Δημοφιλείς αναρτήσεις

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Η μεγάλη πλάνη: “Εγώ πάτερ μου είμαι πολύ καλός χριστιανός​,ταπεινός και δίκαιος”


 

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Τί εἶναι τό μυστήριο τῆς μετάνοιας;
Εἶναι τό μυστήριο πού ἱδρύθηκε ἀπό τόν Κύριο γιά νά καλύψει μιά βαθιά ἀνάγκη τοῦ πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας. ᾿Επειδή ὁ ἄνθρωπος μετά τό βάπτισμά του -στό ὁποῖο ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ἀναγεννήθηκε πνευματικά- δέν παύει νά κάνει ἁμαρτίες ὑποκύπτοντας στήν ἁμαρτητική ὁρμή τῆς φύσεως, ὁ πανάγαθος Κύριος ἵδρυσε εἰδικό μυστήριο γιά ν’ ἀντιμετωπίζονται οἱ δύσκολες ὧρες τῆς ζωῆς τῶν πιστῶν, νά λαμβάνουν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων τους καί ν’ ἀπαλλάσονται ἀπό τό βάρος τῆς ἐνοχῆς πού προέρχεται ἀπό τά παραπτώματά τους. Θά λέγαμε, λοιπόν, ὅτι ἡ μετάνοια εἶναι τό ἱερό ἐκεῖνο μυστήριο κατά τό ὁποῖο αὐτός πού μετανιώνει εἰλικρινά γιά τ’ ἁμαρτήματά του καί τά ἐξομολογεῖται στόν πνευματικό τῆς ᾿Εκκλησίας λειτουργό λαμβάνει ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἀνακτώντας τή δικαίωση πού τυχόν ἔχασε διά τῆς ἁμαρτίας, γινόμενος καί πάλι φίλος καί τέκνο ἀγαπητό τοῦ Θεοῦ.
῾Η μετάνοια ὀρθῶς χαρακτηρίζεται ὡς βάπτισμα δεύτερο, γιατί σ’ αὐτή ἐπαναλαμβάνονται στίς ψυχές τά σωτήρια ἀγαθά τοῦ πρώτου βαπτίσματος, ἡ ἄφεση δηλαδή τῶν ἁμαρτιῶν καί ἡ ἐξάλειψη τῆς ἐνοχῆς καθώς καί τῶν ἀπορρεουσῶν ἀπό τήν ἁμαρτία ποινῶν. Οἱ ὀνομασίες τοῦ μυστηρίου, ἀνάλογα μέ τήν ἄποψη ἀπό τήν ὁποία ἐξετάζεται καί τά ἀποτελέσματα πού ἔχει, εἶναι· μετάνοια, ἐξομολόγηση, ἐξαγόρευση, κ.ἄ.

Ποιός εἶναι ὁ ἱδρυτής τοῦ μυστηρίου;
῾Ιδρυτής τοῦ μυστηρίου εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός. Τοῦτο στηρίζεται στήν ἐξουσία τοῦ «ἀφιέναι ἐπί τῆς γῆς ἁμαρτίας», μέ τήν ὁποία ἐφοδίασε ὁ Σωτήρας τήν ᾿Εκκλησία του, ὅπως βλέπουμε στούς λόγους του πρός τόν Πέτρο· «…καί δώσω σοι τάς κλεῖς τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, καί ὅ ἐάν δήσῃς ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅ ἐάν λύσῃς ἐπί τῆς γῆς ἔσται λελυμένον ἐν τοῖς οὐρανοῖς»271, μάλιστα δέ σέ ὅσα εἶπε σέ ὅλους τούς μαθητές· «᾿Αμήν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐάν δήσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τοῖς οὐρανοῖς, καί ὅσα ἐάν λύσητε ἐπί τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ»272· Τέλος καί σέ ὅσα τούς εἶπε μετά τήν ἀνάσταση, ἀποστέλλοντάς τους νά κηρύξουν τό Εὐαγγέλιο σέὅλη τή γῆ· «Λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον· ἄν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίηνται αὐτοῖς· ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται»
Στό μυστήριο τῆς μετάνοιας συγχωροῦνται ὅλες οἱ ἁμαρτίες τῶν ἀνθρώπων;
Ναί ὅλες, ὅταν ὑπάρχουν φυσικά οἱ ἀπαραίτητες συνθῆκες, εἴτε μεγάλες εἶναι (οἱ ἁμαρτίες) εἴτε μικρές, εἴτε ἐλαφρές εἴτε βαριές, εἴτε συγγνωστές εἴτε θανάσιμες. ῞Οτι συγχωροῦνται καί οἱ πιό μεγάλες ἁμαρτίες εἶναι μυριόλεκτο στήν ῾Αγία Γραφή. Τοῦ ληστῆ στό σταυρό συγχωροῦνται ὅλα τά ἐγκλήματα, ὅπως καί τῆς μοιχαλίδας ὁ ἀκάθαρτος βίος, ἐνῶ ὁ Παῦλος συγχωρεῖ τόν αἱμομείκτη ἀφοῦ τόν καθυπέβαλε πρῶτα σέ μετάνοια.
Εἶναι δέ γνωστό ἀπό τήν ἱστορία, ὅτι ἡ᾿Εκκλησία πάντοτε ἀπεδοκίμαζε ὅλους ἐκείνους τούς αἱρετικούς καί σχισματικούς (Μοντανιστές, Νοβατιανούς, Δονατιστές, Λουκιφεριανούς), οἱ ὁποῖοι, ἔχοντας αὐστηρές ἀρχές, ἀμφισβητοῦσαν ἀπό τήν ᾿Εκκλησία τό δικαίωμα νά συγχωρεῖ βαριά ἁμαρτήματα, ὅπως ἦταν ὁ φόνος, τά σαρκικά μολύσματα, ἡ εἰδωλολατρία καί ἡ ἔκπτωση ἀπό τήν πίστη κατά τούς διωγμούς. Καί λέγεται μέν στή Γραφή ὅτι ἡ ἁμαρτία κατά τοῦ῾Αγίου Πνεύματος δέν συγχωρεῖται οὔτε στόν παρόντα αἰώνα οὔτε καί στόν μέλλοντα· ὅμως αὐτό δέν ὀφείλεται σέ ἀδυναμία τῆς μυστηριακῆς χάριτος νά συγχωρήσει τήν ἁμαρτία αὐτή, ἀλλά στίς ὑποκειμενικές συνθῆκες τοῦ βλασφημοῦντος, ὁ ὁποῖος σέἔσχατη πώρωση ψυχῆς περιελθών, διασύρει βάναυσα τήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί ὡς ἐκ τούτου δέν μπορεῖ νά μετανοήσει καί νά συγχωρεθεῖ.

Ποιά εἶναι τά συστατικά τοῦ μυστηρίου τῆς μετάνοιας;
Εἶναι ἡ ἰδίως μετάνοια καί ἡ ἐξομολόγηση. ῾Η πρώτη εἶναι ἡ τροφοδοτούμενη ἀπό τήν πίστη καί τήν ἀγάπη θλίψη καί συντριβή τῆς ψυχῆς γιά τή θλιβερή ἁμαρτωλή της κατάσταση, μή ἀποκλειομένου καί τοῦ φόβου ἐν ὄψει τῶν ποινῶν τῆς κολάσεως, μαζί μέ ἀπόφαση ν’ ἀπαρνηθεῖ ὁ ἁμαρτωλός τό βεβαρημένο παρελθόν του καί ν’ ἀλλάξει τρόπο ζωῆς. ῾Η διαδικασία αὐτή, σαφῶς ἠθικοῦ χαρακτήρα, εἶναι ἀπαραίτητη συνθήκη γιά τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτιῶν. ῞Οπου δηλαδή ὑπάρχει ἀληθής μετάνοια, ἐκεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ θά δώσει συγχώρηση τῶν ἁμαρτημάτων. ῾Η δεύτερη δέ, ἡ ἐξομολόγηση 274, εἶναι ἡ διά ζώσης ἐξαγόρευση τῶν ἁμαρτημάτων ἐνώπιον τοῦ πνευματικοῦ πατέρα, δηλαδή τοῦ λειτουργοῦ τῆς ᾿Εκκλησίας. ῾Η ἐξαγόρευση ἐπιβάλλεται ἀπό τή φύση τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου. ᾿Εδῶ ἔχουμε πνευματική νόσο, ἀσθένεια ψυχῆς. ῎Εχουμε φόρτιση συναισθηματική, ἀγωνία, ἄγχος, ἀνηλεές μαστίγωμα συνειδήσεως ταραγμένης, ἡ ὁποία ἐπιζητεῖ ἠρεμία καί γαλήνευση. ῎Εχουμε καί ἰατρό πνευματικό, ὁ ὁποῖος εἶναι ταγμένος ἀπό τό Θεό νά γιατρεύει τά ψυχικά νοσήματα. Πῶς ὅμως ὁ ἱερέας θά μπορέσει νά ἐκπληρώσει τό χρέος του αὐτό, νά κάνει καλά τόν ψυχικῶς ἀσθενούντα ἁμαρτωλό, ἄν ὁ τελευταῖος δέν γνωστοποιήσει σ’ αὐτόν τά ἁμαρτήματά του; Πῶς θά θεραπεύσει τόν ἁμαρτωλό ὁ πνευματικός πατέρας ἄν δέν διαγνώσει πρῶτα τή φύση τῆς πνευματικῆς ἀσθένειας, τόν πόνο καί τήν ταλαιπωρία τῆς ψυχῆς, τά ἐλατήρια καί τήν εἰλικρίνεια τῆς ἐξαγορεύσεως; Μήπως καί ὁ φυσικός γιατρός μπορεῖ νά κάνει καλά ἕναν ἄρρωστο, ἄν δέν τόν ἐξετάσει προσεκτικά κι ἄν δέν διαγνώσει τή φύση τῆς ἀρρώστιας, ὥστε νά ἐπιβάλει τή δέουσα ἰατρική καί φαρμακευτική ἀγωγή;

Δέν μπορεῖ ὁ ἁμαρτωλός νά λάβει ἄφεση ἁμαρτιῶν ἀπ’ εὐθείας ἀπό τό Θεό κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογεῖται στόν ἱερέα τίς ἁμαρτίες του;
῞Ότι  ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καί πρέπει νά ζητεῖ ἀπό τό Θεόἄφεση ἁμαρτιῶν διά τῆς προσευχῆς εἶναι ἀναντίρρητο. Αὐτό ἀποτελεῖ βασικό στοιχεῖο μιᾶς ἀληθινῆς προσευχῆς. Αὐτό μᾶς διέταξε καί ὁ Κύριος, δίνοντάς μας τό πρότυπο τῆς ἀληθινῆς προσευχῆς· «Καί ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν». Αὐτό ὅμως σέ καμιά περίπτωση δέν μπορεῖ νά ἀντικαταστήσει τό ἱερό μυστήριο τῆς μετάνοιας, ἀλλά νά γίνεται παράλληλα μέ αὐτό. ῎Αραγε νά μή γνώριζε καλά τά πράγματα ὁ Κύριος ὅταν ἵδρυε τό μυστήριο καί τό παρέδιδε στούς μαθητές του μέ τή μορφή τῆς ἐξαγορεύσεως; ᾿Αλλά καί ψυχολογικά, ὅταν ἀπευθύνουμε στό Θεό τό αἴτημα ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν μας, μήπως ἔχουμε βεβαίωση περί πληρώσεως τῆς προσευχῆς μας; Εἴμαστε βέβαιοι γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μας; Βέβαια ὄχι. ῾Η πλήρωση ἤ ὄχι τοῦ αἰτήματός μας εἶναι κρυμμένη βαθιά στή βουλή τοῦ Θεοῦ, τήν ὁποία ἀγνοοῦμε πιστεύοντας βέβαια ὅτι θά τήν πετύχουμε.
᾿Αντίθετα, στό ἱερό μυστήριο τῆς ἐξομολογήσεως, ὅταν προσερχόμαστε σ’ αὐτό καθώς πρέπει, ἔχουμε ἀπόλυτη βεβαιότητα γιά τήν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἡ χάρη Του θά μᾶς ἐλευθερώσει ἀπό τό βάρος τῆς ἐνοχῆς καί τῶν ποινῶν τῶν προσωπικῶν μας ἁμαρτημάτων. ῾Η αἴσθηση καί ἡ πληροφόρηση αὐτή εἶναι ὑπέρτατο ἀγαθό, τό ὁποῖο γεμίζει ἀνακούφιση, χαρά καί ἀγαλλίαση τίς πονεμένες ψυχές πού μαστιγώνονται ἀλύπητα ἀπό τήν ἁμαρτία, τό φαρμάκι αὐτό τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπάρξεώς μας. Νά ὑποθέσουμε ὅτι οἱ αἰτιάσεις κατά τῆς ἐξομολογήσεως προέρχονται ἀπό ντροπή νά φανερώσουμε στόν ἱερέα τ’ ἁμαρτήματά μας;

Πότε παρέχεται ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων;
Κατά τήν ὥρα τῆς ἀναγνώσεως τῆς συγχωρητικῆς εὐχῆς ἀπό τόν ἱερέα. ῞Οταν ὁ λειτουργός τῆς ᾿Εκκλησίας διαγνώσει εἰλικρινή μετάνοια στόν ἐξομολογούμενο, τότε τόν ἀπολύει ἀπό τήν ἐνοχή τῆς ἁμαρτίας, διαβάζοντάς του τήν καθιερωμένη ἀπό τήν ᾿Εκκλησία εὐχή. ῾Ο ἱερέας ἀπολύει τόν ἁμαρτωλό σάν κριτής, ἀσκώντας τήν ἐξουσία πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός νά συγχωρεῖ ἁμαρτίες. Κάνει κάτι ἀνάλογο μέ τόν κοσμικό δικαστή, ὁὁποῖος ἔχει ἀπό τήν πολιτεία τήν ἐξουσία νά κρίνει τίς παραβάσεις τῶν νόμων ἀπό τούς πολίτες· μέ τή διαφορά ὅτι, ἐνῶ ὁ κοσμικός δικαστής ἀθωώνει ἤ καταδικάζει τούς πολίτες, τοῦ ἱερέα ἡ ψῆφος εἶναι μόνο ἀθωωτική, ποτέ δέ καταδικαστική.
Καί μιά λέξη ἀκόμη· ἐνῶ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας, σύμφωνα μέ τό πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδοξίας καί στήν ἰδιότητά του ὡς ἀντιπροσώπου καί ὀργάνου τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ἱδρυτῆ τῶν μυστηρίων, ἱκετεύει τό Θεό νά συγχωρήσει δι’ αὐτοῦ τόν ἁμαρτωλό, ὁ ἱερέας τῆς Δυτικῆς ᾿Εκκλησίας σύμφωνα μέ τό πνεῦμα της νά ἐξαίρει τόν κλῆρο ὑπέρ τό λαό, ἀπολύει τόν ἁμαρτωλό αὐτοδικαίως (ἂἆὖ῏ἢ῟ἶὸ).

Τί εἶναι τά ἐπιτίμια (ὁ κανόνας);
῾Ο ἱερέας, ὡς ἰατρός ψυχῶν, πρίν ἀπό τό μυστήριο ἤ μετά ἀπό αὐτό μπορεῖ νά ἐπιβάλει σ’ αὐτόν πού πρόκειται νάἐξομολογηθεῖ ἤ ἀφοῦ ἔχει ἐξομολογηθεῖ, ἐπιτίμια εἴτε γιά νά τόν προετοιμάσει νά δεχθεῖ καρποφόρως τό μυστήριο, ἤ ἀφοῦ λάβει ἄφεση ἁμαρτιῶν νά τόν στερεώσει στόν πνευματικό ἀγώνα κατά τῆς ἁμαρτίας καί στήν ἀνακαίνιση τῆς πνευματικῆς του ζωῆς. Τέτοια ἐπιτίμια εἶναι ἡ συχνή προσευχή, ἡ ἀνάγνωση ψυχωφελῶν βιβλίων, ἡἐλεημοσύνη, ἡ ἀποδημία στούς ἁγίους Τόπους καί ὅ,τι ἄλλο κρίνει πρόσφορο ὁ ἱερέας νάἐπιβάλει στό μετανοούντα ἁμαρτωλό γιά τήν πνευματική του εὐστάθεια. Πρέπει ὅμως νά προσέξουμε καλῶς ὅτι τά ἐπιτίμια εἶναι ἁπλές παιδαγωγίες, φάρμακα πνευματικά ἀποσκοποῦντα στήν πνευματική βελτίωση τοῦ ἐξομολογηθέντος, κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού ἐπιβάλλει καί ὁ φυσικός γιατρός (δίαιτα κ.λπ.) στόν ἀναρρώνοντα ἀσθενή. Τάἐπιτίμια δέν εἶναι κάτι πού ἀνήκει οὐσιαστικά στή φύση τοῦ μυστηρίου καί τό ὁποῖο, ἄν παραλειφθεῖ, μπορεῖ νά ζημιώσει τήν ὁλοκληρία του.
Σέ κάθε περίπτωση ἡ ἐπιβολή τῶν ἐπιτιμίων εἶναι σκόπιμη, γιαυτό μποροῦν εἴτε νά μετριασθοῦν εἴτε τελείως νά ἀρθοῦν, ἀνάλογα μέ τήν ἐκτίμηση τοῦ πνευματικοῦ πατέρα. Αὐτό ὅμως πούἔχει ἰδιαίτερη σημασία εἶναι νά μήν τά θεωρήσουμε ὡς ποινές πού ἐπιβάλλονται στόν ἁμαρτωλό γιά νά ἱκανοποιηθεῖἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ὅπως διδάσκει σχετικά ἡ Δυτική᾿Εκκλησία. Δέν ἔχουν δηλαδή χαρακτήρα ἱκανοποιητικό.

Υπάρχουν διαφορές στό μυστήριο τῆς μετάνοιας μεταξύ ᾿Ορθοδόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν;
῾Ως πρός τήν οὐσία τοῦ μυστηρίου δέν ὑπάρχουν διαφορές. ῾Υπάρχουν ὅμως σχετικά μέ τή φύση τῶν ἐπιτιμίων καί ἄλλων ἀντιλήψεων σχετιζομένων μέ αὐτά, τά ὁποῖα κατά διαφορετικό τρόπο ἐκδέχεται ἡ κάθε μία ᾿Εκκλησία.
᾿Ενῶ κατά τήν ᾿Ορθόδοξη πίστη τά ἐπιτίμια εἶναι, ὅπως ἤδη παρατηρήσαμε, παιδαγωγίες καί φάρμακα πνευματικά ἀποβλέποντα στή διασφάλιση τῆς μετάνοιας τῶν ἁμαρτωλῶν καί στή στερέωσή τους στό νέο βίο τόν ἀρξάμενο μέ τήν μετάνοια, ἡ Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία τά θεωρεῖὡς μέσα κατευναστικά καί ἱκανοποιητικά τῆς θείας δικαιοσύνης.
Τό ρωμαιοκαθολικό αὐτό δίδαγμα στηρίζεται στήν περί ποινῶν ἰδιαίτερη ἀντίληψη τῆς δυτικῆς θεολογίας. Κατ’ αὐτήν οἱ ποινές οἱ ὀφειλόμενες στά ἁμαρτήματα -κυρίως τά σοβαρά- εἶναι δύο εἰδῶν, οἱ αἰώνιες καί οἱ πρόσκαιρες. Καί οἱ μέν αἰώνιες συγχωροῦνται στό μυστήριο τῆς μετάνοιας, ὄχι ὅμως καί οἱ πρόσκαιρες (οἱ ἐλαφρότερες δηλαδή), διά τήν ἄρση τῶν ὁποίων ὁ ἁμαρτωλός πρέπει νά τιμωρηθεῖ, ὥστε διά τῆς τιμωρίας του νά ἱκανοποιηθεῖἡ θεία δικαιοσύνη. Οἱ ποινές αὐτές πού ἔχουν ἐξιλαστικό χαρακτήρα πληρώνονται στή γῆ αὐτή ἀπό τούς ἁμαρτωλούς· ἄν ὅμως δέν προλάβουν, τούς προλάβει δηλαδή ὁ θάνατος, θά συνεχίσουν τήν ἀποπληρωμή τους μετά θάνατο, σέ εἰδικό τόπο βασάνων, τό λεγόμενο καθαρτήριο (Ρ῟ἶὼὰὦ῏ἶἂ῟ἣ)275. ῞Οπως καί ἡ λέξη φανερώνει, στό καθαρτήριο πῦρ οἱ ψυχές καθαίρονται, καθαρίζονται ἀπό τά ὑπολείμματα τῆς ἁμαρτίας, τιμωρούμενες. Μετά τό πέρας τῆς καθάρσεως οἱ ψυχές βγαίνουν ἀπό τό καθαρτήριο, εἰσερχόμενες στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ᾿Εννοεῖται ὅτι οἱ θανάσιμα ἁμαρτήσαντες στή ζωή καί μή μετανοήσαντες σέ τίποτε δέν ὠφελοῦνται, ἀλλά μόνο κολάζονται. Σέ ὅλη αὐτή τή θλιβερή διαδικασία τῶν τέκνων της ἡ᾿Εκκλησία, σάν μητέρα στοργική, δέν μένει ἀπαθής καί ἀδιάφορη. Μέ τήν ἐξουσία πού ἔχει ἀπό τό Θεό καί χρησιμοποιώντας τό θησαυρό τῆς περισσεύουσας ἀξιομισθίας τῶν ἁγίων, μπορεῖ νά παρέμβει δραστικά ὑπέρ τῶν ὀδυνωμένων τέκνων της, συντέμνουσα ἤ αἴρουσα παντελῶς τίς ποινές εἴτε ἐδῶ στή γῆ, εἴτε στό καθαρτήριο, ἐκδίδοντας γραπτές ἀφέσεις276 ὀνομαστικά γιά κάθε βασανιζόμενο τέκνο της, στίς ὁποῖες βεβαιώνεται μέὑπογραφή ἡ ἄρση τῶν βασάνων, ὥστε νά ἡσυχάζουν ἀπό τό μαρτύριό τους τά τέκνα της.
Τά διδάγματα αὐτά φυσικά δέν μπορεῖ νά ἐπικροτήσει ἡ᾿Ορθόδοξη Καθολική᾿Εκκλησία. Πρωτίστως δέν εἶναι ὀρθή ἡ διάκριση τῶν ποινῶν σέ αἰώνιες καί πρόσκαιρες καί μάλιστα ὅτι οἱ αἰώνιες στή μετάνοια συγχωροῦνται, οἱ δέ πρόσκαιρες ὄχι καί ὅτι γιά τίς τελευταῖες πρέπει νά ἐξιλεώσει τό Θεό τιμωρούμενος ὁἄνθρωπος. Δηλαδή ἡ μυστηριακή χάρη μπορεῖ νά συγχωρήσει τίς αἰώνιες ποινές, τίς βαρύτερες, καί ὄχι τίς ἐλαφρότερες, τίς πρόσκαιρες; Ποῦ δέ ὀφείλεται ἡἀδυναμία αὐτή; Νά εἶναι ἄραγε ἐλλειματική ἡ δύναμη τοῦ λυτρωτικοῦἔργου τοῦ Χριστοῦ, ὥστε νά μή μπορεῖ νά ἀφανίσει στήν ὁλότητά τους τίς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας; Νά δύναται τό μεγαλύτερο καί τό σημαντικότερο καί νά μή μπορεῖ τό μικρότερο καί τό λιγότερο σημαντικό; ᾿Αλλά γιατί ὁ Θεός νά μή συγχωρεῖ τίς ἐλαφρότερες ποινές καί νά ζητεῖ ἰδιαίτερη ἱκανοποίηση ἀπό τό ἁμαρτωλό πλάσμα του; Μήπως διατηρεῖ μέσα του σπινθήρα ὀργῆς τόν ὁποῖο πρέπει νά σβήσει ὁ ἁμαρτωλός εἰδικά τιμωρούμενος;
Καί στό ζήτημα τῶν ἀφέσεων ὑπάρχουν πολλά δυσοικονόμητα καί ἀκατανόητα. ῾Η σύντμηση ἤ ἡ πλήρης ἄρση τῶν ἐπιτιμίων στήν παρούσα ζωή εἶναι κάτι τό ὑγιές. Καί στήν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ὁ ἱερέας μπορεῖ νά συντομεύσει ἤ νά ἄρη τελείως τά ἐπιτίμια. Αὐτό ἔγκειται στήν ἱερατική ἐξουσία του, πού εἶναι δοσμένη σ’ αὐτόν ἀπό τό Θεό. Ποιά ὅμως ἔννοια ἔχει ἡ μετά θάνατο προέκταση τῆς διαδικασίας στό καθαρτήριο; Διότι, ἄν σκοπός εἶναι ἡ κάθαρση τῆς ψυχῆς, ἡ ἄρση της ὁπωσδήποτε θά βλάψει τήν ψυχή, ἀνακόπτοντας τήν ἀποκάθαρσή της. ῎Αλλωστε ποιά ἔννοια μπορεῖ νά ἔχει ἡ κάθαρση τῶν ψυχῶν σέ χώρους ὅπου ἀπουσιάζει κάθε δυνατότητα ἠθικῆς βελτιώσεως καί ἐξελίξεως; ᾿Εκτός κι ἄν ἡ ὅλη διαδικασία νοεῖται ὡς μηχανική ἀπότριψη τοῦ ρύπου τῆς ἁμαρτίας, πράγμα φυσικά ἐντελῶς ἀπαράδεκτο.
Τέλος καί ἡ διδασκαλία περί τοῦ θησαυροῦ ἀξιομισθίας τῶν ἁγίων, ὅπως τήν ἐννοεῖ καί τή χρησιμοποιεῖ ἡ Ρωμαϊκή᾿Εκκλησία, δέν βγάζει καί πολύ νόημα. ῞Ο,τι καλό κάνουν οἱ ἅγιοι τό κάνουν μέ τή βοήθεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καί ποτέ δέν βγαίνει ἔξω ἀπό τόν προσωπικό κύκλο τοῦ χρέους. Στή βάση αὐτή κρίνεται ἡ σωτηρία καί ἡ δόξα τους. ᾿Αλλά καί σέ περίπτωση πού ὑπάρχει περίσσεια ἀξιομισθίας, δέν κατανοοῦμε πῶς τά περισσεύματα αὐτά συγκεντρώνονται σέ ἰδιαίτερο ταμεῖο καί μάλιστα μποροῦν νά διατεθοῦν ἀπό τήν ᾿Εκκλησία γιά τή βοήθεια τῶν ἐνδεῶν μελῶν της πού τά ἔχουν ἀνάγκη. Οἱ σχέσεις στό πεδίο τῆς χάριτος εἶναι καθαρά προσωπικές. Δέν εἶναι σχέσεις λογιστικές καί ἐμπορικές, ὥστε νά μεταφέρει ὁ ἕνας στόν ἄλλον τά πνευματικά του πλεονεκτήματα. ῾Ο ἄνθρωπος σώζεται μέ βάση τό δικό του προσωπικό ἔργο. Φυσικά τά μέλη τῆς ᾿Εκκλησίας βοηθοῦν τό ἕνα τό ἄλλο πνευματικά· μόνο ὅμως διά τῆς προσευχῆς, τά δέ ἀποτελέσματα εἶναι καθαρά ζήτημα τῆς ἀγαθότητας τοῦ Θεοῦ. Περισσότερα ὅμως περί τῶν ὑπερτάτων ἔργων πού εἶναι ἡ βάση τῶν ἀξιομισθιῶν τῶν ἁγίων, κάναμε ἰδιαίτερο λόγο σέ προηγούμενό μας ἐρώτημα.

Τά μνημόσυνα πού κάνουμε γιά τούς νεκρούς ἔχουν κάποια ἀναλογία μέ τήν περί καθαρτηρίου πυρός πρακτική τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας;
Μόνο γενική καίἀπώτερη ἀναλογία ἔχουν, γιατί καί τά δύο ἀναφέρονται στή μετά θάνατο τύχη τῶν κεκοιμημένων. Στήν οὐσία ὅμως διαφέρουν σημαντικά. Κατά τήν ὀρθόδοξη πίστη τά μνημόσυνα εἶναι ἁπλές εὐχές τῆς ᾿Εκκλησίας πρός τό Θεό γιά τήν ἀνάπαυση τῶν ψυχῶν τῶν μελῶν της πού τά ἀπέσπασε ὁ θάνατος. Οἱ ἄνθρωποι πού πεθαίνουν δέν κουβαλᾶνε ὅλοι μαζί τους τήν ἴδια πνευματική κατάσταση. ῎Αλλοι εἶναι δίκαιοι, ἄλλοι μεγάλοι ἁμαρτωλοί πού δέν μετάνιωσαν γιά τ’ ἁμαρτήματά τους καί ἄλλοι, μετανοημένοι μέν, χωρίς ὅμως νά ἀξιοποιήσουν, ἀπό ἀδιαφορία καί ἀμέλεια, τή μετάνοιά τους. ῾Ο θάνατος τούς βρῆκε μέ κηλίδες ἁμαρτίας, οἱ ὁποῖες τούς ἐμποδίζουν νά δοῦν τό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ. Γιά τ’ ἁμαρτήματα αὐτά οἱ ψυχές ὀδυνῶνται στή μέση κατάσταση, ὅπου πηγαίνουν μετά θάνατο ὅλοι οἱ νεκροί. ῾Υπέρ ὅλων αὐτῶν ἡ᾿Εκκλησία, σάν στοργική μητέρα, τελεῖ τά ἱερά μνημόσυνα πρός ἀνακούφιση τῶν ψυχῶν καί ἀπαλλαγή τους ἀπό τήν ὀδύνη καί τόν πόνο τοῦ πνευματικοῦ μαρτυρίου. Τῶν μνημοσύνων ἔχουν ἀνάγκη κυρίως ἡ τρίτη τάξη τῶν νεκρῶν, γιατί τόσο οἱ δίκαιοι ὅσο καί οἱἄδικοι δέν χρειάζονται τά ἱερά μνημόσυνα, οἱ μέν πρῶτοι γιατί ζοῦν μέ γαλήνη καί ἠρεμία κοντά στό Θεό (στή μέση κατάσταση ἐννοεῖται), οἱ δέ ἄδικοι εἶναι δυνάμει καταδικασμένοι στήν κόλαση. Τά μνημόσυνα δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά προσευχές οἱ ὁποῖες παρέχουν ὄνηση (ὠφέλεια) στίς ψυχές τῶν νεκρῶν, χωρίς νά γνωρίζουμε τή φύση καί τήν ἔκταση τῆς ὠφέλειας αὐτῆς, τήν ὁποία γνωρίζει καί ρυθμίζει μόνο ὁ πανάγαθος Θεός.
Οἱ ἀντιλήψεις τῆς Ρωμαϊκῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι αἰσθητά ἀντίθετες μέ τίς πιό πάνω ἐκτεθεῖσες. Κατ’ αὐτήν τό καθαρτήριο πῦρ (Ρ῟ἶὼὰὦ῏ἶἂ῟ἣ) δέν εἶναι προσευχή τῆς ᾿Εκκλησίας ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, ἀλλά τόπος καθάρσεως καί ποινῶν τίς ὁποῖες πρέπει νάἐκτίσει ἡ ψυχή πού εὑρίσκεται σ’ αὐτό, γιά νά ἱκανοποιηθεῖἡ θεία δικαιοσύνη. Εἶναι πεδίο στό ὁποῖο ἐφαρμόζεται ἀπό τήν ᾿Εκκλησία ἡ πρακτική τῶν λυσιποίνων ἀφέσεων (συγχωροχαρτίων), τίς ὁποῖες χορηγεῖ ἐξουσιαστικάἡ᾿Εκκλησία (ὁ Πάπας). Παλαιότερα ἡ χορήγηση τῶν συγχωροχαρτίων γινόταν κατόπιν καταβολῆς χρημάτων ἀπό τούς συγγενεῖς τῶν πεθαμένων, πράγμα πού πολύ ἔβλαψε καί διέσυρε τήν ᾿Εκκλησία αὐτή στή Δύση. Εἶναι φανερόν ὅτι καμία οὐσιώδης ἀναλογία δέν ὑπάρχει μεταξύ τῶν ὀρθοδόξων μνημοσύνων καί τοῦ λατινικοῦ δόγματος περί καθαρτηρίου πυρός.

Τί διδάσκουν περί μετανοίας οἱ Διαμαρτυρόμενοι;
Σύμφωνα μέ τίς βασικές ἀντιλήψεις τους περί δικαιώσεως καί ἐκκλησιαστικοῦ ἱερατείου, οἱ Διαμαρτυρόμενοι δέν δέχονται τήν μετάνοια ὡς μυστήριο, τῆς ὁποίας ἀπορρίπτουν τά βασικά στοιχεῖα, τήν ἐσωτερική ἀπό ἀγάπη καί πίστη συντριβή τῆς ψυχῆς γιά τά ἁμαρτήματά της καί τήν ἐξωτερική ἐξομολόγηση στό λειτουργό τῆς ᾿Εκκλησίας. Κατ’ αὐτούς στό μυστήριο τοῦ ἱεροῦ βαπτίσματος σφυρηλατεῖται ἀκατάλυτος δεσμός μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων, ὥστε ὁποιαδήποτε ἁμαρτία μετά τό βάπτισμα, μικρή ἤ μεγάλη, νά μήν μπορεῖ νά διαλύσει τό δεσμό αὐτό καί νά τόν ἀφανίσει. Βεβαίως οἱ μετά τό βάπτισμα ἁμαρτάνοντες ἔχουν ἀνάγκη μετάνοιας· ὅμως ἡ μετάνοιά τους αὐτή, ὡς ἐπάνοδος στή διά τοῦ βαπτίσματος χορηγηθείσα ἄφεση, δέν ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο μυστήριο, ἀλλά ζωογόνηση τοῦ μυστηρίου τοῦ βαπτίσματος.
Τήν ἐξομολόγηση ἀπορρίπτουν οἱ Προτεστάντες σύμφωνα μέ τή βασική τους ἀντίληψη νά λαμβάνουν ἄφεση ἁμαρτιῶν ὄχι μέσῳ τῆς ᾿Εκκλησίας τῆς ὁποίας ἀρνοῦνται τόν ὁρατό χαρακτήρα, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπό τό Θεό. ῾Η ἐξομολόγηση, πού δέν ἔχει διαταχθεῖ κατ’ αὐτούς ἀπό τόν Κύριο, εἶναι τό πολύ ἀνεκτή περισσότερο γιά λόγους ψυχολογικούς. ῾Ο ποιμένας ἀναγγέλλει στόν ἐξομολογούμενο τήν ὑπόσχεση ἁπλῶς τοῦ Θεοῦ περί ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, γιά νά μήν ἀποκάμει καί ἀπελπισθεῖ ἀμφιβάλλοντας ἄν οἱ ἁμαρτίες του εἶναι συγχωρημένες στόν οὐρανό. ῞Οτι στό πνεῦμα αὐτό τῆς ἐξομολογήσεως τῆς στερούμενης τοῦ ἱερατικοῦ στοιχείου καί κριτηρίου εἶναι δυνατό νά χορηγήσει ἐν ἀνάγκῃ ἄφεση ἁμαρτιῶν καί ἕνας λαϊκός, δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ.
ΑΠΟ:  KANDYLAKI

Ορθόδοξες Πνευματικές Συμβουλές
Wednesday, 17 July 2013

Η μεγάλη πλάνη: “Εγώ πάτερ μου είμαι πολύ καλός χριστιανός,ταπεινός και δίκαιος”

 Του π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου

Πριν από τέσσερα χρόνια, ή πέντε, δεν ενθυμούμαι καλά, σας είχα αναφέρει ένα γεγονός, δεν ξέρω πόσοι από σας το είχατε ακούσει, το ξαναεπαναλαμβάνω, διότι έχει άμεση σχέση με το σημερινό Ευαγγελικό Ανάγνωσμα.

Ήρθε κάποιος χριστιανός, επαναλαμβάνω πριν από τέσσερα χρόνια, πέντε, δεν θυμούμαι, μου είπε το όνομά του, και ήλθε σε μένα επειδή είχε πεθάνει ο πνευματικός του, – γνωστός, από το Λοιμωδών, – και αμέσως μετά μου είπε: «Εγώ πάτερ μου, για να ξέρεις είμαι πολύ καλός χριστιανός, είμαι και ταπεινός, είμαι και δίκαιος», και τον ρώτησα από πού αυτό το συμπέρασμα.

Και μου απαντάει: «Έχω πολύτεκνη οικογένεια, είμαι τμηματάρχης στη Άλφα Δημόσια Υπηρεσία, πηγαίνω κάθε Κυριακή και γιορτή στην Εκκλησία, κάνω την προσευχή μου πρωί και βράδυ, δίνω πολλές ελεημοσύνες, και μάλιστα φτάνω μέχρι και την εντολή που δίνει ο Θεός, να δίνουμε μέχρι και το δέκατο από το μισθό μας, επισκέπτομαι τους αρρώστους στα νοσοκομεία, κατάκοιτους στα σπίτια, νηστεύω Τετάρτες και Παρασκευές και όλες τις Σαρακοστές, εξομολογούμαι τακτικά, κοινωνώ επίσης …»

Όλα αυτά μου θύμισαν αμέσως τον Φαρισαίο, διότι τίποτε περισσότερο από το Φαρισαίο δεν είπε, όχι ο Φαρισαίος όλα τα έκαμεν,«Διαβάζω την Καινή Διαθήκη», κι ο Φαρισαίος ήξερε τον Νόμον του Θεού,«Και μάλιστα πολύ καλά, και πολλά όλα ωραία βιβλία, όπου κι αν πάω, όπου κι αν σταθώ, μιλάω για τον Αντίχριστο, για το φοβερό ΕΚΑΜ, για το εξακόσια εξήντα έξι, και καυτηριάζω το κακό, κάνω αυστηρές παρατηρήσεις στο όνομα του δικαίου, και καυτηριάζω το κακό, και του Ευαγγελίου, σε όλους, στη γυναίκα μου, στα παιδιά μου, στους συγγενείς μου, στους υφισταμένους μου, στους γειτόνους μου, στους εργάτες μου, στους συγκάτοικούς μου, σ’ αυτούς που είναι στο δρόμο, παντού, σε όλους, σε όλους, …» δεν τον άφησα να, συνεχίσει βέβαια, διότι είχα καταλάβει αρκετά, και κείνη τη στιγμή, με φώτισε ο Θεός, αν και είμαι αμαρτωλός, όντως αμαρτωλός είμαι, αμαρτωλός και άθλιος και του είπα τα εξής :

«Αν θέλεις να μάθεις συ ο ίδιος, πόσο καλός άνθρωπος είσαι, και τι είδους χριστιανός είσαι, και αν αυτό που νομίζεις ότι είσαι, αρέσει στο Θεό, θα πας αμέσως τώρα μόλις φύγεις από δω, στη γυναίκα σου, και στα παιδιά σου, και αύριο μεθαύριο στους συγκατοίκους της πολυκατοικίας, στους συγγενείς, στους συναδέλφους και λοιπά, και θα τους ρωτήσεις να σου πουν με απόλυτη ειλικρίνεια, τι γνώμη έχουν για σένα. Και μάλιστα τι μουρμουρίζουν πίσω από την πλάτη σου, και τι γνώμη έχουν για τον Χριστιανισμό που εσύ αντιπροσωπεύεις. Αυτός είναι ο κανόνας που σου βάζω. Και θα ’ρθείς ύστερα από μερικές μέρες να μου απαντήσεις. Μέχρι τότε δεν έχει Θεία Κοινωνία. Και μόνον την αλήθεια, και όσοι διστάζουν να σου την γράψουν ανώνυμα, να την τυπώσουν στην γραφομηχανή, και στα κομπιούτερς που υπήρχαν τότε, και να στα παραδώσουν μέσε σε κλειστά φάκελλα για να ξέρεις. Και όταν βέβαια θα ακούσεις και θα διαβάσεις τις γνώμες των συνανθρώπων σου, να σταθείς, να πάς στην Εκκλησία και να σταθείς μπροστά στην εικόνα του Χριστού, και να Τον ρωτήσεις, ύστερα από όσα μου είπαν, και από όσα διάβασα, αν πεθάνω σήμερα Χριστέ μου, κληρονομώ την Βασιλεία Σου;»

Βέβαια, έφυγε θιγμένος, θυμωμένος, στεναχωρημένος και προβληματισμένος. Γύρισε όμως ύστερα από τρεις εβδομάδες. Έπεσε στα γόνατα και ομολόγησε φωνάζοντας:

«Πάτερ μου είμαι αμαρτωλός, είμαι εγωιστής, μού ’παν ότι είμαι σκληρόκαρδος, θυμώδης, καβγατζής, γκρινιάρης, άδικος, κουτσομπόλης, υπερήφανος, καινοδοξής, λαίμαργος, φιλάργυρος, άπιστος, άθεος, και όλοι μηδενός εξαιρουμένου μου είπαν ότι είμαι υποκριτής, υποκριτής. Και αν πεθάνω σήμερα, δεν έχω κανένα ίχνος μετανοίας, διότι έρχεται η εβδομάδα της Κυριακής των Απόκρεω, και ξέρω ότι εκείνη την Κυριακή διαβάζεται το Ευαγγέλιον της Κρίσεως. Αν πεθάνω που θα πάω;»

Δυστυχώς αδελφοί μου οι πιο πολλοί από μας, άλλος λιγότερο και άλλος περισσότερο του μοιάζουν. Πιστεύουμε ότι είμαστε καλοί άνθρωποι και καλοί χριστιανοί αλλά κάνουμε μεγάλο λάθος. Η πορεία μας στη ζωή μας, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα στην οικογένειά μας, και στον εργασιακό χώρο και στο κοινωνικό περιβάλλον, είναι απορία που ικανοποιεί τα πάθη, και δεν είναι πορεία για την κάθαρση, για τον αγιασμό, για την θέωση, για τη σωτηρία.

Όσο μας ξέρει ο σύντροφος της ζωής μας, δεν μας ξέρει κανένας άλλος. Και καμιά φορά όσο μας ξέρουν τα παιδιά μας, και όσο μας ξέρουν συνεργάτες, υφιστάμενοι και προϊστάμενοι, και τόσοι άλλοι, που γνωρίζουν και βλέπουν τα στραβά μας και τα λάθη μας και τις κακίες μας, τόσο καλά ώστε να ’μαστε εμείς τυφλοί και να μη τις βλέπουμε. Μόνον βέβαια ο Θεός γνωρίζει καλύτερα από όλους, ποιοι είμεθα στο βάθος του είναι μας, διότι Αυτός βλέπει μέσα στις καρδιές μας.

Μέσα μας βλέπει ο Θεός, δε βλέπει από έξω. Και δυστυχώς αν κρατήσουμε αυτήν την στάση, θα ακούσομε αυτό που είπε ο Κύριος: «Υπάγετε απ’ εμού κατηραμένοι, εις το πυρ το αιώνιον, το ητοιμασμένω τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού».

Γι’ αυτό και χρειάζεται η καθημερινή μετάνοια και η αλλαγή της ζωής μας, να μάθουμε από τώρα να ζούμε την αιώνια ζωή, ή μάλλον την ίδια ζωή που έζησε ο Χριστός πάνω στη γη. Να παλεύουμε λοιπόν και να αγωνιζόμαστε κάθε μέρα, για την κάθαρση, τον φωτισμό και τον αγιασμό. Και αν δεν τα καταφέρνουμε, άνθρωποι είμαστε, κι αν λυγίζουμε, και αν κάθε μέρα πέφτουμε, να σηκωνόμεθα, να ομολογούμε ότι είμεθα αμαρτωλοί, ότι είμεθα ένα τίποτα, μπροστά στον αγιασμό των αγίων και μπροστά στην Παναγιότητα και Παναγαθότητα του Αγίου μας Θεού. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε όπως έζησε ο Χριστός, και πρέπει να μάθουμε να τρεφόμεθα καθημερινά από τον άρτον της ζωής, απ’ τον άρτον της δικαιοσύνης, απ’ τον καθημερινό άρτο της κάθε αρετής που πρέπει να καλλιεργούμε.

«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες» είπε ο Κύριος, «ότι αυτοί χορτασθήσονται.» Και δεν είναι δικός μας μόνον χορτασμός. Είναι και χορτασμός του Χριστού, αλλά είναι και χορτασμός του πλησίον. Αν εγώ χορτάσω από αγάπη, θα την προσφέρω πρώτα στον Θεόν, και ύστερα θα την προσφέρω στον πλησίον. Θα αναπαυθεί ο Θεός, και θα πολλαπλασιάσει τις δωρεές Του μέσα μου. Και έτσι, δι’ αυτών των δωρεών, και δι’ αυτών των χαρισμάτων, θα χορτάσω με τον Άρτον του Χριστού, της δικαιοσύνης και της κάθε αρετής. Και τον πλησίον μου θα Τον ξεδιψάσω με τον λόγον του Θεού, τον αληθινόν λόγον, που θα βγαίνει μέσα από την πείρα της ζωής μου και της ζωής σου. Όχι μόνο από αυτά που διαβάζουμε, καλά είναι αυτά που διαβάζουμε, και καλώς πολύ καλά κάνουμε να τα μεταφέρουμε συχνά πυκνά στους δικούς μας, στα παιδιά μας, στις συντροφιές μας. Αλλά όμως πέρα από τις πείνες και τις δίψες τις υλικές που υπάρχουν γύρω μας, και τις οποίες κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο ας πούμε ότι καλύπτονται είτε από μας, είτε από την κοινωνική πρόνοια, αυτό είναι καθήκον όμως, υπάρχει πείνα και δίψα για αληθινό λόγο Θεού, και τον λόγον του Θεού ΔΕΝ τον συζητάμε στα σπίτια μας, δεν τον συζητάμε μεταξύ μας στις συντροφιές μας, δεν τον συζητάμε τον λόγον του Θεού και τους βίους των Αγίων και τα γεγονότα που περιγράφονται στα γεροντικά όταν συναντόμεθα μεταξύ μας, φιλικά απ’ το ένα σπίτι στο άλλο. Θα πείς, μας κοροϊδεύουν. Να μας κοροϊδέψουν αλλά εμείς να πούμε τον λόγον του Θεού.

Και ο αγώνας ο δικός μας, και των κληρικών και των λαϊκών, είναι να ομοιάσουμε τον Χριστό. Όλες οι ευχές της Θείας Λειτουργίας, αν τις προσέξτε καλά, γιατί σαν εδώθησαν προς μελέτη, οι ευχές αυτές της Θείας Λειτουργίας, με πάρα πολύ καλή ανάλυση και μέσα από την πράξη της ζωής, αγίων ανθρώπων, αγίων πιστών, αγίων απλών εφημερίων, κληρικών και ασκητών, σας εδόθη η ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας. Αν λοιπόν προσέξουμε καλά, θα δούμε ότι ο σκοπός είναι ο αγιασμός της ψυχής μας, είναι να χορταίνουμε από τον ίδιο τον Χριστό, και αυτό που περισσεύει, να το δίνουμε στους άλλους.

Έχω αγάπη; Θα σας δώσω.
Δεν έχω; Δε θα σας δώσω.
Έχετε αγάπη; Θα τη δώσετε.
Έχετε υπομονή; Θα τη δώσετε, κάνοντάς την.
Έχετε πραότητα και ειρήνη; Θα τη δώσετε!
Δηλαδή έχετε χάρη Θεού; Θα δώσετε.
Έχουμε Χάρη; Θα δώσουμε.
Δεν έχουμε; Δεν θα δώσουμε.

Μας παρασέρνουν πότε το ένα πάθος και πότε το άλλο, και έτσι λοιπόν αντί να προσφέρουμε την ταπείνωση και την πραότητα που ζητάει ο Θεός από μας, εμείς προσφέρουμε αγριότητα, θυμό, νεύρα, αντιλογία, αντιρρήσεις, και χαλάμε την ειρήνη του σπιτιού μας. Και ξεχνάμε αυτό που μας είπε ο Πανάγιος Θεός «μάθετε απ’ εμού, ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς ημών». Δεν έχουμε ειρήνη μέσα μας. Δεν έχουμε ανάπαυση. Δεν έχουμε γαλήνη, όχι επειδή είμαστε άρρωστοι, – οι αρρώστιες βέβαια είναι αλήθεια ότι προσφέρουν ταραχή, δεν αφήνουν ήσυχο και το σώμα, οι πολλές και ποικίλες που έχουμε – αλλά όμως όταν υπάρχει μέσα μας ειρήνη, η ειρήνη του Θεού που υπερέχει, κάθε σκέψη και κάθε νουν που φτάνει μέχρι τον ουρανό, αυτή η ειρήνη ειρηνεύει και το σώμα, ειρηνεύει τις αισθήσεις, ειρηνεύει τους λογισμούς και άμα αυτή η ειρήνη πλημμυρίσει την ψυχή μας ύστερα από προσευχή, η ειρήνη επικρατεί και στο σπίτι. Η ειρήνη επικρατεί και στο περιβάλλον. Η ειρήνη επικρατεί και την ώρα που οδηγείς το αυτοκίνητο. «Μάθετε απ’ εμού λοιπόν ότι πράος ειμί και ταπεινός τη καρδία».

“Γυμνός και δε με ντύσατε ή με ντύσατε”; Και κανένας ντύνεται με αρετές, δεν ντύνεται κανένας μονάχα δίνοντας κάλτσες και παπούτσια και ρούχα, χρειάζονται και αυτά, διότι όπως μας λένε οι στατιστικές και οι πολιτικοί μας, ένα πολύ μεγάλο μέρος του Ελληνικού λαού ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας, και αυτοί έχουν τις ανάγκες μας, αλλά όμως μαζί με το φαγητό, μαζί με το ψωμί και το νερό, μαζί με τη θέρμανση, μαζί με τον ρουχισμό και μαζί με τα πρώτα είδη ανάγκης, τα φάρμακα και τα λοιπά, χρειάζεται να του προσφέρουμε την αγάπη της καρδιάς μας. Να του προσφέρουμε τον λόγον του Θεού, να του προσφέρουμε αυτό το μάννα, που έθρεψε εμάς, να το βγάλουμε απ’ την καρδιά μας, για να του δώσουμε και αυτόν να χορτάσει. Αυτό το δίνουμε; Αυτό είναι το ερωτηματικό.

Το να τηρούμε πέντε δέκα εντολές και να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι επειδή πηγαίνουμε στην Εκκλησία, δεν λέει πολλά πράγματα. Πρέπει να έχουμε αληθινή μετάνοια, και να την διδάσκουμε και έμπρακτα στους άλλους. Και την αληθινή μετάνοια δεν την βλέπω ούτε στον εαυτόν μου, αλλά ούτε και στους περισσοτέρους απ’ αυτούς που έρχονται να εξομολογηθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου