Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

ΤΡΟΜΕΡΟ ΘΕΑΜΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ - 51

 
ΤΡΟΜΕΡΟ ΘΕΑΜΑ ΣΕ ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ - 51

Οι δυο αυτοί αυτάδελφοι, στο LINN της Αμερικής, όταν εργαζόντουσαν, ήταν μαζί με ένα αδελφικό τους φίλο από τη Δημητσάνα καταγόμενο Δημήτριο. Και οι τρεις αυτοί ευσεβείς νέοι και ευλαβείς χριστιανοί ,είχαν πάει στην Αμερική να εργαστούν, να βγάλουν μερικές οικονομικές υποχρεώσεις των οικείων τους και να επιστρέψουν στην πατρίδα για να ζήσουν κάπως πιο άνετη ζωή. Πλην όμως «άλλαι αι βουλαί των ανθρώπων και άλλα ό Θεός κελεύει», όπως λέγει και ή Αγία Γραφή.

Στην αμερικανική πολιτεία πού εργαζόντουσαν, μια μέρα σαν νέοι πού ήταν κι αυτοί, μετά από την καθημερινή εργασία τους θέλησαν κάπως να ψυχαγωγηθούν και απεφάσισαν να πάνε σε ένα μεγάλο θέατρο.

Το θέατρο αυτό, ήταν ένα μεγάλο κτίριο ολόκληρο τετράγωνο, έξω από την πολιτεία κτισμένο πάνω στη θάλασσα. Εκεί μέρα -νύχτα έπαιζαν διάφορα θεατρικά έργα, τα όποια διαρκούσαν όλο το 24ωρο. Ένα μεγάλο διάστημα από το όποιο, επί τέσσερες και πλέον ώρες έδειχναν μια παράσταση πολλή ζωντανή, πώς είναι ή Κόλαση με τους δαίμονες κι όλα τα κολαστήρια, και πήγαινε ό κόσμος να ιδεί όλα αυτά τα παράξενα πράγματα.

Όπως πήγαιναν, οι αγαθοί αυτοί φίλοι και θεοφοβούμενοι άνθρωποι, προς το κτίριο εκείνο, βλέπουν από μακριά, στο πάνω -πάνω μέρος του κτιρίου, πού ήταν και ή φωτεινή επιγραφή, να γυρίζουν χορεύοντας στον αέρα, γύρω - γύρω από το θέατρο, κατάμαυροι δαίμονες με κέρατα και τεράστιες ουρές, μαλλιαρά κατσικίσια πόδια και βουβαλίσια πρόσωπα. Είχαν πιασμένα χέρι το χέρι από μια κοπέλα θεόγυμνη, κι από έναν άντρα κουρελιάρη και μεθυσμένο. Από τα μάτια τους, οι δαίμονες, βγάζανε φωτιές και σε κάθε βόλτα πού κάνανε γύρω από το κτίριο, γκρέμιζαν κάτω σε μεγάλο βάραθρο πότε μια κοπέλα και πότε ένα άντρα και τη θέση τους παίρνανε άλλοι νέοι και νέες.

Το τρομερό αυτό θέαμα, πού συνέχεια γίνονταν με εναλλασσόμενα πρόσωπα, τους καθήλωσε περισσότερο από τρεις ώρες, κι. από το φόβο και την τρομάρα πού πήραν, δεν μπορούσαν να κάνουν βήμα.

Τότε σαν από λήθαργο ξύπνησαν, κι είπαν ό ένας στον άλλο: «Βρε αδελφέ, αυτό είναι το σπίτι των Δαιμόνων κι εμείς πάμε κει να διασκεδάσουμε; Για κοιτάξτε πώς γκρεμίζουν τους ανθρώπους οι Δαίμονες και καταστρέφουν τη ζωή των νέων και των νεανίδων !»
Τούτο ήταν αρκετό και στάθηκε αφορμή, οι τρεις αυτοί νέοι, να πάρουν την απόφαση και να φύγουν από την Αμερική. Συμφώνησαν δε να πάνε στο Αγιον Όρος, να γίνουν Μοναχοί για να σώσουν την ψυχή τους και με το θέλημα του Θεού να ζήσουν εκεί σαν χριστιανοί ελεύθεροι από κάθε επήρεια των ψυχοφθόρων Δαιμόνων.

Τη σκέψη τους αυτή, την έκαναν απόφαση «άμ' έπος, άμ' έργον», «το γοργόν και χάριν έχει» είπαν τα φιλοσοφικά αυτά ρητά και συμφώνησαν να αναχωρήσουν και οί τρεις το συντομότερο.
Τα δυο αδέλφια, παιδιά του Γέρο - Κακουνη από το Καστόρια της Λακωνίας, έφυγαν αμέσως από την Αμερική, και αφού με αλληλογραφία τακτοποίησαν τις υποχρεώσεις με τους συγγενείς τους, - ΠΗΓΑΝ ΚΑΤ` ευθείαν στο Αγιον Όρος και όπως είπαμε ανωτέρω, ό ένας έμεινε στη Σκήτη της Αγίας Τριάδος στα Καυσοκαλύβια με το όνομα Ιερόθεος κι ό άλλος με το όνομα Θεόδωρος έγινε ηγούμενος στην Ιερά Μονή Γρηγορίου.

Μετά από δυο χρόνια, ό Μοναχός Ιερόθεος, αφού γεύτηκε αυτός το μέλι της ησυχίας και της αρετής, σκέφτηκε πώς πρέπει να υπενθύμιση την υπόσχεση πού είχε δώσει κι ό φίλος του στην Αμερική και να τον καλέσει να έρθει κι εκείνος, για να δοκιμάσει και να μετέχει στα αγαθά και πνευματικά χαρίσματα της Μοναχικής ζωής, πού αυτός με ανέκφραστη χαρά και ευχαρίστηση γευότανε.

Έτσι κι αυτός υστέρα από λίγο άφησε την Αμερική και ήρθε στη συνοδεία του Γέροντα Διονυσίου, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» στο σπήλαιο του αγίου Ακάκιου.
Μετά τριετή δοκιμασία, έγινε κι ό Δημήτρης Μοναχός, κι έλαβε το όνομα Τιμόθεος. Ό Μοναχός Τιμόθεος έδειξε μεγάλη υπομονή στη σκληρή δοκιμασία της Καλογερικής ζωής, απεριόριστη εγκράτεια, τυφλή υπακοή και μέχρι θανάτου αυταπάρνηση. Φαγητό γευόταν τόσο λίγο, όσο χρειάζονταν για να διατηρείται στη ζωή και σχεδόν αλάδωτο.

Ύστερα από λίγα χρόνια, ό Γέροντας τους Διονύσιος, έφυγε από τα πρόσκαιρα γήινα, για να μεταβεί στα αιώνια θεία και επουράνια σκηνώματα της βασιλείας των ουρανών και κατά την αγιορείτικη Παράδοση Γέροντας έγινε ό πάτερ Ιερόθεος.

Ιερόθεος και Τιμόθεος, όπως και στον κόσμο, έτσι και στην Καλογερική, ήταν μια ψυχή σε δυο σώματα, συμφωνούσαν καθ' όλα στην πνευματική ζωή και πρόοδο, καίτοι ήταν της αυτής ηλικίας και πολλά χρόνια στην Αμερική, τους διέκρινε χριστιανική αγάπη και συνεργασία, έτσι και στην Καλογερική ζωή, ό πάτερ Τιμόθεος, μεγαλύτερος κατά τι στα χρόνια από τον πατέρα Ιερόθεο, έδειξε υπακοή και κοπή του ίδιου θελήματος, στον Γέροντα του πλέον Ιερόθεο.
Και οι δυο αυτοί τελευταίοι διάδοχοι στο ασκητήριο του αγίου Ακάκιου, παρόλο πού ήταν ολιγογράμματοι, σε λίγο διάστημα, έγιναν εγκρατείς της, εκ Παραδόσεως, Μοναχικής φιλοσοφίας. Έδειξαν αγάπη και φιλαδελφία προς όλους τους συνασκητές τους και άφησαν ίχνη πνευματικής ζωής, έγιναν φωτεινό παράδειγμα στους επιγενόμενους Μοναχούς και άφησαν πολλά πνευματικά παραγγέλματα σ' αυτούς.

Εκ διαμέτρου, κέρδισαν κι αυτοί την αγάπη και το σεβασμό, από τους συνασκητές τους και από όλους τους Μοναχούς του Αγίου Όρους, πού είχαν την τιμή να τους γνωρίσουν και να τους ζήσουν από κοντά.

Στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων έζησαν πολλοί πνευματικοί και έμπειροι ξομολόγοι, Όπως ήταν, ό εκ Σμύρνης καταγόμενος, Πνευματικός Νικόδημος στην Καλύβα της «Ζωοδόχου Πηγής». Γέροντας του πνευματικού τούτου υπήρξε ό μεγαλύτερος καλλιτέχνης της ξυλογλυπτικής τέχνης, ό Γέρων Αρσένιος, από την Μυτιλήνη καταγόμενος, Μοναχός σεμνός, ταπεινός και λιγόλογος. Την τέχνη και τα έργα του θαύμασαν και θα θαυμάζουν οί αιώνες στο Αγιον Όρος, στην Ελλάδα και στην Αμερική. Μέχρι σήμερα σώζονται, τα μεγάλα και θαυμάσια αυτά έργα, πού παριστάνουν, το ένα τη «Σταύρωση του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού», το άλλο την «Ανάστασι των νεκρών» και το τρίτο τη «Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου». Αυτά για να κατασκευαστούν χρειάστηκαν 15 χρόνια και πλέον για το κάθε ένα. Κρίθηκαν από τους ειδικούς, σαν έργα υπομονής και από τη συμμετρία και ωραιότητα τους «έργα αριστουργηματικής καλλιτεχνίας».

Στην ίδια Σκήτη, εποχή πνευματικής ακτινοβολίας και ενάρετης πολιτείας, άφησαν και οί ξομολόγοι: Ό Παπα - Ίωάσαφ, εκ του αγιογραφικού οίκου των αδελφών Ίωασαφαίων. Ή αδελφότης αυτή με πρώτο Γέροντα τον εκ Καππαδοκίας καταγόμενο Μοναχό Ίωάσαφ, στην αρχή ασκήτευαν στην Κερασιά, πού είχαν το Κελί των «Εισοδίων της Θεοτόκου». Όταν ή αδελφότης αυτή έγινε πολυάριθμη, λόγω της δυσκολίας του τόπου, μεταφέρθηκε στη Σκήτη των Καυσοκαλυβίων, ή οποία είναι παραθαλάσσια και έχει ευκολίες για τη μετακίνηση του εργόχειρου, των εικόνων και των αγαθών. Εκεί κτίσανε διώροφη κατοικία με θαυμάσια εκκλησία, στο όνομα του «Αγίου Γεωργίου». Όλα αυτά, καθώς μου είπαν, σπίτι και εκκλησία, στοίχισαν τότε το 1880 έτος, δυο χιλιάδες χρυσές λίρες, τις όποιες κατά την ομολογία των ιδίων, σε διάστημα ενός χρόνου τις ξεχρέωσαν με το εργόχειρο της αγιογραφίας, στο οποίο δούλευαν έντεκα, από τους δώδεκα Μοναχούς πού αποτελούσαν τότε το μικρό αυτό κοινόβιο των Ιωασαφαίων. Τούτο μαρτυρεί την εργατικότητα και την μέχρι θανάτου αυταπάρνηση της αδελφότητας αυτής.

Στην ωραία αυτή Καλύβα των Ιωασαφαίων, πολλές φορές έμενε ό Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ ό Γ', όταν επί δυο φορές εξόριστος του θρόνου του, ησύχαζε στο Αγιον Όρος, με ενέργειες του οποίου, κτίστηκε το Καμπαναριό του Κυριακού της Σκήτης.

Ό Πατριάρχης Ιωακείμ ό Γ' εκινείτο από τη Μονή Μεγίστης Λαύρας, μέχρι τη Σκήτη των Καύσοκαλυβιών, διότι, όπως έλεγε, του άρεσε υπερβολικά ή συναναστροφή με τους Πατέρες της περιοχής αυτής.

Επίσης και ό εθνομάρτυρας Γρηγόριος ό Ε', δέκα χρόνια πού παρέμεινε στο Αγιον Όρος, τον περισσότερο καιρό, έμενε στη Μονή των Ιβήρων στο ησυχαστήριο του «Προφήτη Ηλία», στο Μυλοπόταμο, στη Μεγίστη Λαύρα και στα Καυσοκαλύβια, στην ασκητική αύτη Καλύβα των Ιωασαφαίων. Συχνά πήγαινε και προσκυνούσε στη σπηλιά και το ησυχαστήριο του αγίου Ακάκιου του νέου. Πολλοί επιφανείς και μορφωμένοι αγιορείτες Μοναχοί, όπως ό Εύλόγιος ό Κορίλλας, αδελφός της Μεγίστης Λαύρας, πού έγινε καθηγητής του Καποδιστρίου Πανεπιστημίου Αθηνών και πέθανε ως Μητροπολίτης Κορυτσάς, ό οποίος στο πολύτιμο βιβλίο του «Τα Ασκητικά» έχει γράψει για τον ασκητισμό των Καυσοκαλυβίων. Επίσης ό ιατρός Σπυρίδων - Αθανάσιος Καμπανάου, κι αυτός αδελφός της Μεγ. Λαύρας, ό Παντοκρατορινός Αθανάσιος σχολάρχης της Αθωνιάδος Σχολής και άλλοι επισκέπτονταν τακτικά τα μέρη αυτά, πού έχουν χαρακτηριστεί ανέκαθεν και μέχρι σήμερα, σαν τα ησυχαστικότερα και πνευματικότερα του Αγίου Όρους.

Στο χώρο αυτόν ασκήτευαν κι άλλοι αξιόλογοι πνευματικοί ξομολόγοι, όπως ό Παπα - Παύλος από την Καλύβα «Κοίμησης της Αγίας Αννης», ό παπα - Παντελεήμων από τον «Άγιο Γεώργιο» και πολλοί άλλοι τους οποίους δεν αξιωθήκαμε να τους γνωρίσουμε κατά το δεκαετές χρονικό διάστημα πού ζήσαμε στην περιφέρεια εκείνη
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου