Δημοφιλείς αναρτήσεις

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

ΟΙ 3 ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ


ΟΙ 3 ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ

[Αγ.Μάρκου Ερημήτου Ευεργετινός Γ’ τόμος σελ. 412]


1ος τρόπος εἶναι, τὸ νὰ κατορθώσει ὁ ἄνθρωπος νὰ μὴν ἁμαρτήσει.

2ος τρόπος εἶναι, τὸ νὰ ὑπομένει αὐτὸς ποὺ ἁμάρτησε, τὰ θλιβερὰ ἐπακόλουθα της ἁμαρτίας του.

3ος τρόπος εἶναι, τὸ νὰ πενθεῖ, αὐτὸς ποὺ ἁμάρτησε καὶ δὲν ἔχει ὑπομονή, διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν τῆς ὑπομονῆς, δεδομένου, ὅτι ἐφ’ὅσον δὲν διορθωθεῖ ὁ ἁμαρτήσας εἰς τὴν παροῦσαν ζωὴν διὰ τῶν καταλλήλων παιδαγωγιῶν, κατ’ ἀνάγκην θὰ τιμωρηθεῖ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν, ἐκτὸς ἐὰν μᾶς δεῖ ὁ Θεὸς νὰ ἔχωμεν ταπεινωθεῖ καὶ νὰ θλιβώμεθᾳ διὰ τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν τῆς ὑπομονῆς, ὁπόταν ἐκεῖνος γνωρίζει, μὲ τὴν Παντοδύναμον Χάριν Του, θὰ ἐψαλείψει τὰς ἁμαρτίας ἠμῶν.


ΤΑ 3 ΚΑΘΑΡΤΗΡΙΑ ΥΓΡΑ

ΨΥΧΗΣ & ΣΩΜΑΤΟΣ

(Πν.Γυμνάσματα-71)


 Ἐπειδὴ γὰρ διὰ τοῦ ὑγροῦ τοῦ σώματος ἤγουν τῆς ἐμπαθοῦς καὶ ἐνηδόνου ρεύσεως τοῦ σπέρματος, τὸ σῶμα ὁμοῦ καὶ ἡ ψυχὴ μολύνεται, πάλιν διὰ τῶν ὑγρῶν τοῦ σώματος, αὐτὸ σὺν ψυχὴ καθαρίζεται· καὶ Α΄ μὲν ὑγρὸν εἶναι τὸ αἶμα ὅπερ ἐν καιρῶ ἀνάγκης χεόμενον ὑπέρ τῆς πίστεως, λουτρὸν καὶ βάπτισμα γίνεται τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Β΄ ὑγρὸν εἶναι τὰ δάκρυα ἐκ τοῦ αἵματος ἐξατμιζόμενα· ὅθεν καὶ ἱδρώτα καρδίας ὁ Αὐγουστῖνος ταύτα ὁνόμασε. Γ΄ δὲ ὑγρὸν εἶναι οἱ ἐκ τῶν κόπων καὶ μόχθων ἱδρῶτες ὅλου τοῦ σώματος· ὅποιος λοιπὸν δὲν δύναται νὰ νὰ χύσῃ αἶμα διὰ νὰ καθαρισθῇ πρέπει νὰ χύσῃ κἄν δάκρυα· εἰδὲ καὶ ταύτα νὰ χύσῃ δὲν δύναται τὸ ἐλάχιστον πρέπει νά χύνῃ ἱδρώτας ὑπέρ τῶν εὐατοῦ ἁμαρτιών καὶ τῆς ἀρετῆς.


ΟΙ 4 ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΕΤΕΣ

ἢ ΤΑ 4 ΕΙΔΗ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

[Φιλοκαλία Αγ.Πέτρου Δαμασκηνού τομ. 17 σελ. 70-71]


            1η εἶναι, ἡ φρόνηση, δηλαδή, ἡ γνώση καὶ τῶν πρακτέων καὶ τῶν μὴ πρακτέων, καὶ ἡ ἐγρήγορση τοῦ νοὺ.

2η εἶναι, ἡ σωφροσύνη, δηλαδή, τὸ νὰ γίνει σώο τὸ φρόνημα ὤστε νὰ μπορέσει νὰ κρατήσει τὸν ἐαυτὸν του μακριὰ ἀπὸ κάθε ἔργο καὶ λόγο ποῦ δὲν ἀρέσει στὸν Θεό.

3η εἶναι, ἡ ἀνδρεία, δηλαδή, ἡ δύναμη καὶ ἡ καρτερία στοὺς κατὰ Θεὸν κόπους καὶ πειρασμούς.

4η εἶναι, ἡ δικαιοσύνη, δηλαδή, ἡ διανομή ποῦ παρέχει τὸ ἴσον σὲ ὅλα αὐτά. Αὐτὲς οἱ 4 γενικὲς ἀρετὲς γεννιούνται ἀπὸ τὶς 3 δυνάμεις τῆς ψυχὴς κατὰ τὸν ἐξῆς τρόπο.

* Ἀπὸ τὸν λογισμό, δηλαδή, τὸν νού, γεννιούνται δύο, ἡ φρόνηση καὶ ἡ δικαιοσύνη, δηλαδή, ἡ διάκριση.

* Ἀπὸ τὸ ἐπιθυμητικὸ γεννιέται ἡ σωφροσύνη.

* Ἀπὸ τὸ θυμικὸ γεννιέται ἡ ἀνδρεία. Κάθε μία βρίσκεται ἀνάμεσα σε δύο παρά φύση πάθη.

* Ἡ φρόνηση, ἄνω μὲν ἀπὸ τοῦ ὑπερφρονεὶν, κάτω δὲ ὑπὸ ἀφροσύνης.

* Ἡ σωφροσύνη, ἄνω μὲν ὑπὸ ἡλιθιότητος, κάτω δὲ ἀπὸ ἀκολασίας.

* Ἡ ἀνδρεία, ἄνω μὲν ἀπὸ θρασύτητος, κάτω δὲ ἀπὸ δειλίας.

* Ἡ δικαιοσύνη, ἄνω μὲν ἀπὸ μειονεξίας, κάτω δὲ ἀπὸ πλεονεξίας.


Καὶ οἱ 4 ἀρετὲς εἶναι εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου, ἐνὼ τὰ 8 πάθη τοῦ γήϊνου.





Τὶ κοινωνήσει λύκος ἀμνώ; Οὔτως ἁμαρτωλός πρὸς εὐσεβή.


 Ὅπως ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς κακοὺς συνήθως βλάπτει αὐτοὺς ποὺ τοὺς συνανα-στρέφονται ἔτσι καὶ ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς ἐναρέτους ὀφελεῖ πολὺ ἐκείνους ποὺ τοὺς συναναστρέφονται. [ΕΠΕ Εργα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τομ. 2 σελ. 114]

 Ὅπως οἱ καλοὶ συνηθίζουν νὰ συμβουλεύουν τοὺς ἄλλους αὐτὰ μὲ τὰ ὁποία οἱ ἴδιοι ἔγιναν καλοί, ἔτσι καὶ οἱ κακοὶ συνηθίζουν νὰ συνιστοῦν στοὺς ἄλλους αὐτὰ μὲ τὰ ὁποία ἔγιναν κακοί. [ΕΠΕ Εργα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τομ. 8Α σελ. 372]

 Ἂν ἀποφεύγεις τοὺς πονηρούς, ἐπιδιώκεις δὲ τὴν συντροφιὰ τῶν καλῶν, θὰ αὐξηθοῦν καὶ ἀπὸ τὶς δυὸ πλευρὲς οἱ ὠφέλεῖες τῆς ἀρετῆς καὶ θὰ ἐξαφανιστοῦν οἱ βλάβες τῆς κακίας. [ΕΠΕ Εργα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τομ. 5 σελ. 198]

 «Εἰ δὲ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σε ἔξελε αὐτόν». Τίποτε δὲν εἶναι τόσο βλαβερό, ὅσο ἡ κακὴ συναναστροφή. Γιατί ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ τὰ κάνει ἡ ἀνάγκη, μπορεῖ νὰ τὰ κάνει πολλὲς φορὲς ἡ φιλία, εἴτε πρόκειται γιὰ ζημιὰ εἴτε γιὰ ὠφέλεια. Γι’ αὐτὸ μᾶς προστάζει μὲ πολλὴ αὐστηρότητα ὁ Κύριος, νὰ ἀποκόβουμε αὐτοὺς πού μας βλάπτουν, ὑπονοώντας αὐτοὺς ποὺ φέρνουν τὰ σκάνδαλα. [ΕΠΕ Εργα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τομ. 11 σελ. 370]

Ἀπὸ ποὺ νομίζεις ὅτι γίνονται θαυμαστοὶ καὶ δοξασμένοι μερικοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποῦ κατέλαβαν τὶς ἐρημιές; Δὲν γίνονται ἐπειδὴ φεύγουν τοὺς θορύβους καὶ τὶς ἀγορὲς καὶ κατασκηνώνουν μακριὰ ἀπὸ τὸν καπνὸ καὶ τὴν ζάλη τῶν βιοτικῶν πραγμάτων; Αὐτοὺς καὶ σὺ νὰ μιμηθεῖς, ἐπιδιώκοντας μέσα στὴν πόλη νὰ βρεῖς τὴν ἐρημιὰ καὶ τὴν ἡσυχία. Καὶ πῶς θὰ κατορθωθεῖ αὐτό; Ἂν ἀποφεύγεις τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους καὶ ἐπιδιώκεις τὴν συντροφιὰ τῶν καλῶν καὶ ἐναρέτων. [ΕΠΕ Εργα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τομ. 5 σελ. 198]

Φίλος ἀνόητος καὶ ἀπερίσκεπτος εἶναι πηγὴ ζημίας· δροσερὰ δὲ καὶ γλυκιὰ πηγὴ συναναστροφὴ μὲ συνετούς. Τὸ νὰ κάνεις συντροφιὰ μὲ ἀσύνετους εἶναι θλῖψις τῆς καρδίας σου. Εἶναι προτιμότερο νὰ κατοικήσεις μὲ θηρία, παρὰ μὲ ἀνθρώπους μὲ κακὴ συμπεριφορά. Νὰ κάθεσαι μὲ γύπες, παρὰ μὲ ἀχόρταγο καὶ πλεονέκτη. Προτιμότερο νὰ συνομιλεῖς μὲ χοῖρον παρὰ μὲ ἄνθρωπο κοιλιόδουλο· διότι εἶναι καλύτερη ἡ γοῦρνα τῶν χοίρων, παρὰ στόμα λαίμαργον καὶ ἀχόρταγον προτιμότερο νὰ κάθεσαι μὲ λεπροὺς παρὰ μὲ ὑπερήφανους. [Αββά Ισαάκ Ευεργετινός τομ. Α σελ. 336-337]

Νὰ προσπαθεῖς νὰ μὴ συναναστρέφεσαι μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἀργίαν καὶ δὲν ἐπιθυμοῦν νὰ ἐπιδίδωνται εἰς τὴν ἀσκητικὴν ἡσυχίαν. Νὰ ἀποφεύγεις αὐτοὺς ποὺ ἀγαποῦν τὰ συμπόσια καὶ λέγουν· ἐγὼ θὰ σοῦ κάνω σήμερα τὸ τραπέζι καὶ σὺ θὰ μοῦ τὸ κάνεις αὔριον. Διότι ἐὰν συμφωνήσεις μὲ αὐτά, δὲν θὰ σοῦ μείνει καιρὸς νὰ ζήσεις τὸν βίον τῆς ἀρετῆς. Ἀλλὰ ἡ ψυχή σου θὰ γίνει κατοικητήριον τῶν παθῶν· νὰ μιμῆσαι αὐτοὺς ποὺ εἶναι θερμοὶ στὰ πνευματικά, καὶ βαδίζουν τὴν στενὴν καὶ στενόχωρον ὁδὸν διὰ νὰ φθάσεις εἰς τὴν αἰώνιον ζωήν. [Αγ.Εφραίμ Ευεργετινός τομ. Α σελ. 331]


Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν

καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ


 Μὴ γίνεσθε ἐτεροζυγοῦντες ἀπίστοις, τὶς γὰρ μετοχὴ δικαιοσύνη καὶ ἀνομία;


* Μὲ τοὺς ἀντιφρονοῦντες θὰ διαλεγόμαστε μὲ μεγάλη ἐπιείκεια, καλοσύνη καὶ μακροθυ-μία ἀλλὰ καὶ μὲ σταθερότητα, γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ τοὺς ἁπαλάξουμε ἀπὸ τὴν πλάνη. [Έργα Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τομ. 30 σελ. 420]

* Δὲν πολεμῶ μὲ ὑλικὰ ὄπλα, ἀλλὰ καταδιώκω μὲ τὸν λόγο, ὄχι τὸν αἱρετικό, ἀλλὰ τὴν αἵρεση· δὲν ἀποστρέφομαι τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ μισῶ τὴν πλάνη καὶ θέλω νὰ τὸν ἀπο-σπάσω ἀπὸ αὐτήν. [Έργα Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τομ. 37 σελ. 296]

* Ὅταν χρειάζεται νὰ εὐεργετεῖς, ὁ κάθε ἄνθρωπος ἂς εἶναι πλησίον σου· ὅταν ὅμως κρίνεται ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, γνώριζε καλὰ καὶ ξεχώρισε τὸν δικό σου ἀπὸ τὸν ξένο. [Έργα Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τομ. 7 σελ. 400]

* Καὶ ἂν ἀκόμα ἔχεις ἀδελφὸ ἀπὸ τὸν ἴδιο πατέρα καὶ μήτερα, καὶ δὲν συμφωνήσει μαζί σου κατὰ τὸν τῆς ἀληθείας νόμον, ἂς εἶναι γιὰ σένα πιὸ βάρβαρος καὶ ἀπὸ τὸν Σκύθη. [Έργα Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ΕΠΕ τομ. 7 σελ. 400]

* «Πολλάκις ὑμᾶς ὑπέμνησα περὶ τῶν αἱρετικῶν καὶ τανὺν παρακαλῶ, τοῦ μὴ συγκατα-βήναι αὐτοὺς ἓν τινι πράγματι μὴ ἐν βρώμασιν, ἢ πόμασιν, ἢ φιλία, ἢ σχέσει, ἢ ἀγάπη, ἢ εἰρήνη. Ὁ γὰρ ἐν τούτοις ἀπατώμενος καὶ συγκαταβαίνων αὐτοῖς ἀλλότριον ἑαυτὸν καθίστησι καθολικῆς Ἐκκλησίας». [Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου]

* «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι οἱ Συνόδοι, πᾶσαι αἰ θείαι Γραφαί, φεύγειν τοὺς ἐτερόφρονας παραινούσι καὶ τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι». [Αγίου Μάρκου Ευγενικού]

* «Οἱ κοινωνοῦντες τοῖς ἀκοινωνήτοις, ἀκοινώνητοι εἰσι καὶ ἀπεσχισμένοι καὶ ἀποβε-βλημένοι ἀπὸ τὴν μερίδα τῶν ὀρθοδόξων». [Αγίου Δωσίθεου Ιεροσολύμων]

* Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνει τίνας Χριστιανὸς εὐλογίαν ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἐπειδὴ αὐταὶ δὲν εἶναι εὐλογίαι ἀλλὰ μᾶλλον ἀλογίαι. [32ος Κανών της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου]

* Δὲν πρέπει νὰ λαμβάνει τινὰς Χριστιανὸς ὀρθόδοξος τὰ δῶρα ὅπου στέλλουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ Ἰουδαῖοι & αἱρετικοί, ὅταν ἔχουν τᾶς ἐορτᾶς τῶν, οὐδὲ νὰ συνεορτάζουν ὅλως αὐτοίς. [37ος Κανών της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου]

* Ἐὰν οἱ γονεῖς, ἄπιστοι ὄντες ἢ αἱρετικοί, παρακινοῦν τὰ τέκνα τῶν εἰς ἀπιστίαν καὶ αἵρεσιν, ἢ καὶ πιστοὶ ὄντες, ἐμποδίζουν αὐτὰ ἀπὸ τὴν κατὰ Χριστὸν ζωὴν καὶ ἀρετήν, καὶ παρακινοῦν αὐτὰ εἰς ψυχοβλαβὴ καὶ ἄτοπα, τότε πρέπει νὰ προτιμώσι καλύτερα τὴν θεοσέβειαν καὶ ἀρετὴν ἀπὸ τοὺς σαρκικοὺς γονεῖς, ταυτὸν εἰπείν, τότε πρέπει νὰ φεύγουν χωρὶς μῖσος ἀπὸ αὐτοὺς καὶ νὰ ἀναχωροῦν. [16ος Κανών της εν Γάγγρα Τοπικής Συνόδου]

* Μέγα ἁμάρτημα λογιάζει ὁ 65ος Κανὼν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων τὸ νὰ ἐμβεῖ τίνας Χριστιανὸς μέσα εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν, διὰ νὰ προσευχηθεῖ. Διορίζει τὸν μὲν κληρικὸν ὡς μεγάλως ἁμαρτήσας, νὰ καθαιρῆται, ὁ δὲ λαϊκὸς ἂς ἀφορίζεται. [65ος Κανών των Αγίων Αποστόλων]


Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε,

ἵνα μὴ εἰσέλθετε εἰς πειρασμόν


Προσευχή, ὡς πρὸς τὴν ποιοτητὰ τῆς εἶναι συνουσία καὶ ἕνωσις τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεόν.

Προσευχὴ ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειά της εἶναι σύστασις καὶ διατήρησις τοῦ κόσμου, συμφιλίωσις μὲ τὸν Θεόν, μητέρα τῶν δακρύων, καθὼς ἐπίσης καὶ θυγατέρα, συγχώρησις τῶν ἁμαρτημάτων, γέφυρα ποὺ σῴζει ἀπὸ τοὺς πειρασμούς, τεῖχος πού μας προστατεύει ἀπὸ τὶς θλίψεις, συντριβὴ τῶν πολέμων, ἔργο τῶν Ἀγγέλων, τροφὴ ὅλων τῶν ἀσωμάτων, ἡ μελλοντικὴ εὐφροσύνη, ἐργασία ποὺ δὲν τελειώνει, πηγὴ τῶν ἀρετῶν, πρόξενος τῶν χαρισμάτων, ἀφανὴς πρόοδος, τροφὴ τῆς ψυχῆς, φωτισμὸς τοῦ νοῦ, πέλεκις ποὺ χτυπᾷ τὴν ἀπόγνωση, ἀπόδειξις τῆς ἐλπίδος, διάλυσις τῆς λύπης, πλοῦτος τῶν μοναχῶν, θησαυρὸς τῶν ἡσυχαστῶν, μείωσις τοῦ θυμοῦ, καθρέπτης τῆς πνευματικῆς προόδου, φανέρωσις τῶν μέτρων, δήλωσις πνευματικῆς καταστάσεως, ἀποκάλυψις τῶν μελλοντικῶν πραγμάτων, σημάδι τῆς πνευματικῆς δόξης ποὺ ἔχει κανείς. Ἡ προσευχὴ εἶναι γιὰ αὐτὸν ποὺ προσεύχεται πραγματικά, δικαστήριο & κριτήριο καὶ βῆμα τοῦ Κυρίου, πρὶν ἀπὸ τὸ μελλοντικὸ βῆμα. [Κλίμαξ Αγ.Ιωάννου του Σιναϊτου σελ. 355]

Τὸ νὰ μὴν προσεύχεται κανεὶς εἰς τὸν Θεόν, εἶναι ζημίαν του μεγάλη, ἐπειδὴ μένει ὑστερημένη ἡ ψυχή του ἀπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ Θεοῦ, τὴν θείαν δύναμιν καὶ τὴν ἄνεσιν ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῶν δαιμόνων, καὶ ἐνεργοῦν πλέον εἰς αὐτὴν οἱ δαίμονες κάθε ἀσέλγεια καὶ ἀκαθαρσία καὶ πονηρὶα καὶ ἀδικία, καὶ κενοδοξία καὶ ὑπερηφάνεια καὶ οἴηση. [Αγ.Συμεών του Νέου Θεολόγου τα ευρισκόμενα σελ. 58]

Ὅσα λέμε ἢ κάνουμε ἐκτὸς προσευχῆς, ἀργότερα ἀποδεικνύονται ἢ λανθασμένα ἢ ἐπιβλαβῆ, καὶ ἐμᾶς μᾶς παρουσιάζουν ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ πράγματα ὅτι ἔχουμε ἄγνοια. [Φιλοκαλία Αγ.Μάρκου του Ερημήτου σελ. 65]

Προσευχὴ ἀδιατάρακτος ἀπὸ ἀσκόπους περιπλανήσεις τοῦ νοῦ, εἶναι ἀπόδειξις φιλοθεΐας, ἀντιθέτως ἀμέλεια καὶ ἄσκοπος περιπλάνησις εἰς ἐπιγείους σκέψεις εἶναι ἀπόδειξις φιληδονίας. [Αγ.Μάρκου Ερημήτου Ευεργετινός τόμος Δ σελ. 230]

Εἶναι τῶν ἀδυνάτων ἀδύνατον, ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος προσεύχεται μὲ τὴν πρέπουσαν προθυμίαν νὰ ἁμαρτήσει ποτέ. [Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου Εκλογαί &Απανθίσματα σελ. 37]

 Θέλεις νὰ μάθεις πόσον μεγάλη εἶναι ἡ δύναμις τῆς προσευχῆς, ἡ ὁποία γίνεται εἷς τὴν Ἐκκλησίαν; Ἦτο κάποτε δεμένος ὁ Πέτρος μὲ πολλᾶς ἁλύσεις εἷς ὄλον τὸ σῶμα του. «Προσευχὴ δὲ ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ» (Πράξ. 12,5), καὶ ἀμέσως ἡ προσευχὴ τοῦ ἐκκλησιάσματος τὸν ἔσωσεν ἀπὸ τὴν φυλακήν. Ποιὸ πρᾶγμα λοιπὸν μπορεῖ νὰ γίνει δυνατότερον ἀπὸ τὴν προσευχήν, ἡ ὁποία ὠφέλησε τὸν στῦλον καὶ πύργον τῆς Ἐκκλησίας; [Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου Εκλογαί & Απανθίσματα σελ. 43]

Διὰ τοῦτο παρευρίσκονται οἱ Ἱερεῖς, ἵνα οἱ προσευχαὶ τοῦ πλήθους, αἱ ὁποίαι εἶναι ἀσθενέστεραι, στηριζόμεναι εἰς τὰς ἰσχυροτέρας προσευχὰς τῶν Ἱερέων, ἀναβοῦν μαζὶ μὲ αὐτὰς εἰς τὸν οὐρανόν. [Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου Εκλογαί & Απανθίσματα σελ. 44]

Διότι ἂν ἀπολαύσεις πνευματικᾶς προσευχᾶς, ἂν λάβεις μέρος εἰς τὴν κοινὴν προσευχήν, ἂν ἑλκύσεις κοντά σου τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἂν ἐνδυθεῖς τὰ ὄπλα τὰ δικά του καὶ ἔτσι ἐξέλθεις, οὔτε αὐτὸς ὁ διάβολος δὲν θὰ μπορέσει νὰ σὲ ἀντιμετωπίσει εἰς τὸ ἑξῆς, οὔτε καὶ ἄνθρωποι πονηροί, οἱ ὁποῖοι θὰ προσπᾳθήσουν νὰ σὲ ἀπειλήσουν καὶ νὰ σὲ συκοφαντήσουν. Ἂν ὅμως ἀπὸ τὴν οἰκίαν σου ἔλθεις εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ εὑρεθεῖς γυμνὸς ἀπὸ τὰ ὄπλα αὐτά, τότε εὔκολα θὰ νικηθεῖς ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι σὲ ἀπειλοῦν. [Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου Εκλογαί & Απανθίσματα σελ. 40]


Αἰτῆτε καὶ οὐ λαμβάνετε, διότι κακῶς αἰτῆσθε...


Εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν Θεὸν νὰ μὴν ἀκούει τὸν ἄνθρωπον, ἐφ’ ὅσον ὁ ἄνθρωπος προηγουμένως ἀκούσει τὸν Θεόν. Ὁ Θεὸς δὲν εὑρίσκεται μακρὰν τοῦ ἀνθρώπου, τὰ προσωπικά μας ὅμως θελήματα, τὰ μὴ κατὰ Θεόν, δὲν ἀφήνουν νὰ γίνει εὐπρόσδεκτος ἡ πρόσευχή μας ἀπὸ τὸν Θεόν. [Αγ.Ησαϊου Ευεργετινός τόμος Δ σελ. 270]

Στὴν προσευχή σου μὴν ζητήσεις πλοῦτο, οὔτε ὑγεία ἢ ὑπεράσπιση γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν ἐχθρῶν, οὔτε δόξα ἀνθρώπινη, ἀλλὰ μονάχα ὅσα συντελοῦν στὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς. [Αγ.Νείλου Φιλοκαλία ΕΠΕ τόμος 15Ε σελ. 145]

Τί ὑπῆρξε δικαιότερον ἀπὸ τὸν Παῦλον; Ἀλλὰ ἐπειδὴ ζήτησε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤσαν συμφέρο-ντα, δὲν εἰσηκούσθει. «Ὑπὲρ τούτου τρὶς παρακάλεσα τὸν Κύριον, (λέγει ὁ ἴδιος) καὶ εἶπε μοι· Ἀρκεῖ σοὶ ἡ Χάρις μου» (Β-Κορ.12,8-9).

[Εκλογαί & Απανθίσματα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου σελ. 34] Πρέπει νὰ ζητᾷς πάντα ἐκεῖνα ὅπου εἶναι ἀρεστὰ εἰς τὸν Θεὸν· εἰ δὲ καὶ ἀμφιβάλεις ἂν κανένα ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶναι ἀρεστὸν εἰς αὐτόν, θὰ τὸ ζητήσεις μὲ γνώμην πὼς τὸ θέλεις, ἂν θέλει καὶ ὁ Θεὸς νὰ τὸ ἔχεις. Ἐκεῖνα δὲ ὅπου ξέρεις ὅτι εἶναι ἀρεστὰ εἰς αὐτὸν νὰ τὰ ζητήσεις περισσότερον διὰ νὰ τὸν εὐχαριστή-σεῖς καὶ διὰ νὰ δουλέυσεις μόνον Αὐτὸν καὶ ὄχι γιὰ κανένα ἄλλο τέλος ἢ σκοπόν. [Αόρατος Πόλεμος Αγ.Νικοδήμου σελ. 182]

Πρέπει νὰ πλησιάζεις στὴν προσευχὴ μὲ γνώμη διὰ νὰ θέλεις μόνον τὸ Θεῖον Του θέλημα καὶ ὄχι τὸ δικό σου· τόσον εἰς τὸ νὰ ζητεῖς, ὅσο καὶ εἰς τὸ νὰ λαμβάνεις ὅτι ζητεῖς· δηλαδὴ νὰ κινῆσαι εἰς τὸ νὰ προσεύχεσαι, διατὶ ὁ Θεὸς τὸ θέλειι καὶ νὰ ἐπιθυμεῖς νὰ σὲ ἀκούσει καθὼς καὶ ἐκεῖνος αὐτὸ θέλει. Ἐν συντομίᾳ ἡ γνώμη σου νὰ εἶναι τὸ νὰ ἑνώνεις τὴν θέλησίν σου μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι νὰ τρα-βήξεις εἰς τὴν δικήν σου θέλησιν τὴν θέλησιν τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ διατί; Ἐπειδὴ μὲ τὸ νὰ εἶναι ἡ θέλησίς σου μολυσμένη ἀπὸ τὴν φιλαυτίαν πολλάκις σφάλει καὶ δὲν ἠξεύρει ἐκεῖνο ὅπου ζητεῖ· ἀλλὰ ἡ θέλησις τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντοτε ἑνωμένη μὲ ἀνέκφραστον ἀγαθότητα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σφάλει ποτέ. [Αόρατος Πόλεμος Αγ.Νικοδήμου σελ. 182]

Κάνει χρεία νὰ ἀκολουθεῖς τὴν προσευχὴ παντοτινὰ καὶ καρτερικά. Διατὶ ἡ ταπεινὴ καρτερία νικᾷ τὸν ἀνίκητον Θεὸν καὶ τὸν τραβὰ εἰς ἔλεος. Καὶ ἂν ὁ κριτὴς τῆς ἀδικίας ἔκκλινεν εἰς τὰ ζητήματα τῆς χήρας, πῶς δὲν θέλει κλίνει εἰς τᾶς παρακλήσεις μας ὁ Θεός, ὅπου εἶναι τὸ πλήρωμα πάντων τῶν ἀγαθῶν; Ὅθεν ἐὰν κατὰ τὴν, ἤθελε βραδύνει ὁ Θεὸς νὰ σὲ εἰσακούσει· καὶ μάλιστα ἐάν σου δείξει ἐνάντια σημάδια πὼς δὲν σὲ εἰσακούει· σύ, πάλιν ἀκολούθει προσευχόμενος, κρατῶν στερεὰν καὶ ζωντανὴν τὴν ἐλπίδα τῆς βοήθειάς Του. [Αόρατος Πόλεμος Αγ.Νικοδήμου σελ. 185]

 Ἐὰν ἡ ἔλειψις καὶ ἡ αἰτία (ὅπου δὲν λαμβάνεις) δὲν εἶναι ἐκ μέρους σου, ἂς εἶσαι βέβαιος καὶ ἀσφαλὴς πὼς θέλεις λάβει ὄλον ἐκεῖνο ὅπου ζητήσεις· εἰ δὲ καὶ δὲν τὸ λάβεις τυχόν, διατὶ δὲν εἶναι συμφέρον σου, ἤξευρε ὅτι καὶ τότε καὶ πάλιν ἔλαβες, καὶ ἴσως περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο ὅπου ἐζήτεις, καθότι ἐκ τῆς ἀποτυχίας ταύτης ἔχεις νὰ λάβεις περισσοτέραν ὠφέλειαν. [Αόρατος Πόλεμος Αγ.Νικοδήμου σελ. 185]

 Ἡ πραγματοποίησις τῆς προσευχῆς 1ον μὲν ἐξαρτᾶται ἔκ του ἐὰν εἴμεθα ἄξιοι νὰ λάβωμεν ὅτι ζητοῦμεν, 2ον ἐκ τοῦ ἐὰν προσευχώμεθα κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Θεοῦ , 3ον ἐκ τοῦ ἂν προσευχώμεθα συνεχῶς, 4ον ἐκ τοῦ ἂν δὲν ζητοῦμεν κάτι ὑλικόν, 5ον ἐκ τοῦ ἐὰν ζητοῦμεν τὰ πάντα παρὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ πάλιν ἐὰν ζητοῦμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι συμφέροντα δι’ ἠμᾶς. [Εκλογαί & Απανθίσματα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου σελ. 34]

Η ΑΛΗΘΗΣ & Η ΨΕΥΔΗΣ ΕΛΠΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

Εὐεργετινός Γ΄- σελ. 275


 Ὑπάρχει ἐλπὶς πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τῆς καρδιακῆς πίστεως, ἥτις ἀληθὴς ὑπάρχει, ὡς μετὰ διακρίσεως καὶ γνώσεως γενομένη· καὶ ὑπάρχει ἄλλη παρηλλαγμένη, ἐξ ἀσυνεσίας καὶ ὁκνηρίας ἐγγινομένη· ἥτις καὶ ψευδὴς ὑπάρχει. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποίος καθόλου δὲν φροντίζει διὰ τὰ φθαρτὰ πράγματα τοῦ κόσμου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἔχει ἀφιερεωθῆ ὁλόκληρος εἰς τὸν Θεόν, διαρκῶς δὲ νύκτα καὶ ἡμέραν προσπαθεῖ νὰ τὸν λατρεύῃ καὶ νὰ τὸν εὐαρεστῇ, διαθέτων πρὸς τοῦτο ὁλόκληρον τὴν φροντίδα καὶ ὅλον του τὸν χρόνον, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καλῶς καὶ μετὰ βαθείας γνώσεως καὶ συνέσεως ἐλπίζει εἰς τὸν Θεόν, ὅτι θὰ φροντίσῃ διὰ τὰς ὑλικάς του ἀνάγκας. Διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν εἶναι δίκαιον καὶ ὁ Θεὸς νὰ ἐπιδείξῃ πρὸς αὐτὸν ὅλην τὴν φιλόστοργον φροντίδα Του καὶ νὰ τοῦ χορηγήσῃ ἀκόπως τὰ πρὸς συντήρησιν, διότι εἶναι γνήσιός του ὑπηρέτης καὶ φυλάσει τὴν θείαν Του ἐντολὴν «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν» (Ματθ. ς΄, 33).

Εἰς αὐτὸν λοιπόν, ὁ ὁποίος τόσον προθύμως ἀφιερώθη ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὴν λατρείαν τοῦ Θεοῦ, ὅλος ὁ κόσμος τοῦ τὰ προσφέρει ἕτοιμα καὶ πειθαρχεῖ εἰς τὸ θέλημά του, καὶ ὡς δοῦλος ἐκτελεῖ τὰς ἐντολάς του, ὑπακούων ὡς πρὸς δεσπότην του. Εἶναι δὲ πρέπον ὁλόκληρος ἡ κτίσις νὰ ὑπηρετῇ αὐτόν, διὰ νὰ μὴ καθυστερήση ἀπὸ τὴν ἁγίαν του ἐνασχόλησιν, τὴν συνεχῆ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ παρουσίαν, τὴν διαρκῆ μετὰ τοῦ Θεοῦ ἐπικοινωνίαν καὶ ἀσυγκράτητον πρὸς Αὐτὸν ροπὴν. Ἀπασχολούμενος ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ τὴν χωρὶς διαλείματα ἁγίαν καὶ ὑψηλὴν αὐτὴν ἐπιμέλειαν, καὶ ἀπορροφώμενος ἐξ αὐτῆς τῆς θείας ἐνασχολήσεως, δὲν συγχωρεῖ εἰς τὸν ἑαυτὸν του νὰ φροντίζῃ διὰ τίποτε ἄλλο. Δι’αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον ἡ φύσις, ὡς θεραπαινίς τοῦ κοινοῦ τῶν ὅλων Δεσπότου, ἐκτελεῖ τὰ προστάγματά Του καὶ χορηγεῖ εἰς τὸν ἐκλεκτὸν Του δοῦλον ὅλα τὰ ἀπαραίτητα διὰ τὴν συντήρησιν, χωρὶς αὐτὸς νὰ κοπιάζῃ καὶ νὰ μεριμνᾶ. Ὁ Δεσπότης καὶ Κύριος τῶν ὅλων φροντίζει διὰ μέσου τῆς φύσεως δι’ὅλους τοὺς ἐκλεκτοῦς του δούλους, ὅπως τρέφει καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὑρανοῦ, χωρὶς αὐτὰ νὰ φροντίζουν καὶ νὰ κοπιάζουν. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ τοῦ ἀφιερωμένου εἰς τὸν Θεὸν, ὑπάρχει καὶ ὁ ἀντίθετος. Εἶναι ἐκείνος, ποῦ εἶναι ἀκόμη δεμένος μὲ τὴν γῆν καὶ ἡ σκέψις του εἶναι αἰχμαλωτισμένη ἀπὸ τὴν προσπάθεια τῶν γηΐνων ἔργων καὶ φροντίδων· ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐξακολουθεῖ να τρέφεται, ὅπως ὁ ὄφις, μέ τὸ χώμα, δηλ. ἱκανοποιεῖ τὴν διάνοιάν του μὲ ταπεινάς καὶ χαμαιζήλους σκέψεις.

 Ἡ καρδία του πλανάται ἀσκόπως εἰς ἀπραγματοποιήτους ἐπιθυμίας, αἱ ὁποίαι καὶ τῶν αἰχμαλωτίζουν, καὶ ὁ ἴδιος ρέπει εὐκόλως εἰς ἄσκοπον καὶ ἐνοχλητικὴν φλυαρίαν. Εὑρίσκεται συνήθως ξαπλωμένος ἀπὸ ὀκνηρίαν καὶ τεντώνων τοὺς πόδας του λέγει· «Πιστεύω ὅτι ὁ Θεὸς θὰ μοῦ χορηγήσῃ τὰ ἀπαραίτητα». Αὐτὴ ἡ ἐλπὶς εἶναι ψευδὴς, διότι γεννᾶται εἰς ἄνθρωπον στερούμενον πνευματικότητος, ἀργόσχολον καὶ ὀκνηρὸν. Δι’αὐτὸ καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς θὰ ἀκούσῃ ἀπὸ τὸν Θεὸν αὐτὰ ποὺ ὁ Θεὸς πληροφορεῖ διὰ τοῦ Προφήτου Ἡσαΐου : «Ἐγγίζει μοι ὁ λαὸς οὗτος ἐν τῶ στόματι αὐτοῦ, καὶ ἐν τοῖς χείλεσιν αὐτῶν τιμώσι με, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ’ ἐμοῦ» (Ἡσ. κθ΄,13-14).

Καὶ ἀλλαχοῦ ὁ αὐτὸς λέγει· «Καὶ γνῶναι μου τὰς ὁδοὺς ἐπιθυ-μούσιν, ὡς λαὸς δικαιοσύνην πεποιηκώς, καὶ κρίσιν Θεοῦ αὐτοῦ μὴ ἐγκαταλελοιπώς», (Ἡσ. νη΄, 2). Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἀδελφόθεος Ἰάκωβος θὰ εἰπῇ πρὸς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν· «Σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἷς ἐστι· καλῶς ποιεῖς· καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίττουσιν» (Ἰάκ. β΄,19)· ἀλλ’ ἡ πίστις ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐκδηλωθῇ μὲ ἔργα· ἐὰν δὲ, δὲν ἐκδηλώνεται μὲ ἔργα, τότε ἡ πίστις αὐτὴ εἶναι νεκρά. «Ἡ πίστις ἀνευ τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰάκ. β΄, 20). Μὴ πλανάσαι, ἀπερίσκεπτε ἄνθρωπε, διότι πρέπει νὰ γνωρίζης τὰ ἑξῆς : Πρέπει νὰ προηγηθῆ ὁ κόπος καὶ ὁ ἱδρὼς διὰ τὸν Θεόν, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τῶν ἀρετῶν, καὶ μετὰ νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ γνήσια καὶ ἀληθὴς πρὸς τὸν Θεὸν ἐλπὶς.

Καὶ σὺ λοιπὸν, ἐὰν πράγματι πιστεύῃς, ὅτι ὁ Θεὸς φροντίζει διὰ τὰ πλάσματά Του καὶ εἶναι δυνατὸς εἰς ὅλα, πρέπει νὰ ἐμφανίσῃς ἐργασίαν πρὸς τὸν Θεὸν, ποὺ νὰ ἀρμόζῃ εἰς τὴν πίστιν αὐτήν. Τότε δέ, ἐφ ὅσον θὰ ἐργάζεσαι διὰ τὸν Θεὸν, θὰ ἔχῃς τὴν μοναδικὴν εὐκαιρίαν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ ἀκούῃ εὐχαρίστως τὰ αἰτήματὰ σου καὶ χωρίς σὺ νὰ κοπιάζῃς, νὰ σοῦ χορηγῇ ὅσα ἔχεις ἀνάγκην· ἐκτὸς δὲ τῆς φροντίδος αὐτῆς θὰ σὲ προφυλάσει ὁ Θεὸς ἀπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους, τὰς ζημίας καὶ τὰς θλίψεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκειται ὁ ἄνθρωπος.


ΔΙΑ ΠΟΙΑΝ ΑΙΤΙΑ

ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ ΕΧΟΥΝ ΘΛΙΨΕΙΣ ΕΙΣ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ

ΚΑΙ ΟΙ ΑΜΑΡΤΑΝΟΝΤΕΣ ΑΝΕΣΙΝ

[Βλέπε περισσότερα Ἁμαρτωλῶν Σωτηρία σελ. 101-104]


Μὴ θαυμάζεις εἰς τοῦτο ὦ ἄνθρωπε, να ζηλεύεις εἰς τὸ πονηρόν, καὶ να προκρίνεις τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν μερίδα, νομίζοντας τάχα ὅτι, πὼς νὰ εἶναι καλότυχοι, τοὺς ἀγάπα ὁ κόσμος, καὶ τοὺς δίδει πλοῦτον καὶ μακαριότητα πρόσκαιρον.

 Ὁ Θεὸς δεν δίδει τὰς θλίψεις τοῖς ἀνόμοις ἔδω, διὰ να τοὺς κολάσει αἰώνια, καὶ παιδεύει τοὺς φίλους του, διὰ να τιμηθοὺν πλέον εἰς τὴν Οὐράνιον Βασιλείαν, να λάβουν ἀξιώτερον στέφανον. Τὰ βόδια ὅπου μελετοὺν να σφάξουν εἰς τὸ μακελλεῖον, ἀφήνουν νὰ βόσκουν ὅπου θέλουν, διὰ νὰ παχύνουν, ἀλλὰ τὰ καματερὰ ὅπου φυλάττουν διὰ τὴν δούλευσιν, κρατοῦν σιμὰ τοὺς καὶ βασανίζουν. Οὕτω καὶ ὁ Θεὸς ἀφήνει εἰς τὴν ζωὴν ταύτην, καὶ παχαίνουν οἱ ἄτυχοι καὶ μοχθηροὶ εἰς τάς ἡδονὰς τῆς σαρκὸς καὶ ἀπολαύσεις διατὶ εἶναι προωρισμένοι τῆς αἰωνίου κολάσεως· καὶ τοὺς δικαίους πειράζει καὶ βασανίζει, διὰ να τοὺς ἔχει πάντοτε εἰς τὸ παλάτιον αὐτοῦ τὸ οὐράνιον.

Τὰ κάρπιμα δένδρα, ὅπου δίδωσιν ὄφελος καὶ διάφορον, τὰ ῥαβδίζουν οἱ ἄνθρωποι κάθε χρόνο καὶ μαστιγώνουσι, καὶ τσακίζουσι τὰ κλωνάρια τοὺς, διὰ να τοὺς δώσουσι τὸν καρπόν, τὰ δὲ ἄκαρπα, ὅπου δὲν δίδουν κάποια ὠφέλειαν ἂν καὶ δὲν τὰ ῥαβδίζουν σὰν τὰ εὔκαρπα, ἀλλ’ ὅμως ἀφ’ οὗ τραφοὺν καὶ μεγαλώσουν, τὰ κόπτουν καὶ τὰ ξεριζώνουν παντελῶς, καὶ τὰ καίουν ὡς ἀνωφέλευτα· οὕτω καὶ οἱ ἐνάρετοι, ὅπου δίδουν ὤφελος μὲ τὰ ἔργα τοὺς, λαμβάνουν εἰς τὸν κόσμον θλίψεις καὶ μάστιγας· τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς δὲν παιδεύει ἔδω ὁ δίκαιος Κριτής, ἀλλὰ τοὺς φυλάττει να τοὺς καταναλύσει τελευταῖον εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.

 Ὅσον εἶχε ὁ ἄσωτος υἱὸς τὸν πατρικὸν πλοῦτον, ἐξόδευε, ἔτρωγε, ἔπινε, ἔκανε τὰ θελήματα τοῦ, καὶ δὲν ἤρχετό ποτε εἰς μετάνοιαν, ὅταν ὅμως τὸν ἔκαυσεν ὁ πάνσοφος ἰατρὸς μὲ τὸ πῦρ τῆς πενίας, τοῦ λιμοῦ, καὶ τῆς ἄλλης ταλαιπωρίας, ἄφησε τάς ἡδονάς τῆς σαρκός, καὶ ἔδραμεν εἰς τὸν πατρικὸν οἶκον σωφρονισμένος. Ὅσοι ἔχουν φῶς παραμικρὸν καὶ φόβον Θεοῦ, πιστεύουν, ὅτι ὅλον ἐκεῖνο που τοὺς συμβαίνει, ἔρχεται ἄνωθεν ἐκ Θεοῦ, καὶ ὅτι οἱ ἄνομοι δὲν θὰ εἴχαν εἷς τοὺς δικαίους καμμία ἐξουσία ἐὰν δὲν ἦτον Θεοῦ παραχώρησις, καθὼς εἶπεν ὁ Κύριος τῷ Πιλάτῳ «Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν ἐν ἐμοί, εἰμὴ ἢν σοὶ δεδομένον ἄνωθεν». Τοῦτο γινώσκωντες οἱ πιστοί, βιάζουν τοῦ λόγου τοὺς, νὰ νικήσουν τὸν πειρασμὸν μὲ τὴν Θείαν δύναμιν, καὶ δὲν παραπονούνται τοῦ μέσου, ὅπου τοὺς θλίβει, οὔτε κοιτάζουν τὸ ὄργανον ὅπου τοὺς δίδει τὴν ζημίαν.

Δὲν λέγουν τύχην ἣ ῥιζικόν, ἀλλὰ τὰ πάντα ὑποδέχονται εὐχαρίστως ἀπὸ χειρὸς Κυρίου πρὸς τὸ συμφέρον οἰκονομούμενα. Καθὼς καὶ ὁ μακάριος Ἰὼβ ὅταν ἔπαθε τόσας ζημίας, δὲν εἶπεν, αὐτὰ τὰ ἀγαθά μου τὰ ἔδωσαν οἱ γονεῖς, αὐτὰ τὰ τέκνα τὰ ἐγέννησεν ἡ ὁμόζυγός μου, καὶ οἱ κακοὶ ἄνθρωποι, τὸ πῦρ, ἡ ταραχὴ τῶν ἀνέμων, καὶ οἱ δαίμονες μὲ ὑστέρησαν, ἀλλὰ εἶπεν : «Ὁ Κύριός μου τὰ ἔδωσεν, ὁ Κύριός μου τὰ ἐπῆρε. Καθὼς ἐφάνη τοῦ Κυρίου οὕτως ἐγένετω. Εὐλογημένο νὰ εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ». Ὁμοίως καὶ ὅταν ἦτον ἀσθενημένος καὶ ὅλος πληγωμένος ἔλεγε : «Τὰ καλὰ ἐδέχθημεν ἐκ χειρὸς Κυρίου, καὶ τὰ κακὰ νὰ μὴν ὑπομείνωμεν»;







ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ

ΝΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΚΑΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝ

[Χρηστοήθεια των Χριστιανών Αγ.Νικοδήμου σελ. 27-31]


Οὐαὶ λέγει καὶ ἀλλοίμονον διὰ τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα (5,11-14) σὲ ἐκείνους ὅπου πίνουν τὸ κρασὶ μὲ τᾶς λύρας, τὰ ψαλτήρια, τὰ τύμπανα, καὶ τοὺς αὐλοὺς καὶ τὰς ἐντολᾶς τοῦ Κυρίου δὲν θέλουσι νὰ ἰδοῦν, οὐδὲ τὰ ἔργα Κυρίου θέλουν νὰ στοχασθοῦν.

Διὰ τοῦτο ὁ λαός μου θέλει σκλαβωθεῖ καὶ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς θέλουν ἀποθάνει ἀπὸ τὴν πεῖναν καὶ τὴν δίψαν, διότι δὲν γνωρίζουν οὐδὲ φοβοῦνται τὸν Κύριον καὶ ὁ ᾅδης ἄνοιξε καὶ πλάτυνε τὸ στόμα τοῦ διὰ νὰ τοὺς δεχθεῖ. Οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια ἔχουν προκαλέσει αἱματοχυσίες καὶ φόνους· καὶ φόνους ὄχι ἁπλῶν ἀνθρώπων ἀλλὰ ἀνθρώπων προφητικῶν καὶ προδρομικῶν καὶ τούτου ἡ ἀπόδειξις εἶναι πολὺ εὔκολος· διότι ὅποιος ἀνοίξει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον καὶ ἀναγνώσει τὸ 14ο κέφ.

 βλέπει ἐκεῖ, ὅτι διὰ νὰ χορεύσει ἡ ἄσεμνος θυγάτηρ τῆς μοιχαλίδος Ἡρῳδιάδος ἔμπροσθεν τοῦ Ἡρῴδου καὶ νὰ ἀρέσει εἰς αὐτὸν μὲ τὸ χόρευμά της, ἐκατέπεισε τὸν Ἡρῴδην νὰ στείλει νὰ ἀποκεφαλίσει εἰς τὴν φυλακὴν τὸν μείζονα τὸν Προφητῶν ἁπάντων καὶ θεῖον Πρόδομον Ἰωάννην καὶ νὰ δώσει εἰς αὐτὴν ὡς μισθὸν καὶ πληρωμὴν τοῦ χοροῦ, ἐκείνην τὴν ἱερὰν καὶ πάντιμον καὶ προφητικὴν κεφαλήν, τὴν ὁποία ἐσέβοντο καὶ ἐπροσκυνοῦσαν εἰς τὴν ἔρημον τὰ ἄγρια θηρία καὶ οἱ λέοντες.

 Ἀπὸ αὐτὰ γεννῶνται οἱ στολισμοὶ τοῦ σώματος καὶ οἱ καλωπισμοί, διότι ἐκεῖνοι ποὺ ὑπάγουν διὰ νὰ χορεύσουν καὶ νὰ τραγουδήσουν εἴτε ἄνδρες εἶναι εἴτε γυναῖκες πρώτον στολίζουν, καὶ καλλωπίζουν τὸ σῶμα μὲ λαμπρὰ ἱμάτια καὶ στολίδια καὶ τότε ἀπέρχονται. Ἀπὸ αὐτὰ γεννῶνται τὰ βαστάσματα τῶν μόσχων καὶ ἄλλων μυριστικῶν· ἀπὸ αὐτὰ γεννῶνται οἱ ἄτακτες καὶ ἄσεμνες θεωρίες τῶν ὀφθαλμῶν· ἀπὸ αὐτὰ προξενοῦνται τὰ πορνικὰ ἀκούσματα τῶν αὐτιῶν· ἀπὸ αὐτὰ γεννῶνται οἱ αἰσχρολογίες, οἱ χορατάδες καὶ τὰ ἄσεμνα γέλια καὶ σχήματα καὶ κινήματα. Ἀπὸ αὐτὰ γεννῶνται οἱ σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ ἐν τὴν καρδία οἱ γενόμεναι πορνεῖες καὶ μοιχεῖες.

Διότι ἂν ἐκεῖνος ὅπου κατὰ τύχην ἀπαντήση γυναῖκα καὶ ἐπιθυμήση τὸ κάλλος της, πορνεύει καὶ μοιχεύει εἰς τὴν καρδίαν του, πόσω μᾶλλον πορνεύουν καὶ μοιχεύουν ἐν τὴν καρδία τοὺς τόσον οἱ ἄνδρες ὅσον καὶ οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες ὅπου πηγαίνουν ἐπίτηδες εἰς τοὺς χορούς, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ βλέπουν τὰ κάλλη καὶ τὴν εὐμορφίαν τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν γυναικῶν; Καὶ μάλιστα οἱ ἄνδρες πιάνοντες τὶς γυναῖκες καὶ χορεύοντες μὲ αὐτὲς ἀνάπτουν περισσότερον τὴν σαρκικὴν ἐπιθυμίαν καὶ ἡδονήν, διὰ μέσου τῆς ἁφῆς καὶ τῶν χειρῶν. Ἡ ἁγία καὶ οἰκουμενικὴ 6η Σύνοδος εἰς τὸν 62ο κανόνα της, ἐμποδίζει νὰ χορεύουν δημοσίως οἱ γυναῖκες καὶ ὅποια χορεύσει νὰ ἀφορίζεται. Ἡ δὲ ἅγια καὶ οἰκουμενικὴ 7η Σύνοδος, παρομοίως μὲ τοῦ παιγνιδάτορας, ἀφορίζει καὶ ἐκείνους τοὺς χριστιανοὺς ὅπου καλοῦν τοὺς τοιούτους στὰ σπίτια τῶν καὶ παίζουν, ὁμοίως καὶ τοὺς χριστιανοὺς ὅπου μὲ πορνικὰ τραγούδια καὶ χοροὺς τρώγουν καὶ πίνουν καὶ δὲν ἀποδίδουν τὴν πρέπουσα εὐχαριστίαν εἰς τὸν Θεὸν ὅπου τοὺς δίδει τὴν τροφήν.

 Ἡ δὲ ἅγια τοπικὴ Σύνοδος ἡ ἐν Καρθαγενή, προστάζει εἰς τὸν 69ο κανόνα της νὰ μὴν γίνωνται χοροὶ καὶ παιγνίδια εἰς τᾶς ἐορτᾶς καὶ μνήμας τῶν Μαρτύρων, οὔτε μέσα εἰς τᾶς πολιτείας, οὔτε ἔξω ἀπὸ τοὺς ναοὺς τῶν Μαρτύρων, ὡσὰν ὅπου ταῦτα εἶναι ἑλληνικά. Οἱ χοροὶ καὶ τὰ τραγούδια εἶναι ἔργα καὶ πράξεις, ὄχι τῶν Χριστιανῶν τῶν μαθητῶν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τῶν τέκνων τοῦ φωτὸς καὶ τῶν κληρονόμων τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἀλλὰ ἔργα καὶ πράξεις τῶν Ἑλλήνων, τῶν Ἑβραίων, τῶν Ὀθωμανῶν, τῶν ἀπίστων καὶ ἐθνικῶν, οἵτινες εἶναι σκοτισμένοι ἀπὸ τὴν πλάνην τοῦ διαβόλου καὶ δὲν ξέρουν, οὔτε τί φρονοῦν οὔτε τί κάνουν.


Οὐαὶ οἱ γελῶντες νῦν,

ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε !


* Οἱ γέλωτες χαυνούσι τὸν δεσμὸν τῆς σωφροσύνης, ἄγουσιν εἰς ἠδυπάθειαν, ἀπωθούσι τὴν σεμνότητα, φέρουσιν ἐπιλησμοσύνην τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ καὶ ἀφοβίαν πρὸς τὴν μέλλουσαν ἀπειλούμενην κόλασιν.

* Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μὲν ζῷον γελαστικὸν ἀλλὰ καὶ λογικὸν καὶ ἠθικόν, ἀδυνατεῖ μὲν νὰ ἀντιστεῖ προκα-λούμενος ἐκ τῶν γελοίων, ἀλλ’ ὀφείλει ὡς ὂν λογικὸν καὶ ἠθικὸν οὐδέποτε νὰ προκαλεῖ ἢ νὰ ἐπιζητεῖ γέλωτες. [Αγ.Νεκταρίου, Γνώθι σ’αυτόν, σελ. 318]

* Ἐκδήλωνε τὴν διάθεση τῆς ψυχῆς σου μέχρι ἕνα χαρωπὸ χαμόγελο, ὄχι ἀπρεπές, ἀλλὰ ὅσο νὰ δείξεις μόνο αὐτὸ ποὺ ἔχει γραφτεῖ «Καρδίας εὐφραινομένης πρόσωπον θάλλει». [Μεγ.Βασιλείου, Φιλοκαλία ΕΠΕ τομ. 15Ε σελ. 449]

* Δὲν πρέπει νὰ ἀγαπᾷς τὸ γέλιο. Καὶ ὅταν κάποιος εὐχαριστηθεῖ μὲ τὸ πολὺ γέλιο, μπορεῖ νὰ πάθει καὶ ἰσχυρὴ μεταβολή. [ΕΠΕ Εργα Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τομ, 24 σελ. 580]

* Δὲν εἶναι κακὸ τὸ γέλιο, ἀλλὰ κακὸ εἶναι τὸ ὑπερβολικὸ καὶ τὸ ἄκαιρο γέλιο. Τὸ γέλιο ὑπάρχει μέσα στὴν ψυχή μας, γιὰ νὰ χαλαρώνει πότε πότε ἡ ψυχή, ὄχι νὰ διασκορπίζεται. [Αγ.Ιωάνου Χρυσοστόμου, Φιλοκαλία ΕΠΕ τομ. 15Ε σελ. 451]

* Πῶς μπορεῖς νὰ πεῖς ὅτι δὲν ἐναντιώνονται στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τὰ γέλοια καὶ οἱ χορατάδες, εἰς καιρὸν ὅπου ὁ Κύριος καὶ μὲ τὸ παραδειγμά του σὲ ἐδίδαξε πῶς αὐτὰ εἶναι μισητὰ εἰς αὐτόν; Διότι γενόμενος ἄνθρωπος, ποτὲ δὲν ἐγέλασεν σὲ ὅλην του τὴν ζωὴν ἀλλὰ μάλιστα ἔκλαυσεν 4 φορὲς· καὶ διατὶ μὲ τὸν λόγον τοῦ ἐξεφώνησε κατάρας καὶ οὐαὶ καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους ὅπου γελοῦν. [Αγ.Νικοδήμου, Πνευματικά Γυμνάσματα σελ. 96]

* Οἱ χορατάδες & εὐτραπελίες εἶναι μία διάλυσις τῆς ἑνώσεως καὶ προσευχῆς τοῦ νόος, αὐτὰ εἶναι μία περιτροπὴ τῆς σταθερότητος τῶν λογισμῶν καὶ ἕνας κρημνισμὸς καὶ καταβιβασμός, ἐκ τοῦ ἀνωτέρου καὶ ἀπαθοῦς καὶ ἡγεμονικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς εἰς τὸ κατώτατον μέρος καὶ ἐμπαθὲς καὶ ὑπόδουλον, αὐτὰ κάνουν τὴν ψυχὴν μαλακὴν ρᾴθυμον καὶ ὀκνηράν, αὐτὰ γεννώσιν ὕβρεις, αἰσχρολογίας, βλάβας ψυχικᾶς, γέλωτας καὶ καγχασμοὺς καὶ τελευταῖον καταντοῦν εἰς τὴν πορνείαν. [Αγ.Νικοδήμου, Χρηστοήθεια των Χριστιανών σελ.126]

* Τὸ μὲν γελαστικὸν τοῦτο τὸ ἠχητικόν, ἂς ἀποδιώκωμεν, ὡς τοῦ αἰωνίου κλαθμοῦ πρόξενον, τὸ δὲ κλαυστικόν, ἂς ἐναγκαλιζόμεθα, ὡς τοῦ μακαρίου καὶ αἰωνίου γέλωτος αἴτιον. [Αγ.Νικοδήμου, Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον σελ. 110]


Στενὴ καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς

ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν

[Αμαρτωλών Σωτηρία σελ. 96-98]


 * Ἐπειδὴ κανεὶς δεν εἶναι ὅπου να μὴν ἔχει θλῖψιν, ἂς κάνει τρόπον πᾶς ἕνας, να τὴν ὑπομένει μετὰ χαρὰς· ὅτι δεν εἶναι ἄλλη ὁδὸς ὠφελιμωτέρα εἰς ψυχικὴν σωτηρίαν, ὡς τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην τῶν θλίψεων, μὲ τὶς ὁποῖες μιμούμασθε καὶ ἀκολουθοῦμε τὸν τεθλιμμένον Χριστὸν καὶ Δεσπότην μας· ἐπειδὴ αὐτὸς ἐπροτίμησε ταύτην τὴν ὁδὸν διὰ λόγου τοῦ καὶ διὰ τοὺς ἀγαπημένους του, λέγων πρὸς ἡμάς, ὅτι δεν μποροῦμεν να εἴμαστε αὐτοῦ μαθηταί, ἐὰν δεν βαστοῦμε τὸν Σταυρόν, να τὸν ἀκολουθήσωμεν.

* Ἐπ’ ἀληθείας πρέπει να εὐχαριστοῦμεν ἐκείνους, ὅπου μας κακοποιοὺν καὶ ὀνειδίζουν μᾶλλον, ἣ ἐκείνους ὅπου μας κανοῦν καλὸν καὶ εὐεργετοῦν μας· ὅτι ὅσοι μας θλίβουν εἶναι αἰτία καὶ καθαρίζονται οἱ ψυχὲς μας καὶ λαμβάνομεν τῶν ἁμαρτημάτων συγχώρησιν· καὶ ὁ ἐλεήμων Θεὸς μας δείχνει μεγαλύτερον σημεῖον ἀγάπης, ὅταν μας στέλνει θλίψεις καὶ βάσανα παρὰ νὰ μᾶς δίδει ἀπόλαυσιν πρόσκαιρον καὶ πνευματικὴν παράκλησιν.

* Τοῦτο γινώσκοντες οἱ πιστοὶ Χριστιανοί, ποθοὺν τὰς θλίψεις καὶ ὅταν τοὺς ἔλθουν τάς ὑποδέχονται ὡς ἐκ χειρὸς Κυρίου ἀγαλλώμενοι καὶ ὅταν δεν ἔχουν θλῖψιν, λυποῦνται πολὺ καὶ πικραίνονται, νομίζοντες ὅτι τοὺς ἐγκατέλιψεν ὁ Θεός, καὶ βιάζονται αὐτοὶ να κολάσουν τὴν σάρκα μὲ νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ ἄλλα ὅμοια.

* Ὅσοι μισοῦν τὸν Σταυρόν, μποροὺν να παρομοιασθοὺν μὲ τοὺς δαίμονες, ὅπου τὸν βλέπουν καὶ φεύγουν. Πολλοὶ τρέμουν τὸν Σταυρὸν διατὶ θαρρούν, ὅτι δεν εἶναι ἄλλος Παράδεισος, εἰμὴ μόνο οὗτος ὁ φαινόμενος Κόσμος· καὶ διατὶ τὸν ποθούσι, ξετρέχουν ὅλα τοὺς τὰ θελήματα, πολιτευόμενοι ὡς ἄλογα ζῷα. Καὶ ὅταν τοὺς ἔλθει καμμία θλίψη παραπονιούνται καὶ βλασφημοὺν οἱ ἄφρονες καὶ πάσχουσι να φύγουν ἐκεῖνο ὅπου δεν δύνανται. Ἄλλοι δὲ μισοῦν τὸν Κόσμον καὶ ἐκ καρδίας ποθοὺν τὸν Σταυρόν, καὶ ὅταν ἔλθει δεν φεύγουν, ἀλλὰ μετὰ χαρὰς αὐτὸν ὑποδέχονται, λέγοντες μετὰ τοῦ Ἀποστόλου : Μὴ γένοιτο να καυχηθοῦμεν εἰς ἄλλο, εἰμὴ εἰς τὸν Σταυρὸν τοῦ Κυρίου μας.

* Ἐπ ἀληθείας ἔνας ὑψηλὸς βαθμὸς τελειότητος εἶναι, νὰ στέκει κανεὶς προσηλωμένος εἰς τὸν Σταυρὸν νὰ μὴν παραπονάται τοῦ Θεοῦ, ἣ τῶν ἀνθρώπων, ἥ του Σταυροῦ, πὼς εἶναι πολὺ βαρὺς ἀλλὰ νὰ ὑπομένει καρτερικὼς δι’ἀγάπην Θεοῦ, καὶ να ἐλέγχει μὲ σπλάγχνος ἐκείνους ὅπου δεν τὸν ὑπομένουν ἐνάρετα.


ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ

ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΜΕ

Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανών Ἁγ.Νικοδήμου σελ. 406-407


 Μὲ τὴν ἔπαρσιν τῆς δεξιᾶς χειρὸς εἰς τὸ μέτωπον σημαδεύομεν ὅτι ὁ Θεὸς ἦτον εἰς τοὺς οὐρανοὺς ὡς προάναρχος τοῦ Πατρὸς Λόγος μετὰ τοῦ ζωοποιοῦ Πνεύματος συνδοξαζόμενος.

Μὲ τὴν κατάβασιν τῆς χειρὸς εἰς τὴν κοιλίαν σημαδεύομεν, ὅτι διὰ τὴν σωτηρίαν ἡμῶν κατῆλθεν ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ ἐσαρκώθη εἰς τὴν κοιλίαν τῆς παρθένου καὶ ἔγινεν ἄνθρωπος.

Μὲ τὴν ἀνάβασιν τῆς χειρὸς εἰς τὸν δεξιὸν ὦμον καὶ μετάβασιν εἰς τὸν ἀριστερόν, σημαδεύομεν ὅτι ἐσταυρώθη καὶ ἀπέθανε διὰ τάς ἁμαρτίας ἡμῶν. Κατεβάζοντες τὴν χεῖρα εἰς τὴν γῆν κάτω, σημαίνομεν ὅτι ἐτάφη καὶ καταβὰς εἰς τὸν ἅδην ἐλύτρωσε τοὺς ἀπ αἰῶνος δικαίους. Αὔθις μὲ τὴν ἀνάβασιν τῆς χειρὸς σημαίνομεν τὴν ἀνάστασιν καὶ τὴν εἰς οὐρανοὺς ἀνάληψιν. Ἐκ τοῦ μετώπου εἴτα μὲ τὴν κατάβασιν πάλιν τῆς χειρὸς εἰς τὴν κοιλίαν δηλοῦμεν, ὅτι μέλλει πάλιν ἔρχεσθαι εἰς τὴν γῆν κρίναι ζῶντας καὶ νεκρούς.

Μὲ τὴν ἀνάβασιν εἰς τὸν δεξιὸν ὦμον καὶ ἀριστερὸν δηλοῦμεν, ὅτι ἔχει να στήσει τοὺς μὲν δικαίους ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τοὺς δὲ ἁμαρτωλοὺς ἐξ ἀριστερῶν, καὶ δεόμεθα να ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως. Αὐτὸ δηλώνει. Ὁ Σταυρὸς γίνεται μὲ εὐλάβειαν καὶ σφραγίζομεν τὸν ἑαυτὸν μας μὲ τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ τρεῖς φορὲς καὶ σημαδεύομεν ὅλον τὸ μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Διότι μὲ τὴν ἕνωσιν τῶν τριῶν δακτύλων σημαδεύομεν τὴν τρισυπόστατον θεότητα καὶ τὸ ἀδιαίρετον τῶν τριῶν προσώπων, καὶ ὅτι ὁ Υἱὸς σαρκωθεὶς οὐκ ἀπέστη τοῦ πατρικοῦ κόλπου καὶ τοῖς ἀνθρώποις ὁμίλησεν. Οἱ Χριστιανοὶ λοιπὸν πρέπει να φοροῦν Σταυρὸν πρὸς ἔνδειξιν, ὅτι εἶναι Χριστι-ανοὶ καὶ πρὸς ἀποτροπὴν κάθε κακοῦ.



Ὅτι ὁ ἐν τῇ Ἐκκλησία προσευχόμενος

μᾶλλον εἰσακούσεται,

ἢ ὁ ἐν τῇ οἰκίᾳ


            Εἰ δὲ καὶ προφασίζεται τινὰς ἀπὸ λόγου σας καὶ λέγει· ἐγὼ ἠμπορῶ καὶ εὶς τὸ ὀσπήτιόν μου νὰ προσευχηθῶ, καὶ τὶς ἡ χρεία νὰ ὑπάγω εἰς τὴν Ἐκκλησίαν; Ἀποκρίνομαι εἰς αὐτὸν μὲ τὸν θεῖον Χρυσόστομον καὶ τοῦ λέγω, ὅτι ἀπατᾷς καὶ γελᾷς τὸν ἑαυτόν σου ἄνθρωπε, ὅποιος καὶ ἄν εἶσαι ἐσὺ ὅπου λέγεις αὐτά. Διότι ναὶ δύνασαι νὰ προσευχηθῇς καὶ εἰς τὸν οἶκον σου, μὰ ἡ προσευχὴ τοῦ ὀσπητίου δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ἐκείνην, ὅπου ἔχει ἡ προσευχὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι τόσον πλῆθος ἱερέων καὶ διδασκάλων καὶ Χριστιανῶν· εἰς τὴν ὁποίαν ἀναπέμπεται εἰς τὸν Θεὸν μία φωνὴ ἀπὸ ὅλους· εἰς τὴν ὁποίαν εἰσακούεται ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ προσευχή σου καλλίτερα· εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι τόση ὁμόνοια καὶ ἀγάπη καὶ συμφωνία, καὶ παρὰ τῶν ἱερέων εὐχαί, ἀλλὰ τὶς ἡ ψυχρὰ τῶν πολλῶν ἀπολογία; εὔξασθαί φησι καὶ ἐπὶ τῆς οἰκίας δύναμαι· ἀπατᾷς σεαυτὸν ἄνθρωπε· εὔξασθαι μὲν γὰρ καὶ ἐπὶ τῆς οἰκίας δυνατόν, οὕτω δὲ εὔξασθαι ὡς ἐπὶ τῆς Ἐκκλησίας, ἀδύνατον, ὅπου Πατέρων πλῆθος τοσοῦτον· ὅπου βοὴ πρὸς Θεὸν ὁμοθυμαδὸν ἀναπέμπεται· οὐχ οὕτως εἰσακούῃ κατὰ σεαυτὸν τὸν Δεσπότην παρακαλῶν, ὡς μετὰ τὼν σῶν ἀδελφῶν.

 Ἐνταῦθα γὰρ ἔστι τι πλεῖον ὁμόνοια καὶ ἡ συμφωνία καὶ τῆς ἀγάπης οἷον· ὁ σύνδεσμος καὶ αἱ τῶν ἱερέων εὐχαί. Διὰ γὰρ τοῦτο οἱ ἱερεῖς προεστήκασιν, ἵνα αἱ τοῦ πλήθους εὐχαὶ ἀσθενέστεραι οὖσαι τῶν δυνατωτέρων τούτων ἐπιλαβόμεναι, ὁμοῦ συνέλθωσιν αὐταῖς εἰς τὸν οὐρανόν» (Λόγ. Γ΄ περὶ ἀκαταλήπτου).

 Διὰ τοῦτο καὶ ὁ θεῖος Δαβίδ, εἰς τὰς Ἐκκλησίας ἐσυνείθιζε νὰ προσεύχεται καὶ νὰ ὑμνῇ τὸν Κύριον· ὅθεν ἔλεγεν. «Ἐν Ἐκκλησίαις εὐλογήσω σε Κύριε» (Ψαλμ. κε΄ 12).

Καὶ πάλιν· «ἐν μέσῳ Ἐκκλησίας ὑμνήσω σε» (Ψαλμ. κα΄ 23).

Καὶ οὐ μόνον αὺτὸς εἰς τὰς Ἐκκλησίας ἐπροσηύχετο, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἄλλους παρακινεῖ νὰ προσεύχωνται εἰς τὰς Ἐκκλησίας λέγων. «’Εν Ἐκκλησίαις εὐλογεῖτε τὸν Θεόν» (Ψαλμ. ξζ΄ 28).

Καὶ πάλιν· «προσκυνήσατε τῷ Κυρίῳ ἐν αὐλῇ ἁγίᾳ αὐτοῦ» (Ψαλμ. κη 2)· Ὅπερ ἑρμηνεύων ὁ μέγας Βασίλειος λέγει· οὐ τοίνυν ἔξω ταύτης τῆς αὐλῆς προσκυνεῖν προσῆκε τῷ Θεῷ· ἀλλ’ ἔνδον αὐτῆς γενόμενον· ἵνα μὴ ἔξω τις αὐτῆς ἦ, μηδὲ ἑλκόμενος ὑπὸ τῶν ἔξω, ἀπολέσῃ τὸ εἶναι ἐν τῇ αὐλῇ Κυρίου. (Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν σελ.302)


Ἐρευνάτε τὰς γραφὰς

[Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Αγ.Ιωάννου Χρυσοστόμου τόμος Α σελ. 264]


…ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον εὐρήσετε! Ταύτην τὴν προσταγὴν παρὰ τοῦ Σωτήρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐλάβομεν «Ἐρευνάτε τὰς γραφάς, ὅτι ὑμεῖς δοκείτε ἐν αὐταῖς ζωὴν αἰώνιον ἔχειν, καὶ ἐκείναι εἰσιν αἱ μαρτυρούσαι περὶ ἐμοῦ» (Ιωαν. 5,39)

καὶ πὼς θέλουμε μάθει ἂν τὰς γραφὰς δὲν μελετώμεν; Πὼς θέλουμε ἀποκριθεὶ στοὺς ἐρωτώντας ἡμᾶς ἀπίστους καὶ αἰρετικούς; Ὁ μέγας Παύλος μᾶς νουθετεὶ οὕτω : «δεῖ ἡμᾶς ἐκάστω, κατὰ τὸ δέον ἀποκρίνεσθαι». Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ὁμοίως· «Ἔτοιμοι ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτούντι ἡμᾶς λόγον περὶ τῆς ἡμῶν ἐλπίδος», ἀκούομεν δὲ καὶ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν νὰ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις «πλανάσθε μὴ εἰδότες τὰς γραφάς».

Καὶ στὴν πρὸς Ρωμαίους ὁ Ἀπ.Παύλος λέγει : «διὰ τῆς ὑπομονὴς καὶ τῆς παρακλήσεως τῶν γραφῶν τὴν ἐλπίδαν ἔχομεν» καὶ στὴν 2η πρὸς Τιμόθεον λέγει : «πάσα γραφὴ Θεόπνευστος καὶ ὡφέλιμος». Δι’ὤν θείων Γραφῶν ἀληθῶς ἀνοίγονται οἱ ὁφθαλμοὶ τοῦ ἀνθρωπίνου νοός, καὶ φόβον Θεοῦ ὁ ἀνα-γινώσκων λαμβάνει, ὡς λέγει καὶ ὁ Δαβίδ «Δεύτε τέκνα ἀκούσατέ μου φόβον Κυρίου διδάξω ἡμᾶς». Ἐκ τῆς μελέτης τῶν θείων Γραφῶν λαμβάνει ὁ ἄνθρωπος ἕνα θείον πὺρ πρὸς ἔρωτα τῶν καλῶν πράξεων, καὶ τῆς πρὸς Θεὸν ἀγάπης, ὅπως λέγει καὶ ὁ Δαβίδ «ἐν τῇ μελέτη μου ἐκκαυθήσεται πύρ».

Λοιπὸν καὶ κατὰ τὴν ψυχὴν ὡφελήσαι καὶ κατὰ τὰ ἥθη στολίζεσαι. Ἀληθῶς εἴπε ἕνας «ἂν ἐγὼ δὲν ἐμελέτων τὰς Θείας Γραφὰς συχνάκις ἥμην ὁ κάκιστος ἄνθρωπος». [Ταμείον Ορθοδοξίας σελ. 109-110] Ἡ διαρκὴς μελέτη ἐν τῂ Γραφὴ εἶναι τὸ φῶς τῆς ψυχής. Διότι αὐτὴ ἐντυπώνει στὴν ψυχή μας μνήμες ὡφέλιμες, γιὰ νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὰ πάθη καὶ νὰ διαμένει σταθερά στὸν πόθο πρὸς τὸν Θεὸν μὲ τὴν καθαρότητα τῆς προσευχής, ἀλλά καὶ διευθετεὶ ἐμπρός μας τὴν ὁδό της εἰρήνης ποὺ χάραξαν τὰ βήματα τῶν Ἀγίων. [Φιλοκαλία Ἁγίου Ἰσαάκ Σύρου τόμος 8β σελ. 87] Δὲν γίνεται δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ σωθεῖ κανείς, χωρὶς νὰ ἀπολαμβάνει συνεχὼς τὴν πνευματική ἀνάγνωση.


Ἄραγε γινώσκεις ἀναγινώσκεις;

[Ἀγ.Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου τὰ εὐρισκόμενα σελ. 58]


Τὸ νὰ διαβάζουμε τᾶς Θείας Γραφᾶς, εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας ἀλλὰ τὸ νὰ καταλαβαίνουμε ἐκεῖνα ὅπου διαβάζουμεν, εἶναι καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν μας, καὶ δὲν εἶναι. Ὅτι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας εἶναι, ἐπιμέλεια καὶ προσοχὴ ὅπου πρέπει νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ διάβασμα. Τὸ δὲ νὰ καταλαβαίνουμε ἐκεῖνα ὅπου διαβάζομεν εἶναι ἀπὸ τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ.

 Ὅμως τὸ νὰ κρατοῦμεν εἰς τὸν νοῦν μας, καὶ νὰ ἐνθυμούμεθᾳ ἐκεῖνα ὅπου καταλαβαίνουμε εἶναι ὄλον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διὰ τοῦτο ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ὅπου τὰ κρατοῦν εἰς τὸν νοῦν τους, καθὼς καὶ οἱ σωζόμενοι εἶναι ὀλίγοι. ἀνάγνωσις διδάσκει τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνα ὅπου τὸν ὁδηγοῦν εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὸν κάμνουν ὄλον ἔνθεον.

δὲ προσευχὴ κάνει τὸν Θεὸν νὰ εὐσπλαχνισθεῖ τὸν ἄνθρωπον, καὶ νὰ φωτίσει τὸν νοῦν του νὰ καταλαβαίνει καὶ νὰ ἐνθυμῆται αὐτὰ ποὺ διαβάζει. Ὅτι ἐκεῖνα ὅπου εἶναι γραμμένα διὰ ἄλλες κοσμικὲς ὑποθέσεις, μποροῦν νὰ τὰ καταλάβουν ἐκεῖνοι ὅπου τὰ διαβάζουν, ἀλλὰ ὅσα εἶναι Θεία καὶ σωτηριώδη εἶναι ἀδύνατον νὰ τὰ καταλάβει κάποιος καὶ νὰ τὰ ἐνθυμῆται χωρὶς τὸν φωτισμὸν τοῦ Ἄγ.Πνεύματος.

Καὶ ἐκεῖνος ὅπου ἔμαθε νὰ προσεύχεται καθὼς πρέπει, δὲν θὰ χρειασθεῖ τόσον τὴν ἀνάγνωσιν, ἐπειδὴ χάρις τοῦ Ἄγ.Πνεύματος γεμίζει ἀπὸ φῶς θεϊκὸν τὴν ψυχήν του καὶ τὴν ἀλλοιώνει εἰς τὸ θειότερον. Ἐκεῖνος δὲ ὅπου προκρίνει καλύτερα νὰ κάνει παντοτινὴν ἀνάγνωσιν, παρὰ νὰ μάθει νὰ προσεύχεται καθὼς πρέπει, πλανᾶται καὶ ἀποδιώχνει τὸν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν σωτηρίαν του, καὶ νὰ εἴπω καλύτερα εἶναι παντελῶς ἀναίσθητος καὶ ἂν ἀκόμη λέγει πὼς ἐδιάβασεν ὅλην τὴν θείαν Γραφὴν καὶ τὴν ἔχει πρόχειρον εἰς στὸ στόμα του.


«ΦΕΥΓΕΤΕ ΤΗΝ ΠΟΡΝΕΙΑΝ»

[Αμαρτωλῶν Σωτηρία σελ. 57-67]


Οὐκ οἴδατε ὅτι τὰ σώματα ὑμῶν ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματός ἐστι, καὶ ὁ φθείρων τοῦτον τὸν ναὸν φθείρει τοῦτον ὁ Θεός; Λέγει ὁ Ἄπ. Παῦλος. Ὄλαι οἱ ἄλλαι ἁμαρτίαι ρυπώνουν καὶ μολύνουσι μόνον τὴν ψυχὴ· ἀλλὰ τοῦτον τὸ βδελυρὸν ἀνόμημα τῆς πορνείας μολύνει ὄλον τὸν ἄνθρωπον ψυχῇ τὲ καὶ σώματι. Μάταια καὶ ψευδῆς εἶναι πάσα εὐμορφία τοῦ σώματος, καὶ ἄφρονες καὶ τυφλοὶ ὅσοι ζημιώνονται τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση διὰ τόσον βραχέαν ἡδονὴν καὶ ρερυπωμένην ἀπόλαυσιν.

 Ὅταν ἡ χρῆσις αὐτῶν τῶν ἀφροδισαίων πράξεων εἶναι διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ γένους ἠμῶν κατὰ τὸ Θεϊκὸν πρόσταγμα, καὶ γίνεται μὲ τὴν Ἐκκλησιαστικὴν τάξιν, ὡς οἱ ἱεροὶ τῶν Πατέρων νόμοι διακελεύουσι δὲν εἶναι ποσῶς ἁμάρτημα. Ἡ πορνεία εἶναι ἕνα θανάσιμον ἔγκλημα ὅπου νικᾶται εὐκολότερα, φεύγωντας τελείως τὴν δοκιμὴν καὶ τοὺς τόπους, παρὰ πολεμώντας. Καὶ ὅποιος θαρρεῖ νὰ δοκιμάσει καμμίαν πρᾶξιν σαρκός, ἔπειτα νὰ ἐγκρατεύεται τελείως, λανθάνεται.

Διατὶ εὐκολώτερον εἶναι νὰ φυλάξει σωφροσύνην ἕνας παρθένος ἀπὸ τὸν χηρευόμενον. Ὅστις βορβορωθῆ εἰς τοῦτο τὸ ἔγκλημα, δύσκολα μπορεῖ νὰ στρέψει εἰς μετάνοιαν, οὔτε νὰ σηκώσει εἰς οὐρανὸν τὰ ὄμματα, ἀλλὰ κοιτάζει ὡσὰν τὰ κτήνη, ὅλος τὴν γῆν, μὴ ἔχων ποσῶς λογικόν, καὶ τυφλώνεται τοιουτρόπως, καὶ πράττει ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων τοιαύτας ἀπρεπείας, ὅπου ἔμπροσθεν ἑνός του δούλου ἢ βρέφους μικροῦ δὲν ἐτόλμα ποσῶς νὰ τᾶς κάνει.

 Ἡ πορνεία ὀλιγοστεύει τὴν ἀνδρείαν, σμικραίνει τὴν ζωήν, ἀφανίζει τὸ κάλλος τοῦ σώματος, σὲ κάνει νὰ σκορπίζεις κακῶς τὰ χρήματα, χάνεις τὴν τιμὴν καὶ φήμην σου, καὶ δὲν σὲ εὐλαβοῦνται ποσῶς οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὴ φέρνει τὴν ἀσθένειαν καὶ ἄλλα κακὰ διάφορα…


ΒΛΑΣΦΗΜΙΑ


Ἡ ἠχῶ τοῦ ταρτάρου! Ὢ τῆς ἀχαριστίας σου βλάσφημε! Πάντα τὰ οὐράνια καὶ ἐπίγεια κτίσματα ὑμνοῦν τὸν Κτίστη καὶ τὸν δοξάζουν· οἱ Ἄγγελοι, ὁ Ἥλιος καὶ ἡ Σελήνη, ἡ θάλασσα καὶ οἱ ποταμοί, τὰ δένδρα καὶ ὅλα του τὰ ποιήματα, καὶ σὺ ὅπου ἔλαβες ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχίαν αὐτοῦ καὶ ἄπειρον ἀγαθότητα, τόσας εὐεργεσίας καὶ χάριτας, ὁ κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν αὐτοῦ τιμηθεῖς, ἀντὶ νὰ τὸν δοξολογεῖς καὶ νὰ τὸν εὐχαριστεῖς διὰ τὴν τόσην αὐτοῦ ἀγαθότητα, τολμᾷς ἀνόητε καὶ τὸν βλασφημεῖς μὲ τόσην ἀναίδειαν;

 Ὢ ἀγνωσία σου καὶ ἀλογία σου ἄνθρωπε, πῶς δὲν αἰσθάνεσαι ποιὸν ὑβρίζεις; Τάχα κανέναν θνητὸν ἄνθρωπον, ἢ Βασιλέα ἐπίγειον; Ὄχι ἀλλὰ τὸν ὑπέρτιμον Κριτὴν ἁπάσης της οἰκουμένης, τὸν Κτίστην καὶ δημιουργὸν τῶν ἁπάντων, τὸν Κύριον τῶν Κυρίων καὶ Βασιλέα τὸν προαιώνιον, ὂν ὑμνούσι τὰ Χερουβεὶμ καὶ Σεραφεὶμ ἐν φόβῳ δοξάζουν οὗ τῷ νεύματι ὑποτάσονται τὰ στοιχεῖα, ἡ θάλασσα καὶ ὁ ἄνεμος· ὂν αἰ ἄβυσσοι φρίττουσι· πᾶν γόνυ κάμπτει ἐπουρανίων, ἐπιγείων τε, καὶ καταχθονίων.

Τοιαύτην καὶ τοσαύτην μεγαλειότητα καταφρονὰ ἕνας σκώληξ ἀναξιώτατος καὶ μεμολυσμένος ἁμαρτωλός, ὡσὰν ἐσένα, ὅπου σου πρέπουσι διὰ τᾶς ἀνομίας σου μύριαι κολάσεις καὶ ἀναρίθμηται. [Αμαρτωλών Σωτηρία σελ. 32-33]

 Ὁ βλάσφημος, βλασφημεῖ τὸν δοτήρα τῶν ἀγαθῶν, τὸν ἐμπιπλώντα ἐν ἀγαθοὶς τὰς ἐπιθυμίας αὐτοῦ, τὸν στεφανούντα αὐτὸν ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοίς. Ὑβρίζει τὸν πληροῦντα τὰ σύμπαντα χρηστότητος, τὸν συγκρατοῦντα τὸ σύμπαν ἐν τὴ βουλήσει αὐτοῦ. Ὑβρίζει ὃν πάσα ἡ κτίσις ὀρώμενη καὶ ἀόρατος τρέμει, ὂν πάσα ἡ κτίσις ὑμνεῖ, τῷ θελήματι αὐτοῦ δουλεύουσα. [Αγ.Νεκτάριος - Γνώθι σ’ αυτόν σελ. 54-55]

 Ἕνας ἄνθρωπος νὰ ὑβρίσει τὸν πατέρα μου, τὴν μητέρα μου, τὸν ἀδελφόν μου, ἔχω χρέος ὡσὰν Χριστιανὸς νὰ τὸν συγχωρήσω. Τὸ δὲ νὰ ὑβρίσει τὸν Χριστόν μου καὶ τὴν Παναγίαν μου, δὲν θέλω νὰ τὸν βλέπω. [Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός]

«ΡΑΠΙΣΟΝ ΤΟΥ ΒΛΑΣΘΗΜΟΥΝΤΟΣ ΤΗΝ ΟΨΙΝ, ΣΥΝΤΡΙΨΟΝ ΑΥΤΟΥ ΤΟ ΣΤΟΜΑ, ΑΓΙΑΣΟΝ ΤΗΝ ΧΕΙΡΑ ΔΙΑ ΤΗΣ ΠΛΗΓΗΣ».[Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος]

ΠΕΡΙ ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΩΝ

(Ἀποστολικὴ Σαγήνη σελ.243-244)


 Ἐρώτησις : Ἔχει ἐξουσίαν ὁ πονηρὸς διάβολος νὰ εἰσέρχεται μέσα εἰς τὸν Ἄνθρωπον νὰ τὸν δαιμονίζει;

Ἀπόκρισις : Ἄν ἴσως εἶχεν ἐξουσίαν ὁ πονηρὸς καὶ παγκάκιστος διάβολος, νὰ εἰσέρχεται μέσα εἰς τοὺς Ἄνθρώπους, μάλιστα εἰς ἡμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς, δὲν ἤθελε μείνει Ἄνθρωπος εἰς τὴν γῆν ὅλην, ὁποῦ νὰ ἦναι ὑγιὴς εἰς τὰς φρένας· καὶ λοιπὸν ὄχι εἰς ἄνθρωπον λογικὸν, μαλιστα καὶ βεβαπτισμένον, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς ἄλογον ζῶον δὲν ἔχει ἐξουσίαν ὁ μιαρὸς καὶ παμβέβηλος νὰ εἰσέλθη· οὐδὲ εἰς αὐτοὺς τοὺς χοίρους δὲν ἠδήνατο νὰ εἰσέλθῃ, ἄν τότε δὲν τοῦ ἔδιδεν ἄδειαν ὁ Ἰησοῦς.

 Ἐρώτησις : Ἀλλὰ πῶς βλέπομεν πολλοὺς ὁποῦ δαιμονίζονται, μάλιστα ὁρθοδόξους χριστιανούς;

Ἀπόκρισις : Τὰ κρίματα Κυρίου ἄβυσσος πολλὴ, καὶ δὲν εἰμπορεῖ ὁ μικρός μας νοῦς νὰ τὰ ἐννοήση· πλὴν γνώμην δίδωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ εὐτελεῖς, λέγοντες, ὅτι μερικοὶ χριστιανοί, ὁποῦ δαιμονίζονται, εἶναι ἐρριμένοι εἰς κανέν θανάσιμον ἀμάρτημα, καὶ τόσον τῶν σφιγκτοδένει τὴν γλώσσαν τὸ πνεῦμα τὸ ἄλαλον, ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τὸν Πνευματικὸν, καὶ τὰ ἄλλα πάντα λέγουσιν ἐλευθέρως, καὶ τοῦτο μόνο τὸ ἀποσιωπῶσιν· ὅθεν ὁ πολυέλεος Κύριος, ὁπου δὲν θέλει τὸν θάνατον τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὡς τὸ ἐπιστρέψαι, τοὺς παραδίδει ἐδῶ πρόσκαιρα εἰς τὸν πονηρὸν δαίμονα, νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, ὁπου ἤθελε νὰ κάμῃ ἐκεῖ εἰς αὐτοὺς· δηλαδὴ νὰ τῶν βασανίσῃ τὴν σάρκα, διὰ νὰ σωθῇ ἡ ψυχή των, καθῶς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παύλος «παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ Σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ Πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ».

 Ἐρώτησις : Ἀκολουθεῖ δὲ καὶ ἀπὸ ἄλλην αἰτίαν νὰ δαιμονισθῇ ὁ ἀνθρωπος;

Ἀπόκρισις : Ἀκολουθεῖ δὲ καὶ ἀπὸ ἄλλην αἰτίαν δαιμονισμὸς εἰς ἄνθρωπον, ὅταν φθάσῃ εἰς ἄκρον οἰήσεως καὶ ὑψηλοφροσύνης, καὶ νομίζει τὸν εὐατὸν του πλέον φρονιμώτερον καὶ καλλίτερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, τὸν ὁποῖον τὸν παραδίδει ὁ Θεὸς τοῦ πονηροῦ δαίμονος νὰ τὸν δαιμονίζῃ διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς αἴσθησιν νὰ ταπεινωθῇ.

 Ἐρώτησις : Διατί δίδει ἄδεια ὁ Θεὸς εἰς τὸν πονηρὸν δαίμονα νὰ εἰσέρχεται καὶ εἰς ἄκακα βρέφη, νὰ τὰ δαιμονίζει καὶ αὐτὰ ἐλεεινῶς;

 Ἀπόκρισις : Συγχωρεῖ ὁ Θεὸς πολλάκις νὰ δαιμονίζονται καὶ ἄκακα βρέφη, διὰ νὰ τρομάζουν οἱ γονεῖς των, καὶ ἢ νὰ ταπεινωθοῦν ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνειαν καὶ ὑψηλοφροσύνην των, ἢ νὰ μετανοήσουν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας των, καὶ νὰ σωφρονισθοῦν εἰς τὸ ἐξῆς ἀπὸ τὰς κακίας των.

Ἐρώτησις : Διατί νὰ δαιμονίζονται πολλάκις καὶ ἀσεβεῖς;

Ἀπόκρισις : Δαιμονίζονται πολλάκις καὶ ἀσεβεῖς, διότι ἀναισχύντως, καὶ μέ μεγάλην τόλμην βλασφημοῦν τὰ θεῖα, καὶ τὴν πίστιν ἡμῶν τὴν ὁρθόδοξον, καὶ ὁ Θεὸς μὴ ὑποφέρων τὴν τοῦτων ἀναίδειαν, τοῦς παραδίδει εἰς τὸν δαίμονα νὰ τοὺς δαιμονίζῃ ἐλεεινῶς, ὁποῦ ἐξ ἑνὸς μὲν νὰ παιδευθῶσι διὰ νὰ μὴ βλασφημοῦν ἐξ ἄλλου δὲ, διὰ νὰ ἰδοῦν καὶ ἄλλοι νὰ τρομάξουν, ὁποῦ νὰ γνωρίσουν, ὅτι μία εἶναι ἡ πίστις τῶν χριστιανῶν, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διὰ τὸν Ὑμένεον, καὶ Ἀλέξανδρον τὸν Χαλκέα· «παρέδωκα αὐτοὺς τῷ Σατανᾷ ἵνα παιδευθῶσι μὴ βλασφημεῖν».

 Ἐρώτησις : Καὶ ὁ σεληνιασμὸς δαιμόνιος εἶναι ἢ ὅχι;

Ἀπόκρισις : Καὶ ὁ σεληνιασμὸς δαιμόνιον εἶναι· ἀλλὰ δαιμόνιον, πολὺ δόλιον καὶ πανοῦργον, καὶ πονηρότερον ἀπὸ τὰ λοιπά· καὶ τοῦτο παραφυλάττει νά γένῃ ἡ σελήνη, καὶ τότε νὰ δαιμονίση τὸν Ἄνθρωπον, ὁποῦ κατοικεῖ, διὰ νὰ δώσῃ ὑπόνοιαν καὶ ὑποψίαν εἰς τοῦς ἀνθρώπους, ὅτι ἡ Σελήνη εἶναι αἰτία τοῦ κακοῦ, καὶ ἀκολούθως καὶ ὁ Θεὸς, ὁποῦ ἔκαμε τὴν Σελήνην, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ παγιδεύῃ τοὺς ἀπλουστέρους νὰ πίπτουν εἰς μίαν μεγάλην βλάσφημίαν, διὰ νὰ κολάζονται οἱ ταλαίπωροι, μὴ ἠξεύροντες, ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεὸς, εἶναι καλὰ, καὶ καλὰ λίαν, καὶ ἐπομένως καὶ ἡ Σελήνη, ὡς ποίημα καὶ κτίσμα Θεοῦ, εἶναι καλὴ καὶ χρήσιμος, καὶ κατὰ πολλὰ εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους ὠφέλιμος, καὶ ὄχι κακή, καὶ αἰτία δαιμονισμοῦ.


ΤΙ ΔΗΛΟΥΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

[Συναξαριστής Τριωδίου σελ. 559-560]


 Τὴν ἕκτην ἡμέραν τῆς ἑβδομάδος, ἐσταυρώθει ὁ Κύριος, ἐπειδὴ κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν, κατὰ ἀρχὰς ἐπλάσθη ὁ Ἀδὰμ ὁ πρῶτος ἄνθρωπος.

Τὴν ἕκτην ὥραν τῆς ἡμέρας, ἐσταυρώθει ὁ Κύριος, διότι καθὼς λέγεται τὴν ἕκτην ὥραν καὶ ὁ Ἀδὰμ πρὸς τὸ ἀπαγορευμένον δέντρον τάς χεῖρας ἔκτεινε καὶ ἤγγισε διὰ νὰ φάγει καὶ ἀπέθανεν.

Ὁ ἐπτυσμὸς καὶ ἡ ἄτιμη πρὸς τὸν Κύριον συμπεριφορὰ τὴν περὶ ἡμᾶς τιμὴν ἐφανέρωνε.

 Ὁ ἀκάνθινος στέφανος, τὴν ἀποτροπὴν ἀπὸ ἡμὰς τῆς κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν Πρωτοπλάστων κατάρας ἐξησφάλιζεν.

Τὸ ῥάπισμα, τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ἐδήλωνε τὴν ἀφύπνησιν ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ληθάργου τῆς ἁμαρτίας.

 Τὸ αἷμα καὶ ὁ κάλαμος ἦσαν τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ὁ Σωτὴρ ὡς δι’ἐρυθρῶν γραμμάτων, τὴν ἀποκατάστασιν εἰς τὴν ἀρχαία πατρίδα ὡς βασιλεὺς καθυπέγραψε.

Ἡ πορφυρᾶ χλαμύς, τοὺς δερματίνους χιτῶνας ἀπέβαλε καὶ τὴν περὶ ἡμᾶς βασιλικὴν στολὴν ἐσυμβόλιζε.

 Ὁ Σταυρὸς τὸ ξύλον τὸ ἓν τῷ Παραδείσῳ εἰκόνιζε. Τὰ καρφιά, τὴν παντελῆ ἡμῶν πρὸς τὴν ἁμαρτίαν ἀκινησίαν ἐδείκνυον.

 Ἡ πικρὰ πόσις, τῇ ὁποίαν ἐγεύθη ὁ Κύριος ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, τὴν γεῦσιν τοῦ Ἀδὰμ ἐθαράπευεν.

Τὸ ἐκ τῆς πλευρὰς ὕδωρ, ἦτο εἰκὼν τοῦ βαπτίσματος.

 Ἡ νυγεῖσα πλευρὰ τοῦ Κυρίου, ἐξ ᾖς ἡ σωτηρία ἡμῶν ἐπήγασε, τὴν τοῦ Ἀδὰμ πλευρὰν εἰκόνιζε, ἐφ’ ἧς ἡ Εὕα πρόηλθε καὶ ἐξ ᾖς ἡ παράβασις ἐγένετο.

Κρανίου δὲ τόπος λέγεται, διότι κατὰ τὸν κατακλυσμὸν ἡ γῆ μαζὶ μὲ ἄλλα ἐξέβαλεν ἔξω καὶ τὸ κρανίον τοῦ Ἀδὰμ καὶ περιφέρετο μόνον βλεπόμενον ὡς σημεῖον φοβερόν.

 Τὸ κρανίο τοῦ Ἀδάμ, λέγεται ὅτι ἔκειτο ἐκεῖ, ὅπου καὶ ὁ Χριστὸς ἡ κεφαλὴ τῶν ἁπάντων, ἐσταυρώθη καὶ ἐβαπτίσθη μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ὅπου ἔτρεξε.



ΤΙ ΕΥΕΡΓΕΣΙΕΣ ΕΚΑΝΕ Ο ΘΕΟΣ ΔΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΝ!

[Πνευματικά Γυμνάσματα Ἁγίου Νικοδήμου σελ. 12-15]


            * Ἀποφάσισε εἰς τὴν θεαρχικὴ τοῦ ἰδέα νὰ μας δημιουργήσει, ἐκεῖ ὅπου ἐδύναντο νὰ δημιουργήσει ἄλλους ἀντὶ για ἐμᾶς.

* Μας ἐχάρισε τὸ εἶναι, μας ἔπλασε κατ’ εἰκόνα τοῦ καὶ ὁμοίωσιν.

* Μας ἔδωσε ἕνα σῶμα μὲ ὅλας τάς αἰσθήσεις καὶ μίαν ψυχὴν μὲ ὅλας τάς δυνάμεις.

* Μας ἔκανε βασιλεῖς ὅλων τῶν ἐπιγείων κτισμάτων τοῦ.

* Ἐπρόσταξε ὅλα τὰ αἰσθητὰ κτίσματα τοῦ διὰ να μας δουλεύουν.

* Μας ἐπρομήθευσε μὲ ζωοτροφία, ἐνδυμασίαν καὶ κατοικίαν.

* Μας ἐλευθέρωσε ἀπὸ τόσους κινδύνους, ἀσθένειες καὶ πτωχείαν, ὅπου ἄλλοι πάσχουν.

* Μας ἔδωσε νόμον καὶ ἐντολὰς καὶ ἀπέστειλε προφήτας διὰ να μας ὁδηγήσουν εἰς τὴν σωτηρίαν.

* Καταβέβηκε εἰς τὴν γῆν καὶ ἔζησε ὡς ἄνθρωπος διὰ λόγου μας μίαν πολυπαθέστατην ζωὴν καὶ ἕνα θάνατον γεμάτον ἀπὸ ταπείνωσιν, ἀπὸ ἀτιμίαν καὶ ἀπὸ πάθη ὅπου κανεὶς δεν ἐδοκίμασεν.

* Ἔπαθε κατὰ τὴν ψυχήν, διότι τόσον μεγάλην λύπην καὶ ἀγωνίαν ἐδοκίμασεν, ὅπου αὐτὴ μόνη ἤταν ἀρκετὴ να τὸν θανατώσει. «Περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου» (Ματθ-26,38).

* Ἔπαθε κατὰ τὴν τιμήν, διότι πέρασε μία ζωὴ γεμάτη ἀπὸ καταφρονήσεις καὶ διότι ἐτελείωσε μὲ ἕνα θάνατον τὸν πλέον ἄτιμον ὅπου ἠμποροῦσε τότε να δοθεὶ εἰς τὸν κόσμον τοῦτον.

* Ἔπαθε κατὰ τὸ σῶμα διότι ὑπέφερε πόνους ἀνεικάστους καὶ διὰ τὴν λεπτότητα τῶν θείων μελῶν τοῦ, καὶ διὰ τὴν αὐστηρότητα τῶν βασάνων τοῦ, καὶ διὰ τὴν σκληρότητα τῶν βασανιστῶν τοῦ, εἰς τρόπον ὅπου ἔβγαλεν ἐμπράκτως ἀπὸ ὅλας τοῦ τάς φλέβας τόσον πλῆθος αἷμα ὅπου ἐβράχει ἡ γῆ.

* Ἔχυσε τὸ αἷμα τοῦ ἕως τελευταίας ῥανίδος διὰ να μας κάνει κληρονόμους τῆς βασιλείας τοῦ.

* Μας ἐλύτρωσε ἀπὸ τάς χεῖρας τῶν δαιμόνων.

* Οἰκονόμησε να γεννηθοῦμε ἀπὸ γονεῖς Χριστιανούς.

* Μας ἔκανε υἱοὺς τοῦ διὰ τοῦ Ἀγ.Βαπτίσματος.

* Μας ἐδέχθει τόσες φορὲς στὰ Μυστήρια τοῦ.

* Μας ἔδωσε ἔναν Ἄγγελον διὰ να στέκεται πάντα κοντὰ μας καὶ να μας φυλάγει.

* Μας ἐπρόσμενε τόσες φορές, διὰ να μετανοήσουμε ἀφοῦ ἁμαρτήσαμε, καταδικάσας ἄλλους πολλοὺς διὰ μικροτέρας ἁμαρτίας ἀπὸ τάς δικὰς μας.

* Μας ἀκολουθεῖ ἐκεῖ ὅπου τὸν φεύγουμε, μας κρούει τὴν καρδίαν ἐκεῖ ὅπου ἐμεὶς δεν τὸν θέλουμε, μας ὁμιλεῖ, μας ἀγαπᾷ, μας παρακαλεῖ, διατὶ θέλει τὴν σωτηρία μας.


Η Κ Ο Λ Α Σ Η Τ Ο Υ Α Δ Ο Υ

[Θύρα Μετανοίας σελ. 123-124]


 Ἅδης, βασίλειον τῶν δαιμόνων, χώρα τοῦ θανάτου, τόπος καταχθόνιος, ὑποκάτω τῆς γῆς καὶ τῆς θαλάσσης, τοῦ ὁποίου πόρτα εἶναι ἡ ἀπελπισία, αὐλή του, τὰ δεσμά, παράθυρα, τὸ σκότος, τράπεζα, ἡ δυσωδία, φαγητόν, ἡ πεῖνα, ποτόν, ἡ δίψα, ὡρολόγιο, ὁ κλαθμός, στρῶμα, οἱ φλόγες, τάξις, ἡ ἄτακτος σύγχυσις ἐκείνου τοῦ χάους, εἶναι ἀφεγγέστατο ἐργαστήριο, κεκλεισμένον πανταχόθεν μὲ κλειδιά, μὲ ἁλύσεις, καὶ μὲ δεσμὰ ἄλυτα, ἐπάνω εἰς τὰ ὁποία εὑρίσκεται βοῦλα ἡ ἀσυμπάθητος ὀργὴ τοῦ Κυρίου.

 Ἅδης, χώρα πικρὰ καὶ ὀδυνηρά, χώρα φοβερά, χώρα φευκτή, γῆ τῆς ἀλησμονησῖας, γῆ τῆς θλίψεως, γῆ τῶν συμφορῶν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκεται καμία χαρά, ἀλλὰ ἐκ τοῦ ἐναντίου, λύπη ἀκατάπαυστος, τόπος θανατηφόρος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸ πῦρ εἶναι ἄσβεστον, τὸ ψῦχος κρυερώτατον, ὁ σκώληξ ἀκοίμοιτος, τὸ σκότος ψηλαφητόν, ἡ δυσωδία κατὰ ἀλήθειαν ἀνυπόφορος, τὰ σφυριὰ ποτὲ δὲν παύουν νὰ κτυποῦν καὶ τὰ πρόσωπα τῶν δαιμόνων ἄγρια!

Δέν εἶναι σέ αὐτὸν τὸν τόπον καμμία ἐλπίς καλού, μάλιστα δὲ παντὸς κακού καὶ δυστυχίας. Ἐκεὶ οἱ ἐχθροὶ τοῦ Θεοῦ, ὑστερούνται ἀπὸ ὅλα τὰ ἀγαθά, ὅσα ἡμπορεὶ κάποιος νὰ ἐπιθυμήσει. Βασανίζονται μὲ ὅλα τὰ κακά ὅσα ἡμπορεὶ κανείς νὰ τρομάξει! Οἱ δαίμονες εἶναι, μοχθηρότατοι εἰς τὴν πονηρίαν, φρικωδέστατοι εἰς τὴν ὄψιν, ἀθλιότατοι εἰς τὴν στάσιν, καὶ πεισματικότατοι εἰς τὴν κακοποίησιν. Τὰ βάσανα τοῦ ᾅδου εἶναι πολλὰ εἰς τὴν ποσότητα, εἶναι δεινὰ εἰς τὴν ποιότητα, καὶ εἶναι αἰώνια. Οἱ κολασμένοι θὰ ἔχουν 3 διαθέσεις. Μετάνοια τῶν περασμένων, θλίψη τῶν παρόντων καὶ ἀπελπισία τοῦ μέλλοντος.

 Ὤ, πόσο σιμὰ εἶσαι σὲ τοῦτον τὸν τόπον τοῦ ᾅδου ἁμαρτωλέ! Θέλεις νὰ μάθεις ἁμαρτωλέ, ἀκριβέστερα πόσον ἀπέχεις ἀπὸ τὸν ἄδην; Σοὺ λέγω, τόσον, ὅπου, ἂν τούτην τὴν στιγμὴν παύσης ἀπὸ τὴν ζωήν, εἰς τὴν ἀκόλουθον ἄλλην στιγμήν, δὲν θὰ προσμένεις ἄλλο τίποτε, παρὰ τὰς φλόγας τοῦ ᾅδου· ὥστε, ὅλος ὁ ᾅδης, μὲ ὄλας τοῦ τᾶς βασάνους, δὲν εἶναι μακρὰν ἀπὸ ἐσένα περισσότερον ἀπὸ ὅτι μίαν καὶ μόνην στιγμήν!


ΤΑ 9 ΒΑΣΑΝΑ ΤΩΝ ΚΟΛΑΣΜΕΝΩΝ

[Αμαρτωλών Σωτηρία 302-308]


            1η εἶναι ἡ καύση τοῦ πυρός, καθὼς γράφει ὁ ἱερὸς Ματθαῖος, ὡς ἀπὸ στόματος τοῦ Κυρίου, εἰς τὸ Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον. Μὴ νομίσης νὰ εἶναι τὸ πῦρ ἐκεῖνο ὥσπερ τοῦτο, ὅπου ἐδῶ εἷς τὸν κόσμον ὑπηρετούμασθε, ἀλλὰ τοσούτον καυστικώτερον, ὅσον εἶναι τοῦτο τὸ πῦρ, ἀπὸ τὸ ζωγραφισμένον. Οὕτω λέγει ὁ Αὐγουστίνος, ὅτι ὅσον καίει περισσότερον αὐτὴ ἡ ἑστία, ὅπου ἀνάπτουμεν ἐδῶ, ἀπὸ μίαν ἑστίαν ἱστορισμένην εἰς τοῖχον, τόσον περισσότερον πάλιν ἀπὸ ταύτην τὸ πῦρ τῆς κολάσεως τὸ ὁποῖον διαφέρει ἀπὸ τοῦτο εἰς 3 πράγματα.

Α) Εἶναι σκοτεινὸν χωρὶς φῶς, μόνον τὴν καῦσιν ἔχει.

Β) Δὲν ἄπτει ἀπὸ κάποια ὕλη, ὅπως ξύλα, ἀλλὰ ἀϋλως καίει, καὶ θλίβει σφοδρότερον.

Γ) Εἶναι ἄσβεστον, ποτὲ δὲν σβήνει, οὔτε μαραίνεται.


2η τιμωρία εἶναι τὸ πάγος καὶ ἡ ψυχρώτης.

 Οἱ δαίμονες νὰ βγάζουν τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἐκ τοῦ πυρός, καὶ νὰ τοὺς ρίπτουν εἰς τὸν τάρταρον, ὅπου εἶναι λίμνη μεγάλη γεμάτη ὕδωρ καὶ πάγος ψυχρότατον. Τοῦτο εἶναι, ὅπου λέγει τὸ Εὐαγγέλιον βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ μὴ νομίζῃς ὅτι εἶναι ὁ πάγος ὀλίγη παίδευσις. Ὅστις ἔτυχε τὸν καιρὸν τοῦ χειμῶνος εἰς τὸ ὕδωρ μέσα γνωρίζει τί ἄρρητος πόνος εἶναι, ὅτι μελανίζει ὅλη ἡ σάρκα, ἀφανίζεται ἡ ὡραιότης, φεύγει τὸ αἷμα ἀπὸ τὰ ἄκρα, καὶ συνάζεται εἰς τὰ ἐνδότερα μέλῃ μὲ πόνον ἀνείκαστον, ἡ μὲν καρδία ἀπὸ τὴν πλημμύραν τοῦ αἵματος τὰ δὲ ἄκρα ἀπὸ τὴν τούτου ὑστέρησιν.

3η παίδευσις εἶναι ὁ βρῶμος ὅτι ἐκεῖ συνάζονται ὅλα τὰ ἀκάθαρτα καὶ ρερυπωμένα βδελύγματα ὄλου τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ καὶ ὁ τόπος ἀπὸ τὰ τόσα σώματα ἔχει τοιαύτην δυσωδίαν, καὶ μάλιστα οἱ συγχαμεροὶ δαίμονες ὅπου δίδει τοὶς ἁμαρτωλοὶς μεγάλιν στένωσιν εἰς τὴν ὄσφρησιν διὰ τὸν ἄμετρον βρῶμον ἐκείνου τοῦ βεβορβορομένου τόπου. Ὅτι τόση δυσωδεία εἶναι εἰς τὴν κόλασιν ὅπου ἐὰν ἦτον βολετὸν νὰ ἔλθη ἐδῶ εἰς τὸν κόσμον ἕνας ἀπὸ τοὺς κολασμένους ἐφθείρετο ὁ ἀὴρ ἀπὸ τὴν δυσωδείαν, νὰ γένη θανατικὸν εἰς τὴν γῆν.

4η κόλασις ἐστὶ τῆς ὁράσεως, ἡ ὁποία νὰ τιμωρῆται μὲ τὴν ζοφερὰν ὄψιν τῶν δαιμόνων, οἵτινες εἰσὶ τόσον ἄσχημοι καὶ φοβεροί, ὅπου, ἄν ἔβλεπες τώρα κάποιον ἀπὸ αὐτούς, καὶ νὰ εἶναι πλησίον σου ἕνας ἐγκρεμνὸς 100 ὀργιές, ἢ φοῦρνος ἀναμένος, ὄγλιγωροτερα ἔπιπτες εἰς τὸν ἐγκρεμνόν, ἢ μέσα εἰς τὸν φοῦρνον νὰ κατακαεῖς, παρὰ νὰ βλέπεις τὴν ὄψιν τοῦ δαίμονος. Τόσην ἀσχήμιαν ἐπῆραν τὰ πονηρὰ πνεύματα μετὰ τὴν παράβασιν, ὅτι καθὼς ἤσαν πρότερον τὰ ὡραιότερα κτίσματα τοῦ Ποιητοῦ, οὕτως ἔγιναν πάλιν τὰ ἀσχημότερα.

5η τιμωρία εἶναι πεῖνα ἐσχάτη καὶ δίψα ἀμέτρητος. Νὰ ἐσθίουσι καὶ νὰ τρώγωσι τᾶς σάρκας αὐτῶν ἀπὸ τὴν μεγάλην πεῖνα καὶ πόνον ἀμέτρητον. Ἡ δίψα δὲ νὰ τοὺς δίδει ὑπερβολικὴν θλῖψιν καὶ βάσανον, νὰ φωνάζουσι ἐλεεινῶς μετὰ τοῦ ρηθέντος πλουσίου : Πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησον ἠμᾶς, καὶ δός μας μίαν ρα-νίδαν νερόν, νὰ καταψύξουμεν τὴν κατακαιομένην γλῶσσαν, ὅτι ὅτι ἐκ τῆς σφοδροτάτης καύσεως πικρῶς ὀδυνώμεθα. Ὁ δὲ τοὺς ἀποκρίνεται : Ἐλάβετε τὰ ἀγαθά σας εἰς τὴν ζωήν σας. Ὦ πένθους ἀπαρακλήτου!

6η παίδευσις εἶναι ὁ ἀκοίμητος σκώληξ τῆς συνειδήσεως, δήλ. νὰ βλέπει ἔμπροσθεν αὐτοῦ ὁ κολασμένος ὄλας τᾶς ἁμαρτίας ὅπου ἐτέλεσεν, ὥσπερ νὰ ἦτον ἱστορισμένες εἰς τὸν τοῖχον, διὰ νὰ θλίβεται μᾶλλον καὶ ἀπὸ τὸν λογισμὸν ἐτοῦτον νὰ βασανίζεται. Διατὶ καθὼς ὁ σκώληξ γεννᾶται ἀπὸ τὸ σαπησμένον ξύλον, ἔπειτα τρώγει κι ἀφανίζει τὸ ξύλον ὅπου τὸν ἐγγένησεν, οὕτω καὶ ὁ ἄχρηστος καὶ σαπησμένος ταῖς ἀνομίαις ἁμαρτωλός, ἀπὸ τὸν πόνον γεννᾷ τὸν σκώληκα τῆς συνειδήσεως ὅστις ἐσθίει ἀκαταπαύστως καὶ ἀκοιμήτως τὴν καρδίαν αὐτοῦ.

7η εἶναι τὰ δεσμὰ καὶ τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον, ὅτι τὸ πῦρ ἐκεῖνο δὲν δίδει φῶς, μόνον καίει καὶ θλίβει ἀνείκαστα. Περὶ τούτου λέγει ὁ Κύριος εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, διὰ ἐκεῖνον ὅπου δὲν ἦτον ἐνδεδυμένος ἔνδυμα γάμου : Δέσαντες αὐτοῦ πόδας καὶ χεῖρας, ἄρατε αὐτόν, καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον. Ὢ ἀλύτων δεσμῶν ! Ὢ ἀπαρακλήτου φυλακῆς, καὶ ζωφώδους καθείρξεως !

8η παίδευσις εἶναι ἡ ἀπόγνωσις καὶ λύπην αἰώνιος, ὅπου ἔχουν οἱ ταλαίπῶροι κολασμένοι χωρὶς ἐλπίδα νὰ εὔγουν ποτὲ ἀπ’ ἐκεῖνον τὸν πανώδυνον τόπον, καὶ τοῦτο νὰ τοὺς θλίβει μᾶλλον, ἢ ὅσα ἐγράψαμεν ἕως ἐδῶ. Ὅτι ἠξεύροντες, πὼς δὲν ἔχει τέλος ἡ κόλασις θέλουσι φωνάζει ἀκαταπαύστως, καὶ νὰ ἀναθεματίζουν τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν, καὶ ὅλα τὰ κτίσματα, καὶ αὐτὸν τὸν Κριτήν, ὅπου τοὺς ἀποφάσισεν εἰς τόσας θλίψεις.

9η καὶ ἔσχατη τιμωρία εἶναι ὅτι ὑστεροῦνται τῆς θείας ὁράσεως καὶ ὅλων οὐρανίων ἀπολαύσεων & ἀγαθῶν.



ΤΑ ΒΑΣΑΝΑ ΤΩΝ ΕΝ ΑΔΗ ΚΟΛΑΖΟΜΕΝΩΝ

[Θύρα Μετανοίας σελ. 126-144]


Τὸ σκότος, εἰς τὸν ᾅδη, δὲν εἶναι ἀμυδρότης ἀέρος, ἀλλὰ εἶναι σκότος φρικτόν, βρομερὸν ἀπὸ θειάφι καὶ πίσσαν κατάμαυρον, παχύτατον, καὶ μὲ τόση πυκνότητα, ὅπου σχεδὸν μπορεῖ νὰ τὸ πιάσει κάποιος μὲ τὰ χέρια του· καὶ τόσο τρόμον καὶ ἔκπληξιν προξενεῖ, ὅπου κατασταίνει τοὺς παναθλιωτάτους ἁμαρτωλούς, νὰ τρέμουσιν ὅλοι δι’ ὄλου· ἐπειδὴ καὶ ἀπὸ ἐκείνην τὴν πρώτην στιγμήν, ὅπου θὰ ἀποχωρισθεῖ ἡ ψυχὴ ἀπὸ τὸ φῶς τοῦ κόσμου τούτου, θὰ ἀποχαιρετίσει, τὸν Ἥλιον, τὴν Σελήνη, καὶ ὅλα τὰ ἄστρα, καὶ πλέον δὲν θὰ δεῖ τελείως οὔτε τὴν παραμικρὴ ἀκτῖνα φωτός. Ἡ δυσωδία, εἰς τὸν ᾅδη, εἶναι ἀνυπόφορος, διότι, ὅσα σώματα εἶναι ἐκεῖ, τόσα βρωμισμένα πτώματα εὑρίσκονται, τῶν ὁποίων τὰ στομάχια εἶναι καταφορτωμένα ἀπὸ πολλοὺς φθοροποιοὺς χυμοὺς καὶ ἀδιακόπως ἀναβράζονται μὲ τὸ καυστικώτατον ἐκεῖνο πῦρ τῆς γεένης, ὅπου τοὺς ἔχει περικυκλωμένους, καὶ εὐγάζουσιν ἀκαταπαύστως βρωμερώτατας ἀναθυμιάσεις καὶ μεμολυσμένους καπνούς, καὶ κοντὰ εἰς τοῦτο ἐπειδὴ ἐκεῖνα τὰ σαπισμένα, ἐμπυασμένα καὶ συγχαμεροβρωμισμένα λείψανα θὰ εἶναι προσκολλημένα τὸ ἕνα μὲ τὸ ἄλλο, σὰν ἕνα ἔμπλαστρον ἐπάνω εἰς ἄλλο, χωρὶς ποτὲ νὰ μποροῦν νὰ ξεκολληθοῦν, θὰ βγάζουν τόσην ἀνηπόφορον βρώμαν, ὥστε ἐὰν ἑνὸς μόνο κολασμένου βρωμισμένον κορμὶ ἀναβιβάζονταν, κατὰ θείαν ἄδειαν ἀπὸ τὸν ἄδην εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, ἐξάπαντος ἤθελε καταμολύνει καὶ καταφθείρει εὐθύς, μὲ τὴν φαρμακερὴν ἐκείνην βρώμαν του τὴν θανατηφόρον, ὅλους τοὺς οἴκους, τὰς χώρας τὰς πόλεις, τὰς ἐπαρχίας, τὸν ἀέρα ποὺ ἀναπνέουμε καὶ ἁπλῶς εἰπείν, πᾶσαν πνοὴν ἤθελε θανατώσει ἐκείνη ἡ βρῶμα του.

Μοναχή του ᾅδου ἡ βρῶμα ἔθφανε νὰ θανατώσει τελείως τοὺς ἐν ᾅδῃ κολαζομένους, ἂν ὁ Θεὸς δὲν ἐμπόδιζε τοῦτο, διὰ παντοτινήν τους παιδεία καὶ βάσανον. Ὁ κλαθμός, τῶν ἐν ᾅδῃ κολαζομένων, θέλει εἶναι τόσος πολύς, ὅπου, ἂν ὅλων τῶν καταδικασμένων ἁμαρτωλῶν τὰ δάκρυα ἤθελαν συναχθώσιν εἰς ἕναν τόπον, καὶ φυλαχθώσι βέβαια, θὰ ἔκαναν ἄλλην μίαν θάλα-σσαν ὠκεανοῦ εὐρυχωροτάτην καὶ βαθυτάτην.

Ἀλλὰ ἡ θάλλασα ἔχει τέλος, τὰ δάκρυα ὅπου χύνονται ἀπὸ τοὺς κολαζομένους ἁμαρτωλοὺς δὲ ἔχουν τέλος, συνεπῶς δὲν μποροῦμε νὰ παραστήσουμε ὅλην τὴν ποσό-τητα τῶν ἐν τῇ κολάσει δακρύων. Τὰ δάκρυα αὐτὰ θὰ εἶναι πύρινα, ὅπου θὰ κατακαίουν τὰ σώματα ἐκεῖνα πάνω στὰ ὁποῖα στάζουν. Ἔξω ἀπὸ αὐτὰ θὰ ξεφωνίζουν ὀλολυγμούς, ἀναστεναγμούς, κραυγᾶς, καὶ ἀτά-κτους βοᾷς, οἱ ὁποῖες θὰ ἀντιβοοῦν σὰν φρικώδεις βρονταὶ μέσα εἰς ἐκεῖνο τὸ σκοτεινότατον χάσμα. Ὁ λιμός, τῶν κολαζομένων θὰ εἶναι ὅπως τῶν πεινασμένων σκυλιῶν, ὅπου διὰ τὴν μεγάλη τους καὶ ἀνυπόφορον πεῖναν περιτριγυρίζουν εἰς τὰς κοπριᾶς, εἰς τὰ ψοφίμια, καὶ εἰς τὰς σιχασῖας τῶν μακελίων καὶ εἰς τὰ σαπισμένα καὶ βρωμερά, ὅπου διὰ τὴν ἀχρηστία τοὺς ρίπτονται ἔξω τῆς πόλεως· τοιουτοτρόπως καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τότε, σὰν λιμασμένα σκυλιά, ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ἀπανθρώπως θέλουν δαγκάνει καὶ κατατρώγει.

Ὅπως οἱ ἄνθρωποι ἀναγκαζόμενοι ἀπὸ πείνα ὑπερβολικήν, κατατρώγουσι καὶ τὰ πλέον ἀκάθαρτα· γάτες, ποντίκια, καὶ σεσαπισμένα σκουλίκια, καὶ τί λέγω; Καὶ αὐτὰ τὰ ἴδια μέλῃ τους, καὶ αὐτὰ τοὺς τὰ τέκνα, καθὼς ἱστορεῖται καὶ εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς Ἱερούσαλημ, ἔτσι δὲν θέλουσι λείψει εἰς τὸν αἰῶνα τὸν ἅπαντα ἀπὸ τοὺς λιμασμένους ἁμαρτωλοὺς τὰ βρωμερά, πικρὰ καὶ ἀκάθαρτα φαγητά. Διότι, ἐν πρώτοις ἡ γλῶσσα τῶν κολασμένων, καὶ τὰ ὁλόγυρα τοῦ φάρυγγος, θὰ εἶναι πάντοτε βεβαμένα εἰς βάθος, καὶ κατακυριευμένα ἀπὸ ἕνα χυμὸν τόσον πικρόν, ὅπου νὰ ὑπερβαίνει τὴν καπνιάν, τὴν χολήν, καὶ αὐτὸ τὸ ἄψινθον.

 Οἱ σκώληκες οἱ ἀκοίμητοι, οἱ ὁποῖοι βασανίζουν τοὺς κολασμένους, εἶναι ἀληθινοὶ σκώληκες καὶ ἀνελεημόνως κατατρώγουν τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ εὑρίσκονται ἐκεῖ σχεδὸν ἀναρίθμητα πλήθη ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς σκώληκες, οἱ ὁποῖοι εἶναι φοβεροὶ εἰς τὸ εἶδος, μιαροί, ἄφθαρτοι, ἀχόρταστοι, ὅπου μὲ ξεχωριστὴν βάσανον, ἔξω ἀπὸ τὸ πῦρ, τυρανοῦν τῶν ταλαίπωρων κολασμένων τὰ σώματα καὶ προξενοῦν δριμύτατον πόνον καὶ βάσανον. Καὶ ἡ βάσανος αὐτὴ τῶν ἀκοίμητων σκωλήκων, ἐπειδὴ ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος εἶναι θανατηφόρος, ἀπὸ τὸ ἄλλο δὲν σηκώνει τὴν ζωὴν τῶν βασανιζομένων, μ’ ὅλον ὅπου ἐκεῖνοι εἰς κάθε στιγμὴν αὐτὸ ἐπιθυμούσι· διὰ τοῦτο, θέλει εἶναι ἡ μεγαλυτέρα καὶ δρυμυτέρα βάσανος, παρὰ ὄλας τὰς ἄλλας βασάνους. Ἔξω ἀπὸ τούτους τοὺς αἰσθητοὺς σκώληκας, εἶναι καὶ ἄλλος σκώληξ, ὁ ὁποῖος, ὄχι σάρκας ἀλλὰ τὴν ψυχὴ αὐτὴν κατατρώγει, καὶ καταδαπανᾷ, τουτέστιν ἐκεῖνος τῆς συνειδήσεως, ἀπὸ τὸν ὁποῖον θέλουν παρακινοῦνται οἱ κολασμένοι νὰ ταλανίζουν τὸν ἑαυτὸν τοὺς διατί, ὅταν ἐζοῦσαν, ἀθέτησαν τὸν ἐπιτήδειον καιρὸν τῆς σωτηρίας τους, καὶ καθ’ ὄλου τὸν παρέδραμον, γνωρίζοντες βέβαια, πὼς δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ ξαναγυρίσει πίσω ὁ καιρὸς ἐκεῖνος.

 Τὸ πῦρ τὸ ἄσβεστον, θὰ εἶναι σφοδρότατον καὶ καυστικώτατον, εἰς τρόπον ὅπου, ὅλα τὰ δάκρυα τῶν ἀνθρώπων, ὅλοι της γῆς οἱ ποταμοί, ὅλες οἱ λίμνες, ὅλες οἱ θάλλασες, καὶ αὐτὴ ἡ ἄβυσσος τῶν ὑδάτων, συνεχόμενα εἰς ἓν δὲν θέλουν δυνηθεῖ νὰ σβύσουν τὸν παραμικρὸν σπινθῆρα ἐκείνου τοῦ αἰωνίου πυρός, ποὺ κατακαίει μὲν τὰ κορμιὰ τῶν κολαζομένων, ὅμως δὲν τὰ καταδαπανᾷ, οὔτε τὰ καταφλέγει τελείως, οὔτε τὰ φέρει εἰς τὸ μηδὲν· μάλιστα δὲ μήτε μίαν τρίχαν, εἰς τόσας μυριάδας χρόνων καὶ εἰς ὄλον τὸν ἀτελεύτητον ἐκεῖνον αἰῶνα θέλει ἀφανίσει. Καὶ σύ, ὢ ἄνθρωπε, ὅπου σου φαίνεται βάσανος ἀνυπόφορος, ἐὰν ἐπάνω εἰς τὴν ἐπιφάνεια τῆς σαρκός σου, ἐν μίᾳ στιγμὴ δεχθεῖς μικρὸν σπινθῆρα φωτιᾶς, ὅπου εἶναι καῦσις ἀσθενέστατης φλογός, πὼς θέλεις ὑποφέρει, νὰ κείτεσαι ἡμέραν καὶ νύκτα εἰς ἀναμένο τηγάνι, καὶ κάμινον πυρίκαυστον;

Ο ΓΛΥΚΥΣ,

ΠΑΝΤΕΡΠΝΟΣ ΚΑΙ ΕΥΩΔΕΣΤΑΤΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

ΤΗΣ ΤΡΥΦΗΣ & ΤΗΣ ΤΕΡΨΕΩΣ

Ἀποστολικὴ Σαγήνη σελ. 223-224


 Ἐρώτησις : Ὁ Παράδεισος, αἰσθητὸς εἶναι, ἢ νοητός;

 Ἀπόκρισις : Ἐπειδὴ ὁ Παράδεισος ἔγινε διὰ τὸν Ἄνθρωπον, ὁ δὲ Ἄνθρωπος εἶναι αἰσθητὸς καὶ νοητὸς, μὲ σῶμα καὶ ψυχὴν, λοιπὸν καὶ ὁ Παράδεισος εἶναι αἰσθητὸς καὶ νοητός, ἐπίγειος καὶ Οὐράνιος.

 Ἐρώτησις : Εἰς ποῖον μέρος τῆς γῆς νὰ εἶναι τάχα οὗτος ὁ αἰσθητὸς Παράδεισος;

Ἀπόκρισις : Εἰς τὸ πλέον, ὑψηλόν, καθαρόν, εὐγενικὸν καὶ εὐωδέστατον μέρος τῆς γῆς εἶναι οὗτος ὁ αἰσθητὸς καὶ ἐπίγειος Παράδεισος, μὲ διάφορα καὶ ποικιλοειδῆ δένδρα κεκοσμημένος, μὲ εὐωδέστατα καὶ μυρίπνοα ἄνθη ἐστολισμένος, καὶ μὲ τερπνοτάτους καὶ γλυκυτάτους καρποὺς πεπλουτισμένος· ἐκεῖ μέσα ἡ γῆ του εἶναι τόσον εὐώδης, εὔκαρπός τε καὶ καθαρὰ ὡς σχεδὸν κρύσταλλος, καὶ ἀργυροχρυσοειδὴς καὶ λαμπρὰ ἤ μᾶλλον εἰπεῖν λαμπροτέρα χρυσίου καὶ ἀργυρίου, μαργαροειδής, σμαραγδοειδὴς καὶ ποικιλόχροος, ἡ ὁποία ἀποδίδει πρὸ τῆς σκαφῆς τοὺς καρποὺς· ἤ νὰ εἰπῶ· ἀληθέστερον, εἶναι πάντοτε, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς ἀπεράντους αἰῶνας ἀμετάβλητος, ἄτρεπτος ἀπὸ τὴν ὡραιοτάτην ἐκείνην μορφὴν καὶ καλλονήν, ὅπου πανσόφως, ὁ ἀρχιτέκτων καὶ ἀρχιτε-χνίτης Θεός, μὲ μόνον λόγον ἐξ ἀρχῆς τὸν ἐφύτευσεν ἐν Ἐδὲμ, ἄφθαρτον, ἀμόλυντον, καθαρόν, λεπτόν, λαμπρόν, φωτεινόν, μέσα εἰς τὸν ὁποῖον ὁ αἰσθητὸς οὗτος ἤλιος λάμπει μὲ θαυμασιωτάτην καὶ ὑπερβάλλουσαν λαμπρότητα ἡμέρας τε καὶ νυκτός· ἐκεῖ δὲν διαδέχεται ἡ ἡμέρα τὴν νύκτα, καὶ ἡ νὺξ τὴν ἡμέραν, ἀλλ’ ἔστι μία ἡμέρα ἀνέσπερος τε καὶ διαυγής, τόπος φωτεινός, χλοερός, ἀναψύξεως, ἔνθα ἀπέδρα πᾶσα λύπη καὶ στεναγμός, καὶ ὀδύνη· ἐκεῖ μέσα ἐμφαίνεται ἤ μᾶλλον εἰπεὶν λάμπει καὶ ἀκτινοβολεῖ ἐμφανέστερον, καὶ ἐκτυπώτερον, καὶ τὸ ἀνεκλάλητον καὶ ὑπέρλαμπρον φῶς τοῦ νοητοῦ τῆς Δικαιοσύνης Ἡλίου· ἐκεῖ μέσα εἶναι τὰ νερὰ λαμπρὰ καθαρά, γλυκὰ ἤ μᾶλλον εἰπεῖν γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον, μυριστικά, εὐώδη· ἐκεὶ μέσα φυςᾷ εἷς γλυκὺς καὶ δρο-σερὸς ζέφυρος, ὁ ὁποῖος εἶναι τόσον εὐώδης καὶ μοσκοβολημένος, ὅπου διαδιδόμενος καὶ εἰς τὰ ἐγγύς μέρη, κάμνει τὰ δένδρα καὶ τὰς βοτάνας ὅλας τῶν μερῶν ἐκείνων εὐώ-δεις καὶ ἀρωματικάς· καὶ εἶναι μὲ ἕνα λόγον ὁ αἰσθητὸς οὗτος καὶ ἐπίγειος Παράδεισος ἡνωμένος σχεδὸν μὲ τὸν νοητόν, καθὼς ἦτο καὶ ἡ ψυχῆ τοῦ Ἀδὰμ καὶ τῆς Εὔας, ἡνωμένη μὲ τὸ σῶμα διὰ τοὺς ὁποίους καὶ ἔγινε.

 Ἐρώτησις : Ἐμάθομεν διὰ τὸν αἰσθητὸν καὶ ἐπίγειον Παράδεισον, εἰπέ μοι, παρακαλῶ, διὰ τὸν νοητόν, εἰς ποῖον μέρος, καὶ ποίου εἴδους εἶναι;

 Ἀπόκρισις : Ὤχ, μὲ ἠρώτησες πρᾶγμα, ὅπου ὑπερβαίνει πάντα νοῦν καὶ διάνοιαν Ἀγγελικήν· πολλῷ μᾶλλον Ἀνθρώπινον, καὶ μάλιστα ὡς τὴν ἰδικήν μου ἀσθενῆ, καὶ ἐσκοτισμένην, χαμερπῆ, καὶ τεταπεινωμένην διὰ τὰς πολλὰς ἁμαρτίας μου· ὁ νοητὸς Παράδεισος, ἂν ἐρωτᾷς, ποῦ εἶναι, σοῦ ἀποκρίνομαι, εἰς τὸν πᾶν, καὶ εἰς τὸ ὑπὲρ πᾶν· ἀόρατος, ἀκατάληπτος, ἀνέκφραστος, ἀνεκδιήγητος, ἀπεριόριστος καὶ ἀπερίγραπτος· καὶ οὗτος εἶναι ὁ ἐν Τριάδι ὑμνούμενός τε καὶ δοξαζόμενος τῶν ὅλων Θεός, Πατήρ, Υἱός καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ὂ φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, ὁ ἄδυτος καὶ ἀνέσπερος τῆς δικαιοσύνης Ἥλιος· τί εἴδους δὲ εἶναι οὐδεὶς εἶδεν, οὔτε οἱ Ἄγγελοι τοῦ Οὐρανοῦ· οὐδεὶς γὰρ Θεὸν ἑώρακε πώποτε· μέσα λοιπὸν εἰς τοῦτον τὸν νοητὸν Παράδεισον εἶναι καθ’ ὑπερβολὴν κατ’ἐξοχήν, ἐντελῶς ὅλαι αἱ δόξαι, ὅλαι αἱ χάριτες, ὅλαι αἱ λαμπρότητες, ὅλαι αἱ μακαριότητες, ὅλοι οἱ θησαυροί, ὅλαι αἱ εὐτυχίαι, ὅλαι αἱ εὐδαιμονίαι· ὅλα, ὅλα τὰ ἀγαθὰ «ἂ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε, καὶ οὗς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν Ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη ποτέ·» καὶ χαρὰ εἰς ἐκεῖνον, ὅπου τὸν ἀποκτήσει ἀπ’ἐδῶ ἔτι μέσα εἰς τὴν ψυχήν του· διότι ὁ τοιοῦτος θέλει γένῃ καὶ πρὸ τοῦ θανάτου ἀθάνατος, καὶ μετὰ θάνατον μεμακαρισμένος ἐν γενεαῖς γενεῶν εἰς ἀπεράντους καὶ ἀτελευτήτους αἰῶνας αἰώνων.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου