Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2017

Είμαστε … «έξυπνοι» ή το νομίζουμε;

http://monasteryoftheholyprophets.blogspot.gr/
   «Να είσαι έξυπνος! Να προσέχεις! Να μην κοιμάσαι! Να έχεις τα μάτια σουανοιχτά! Τα μάτια δεκατέσσερα!», είναι μερικές από τις συμβουλές, που συνηθίζουν να δίνουν οι γονείς και οι μεγάλοι, θέλοντας να φυλάξουν τα παιδιά από τους πιθανούς κινδύνους, που μπορεί να  διατρέχουν. Και είναι πολύ περιεκτικές και εύστοχες οι παραινέσεις αυτές. Αλήθεια, τι σημαίνει η λέξη «έξυπνος»; Ποια είναι η έννοια που της προσδίδουμε στην καθημερινότητα;
      Έξυπνος, θα απαντούσε κάποιος, είναι αυτός που εύκολα καταφέρνει να λύνει τα προβλήματα στη ζωή του, υπερβαίνοντας τα εμπόδια και βρίσκοντας πάντα την κατάλληλη λύση. Ή ακόμη, συγκρινόμενος με τους άλλους, έχει τη δυνατότητα να τους ξεπερνάει στην ευστροφία του μυαλού, να αντιλαμβάνεται και να προσλαμβάνει γρηγορότερα και καλύτερα την οποιαδήποτε πληροφορία και γνώση και να δίνει  καλύτερες λύσεις απ` αυτούς, στα καθημερινά θέματα που έχει να αντιμετωπίσει και να προλαβαίνει το κακό. Έξυπνος  θεωρείται και ο καταφερτζής, ο καπάτσος, ο μηχανορράφος. Ανάλογα δε με το περιεχόμενο που θέλει να προσδώσει ο καθένας, ακόμη και ο πονηρός, ο δόλιος άνθρωπος, που κατεργάζεται το κακό. Πραγματικά, παρόλο που έχει μεγάλο εύρος, εκεί περίπου κυμαίνεται σήμερα η έννοια  της λέξης «έξυπνος».


      Στην Καινή Διαθήκη τη λέξη «έξυπνος» τη συναντάμε μόνο μία φορά και σημαίνει κατά την αρχαία: αυτός που δεν κοιμάται, ο ξυπνητός. Στις Πράξεις των Αποστόλων (16, 27), γράφει ο απόστολος Λουκάς: «ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ δεσμοφύλαξ καὶ ἰδὼν ἀνεῳγμένας τὰς θύρας τῆς φυλακῆς» και σημαίνει: «όταν ξύπνησε ο δεσμοφύλακας και είδε ανοιχτές τις πόρτες της φυλακής». Δηλαδή κοιμόταν και ξύπνησε.
      Πόσο εξαρτάται το παιχνίδι της ζωής από τον καθένα μας; Μέχρι πού θα ενεργήσει η εξυπνάδα  και πού θα μας οδηγήσει; Διότι ακούγεται πολύ συχνά γύρω μας ο λόγος: «Εγώ φέρθηκα έξυπνα». Και, εν τέλει, αν κάποιος ισχυρίζεται πως είναι «έξυπνος», δεν αντιλαμβάνεται πως κάποιοι άλλοι πιθανόν να είναι  «εξυπνότεροι» και ο διάβολος,  μετά πάσης βεβαιότητος, μυριάκις «εξυπνότερος» από όλους; Ποια και  τι είδους εξυπνάδα εννοεί ο καθένας;
      Μήπως σήμερα έχει ανάγκη ο λαός του Θεού από κάποιο πνευματικό εγερτήριο ανάκρουσμα, για «να ανοίξει τα μάτια του», αυτά τα μάτια που εννοεί το Ευαγγέλιο, «να εγερθεί από τον ύπνο», να βρει τον εαυτό του και κυρίως το βασικό νόημα της ζωής του;
      Ανέκαθεν ο άνθρωπος από τη φύση του είχε ανάγκη να καταφεύγει ως δημιούργημα στην αγκαλιά του Θεού, του Δημιουργού του. Αν αυτό συνέβαινε στο διάβα των αιώνων, όπως και συνέβαινε, σήμερα αυτή η ανάγκη προβάλλει κυριολεκτικά απόλυτη. Μονόδρομος. Διότι, μέσα στην παραζάλη της γενικής αποστασίας, έχει χαθεί κάθε έρεισμα, κάθε αποκούμπι, στο οποίο θα μπορούσε να εμπιστευτεί ο άνθρωπος την ψυχοσωματική του ασφάλεια και γαλήνη. Να νοιώσει η καρδιά του και να πιστέψει πως βρήκε τη ζητούμενη πληρότητα και να κραυγάσει «ψυχή τε και σώματι» πως είναι βέβαιος γι` αυτό  που ζητούσε και του έλειπε.
       Οι πλείστοι των ανθρώπων, των βαφτισμένων Χριστιανών, βρίσκονται  σε κατάσταση  πανικού. Φοβούνται, χωρίς να δύνανται να αντιληφθούν το γιατί. Τρέμει η ψυχούλα τους. Ζουν μέσα στον κόσμο, ανάμεσα στο πλήθος των συνανθρώπων τους και φοβούνται τον κόσμο! Αισθάνονται ανασφάλεια για την κάθε στιγμή της ζωής τους. Νοιώθουν εκτεθειμένοι, απροστάτευτοι. Τι θλιβερό κατάντημα! Δεν εμπιστεύονται κανέναν- και γιατί να εμπιστευτούν, με τα όσα συμβαίνουν γύρω μας; Τρέχουν από εδώ κι από κει, να αδράξουν την ελπίδα, το κάτι άλλο, που γεμίζει την καρδιά, αλλά επιστρέφουν χωρίς «δώρα», χωρίς χορτασιά, θυμίζοντας  το λαϊκό άσμα: «διψάσαμε το μεσημέρι, μα το νερό γλυφό» και: «πήραμε τη ζωή μας λάθος κι αλλάξαμε ζωή».
       Το ερώτημα όμως είναι: «Ποιο θεωρείται λάθος» και «Ποια  αλλαγή»;
       Ελπίζουμε  και πάλι ελπίζουμε, αλλά κινούμενοι πάντοτε με λάθος προορισμό και μένοντας σε ένα ηχηρό «Όχι». Πεισματωδώς όχι, προς το Χριστό και την αγία του Εκκλησία. Παντού αλλού ναι, αλλά εκεί όχι. Τόσο βαθύ είναι το απόστημα. Τόση η αποξένωση. Είμαστε άρρωστοι και δεν θέλουμε το νοσοκομείο. Τα χειρουργικά εργαλεία του λόγου του Θεού και των αγίων  δεν μπορούν να αγγίξουν το μικρόβιο που εμφωλεύει στις καρδιές. Κλειστά τα αυτιά του σώματος και της καρδιάς. Η φωνή της συνείδησης πνιγμένη και οδηγημένη στο παρά φύση, στην άβυσσο, στο αδιέξοδο. Η ψυχική πώρωση οξεία. Αφοπλισμένος  και αιχμαλωτισμένος ψυχικά ο αδούλωτος στα ιστορικά δεδομένα Έλληνας.
      Υπάρχει  άμεση ανάγκη για θεραπεία. Θεραπεία στο νοσοκομείο της αγάπης του Χριστού. Στην Εκκλησία Του, όπου υπάρχουν οι γιατροί, τα μηχανήματα και τα φάρμακα. Οι πνευματικοί οδηγοί, τα Μυστήρια της Εκκλησίας, η λατρεία, η άσκηση, η προσευχή και ό,τι άλλο συνεπικουρεί στη μετάνοια και στη σωτηρία της ψυχής.
      Ο απόστολος Παύλος γράφει στους Εφεσίους: «διὸ λέγει· ἔγειρε ὁ καθεύδων καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν, καὶ ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός». (Εφ. 5,14). Ο στίχος αυτός είναι  αντιπροσωπευτικό κάλεσμα της εποχής για τους Έλληνες. Διότι καλεί, απευθυνόμενος σ` αυτούς που κοιμούνται, να σηκωθούν, να ξυπνήσουν και σ` αυτούς που ζουν ωσεί νεκροί, να αναστηθούν. Και σ` αυτήν την πνευματική κατάσταση βρισκόμαστε οι Έλληνες.
      Ο Ωριγένης ερμηνεύει: «Έγερση είναι η επάνοδος από την κακία στην αρετή». Και ο άγιος Χρυσόστομος: «Επίσης καθεύδοντα (δηλαδή κοιμώμενο) και νεκρό ονομάζει (ο Παύλος) και αυτόν που ζει στην αμαρτία. Διότι αποπνέει δυσωδία, όπως ο νεκρός και είναι άπραγος, όπως αυτός που κοιμάται και τίποτε δεν βλέπει, όπως εκείνος, αλλά ονειρεύεται και φαντάζεται».
      Ιδού πάλι ο ευαγγελικός λόγος, ο οποίος εγγυάται τη λύση και την απαγκίστρωση από τον πνευματικό ύπνο και την αμαρτία:
 «Καὶ τοῦτο, εἰδότες τὸν καιρόν, ὅτι ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι· νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία ἢ ὅτε ἐπιστεύσαμεν. ἡ νὺξ προέκοψεν, ἡ δὲ ἡμέρα ἤγγικεν. ἀποθώμεθα οὖν τὰ ἔργα τοῦ σκότους καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός. ὡς ἐν ἡμέρᾳ εὐσχημόνως περιπατήσωμεν, μὴ κώμοις καὶ μέθαις, μὴ κοίταις καὶ ἀσελγείαις, μὴ ἔριδι καὶ ζήλῳ, ἀλλ' ἐνδύσασθε τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας». (Ρωμ. 13,11-14)
       «Νύχτα αποκαλεί την παρούσα ζωή, επειδή είναι διασκορπισμένη παντού η αμαρτία και επειδή μοιάζει με όνειρο και φαντασία και μπορεί να μας ξεγελάσει», ερμηνεύει ο Ζιγαβηνός, ενώ «ημέρα την μέλλουσα ζωή για τη λαμπρότητά της και για το ότι θα αποκαλυφθούν τα κεκρυμμένα». Ημέρα λαμπρή, βέβαια, είναι και η καινούρια ζωή, στον παρόντα βίο, όταν η ψυχή μετανοήσει και επιστρέψει αγωνιζόμενη στο δρόμο του Θεού.
      Ο άγιος Χρυσόστομος λέει: «Να ξεντυθούμε τις φαντασίες, να απαλλαγούμε από τα όνειρα του παρόντος βίου και να αποθέσουμε, να εγκαταλείψουμε το βαθύ ύπνο». Επίσης, «να ντυθούμε όπως τα ρούχα μας έτσι και την αρετή».
      Να μην συμβαδίζουμε με τα πάθη που αναφέρει. «Απεκδυόμενοι» αυτά, οδηγούμαστε στην ευσχημοσύνη. Στην ευπρέπεια, στην κοσμιότητα, στην ψυχική αταραξία, στην πλήρη αξιοπρέπεια. Δεν αρκεί να τα αφήσουμε, αλλά να ντυθούμε το Χριστό. Και «ένδυση αυτού σημαίνει να ζούμε μέσα σ` αυτόν και μέσα σ` εμάς να φαίνεται η δική του παρουσία. Αυτό δε πετυχαίνεται, όταν παραμένουμε στο θέλημά του και μέσα μας φαίνονται χαρακτηριστικά δικά του και ομοιότητες», γράφει ο Ζιγαβηνός.
     Και μια λεπτομέρεια. Λέγοντας «καὶ τῆς σαρκὸς πρόνοιαν μὴ ποιεῖσθε εἰς ἐπιθυμίας», σχολιάζει ο άγιος Χρυσόστομος: «Δεν μας εμποδίζει να προνοούμε για την φροντίδα του σώματος, αλλά από τις αμαρτωλές επιθυμίες». Και ο Θεοδώρητος: «Δεν απαγόρευσε την επιμέλεια του σώματος, αλλά έβγαλε έξω την τρυφή και την ακράτεια στην αμαρτία».
      Να η έννοια της λέξης «έξυπνος»: «ἔγειρε ὁ καθεύδων», με την υπόσχεση: «καί ἐπιφαύσει σοι ὁ Χριστός» και: «ὥρα ἡμᾶς ἤδη ἐξ ὕπνου ἐγερθῆναι», πάλι με την επιβεβαίωση: «νῦν γὰρ ἐγγύτερον ἡμῶν ἡ σωτηρία».
      Δεν μας μένει παρά να κάνουμε ο καθένας στονεαυτό του ένα «τεστ εξυπνάδας», έχοντας ως οδηγό ερωτήσεων  τις εντολές του Ευαγγελίου και τη ζωή τωναγίων, για να δούμε πόσο «έξυπνοι» είμαστε. Αν και πόσο πρέπει «να ανοίξουμε τα μάτια μας», να κινηθούμε, και να συναρμοστούμε με το θέλημα του Θεού, για να μπούμε στο δρόμο της ελευθερίας του. 

«Μή φοβού Άβραμ, έγώ ύπερασπίζω σου»




Ασφάλεια σ΄ένα σαλευόμενο κόσμο


«Είμαι άσφαλισμένος, εχω άσφάλεια ζωής, έχω α­σφαλισμένο τό αύτοκίνητό μου». Φρά­σεις συνη­θισμένες, φράσεις πού τις λέ­με ή τις άκούμε συχνά στή ζωή μας.

Μέσα στον τα­ραγμένο και μεταβαλλόμενο κόσμο μας ή καταφυ­γή σέ ύπηρεσίες, πού ύπόσχονται και παρέχουν κάποιου είδους άσφάλεια, γίνεται όλο και περισσότε­ρο έπιτακτική και άπό πολλούς θεω­ρείται άπολύτως αναγκαία.

‘Άλλωστε και οί άσφαλιστικές έταιρείες σ’ αύτό τό γενικευμένο αίσθημα άνασφάλειας βασίζονται και έπενδύουν, προσπαθώντας νά πείσουν όλο και περισσοτέρους αν­θρώπους νά ύπογράψουν κάποια σύμβαση μαζί τους, καί μά­λιστα σύμβα­ση όσο γίνε­ται μεγαλύ­τερη καί γιά περισσότε­ρες ύπηρε­σίες.

Μέ βά­ση τή σύμβα­ση, ό άσφαλιζόμένος πληρώνει στήν έταιρεία κατά τακτά χρονικά διαστήματα ένα χρηματι­κό ποσό, καί ή ασφαλιστική έταιρεία άναλαμβάνει τήν ύποχρέωση νά απο­ζημιώσει τόν άσφαλισμένο μέ το άντίστοιχο ποσό χρημάτων γιά ζημιά πού τυχόν θά ύποστεί, ή νά καλύψει κάποια έξοδά του γιά καταστάσεις πού προ­βλέπονται στό συμβόλαιο του.

Είναι φα­νερό ότι αύτού τού είδους οί άσφάλειες έχουν περιορισμένη δυνατότητα προστασίας και άφορούν τις συγκεκριμένες περιπτώσεις πού έχουν συμφωνηθεί.

Τί γίνεται όμως γιά τούς τόσους κιν­δύνους πού ξεπερνούν τήν περιορι­σμένη προστασία των άσφαλιστικών εταιρειών; Δέν ύπάρχει κάποια άλλου είδους άσφάλεια πού νά παρέχει πλήρη προστασία στόν άνθρωπο; Ασφά­λεια πού νά καλύπτει όλες τις πτυχές της ζωής; Υπάρχει! Είναι ή άσφάλεια πού παρέχει ό παντοδύναμος και παν­άγαθος Δημιουργός και πάνσοφος Κυβερνήτης τής ζωής μας, ό Θεός. Είναι άπόλυτη άσφάλεια, έναντι παντός κινδύνου και χωρίς ύποχρέωση κατα­βολής άσφαλίστρων. Ένα μόνο πρά­γμα άπαιτείται γιά νά τήν άποκτήσει ό άνθρωπος: ή πίστη!

Έχεις τήν πίστη; Εναποθέτεις μέ έμπιστοσύνη τή ζωή σου, τήν οίκογένειά σου, όλες τις ύποθέσεις σου στά χέρια του Θεού; Τά έχεις όλα! Δέν θά σέ έγκαταλείψω, λέει ό Θεός στόν ψαλμωδό και βασιλέα Δαβίδ και σέ κάθε πιστό χριστιανό, άλλά θά έξακολουθώ νά σέ συνετίζω και νά σέ συνοδεύω στό δρό­μο πού πρέπει νά βαδίζεις. Οί οφθαλμοί μου δέν θά άποσπασθοΰν άπό σένα, άλλά θά είναι προσηλωμένοι και στη­ριγμένοι έπάνω σου, γιά νά σέ προστα­τεύουν και σέ προφυλάσσουν άπό κάθε κίνδυνο (βλ. Ψαλμ.λα’ [31] 8).

Ό πιστός χριστιανός μπορεί κάπο­τε νά πορεύεται σέ άπόκρημνα μονοπάτια, νά άντιμετωπίζει δηλαδή πειρα­σμούς, δοκιμασίες και προβλήματα με­γάλα. Μπορεί νά φτάσει σέ σημείο νά κινδυνεύει και αύτή ή ζωή του, τό μέλ­λον των παιδιών του και τής οικογενεί­ας του. Άλλοτε πάλι μπορεί νά κληθεί νά δώσει λύση σέ δυσεπίλυτα άνθρωπίνως προβλήματα τής έργασίας του, τής έπαγγελματικής σταδιοδρομίας των παιδιών του και νά διαπιστώνει ότι βρί­σκεται σέ άδιέξοδο, ότι κινδυνεύει. Νά ή ώρα τής πίστεως! ‘Άς μήν άπογοητεύεται σ’ αύτές τις δύσκολες, τις κρίσι­μες περιστάσεις. Έχει ισχυρό προστά­τη και ύπερασπιστή τής ζωής του. Έχει πάνσοφο και παντοδύναμο Κυβερνήτη τής ζωής του. Έχει προστάτη του τον Δημιουργό του. Μέ τήν πανσοφία Του ό Θεός θά βρει και θά δώσει τις κατάλ­ληλες λύσεις έκεί όπου ό άνθρώπινος νούς άδυνατεί νά βρεί λύση. Διότι γιά τήν πανσοφία, τήν άγαθότητα και τήν παντοδυναμία τού Θεού δέν ύπάρχουν άδιέξοδα ούτε άλυτα προβλήματα.

«Μή φοβού Άβραμ, έγώ ύπερασπίζω σου», είπε κάποτε στό μεγάλο Πατριάρχη Αβραάμ (Γεν. ιε’ [15] 1). Τό ίδιο λέει και στόν κάθε πιστό, σέ κάθε έποχή. Τό ίδιο λέει και στόν καθένα μας σήμερα: Μή φοβάσαι! Εγώ θά είμαι μαζί σου, θά σέ προστατεύω, θά σέ άσφαλίζω άπό κάθε κίνδυνο- «μή φοβού, μόνον πίστευε» (Μάρκ. ε’ 36).

Στις μέρες μας, μέ τήν κρίση πού δι­έρχεται ή πατρίδα μας, πολλοί αντιμετωπίζουμε στιγμές και ώρες δύσκολες στή ζωή μας. Ανασφάλεια και άβεβαιότητα έπικρέμαται παντού. Όμως, ώς πιστοί χριστιανοί, άς προχωρούμε μέ ειρήνη ψυχής, μέ έμπιστοσύνη στόν πανάγαθο, πάνσοφο και παντοδύνα­μο Δημιουργό και Κυβερνήτη τής ζωής μας. Νά θυμόμαστε ότι Εκείνος θά είναι μαζί μας πάντοτε.

Πάντοτε! Τό βεβαιώνει μέ τόν πιό κα­τηγορηματικό τρόπο: «Ού μή σε άνώ ούδ’ ού μή σε έγκαταλίπω» (Εβρ. ιγ’ 5)- δέν θά σέ άφήσω ούτε θά σέ έγκαταλείψω ποτέ. Ό λόγος Του είναι σαφής και δέν έπιδέχεται καμία άμφισβήτηση: Δέν θά σέ έγκαταλείψω ποτέ!

Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

ΑΝΘΟΛΟΓΙΟΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΩΝ


  

ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΥΠΗΡΕΤΕΣ, ΑΛΛΑ ΤΟΝ ΑΠΟΚΑΛΟΥΤΣΑΝ ΚΥΡΙΟ

              Δεν είχε υπηρέτες αλλά Τον αποκαλούσαν Κύριο.. Δεν είχε πτυχία αλλά Τον αποκαλούσαν δάσκαλο.. Δεν ήταν γιατρός αλλά Τον θεωρούσαν θεραπευτή.. Δεν είχε στρατό αλλά ακόμα και οι βασιλείς Τον φοβόντουσαν.. Δεν κέρδισε καμμία στρατιωτική μάχη αλλά κατέκτησε τον κόσμο.. Δεν διέπραξε κανένα έγκλημα αλλά παρ΄όλα αυτά Τον βασανισαν και Τον σταύρωσαν.....
              Αυτός ουδέποτε εξάσκησε τό επάγγελμα του ιατρού,θεράπευσε περισσότερους απ΄όσους όλοι οι γιατροί. Αυτός ουδέποτε ίδρυσε σχολείο, όλα όμως τα σχολεία μαζί δεν μπορούν να καυχηθούν ότι έχουν περισσότερους μαθητές από όσους έχει Αυτός. Αυτός ουδέποτε συνέγραψε βιβλία κ ομως ολες οι βιβλιοθηκες ειναι γεματες με της πραξεις του!

Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Δύσκολοι οι καιροί που ζούμε.




«Χαίρε το Φως αρρήτως γεννήσασα, 
χαίρε το πώς μηδένα διδάξασα»

 πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός



 Παραπονιόμαστε συχνά ότι η ζωή μας είναι βυθισμένη στο σκοτάδι. Της απελπισίας για τα προβλήματα μας τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τα οποία μάλιστα αυξάνουν αντί να ελαττώνονται, παρότι παλεύουμε και καταβάλλουμε υψηλό τίμημα. 

Της μη εκπλήρωσης των επιθυμιών μας, ιδίως αναφορικά με τις ανθρώπινες σχέσεις. Της μη επίτευξης στόχων και ονείρων.

Κάποτε σε ένα σκοτάδι πνευματικό, το οποίο έχει να κάνει και με την απουσία ποιότητας στη ζωή μας. Το σκοτάδι συνεπάγεται μοναξιά. Και η μοναξιά είναι σήμα κατατεθέν στη ζωή και την εποχή μας. Άνθρωποι που οι συγκυρίες της ζωής, ο χαρακτήρας τους, αλλά και η αδιαφορία των άλλων τους έχουν καταδικάσει να αισθάνονται και κάποτε να είναι πραγματικά μόνοι.



  Στον κόσμο αυτό η Εκκλησία μας αντιπαραβάλλει την Υπεραγία Θεοτόκο. «Χαίρε το Φως αρρήτως γεννήσασα, χαίρε το πώς μηδένα διδάξασα», μας ζητά στους Χαιρετισμούς να αναφωνήσουμε κι εμείς.

 Μας λέει ότι το Φως που διαλύει το σκοτάδι χρειάζεται να γεννηθεί και την ίδια στιγμή να έχουμε εκείνη την γλυκιά ταπείνωση να μη θέλουμε να διδάξουμε κανέναν για την εμπειρία του Φωτός, αλλά να αφήνουμε το ίδιο το Φως να μιλήσει στις ψυχές και στις ζωές των Άλλων. 

 Το Φως είναι ο Χριστός. Φωτίζει, θερμαίνει, αγιάζει τους πάντας, ανάλογα με την προαίρεσή τους. Μπορεί και να καίει όσους δεν Τον θέλουν. Πάντως δεν περνά απαρατήρητος. Ο Χριστός είναι Φως, άκτιστο και ουράνιο. Την ίδιο στιγμή η παρουσία του Φωτός γεμίζει ελπίδα όσους θέλουν να μη μείνουν στο όποιο σκοτάδι. Γιατί το Φως διαλύει την μοναξιά. Δίνει ελπίδα και χαρά. Η κοινωνία μαζί Του, ακόμη κι αν τα μέτρα μας είναι ασήμαντα, σπιθαμιαία, ανανεώνει. Δίνει μία αλλιώτικη προοπτική στην πορεία της ζωής μας. Ό,τι μπαίνει στην προοπτική του Φωτός, έστω και κατ’ ολίγον, φωτίζεται. 

 Ο άνθρωπος που πιστεύει και ζει τον Χριστό δεν απελπίζεται και δε νικιέται από την απελπισία, δεν απολυτοποιεί τα όνειρα και τις επιθυμίες του. Έχει ήδη ποιότητα στη ζωή του, διότι ο Χριστός μεταμορφώνει τα πάντα εντός της. Κάνει να βλέπουμε τη σχετικότητα εκείνων που νομίζουμε αδιανόητο να μην τα έχουμε. Κάνει να χαιρόμαστε με τα λίγα, τα οποία γίνονται τα πάντα. Μας κάνει να δοξάζουμε τον Θεό ακόμη και για κείνον τον έναν που μας νοιάζεται στη ζωή. Γιατί το Φως μας κάνει να ανοιγόμαστε. Να πραγματοποιούμε εξόδους από τον χαρακτήρα, τον εγωκεντρισμό, την απαίτηση. Να πλησιάζουμε πριν μας πλησιάσουν.

 Το Φως όμως γεννιέται. Όπως η Υπεραγία Θεοτόκος το προσέλαβε στην μήτρα της, αρρήτως, με τρόπο που δεν μπορεί να λεχτεί, αλλά ούτε και να προσεγγιστεί από τη λογική μας, όντας η Κεχαριτωμένη, όντας έτοιμη να το δεχτεί, έχοντας καλλιεργήσει την ξεχασμένη για τον κόσμο και τη ζωή κατάσταση της αρετής, όχι ως ηθικής συνήθειας, αλλά ως εμπιστοσύνης στο θέλημα του Θεού και ως προτεραιότητάς Του στη ζωή μας, με ταυτόχρονη αποβολή κάθε πειρασμού κακίας, ταύτισης δηλαδή του είναι μας με συμπεριφορές και βεβαιότητες ότι όλα μας ανήκουν και ότι όλα μπορούμε να τα δοκιμάσουμε, βάζοντας το «εγώ» μας πιο πάνω από την αγάπη του Θεού, τη γνώση μας πιο πάνω από τη Θεογνωσία, έτσι κι εμείς μπορούμε να γεννήσουμε το Φως.



 Διαλέγοντας τον αγώνα της αρετής. Της ταπείνωσης. Της γνώσης του θεϊκού θελήματος. Της απόφασης να το αναζητούμε πάσας τας ημέρας της ζωής μας. Ακόμη κι αν ο κόσμος ζει στο σκοτάδι, δεσμώτης της πνευματικής άγνοιας και της τύφλωσης από το ίδιον θέλημα. Με ευθύνη, αποφασιστικότητα και άνοιγμα στον ουρανό και την αγάπη. Το αφήνουμε να γεννηθεί μέσα μας όταν κοινωνούμε στην εκκλησιαστική ζωή. Όταν συγχωρούμε. Όταν μοιραζόμαστε το λίγο ή το πολύ. Κι Εκείνο είναι έτοιμο να διαλύσει το σκοτάδι. Γιατί ο Θεός προσφέρεται στον άνθρωπο, αλλά και ο άνθρωπος πρέπει να είναι δεκτικός στην προσφορά.

 Η δεικτικότητα συνδέεται με την ταπείνωση. Άλλη μία ξεχασμένη λέξη στους καιρούς μας. «Όλα εξηγούνται, όλα συζητούνται, κανένας μας δεν φταίει», λέει ένα σύγχρονο τραγούδι. Έτσι αυτό που μας καίει είναι η αυτοδικαίωσή μας.  Αφού έχουμε λύσεις για τα πάντα και μόνοι μας, αφού γνωρίζουμε πώς οι άλλοι θα είναι αυτό που θέλουμε, ό,τι απομένει είναι να πείσουμε, να επιβάλλουμε, να αποδείξουμε δια της δικής μας διδαχής και να απαιτήσουμε οι προτάσεις και οι λύσεις μας να γίνουν πράξη. Όμως όλα είναι θέμα χαρακτήρα. Ο αταπείνωτος θα συγκρουσθεί, θα νικηθεί από την ματαίωση των βεβαιοτήτων του, θα απογοητευθεί και θα κάνει στόχο ζωής του να είναι αυτός που το θέλημά του θα περάσει. Ένας κόσμος στον οποίο άνθρωποι και λαοί συγκρούονται για να δείξουν ότι γνωρίζουν. Ότι μόνο αυτοί μπορούν να διδάξουν.


 «Τι τάχα να ‘χει μείνει, ακόμα να μας καίει;». Για να το βρούμε, χρειάζεται πραότητα και ταπείνωση στην καρδιά. Και η ταπείνωση διδάσκει, διότι στην ταπεινή καρδιά κατοικεί το Φως. Και ο φωτεινός άνθρωπος δε χρειάζεται να βγάζει λόγους. Δε χρειάζεται να διδάσκει, να απαιτεί, να δώσει λύσεις. Βοηθά με αυτό που είναι. Χωρίς θόρυβο. Η Παναγία άλλαξε τον κόσμο και την ιστορία του. Ο ταπεινός άνθρωπος εν τω Φωτί μπορεί να αλλάξει τον δικό του κόσμο, τον έσω άνθρωπο και στη συνέχεια κι άλλους κοντά του. Αρκεί να τον καίει, να νοιάζεται να είναι Φωτεινός. Όχι από επίδειξη και ματαιότητα. Αλλά από πίστη.


 Δύσκολοι οι καιροί που ζούμε. Από τον Θεό ζητούμε έτοιμες, μαγικές λύσεις. Από τους ανθρώπους να είναι όπως τους θέλουμε. Από τον εαυτό μας να είναι ευτυχισμένος μέσα από τις επιθυμίες του, που ταυτίζονται τις περισσότερες φορές με τα πρότυπα του κόσμου, εν γνώσει και εν αγνοία. 



 Η Εκκλησία, δια της Υπεραγίας Θεοτόκου, μας καλεί να αφήσουμε το Φως που είναι ο Χριστός να γεννηθεί στις καρδιές μας. Με αρετή και ειδικότερα ταπείνωση να διδαχθούμε, να νικήσουμε το σκοτάδι, να αλλάξουμε, για να αλλάξουν και όλοι όσοι κοντά μας θα βρούνε αντίστοιχα νόημα. Η προσευχή, η άσκηση, πρωτίστως η αγάπη είναι ο τρόπος. Κάθε στιγμή. Νους και καρδιά που παλεύουν να βρούνε την ωριμότητα να αφεθούν στο Φως και όχι να Το εξουσιάσουν. Ας είναι η Χάρη της ο οδηγός.




Απόστολος Ιωάννης: Ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού

ioannis theologos




Γράφει ο Λάμπρος Κ. Σκόντζος
Καθηγητής - Θεολόγος

Ο απόστολος και ευαγγελιστής Ιωάννης ανήκει στα ιερά εκείνα πρόσωπα που αποτελούσαν το στενό κύκλο των μαθητών του Κυρίου. Μάλιστα αναφέρεται ως «ο μαθητής ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιωάν.13,23).
Ήταν γιος του Ζεβεδαίου και της Σαλώμης (Ματθ.4,21. Μαρκ.15,40) και αδελφός του αποστόλου Ιακώβου.
Η μητέρα τους ήταν πιθανότατα συγγενής, ίσως εξαδέλφη της Θεοτόκου, που σημαίνει ότι οι δυο αδελφοί απόστολοι ήταν κατά σάρκα εξαδέλφια του Κυρίου και σ’ αυτό ίσως έγκειται η οικειότητά τους με Αυτόν, ιδιαίτερα του Ιωάννη.
Ο Ιωάννης, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο, ζούσαν με την οικογένειά τους στην Γαλιλαία και διατηρούσαν επικερδή και εύρωστη αλιευτική επιχείρηση, έχοντας δικό τους πλοίο και εργάτες (Μαρκ.1,20).
Φαίνεται πως οι οικογένεια τους ήταν εύπορη. Αυτό συμπεραίνεται από το γεγονός ότι η Σαλώμη, η μητέρα τους, ήταν μια από τις μαθήτριες του Κυρίου, η οποία τον υπηρετούσε από των υπαρχόντων της (Λουκ.8,3. Μαρκ.15,40).
Η αγορά επίσης των πανάκριβων αρωμάτων για να αλείψουν το νεκρό σώμα του Χριστού μαρτυρεί αυτόν τον ισχυρισμό (Μαρκ.16,1).
Ότι επίσης ο Ιωάννης έλαβε την μητέρα του Ιησού υπό την δική του φροντίδα είναι ένδειξη οικονομικής ανέσεως της οικογένειάς του.
Φαίνεται επίσης πως η οικογένεια του Ιωάννη είχε και κοινωνική καταξίωση, διότι ήταν γνωστός στον πανίσχυρο και απλησίαστο αρχιερέα Καϊάφα και έτσι δυνήθηκε να εισέλθει στο συνέδριο, που δίκαζε τον Ιησού μαζί με τον Πέτρο (Ιωάν.18,15).
Ο Ιωάννης από μικρός υπήρξε πιστός μαθητής του Ιωάννου του Βαπτιστού.
Με μεγάλη προσοχή άκουε από τον μεγάλο ερημίτη και προφήτη τις περί του Μεσσία προαγγελίες του.
Επιθυμούσε με λαχτάρα να έρθει στις μέρες του και να τον γνωρίσει.
Κάποια μέρα ο Βαπτιστής, έχοντας μαζί του τους δυο μαθητές του, Ιωάννη και Ανδρέα, είδε τον Ιησού να βαδίζει κοντά.
Τότε μαρτύρησε γι’ Αυτόν λέγοντας: «ίδε ο Αμνός του Θεού» (Ιωάν.1,37). Αμέσως οι δυο μαθητές ακολούθησαν τον Ιησού και τον ρώτησαν που μένει.
Αυτός τους είπε: «έρχεσθε και ίδετε» (Ιωάν.1,40). Αυτοί είδαν που μένει και έμειναν μαζί Του όλη την ημέρα.
Ο Ιωάννης συγκινήθηκε αφάνταστα από αυτή τη συνάντηση γι’ αυτό πήρε τη μεγάλη απόφαση, μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο. Άφησαν την αλιευτική επιχείρηση και ακολούθησαν τον Κύριο (Μαρκ.1,20).
Ο Ιωάννης ανήκε, όπως προαναφέραμε, στον στενό κύκλο των τριών μαθητών του Κυρίου. Συμπεραίνεται ότι ήταν ο μικρότερος στην ηλικία μαθητής του, σχεδόν έφηβος.
Ο υπέροχος χαρακτήρας του, η υπακοή του, η πίστη και η αφοσίωσή του στον Κύριο, είχαν ως συνέπεια να είναι λίαν αγαπητός από τον Ιησού και τους άλλους αποστόλους.
Εξ’ αιτίας του σπάνιου αυθορμητισμού του επονομάστηκε από τον Κύριο Βοαναργές (= υιός βροντής), όπως και ο αδελφός του Ιάκωβος.
Κάποια ημέρα όταν διέρχονταν κάποια κώμη της Σαμάρειας και οι κάτοικοι δεν τους δέχτηκαν, ζήτησε από τον Κύριο να πέσει φωτιά από τον ουρανό και να τους αφανίσει.
Φυσικά ο Χριστός τους απάντησε πως: «Ουκ οίδατε ποίου πνεύματος εστέ υμείς΄ ο υιός του ανθρώπου ουκ ήλθε ψυχάς ανθρώπων απολέσαι, αλλά σώσαι» (Λουκ.9,54).
Ως στενός μαθητής του Χριστού ευτύχησε να δει το θαύμα της Μεταμορφώσεως του Κυρίου (Ματθ.17,1.Μάρκ.9,2), την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου (Μαρκ.5,35.Λουκ.8,51) και να βιώσει την αγωνία του Διδασκάλου Του στον κήπο της Γεθσημανή (Ματθ.26,37.Μαρκ.14,33).
Μαζί με τον Πέτρο στάλθηκε να ετοιμάσει τον Πασχάλιο Δείπνο (Λουκ.22,8). Κατά την ώρα του Δείπνου έπεσε στο στήθος του Κυρίου, παρακαλώντας Του να τους αποκαλύψει ποιος είναι ο υποψήφιος προδότης μαθητής (Ιωάν.13,25).
Βρήκε το θάρρος και παρέστη στη δίκη του Ιησού (Ιωάν.18,16) και παραστάθηκε περίλυπος κάτω από το σταυρό στον φρικτό Γολγοθά.
Ευτύχησε επίσης να γίνει ο προστάτης της Θεομήτορος κατά παράκληση του Εσταυρωμένου Διδασκάλου Του (Ιωάν.19,26).
Αξιώθηκε να είναι ο πρώτος μαθητής που είδε το κενό μνημείο (Ιωάν.20,2-4).
Το άτοπο της αιτήσεως πρωτοκαθεδρίας στην εγκόσμιο βασιλεία του Χριστού, όπως εσφαλμένα την φανταζόταν, προκάλεσε την αγανάκτηση των άλλων μαθητών, όμως όπως φαίνεται αμέσως συνετίσθηκε (Μάρκ.10,35).
Μετά την Πεντηκοστή έμεινε κατ’ αρχήν στην Ιερουσαλήμ ως σημαίνον στέλεχος της Εκκλησίας (Γαλ.2,9).
Μαζί με τον Πέτρο ποιούσαν, δια του Κυρίου εξαίσια θαύματα (Πράξ.3,7). Στάθηκαν με παρρησία απέναντι στους αρχιερείς και ομολόγησαν τον Χριστό (Πράξ.4,13-22). Απεστάλη μαζί με τον Πέτρο στην Σαμάρεια να κηρύξουν το λόγο του Θεού (Πράξ.8,14).
Αργότερα μετέβη στην Μ. Ασία, όπου κήρυξε το ευαγγέλιο και έγινε επίσκοπος της Εφέσου.
Το 95 μ. Χ. κατά τον άγριο και σκληρό διωγμό του ρωμαίου αυτοκράτορα Δομετιανού, εξορίσθηκε στην Πάτμο, όπου έγραψε το βιβλίο της Αποκαλύψεως.
Πέθανε σε βαθύτατο γήρας περί το 100 μ. Χ. στην Έφεσο. Κατά την παράδοση, όταν πραγματοποιήθηκε ανακομιδή δεν βρέθηκε το σεπτό του λείψανο.
Η Εκκλησία μας διδάσκει την πίστη ότι μετέστη ενσώματος στον ουρανό από τον Κύριο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 26 Σεπτεμβρίου.
Ο Ιωάννης έγραψε το ομώνυμο Ευαγγέλιο, τρεις Καθολικές Επιστολές και την Αποκάλυψη, τα οποία είναι ενταγμένα στην Καινή Διαθήκη.
Θεωρείται ο ευαγγελιστής του Θεού Λόγου, δηλαδή του δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, ο οποίος «σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14), προκειμένου να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας, τη φθορά και το θάνατο και γι’ αυτό η Εκκλησία μας τον προσονόμασε Θεολόγο.
Στα ιερά συγγράμματά του είναι έκδηλη η προτροπή του για αγάπη στους ανθρώπους, όπως τη δίδαξε ο Χριστός, γι’ αυτό και αποκαλείται ο ευαγγελιστής της αγάπης.
Τέλος ο Ιωάννης θεωρείται και προφήτης, διότι στο θαυμαστό βιβλίο του, την Αποκάλυψη, προλέγει την ολοκληρωτική συντριβή της δύναμης και της εξουσίας του διαβόλου και τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και των πιστών Του.

Παρασκευή 26 Μαΐου 2017

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε

Όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε 
 
Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom «Ζωντανή προσευχή».

Το θαύμα δεν είναι παραβίαση των νόμων που διέπουν μεταπτωτικά τον κόσμο, αλλά είναι επάνοδος της κυριαρχικής επικράτησης των νόμων της Βασιλείας του Θεού. Ένα θαύμα γίνεται μόνο όταν πιστεύουμε ότι ο νόμος βασίζεται στην αγάπη του Θεού και όχι στη δύναμή Του. Μπορεί να πιστεύουμε πως ο Θεός είναι παντοδύναμος αλλά να μην πιστεύουμε στον πρόνοιά Του και τότε το θαύμα δεν μπορεί να γίνει. Διαφορετικά θα έπρεπε ο Θεός να επιβάλει δια της βίας την θέλησή Του. Αυτό όμως δεν το κάνει. Γιατί το πιο βασικό και ευαίσθητο σημείο στις σχέσεις Του με τον κόσμο, παρά την πτώση του ανθρώπου ,είναι ότι σέβεται απόλυτα την ανθρώπινη ελευθερία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.
Όταν λέμε στο Θεό: «Πιστεύω, γι’ αυτό ζητάω τη βοήθειά Σου», είναι σαν να του λέμε: «Πιστεύω, πως είσαι πρόθυμος να με εισακούσεις, ότι έχεις αγάπη και ότι ενδιαφέρεσαι για το κάθε γεγονός της ζωής μου». Όταν έτσι καταθέτουμε την αδύνατη πίστη μας, τότε δημιουργούμε σωστή κοινωνία με το Θεό και δίνουμε τη δυνατότητα να γίνει το θαύμα.
Εκτός όμως από αυτή την κατηγορία των αμφιβολιών μας, που αναφέρονται στην αγάπη του Θεού και που είναι λανθασμένες, υπάρχει και μια άλλη κατηγορία αμφιβολιών που επιτρέπονται. Μπορούμε να λέμε στο Θεό: «Σου ζητώ αυτό , αν είναι σύμφωνο με το θέλημά Σου ή είναι για το καλό μου ή αν δεν υπάρχει κάποιος κρυφός κακός σκοπός μέσα μου όταν Σου το ζητώ», και άλλα παρόμοια . Αυτού του είδους οι αμφιβολίες επιτρέπονται γιατί δείχνουν πως δεν έχουμε εμπιστοσύνη στο λογισμό μας. Και όταν ζητάμε κάτι από το Θεό έτσι πρέπει να του το ζητάμε.
Όπως ακριβώς η Εκκλησία είναι η συνέχεια της παρουσίας του Χριστού στο χρόνο και στο χώρο , έτσι και η προσευχή του χριστιανού πρέπει να είναι προσευχή του Χριστού, αν και αυτό προϋποθέτει αγνότητα καρδιάς , την οποία δεν έχουμε. Η προσευχή της Εκκλησίας είναι η προσευχή του Χριστού, ειδικώτερα όμως η Θεία Λειτουργία, όπου αποκλειστικά και αδιάλειπτα ο Χριστός προσεύχεται. Αλλά οποιαδήποτε άλλη προσευχή, με την οποία ζητάμε κάτι συγκεκριμένο από το θεό, είναι προσευχή γεμάτη ερωτηματικά. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν γνωρίζουμε τι θα ζητούσε ο Χριστός , αν βρισκόταν σε μια τέτοια περίσταση. Γι’ αυτό, πριν από τα λόγια της προσευχής μας βάζουμε ένα «εάν», που σημαίνει: Σύμφωνα με όσα εγώ καταλαβαίνω, σύμφωνα με εκείνο που γνωρίζω για το θέλημα του Θεού, θα ήθελα να γίνει έτσι αυτό το πράγμα, για να εκπληρωθεί το θέλημά Του.
Ένα τέτοιο «εάν» επίσης σημαίνει ότι περικλείω στα λόγια της προσευχής μου την επιθυμία μου να γίνει το καλύτερο δυνατό σε κάθε περίπτωση. Γι’ αυτό, Θεέ μου, Συ μπορείς να μεταβάλεις το κάθε συγκεκριμένο αίτημά μου σε ο,τιδήποτε Εσύ θα έκρινες ασύμφορο, διατηρώντας μόνο την πρόθεσή μου, που είναι να γίνει και στο θέμα αυτό το θέλημά Σου, ακόμη και τότε που τόσο ανόητα σου υποδεικνύω και το πώς θα μου άρεσε εμένα να γίνει το θέλημά Σου ( Ρωμ. 8,26 ) .
Ας πάρουμε ένα παράδειγμα. Όταν προσευχόμαστε για να γίνει κάποιος καλά, ή να επιστρέψει από ένα ταξίδι σ’ ένα ορισμένο χρονικό διάστημα- γιατί υπάρχει σοβαρός λόγος γι’ αυτό- τότε η προσευχή μας έχει σκοπό το καλό αυτού του προσώπου. Δεν έχουμε όμως τόσο καθαρή πνευματική όραση, ώστε να διακρίνουμε το πραγματικό καλό του προσώπου και πιθανόν το χρονοδιάγραμμα που εμείς συσχετίζουμε με το πρόσωπο αυτό να είναι λανθασμένο.
Το «εάν» επίσης σημαίνει πως, σύμφωνα με τα κριτήριά μου, αυτό που Σου ζητώ είναι σωστό και σκόπιμο να γίνει έτσι, με τον τρόπο , που εγώ νομίζω. Αν όμως κάνω λάθος, να μην λάβεις υπόψη Σου τα λόγια μου, αλλά την πρόθεσή μου.
Ο Στάρετς Αμβρόσιος της Όπτινα είχε το χάρισμα να διαβλέπει ποιό ήταν το πραγματικό καλό για έναν άνθρωπο. Ο αγιογράφος της Μονής είχε πάρει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και ετοιμαζόταν να ξεκινήσει για την πατρίδα του. Θα είχε οπωσδήποτε προσευχηθεί να φύγει σύντομα. Αλλά ο στάρετς τον καθυστέρησε επίτηδες τρεις μέρες και έτσι τον έσωσε από τη ληστεία και τη δολοφονία ,που είχε σχεδιάσει εναντίον του ένας από τους εργάτες του. Όταν ο αγιογράφος ανεχώρησε από τη Μονή ο κακοποιός είχε εγκαταλείψει την κρυψώνα του. Πέρασαν χρόνια για να ανακαλύψει ο αγιογράφος τον κίνδυνο από τον οποίο τον γλίτωσε ο στάρετς.
Μερικές φορές προσευχόμαστε για κάποιον που αγαπάμε και που έχει κάποια ανάγκη , χωρίς να μπορούμε να τον βοηθήσουμε. Πολλές φορές δεν ξέρουμε και τι είναι σωστό να ζητήσουμε. Δεν βρίσκουμε λέξεις, ακόμα και για να βοηθήσουμε κάποιον που υπεραγαπάμε.

Από το βιβλίο του Αρχιεπ. Antony Bloom 
«Ζωντανή προσευχή»,
 εκδόσεις «ΕΤΟΙΜΑΣΙΑ»


Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!

Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!

(Όσιος Γέρων Πορφύριος)

Ο Παράδεισος αρχίζει από εδώ!(Όσιος Γέρων Πορφύριος) 
 
Με τη λατρεία του Θεού ζεις στον Παράδεισο. Άμα γνωρίσεις και αγαπήσεις τον Χριστό, ζεις στον Παράδεισο.
 
Ο Χριστός είναι ο Παράδεισος. Ο Παράδεισος αρχίζει από δω. Η Εκκλησία είναι ο επί γης Παράδεισος ομοιότατος με τον εν ουρανοίς.
Ο Παράδεισος που είναι στον ουρανό ο ίδιος είναι κι εδώ στη γη. Εκεί όλες οι ψυχές είναι ένα, όπως η Αγία Τριάδα είναι τρία πρόσωπα, αλλά είναι ενωμένα κι αποτελούν ένα.
Κύριο μέλημά μας είναι να αφομοιωθούμε στον Χριστό, να ενωθούμε με την Εκκλησία. Αν μπούμε στην αγάπη του Θεού, μπαίνομε στην Εκκλησία. Αν δεν μπούμε στην Εκκλησία, αν δεν γίνομε ένα με την εδώ, την επίγεια Εκκλησία, υπάρχει φόβος να χάσομε και την επουράνια. Όποιος ζει τον Χριστό, γίνεται ένα μαζί Του, με την Εκκλησία Του. Ζει μια τρέλα! Η ζωή αυτή είναι διαφορετική απ’ τη ζωή των άλλων ανθρώπων. Είναι χαρά, είναι φως, είναι αγαλλίαση, είναι ανάταση. Αυτή είναι η ζωή της Εκκλησίας, η ζωή του Ευαγγελίου, η Βασιλεία του Θεού. «Η Βασιλεία του Θεού εντός ημών εστίν». Έρχεται μέσα μας ο Χριστός κι εμείς είμαστε μέσα Του. Και συμβαίνει όπως μ’ ένα κομμάτι σίδηρο που τοποθετημένος μες στη φωτιά γίνεται φωτιά και φως· έξω απ’ τη φωτιά, πάλι σίδηρος σκοτεινός, σκοτάδι.
Στην Εκκλησία γίνεται η θεία συνουσία, γινόμαστε ένθεοι. Όταν είμαστε με τον Χριστό, είμαστε μέσα στο φως· κι όταν ζούμε μέσα στο φως, εκεί δεν υπάρχει σκότος. Το φως όμως δεν είναι παντοτινό· εξαρτάται από μας. Συμβαίνει όπως με το σίδηρο, που έξω απ’ τη φωτιά γίνεται σκοτεινός. Σκότος και φως δεν συμβιβάζονται. Ποτέ δεν μπορεί να έχομε σκοτάδι και φως συγχρόνως. Ή φως ή σκότος. Όταν ανάψεις το φως, πάει το σκότος. }205}
Για να διατηρήσουμε την ενότητά μας, θα πρέπει να κάνομε υπακοή στην Εκκλησία, στους επισκόπους της. Υπακούοντας στην Εκκλησία, υπακούομε στον ίδιο τον Χριστό. Ο Χριστός θέλει να γίνομε μία ποίμνη μ’ έναν ποιμένα.
Να πονάμε την Εκκλησία. Να την αγαπάμε πολύ. Να μη δεχόμασθε να κατακρίνουν τους αντιπροσώπους της. … Και με τα μάτια μας να δούμε κάτι αρνητικό να γίνεται από κάποιον ιερωμένο, να μην το πιστεύομε, ούτε να το σκεπτόμαστε, ούτε να το μεταφέρομε. Το ίδιο ισχύει και τα λαϊκά μέλη της Εκκλησίας και για κάθε άνθρωπο. Όλοι είμαστε Εκκλησία.
Να προσέχομε και το τυπικό μέρος. Να ζούμε τα μυστήρια, ιδιαίτερα το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Σ’ αυτά }206} βρίσκεται η Ορθοδοξία. Προσφέρεται ο Χριστός στην Εκκλησία με τα μυστήρια και κυρίως με την Θεία Κοινωνία. Να σας πω για μια επίσκεψη του Θεού σ’ εμένανε τον ταπεινό, για να δείτε την χάρι των μυστηρίων.
Έτσι όπως πονούσα, μου σταυρώσανε το σπυράκι με ευχέλαιο κι αμέσως έσβησε ο πόνος.
Την Πεντηκοστή εξεχύθη η χάρις του Θεού όχι μόνο στους αποστόλους αλλά και σ’ όλο τον κόσμο που βρισκόταν γύρω τους. Επηρέασε πιστούς και απίστους.
Ενώ ο Απόστολος Πέτρος ομιλούσε τη δική του γλώσσα, η γλώσσα του μετεποιείτο εκείνη την ώρα στο νου των ακροατών. Με τρόπο μυστικό το Άγιον Πνεύμα τους έκανε να καταλαβαίνουν τα λόγια του στη γλώσσα τους, μυστικά, χωρίς να φαίνεται. Αυτά τα θαύματα γίνονται με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Παραδείγματος χάριν, η λέξη «σπίτι» σ’ αυτόν που ήξερε γαλλικά θ’ ακουγόταν «la maison». Ήταν ένα είδος διοράσεως· άκουγαν την ίδια τους τη γλώσσα.
Ο ήχος χτυπούσε στο αυτί, αλλά εσωτερικά, με τη φώτιση του Θεού, τα λόγια ακούγονταν στη γλώσσα τους. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αυτή την ερμηνεία της Πεντηκοστής δεν την αποκαλύπτουν πολύ φανερά, φοβούνται τη διαστρέβλωση. Το ίδιο συμβαίνει και με την Αποκάλυψη του Ιωάννου. Οι αμύητοι δεν μπορούν να καταλάβουν το νόημα του μυστηρίου του Θεού.
Παρακάτω λέει, «εγένετο δε πάση ψυχή φόβος …», δηλαδή κατέλαβε φόβος την κάθε ψυχή. Αυτός ο «φόβος» δεν ήταν φόβος. Ήταν κάτι άλλο, κάτι ξένο, κάτι ακατανόητο, κάτι, κάτι που δεν μπορούμε να το πούμε. Ήταν το δέος, ήταν το γέμισμα, ήταν η χάρις. Ήταν το γέμισμα υπό της θείας χάριτος. Στην Πεντηκοστή οι άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά σε μία τέτοια κατάσταση θεώσεως, που τα χάσανε. Έτσι, όταν η θεία χάρις τους επεσκίαζε, τους ετρέλαινε όλους –με την καλή έννοια – τους ενθουσίαζε.
Η «κλάσις του άρτου» ήταν η Θεία Κοινωνία. Και συνεχώς αυξάνονταν οι σωζόμενοι, εφόσον έβλεπαν όλους τους χριστιανούς να είναι «εν αγαλλιάσει και αφελότητι καρδίας αινούντες τον Θεόν». … Αυτό είναι ενθουσιασμός κι αυτό πάλι τρέλα. Εγώ όταν το ζω αυτό, το αισθάνομαι και κλαίω. Πηγαίνω στο γεγονός, ζω το γεγονός, το αισθάνομαι κι ενθουσιάζομαι και κλαίω. Αυτό είναι θεία χάρις. Αυτό είναι και η αγάπη προς τον Χριστό.
Αυτό που ζούσαν οι απόστολοι μεταξύ τους κι αισθανόντουσαν όλη αυτή τη χαρά, στη συνέχεια έγινε με όλους κάτω από το υπερώον. Δηλαδή αγαπιόντουσαν, χαιρόταν ο ένας τον άλλον, ο ένας με τον άλλον είχαν ενωθεί. Ακτινοβολεί αυτό το βίωμα και το ζούνε κι άλλοι.
Ο απώτερος σκοπός της θρησκείας μας είναι το «ίνα ώσιν έν». Εκεί ολοκληρώνεται το έργο του Χριστού.
Η θρησκεία μας είναι αγάπη, είναι έρωτας, είναι ενθουσιασμός, είναι τρέλα, είναι λαχτάρα του θείου. Είναι μέσα μας όλ’ αυτά. Είναι απαίτηση της ψυχής μας η απόκτησή τους.