώς πολλές φορές σε πλήθος εδαφίων, ότι εμφανίσθηκε σε αυτούς «άγγελος Γιαχβέ», δηλαδή «αγγελιοφόρος του Γιαχβέ». Όμως ας δούμε ένα μέρος της αφήγησης.
Στον Μανωέ και στη σύζυγό του εμφανίζεται ο Άγγελος του Γιαχβέ, σύμφωνα με το 16, και στο 17 λέγει: «Και είπεν ο Μανωέ προς τον Άγγελο του Γιαχβέ: ΄΄Ποιο είναι το όνομά σου για να σε δοξάζουμε;΄΄». Και στο 18 λέγει : «Ο Άγγελος του Γιαχβέ είπε προς αυτόν: ΄΄Γιατί ρωτάς  περί του ονόματός μου; Διότι είναι θαυμαστόν». Ας δούμε όμως και τη συνέχεια:
«20 και εγένετο εν τω αναβήναι την φλόγα επάνω του θυσιαστηρίου έως του ουρανού και ανέβη ο άγγελος Κυρίου εν τη φλογί του θυσιαστηρίου, και Μανωέ και η γυνή αυτού βλέποντες και έπεσαν επί πρόσωπον αυτών επί την γην. 21 και ου προσέθηκεν έτι ο άγγελος Κυρίου οφθήναι προς Μανωέ και προς την γυναίκα αυτού· τότε έγνω Μανωέ ότι άγγελος Κυρίου ούτος. 22 και είπε Μανωέ προς την γυναίκα αυτού· θανάτω αποθανούμεθα, ότι Θεόν είδομεν».
Πώς γίνεται να λέει  ότι εβόησε ότι ήτο Άγγελος Γιαχβέ και όμως στη συνέχεια να λέγει ο ίδιος, αυτός ο άνθρωπος ο πιστός του Θεού, να λέει: «Είδαμε τον Θεό και θα πεθάνουμε»;
Είναι σαφές, ότι οι πιστοί άνθρωποι του Θεού, εκείνοι που είχαν προχωρήσει στην αρετή εν τω νόμο του Μωυσέως, γνώριζαν ακριβώς τον Αληθινό Θεό. Και την κατάλληλη στιγμή λάμβαναν πληροφορία από Αυτόν ότι Αυτός ήταν μπροστά τους και σε Αυτόν προσέπιπταν, Αυτόν προσκυνούσαν και για Αυτόν μιλούσαν, μολονότι μπορεί να εμφανιζόταν ως Άγγελος Γιαχβέ. Γνώριζαν ότι επρόκειτο περί του Ακτίστου.
Πριν όμως προχωρήσουμε, ας τονίσουμε και πάλι ότι υπάρχει σαφής διάκρισις ανάμεσα στο Κτιστό και στο Άκτιστο . Τονίζουμε επίσης και κάτι ακόμα, προς αποφυγή κάθε παρεξηγήσεως, η οποία πολλές φορές εσκεμμένα δημιουργείται από πολλούς αιρετικούς, ότι εδώ δεν αναφέρει ότι «είδαμε κάποιον Θεόν», δηλαδή Άγγελο, αλλά «τον Θεόν». Γιατί στο Εβραϊκό κείμενο, υπάρχει εκεί το οριστικό άρθρο! Το ίδιο είδαμε, περί «ΤΟΥ ΘΕΟΥ» και σε όλα τα προηγούμενα χωρία που εξετάσαμε. Υπάρχει το οριστικό άρθρο που προσδιορίζει επακριβώς το τι είδαν. Είδαν τον Θεό, τον Αληθινό Θεό του Ουρανού και της γης. Άλλωστε, οι πιστοί Ισραηλίτες, δεν διανοούντο να θεωρήσουν «θεό» οποιονδήποτε άλλον!

Ο "Άγγελος της Διαθήκης" στον Μαλαχία
Ας συνεχίσουμε από τον προφήτη Μαλαχία αυτήν την φορά. Προχωρήσαμε από την Πεντάτευχο, στους Κριτές, στους Προφήτες, και τώρα θα δούμε στο 3/γ’ κεφάλαιο του Μαλαχία στον 1ο στίχο.
Εκεί ο προφήτης Μαλαχίας καταγράφει τα λόγια του Θεού, έτσι όπως του τα απεκάλυψε ο Ίδιος:
«1 ΙΔΟΥ εγώ εξαποστέλλω τον άγγελόν μου, και επιβλέψεται οδόν προ προσώπου μου, και εξαίφνης ήξει εις τον ναόν εαυτού Κύριος, («Γιαχβέ» κατά το Εβραϊκό), ον υμείς ζητείτε, και ο άγγελος της διαθήκης, ον υμείς θέλετε· ιδού έρχεται, λέγει Κύριος παντοκράτωρ».
Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό χωρίο, το οποίο ίσως θα μας δοθεί η ευκαιρία και στο μέλλον να το αναλύσουμε διεξοδικότερα. Εντούτοις ας σταθούμε προς το παρόν, και στα πλαίσια της μελέτης που κάνουμε στο εξής σημείο:
Λέγει ότι: «ο Κύριος, τον οποίο εσείς ζητάτε, δηλαδή ο Γιαχβέ που περιμένετε, ξαφνικά θα έρθει εις τον Ναό Αυτού», και διευκρινίζει στη συνέχεια, ότι αυτός ο «Γιαχβέ», είναι «ο Άγγελος της Διαθήκης». Αναφέρεται λοιπόν ο Γιαχβέ ως και ο Άγγελος της Διαθήκης, ο οποίος θα έλθει εις τον Ναόν!
Είναι ο ίδιος Άγγελος που τον βλέπουμε να μιλεί με τον Μωυσή στην βάτο, ο οποίος είναι ο Θεός του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Εμφανίζεται ως Άγγελος, ως «αγγελιαφόρος», αλλά είναι Άκτιστο Ον, είναι Αυτός Ούτος ο Γιαχβέ όπως είπαμε.
Αλλά ας κάνουμε ένα κύκλο πάλι στην Παλαιά Διαθήκη. Ας γυρίσουμε πίσω στο βιβλίο της Γενέσεως 48/μη: 15 και 16, να δούμε τα λόγια με τα οποία ευλογεί ο Πατριάρχης Ιακώβ τα παιδιά του, τη στιγμή που πλησιάζει το τέλος της ζωής του στη γη:
«15 και ευλόγησεν αυτούς και είπεν· ο Θεός, ω ευηρέστησαν οι πατέρες μου ενώπιον αυτού, Αβραάμ και Ισαάκ, ο Θεός ο τρέφων με εκ νεότητος έως της ημέρας ταύτης, 16 ο άγγελος ο ρυόμενός με εκ πάντων των κακών ευλογήσαι τα παιδία ταύτα, και επικληθήσεται εν αυτοίς το όνομά μου και το όνομα των πατέρων μου Αβραάμ και Ισαάκ, και πληθυνθείησαν εις πλήθος πολύ επί της γης.»
Εδώ ο Ιακώβ ταυτίζει απολύτως τον Θεό των Πατέρων του, Αβραάμ και Ισαάκ, με τον Θεό που του φανερώθηκε και με τον οποίο πάλεψε, με τον Άγγελο  ο οποίος τον συντρόφευσε και που τον ευλόγησε. Είναι πολύ σαφές ότι οι δίκαιοι αυτοί, είχαν όραση του Παντοδυνάμου, τω προσώπω Ακτίστου Αγγέλου που ήταν γνωστός σε όλους. Και υπήρχε σε όλους του πιστούς δούλους του Θεού η πληροφορία ότι ενώπιον τους βρισκόταν ο Γιαχβέ.

Ιησούς Γιαχβέ: Ο άκτιστος Άγγελος της Διαθήκης
Αφού λοιπόν κάναμε αυτόν τον κύκλο σε διάφορα χωρία περί του Θεού, που άλλοτε είναι αδύνατο κανείς να Τον δει και άλλοτε εμφανίζεται ρητώς στους Αγίους της Παλαιάς Διαθήκης, ας επιστρέψουμε στον προφήτη Μαλαχία για να διαπιστώσουμε ποιος είναι Αυτός ο Γιαχβέ ή ο Άγγελος του Γιαχβέ που εμφανιζόταν στους προφήτες και στους αγίους.
Διαβάζουμε λοιπόν πάλι, το: Μαλαχίας 3/γ: 1 κατά το Εβραϊκό κείμενο αυτή τη φορά:
«Ιδού εγώ αποστέλλω τον Άγγελόν μου, και θέλει κατασκευάσει την οδόν έμπροσθεν μου».
Μιλά εδώ λοιπόν, για κάποιον Άγγελο που θα κατασκευάσει, θα προετοιμάσει την Οδό του Κυρίου. Και συνεχίζει:
«Και ο Κύριος τον οποίο σεις ζητείτε, εξαίφνης θέλει ελθεί  εις τον Ναόν Αυτού, ναι  ο Άγγελος της Διαθήκης, τον οποίο σεις θέλετε. Ιδού, έρχεται! λέγει ο Κύριος των Δυνάμεων».
Έχουμε λοιπόν 2 Αγγέλους. Ο ένας Άγγελος που αναφέρεται πρώτος, προετοιμάζει την Οδό του Κυρίου, που αλλιώς αναφέρεται και ως Άγγελος της Διαθήκης, ο οποίος θα επισκεφθεί τον Ναό Του και για τον οποίο, λέγει ο Μαλαχίας, επιβεβαιώνει ο Κύριος των Δυνάμεων ότι έρχεται.
Ας δούμε το ίδιο χωρίο, πώς αναφέρεται από τους Ευαγγελιστές στην Καινή Διαθήκη για να διαπιστώσουμε τι ακριβώς εννοεί.
Διαβάζουμε από το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 11/ια: 10 και 11. Εκεί ο Ιησούς Χριστός αναφέρεται στον Ιωάννη τον Βαπτιστή και στην διακονία του:
«Ούτος γαρ εστι περί ου γέγραπται· ιδού εγώ αποστέλλω τον άγγελόν μου προ προσώπου σου, ος κατασκευάσει την οδόν σου έμπροσθέν σου. 11 αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του βαπτιστού· ο δε μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού εστιν».
Ο Ιωάννης ο Βαπτιστής λοιπόν, μας λέγει ο Κύριος, ότι είναι εκείνος, ο οποίος περιγράφεται  από το χωρίο του Μαλαχία ως «ο Άγγελος που θα κατασκεύαζε την οδό του Κυρίου».
Ας το δούμε, όμως, πιο αναλυτικά αυτό το χωρίο, από το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, όπου ο Ζαχαρίας εν Πνεύματι Αγίω, αναφέρει για την διακονία του γιου του, του Ιωάννη. Εκεί λέει τα εξής:
«Και συ, παιδίον, προφήτης υψίστου κληθήση· προπορεύση γαρ προ προσώπου Κυρίου ετοιμάσαι οδούς αυτού» (Λουκάς 1/α: 76).
Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος λοιπόν, είναι ο Αγγελιοφόρος, ο Διάκονος που ετοίμασε την οδό του Γιαχβέ. Ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Ιωάννη, δεν γνωρίζει άλλον Κύριο, αλλά μόνο τον Γιαχβέ.  Να, λοιπόν, ποιος είναι  ο Γιαχβέ που εμφανίζεται ως άκτιστος Άγγελος στην  Παλαιά Διαθήκη. Ο Ίδιος, εμφανίζεται στην Καινή Διαθήκη ως ο ένσαρκος Ιησούς Χριστός, ο Κύριος ο οποίος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση πραγματικά για να την θεραπεύσει. Είναι ο Σωτήρ και Κύριος.
Λοιπόν, το Πρόσωπο του Ιησού Χριστού μας παρέχει τη μόνη λύση στο αίνιγμα των φαινομένων εμφανίσεων του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη, εν τω προσώπω αυτού του μυστηριώδους «Αγγέλου της Διαθήκης». Αυτός ο Ιησούς Χριστός είναι που ονομάζεται πράγματι Γιαχβέ. Γιατί όπως ο Πατέρας είναι «Γιαχβέ», έτσι και ο Υιός είναι επίσης «Γιαχβέ», πράγμα που το έχουμε δείξει και σε πολλές άλλες μελέτες μας σε αυτή την ιστοσελίδα.
Αυτόν έβλεπαν σε όλη την ιστορία οι άνθρωποι του Θεού, και είχαν συνείδηση, ότι είδαν τον Ίδιο τον Γιαχβέ. Όχι όμως κατά τη Θεϊκή του φύση, αλλά εν τη υποστάσει του Υιού και Λόγου Γιαχβέ, του Ιησού Χριστού, στην προανθρώπινη ύπαρξή Του.
Τα λόγια της Αγίας Γραφής, ότι: «τον Θεό δεν τον είδε ποτέ κανείς», και ότι: «όποιος δει τον Θεό δεν μπορεί να ζήσει», αναφέρονται στην άκτιστη ΟΥΣΙΑ του Θεού. Όμως ο Γιαχβέ Λόγος, ο άκτιστος «Άγγελος Γιαχβέ» Ιησούς Χριστός, φανερωνόταν με διάφορες ορατές μορφές στους πιστούς, σε όλη την ιστορία. Και τους έδινε διαβεβαίωση, ότι Αυτός που είδαν ήταν ο Γιαχβέ. Και γι’ αυτό αυτοί φοβούνταν ότι θα πεθάνουν, επειδή «είδαν τον Θεόν».
Τον Θεό λοιπόν, κανείς δεν μπορεί να τον δει κατά την ουσία Του, όμως μπορεί να τον δει στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, του «Αγγελιαφόρου της Διαθήκης».

Το άρθρο αυτό, δημιουργήθηκε από απομαγνητοφώνηση εκπομπής "Ορθοδοξία και Αίρεση", του ραδιοσταθμού της Πειραϊκής Εκκλησίας το 1994.
Εκφωνητές: Μιχάλης Μαυροφοράκης και Αγάπιος Ματσαγκούρας +.
Απομαγνητοφώνηση: Β. Τ.
Διαμόρφωση άρθρου: Ν. Μ.
 
 

Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2016

Βασιλεύς της Εκκλησίας.

Βασιλεύς της Εκκλησίας.

(Ιω.Καρδάση)

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/ 


Είναι γνωστό, ότι ο Χριστός συγκεντρώνει στο πρόσωπό του και τις τρεις ιδιότητες: Είναι ο  Βασιλεύς (του σύμπαντος κόσμου, ορατών τε και αοράτων), είναι ο Ιερεύς (άκρως Αρχιερεύς, κατά την τάξιν Μελχισεδέκ) και ο Προφήτης (κυριολεκτικά, ως προφητεύων, αλλά και μεταφορικά, ως διερμηνεύων τα της Σοφίας του Θεού).

Αλλά και κάθε πιστός (και όχι μόνον ο Ιερεύς) είναι Βασιλεύς (του εαυτού του), Ιερεύς (με την γενική ιερωσύνη για τους λαϊκούς και την ειδική για τους κληρικούς) και Προφήτης (έχοντας την δυνατότητα της διερμηνείας των λόγων του Λόγου του Θεού, με την συνέργεια της Χάρης του αγίου Πνεύματος).

Η ιδιότητα της βασιλείας του Χριστού όμως, εκχωρείται και σε εκείνον που θα οδηγήσει τον λαό του Θεού και έτσι καθίσταται ο βασιλεύς της Εκκλησίας επί της γης και είναι ο πρίγκιπας του απολύτου βασιλέως Θεού και τον αντιπροσωπεύει επί της γης.
Έτσι, κατά την περίοδο 4ου-6ου αιώνα έχουμε πατερικές και άλλες καταγραφές για τη «θεόθεν» βασιλεία, οι οποίες καταγράφονται στις εξής αναφορές:
Κορδούης Όσιος προς Μ. Κων/ντίνο: «Ο Θεός σου έδωσε τη βασιλεία».
            Καισαρείας Ευσέβιος: «ο αυτοκράτορας θα δυναμώσει τη μοναρχική του δύναμη, αν μιμηθεί το Θεό, αυτό όμως κατορθώνεται προσέχοντας το Θεό για πρότυπο διακυβερνήσεως των επιγείων» και «μάλλον δι’ ευχής αιτείσθαι τω επισκόπω καν εν τω παρόντι, καν εν τω μέλλοντι, της του Θεού δουλείας αξίω αυτώ φανήναι».
            ΚΠόλεως Γρηγόριος Θεολόγος: Ο αυτοκράτορας «εικών ει του Θεού», «Χριστώ συνάρχεις, Χριστώ συνδιοικείς» και «αρχής ίδιον το ελεείν….. μίμησε τον Δεσπότην».
            Ισίδωρος Πηλουσιώτης: «ο βασιλιάς, που εφαρμόζει τους νόμους, είναι ο έμψυχος νόμος».
            Ιουστινιανός αυτοκράτορας: «Με τη θέληση του Θεού κυβερνάμε μια αυτοκρατορία, που μας την έχει προσφέρει η θεία Μεγαλοσύνη και μόνον ο Θεός και ο αυτοκράτορας, που ακολουθεί τον Θεό, μπορούν να κυβερνήσουν με δικαιοσύνη».
            Μάξιμος Ομολογητής: Ο άρχοντας «που είναι η βάση της πολιτικής εργασίας, εκφράζει πιο πιστά τη θεία θέληση και δίκαια έτυχε να κυβερνά τους ανθρώπους. Παρουσιάστηκε στ’ αλήθεια στη γη σαν δεύτερος θεός».
            Λέων Ίσαυρος αυτοκράτορας: «βασιλεύς και ιερεύς ειμί και ο Θεός το κράτος της βασιλείας εγχειρήσας ημίν ως ηυδόκησε…..».
Έτσι, ο αυτοκράτορας είναι τοποτηρητής του Θεού στη γη, διορισμένος από τον Χριστό και ο Θεός του δίνει το γόητρο και τον έλεγχο του κράτους. Η αντίληψη αυτή εκφράζεται και στα νομίσματα, όπου ο αυτοκράτορας στεφανώνεται από τον Χριστό ή την Παναγία και κρατάει τη σφαίρα με το σταυρό, σημάδι της οικουμενικότητας και σταυρόσχημο σκήπτρο, σύμβολο της ρωμαϊκής και χριστιανικής εξουσίας στον κόσμο. Τίποτε άλλο δεν μπορούσε να δείξει καλύτερα και με πιο εντυπωσιακό τρόπο στους λαούς και τα έθνη τις ιδεολογικές αρχές που εμψύχωναν το Ρωμαϊκό κράτος. Η εξουσία δεν ήτανε οπωσδήποτε κληρονομική. Τις περισσότερες φορές ένας απλός πολίτης ή στρατιώτης με τις προσωπικές του ικανότητες γινόταν αυτοκράτορας. Έτσι, ο άρχοντας στέκεται τουλάχιστον με την ανοχή του λαού, διότι η κυριαρχία ανήκε στο λαό και ο λαός είχε εκχωρήσει την εξουσία στον αυτοκράτορα. Η αντίληψη αυτή είναι παράλληλη με την θεοκρατία και είναι υπόλειμμα της αντίληψης της ελληνοχριστιανικής σκέψης. Ο Χρυσόστομος το θεμελιώνει χαρακτηριστικά. Ο Θεός λέει «τους άρχοντας μετά των αρχομένων έστησε….. Όπου γαρ η της (χριστιανικής) πίστεως ευγένεια….. ουδείς πολίτης, αλλ’ εις μιαν άπαντες αξιώματος αναβαίνουσιν υπεροχήν», βασιζόμενος στα λόγια του Κυρίου. «Ο υψών εαυτόν…..».
Την μη κληρονομική βασιλεία υποστηρίζει και ο Μ. Βασίλειος, θεωρώντας ότι τα παιδιά του βασιλιά είναι απαίδευτα, έχουν μάθει στην κολακεία και την καλοπέραση και από την άλλη είναι παράλογη η εκλογή με κλήρο ή από το Δήμο και επιμένει στην αξιοκρατία. Το ίδιο και ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης δεν δέχεται το βασιλόπουλο, αλλά «τον βασιλικήν έχουσα ψυχήν».
Απότοκος όλων αυτών είναι, ότι ο αυτικράτορας δεν ήταν ίσος με τους πολίτες της αυτοκρατορίας. Έτσι ήταν ο μοναδικός πιστός, που εισήρχετο στο ιερό βήμα, άνευ αδείας τους ιερέως και ο μοναδικός που κοινωνούσε εντός αυτού από ιδιαίτερο δισκοπότηρο αφ’ εαυτού του (βλέπε ξθ΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής). Στον κανόνα αναφέρεται, ότι ο βασιλεύς εισέρχεται άνευ αδείας και κοινωνεί, καθότι «έχει εξουσίαν και αυθεντίαν, και χριστός Κυρίου εστίν, όστις εσυγχωρέθη να εισέρχεται εις αυτό, κατά παράδοσιν αρχαιοτάτην, ότι θέλη να προσφέρη δώρα εις τον πλάσαντα αυτόν Θεόν, και να μεταλάβη». Η θ. κοινωνία λαμβάνεται από τον ίδιον από ξεχωριστό δισκοπότηρο, που βρίσκεται σε τράπεζα πλησίον της αγίας Τράπεζας, όπου τίθεται αντιμήνσιο.
—————————————-

            ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Η έννοια του «Υιού του Θεού» στην Π.Δ. είναι διαφορετική από ότι στην Κ.Δ. Στην Π.Δ. δηλώνει τον Ισραηλιτικό λαό (Έξοδος, Κεφ. 4. 22):  «θα πεις στο Φαραώ: «Αυτά λέγει ο Κύριος: Ο Ισραήλ είναι ο πρωτότοκος γιός μου. Γι’ αυτό σου λέω, άσε το γιό μου να φύγει για να με λατρεύσει. Αν αρνηθείς να τον αφήσεις, εγώ θα θανατώσω το γιό σου τον πρωτότοκο»».
Ο όρος αυτός απαντά κυρίως εις τον Ιερεμία και τον Ησαΐα. Στον Ησαΐα, Κεφ. 1. 2-3: «Ακούστε ουρανοί, κι εσύ δώσε προσοχή, γιατί μιλάει ο Κύριος: «Ανέθρεψα παιδιά και τώρα που μεγάλωσαν, πεισματικά ορθώνονται εναντίον μου. Το βόδι γνωρίζει τον αφέντη του, και το γαϊδούρι ξέρει το παχνί εκείνου που το ποτίζει. Μα ο Ισραήλ σε ποιόν ανήκει, δεν το ξέρει. ο λαός μου, τίποτα δεν κατανοεί;»».  Εδώ διαφαίνεται πρώτα ότι η υιοθεσία αυτή βασίζεται πάνω στη Διαθήκη του Θεού προς το λαό αυτό.

Αλλού φαίνεται πως η υιοθεσία αυτή βασίζεται και  στην δημιουργία του λαού αυτού, όπως κάθε ανθρώπου, από τον Θεό: Ησαΐας, 45. 11-12: «Λέει ο Κύριος, ο Άγιος Θεός του Ισραήλ, ο δημιουργός του: «Για το λαό μου με ρωτάτε και για το τι θα κάνω μου δίνετε εντολές; Εγώ έφτιαξα τη γη και δημιούργησα πάνω σ’ αυτήν τον άνθρωπο. εγώ άπλωσα με τα χέρια μου τους ουρανούς, διατάζω όλα τ’ αστέρια τους»».
Ο Εφραϊμ στον Ιερεμία, καλείται «υιός αγαπητός»: Κεφ. λη΄ «20. υιός αγαπητός Εφραϊμ εμοί, παιδίον εντρυφών». Η ιδέα αυτή θεμελιώνεται, στο ότι ο Εφραϊμ είναι υπήκοος του Θεού και φυλάει τις εντολές Του. Στον Μαλαχία επίσης ο Θεός ως Δημιουργός είναι Πατέρας όλων, όπως φαίνεται στο Κεφ. β΄ «10. Ουχί πατήρ εις πάντων υμών; ουχί Θεός εις έκτισεν υμάς;»
Τέλος η υιοθεσία αυτή στηρίζεται και στο γεγονός ότι ο Θεός γνωρίζει τον λαό αυτό πολύ καλά και ότι το Όνομά Του βρίσκεται μεταξύ αυτού του λαού από την αρχή:  Ησαΐας, Κεφ ξγ΄ «16. συ γαρ ει πατήρ ημών, ότι Αβραάμ ουκ έγνω ημάς, και Ισραήλ ουκ επέγνω ημάς, αλλά συ, Κύριε, πατήρ ημών·», όπως επίσης και στο ότι υπάρχει ηθική και κοινωνική βάση αυτής της σχέσης. Ο Ισραήλ κάθε μέρα εφάρμοζε μέσα στην κοινωνική ζωή την δικαιοσύνη, την φιλανθρωπία, την αγάπη του Θεού, όπως δηλώνει η Σοφία Σειράχ, Κεφ. δ΄: «10. γίνου ορφανοίς ως πατήρ και αντί ανδρός τη μητρί αυτών· και έση ως υιός Υψίστου, και αγαπήσει σε μάλλον η μήτηρ σου», Ψαλμοί, Κεφ. πβ΄ «6. ότι εβουλεύσαντο εν ομονοία επί το αυτό, κατά σου διαθήκην διέθεντο», Λουκάς, Κεφ. στ΄ «36. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί».
Όπως και οι κριτές (Ψαλμός 82: 6), επίσης και ο πιστός βασιλιάς του Ισραήλ αποκαλείται υιός του Θεού, ως επίγειος βασιλιάς της Εκκλησίας, λόγω της ισχύος του επί του ιδίου λαού, του λαού του Θεού. Ας μην ξεχνάμε ότι η λέξη: «θεός» στα Εβραϊκά είναι «Ελοχίμ», που σημαίνει ταυτόχρονα και «Ισχυρός», και εδώ γίνεται ένα «λογοπαίγνιο», μεταξύ του Ελοχίμ – Θεού, και του Ισχυρού (Ελοχίμ) Βασιλιά, που σαν τον Θεό μετέχει σε ισχύ, και εξασκεί αυτή την ισχύ στον ίδιο λαό με τον Θεό, σαν «πρίγκιπας» του Απόλυτου Βασιλέως Θεού.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα γι’ αυτό:  Ψαλμοί, Κεφ. β΄  «7. διαγγέλλων το πρόσταγμα Κυρίου. Κύριος είπε προς με· υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε», Ψαλμοί, Κεφ. πη΄ «26. και θήσομαι εν θαλάσση χείρα αυτού και εν ποταμοίς δεξιάν αυτού. 27. αυτός επικαλέσεταί με· πατήρ μου ει συ, Θεός μου και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου· 28 καγώ πρωτότοκον θήσομαι αυτόν, υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης».  Ο βασιλιάς είναι υιός Θεού διότι:
1ον ο Θεός τον έχει εκλέξει: Β΄ Βασιλείων, Κεφ. ζ΄ «14. εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα, και αυτός έσται μοι εις υιόν· και εάν έλθη η αδικία αυτού, και ελέγξω αυτόν εν ράβδω ανδρών και εν αφαίς υιών ανθρώπων» και Ψαλμοί, Κεφ. πη΄ «28. καγώ πρωτότοκον θήσομαι αυτόν, υψηλόν παρά τοις βασιλεύσι της γης»,
2ον ο βασιλιάς αντιπροσωπεύει τον Θεό εις την γη, Ψαλμοί, Κεφ. β΄ «8. αίτησαι παρ’ εμού, και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου και την κατάσχεσίν σου τα πέρατα της γης. 9. ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς»,
3ον ο βασιλιάς, όπως ο Ισραηλιτικός λαός, φυλούσε τις εντολές του Θεού στην γη, Ψαλμοί, Κεφ. β΄ «7. διαγγέλλων το πρόσταγμα Κυρίου»,
4ον ο βασιλιάς αποδέχεται απόλυτη υπακοή στον Θεό, εμπιστοσύνη σε Αυτόν και αποδέχεται Αυτόν ως Σωτήρα Του: Ψαλμοί, πη΄ «27. αυτός επικαλέσεταί με· πατήρ μου ει συ, Θεός μου και αντιλήπτωρ της σωτηρίας μου·», Ψαλμοί, Κεφ. κα΄ «2. Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι· ίνα τι εγκατέλιπές με; μακράν από της σωτηρίας μου οι λόγοι των παραπτωμάτων μου», Ψαλμοί, Κεφ. ιθ΄ «10. Κύριε, σώσον τον βασιλέα, και επάκουσον ημών, εν η αν ημέρα επικαλεσώμεθά σε»,
5ον η δύναμη, η εξουσία και η επιτυχία του βασιλιά οφείλονται στον Θεό, Ψαλμοί, Κεφ. β΄ 8,
6ον είναι ο πρωτότοκος του Θεού, Ψαλμοί, Κεφ. πη΄ 88, με την έννοια του εκλεκτού και αγαπημένου και του διακεκριμένου μεταξύ των βασιλέων της γης, Ψαλμοί, Κεφ. πη΄ 28.
Πέραν αυτού, όπως ο καθένας μπορεί να δει στα ανωτέρω εδάφια, πολλές από αυτές τις φράσεις περί «υιότητας» του βασιλιά, έχουν και ΠΡΟΦΗΤΙΚΗ εκπλήρωση, στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, κάτι όμως που στην εποχή εκείνη δεν είχε γίνει κατανοητό από τους Ιουδαίους, εφ’ όσον ο Κύριος Ιησούς Χριστός δεν είχε ακόμα ξεκαθαρίσει στον κόσμο, ποια ακριβώς είναι η σχέση Του με τον Θεό Πατέρα.