Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Δύσκολοι οι καιροί που ζούμε.




«Χαίρε το Φως αρρήτως γεννήσασα, 
χαίρε το πώς μηδένα διδάξασα»

 πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός



 Παραπονιόμαστε συχνά ότι η ζωή μας είναι βυθισμένη στο σκοτάδι. Της απελπισίας για τα προβλήματα μας τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τα οποία μάλιστα αυξάνουν αντί να ελαττώνονται, παρότι παλεύουμε και καταβάλλουμε υψηλό τίμημα. 

Της μη εκπλήρωσης των επιθυμιών μας, ιδίως αναφορικά με τις ανθρώπινες σχέσεις. Της μη επίτευξης στόχων και ονείρων.

Κάποτε σε ένα σκοτάδι πνευματικό, το οποίο έχει να κάνει και με την απουσία ποιότητας στη ζωή μας. Το σκοτάδι συνεπάγεται μοναξιά. Και η μοναξιά είναι σήμα κατατεθέν στη ζωή και την εποχή μας. Άνθρωποι που οι συγκυρίες της ζωής, ο χαρακτήρας τους, αλλά και η αδιαφορία των άλλων τους έχουν καταδικάσει να αισθάνονται και κάποτε να είναι πραγματικά μόνοι.



  Στον κόσμο αυτό η Εκκλησία μας αντιπαραβάλλει την Υπεραγία Θεοτόκο. «Χαίρε το Φως αρρήτως γεννήσασα, χαίρε το πώς μηδένα διδάξασα», μας ζητά στους Χαιρετισμούς να αναφωνήσουμε κι εμείς.

 Μας λέει ότι το Φως που διαλύει το σκοτάδι χρειάζεται να γεννηθεί και την ίδια στιγμή να έχουμε εκείνη την γλυκιά ταπείνωση να μη θέλουμε να διδάξουμε κανέναν για την εμπειρία του Φωτός, αλλά να αφήνουμε το ίδιο το Φως να μιλήσει στις ψυχές και στις ζωές των Άλλων. 

 Το Φως είναι ο Χριστός. Φωτίζει, θερμαίνει, αγιάζει τους πάντας, ανάλογα με την προαίρεσή τους. Μπορεί και να καίει όσους δεν Τον θέλουν. Πάντως δεν περνά απαρατήρητος. Ο Χριστός είναι Φως, άκτιστο και ουράνιο. Την ίδιο στιγμή η παρουσία του Φωτός γεμίζει ελπίδα όσους θέλουν να μη μείνουν στο όποιο σκοτάδι. Γιατί το Φως διαλύει την μοναξιά. Δίνει ελπίδα και χαρά. Η κοινωνία μαζί Του, ακόμη κι αν τα μέτρα μας είναι ασήμαντα, σπιθαμιαία, ανανεώνει. Δίνει μία αλλιώτικη προοπτική στην πορεία της ζωής μας. Ό,τι μπαίνει στην προοπτική του Φωτός, έστω και κατ’ ολίγον, φωτίζεται. 

 Ο άνθρωπος που πιστεύει και ζει τον Χριστό δεν απελπίζεται και δε νικιέται από την απελπισία, δεν απολυτοποιεί τα όνειρα και τις επιθυμίες του. Έχει ήδη ποιότητα στη ζωή του, διότι ο Χριστός μεταμορφώνει τα πάντα εντός της. Κάνει να βλέπουμε τη σχετικότητα εκείνων που νομίζουμε αδιανόητο να μην τα έχουμε. Κάνει να χαιρόμαστε με τα λίγα, τα οποία γίνονται τα πάντα. Μας κάνει να δοξάζουμε τον Θεό ακόμη και για κείνον τον έναν που μας νοιάζεται στη ζωή. Γιατί το Φως μας κάνει να ανοιγόμαστε. Να πραγματοποιούμε εξόδους από τον χαρακτήρα, τον εγωκεντρισμό, την απαίτηση. Να πλησιάζουμε πριν μας πλησιάσουν.

 Το Φως όμως γεννιέται. Όπως η Υπεραγία Θεοτόκος το προσέλαβε στην μήτρα της, αρρήτως, με τρόπο που δεν μπορεί να λεχτεί, αλλά ούτε και να προσεγγιστεί από τη λογική μας, όντας η Κεχαριτωμένη, όντας έτοιμη να το δεχτεί, έχοντας καλλιεργήσει την ξεχασμένη για τον κόσμο και τη ζωή κατάσταση της αρετής, όχι ως ηθικής συνήθειας, αλλά ως εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού και ως προτεραιότητάς Του στη ζωή μας, με ταυτόχρονη αποβολή κάθε πειρασμού κακίας, ταύτισης δηλαδή του είναι μας με συμπεριφορές και βεβαιότητες ότι όλα μας ανήκουν και ότι όλα μπορούμε να τα δοκιμάσουμε, βάζοντας το «εγώ» μας πιο πάνω από την αγάπη του Θεού, τη γνώση μας πιο πάνω από τη Θεογνωσία, έτσι κι εμείς μπορούμε να γεννήσουμε το Φως.



 Διαλέγοντας τον αγώνα της αρετής. Της ταπείνωσης. Της γνώσης του θεϊκού θελήματος. Της απόφασης να το αναζητούμε πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Ακόμη κι αν ο κόσμος ζει στο σκοτάδι, δεσμώτης της πνευματικής άγνοιας και της τύφλωσης από το ίδιον θέλημα. Με ευθύνη, αποφασιστικότητα και άνοιγμα στον ουρανό και την αγάπη. Το αφήνουμε να γεννηθεί μέσα μας όταν κοινωνούμε στην εκκλησιαστική ζωή. Όταν συγχωρούμε. Όταν μοιραζόμαστε το λίγο ή το πολύ. Κι Εκείνο είναι έτοιμο να διαλύσει το σκοτάδι. Γιατί ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο, αλλά και ο άνθρωπος πρέπει να είναι δεκτικός στην προσφορά.

 Η δεικτικότητα συνδέεται με την ταπείνωση. Άλλη μία ξεχασμένη λέξη στους καιρούς μας. «Όλα εξηγούνται, όλα συζητούνται, κανένας μας δεν φταίει», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Έτσι αυτό που μας καίει είναι η αυτοδικαίωσή μας.  Αφού έχουμε λύσεις για τα πάντα και μόνοι μας, αφού γνωρίζουμε πώς οι άλλοι θα είναι αυτό που θέλουμε, ό,τι απομένει είναι να πείσουμε, να επιβάλλουμε, να αποδείξουμε δια της δικής μας διδαχής και να απαιτήσουμε οι προτάσεις και οι λύσεις μας να γίνουν πράξη. Όμως όλα είναι θέμα χαρακτήρα. Ο αταπείνωτος θα συγκρουσθεί, θα νικηθεί από την ματαίωση των βεβαιοτήτων του, θα απογοητευθεί και θα κάνει στόχο ζωής του να είναι αυτός που το θέλημά του θα περάσει. Ένας κόσμος στον οποίο άνθρωποι και λαοί συγκρούονται για να δείξουν ότι γνωρίζουν. Ότι μόνο αυτοί μπορούν να διδάξουν.


 «Τι τάχα να ‘χει μείνει, ακόμα να μας καίει;». Για να το βρούμε, χρειάζεται πραότητα και ταπείνωση στην καρδιά. Και η ταπείνωση διδάσκει, διότι στην ταπεινή καρδιά κατοικεί το Φως. Και ο φωτεινός άνθρωπος δε χρειάζεται να βγάζει λόγους. Δε χρειάζεται να διδάσκει, να απαιτεί, να δώσει λύσεις. Βοηθά με αυτό που είναι. Χωρίς θόρυβο. Η Παναγία άλλαξε τον κόσμο και την ιστορία του. Ο ταπεινός άνθρωπος εν τω Φωτί μπορεί να αλλάξει τον δικό του κόσμο, τον έσω άνθρωπο και στη συνέχεια κι άλλους κοντά του. Αρκεί να τον καίει, να νοιάζεται να είναι Φωτεινός. Όχι από επίδειξη και ματαιότητα. Αλλά από πίστη.


 Δύσκολοι οι καιροί που ζούμε. Από τον Θεό ζητούμε έτοιμες, μαγικές λύσεις. Από τους ανθρώπους να είναι όπως τους θέλουμε. Από τον εαυτό μας να είναι ευτυχισμένος μέσα από τις επιθυμίες του, που ταυτίζονται τις περισσότερες φορές με τα πρότυπα του κόσμου, εν γνώσει και εν αγνοία. 



 Η Εκκλησία, δια της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας καλεί να αφήσουμε το Φως που είναι ο Χριστός να γεννηθεί στις καρδιές μας. Με αρετή και ειδικότερα ταπείνωση να διδαχθούμε, να νικήσουμε το σκοτάδι, να αλλάξουμε, για να αλλάξουν και όλοι όσοι κοντά μας θα βρούνε αντίστοιχα νόημα. Η προσευχή, η άσκηση, πρωτίστως η αγάπη είναι ο τρόπος. Κάθε στιγμή. Νους και καρδιά που παλεύουν να βρούνε την ωριμότητα να αφεθούν στο Φως και όχι να Το εξουσιάσουν. Ας είναι η Χάρη της ο οδηγός.




Απόστολος Ιωάννης: Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού

ioannis theologos




Γράφει ο Λάμπρος Κ. Σκόντζος
Καθηγητής - Θεολόγος

Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ανήκει στα ιερά εκείνα πρόσωπα που αποτελούσαν το στενό κύκλο των μαθητών του Κυρίου. Μάλιστα αναφέρεται ως «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωάν.13,23).
Ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης (Ματθ.4,21. Μαρκ.15,40) και αδελφός του αποστόλου Ιακώβου.
Η μητέρα τους ήταν πιθανότατα συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι οι δυο αδελφοί απόστολοι ήταν κατά σάρκα εξαδέλφια του Κυρίου και σ’ αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη.
Ο Ιωάννης, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, ζούσαν με την οικογένειά τους στην Γαλιλαία και διατηρούσαν επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20).
Φαίνεται πως οι οικογένεια τους ήταν εύπορη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι η Σαλώμη, η μητέρα τους, ήταν μια από τις μαθήτριες του Κυρίου, η οποία τον υπηρετούσε από των υπαρχόντων της (Λουκ.8,3. Μαρκ.15,40).
Η αγορά επίσης των πανάκριβων αρωμάτων για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Χριστού μαρτυρεί αυτόν τον ισχυρισμό (Μαρκ.16,1).
Ότι επίσης ο Ιωάννης έλαβε την μητέρα του Ιησού υπό την δική του φροντίδα είναι ένδειξη οικονομικής ανέσεως της οικογένειάς του.
Φαίνεται επίσης πως η οικογένεια του Ιωάννη είχε και κοινωνική καταξίωση, διότι ήταν γνωστός στον πανίσχυρο και απλησίαστο αρχιερέα Καϊάφα και έτσι δυνήθηκε να εισέλθει στο συνέδριο, που δίκαζε τον Ιησού μαζί με τον Πέτρο (Ιωάν.18,15).
Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού.
Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του.
Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει στις μέρες του και να τον γνωρίσει.
Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του, Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά.
Τότε μαρτύρησε γι’ Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν.1,37). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει.
Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν.1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα.
Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο (Μαρκ.1,20).
Ο Ιωάννης ανήκε, όπως προαναφέραμε, στον στενό κύκλο των τριών μαθητών του Κυρίου. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του, σχεδόν έφηβος.
Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους.
Εξ’ αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος.
Κάποια ημέρα όταν διέρχονταν κάποια κώμη της Σαμάρειας και οι κάτοικοι δεν τους δέχτηκαν, ζήτησε από τον Κύριο να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει.
Φυσικά ο Χριστός τους απάντησε πως: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς΄ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ.9,54).
Ως στενός μαθητής του Χριστού ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μάρκ.9,2), την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,35.Λουκ.8,51) και να βιώσει την αγωνία του Διδασκάλου Του στον κήπο της Γεθσημανή (Ματθ.26,37.Μαρκ.14,33).
Μαζί με τον Πέτρο στάλθηκε να ετοιμάσει τον Πασχάλιο Δείπνο (Λουκ.22,8). Κατά την ώρα του Δείπνου έπεσε στο στήθος του Κυρίου, παρακαλώντας Του να τους αποκαλύψει ποιος είναι ο υποψήφιος προδότης μαθητής (Ιωάν.13,25).
Βρήκε το θάρρος και παρέστη στη δίκη του Ιησού (Ιωάν.18,16) και παραστάθηκε περίλυπος κάτω από το σταυρό στον φρικτό Γολγοθά.
Ευτύχησε επίσης να γίνει ο προστάτης της Θεομήτορος κατά παράκληση του Εσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ιωάν.19,26).
Αξιώθηκε να είναι ο πρώτος μαθητής που είδε το κενό μνημείο (Ιωάν.20,2-4).
Το άτοπο της αιτήσεως πρωτοκαθεδρίας στην εγκόσμιο βασιλεία του Χριστού, όπως εσφαλμένα την φανταζόταν, προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, όμως όπως φαίνεται αμέσως συνετίσθηκε (Μάρκ.10,35).
Μετά την Πεντηκοστή έμεινε κατ’ αρχήν στην Ιερουσαλήμ ως σημαίνον στέλεχος της Εκκλησίας (Γαλ.2,9).
Μαζί με τον Πέτρο ποιούσαν, δια του Κυρίου εξαίσια θαύματα (Πράξ.3,7). Στάθηκαν με παρρησία απέναντι στους αρχιερείς και ομολόγησαν τον Χριστό (Πράξ.4,13-22). Απεστάλη μαζί με τον Πέτρο στην Σαμάρεια να κηρύξουν το λόγο του Θεού (Πράξ.8,14).
Αργότερα μετέβη στην Μ. Ασία, όπου κήρυξε το ευαγγέλιο και έγινε επίσκοπος της Εφέσου.
Το 95 μ. Χ. κατά τον άγριο και σκληρό διωγμό του ρωμαίου αυτοκράτορα Δομετιανού, εξορίσθηκε στην Πάτμο, όπου έγραψε το βιβλίο της Αποκαλύψεως.
Πέθανε σε βαθύτατο γήρας περί το 100 μ. Χ. στην Έφεσο. Κατά την παράδοση, όταν πραγματοποιήθηκε ανακομιδή δεν βρέθηκε το σεπτό του λείψανο.
Η Εκκλησία μας διδάσκει την πίστη ότι μετέστη ενσώματος στον ουρανό από τον Κύριο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.
Ο Ιωάννης έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, τρεις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψη, τα οποία είναι ενταγμένα στην Καινή Διαθήκη.
Θεωρείται ο ευαγγελιστής του Θεού Λόγου, δηλαδή του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο οποίος «σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14), προκειμένου να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο και γι’ αυτό η Εκκλησία μας τον προσονόμασε Θεολόγο.
Στα ιερά συγγράμματά του είναι έκδηλη η προτροπή του για αγάπη στους ανθρώπους, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γι’ αυτό και αποκαλείται ο ευαγγελιστής της αγάπης.
Τέλος ο Ιωάννης θεωρείται και προφήτης, διότι στο θαυμαστό βιβλίο του, την Αποκάλυψη, προλέγει την ολοκληρωτική συντριβή της δύναμης και της εξουσίας του διαβόλου και τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και των πιστών Του.

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε 
 
Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή».

Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom 
«Ζωντανή προσευχή»,
 εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»


Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!

Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!

(Όσιος Γέρων Πορφύριος)

Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!(Όσιος Γέρων Πορφύριος) 
 
Με τη λατρεία του Θεού ζεις στον Παράδεισο. Άμα γνωρίσεις και αγαπήσεις τον Χριστό, ζεις στον Παράδεισο.
 
Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος. Ο Παράδεισος αρχίζει από δω. Η Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος ομοιότατος με τον εν ουρανοίς.
Ο Παράδεισος που είναι στον ουρανό ο ίδιος είναι κι εδώ στη γη. Εκεί όλες οι ψυχές είναι ένα, όπως η Αγία Τριάδα είναι τρία πρόσωπα, αλλά είναι ενωμένα κι αποτελούν ένα.
Κύριο μέλημά μας είναι να αφομοιωθούμε στον Χριστό, να ενωθούμε με την Εκκλησία. Αν μπούμε στην αγάπη του Θεού, μπαίνομε στην Εκκλησία. Αν δεν μπούμε στην Εκκλησία, αν δεν γίνομε ένα με την εδώ, την επίγεια Εκκλησία, υπάρχει φόβος να χάσομε και την επουράνια. Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν». Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένος μες στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Στην Εκκλησία γίνεται η θεία συνουσία, γινόμαστε ένθεοι. Όταν είμαστε με τον Χριστό, είμαστε μέσα στο φως· κι όταν ζούμε μέσα στο φως, εκεί δεν υπάρχει σκότος. Το φως όμως δεν είναι παντοτινό· εξαρτάται από μας. Συμβαίνει όπως με το σίδηρο, που έξω απ’ τη φωτιά γίνεται σκοτεινός. Σκότος και φως δεν συμβιβάζονται. Ποτέ δεν μπορεί να έχομε σκοτάδι και φως συγχρόνως. Ή φως ή σκότος. Όταν ανάψεις το φως, πάει το σκότος. }205}
Για να διατηρήσουμε την ενότητά μας, θα πρέπει να κάνομε υπακοή στην Εκκλησία, στους επισκόπους της. Υπακούοντας στην Εκκλησία, υπακούομε στον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός θέλει να γίνομε μία ποίμνη μ’ έναν ποιμένα.
Να πονάμε την Εκκλησία. Να την αγαπάμε πολύ. Να μη δεχόμασθε να κατακρίνουν τους αντιπροσώπους της. … Και με τα μάτια μας να δούμε κάτι αρνητικό να γίνεται από κάποιον ιερωμένο, να μην το πιστεύομε, ούτε να το σκεπτόμαστε, ούτε να το μεταφέρομε. Το ίδιο ισχύει και τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας και για κάθε άνθρωπο. Όλοι είμαστε Εκκλησία.
Να προσέχομε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά }206} βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία. Να σας πω για μια επίσκεψη του Θεού σ’ εμένανε τον ταπεινό, για να δείτε την χάρι των μυστηρίων.
Έτσι όπως πονούσα, μου σταυρώσανε το σπυράκι με ευχέλαιο κι αμέσως έσβησε ο πόνος.
Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους.
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος ομιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μετεποιείτο εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιον Πνεύμα τους έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαύματα γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θ’ ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα.
Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει, «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος …», δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε. Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε. Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους –με την καλή έννοια – τους ενθουσίαζε.
Η «κλάσις του άρτου» ήταν η Θεία Κοινωνία. Και συνεχώς αυξάνονταν οι σωζόμενοι, εφόσον έβλεπαν όλους τους χριστιανούς να είναι «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας αινούντες τον Θεόν». … Αυτό είναι ενθουσιασμός κι αυτό πάλι τρέλα. Εγώ όταν το ζω αυτό, το αισθάνομαι και κλαίω. Πηγαίνω στο γεγονός, ζω το γεγονός, το αισθάνομαι κι ενθουσιάζομαι και κλαίω. Αυτό είναι θεία χάρις. Αυτό είναι και η αγάπη προς τον Χριστό.
Αυτό που ζούσαν οι απόστολοι μεταξύ τους κι αισθανόντουσαν όλη αυτή τη χαρά, στη συνέχεια έγινε με όλους κάτω από το υπερώον. Δηλαδή αγαπιόντουσαν, χαιρόταν ο ένας τον άλλον, ο ένας με τον άλλον είχαν ενωθεί. Ακτινοβολεί αυτό το βίωμα και το ζούνε κι άλλοι.
Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν έν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού.
Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.
 
 

Ο υπέροχος Ύμνος της Αγνότητας!

Ο υπέροχος Ύμνος της Αγνότητας!

Ο υπέροχος Ύμνος της Αγνότητας!
Ω αγνότητα, που σιχαίνεσαι την τρυφή και τη σπατάλη και την περιποίηση του σώματος και τον καλλωπισμό των ενδυμάτων!
Ω αγνότητα, που μισείς τα πολυτελή φαγητά και απομακρύνεις τη μέθη! Ω αγνότητα, που είσαι χαλινάρι των οφθαλμών και μεταφέρεις όλο το σώμα από το σκοτάδι στο φως!
Ω αγνότητα, που σκληραγωγείς το σώμα και το μεταχειρίζεσαι σαν δούλο, και προσέχεις στα ουράνια!
Ω αγνότητα, μητέρα της αγάπης και πολίτευμα των αγγέλων!
Ω αγνότητα, που έχεις καθαρή την καρδιά και είσαι γλυκειά γλώσσα και χαρούμενο πρόσωπο!
Ω αγνότητα, που ύψωσες τον φιλόθεο Ιωσήφ (τον Πάγκαλο) στην ξένη χώρα, ώστε να αγοράζει ακόμη και εκείνους που τον αγόρασαν!
Ω αγνότητα, δώρο του Θεού, γεμάτη ωφέλεια και παιδαγωγία και γνώση!
Ω αγνότητα, ήσυχο λιμάνι, γεμάτο ειρήνη και ασφάλεια!
Ω αγνότητα, που κάνεις χαρούμενη την καρδιά εκείνου που σε έχει, και δίνεις φτερά στην ψυχή, για να πετάξει στα ουράνια!
Ω αγνότητα, που γεννάς την πνευματική χαρά και φονεύεις την λύπη!
Ω αγνότητα, που αποστρέφεσαι το κακό και προσηλώνεσαι στο καλό!
Ω αγνότητα, που ελαττώνεις τα πάθη και καλλιεργείς την απάθεια!
Ω αγνότητα, που φωτίζεις τους δικαίους και βυθίζεις στο σκοτάδι τον Διάβολο, και τρέχεις προς το βραβείο της ουρανίου κλήσεως, που μας έκανε ο Χριστός!
Ω αγνότητα, που διώχνεις μακριά την ακηδία και προξενείς την υπομονή! Ω αγνότητα, φορτίο ελαφρό, που δεν καταποντίζεται από τα κύματα, και αιώνιος πλούτος κρυμμένος στην ψυχή του φιλόχριστου ανθρώπου, που θα τον βρει στον καιρό της ανάγκης όποιος τον έχει αποκτήσει!
Ω αγνότητα, ωραίο κτήμα, που δεν το καταστρέφουν τα θηρία και δεν το κατακαίει η φωτιά!
Ω αγνότητα, που κρατάς στα χέρια σου πλούτο, για τον οποίο κανείς δεν μετανιώνει, και που διώχνεις μακριά την αμέλεια!
Ω αγνότητα, που είσαι πνευματικό άρμα και ανεβάζεις στα ύψη εκείνον που σε έχει!
Ω αγνότητα, που κατοικείς στις ψυχές των πράων και ταπεινών και τους κάνεις ανθρώπους του Θεού!
Ω αγνότητα, που ανθίζεις σαν ρόδο ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα, και γεμίζεις όλο τον οίκο με ευωδία!
Ω αγνότητα, που είσαι πρόδρομος και σύνοικος του Αγίου Πνεύματος!
Ω αγνότητα, που εξιλεώνεις το Θεό και απολαμβάνεις την πραγματοποίηση των υποσχέσεών του, και για αυτό σε ευγνωμονούν όλοι οι άνθρωποι!
Αυτήν αγάπησαν οι Αγιοι. Αυτήν αγάπησε ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής· και επειδή την αγάπησε, αξιώθηκε να γείρει στο στήθος του ενδόξου Κυρίου.
Ω αγνότητα, που δεν απέκτησες βραβεία μόνο με αυτούς που έμειναν για πάντα παρθένοι, αλλά και με τους έγγαμους! 
Αυτήν λοιπόν ας αγαπήσουμε και εμείς με όλη μας την καρδιά, ευλογημένοι δούλοι του Σωτήρα, για να κάνουμε να χαρεί το Πνεύμα του Θεού, που κατοικεί μέσα μας.
Σ’ αυτόν ανήκει η δόξα, στους αιώνες. Αμήν

(Οσίου Εφραίμ του Σύρου Έργα,τόμος Γ' σελ.170-172 εκδοση «Το περιβόλι της Παναγίας»)

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!

(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).

Στην Εκκλησία μεταμορφωνόμαστε!(αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου).
«Παρέλαβε η κιβωτός (του Νώε) άλογα ζώα και έσωσε άλογα ζώα· παραλαμβάνει η Εκκλησία παράλογους ανθρώπους και όχι μόνο τους σώζει, αλλά και τους μεταμορφώνει.
Παρέλαβε η κιβωτός κόρακα και έστειλε κόρακα· παραλαμβάνει η Εκκλησία ανθρώπους μαύρους από την αμαρτία, σαν τον κόρακα, και τους παραδίδει αθώους σαν τα περιστέρια·
παραλαμβάνει ανθρώπους με άγρια αισθήματα, σαν το λύκο, και τους παραδίδει ήμερους σαν τα πρόβατα.
Γιατί, όταν μπει μέσα στην Εκκλησία άνθρωπος που αρπάζει, που είναι πλεονέκτης, και ακούσει τα θεία λόγια της χριστιανικής διδασκαλίας, αλλάζει νοοτροπία, και αντί για λύκος που ήταν γίνεται πρόβατο.
Και ο μεν λύκος αρπάζει και τα ξένα πρόβατα, ενώ το πρόβατο χαρίζει και το μαλλί του» (Εις πτωχόν Λάζαρον, Λόγος ΣΤ,7,ΕΠΕ 25,606)

«Δεν θα σφάλει κανείς, αν ονομάσει την Εκκλησία ανώτερη από την κιβωτό.
Γιατί η κιβωτός δεχόταν ζώα και τα διατηρούσε ζώα, ενώ η Εκκλησία παίρνει τα ζώα και τα μεταβάλλει.
Για παράδειγμα· μπήκε εκεί γεράκι και βγήκε γεράκι· μπήκε λύκος και βγήκε λύκος· ενώ εδώ, στην Εκκλησία, μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι· μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο·
μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί, όχι γιατί αλλάζει η φύση, αλλά γιατί απομακρύνεται η κακία» 

(Περί μετανοίας, Ομιλ. Η, 1 ΕΠΕ 30,284-286)

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!

(αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου).

Η Εκκλησία παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται!(αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου). 
 
"Και Εκκλησία λέγω όχι μόνο τον τόπο, αλλά και τον τρόπο, όχι μόνο τους τοίχους της Εκκλησίας, αλλά τους νόμους της Εκκλησίας. Όταν καταφεύγεις στην εκκλησία μην καταφεύγεις στον τόπο, αλλά στη γνώμη. Γιατί εκκλησία δεν είναι τοίχος και στέγη, αλλά πίστη και τρόπος ζωής….      
Τίποτε δεν είναι ίσο με την Εκκλησία. Μη μου λέγεις τα τείχη και τα όπλα, γιατί τα τείχη με το χρόνο παλαιώνουν, ενώ η Εκκλησία ποτέ δε γερνά. Τα τείχη οι βάρβαροι τα γκρεμίζουν, την Εκκλησία όμως ούτε οι δαίμονες τη νικούν. Και ότι τα λόγια αυτά δεν είναι μεγάλη καύχηση το μαρτυρούν τα πράγματα.
Πόσοι πολέμησαν την Εκκλησία και αυτοί που την πολέμησαν χάθηκαν; Αυτή όμως ανέβηκε πάνω από τους ουρανούς. Τέτοιο μεγαλείο έχει η Εκκλησία.
Όταν την πολεμούν, νικάει˙ όταν την επιβουλεύονται, θριαμβεύει˙ όταν τη βρίζουν, γίνεται λαμπρότερη˙ δέχεται τραύματα και δεν πέφτει από τις πληγές˙ κλυδωνίζεται, αλλά δεν καταποντίζεται˙ δοκιμάζεται από τρικυμίες, αλλά δεν παθαίνει ναυάγιο˙ παλεύει, αλλά μένει αήττητη˙ αγωνίζεται, αλλά δε νικιέται….
Μην απομακρύνεσαι από την εκκλησία, γιατί τίποτε δεν είναι πιο δυνατό από την Εκκλησία. Η ελπίδα σου είναι η Εκκλησία, η σωτηρία σου η Εκκλησία, το καταφύγιό σου η Εκκλησία.
Είναι πιο ψηλή από τον ουρανό, είναι πιο πλατιά από τη γη. Ποτέ δε γερνά και πάντοτε είναι νέα.
Γι’ αυτό η Γραφή, για να δηλώσει τη στερρεότητα και τη σταθερότητά της, την ονομάζει όρος˙ για να δηλώσει την αφθαρσία της, την ονομάζει παρθένο˙ για να δηλώσει τη συγγένειά της προς το Θεό, την ονομάζει θυγατέρα˙ για να δηλώσει τη μεγάλη γονιμότητά της, την ονομάζει στείρα που γεννάει επτά˙ για να παραστήσει την ευγένεια της, χρησιμοποιεί χίλια ονόματα….
Γιατί, όπως ο Κύριος της έχει πολλά ονόματα˙ και πατέρας ονομάζεται, και οδός ονομάζεται, και ζωή ονομάζεται, και φως ονομάζεται και βραχίονας ονομάζεται, και εξιλέωση ονομάζεται, και θεμέλιο ονομάζεται, και θύρα ονομάζεται, και αναμάρτητος ονομάζεται, και θησαυρός ονομάζεται, και Κύριος ονομάζεται και Θεός ονομάζεται, και Υιός ονομάζεται, και μονογενής ονομάζεται, και μορφή Θεού και εικόνα Θεού ονομάζεται. Μήπως αρκεί ένα όνομα να παραστήσει το όλον;  Καθόλου. Αλλά γι’ αυτόν υπάρχουν άπειρα ονόματα, για να μάθουμε κάτι για το Θεό, έστω και μικρό. Έτσι ακριβώς και η Εκκλησία έχει πολλά ονόματα".

(Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ευτρόπιον, ομιλ. Β, αποσπάσματα, Άπαντα τα έργα, Τόμος 33, Ομιλίες, Πατερικαί Εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», Θεσσαλονίκη, 1985).

Η Αληθινή Εκκλησία.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία!

(π.Γεώργιος Φλωρόφσκυ 1893-1979).

Η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία!(π.Γεώργιος Φλωρόφσκυ 1893-1979). 
 
Η Αληθινή Εκκλησία.

    Αυτό το κείμενο είναι μια προσπάθεια γραψίματος σε μια νέα οικουμενική γλώσσα. Ίσως η προσπάθεια να μην είναι επιτυχημένη. Ίσως, ωρισμένοι να ανακαλύψουν σ’ αυτήν μια μεγάλη ομολογιακή διάθεσι, και άλλοι να διαμαρτυρηθούν για αοριστία. Γι’ αυτό δεν θα είναι ανεδαφικό να συνοψίσω τις κύριες θέσεις μου σε γλώσσα οικεία σε μένα.
Σαν μέλος και ιερεύς της Ορθοδόξου Εκκλησίας πιστεύω ότι η Εκκλησία, μέσα στην οποία βαπτίσθηκα και ανατράφηκα, είναι η Εκκλησία, η αληθινή Εκκλησία, η μόνη αληθινή Εκκλησία.
Και το πιστεύω για πολλούς λόγους: ένεκα προσωπικής πεποιθήσεως και ένεκα της εσώτατης βεβαιώσεως του Πνεύματος, που πνέει στα μυστήρια της Εκκλησίας, και ένεκα των όσων είναι δυνατό να γνωρίζω από τη Γραφή και από την καθολική παράδοσι της Εκκλησίας. Είμαι υποχρεωμένος, λοιπόν, να θεωρώ όλες τις υπόλοιπες χριστιανικές Εκκλησίες ως ελαττωματικές, και σε πολλές περιπτώσεις μπορώ να προσδιορίσω αυτές τις ελλείψεις των άλλων Εκκλησιών με απόλυτη ακρίβεια.
Γι’ αυτό, λοιπόν, η ένωσις των Χριστιανών, για μένα, σημαίνει ακριβώς την παγκόσμια επιστροφή στην Ορθοδοξία. Δεν έχω καμμία απολύτως ομολογιακή πεποίθησι, η πεποίθησίς μου ανήκει αποκλειστικά στην Una Sancta («Μία Αγία…»).
    Ξέρω καλά ότι η αξίωσίς μου θα αγνοηθή από πολλούς χριστιανούς. Θα θεωρηθή ότι είναι μια εγωιστική και μάταιη απαίτησις. Ξέρω, επίσης, καλά ότι πολλά πράγματα, που τα πιστεύω απόλυτα δεν είναι πιστευτά από άλλους. Όμως, δεν βλέπω κανένα λόγο, για τον οποίο πρέπει εγώ ν’ αμφιβάλλω γι’ αυτά ή να μην πιστεύω εγώ ο ίδιος. Το μόνο όμως που λογικά μου επιβάλλεται να κάνω είναι να διακηρύξω την πίστι μου και να την εκφράσω με τέτοιο τρόπο, ώστε οι φτωχές μου λέξεις να μην αμαυρώσουν την αλήθεια. Γιατί είμαι σίγουρος, ότι η αλήθεια του Θεού φέρνει βεβαιότητα.
Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το κάθε τι μέσα στις πολλές Ορθόδοξες Εκκλησίες κατά το παρελθόν ή το παρόν πρέπει να ταυτισθή με την αλήθεια του Θεού. Πολλά πράγματα προφανώς υπόκεινται σε αλλαγές. Και, φυσικά, πολλά πράγματα έχουν ανάγκη βελτιώσεως. Η αληθινή Εκκλησία δεν είναι ακόμη η τέλεια Εκκλησία.
    Η Εκκλησία του Χριστού πρέπει να αναπτυχθή και να οικοδομηθή μέσα στην ιστορία. Κι όμως η όλη και η πλήρης αλήθεια έχει ήδη δοθή και ανατεθή στην Εκκλησία. Η αναθεώρησις και νέα διατύπωσις είναι πάντοτε δυνατή, και ωρισμένες φορές, μάλιστα, επιβεβλημένη. Όλη η ιστορία των Οικουμενικών Συνόδων του παρελθόντος το αποδεικνύει. Οι άγιοι Πατέρες μ’ αυτόν τον σκοπό συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στο σύνολο, το ταμείο της Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, και η μαρτυρία της πίστεως εκέρδισε σε ακρίβεια και ευστοχία διατυπώσεως. Πάνω απ’ όλα, η μυστηριακή δομή του Σώματος έχει διατηρηθή σώα και άθικτος.
Και στο σημείο τούτο πάλι γνωρίζω ότι η προσωπική μου αυτή πεποίθησις είναι δυνατό να απορριφθή σαν αυταπάτη. Αλλά για μένα αποτελεί ακράδαντη πεποίθησι. Αν αυτό ήθελε θεωρηθή πεισμονή, είναι η πεισμονή της αλήθειας και των τεκμηρίων. Μπορώ μόνο να δω αυτό, που πράγματι βλέπω. Δεν είμαι σε θέσι να κάνω τιποτ’ άλλο.
Αλλά με κανένα τρόπο δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω κανέναν «εκτός Εκκλησίας». Η «κρίσις» έχει δοθή στον Υιό. Κανείς δεν διωρίσθηκε για να προλαμβάνη την κρίσι Του. Η Εκκλησία, βέβαια, έχει τη δική της εξουσία μέσα στην ιστορία. Είναι, πρωτ’ όλα, η εξουσία να κηρύττη και να διαφυλάττη το λόγο της αληθείας. Υπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως και τάξεως, που πρέπει να θεωρείται σαν κανόνας. Οτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου είναι «ανωμαλία». Αλλά η «ανωμαλία» πρέπει να θεραπεύεται και όχι απλώς να καταδικάζεται.
Αυτή είναι η δικαίωσις για τη συμμετοχή ενός Ορθοδόξου στον οικουμενικό διάλογο με την ελπίδα ότι με τη μαρτυρία του η Αλήθεια του Θεού είναι δυνατό να κερδίση ανθρώπινες υπάρξεις.

(Μεταφρ. πατέρας `Ελισσαίος )
(π.Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Άρτος ζωής, 1989 σελ.219-220 υπογραμμίσεις δικές μας)

Πόσο αληθινά ενωμένοι είμαστε;

Πόσο αληθινά ενωμένοι είμαστε;

(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ)

Πόσο αληθινά ενωμένοι είμαστε;(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ) 
 
Η Εκκλησία είναι καθολική σε κάθε ένα από τα μέλη της, διότι ένα καθολικό όλο δεν μπορεί να οικοδομηθή ή να συντεθή αλλοιώτικα παρά μέσω της καθολικότητας των μελών του. Κανένα πλήθος, καμμιά μάζα, κάθε μέλος της οποίας είναι αδιαπέραστο και απομονωμένο, δεν μπορεί να γίνη αδελφότης. Η ένωσις μπορεί να γίνη δυνατή, μόνο με την αμοιβαία αδελφική αγάπη του κάθε αδελφού χωριστά.
Η γνωστή εικόνα της Εκκλησίας, που την παριστάνει σαν πύργο που κτίζεται, εκφράζει τη σκέψι αυτή πολύ ζωντανά (Πρβλ. Ποιμένα του Ερμά). Οι διάφορες πέτρες, με τις οποίες χτίζεται ο Πύργος αυτός, εικονίζουν τους πιστούς· είναι οι «ζώντες λίθοι». Καθώς προχωράει το χτίσιμο, τους βάζουν τον ένα πάνω στον άλλο κι αυτοί στέκονται περίφημα, γιατί είναι λείοι και εφαρμόζουν καλά ο ένας πάνω στον άλλο. Ενώνονται μάλιστα τόσο σφιχτά μεταξύ τους, που οι ακμές τους δεν φαίνονται πια και ο πύργος φαντάζει σαν να είναι φτιαγμένος από μια πέτρα.
Σύμβολο ωραίο ενότητος και ολότητος η εικόνα· αλλά προσέξτε, μόνο πέτρες λείες και τετράγωνες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το χτίσιμο αυτό. Υπήρχαν κι άλλοι, μάλιστα λαμπροί λίθοι, μόνο που ήσαν στρογγυλοί και έτσι δεν ωφελούσαν καθόλου στο χτίσιμο, ήσαν ακατάλληλοι για τη δουλειά αυτή. Δεν εφάρμοζαν ο ένας πάνω στον άλλο (μη αρμόζοντες) και για τούτο έπρεπε ν’ αποτεθούν κάπου κοντά στους τοίχους. Στο συμβολισμό των αρχαίων «στρογγυλότης» εσήμαινε αυτάρκεια, απομόνωσι, αυτοϊκανοποίησι. Και είναι ακριβώς η αυτάρκεια αυτή, που εμποδίζει την είσοδό μας στην Εκκλησία. Ο λίθος πρέπει κατ’ αρχήν να είναι λείος, ώστε να μπορή να εφαρμόση μέσα στον τοίχο της Εκκλησίας.
Πρέπει ν’ απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, για να κατασταθούμε ικανοί να εισέλθουμε στην καθολικότητα της Εκκλησίας, πρέπει, μ’ ένα καθολικό πνεύμα, να κυριαρχήσουμε πάνω στον αυτοερωτισμό μας. Και στην πληρότητα της κοινωνίας της Εκκλησίας, η καθολική μεταμόρφωσις της προσωπικότητος τελειούται και συντελείται πλήρως.
    Αλλ’ η άρνησις του ιδίου μας του εαυτού δεν σημαίνει ότι η προσωπικότης πρέπει να σβησθή, να εξοντωθή, να διαλυθή μέσα στη μάζα. Η καθολικότης δεν είναι συλλογικότης. Αντίθετα, η αυταπάρνησις πλαταίνει το εύρος της προσωπικότητός μας· περικλείουμε τους πολλούς μέσα στο δικό μας εγώ. Εδώ κείται η ομοιότης με τη Θεία ενότητα της Αγίας Τριάδος.
 
(π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Ορθοδόξου Θεολογίας, εκδ. Αρτος ζωής, σελ. 196-197)

Εξομολόγηση - Συζήτηση

 

Εξομολόγηση - Συζήτηση

Βασικό στοιχείο της πνευματικής ζωής κάθε Χριστιανού είναι το Μυστήριο της Ιεράς Εξομολόγησης και η επικοινωνία μας με τον πνευματικό μας πατέρα. Στο Μυστήριο της Εξομολόγησης η ψυχή μας καθαρίζει, ξεπλένεται, φωτίζεται, δυναμώνει και γεμίζει με τη Θεία Χάρη. Σε αυτό το Μυστήριο θεραπευόμαστε από τον Μέγα Ιατρό των ψυχών και των σωμάτων μας, το Χριστό μας. Ξαλαφρώνουμε από το βάρος των αμαρτιών και των ενοχών. Επουλώνονται όλες μας οι πληγές και ξαναγεννιόμαστε πνευματικά.
Χρήσιμη όμως και αναγκαία είναι και η επικοινωνία με τον πνευματικό μας και άλλες ώρες εκτός των πλαισίων του Μυστηρίου. Μπορούμε να κάτσουμε μαζί, να συζητήσουμε, να ρωτήσουμε για διάφορα θέματα που μας απασχολούν κλπ.

 



Μετάνοια καὶ Ἐξομολόγηση
Ἱερὰ Μονὴ Σαγματᾶ 2008

Μετάνοια-Ἐξομολόγηση
 
Τὸ μεγαλύτερο γεγονὸς τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας εἶναι ἀναμφισβήτητα τὸ βάπτισμά μας. Τὴν ἡμέρα ποὺ βαπτισθήκαμε ἀρνηθήκαμε τὸ διάβολο, τὰ ἔργα του, τὴ λατρεία του, τὸ σκοτάδι του καὶ ἑνωθήκαμε μὲ τὸν Χριστό, μπολιαστήκαμε στὸ Πανάγιο Σῶμα Του, τὴν ἐκκλησία. Μὲ ἄλλα λόγια γίναμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ- Πατέρα, μέλη τῆς δικῆς Του οἰκογένειας. Καὶ ξεκινήσαμε μία πνευματικὴ πορεία, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν τελείωσή μας, τὴν θέωσή μας. Ἡ πνευματικὴ ὅμως αὐτὴ πορεία, πολλὲς φορὲς διακόπτεται ἀπὸ τὴν ἀμέλειά μας καὶ τὴν ἁμαρτία. Ξεχνᾶμε τὶς δωρεὲς καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, λησμονοῦμε τὶς ὑποσχέσεις ποὺ δώσαμε στὸ ἅγιο βάπτισμα καὶ ξαναγυρνᾶμε στὴ δουλεία τῆς ἁμαρτίας. Ὅμως ὁ φιλάνθρωπος Θεός, γνωρίζοντας τὴν ἀδυναμία μας, μᾶς προσφέρει τὴν δυνατότητα νὰ ἐπιστρέψουμε πάλι κοντά Του, νὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας, νὰ γιατρέψουμε τὶς πληγές μας. Καὶ αὐτὸ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ μυστήριο τῆς μετανοίας καὶ ἐξομολογήσεως.


Ἡ ἁμαρτία καὶ οἱ καρποί της
 
Ἁμαρτία δὲν εἶναι ἁπλὰ καὶ μόνον ἡ παράβαση κάποιων νόμων, ἢ ἡ παράλειψη κάποιου καθήκοντος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου ὁ Χριστὸς μᾶς δείχνει ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι κάτι πολὺ βαθύτερο. Εἶναι μιὰ ἀνταρσία, μιὰ ἐπανάσταση, καὶ κατὰ συνέπεια, μιὰ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ-Πατέρα καὶ τὴν ἐκκλησία Του.
Οἱ καρποὶ αὐτῆς τῆς ἀπομάκρυνσης εἶναι ἐξαιρετικὰ πικροί. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπὸ τὸν Θεὸ σημαίνει θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁμαρτία, σὲ τελευταία ἀνάλυση, εἶναι κάθε ἐνέργεια αὐτοκαταστροφῆς. «Τὰ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος».


Ἡ μετάνοια
 
Ἡ μετάνοια εἶναι ἕνα δεύτερο βάπτισμα, ἢ ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματος. Δὲν εἶναι μιὰ τυπικὴ ἐξομολόγηση ποὺ κάνει κανεὶς πρὶν τὶς μεγάλες γιορτές, ἡ κάτω ἀπὸ σκληρὲς ψυχολογικὲς συνθῆκες. Ὅπως τὸ λέει ἡ λέξη, μετάνοια (μετανοῶ) σημαίνει τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, τὴν ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας, τὴν ἀλλαγὴ τῆς νοοτροπίας. Ἐὰν δὲν θελήσουμε νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ νὰ ἀλλάξουμε ζωή, τότε ἡ μετάνοιά μας δὲν εἶναι ἀληθινή.


Ἡ ἐξομολόγηση
 
Ἂν ἡ μετάνοια εἶναι τὸ πρῶτο μέρος τοῦ μυστηρίου, τὸ δεύτερο μέρος εἶναι ἡ ἐξομολόγηση, δηλαδή, ἡ ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ ὁμολογία τῶν ἁμαρτιῶν μας. Ἐξομολόγηση, μὲ ἁπλὰ λόγια, εἶναι τὸ ἄδειασμα τοῦ δηλητηρίου. Ὅταν πιεῖ κανεὶς δηλητήριο δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύση. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ἐξομολόγηση. Ἐκεῖ βγάζουμε τὸ δηλητήριο τῆς ἁμαρτίας. Ξεγυμνώνουμε τὴν ψυχή μας, ἀποκαλύπτουμε τὶς πληγές μας, ὁμολογοῦμε τὴν ἀρρώστια μας, προσκομίζουμε τὸν προσωπικό μας πόνο.


Προετοιμασία
 
Σὲ πολλὰ θέματα τῆς πίστης μας, παρόλο ποὺ λεγόμαστε Χριστιανοί, ἔχουμε μεγάλη ἄγνοια. Εἰδικὰ ὅμως στὸ θέμα τῆς μετάνοιας καὶ ἐξομολόγησης, ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ἐπιπολαιότητα, βρίσκονται στὸν μεγαλύτερο βαθμό. Οἱ περισσότεροι προσερχόμαστε στὸ ἐξομολογητήριο ἐντελῶς ἀνέτοιμοι. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς «ρωτήσει» αὐτός, σὰ νά ῾ναι ἡ ἐξομολόγηση ἀνακριτικὸ γραφεῖο. Ἢ προσερχόμαστε στὴν ἐξομολόγηση γιὰ νὰ ποῦμε πόσο «καλοὶ» ἄνθρωποι εἴμαστε καὶ πόσες καλοσύνες ἔχουμε κάνει. Ἡ στάση αὐτὴ δείχνει πὼς δὲν ἔχουμε ἐπιχειρηθεῖ μιὰ μικρή, ἔστω, προετοιμασία καὶ γνήσια αὐτοκριτική. Ἂν θέλουμε νά ῾μαστε εἰλικρινεῖς μὲ τὸν ἑαυτό μας, δὲν ὑπάρχει ἁμαρτία ποὺ νὰ μὴν τὴν ἔχουμε κάνει μὲ κάποιο τρόπο. Μιὰ προσεκτικὴ καὶ εἰλικρινὴς ἐξέταση τῆς καρδιᾶς μας, θὰ μᾶς δείξει πὼς μέσα μας φωλιάζουν πλήθη παθῶν καὶ ἁμαρτιῶν.
Γιατὶ, βέβαια, ἡ πραγματικὴ ἁμαρτωλότητα δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐξωτερικὴ συμπεριφορά, ἀλλὰ ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση καὶ ἐμπάθεια.


Αὐτοέλεγχος

Εἶναι, λοιπόν, ἀπαραίτητο πρὶν προσέλθουμε στὸν πνευματικό, νὰ καθίσουμε σ᾿ ἕνα ἥσυχο μέρος, νὰ προσευχηθοῦμε θερμὰ στὸν Θεὸ νὰ μᾶς δώσει ἀληθινὴ μετάνοια, νὰ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τῶν καρδιῶν μας καὶ νὰ κάνουμε μιὰ ὅσο τὸ δυνατὸν τίμια βυθοσκόπηση. Στὴν προσπάθειά μας αὐτὴ θὰ μᾶς βοηθήσουν πολὺ μερικὰ κείμενα τῆς ἐκκλησίας μας, ὅπως ἡ ἀνάγνωση τῶν Δέκα Ἐντολῶν, τῆς ἐπὶ τοῦ Ὄρους Ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, τῶν εὐχῶν τῆς Θείας Μεταλήψεως. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἕνας καθρέπτης, μέσα ἀπὸ τὸν ὁποῖο μποροῦμε νὰ δοῦμε τὸν ἐσωτερικό μας κόσμο.
Τὴν ἐξαγόρευσή μας μποροῦμε νὰ τὴν ὑποδιαιρέσουμε σὲ τρεῖς βασικοὺς τομεῖς:


α) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν Θεό
  • Ἔλλειψη ζωντανῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό.
  • Κλονισμὸς πίστεως καὶ ἐμπιστοσύνης στὸν Θεὸ καὶ στὴν πρόνοιά Του, στὶς ὁποιεσδήποτε δυσκολίες.
  • Ζητήματα πίστεως, ἀδυναμίας, ἀμφιβολίας, ὀλιγοπιστίας. 
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν προσευχή, νηστεία, θεία λατρεία, ἐκκλησιασμό, συχνὴ θεία μετάληψη.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν μελέτη τῆς ἁγίας Γραφῆς καὶ πνευματικῶν βιβλίων.
  • Γογγυσμὸς κατὰ τοῦ Θεοῦ, βλασφημία, ἢ λογισμοὶ βλασφημίας.
  • Ὅρκος, ἐπιορκία, ψευδορκία, ταξίματα.
  • Μαγεία, μαντεία, αἰσχρολογία κ.λπ., πίστη στὶς προλήψεις, στὴν τύχη, στὰ ὄνειρα.

β) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν πλησίον
  • Ἔλλειψη ἀγάπης γιὰ τὸν πλησίον, ἀδιαφορία γι᾿ αὐτόν, ὑποτίμηση, περιφρόνηση.
  • Μίσος, φθόνος, χαιρεκακία, ἔχθρα, μνησικακία, ἐκδικητικότητα, ἀνταπόδοση κακοῦ, σκληρότητα, ἀσυγχωρησία, πικρία, ζήλεια.
  • Ἐριστικότητα, φιλονικία, κατάρες, ὕβρεις, εἰρωνεία, ἐμπαιγμός, κοροϊδία, χειροδικία, φόνος. 
  • Κατάκριση, καταλαλιά, ἱεροκατηγορία, συκοφαντία, ραδιουργία, καχυποψία.
  • Ψεῦδος, ἀνειλικρίνεια, ἀνεντιμότητα.
  • Κλοπή, κατάχρηση, καταστροφὴ ξένης περιουσίας, κακομεταχείριση τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ. 
  • Ἀγνωμοσύνη, ἀχαριστία, ἀναίδεια, θρασύτητα, ἔλλειψη σεβασμοῦ σὲ γονεῖς, προϊσταμένους, ἱερεῖς κ.λπ.
  • Σκανδαλισμὸς ἄλλων μὲ τὴ ζωή μας, τὴ συμπεριφορά μας, τὴν προκλητικὴ ἐμφάνιση.
  • Παράλειψη καλοῦ καὶ ἐλεημοσύνης.

Στὴν οἰκογένεια:
  • Ἔλλειψη ἀγάπης, πνεύματος θυσίας, ὑποχωρητικότητας καὶ ἀλληλοκατανόησης.
  • Ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος, καλοσύνης καὶ χρόνου γιὰ τὸν σύζυγο καὶ τὰ παιδιά. 
  • Ἐριστικόχητα, πεῖσμα, ὑπονόμευση συζύγου.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν ἀνατροφὴ καὶ χριστιανικὴ ἀγωγὴ τῶν παιδιῶν.
  • Παράλογες καὶ ἐγωιστικὲς ἀπαιτήσεις ἀπὸ σύζυγο καὶ παιδιά.
  • Ἄκαιρες, πιεστικὲς καὶ ἀδικαιολόγητες ἐπεμβάσεις στὴ ζωὴ καὶ στὶς ἀποφάσεις τῶν παιδιῶν, ἢ στὶς οἰκογένειές τους. 
  • Ὑπονόμευση τῶν προσπαθειῶν τους καὶ τοῦ δεσμοῦ τους.
  • Μοιχεία.

Στὸ ἐπάγγελμα:
  • Ἀπάτη, νοθεία στὴν ἐργασία ἡ στὸ ἐμπόρευμα.
  • Αἰσχροκέρδεια, κατάχρηση, παρανομία, τοκογλυφία, ἀπόκρυψη ἐμπορευμάτων, κλοπή.
  • Ἀνεντιμότητα στὶς συναλλαγές, δολιότητα ἐπαγγέλματος.
  • Κακομεταχείριση, ἐκμετάλλευση, ἀδικία σὲ βάρος τῶν ὑπαλλήλων, ἐργατῶν, ὑφισταμένων. 
  • Προσωποληψία.

γ) Ἡ σχέση μας μὲ τὸν ἑαυτό μας.
  • Ἀδιαφορία γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ καὶ κατάρτισή μας.
  • Ἀνευθυνότητα, ραθυμία, ἀκηδία, ἀμέλεια.
  • Διασκεδάσεις, χαρτοπαιξία, γαστριμαργία, λαιμαργία, μέθη, ναρκωτικά.
  • Φιλαργυρία, ἀπληστία, πλεονεξία, πλοῦτος, καταναλωτικὴ μανία, πολυτέλεια, ἐπιδίωξη βολέματος, ἀτομισμός. 
  • Ὑποκρισία. 
  • Αἰσχρολογία, ἀργολογία, φλυαρία.
  • Θυμός, ὀργή.
  • Ὑπερηφάνεια, οἴηση, ἐγωισμός, ὑπεροψία, ματαιοδοξία, κενοδοξία, φιλαρχία, φιλοπρωτεία, μεγαλομανία, μεγαλοστομία, φιλαρέσκεια, ἐπιδίωξη ἐπαίνων, πεῖσμα, ἰσχυρογνωμοσύνη, δαιμονικὴ αὐτοπεποίθηση, ἰδιοτροπία. 
  • Ἁμαρτίες καὶ πειρασμοὶ τῆς σάρκας. 
  • Ἔλλειψη σεβασμοῦ στὸ σῶμα, ποὺ εἶναι ὁ ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 
  • Ἀνάγνωση ἀνήθικων περιοδικῶν, βιβλίων κ.λπ. ἡ θέαση ἀνήθικων κινηματογραφικῶν, θεατρικῶν, τηλεοπτικῶν ἔργων.
  • Ἀνήθικες σκέψεις, λογισμοί, φαντασίες.
  • Πορνεία, μοιχεία, αὐνανισμὸς κ.λπ. σαρκικὰ ἁμαρτήματα. 
  • Ἔκτρωση.

Ἀφοῦ, λοιπόν, ἐξετάσουμε τὸν ἑαυτό μας μὲ εἰλικρίνεια, ἂς γράψουμε σ᾿ ἕνα χαρτί, ὅ,τι συλλέξαμε ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἔρευνα καὶ ὕστερα ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό.

Ἐμπόδια-δικαιολογίες-ἐνστάσεις
 
Ὁ δρόμος τῆς ἐπιστροφῆς δὲν εἶναι χωρὶς ἐμπόδια. Ἐνῶ κατὰ βάθος μπορεῖ νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἐπιστροφή μας, δὲν κάνουμε τὸ σωτήριο βῆμα. Ἀναβάλλουμε τὴν ἐξομολόγηση, προσπαθώντας μὲ διάφορες δικαιολογίες νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Εἶναι συνηθισμένες οἱ δικαιολογίες: «Γιατί νὰ ἐξομολογηθῶ; Δὲν σκότωσα, δὲν ἔκλεψα...» ἢ «ἐγὼ τὰ λέω στὴν εἰκόνα...» κ.λπ. Ἄλλοι, πάλι, διστάζουμε ἀπὸ ντροπή, ἢ ἀπόγνωση. Ἄλλοι ζητοῦμε ἀπὸ τὸν ἱερέα νὰ μᾶς διαβάσει εὐχέλαιο ἢ μόνον τὴν συγχωρητικὴ εὐχή. Ὅμως μάταια προσπαθοῦμε νὰ καθησυχάσουμε τὴ συνείδησή μας. Δικαιολογίες μποροῦμε νὰ βροῦμε ἄπειρες. Ἡ καρδιά μας ὅμως μόνον μὲ τὴν ἀληθινὴ μετάνοια μπορεῖ νὰ ἀναπαυτεῖ.


Μπροστὰ στὸν πνευματικὸ
 
Ὅταν εἴμαστε ἕτοιμοι γιὰ τὸ μεγάλο βῆμα, ἂς προστρέξουμε στὸν πνευματικό, ποὺ θὰ τὸν νιώσουμε σὰν πατέρα καὶ ἂς τοῦ ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Γιὰ νά ῾ναι εὐπρόσδεκτη ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ἐξομολόγησή μας, πρέπει νὰ γίνει μὲ ταπείνωση, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εἰλικρίνεια, μὲ ἀκρίβεια, χωρὶς ὑπερβολές. Ἂς ἔχουμε ὑπόψη μας ὅτι κατὰ τὴν ἱερὴ ὥρα τῆς ἐξομολόγησης:
α. Δὲν μεταφέρουμε εὐθύνες σὲ ἄλλους, δὲν ἀναφέρουμε ἄλλους, οὔτε ἐξομολογούμαστε τὰ ἁμαρτήματα ἄλλων. Ἀναλαμβάνουμε ὅλη τὴν εὐθύνη καὶ ἀποφεύγουμε τὶς δικαιολογίες καὶ τὰ μισόλογα.
β. Δὲν ἀρχίζουμε ἱστορίες ὁλόκληρες καὶ ἐκτεταμένες περιγραφές. Εἴμαστε σύντομοι καὶ συγκεκριμένοι.
γ. Δὲν ἐξομολογούμαστε γενικὰ καὶ ἀόριστα (π.χ. «Εἶμαι πολὺ ἁμαρτωλός», ἢ «ὅλες τὶς ἁμαρτίες τὶς ἔχω κάνει»). Ἀναφέρουμε συγκεκριμένα σὲ τί βρεθήκαμε ἀνάξιοί της ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
δ. Δὲν ἀναφέρουμε τὰ καλά μας ἔργα καὶ τὶς (ἀνύπαρκτες) «ἀρετές» μας.
ε. Δὲν ἀναφέρουμε ἁμαρτίες ποὺ ἔχουμε ἐξομολογηθεῖ (ἐκτὸς ἂν τὶς ἐπαναλάβαμε).
γ. Δὲν ἀποκρύπτουμε τίποτα, γιατὶ ἔτσι ἐμπαίζουμε τὸ μυστήριο.


Μετὰ τὴν ἐξομολόγηση
 
Ὁ πνευματικός μας πατέρας, ἀφοῦ μᾶς ἀκούσει, θὰ μᾶς συμβουλεύσει καὶ θὰ μᾶς κατατοπίσει πῶς θὰ ἀγωνιστοῦμε καὶ πῶς θὰ διορθώσουμε τὴν πορεία μας. Πιθανὸν νὰ μᾶς δώσει κάποιο ἐπιτίμιο. Αὐτὸ δὲν ἔχει χαρακτήρα τιμωρίας ἢ ἐξιλέωσης. Τὸ ἐπιτίμιο εἶναι πνευματικὸ φάρμακο καὶ πνευματικὸ ἀγώνισμα ποὺ θὰ μᾶς βοηθήσει ἀποτελεσματικά, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρέπει νὰ τὸ δεχόμαστε μὲ εὐγνωμοσύνη καὶ νὰ τὸ τηροῦμε μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀκρίβεια.
Στὸ τέλος ὁ πνευματικός μας θὰ μᾶς διαβάσει τὴν συγχωρητικὴ εὐχὴ καὶ ἔτσι θὰ ἀποκατασταθοῦμε πάλι στὸ πατρικὸ σπίτι, στὴν οἰκογένεια τοῦ Θεοῦ-Πατέρα. Καὶ ὁ οὐράνιος Πατέρας ἑτοιμάζει καὶ μᾶς παραθέτει οὐράνια τράπεζα. Μᾶς κάνει κοινωνοὺς τοῦ σώματος καὶ αἵματός Του. Μᾶς ἑνώνει μὲ τοὺς ἄλλους ἀδελφούς μας.


Μετάνοια: ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος
 
Πολλοὶ ρωτοῦν: «Κάθε πότε πρέπει νὰ ἐξομολογούμαστε»; Θὰ ἀπαντήσουμε πολὺ ἁπλά: Ὅποτε ἔχουμε κάτι. Οὔτε ἀραιὰ καὶ σπάνια, ἀλλὰ οὔτε καὶ μὲ τὸ παραμικρό. Ἂν π.χ. πέσουμε καὶ χτυπήσουμε καὶ τὸ τραῦμα εἶναι μικρό, δὲν χρειάζεται νὰ ἐνοχλήσουμε τὸν γιατρό. Ἂν τὸ τραῦμα εἶναι μεγάλο, τότε ἀσφαλῶς θὰ τὸν ἐπισκεφθοῦμε.
Ἀφοῦ, λοιπόν, τὰ καθημερινὰ ἁμαρτήματα δὲν μποροῦμε εὔκολα νὰ τὰ ἀποφύγουμε, θὰ προσπαθήσουμε νὰ ζοῦμε σὲ συνεχῆ μετάνοια καὶ τακτικὴ ἐξομολόγηση. Χρονικὲς συνταγὲς δὲν ὑπάρχουν. Ὁ καθένας ἔχει τὴν ἰδιαιτερότητά του, τὶς δικές του ἀνάγκες καὶ μποροῦμε μὲ τὸν πνευματικό μας πατέρα νὰ βροῦμε τὴν χρυσὴ τομή.
Τέλος ἂς μὴν ξεχνᾶμε ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος δρόμος, μιὰ διαρκὴς κατάσταση, ποὺ δὲν σταματάει ποτέ. Δὲν ὑπάρχει τέλος στὴ μετάνοια, γιατί τοῦτο θὰ σήμαινε τέλεια ὁμοίωση μὲ τὸν Θεό. Ἔτσι ἔζησαν οἱ ἅγιοι τῆς ἐκκλησίας μας. Ἔτσι ἂς προσπαθήσουμε νὰ τὴν ζήσουμε καὶ ἐμεῖς. Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ προσευχή μας: «Κύριε, δώρησαί μοι μετάνοιαν ὁλόκληρον καὶ καρδίαν ἐπίπονον εἰς ἀναζήτησίν σου»