Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Δεκεμβρίου 2017

Ένας Αληθινός Πνευματικός Άνθρωπος

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/ 

                   ... Πνευματικός Πατέρας είναι εκείνοςπου ξέρει να αγαπά, ξέρει να αγκαλιάζει, ξέρει να συμπαρίστα­ται, ξέρει νασυμπονά, ξέ­ρει να πονά, ξέρει να υποφέρει, ξέρει να υπο­μένει, ξέρει ναεπιμένει, ξέρει να ξαγρυπνά, ξέρει να δακρύζει, ξέρει να γο­νατίζει, ξέρει ναθυμώνει, ξέρει να μαλώνει, ξέρει να περιμένει, ξέρει να συ­γκρατεί, ξέρει νασυμ­βουλεύει, ξέρει να συ­μπάσχει, ξέρει να χαίρει, ξέρει να κλαίει, ξέρει νασυμβιβάζει, ξέρει να τι­μωρεί, ξέρει να συγχω­ρεί, ξέρει να θυσιάζεται...

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/ 



           Είπες Δάσκαλε μία φορά, ότι ένας αληθινά πνευματικός άνθρωπος είναι πάντα προστατευμένος. Τι είναι ένας αληθινός πνευματικός άνθρωπος;

          Ένας πνευματικός άνθρωπος είναι ένας άνθρωπος, που στην γήινη ζωή του έμαθε να βαδίζει στο θεϊκό μονοπάτι. Δεν ξεχωρίζει από τους άλλους ανθρώπους. Για κάθε άνθρωπο υπάρχει ένα μέρος του πνευματικού κόσμου, δηλαδή ένας σύνδεσμος με τον Θεό.

            Ένας πνευματικός άνθρωπος βαδίζει κατευθείαν προς τον στόχο που έχει βάλει και είναι σε αρμονία με την ψυχή και το πνεύμα του.
          Ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει εγωισμό. Βοηθάει άλλους ανθρώπους, είναι για άλλους ανθρώπους παρών, χωρίς ο ίδιος να έχει κανένα κέρδος. Ο πνευματικός άνθρωπος ξέρει τις αδυναμίες του και ξέρει τα λάθη του. Προσπαθεί να τα καλυτερέψει, αλλά και τα ομολογεί στον εαυτό του. Δεν προσπαθεί να τα κρύψει από του συνανθρώπους του, να τα αλλοιώσει. Ένας πνευματικός άνθρωπος ζει ταπεινόφρονα. Αυτό όμως δε θα πει ότι νοιώθει κατώτερος ή ότι αφήνει να τον πατάνε. Ένας πνευματικός άνθρωπος είναι ευγνώμων για κάθε μέρα, για κάθε λεπτό, για κάθε δευτερόλεπτο της ζωής του. Είναι ευγνώμων για κάθε νέα γνώση που παίρνει, πράγμα που δείχνει, ότι έκανε ένα ακόμη βήμα προς την ωριμότητά του. Ένας πνευματικός άνθρωπος γίνεται παράδειγμα, χωρίς να νοιώθει ανωτερότητα ή να νομίζει ότι είναι κάτι καλύτερο. Ένας πνευματικός άνθρωπος ζητάει συνεχώς την σύνδεση με τον Θεό και τον Χριστό, είτε βρισκόμενος σε μία ομάδα (εκκλησία), είτε μόνος του, χωρίς να αμελεί ή να ξεχνάει τον δρόμο, που πρέπει να περάσει στην υλική αυτή γήινη ζωή. Πρέπει δηλαδή, να είναι επιμελής, να εργάζεται και η ζωή του σ’ αυτόν τον πλανήτη μπορεί να είναι ευχάριστη. Ένας πνευματικός άνθρωπος δεν προσπαθεί να προσηλυτίσει άλλους, αλλά δείχνει με τις σκέψεις του και τα λόγια του, πώς είναι τα αισθήματά του, τα συναισθήματά του και οι θέσεις του στην ζωή αυτή. Οι αρετές ενός πνευματικού ανθρώπου είναι να ζει ήσυχα, να έχει υπομονή και να είναι ταπεινόφρων. Να ζει στην ύλη μεν, αλλά να μη θέλει πάντα να αποκτά περισσότερα. Ένας πνευματικός άνθρωπος βοηθάει άλλους ανθρώπους, έστω με το να τους ακούει μόνο, με το να τους δίνει την προσοχή του, έστω με ένα βλέμμα στα μάτια από ψυχή σε ψυχή, από πνεύμα σε πνεύμα, έστω με ένα αγκάλιασμα ή ένα σφίξιμο του χεριού. Όταν γίνονται αυτά, δημιουργούνται ενέργειες, απελευθερώνονται ενέργειες, που βοηθάνε κι εμάς στον πνευματικό κόσμο, βοηθάνε τον φύλακα Άγγελό σας ή τον πνευματικό σας οδηγό, ώστε να μπορεί ευκολότερα να σας φθάσει και να σας βοηθήσει με δυνατότερες εμπνεύσεις.

Ο φύλακας Άγγελος παίρνει τις πληροφορίες και τις στέλνει στον πνευματικό κόσμο αναλόγως. Γνωρίζω πως μερικοί από σας έχετε προβλήματα στη ζωή σας και δυσκολίες. Εμείς έχουμε καθήκον να προσπαθούμε να δίνουμε οδηγίες και συμβουλές μέσω των εμπνεύσεων. Βαδίζετε τον δρόμο σας και να σκέπτεστε πάντα ότι το κάρμα, δηλαδή αυτό που λέτε μοίρα, βάζει πάντα να λύνετε ασκήσεις, που για την ψυχή σας είναι σοβαρές. Όταν δηλαδή έρχονται για σας δύσκολοι καιροί, μη χάνετε την εμπιστοσύνη στους εαυτούς σας και στον Θεό. Όταν σας δημιουργούνται αρνητικά συναισθήματα, δημιουργούνται στην ζωή σας δυσαρμονίες, επειδή έτσι χάνετε την εμπιστοσύνη στους εαυτούς σας. Τότε είναι σαν να παραδίδεστε, σαν να εγκαταλείπετε την ψυχή σας. Μετά δεν έχετε προστασία. Να το σκεφτείτε αυτό. Σκεφτείτε, ότι όλα οδηγούνται από εμάς και όλα προσπαθούμε να τα προστατέψουμε, αλλά μόνο όταν εσείς συνεργάζεστε μαζί μας.
Αυτά που μας λες είναι ωραίες συμβουλές. Να είχαμε μόνο λίγο περισσότερο χρόνο για να τα χρησιμοποιούσαμε.
Όταν αρχίζετε την μέρα, χαιρετίστε τον και ρωτήστε, τι νέες γνώσεις θα φέρει σήμερα αυτός ο χρόνος , τι νόημα έχει σήμερα ο χρόνος, επειδή κάθε μέρα έχει ένα νόημα. Κάθε ημέρα φέρνει μία νέα γνώση, κάθε ημέρα φέρνει μία νέα ευτυχία και μία νέα χαρά.

Ο κάθε άνθρωπος προσπαθεί να την βρει, αλλά σχεδόν κανείς δυστυχώς, δεν ξέρει τι είναι στην πραγματικότητα ευτυχία. Ακόμη και οι μεγάλοι φιλόσοφοι αυτού του κόσμου δεν μπόρεσαν να αναγνωρίσουν, πόσο σοβαρό πράγμα είναι η γνώση, για το τι είναι ευτυχία. Θέλω να σας πω ορισμένα πράγματα. Η ευτυχία δεν είναι κάτι προσδιορισμένο, όπως εσείς νομίζετε. Η ευτυχία έχει τις βάσεις της στο συναίσθημα, στο αίσθημα. Η ευτυχία, που γυρεύει ο άνθρωπος, δημιουργείται μέσα στον άνθρωπο τον ίδιο, γι’ αυτό η ευτυχία είναι μία ψυχική κατάσταση και δεν εξαρτάται από κάτι το ορισμένο. Το συναίσθημα της ευτυχίας μπορεί να δημιουργηθεί από διάφορες καταστάσεις. Μία γέννηση μπορεί να φέρει ένα αίσθημα μεγάλης ευτυχίας, μεγαλύτερο από το να κερδίσει κανείς σε μία λοταρία. Η σωτηρία μίας ανθρώπινης ζωής φέρνει μία μεγαλύτερη ευτυχία απ’ ό,τι το να καταλάβει κανείς ένα μεγάλο αξίωμα με πολλές τιμές. Η μεγαλύτερη ευτυχία που πρέπει κανείς να επιδιώκει, είναι το να νιώθει ευχάριστα. Αυτό φέρνει θαλπωρή, ελπίδα, αγάπη, αρμονία. Για τα πράγματα αυτά δεν χρειάζεται να παίζει κανείς λόττο.

Το συναίσθημα της μεγάλης ευτυχίας δεν βρίσκεται στο τραπέζι του καζίνο. Όποιος ζητάει την αλήθεια με επιμονή, ζητάει συνάμα και την ευτυχία. Το μεγαλύτερο κακό είναι να νοιώθει κανείς δυσαρεστημένος, επειδή αυτό αρρωσταίνει τον άνθρωπο και τον κάνει να αποκτά πάθη. Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι ακτινοβολούν αρμονία. Είναι όμως αυτό ένα δείγμα ότι είναι ευχαριστημένοι; Υπάρχουν εκατομμυριούχοι και δισεκατομμυριούχοι, που μπορούν να τα έχουν όλα, αλλά έχει αποδειχθεί ότι αυτοί παρ’ όλα τα καλά που διαθέτουν, δεν είναι ευτυχισμένοι.

Δεν είναι η κατοχή αγαθών, που κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, αλλά η γνώση της συμπαντικής αλήθειας. Αυτή η αλήθεια εξασφαλίζει στον άνθρωπο συμπαντική αγάπη, δηλαδή τον σύνδεσμο με τον Θεό και την Ιεραρχία του. Κάθε άνθρωπος γνωρίζει από το συναίσθημά του, το ότι είναι σοβαρό να έχει ένα φίλο, που να τον εμπιστεύεται. Στον πνευματικό κόσμο υπάρχουν πολλοί φίλοι που μπορείς να έχεις. Αυτή η φιλία είναι το κλειδί για την αρμονία, για το να νιώθει κανείς απόλυτα ευχαριστημένος, ακόμη και σε δύσκολες στιγμές της ζωής αυτής. Την ευτυχία πρέπει να την αναζητούμε, αλλά πρέπει και να την αξίζουμε, πρέπει να την υπηρετήσουμε. Η αλήθεια που είναι τόσο συνυφασμένη με την ευτυχία, προσφέρεται όπως λέτε, δωρεάν.

Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος δεν νοιάζεται για την αλήθεια ή την περιφρονεί όταν την βρει, τότε περιφρονεί και την μεγαλύτερη ευτυχία που μπορεί να νιώσει και η οποία προσφέρεται από το Σύμπαν, δηλαδή από τον Θεό. Άνθρωποι που κέρδισαν υψηλές γνώσεις και κάποτε πεθαίνουν, προστίθεται ακόμη στην αύρα τους μία υπεργήινη ευτυχία και ενώ έχουν εγκαταλείψει το σώμα τους, πηγαίνοντας επάνω ακτινοβολούν ακόμη. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα για τους ανθρώπους ,που δεν προσπάθησαν να γνωρίσουν την αλήθεια. Αυτοί δεν νοιώθουν ευχαριστημένοι ,άρα και όχι ευτυχισμένοι. Αυτές δε οι καταστάσεις μένουν γραμμένες στο πρόσωπό τους.

Στο σπίτι σας παρακαλώ, θα βρείτε οπωσδήποτε την ευτυχία, που με τόσο μεγάλη λαχτάρα ψάχνετε, αν ανοίξετε μέσα σας, πάψετε να πιστεύετε σε λανθασμένα δόγματα και γνώμες.
Η ευτυχία είναι εσωτερική θρησκεία της καρδιάς. Η ευτυχία είναι καθαρή η αγάπη, που μπορείς να νιώσεις. 

Οι αληθινοί προσκυνητές

samaria3

Του π. Γεωργίου Οικονόμου, Δρ. Θεολογίας 



Πέμπτη, ήδη, Κυριακή του Πεντηκοσταρίου, με την Χάρι του Θεού και η αγία μας Εκκλησία τιμά και εορτάζει την Αγία Φωτεινή την Σαμαρείτιδα.

Αγία, για την οποία χαίρει σήμερα και πανηγυρίζει λαμπρά σύσσωμη η Αγία Εκκλησία του Θεού και όλοι οι χριστιανοί! Γιατί η αγία Φωτεινή συνιστά ένα φωτεινό σύμβολο, έναν φάρο σωτηρίας.

Είναι ένα ζωντανό παράδειγμα της άπειρης αγάπης και του αφάτου ελέους του Τρισαγίου Θεού. Είναι η αγία, της οποίας ο βίος μας διδάσκει όχι μόνο να μην απελπιζόμαστε για τις αμαρτίες και την προ Χριστού διαγωγή μας, αλλά να στηρίζουμε ακλόνητα την ελπίδα και την εμπιστοσύνη μας στην θεία μακροθυμία.

Η αγία Φωτεινή είναι αυτή, που γκρέμισε συθέμελα κάθε ηθικιστική προσέγγιση του χριστιανισμού και βεβαίωσε περίτρανα και στην πράξη τον παύλειο λόγο περί του Θεού ότι˙ πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καὶ εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν[1].

Αλλά και τα ίδια εκείνα τα Κυριακά λόγια˙ οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ' ἵνα σώσω τὸν κόσμον[2].

Ο λόγος αυτός του Χριστού εικονίζεται και σαρκώνεται πολύ παραστατικά στην συνάντηση με την γυναίκα εκείνη, την διττά αμαρτωλή και ακάθαρτη.

Ακάθαρτη, σύμφωνα με τους Ιουδαίους, γιατί οι Σαμαρείτες, είχαν νοθεύσει συγκρητιστικά την ιουδαϊκή πίστη με ειδωλολατρικά στοιχεία, και για αυτό όχι μόνο δεν συναναστρέφονταν μαζί τους αλλά τους θεωρούσαν αναξίους ακόμα και του χαιρετισμού τους.

Για αυτό απορεί η Σαμαρείτιδα πως ο Ιησούς καταδέχεται και συνομιλεί μαζί της. Ο Κύριος, όμως, δεν θα μπορούσε να υιοθετήσει αυτήν την σκληρόκαρδη στάση των συμπατριωτών Του, γιατί Αυτός είναι ο αγαθός Πατέρας όλων των ανθρώπων.

Βλέπει το κατ'εικόνα στα πρόσωπά τους και αγωνιά για την σωτηρία τους. Έτσι, όταν συναντά την γυναίκα στο φρέαρ του Ιακώβ, της μιλά με πατρική αγάπη και την παρακαλεί να του δώσει λίγο νερό.

Στο ξάφνιασμά της, πώς γίνεται ένας ιουδαίος να ζητά νερό από αυτήν, της απαντά λέγοντας ότι, εάν γνώριζε την δωρεά του Θεού και Ποιος είναι αυτός που της ζητά νερό, αυτή θα Του ζητούσε πρώτη το ζωντανό νερό.

Στην απορία και πάλι της Σαμαρείτιδος πώς θα μπορούσε να της δώσει νερό, χωρίς να έχει άντλημα, ο Ιησούς της απαντά ότι όποιος πιει το νερό που προσφέρει Αυτός, δεν θα διψάσει στους αιώνες και ότι το νερό αυτό γίνεται μέσα στον άνθρωπο πηγή αιώνιας ζωής.

Ο διάλογος συνεχίζεται με την Σαμαρείτιδα να ζητά αυτό το νερό και ο Κύριος να την στέλνει να φωνάξει τον άντρα της.

Τότε ο Ιησούς της αποκαλύπτει με διακριτικό και όχι κατακριτικό τρόπο την αμαρτωλή διαγωγή της, ότι συζεί παράνομα με κάποιον άντρα, τον έκτο κατά σειρά, και την καλεί σε μετάνοια.

Από την συνάντηση αυτή αξίζει οπωσδήποτε να σημειώσουμε ότι ενώ η Σαμαρείτις είναι ακάθαρτη και αμαρτωλή όχι μόνο δεν αποκλείεται από την θεία αγάπη αλλά την προσλαμβάνει άφθονη και πλημμυρίζει από αυτή.

Αυτό βεβαιώνεται από τα ακόμα πιο συγκλονιστικά γεγονότα και τους διαλόγους, που ακολουθούν. Γιατί η γυναίκα θεωρώντας τον Ιησού ως προφήτη τον ερωτά σε ποιο όρος πρέπει να λατρεύουν τον Θεό, καθώς αλλού τον λάτρευαν οι Ισραηλίτες και αλλού οι Σαμαρείτες, για να διδάξει στην συνέχεια ο Χριστός με την απάντησή Του τα εξής σπουδαία περί της λατρείας του Θεού.

Ότι οι αληθινοί προσκυνητές λατρεύουν τον Θεό εν πνεύματι και αληθεία. Ο Θεός είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών και δεν μπορεί να περιορίζεται σε κάποιο τόπο η λατρεία Του.

Όπως τόνισε και ο Απόστολος Παύλος, άλλωστε˙ ὁ Θεὸς ὁ ποιήσας τὸν κόσμον καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῷ, οὗτος οὐρανοῦ καὶ γῆς Κύριος ὑπάρχων οὐκ ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ[3].

Ο ἀχώρητος παντί Θεός, λοιπόν, λατρεύεται παντού εν πνεύματι και αληθεία. Κυρίως και πρωτίστως, στον άγιο ναό Του. Στην Εκκλησία και στο άγιο θυσιαστήριο. Αλλά όχι μόνο εκεί.

Θυσιαστήριο εν πνεύματι είναι και η καρδιά μας, καθώς και πάλι, σύμφωνα με τον Απόστολο των εθνών Παύλο˙ τὸ σῶμα ὑμῶν ναὸς τοῦ ἐν ὑμῖν ἁγίου Πνεύματός ἐστιν[4].

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι εκτός από την εκκλησία μπορούμε να λατρεύουμε τον Θεό οπουδήποτε και οποτεδήποτε.

Στο εικονοστάσι του σπιτιού μας, αφού ανάψουμε ευλαβικά το καντηλάκι και το θυμίαμα. Στο αυτοκίνητο πηγαίνοντας στην δουλειά μας και επιστρέφοντας από αυτήν. Στο αστικό λεωφορείο.

Περπατώντας και εργαζόμενοι. Κάθε ώρα και κάθε στιγμή. Έτσι θα μπορέσουμε να εφαρμόσουμε και εμείς στην ζωή μας την παύλεια προτροπή στους Θεσσαλονικείς˙ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε[5].

Διότι είναι λάθος να νομίζουμε ότι τα λόγια αυτά αφορούν μόνο τους μοναχούς και τους ασκητές.

Οι ευαγγελικές εντολές αφορούν όλους τους πιστούς και είναι πολύ διδακτικό να γνωρίζουμε ότι υπάρχουν αδελφοί μας, που κάνουν αυτόν τον αγώνα μέσα στον κόσμο, ανάμεσά μας, στην ενορία μας, στην γειτονιά μας.

Και τους αντιχαρίζει πλούσια ο καλός Θεός ως ευλογία την αληθινή, την εν πνεύματι και αληθεία προσευχή.

Την προσευχή, που αμελήσαμε να μάθουμε οι ίδιοι αλλά και να διδάξουμε στα παιδιά μας. Θέλουμε τα παιδιά μας να μάθουν γράμματα, να σπουδάσουν, να μορφωθούν. Αλλά δεν φροντίζουμε την πνευματική τους μόρφωση και μένουν εν τέλει αγράμματα στην πίστη.

Όμως, στα δύσκολα χρόνια, που ζούμε, η προσευχή η αληθινή είναι απαραίτητο εφόδιο, όπλο θα τολμούσαμε να πούμε. Ας ξεκινήσουμε μαθαίνοντας στα παιδιά μας το άλλοτε αυτονόητο, το˙ Πάτερ ἡμῶν. Και να τους το εξηγήσουμε.

Να γνωρίσουν ότι έχουν και ουράνιο Πατέρα, που πολύ μας αγαπά. Να μάθουμε την προσευχή του Παρακλήτου, το˙ Βασιλεῦ οὐράνιε. Την ευχή˙ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ ἐλέησόν με.

Με την καθοδήγηση του πνευματικού, με τα μαθήματα των Κατηχητικών, με το παράδειγμα των γονέων, με την ευθύνη του αναδόχου. Πάνω απ' όλα με την φώτιση του Αγίου Πνεύματος.

Αποκαλυπτική σχετικά με το θέμα της προσευχής είναι η απάντηση του Χριστού στην Σαμαρείτιδα στην ερώτηση για τον τόπο προσκύνησης και λατρείας του Θεού˙οἱ ἀληθινοὶ προσκυνηταὶ προσκυνήσουσι τῷ πατρὶ ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ· καὶ γὰρ ὁ πατὴρ τοιούτους ζητεῖ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτόν. πνεῦμα ὁ Θεός, καὶ τοὺς προσκυνοῦντας αὐτὸν ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν[6].

Η συνάντηση της αγίας με τον Χριστό, λοιπόν, μας διδάσκει ακριβώς τον τρόπο να γίνουμε αληθινοί προσκυνητές, των οποίων η λατρεία και η προσκύνηση είναι ευάρεστη και ευπρόσδεκτη στο υπερουράνιο θυσιαστήριο.

Αληθινή προσκυνήτρια έγινε και η ίδια η αγία. Η αποκάλυψη του Μεσσία σε αυτήν την ακάθαρτη και αμαρτωλή γέννησε στην καρδιά της την μετάνοια.

Την οδήγησε στην αληθινή πίστη, την ανόθευτη και αγιασμένη. Την πίστη του Χριστού. Πίστη, που πλημμύρισε και έγινε πόθος και ζήλος ιεραποστολικός.

Και έτρεξε στην πόλη να διαλαλήσει ότι ο Χριστός βρίσκεται στον τόπο τους. Και από τότε ποτέ δεν έπαψε να κηρύττει την Αλήθεια. Το κήρυγμα του ευαγγελίου.

Και αξιώθηκε η αμαρτωλή αυτή γυναίκα να γίνει ισαπόστολος. Αλλά και μεγαλομάρτυς της Εκκλησίας σφραγίζοντας με το μαρτύριο της την αγάπη και την ομολογία της προς τον Κύριο Ιησού Χριστό.

Αυτόν που καταδέχτηκε να μιλήσει μαζί της στο φρέαρ του Ιακώβ και να την προσκαλέσει στην μετάνοια.

Πρόσκληση, που απευθύνει σε όλους μας ο Θεός αναμένοντας πάντα με ανέκφραστη πατρική αγάπη την επιστροφή μας κοντά Του, επιστροφή την οποία ευχόμαστε θερμά διά πρεσβειών της αγίας.


[1] Α΄ Τιμ. 2, 4

[2] Ιω. 12, 47

[3] Πρ. 17, 24

[4] Α΄ Κορ. 6, 19

[5] Α΄ Θεσ. 5, 17

[6] Ιω. 4, 23 – 24


Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Είμαστε … «έξυπνοι» ή το νομίζουμε;

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/
   «Να είσαι έξυπνος! Να προσέχεις! Να μην κοιμάσαι! Να έχεις τα μάτια σουανοιχτά! Τα μάτια δεκατέσσερα!», είναι μερικές από τις συμβουλές, που συνηθίζουν να δίνουν οι γονείς και οι μεγάλοι, θέλοντας να φυλάξουν τα παιδιά από τους πιθανούς κινδύνους, που μπορεί να  διατρέχουν. Και είναι πολύ περιεκτικές και εύστοχες οι παραινέσεις αυτές. Αλήθεια, τι σημαίνει η λέξη «έξυπνος»; Ποια είναι η έννοια που της προσδίδουμε στην καθημερινότητα;
      Έξυπνος, θα απαντούσε κάποιος, είναι αυτός που εύκολα καταφέρνει να λύνει τα προβλήματα στη ζωή του, υπερβαίνοντας τα εμπόδια και βρίσκοντας πάντα την κατάλληλη λύση. Ή ακόμη, συγκρινόμενος με τους άλλους, έχει τη δυνατότητα να τους ξεπερνάει στην ευστροφία του μυαλού, να αντιλαμβάνεται και να προσλαμβάνει γρηγορότερα και καλύτερα την οποιαδήποτε πληροφορία και γνώση και να δίνει  καλύτερες λύσεις απ` αυτούς, στα καθημερινά θέματα που έχει να αντιμετωπίσει και να προλαβαίνει το κακό. Έξυπνος  θεωρείται και ο καταφερτζής, ο καπάτσος, ο μηχανορράφος. Ανάλογα δε με το περιεχόμενο που θέλει να προσδώσει ο καθένας, ακόμη και ο πονηρός, ο δόλιος άνθρωπος, που κατεργάζεται το κακό. Πραγματικά, παρόλο που έχει μεγάλο εύρος, εκεί περίπου κυμαίνεται σήμερα η έννοια  της λέξης «έξυπνος».


      Στην Καινή Διαθήκη τη λέξη «έξυπνος» τη συναντάμε μόνο μία φορά και σημαίνει κατά την αρχαία: αυτός που δεν κοιμάται, ο ξυπνητός. Στις Πράξεις των Αποστόλων (16, 27), γράφει ο απόστολος Λουκάς: «ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς» και σημαίνει: «όταν ξύπνησε ο δεσμοφύλακας και είδε ανοιχτές τις πόρτες της φυλακής». Δηλαδή κοιμόταν και ξύπνησε.
      Πόσο εξαρτάται το παιχνίδι της ζωής από τον καθένα μας; Μέχρι πού θα ενεργήσει η εξυπνάδα  και πού θα μας οδηγήσει; Διότι ακούγεται πολύ συχνά γύρω μας ο λόγος: «Εγώ φέρθηκα έξυπνα». Και, εν τέλει, αν κάποιος ισχυρίζεται πως είναι «έξυπνος», δεν αντιλαμβάνεται πως κάποιοι άλλοι πιθανόν να είναι  «εξυπνότεροι» και ο διάβολος,  μετά πάσης βεβαιότητος, μυριάκις «εξυπνότερος» από όλους; Ποια και  τι είδους εξυπνάδα εννοεί ο καθένας;
      Μήπως σήμερα έχει ανάγκη ο λαός του Θεού από κάποιο πνευματικό εγερτήριο ανάκρουσμα, για «να ανοίξει τα μάτια του», αυτά τα μάτια που εννοεί το Ευαγγέλιο, «να εγερθεί από τον ύπνο», να βρει τον εαυτό του και κυρίως το βασικό νόημα της ζωής του;
      Ανέκαθεν ο άνθρωπος από τη φύση του είχε ανάγκη να καταφεύγει ως δημιούργημα στην αγκαλιά του Θεού, του Δημιουργού του. Αν αυτό συνέβαινε στο διάβα των αιώνων, όπως και συνέβαινε, σήμερα αυτή η ανάγκη προβάλλει κυριολεκτικά απόλυτη. Μονόδρομος. Διότι, μέσα στην παραζάλη της γενικής αποστασίας, έχει χαθεί κάθε έρεισμα, κάθε αποκούμπι, στο οποίο θα μπορούσε να εμπιστευτεί ο άνθρωπος την ψυχοσωματική του ασφάλεια και γαλήνη. Να νοιώσει η καρδιά του και να πιστέψει πως βρήκε τη ζητούμενη πληρότητα και να κραυγάσει «ψυχή τε και σώματι» πως είναι βέβαιος γι` αυτό  που ζητούσε και του έλειπε.
       Οι πλείστοι των ανθρώπων, των βαφτισμένων Χριστιανών, βρίσκονται  σε κατάσταση  πανικού. Φοβούνται, χωρίς να δύνανται να αντιληφθούν το γιατί. Τρέμει η ψυχούλα τους. Ζουν μέσα στον κόσμο, ανάμεσα στο πλήθος των συνανθρώπων τους και φοβούνται τον κόσμο! Αισθάνονται ανασφάλεια για την κάθε στιγμή της ζωής τους. Νοιώθουν εκτεθειμένοι, απροστάτευτοι. Τι θλιβερό κατάντημα! Δεν εμπιστεύονται κανέναν- και γιατί να εμπιστευτούν, με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας; Τρέχουν από εδώ κι από κει, να αδράξουν την ελπίδα, το κάτι άλλο, που γεμίζει την καρδιά, αλλά επιστρέφουν χωρίς «δώρα», χωρίς χορτασιά, θυμίζοντας  το λαϊκό άσμα: «διψάσαμε το μεσημέρι, μα το νερό γλυφό» και: «πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή».
       Το ερώτημα όμως είναι: «Ποιο θεωρείται λάθος» και «Ποια  αλλαγή»;
       Ελπίζουμε  και πάλι ελπίζουμε, αλλά κινούμενοι πάντοτε με λάθος προορισμό και μένοντας σε ένα ηχηρό «Όχι». Πεισματωδώς όχι, προς το Χριστό και την αγία του Εκκλησία. Παντού αλλού ναι, αλλά εκεί όχι. Τόσο βαθύ είναι το απόστημα. Τόση η αποξένωση. Είμαστε άρρωστοι και δεν θέλουμε το νοσοκομείο. Τα χειρουργικά εργαλεία του λόγου του Θεού και των αγίων  δεν μπορούν να αγγίξουν το μικρόβιο που εμφωλεύει στις καρδιές. Κλειστά τα αυτιά του σώματος και της καρδιάς. Η φωνή της συνείδησης πνιγμένη και οδηγημένη στο παρά φύση, στην άβυσσο, στο αδιέξοδο. Η ψυχική πώρωση οξεία. Αφοπλισμένος  και αιχμαλωτισμένος ψυχικά ο αδούλωτος στα ιστορικά δεδομένα Έλληνας.
      Υπάρχει  άμεση ανάγκη για θεραπεία. Θεραπεία στο νοσοκομείο της αγάπης του Χριστού. Στην Εκκλησία Του, όπου υπάρχουν οι γιατροί, τα μηχανήματα και τα φάρμακα. Οι πνευματικοί οδηγοί, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, η λατρεία, η άσκηση, η προσευχή και ό,τι άλλο συνεπικουρεί στη μετάνοια και στη σωτηρία της ψυχής.
      Ο απόστολος Παύλος γράφει στους Εφεσίους: «διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός». (Εφ. 5,14). Ο στίχος αυτός είναι  αντιπροσωπευτικό κάλεσμα της εποχής για τους Έλληνες. Διότι καλεί, απευθυνόμενος σ` αυτούς που κοιμούνται, να σηκωθούν, να ξυπνήσουν και σ` αυτούς που ζουν ωσεί νεκροί, να αναστηθούν. Και σ` αυτήν την πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε οι Έλληνες.
      Ο Ωριγένης ερμηνεύει: «Έγερση είναι η επάνοδος από την κακία στην αρετή». Και ο άγιος Χρυσόστομος: «Επίσης καθεύδοντα (δηλαδή κοιμώμενο) και νεκρό ονομάζει (ο Παύλος) και αυτόν που ζει στην αμαρτία. Διότι αποπνέει δυσωδία, όπως ο νεκρός και είναι άπραγος, όπως αυτός που κοιμάται και τίποτε δεν βλέπει, όπως εκείνος, αλλά ονειρεύεται και φαντάζεται».
      Ιδού πάλι ο ευαγγελικός λόγος, ο οποίος εγγυάται τη λύση και την απαγκίστρωση από τον πνευματικό ύπνο και την αμαρτία:
 «Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ' ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας». (Ρωμ. 13,11-14)
       «Νύχτα αποκαλεί την παρούσα ζωή, επειδή είναι διασκορπισμένη παντού η αμαρτία και επειδή μοιάζει με όνειρο και φαντασία και μπορεί να μας ξεγελάσει», ερμηνεύει ο Ζιγαβηνός, ενώ «ημέρα την μέλλουσα ζωή για τη λαμπρότητά της και για το ότι θα αποκαλυφθούν τα κεκρυμμένα». Ημέρα λαμπρή, βέβαια, είναι και η καινούρια ζωή, στον παρόντα βίο, όταν η ψυχή μετανοήσει και επιστρέψει αγωνιζόμενη στο δρόμο του Θεού.
      Ο άγιος Χρυσόστομος λέει: «Να ξεντυθούμε τις φαντασίες, να απαλλαγούμε από τα όνειρα του παρόντος βίου και να αποθέσουμε, να εγκαταλείψουμε το βαθύ ύπνο». Επίσης, «να ντυθούμε όπως τα ρούχα μας έτσι και την αρετή».
      Να μην συμβαδίζουμε με τα πάθη που αναφέρει. «Απεκδυόμενοι» αυτά, οδηγούμαστε στην ευσχημοσύνη. Στην ευπρέπεια, στην κοσμιότητα, στην ψυχική αταραξία, στην πλήρη αξιοπρέπεια. Δεν αρκεί να τα αφήσουμε, αλλά να ντυθούμε το Χριστό. Και «ένδυση αυτού σημαίνει να ζούμε μέσα σ` αυτόν και μέσα σ` εμάς να φαίνεται η δική του παρουσία. Αυτό δε πετυχαίνεται, όταν παραμένουμε στο θέλημά του και μέσα μας φαίνονται χαρακτηριστικά δικά του και ομοιότητες», γράφει ο Ζιγαβηνός.
     Και μια λεπτομέρεια. Λέγοντας «καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας», σχολιάζει ο άγιος Χρυσόστομος: «Δεν μας εμποδίζει να προνοούμε για την φροντίδα του σώματος, αλλά από τις αμαρτωλές επιθυμίες». Και ο Θεοδώρητος: «Δεν απαγόρευσε την επιμέλεια του σώματος, αλλά έβγαλε έξω την τρυφή και την ακράτεια στην αμαρτία».
      Να η έννοια της λέξης «έξυπνος»: «ἔγειρε ὁ καθεύδων», με την υπόσχεση: «καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» και: «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι», πάλι με την επιβεβαίωση: «νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία».
      Δεν μας μένει παρά να κάνουμε ο καθένας στονεαυτό του ένα «τεστ εξυπνάδας», έχοντας ως οδηγό ερωτήσεων  τις εντολές του Ευαγγελίου και τη ζωή τωναγίων, για να δούμε πόσο «έξυπνοι» είμαστε. Αν και πόσο πρέπει «να ανοίξουμε τα μάτια μας», να κινηθούμε, και να συναρμοστούμε με το θέλημα του Θεού, για να μπούμε στο δρόμο της ελευθερίας του. 

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

«δείξον μοι τον άνθρωπόν σου κι εγώ σοι δείξω τον Θεόν μου»



Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πτολεμαΐδος κ. Εμμανουήλ


«Ώστε γένεσθαι υμάς ΤΥΠΟΥΣ πάσι τοις πιστεύουσιν…» Απ. Παύλος (Α΄ Θεσσαλ.)

Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες υπήρξαν χριστιανοί απολογητές.

Μια απλή ερμηνεία του όρου απολογητής είναι αυτή που θέλει τους πιστούς «εις ένα Θεόν» να απολογούνται «προς τους ‘έξω’» και στο πώς «από των ειδώλων» θα μεταστραφούν «εις το δουλεύειν Θεώ ζώντι και αληθινώ…». 

Στις επιστολές του αποστόλου Παύλου παρατηρούμε αυτή τη τάση του απολογητισμού, με έντονη προσπάθεια του αποστόλου το «μηδείς υμάς απατάτω κενοίς λόγοις…».

Να μην εξαπατηθούν δηλαδή οι πιστοί του Θεού από τους «ματαιο-λόγους» και «κενο-λόγους» όλων των εποχών τονίζοντας μάλιστα το γεγονός ότι «μη ουν γίνεσθε συμμέτοχοι αυτών».

Πρώτοι και μεγάλοι Απολογητές θεωρούνται ο Ιουστίνος ο φιλόσοφος και μάρτυς - ο Αθηναγόρας ο πρώτος διευθυντής της Θεολογικής Σχολής Αλεξανδρείας με μαθητή του το Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα του οποίου μαθητής υπήρξε ο Πάνταινος και ο Θεόφιλος Αντιοχείας.

Αυτή είναι η πρώτη ομάδα χριστιανών συγγραφέων και απολογητών.

Από αυτό το «κοινόν οπλοστάσιον των απολογητών» θα επιχειρήσω να σταθώ στον τελευταίο περισσότερο, στον Θεόφιλο Αντιοχείας και στο σύγγραμμά του «Προς Αυτόλυκον».

«Θεοφίλου προς Αυτόλυκον». «Θεοφίλου Πατριάρχου έκτου της μεγάλης Αντιοχείας προς Αυτόλυκον Έλληνα περί της των χριστιανών πίστεως λόγοι τρεις». Αυτός είναι ο γνήσιος τίτλος του αξιόλογου αυτού συγγράμματος.

Ας δούμε πώς απολογούντο αυτοί οι «φιλόσοφοι» και πρώτοι Θεολογούντες τα της πίστεως και πόσο καταγγελτικός ήταν ο λόγος τους.

Ας δούμε τι γράφει στον πρώτο τόμο της Πατρολογίας του ο Π. Χρήστου.

«Ο υποτιθέμενος συνομιλητής του συγγραφέως έκπληκτος από την μεταστροφή αυτού (από την ειδωλολατρία στο χριστιανισμό) και στηριζόμενος ότι ο Θεός είναι εκτός της ανθρωπίνης εμπειρίας φαίνεται να λέγει στον Θεόφιλο ‘δείξον μοι τον Θεόν σου».

Ο δε απολογητής αφού προβαίνει σε μια διεξοδική έκθεση περί του ορθού τρόπου Θεο-γνωσίας του απαντά «δείξον μοι τον άνθρωπόν σου κι εγώ σοι δείξω τον Θεόν μου». Αυτό σημαίνει ότι η γνώσις του Θεού εξαρτάται από την ποιότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ζωής.

Με πιο απλά λόγια, ο απολογητής και συγγραφέας του απαντά λιτά και κατηγορηματικά: Δείξε μου έναν τέλειο κατά το ανθρώπινο δυνατόν άνθρωπον και πάνω σ’ αυτόν εγώ θα σου δείξω τον Θεόν μου.

Παρατεινόμενος ο διάλογος χριστιανού και ειδωλο-λάτρου διαφαίνεται να τον επαναρωτά: «Δείξον μοι καν ένα εγερθέντα εκ νεκρών, ίνα ιδών πιστεύσω…».

Τότε ο συγγραφέας απαντά με την «συνήθη επιχειρηματολογίαν την περιλαμβάνουσα την εναλλαγήν ημέρας και νυκτός, τον κύκλον αναστάσεως και δύσεως της σελήνης, τον κύκλον θανάτου και αναστάσεως της φύσεως».

«Επειδή προσέθηκας ω εταίρε δείξον μοι τον Θεόν σου, ούτος ο Θεός μου και συμβουλεύω σοι φοβείσθαι αυτόν και πιστεύειν Αυτώ».

Να πώς απαντούσαν οι πρώτοι χριστιανοί απολογητές και μάρτυρες σ’ αυτούς που με ειρωνεία, αμφιβολία και σκεπτικισμό στέκονταν απέναντί τους.

Ο «αρραβώνας» με την αλήθεια είναι «κατόρθωμα» μέγα και προϋποθέτει καρδιά γεμάτη αγάπη και νου φωτισμένο από τη χάρη του Πνεύματος του αγίου.

«Απάντων πραγμάτων η πίστις προηγείται…».

Αυτή την πίστη οι των πρώτων χριστιανικών αιώνων μάρτυρες του Χριστού με σαφήνεια, με ύφος και ήθος αληθινού ανθρώπου του Χριστού, την μετέδιδαν άνευ αφοριστικών τάσεων και διαχωριστικών γραμμών με αναθέματα και αποκλεισμούς.

Απολογούντο υπέρ των Χριστιανών - απολογούντο προς το όνομα Χριστιανός προς τους τότε διώκτας με ευαισθησία θεολογικού κριτηρίου, χωρίς να προκαλούν, να υβρίζουν, να καταρώνται και να ετικετάρουν τους αντιμαχομένους.

Σκοπός τους δεν ήταν να προκαλέσουν.

Σκοπός τους και στόχος τους ήταν να στηρίξουν και να οικοδομήσουν.

Σκοπός τους δεν ήταν η προβολή στη πρώτη γραμμή της δημοσιότητας αλλά η κατά το δυνατόν μεταστροφή των διωκτών σε πιστούς του Θεού.

Γι’ αυτό και το πνεύμα της συγκατάβασης και συγχωρητικότητας κυριαρχεί στα περισσότερα των συγγραμμάτων τους.

Πιστός στο τίτλο αυτού του πενιχρού αρθρογραφήματος της φράσεως που δεν είναι δική μου αλλά «δάνεια» έκφραση του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου «υπεράγαν Ορθόδοξοι…».

Υπέρ-άγαν Ορθόδοξοι δεν είναι λοιπόν οι συνεχώς και ακαταπαύστως καταγγέλλοντες… Ορθοδοξότεροι των Ορθοδόξων… Ορθοδοξολογούντες ατελείωτα… Ορθοδοξο-λόγοι και καταδικάζοντες τους πάντες και τα πάντα αδιακρίτως.

Υπεράγαν Ορθόδοξοι οι διυλίζοντες τον κώνωπα και καταπίνοντες την κάμιλον!... κατά τον Κυριακό λόγιο.

Ορθόδοξοι είναι και οι σιωπούντες!...

Ορθόδοξοι είναι οι ασκούμενοι στην προσευχή!...

Ορθόδοξοι είναι οι πράττοντες περισσότερο παρά οι λέγοντες!...

Ορθόδοξοι είναι οι ελεήμονες καρδιές, οι έχοντες «σπλάγχνα οικτιρμών».

Ορθόδοξοι δεν είναι οι κάνοντες διαφημιστικές ελεημοσύνες - αλλά «εν κρυπτώ» ελεούν με διάκριση και αγάπη «όλην την ημέραν».

Αυτοί είναι κατά την ταπεινή μου και ασήμαντη γνώμη οι Ορθόδοξοι. Έτσι μας δίδαξαν κάποιοι μη διάσημοι Γέροντες αλλά «γνωστοί» του Θεού.

Αυτοί είναι οι καλύτεροι απολογητές του Θεού. Αυτοί που δεν προσυπογράφουν την απουσία του Θεού δικηγορεύοντες αντί του Θεού αλλά σιωπώντες και προσευχόμενοι στο Θεό - ίνα ο λόγος του Θεού «τρέχει» και η αγάπη του «εκκέχυται» στις καρδιές των ανθρώπων.

Η ακριβέστερη «υπεράσπιση» των του Θεού δικαιωμάτων είναι η συναντίληψη των «δικών μου» δικαιωμάτων στο τι το θέλημα του Κυρίου για τη δική μου ψυχή!...

Η σωτηρία της ψυχής δεν έρχεται «μετά παρατηρήσεως» και καταγγελτικού λόγου μόνον αλλά μετά ενδοσκοπήσεως στα άπειρα βάθη μιας ψυχής που πονά, υποφέρει, βασανίζεται, ελπίζει, υπομένει και ακαταπαύστως με τη «δωρεά» των δακρύων ψυχής «προσεύχεται» όλη καρδία υπέρ της του κόσμου ζωής.

Αποκλειστικότητα στην Ορθοδοξία δεν έχει κανείς περισσότερο ή λιγότερο από εκείνους που φωνασκούν χωρίς να λένε τίποτε με τους ασκουμένους στη σιωπή του Θεού, στην αλήθεια της αυτογνωσίας και της ταπείνωσής τους και στη θεραπευτική της ανυποκρίτου αγάπης που «τα πάντα στέγει» και τα αντιπροσφέρει στο Θεό για να μιλήσει ΕΚΕΙΝΟΣ άπειρα καλύτερα από εμάς τους κάποτε δήθεν και τους άλλοτε αυτο-διαφημιζομένους.