Δημοφιλείς αναρτήσεις

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2016

Ἐξομολογητάριον Ἁγίου Νικοδήμου


ΤΑ 7 ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Ἐξομολογητάριον Ἁγίου Νικοδήμου σελ. 15


ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑ

 Ἀνυποταξία – Καταγέλασις – Ὑποκρισία Πεῖσμα – Φιλοτιμία – Οἴησις – Καύχησις – Κενοδοξία.

 ΦΘΟΝΟΣ

 Καταλαλιὰ - Λύπη ἐπὶ τῶν καλῶν τοῦ φθονουμένου - Χαιρεκακία - Ἐπιβουλὴ - Ἀπάτη - Προδοσία - Ἔχθρα - Φιλονικεία - Ἀχαριστία - Φόνος

ΘΥΜΟΣ

Φιλονικεία - Ὕβρις - Βλασφημία - Ἐπιορκία - Κατάρα - Μῖσος - Μνησικακία - Ἐκδίκησις - Διαπληκτισμὸς - Μάχη - Φόνος

ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ

Πλεονεξία - Ἀνελεημοσύνη - Σκληρότης - Κλεψιὰ - Ἁρπαγὴ - Ἀδικία – Τοκογλυφία - Ψεῦδος - Ἐπιορκία - Δολιότις – Σιμωνία - Ἱεροσυλία - Ἀπιστία

 ΑΣΕΛΓΕΙΑ

 Ἀναίδεια - Αὐνανισμὸς - Συγκυλισμὸς - Παρθενοφθορία - Πορνεία - Μοιχεία - Παιδοφθορία - Ἀρσενοκοιτία - Αἱμομιξία -Κτηνοβατία - Τύφλωσις τοῦ νόος - Αθεοφοβία

ΑΚΗΔΙΑ

 Θηλυπρέπεια – Μικροψυχία – Προφάσεις ἐν ἁμαρτίες - Νοθρώτις – Ἔλλειψις καλῶν ἔργων – Ἀπόγνωσις – Ἀπιστία

 ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΑ

Λαιμαργία - Μέθη - Καρηβαρία - Ἀκηδία - Ἀσωτία – Λαγνεία Μὴ πλανάσθε οὔτε πόρνοι, οὔτε εἰδωλολάτραι, οὔτε μοιχοί, οὔτε μαλακοί, οὔτε ἀρσενοκοίται, οὔτε πλεονέκται, οὔτε κλέπται, οὔτε μέθυσοι, οὗ λοίδωροι, οὒχ ἅρπαγες, Βασιλείαν Θεοῦ οὗ κληρονομήσουσι. [Α-Κορ. 6,9-10]


ΟΙ 12 ΒΑΘΜΟΙ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

[Ἐξομολογητάριον Ἁγίου Νικοδήμου σελ. 19-20]


1ος Βαθμὸς εἶναι, ὅταν κάνει κάποιος τὸ καλό, ὄχι δὲ καλῶς, ἀλλὰ σμίγει τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό.

2ος Βαθμὸς εἶναι, ἡ τελεία ἀργία τοῦ καλοῦ.

3ος Βαθμὸς εἶναι, ἡ προσβολὴ τοῦ κακοῦ στὸ λογισμό.

4ος Βαθμὸς εἶναι, ὁ συνδιασμός, ἤ συνομιλία μὲ τὸν λογισμό.

5ος Βαθμὸς εἶναι ἡ πάλη ποὺ γίνεται πρὶν τὴν ἁμαρτία.

 6ος Βαθμὸς εἶναι ἡ συγκατάθεση νὰ γίνει ἡ ἁμαρτία.

 7ος Βαθμὸς εἶναι ἡ κατὰ διάνοια ἁμαρτία ποὺ γίνεται πρὸ τοῦ ἔργου ὅπου ὁ ἄνθρωπος τυπώνει εἰς τὸν νοῦν του τὴν ἁμαρτία τόσο παστρικὰ ὠσὰν νὰ τὴν κάνει μὲ τὸ ἔργον.

8ος Βαθμὸς εἶναι, αὐτὴ ἡ πράξη καὶ κατ’ ἐνέργεια ἁμαρτία.

9ος Βαθμὸς εἶναι, ἡ συνήθεια ὅταν γίνεται ἡ ἁμαρτία συχνά.

 10ος Βαθμὸς εἶναι, ἡ ἕξις τῆς ἁμαρτίας, ἡ ὁποία μὲ βία καὶ δυναστεία ἀναγκάζει τὸν ἄνθρωπον νὰ ἁμαρτάνει θέλοντα καὶ μὴ θέλοντα.

 11ος Βαθμὸς εἶναι, ἡ ἀπόγνωσις ποὺ κυριεύει τὸν ἁμαρτωλόν.

12ος Βαθμὸς εἶναι, ἡ αὐτοκτονία, δηλαδὴ θανατώνεται ὁ ἄνθρωπος ἀφ’ ἑαυτοῦ του μὲ τὸ νὰ κυριεύθει ἀπὸ τὴν ἀπόγνωση.



ΟΙ 3 ΒΑΘΜΟΙ ΤΩΝ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΩΝ


1)    ΘΑΝΑΣΙΜΑ

(Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.15)


Θανάσιμα εἶναι τὰ προαιρετικά ἐκείνα ἁμαρτήματα, ὄπου φθεῖρουν, τὴν πρὸς Θεὸν ἀγάπην μόνην, τὴν πρὸς τὸν πλησίον ὁμοῦ καὶ τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ ἀποκατασταίνουν ἐκείνον ὄπου τὰ κάνει, ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον τῆς κολάσεως. Ταύτα τὰ καθολικώτερα εἶναι : ὑπερηφάνια, φιλαργυρία, πορνεία, φθόνος, γαστριμαργία, θυμὸς καὶ ακηδία ἤτοι ἀμέλεια. Τῆς μὲν ὑπερηφανίας ἐνέργειαι καὶ ἀποτελέσματα εἶναι ταύτα : Κενοδοξία, καύχησις, οἴησις, φιλοτιμία, ἀνυποταξία, καταγέλασις, ὑπόκρισις, τὸ πεῖσμα καὶ ἄλλα. Τῆς δὲ φιλαργυρίας ταῦτα : Πλεονεξία, ἀνε-λεημοσύνη, σκληρότης τῆς καρδίας, κλεψιά, ἀρπαγή, ψεύδος, ἀδικία, δολιότης, ἐπιορκία, σιμωνία, ἰεροσυλία, ἀπιστία, καὶ τὸ διάφορον τῶν ἄσπρων. Τῆς πορνεῖας ταύτα : Μοιχεία, ἀρσενοκοιτία, κτηνο- βατία, αἰμομιξία, παιδοφθορία, παρθενοφθορία, συγκυλισμός, μαλακία, ἀναίδεια, τύφλωσις τοῦ νοός καὶ ἀθεοφοβία. Τοῦ φθόνου ταύτα : Ἐπιβουλή, ἔχθρα, χαιρεκακία, φιλονεικία, καταλαλιά, ἀπάτη, προδοσία, φόνος, ἀχαριστία, λύπη ἐπὶ τοῖς καλοῖς τοῦ φθόνουμένου. Τῆς γαστρίμαργίας ταύτα : Λαιμαργία, μέθη, ἀσωτεία, καρηβαρία, λαγνεία, ἀκηδία καὶ ἄλλα. Τοῦ θυμοῦ ταύτα : Βλασφημία, μίσος, μνησικακία, φιλονεικία, ἐπιορκία, κατάρα, ὔβρις, μάχη, διαπληκτισμός καὶ φόνος. Τῆς ἀκηδίας ταύτα : Μικροψυχία, θηλυπρέπεια, λύπη καὶ ἀγανάκτησις διὰ τὸ καλό ποὺ ἔχει νὰ κάνει, προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις, ἀπόγνωσις, ἀπιστία καὶ νοθρώτης καὶ ἔλειψις τῶν καλῶν ὄπου ἐδύνατο νὰ πράξει. Σημείωσε δέ καὶ τούτο, ὅτι τὰ θανάσιμα ταύτα νοούνται ὡσάν πάθη τινὰ καὶ ἔξεις ἐριζωμέναι εἰς τὴν ψυχήν, ἀφ’ ὥν βλαστάνουν τὰ ἀνωτέρω ἀποτελέσματα. Καὶ ὅτι, ἄλλα ἐξ, αὐτῶν εἶναι μεγαλύτερα, καὶ ἄλλα μικρότερα· ἄλλα εἶναι αἴτια τῶν ἄλλων, καὶ ἄλλα αἰτιατά, ὡς εἶδες, ὅτι ἀπὸ τὴν γαστριμαργία γεννάται ἡ λαγνεία, καὶ ἡ ἀκηδία· καὶ ὅτι ἄλλα ἐξ αὐτῶν γεννοῦν διάφορα ἀποτελέσματα, καὶ ἄλλα γεννοῦν τὰ αὐτά, καθῶς ὁ φθόνος καὶ ὁ θυμὸς γεννοῦν τὸν φόνο καὶ τὴν φιλονεικία.


2) ΣΥΓΓΝΩΣΤΑ

(Ἐξομολογητάριον Ἀγ.Νικοδήμου – σελ.17)


Συγγνωστὰ δὲ εἶναι ἐκείνα τὰ προαιρετικά ἁμαρτήματα, ὅπου δὲν φθεῖρουν τὴν πρὸς τὸν Θεόν, καὶ τὸν πλησίον ἀγάπην, μηδὲ κατασταίνουν τὸν ἄνθρωπον ἐχθρὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔνοχον εἰς τὸν αἰώνιον θάνατον, εἰς τὰ ὁποία εἶναι ὑποκείμενοι καὶ αὐτοὶ οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὸ ρητὸν τοῦ ἀδελφοθέου ''Πολλὰ γὰρ πταίομεν ἄπαντες'' ( Ἰάκ-3,2). Καὶ τὸ τοῦ Ἰωάννου «Ἐὰν εἴπωμεν, ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἐαυτοὺς πλανώμεν» (Α΄-Ἰωάν. 1,8) καὶ κατὰ τὸν ρκέ, ρκστ', ρκζ', κανόνα τῆς ἐν Καθαργενή. Ταύτα δέ εἶναι κατὰ τὸν Κορέσιον καὶ τὸν Χρύσανθον, ὁ ἀργὸς λόγος, ἡ πρώτη κίνησις καὶ ταραχή τοῦ θυμοῦ, ἡ πρώτη κίνησις τῆς ἐπιθυμίας, ἡ πρώτη κίνησις τοῦ μίσους, τὸ παιγνιώδες ψεύδος, ὁ κατὰ πάροδον φθόνος, ἤτοι ὁ κοινῶς λεγόμενος ζῆλος, ὅστις εἶναι λύπη μικρὰ διὰ τὰ καλὰ τοῦ πλησίον, καὶ τὰ ὅμοια. Συγγνωστὰ δὲ γίνονται τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα θανάσιμα ἀμαρτήματα, ὄταν ἔλθουν εἰς μόνην τὴν διάνοιαν καὶ τὸν λόγον· δηλ. ἡ θανάσιμος πορνεία, ὅταν συλληφθή ἐν τῆ ἐπιθυμία καὶ διανοία ἢ καὶ λαληθεῖ δι’ αἰσχρολογίας εἶναι συγγνωστή· διὸ καὶ ὁ Ἀδελφόθεος εἶπεν ''Η ἐπιθυμία συλλαβούσα, τίκτει ἁμαρτίαν, (συγγνωστὴν δηλαδὴ) ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθείσα (διὰ τοῦ σῶματος καὶ τοῦ ἔργου) ἀποκυεῖ θάνατον''. Ὁμοίως καὶ ἡ τῷ λόγῳ ἀνήκουσα θανάσιμος ἐὰν γίνει μόνον μὲ τὸν νοῦν, εἶναι συγγνωστὴ· δηλ. ἡ θανάσιμος βλασφημία, ὅταν γίνεται ἐν μόνω τὸ νοῒ ἁκουσίως, εἶναι συγγνωστή. Καὶ ἀπλῶς εἰπεῖν, τὰ γινόμενα θανάσιμα εἰς τὰ κατώτερα καὶ χονδρότερα μέρη, ὅταν γίνονται εἰς τὰ ἀνώτερα καὶ λεπτότερα μέρη, εἶναι συγγνωστά.


2)    ΤΗΣ ΕΛΛΕΙΨΕΩΣ

(Ἐξομολογητάριον σελ.19)


Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως ὁνομάζονται ἐκεῖνα τὰ καλὰ ἔργα, λόγια, νοήματα, ὅπου ἐδύνατο τινὰς νὰ κάνει νὰ νοήσει, ὅμως ἀμέλησε καὶ δὲν τὰ ἔκανε, οὕτε τὰ εἶπε, οὕτε τὰ ἐννόησε. Ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως λέγονται, καὶ ὅσα κακὰ ἐδύναντο καὶ εἴχαν τὸν τρόπον νὰ ἐμποδίσουν τινές, λόγω, ἔργω, καὶ δὲν τὰ ἐμπόδισαν· διὰ τούτο καὶ ἐπιτιμώνται παρομοίως μὲ ἐκείνους, ὅπου τὰ κάνουν, κατὰ τὸν κέ. Κανόνα τῆς ἐν Ἁγκύρα, τὸν οά. Κανόνα τοῦ Μεγ. Βασιλείου, καὶ τὸν κέ. Κανόνα τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Νηστευτοῦ. Ἡξεύρω πολὺ καλά, ὅτι τὰ ἁμαρτήματα ταύτα τῆς ἐλλείψεως, οἱ ἄνθρωποι δὲν τὰ γνωρίζουν πῶς εἶναι ὅλως ἁμαρτήματα· διότι ὁλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, ὅπου στοχάζονται διὰ ἁμαρτίαν ἄν δὲν ἔκαμαν τὴν τάδε ἐλεημοσύνη, ὅπου ἐδύναντο νὰ δώσουν εἰς τὸν πλησίον, νὰ κάνουν τὴν τόσην προσευχήν, ἄλλην ἀρετήν. Ἀλλ' ὅμως καὶ τούτο ἡξεύρω καλώτατα, ὅτι Θεὸς καὶ διὰ αὐτὰ ἔχει νὰ ζητήσει λογαρια-σμὸν ἐν ἡμέρα κρίσεως. Ποιὸς μᾶς βεβαιώνει; Τὸ παράδειγμα τοῦ ὁκνηροῦ ἐκεῖνου δούλου, ὅπου εἴχε τὸ ἔνα τάλαντον, καὶ τὸ ἔχωσεν εἰς τὴν γῆ, ὁ ὁποίος κατεδικάσθει, ὅχι διατὶ ἔκαμε καμμίαν ἁμαρτίαν, ἢ ἀδικίαν εἰς τοῦτο· ἀλλ' ὅτι δυνάμενος νὰ τὸ αὐξήσει, ἀμέλησε καὶ δὲν τὸ αὔξησεν. Μᾶς βεβαιώνει καὶ τὸ παράδειγμα τῶν πέντε μωρῶν παρθένων, αἱ ὀποίαι κατεκρίθησαν ὅχι δι' ἄλλο, ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἐλαίου. Καὶ ἡ παράστασις τῶν ἐξ ἀριστερῶν ἐστῶτων ἁμαρτωλῶν, οἱ ὁποίοι ἔχουν νὰ κατακριθοῦν, ὅχι διατὶ ἕκαμαν καμμία ἁμαρτία, ἀλλὰ διατὶ ἔλειψαν καὶ δὲν ἡλέησαν τὸν ἀδελφὸν τους «Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν'' (Ματθ-25,42)


ΤΑ 7 ΚΑΚΑ ΤΗΣ ΘΑΝΑΣΙΜΟΥ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

[Εξομολογητάριον Αγ.Νικοδήμου του Αγιορείτου σελ. 228-232]


 1ον κακὸν εἶναι ἡ στέρησις τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, τῆς προκαταρτικῆς, λέγω καὶ δραστικῆς, καὶ δικαιούσης, καὶ ἁπλῶς τῆς διὰ πίστεως γενικῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία εἶναι μαργαρίτης τόσο πολύτιμος ὅπου ἐξόδευσε ὁ Κύριος ὄλον τοῦ τὸ αἷμα, διὰ νὰ σοῦ τὸν ἐξαγοράσει, τὸν ὁποῖον ἐσὺ ταλαίπωρε, ἀλλάζεις μὲ ἕνα οὐδέν, καὶ κάνεις ἀφρονέστερα ἀπὸ ἕνα νήπιον, ὅπου ἀλλάζει ἕνα διαμάντι μὲ ἕνα μόνον καρύδι. Χωρὶς αὐτὴν τὴν χάριν ἡ ψυχή σου, μένει τόσον ἄσχημος, ὅπου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν δεῖ κάποιος, καθὼς εἶναι, καὶ νὰ μὴν ἀποθάνει.

2 ον κακόν της θανασίμου ἁμαρτίας εἶναι, τὸ νὰ ὑστερεῖ τὴν ψυχή σου, ἁμαρτωλέ, ἀπὸ τὴν θείαν υἱοθεσίαν, ἡ ὁποία εἶναι μία εἰδικὴ καὶ ξεχωριστῆ δωρεά, καὶ ἕνα τόσον ὑψηλὸν χάρισμα, ὅπου κάνει τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον νὰ κατοικεῖ εἰς ἐσὲ μὲ μίαν ἰδιαιτέραν καὶ διαφορετικὴν ἀπὸ ὅλους τους ἄλλους τόπους παρουσίαν του καὶ ἐνέργειαν. Αὐτὴ σὲ κάνει υἱὸν Θεοῦ, καὶ κληρονόμον τῆς βασιλείας του, καὶ αὐτὴ κατασταίνει τὰ ἔργα σου ἄξια τόσου μεγάλου μισθοῦ, ὥστε ὅπου ἡ πλέον μικρά σου πρᾶξις εἶναι τόσης πολλῆς τιμῆς ἄξια, ὅσης εἶναι καὶ ὅλος ὁ Παράδεισος· ἀλλ’ εὐθὺς ὅπου χάσεις αὐτὴν τὴν χάριν τί γίνεσαι; ἀλλοίμονον! υἱὸς τοῦ διαβόλου, παρόμοιος μὲ ἐκεῖνον διὰ τὴν ἁμαρτίαν, καθὼς καὶ ὁ υἱὸς παρομοιάζει μὲ τὸν πατέρα τοῦ διὰ τὴν φύσιν.

3ον κακόν της ἁμαρτίας εἶναι τὸ νὰ σὲ ὑστερεῖ, ἀδελφέ, ἀπὸ τὴν αἰώνιον κληρονομιὰν τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἑτοιμασμένην νὰ σοῦ δώσει ὁ οὐράνιος σου Πατήρ. Δὲν δύναται κάποιος νὰ πεῖ πόσον εἶναι μωρός, πόσον καταγελᾶται ἀπὸ ὅλους ἕνας, ὅπου ἤθελε πωλήσει τὰ πρωτοτόκιά του, καὶ τὴν κληρονομίαν τοῦ διὰ ἕνα ὀλίγον, ὡς ὁ Ἠσαὺ τὰ ἐπώλησε διὰ ὀλίγην φακήν. Σύγκρινε τώρα ἐσὺ ἁμαρτωλέ, τὸν οὐρανὸν μὲ τὴν γῆν, τὴν κληρονομίαν τῆς ἀφθάρτου βασιλείας, ὅπου ἔχασες, μὲ τὰ πρωτοτόκια τοῦ Ἠσαύ, καὶ μὲ τὴν ἐπίγειον κληρονομίαν τῆς φθαρτῆς βασιλείας, καὶ θὰ καταλάβεις, πόσον ἀξιογελαστότερος & μωρότερος εἶσαι.

4ον κακὸν ὅπου κάνει ἡ ἁμαρτία, εἶναι τὸ νὰ σὲ ὑστερεῖ, ἀπὸ ὅλους τους μισθοὺς ὅλων τῶν καλῶν ἔργων, ὅπου ἔκανες πρὸ τῆς ἁμαρτίας· χάριν παραδείγματος. Ἐὰν ἐσὺ ἐδοκιμάζες σκληραγωγίαν εἰς 60 χρόνους μένωντας ὁλόγυμνος, καὶ τὸ μὲν θέρος συγκαιόμενος ἀπὸ τὸ καῦμα τοῦ ἡλίου, τὸν δὲ χειμῶνα, πηγνύμενος ἀπὸ τὸ ψῦχος, ὡσὰν τὸν Ὀνούφριον, καὶ Πέτρον τὸν Ἀθωνίτην· ἂν βάσταζες εἰς τὸν λαιμόν σου μίαν σιδηρᾶν ἁλυσσίδα 20 ἔτη, ὡσὰν τὸν Ἅγιον Εὐσέβιον· ἂν κατοικοῦσες μέσα εἰς ἕναν τάφον 14 ἔτη, ὡσὰν τὸν Ὅσιον Ἰάκωβον· ἂν στεκόσουν 40 ἔτη, ἐπάνω εἰς ἕνα στῦλον, ὡσὰν τὸν Ἅγιον Συμεὼν τὸν Στυλίτην· ἄν ἐπέστρεφες εἰς τὴν πίστην περισσότερα ἔθνη ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους· ἂν ἤθελες λάβει περισσοτέρας ἀποκαλύψεις ἀπὸ τοὺς Προφῆτες· ἂν ἤθελες χύσει περισσότερον αἷμα ἀπὸ ὅλους τους Μάρτυρες· καὶ ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἔπρατες μίαν μόνον θανάσιμον ἁμαρτίαν ἀφανίζονται παρευθὺς ἀπὸ αὐτὴν ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρῶτα σου καλὰ καὶ οἱ μισθοί, καὶ ἀποθνῄσκοντας ἐν τὴ ἁμαρτία, δὲν ἤθελες ὠφεληθεῖ ἀπὸ αὐτὰ τὸ οὐδέν. Ἔτσι ἀποφασίζει ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς διὰ τὸν δίκαιον ὅπου ἁμαρτήσει, πῶς δὲν θέλουν ἐνθυμηθοῦν αἱ προτεραὶ τοῦ δικαιοσύναι . (Ἰεζ-33,13)

5ον κακὸν ὅπου προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἶναι τὸ νὰ σὲ ὑστερεῖ ἀπὸ τὰς ἐξαιρέτους βοηθείας τοῦ Θεοῦ· διατί, καθὼς μία φιλόστοργος μήτηρ ἀγαπᾷ καὶ προνοεῖται ἀπὸ καρδίας διὰ τὸ τέκνον τῆς πάντοτε, ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς διὰ τὴν ψυχήν σου προνοεῖται, ὅταν εἶναι χωρὶς ἁμαρτία θανάσιμον. Αὐτὸς τὴν βοηθεῖ, τὴν κυβερνᾷ, τὴν κρατεῖ εἰς τᾶς ἀγκάλας του, τῆς γλυκαίνει τὴν καρδίαν, τῆς φωτίζει τὸν νοῦν, τῆς θερμαίνει τὴν θέλησιν, καὶ τῆς δίδει μία δραστικὴν δύναμιν, διὰ νὰ ἐργάζεται εὐκόλως τὴν σωτηρίαν της. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐσὺ ἁμαρτήσεις θανασίμως ἐὰν καὶ νὰ μὴν σὲ παραιτεῖ παντελῶς ὁ Θεός, ὅμως δὲν διαχέει εἰς τὴν ψυχή σου τὰς πρότερας ἐπιρροᾶς καὶ βοηθείας τῆς χαριτός του· ὅθεν μὲ τὸ νὰ ὑστερῆσαι αὐτῶν τῶν βοηθειῶν, γίνεται εἰς ἐσὲ δυσκολωτέρα ἡ σωτηρία σου. Ἐπειδὴ τὸ ἀνώτερον μέρος τῆς ψυχῆς σου ἀδυνατίζει καὶ δυναμώνει καὶ ὑπερνικᾷ τὸ κατώτερον καὶ παθητικόν, καὶ ἔτσι μεταπίπτωντας ἀπὸ μίαν εἰς ἄλλην ἁμαρτίαν, καταντᾷς τελευταῖον εἰς μίαν ἄβυσσον τῶν κακῶν.

6ον κακόν, ὅπου προξενεῖ ἡ ἁμαρτία εἰς ἐσένα ἀδελφέ, εἶναι τὸ νὰ σὲ κάνει ἔνοχόν της αἰωνίου κολάσεως· διατὶ εὐθὺς ὅπου ἁμαρτήσεις θανασίμως, ἐξαλείφεται τὸ ὄνομά σου ἀπὸ τὴν βίβλον τῆς ζωῆς, καὶ γίνεσαι ὑπόδικος εἰς ἐκείναι τὰ τρομερά του ᾅδου βασανιστήρια, διὰ νὰ τιμωρῆσαι αἰωνίως.

7ον κακόν της ἁμαρτίας εἶναι τὸ τελευταῖον, ὅπου ἀκολουθεῖ μετὰ τὸν θάνατον διατὶ ἂν δὲν μετανοήσεις πρὸ τοῦ θανάτου σου μὲ μίαν ἀληθινὴν καὶ τελείαν μετάνοιαν καὶ διόρθωσιν, καταβαίνει ἐμπράκτως ἡ ψυχή σου μέσα εἰς ἐκείνας τὰς φυλακὰς τοῦ ᾅδου, εἰς τόπον ὀδυνηρόν, εἰς τόπον σκοτεινόν, προσμένουσα ἕως ὅτου νὰ γίνει ἡ κοινὴ ἀνάστασις νὰ ἀναστηθεῖ καὶ τὸ σῶμα σου, διὰ νὰ λάβεις καὶ τὸ τέλειον τῆς κολάσεως.


ΟΙ 7 ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ

[Εξομολογητάριον Αγίου Νικοδήμου 31-34]


            1η εἶναι, ποὶος εἶναι ὁ πράξας,

2η τί ἁμαρτίαν ἔπραξε,

3η διατὶ τὴν ἔπραξε,

4η μὲ ποιὸν τρόπον τὴν ἔπραξε,

5η εἰς ποιὸν καιρὸν τὴν ἔπραξε,

6η εἰς ποιὸν τόπον τὴν ἔπραξε,

7η πόσες φορὲς τὴν ἔπραξε.


Εἰς τὸ ποὶος ἐξεταζόμενον τὸ ἁμάρτημα, γίνεται μεγαλύτερον ἢ μικρότερον· λόγου χάριν, μεγαλήτερον εἶναι τὸ σφάλμα τοῦ Ἀρχιερέως, τοῦ Βασιλέως, τοῦ Ἄρχοντος, διὰ τὸ κακὸ παράδειγμα ὅπου δίδουν εἰς τὸν λαόν, παρὰ τὸ αὐτὸ σφάλμα ἑνὸς ὑπηκόου. Ὁμοίως ἕνας Καλόγερος, καὶ φιλόσοφος, καὶ γέρων περισσότερον ἁμαρτάνει ἂν καλλωπίζεται, παρὰ ἕνας κοσμικός, ἕνας ἀπαίδευτος, ἕνας νέος καλλωπι-ζόμενος. Εἰς τὸ ποίος, ἀναφέρεται καὶ ἡ κατάστασις τοῦ προσώπου, μὲ τὸ ὁποῖον ἤμαρτεν ὁ ἐξομολο-γούμενος· ἂν αὐτὸ δηλαδὴ εἶναι ἱερωμένον, ἢ λαϊκόν, καὶ τὰ ὅμοια· ὄχι δὲ καὶ νὰ φανερώνει καὶ τὸ κύριόν του ὄνομα. Εἰς τό, τί, ἐξεταζόμενον τὸ ἁμάρτημα γίνεται μεγαλήτερον, ἢ μικρότερον· καθότι τὰ θανάσιμα ἁμαρτήματα εἶναι μεγαλήτερα ἀπὸ τὰ συγγνωστά.

Καὶ πάλιν ἀπὸ τὰ θανάσιμα ὁ φόνος εἶναι μεγαλήτερον ἀπὸ τὴν εἰς τὰ κεφαλαιώδη κλεψιάν, καὶ ἀπὸ ὅλα, ἡ ἄρνησις καὶ ἡ ἀσέβεια. Εἰς ταύτην τὴν περίστασίν του, τί, ἀναφέρονται καὶ ἐξετάξονται καὶ τὰ ἁμαρτήματα τῆς ἐλλείψεως, ὅσα δηλαδὴ καλὰ ἐδύνατο νὰ κάνει κανείς, ἢ νὰ πεῖ, ἢ νὰ νοήσει, καὶ δὲν τὰ ἔκανε, ἢ δὲν τὰ εἶπε, ἢ δὲν τὰ ἐνόησε· καὶ ὅσα κακὰ ἐδύνατο νὰ ἐμποδίσει λόγω ἢ ἔργω καὶ δὲν τὰ ἐμπόδισεν. Εἰς ταύτην τὴν περίστασιν ἐξετάζεται τὸ γένος τῆς ἁμαρτίας, ἤτοι ἂν εἶναι ἔργον, ἢ λόγος, ἢ νόημα καὶ λογισμὸς· ὁμοίως καὶ τὸ εἶδος της· δηλαδὴ ποῖον ἔργον· μοιχεία, ἢ πορνεῖα, ἢ φόνος· καὶ ποὶος λόγος· ἀργολογία, ἢ ἐπιορκία, ἢ ψευδομαρτυρία, ἢ βλασφημία· καὶ ποὶος λογισμὸς . ὑπερηφάνεια, ἢ αἵρεσις, ἢ βλασφημία κατὰ νοῦν· καὶ ἢ προσβολή, ἢ συνδιασμός, ἢ συγκατάθεσις, καὶ τὰ ἄλλα. Εἰς τὴν αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἤμαρτεν ὁ ἄνθρωπος, ἐξεταζόμενο τὸ ἁμάρτημα, αὐξάνει ἡ ὀλιγοστεύει τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας.

 Δηλαδὴ ἂν κάποιος ἐφόνευσε τὸν τύραννον διὰ νὰ ἐλευθερώσει τὴν πόλη ἀπὸ τὴν τυραννίαν του ἢ ἔκλεψε διὰ νὰ ἐλεήσει πτωχοὺς· ἢ ἐκτύπησε τὸν βιαστὴν διὰ νὰ ἐλευθερώσει τὴν κόρη, ὅπου ἐβίαζεν, λιγότερον βάρος ἔχει ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅπου φονεύσει, ἢ κλέψει ἢ κτυπήσει διὰ τὰ κακὰ τέλη του. Καὶ ἁπλῶς κάθε ἁμαρτία ἀπὸ τὸ τέλος καὶ τὸν σκοπὸν τῆς κρίνεται. Ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἁμαρτία, αὐξάνει ἢ ὀλιγοστεύει τὸ βάρος της· δήλ. ἐκεῖνος ὅπου ἁμαρτήσει ἐν γνώσει, ἢ μὲ μελέτην, ἢ μὲ δόλον, ἢ μὲ κακὴν προαίρεσιν, βαρύτερα ἁμαρτάνει ἀπὸ τὸν ἁμαρτήσαντα τὸ αὐτὸ ἁμάρτημα ἐν ἀγνοῖᾳ, ἀκουσίως, κατὰ συναρπαγὴν καὶ περίστασιν, ἀπὸ κουφότητα καὶ ἀκακίαν.

Εἰς τὸν τρόπον ἀναφέ-ρεται καὶ κάθε ὄργανον, μὲ τὸ ὁποῖον ἁμαρτάνει κάποιος· δήλ. τὸ ξύλον, ἢ τὸ μαχαῖρι, μὲ τὸ ὁποῖον ἐφόνευσεν, ἢ οἱ ἄνθρωποι, μὲ τὸ μέσον καὶ τὴν βοήθεια τῶν ὁποίων ἔπραξε τὴν ἁμαρτίαν. Ὁ καιρός, καθ’ ὂν ἤμαρτε κάποιος, ὄλιγοστευει, ἢ αὐξάνει τὸ βάρος τῆς ἁμαρτίας· δήλ. ἂν κάποιος ἐν καιρῷ ἀνάγκης καὶ πείνας κλέψει ψωμί, ἢ σῖτον, λιγώτερο ἁμαρτάνει ἀπὸ τὸν χωρὶς τῆς τοιαύτης ἀνάγκης κλέψαντα.

Καὶ ὅσοι μετὰ τὴν χάρη τοῦ Εὐαγγελίου ἁμαρτάνουν βαρύτερον κρῖμα ἔχουν ἀπὸ τοὺς ἐν νόμῳ ἁμαρτήσαντας. Καὶ οἱ γυναῖκες, ὅπου λαμβάνουν τὰ θανατηφόρα βότανα μετὰ τὴν σύλληψιν τοῦ παιδιοῦ, βαρύτερα ἁμαρτάνουν ἀπὸ τᾶς λαμβάνουσας ταῦτα πρὸ τῆς συλλήψεως. Καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὁμοίως ἀκολουθεῖ. Ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον γίνεται τὸ ἁμάρτημα λιγοστεύει ἢ αὐξάνει τὸ βάρος του· δήλ. ἐὰν φονεύσει κάποιος, ἢ κλέψει ἐν τὴ Ἐκκλησία, βαρύτερα ἁμαρτάνει τοῦ φονεύσαντος, ἢ κλεψαντος ἐν τῷ οἴκῳ, καθότι ὁ ἐν Ἐκκλησίᾳ ταῦτα ποιήσας, διπλὰ ἁμαρτάνει κάνωντας ἐνταυτῶ φόνον καὶ δείχνωντας πρὸς τὸν Θεὸν ἀσέβεια καὶ ἀπιστία καὶ κάνοντας ἐν ταυτῷ κλεψιὰν καὶ ἱεροσυλίαν.Καὶ ὁ ἁμαρτήσας ἐν ἐρήμῳ, βαρύτερα ἁμαρτάνει τοῦ ἐν κόσμῳ. Ὁ ἐν μοναστηρίῳ, τοῦ ἐν πόλει.

 Ὁ ἐν πολιτείᾳ ἔχων πολλὰ παραδείγματα ἀρετῆς, τοῦ ἐν χωρίω, καὶ ἐν μῇ τοιάυτη πολιτεία ἁμαρτήσαντος. Ὁ ἐν φανερῷ βαρύτερα ἁμαρτάνει τοῦ ἐν κρυπτῷ. Τὸ πόσες φορὲς ἔγινε ἡ ἁμαρτία αὐξάνει ἢ ὀλιγοστεύει τὸ βάρος της· διότι ἐκεῖνος, ὅπου μίαν, ἢ καὶ δυὸ φορὲς ἁμαρτήσει, λιγότερο ἐπιτίμιον ἔχει, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅπου ἔκανε τὴν αὐτὴν ἁμαρτίαν ὄχι μίαν ἢ δυὸ ἢ τρεῖς φορὲς ἀλλὰ πολλὲς φορὲς· (βλέπε καὶ τὸν 8ον Κανόνα τῆς ἐν Ἀγκύρᾳ Τόπ. Συνόδου).


6 ΠΡΟΦΥΛΑΚΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ

[Βλέπε περισσότερα στο Εξομολογητάριον Αγ.Νικοδήμου σελ. 206-236]


1ον προφυλακτικόν εἶναι ἠ ενθύμησις τῶν αμαρτιών, τὸ νὰ μὴν λησμονήσεις, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμῆσαι πάντοτε τὶς ἁμαρτίες ὅπου ἔπραξες. Ἔτσι σὲ προστάζει ὁ Θεός, διὰ τοῦ Ἠσαϊου «Ἐγὼ εἰμὶ ὁ ἐξαλείφων τὰς ἀνομίας σου ἕνεκεν ἐμοῦ, καὶ τᾶς ἁμαρτίας σου, καὶ οὐ μὴ μνησθήσομαι· σὺ δὲ μνήσθητι, καὶ κριθῶμεν» (Ἤσ. 43,25). Τοῦτο δὲ νὰ κάνεις δήλ. νὰ ἐνθυ-μῆσαι τᾶς ἁμαρτίας σου, ὄχι διὰ νὰ βασανίζεις τὸν λογισμόν σου, ἀλλὰ διὰ νὰ παιδεύεις τὴν ψυχήν σου νὰ μὴν σκιρτᾷ εἰς τὰ πάθη, καὶ νὰ μὴν πίπτει πάλιν εἰς τὰ ἴδια. Διὰ νὰ γνωρίζεις μὲ τὴν ἐνθύμησιν τὴν μεγάλην χάριν, ὅπου ἔλαβες παρὰ Θεοῦ, τὸ νὰ σοῦ συγχωρήσει τόσες ἁμαρτίες. Καθὼς καὶ ὁ Παῦλος ἐνθυμεῖτο πάντοτε πὼς ἐδίωξε τὴν Ἐκκλησίαν, διὰ νὰ δείξει τὸ μέγεθος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Διὰ νὰ συντρίβεις τὴν καρδίαν σου, καὶ νὰ κατανύγεις τὴν ψυχήν σου. Καὶ τελευταῖον, διὰ νὰ ταπεινώνεσαι, καὶ νὰ ἔχεις τὸν εὐατόν σου ἀνάξιον καὶ αὐτῆς τῆς ζωῆς.

2ον προφυλακτικόν μεταχειρίζου, τὸ νὰ φεύγεις τὰ αἴτια τῆς ἁμαρτίας, ἐπειδὴ κατὰ τοὺς φιλοσοφικοὺς Κανόνας τὰ αὐτὰ αἴτια κάνουν πάντοτε καὶ τὰ αὐτὰ αἰτιατὰ καὶ ἀποτελέσματα. Φεῦγε λοιπὸν ἀδελφέ, τὰς κακὰς θεωρίας τὰς κακὰς συνομιλίας καὶ συναναστροφᾶς τῶν ἀτάκτων, καὶ μάλιστα φεῦγε τὰς συνομιλίας καὶ φιλίας τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποία ἤμαρτες σαρκικῶς· διότι ἕνα ἀπὸ τὰ δυό, ἢ ἐσὺ πρέπει νὰ φύγεις ἀπὸ αὐτά, ἢ αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ μακρύνεις ἀπὸ λόγου σου καὶ νὰ τὰ διώξεις ἂν τὰ ἔχεις εἰς τὸ σπίτι σου, κὰν δούλη εἶναι, κὰν δοῦλος, καὶ ἁπλῶς, κὰν ἐδικός σου, καὶ φίλος. Περὶ τούτων εἶπεν ὁ Κύριος «Εἰ ὁ ὀφθαλμός σου ὁ δεξιὸς σκανδαλίζει σέ, ἔξελε αὐτόν, καὶ βάλε ἀπό σου· συμφέρει γὰρ σοὶ ἵνα ἀπόλλυται ἓν τῶν μελῶν σου, καὶ μὴ ὅλον τὸ σῶμα σου βληθῆ εἰς γέενναν» (Μάτθ. 5,29). Καὶ μὴ πιστεύσεις ποτὲ εἰς τὸν ἑαυτόν σου, λέγωντᾶς· ἐγὼ μπορῶ νὰ συναναστρέφομαι μὲ τὰ βλάπτοντα πρόσωπα καὶ νὰ μὴν βλάπτωμαι. Πεπλανημένος λογισμὸς εἶναι αὐτός, ἐπειδὴ εἶναι γεγραμμένον «Μὴ πιστεύσεις τῷ ἐχθρῷ σου εἰς τὸν αἰῶνα» (Σειράχ. 12,10).

3ον προφυλακτικόν μεταχειρίζου, τὸ νὰ ἐξομολογήσαι συνεχώς, εἰς τρόπον ὅτι, ὄχι μόνον ὅταν πράξης κάθε θανάσιμον καὶ μεγάλον ἁμάρτημα, παρευθὺς νὰ τρέχεις εἰς τὸν Πνευματικὸν· ἀλλὰ καὶ ὅταν πράξης κάθε μικρὸν καὶ συγγνωστόν, ἂν εἶναι δυνατόν. Διατί, καθὼς οἱ πληγὲς ὅταν φανερωθοῦν εἰς τὸν Ἰατρόν, δὲν αὐξάνουν, ἔτσι καὶ οἱ ἁμαρτίες, ὅταν ἐξομολογοῦνται, δὲν πηγαίνουν εἰς αὔξησιν. Τὰ λελέκια ἔχουν μίαν συνήθειαν, καὶ ὅπου τοὺς χαλοῦν τὶς φωλιές τους, ἐκεῖ πλέον δὲν πηγαίνουν, ἔτσι καὶ οἱ δαίμονες ἀναχωροῦν ἀπὸ ἐκεῖνον ὅπου συχνὰ ἐξομολογεῖται· διατὶ μὲ τὴν συχνὴ ἐξομολόγηση χαλᾷ τὶς φωλιές τους καὶ τὰ δίκτυά τους, καθὼς τὸ εἶπαν οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες εἰς ἕναν ἐνάρετον ἄνδρα. Πρὸς τούτοις εἶπον καὶ τοῦτο· πῶς ὅταν ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἀνεξομολόγητος, ἔχουν ὅλα τὰ μέλη του σὰν δεμένα μὲ τὴν ἁμαρτίαν καὶ δὲν μποροῦν νὰ κινηθοῦν εἰς τὸ νὰ κάνει τὸ καλόν, καὶ ὅταν ἐξομολογηθεῖ, παρευθὺς λύνονται.

4ον προφυλακτικόν μεταχειρίζου ἀδελφέ, τὸ νὰ ἐνθυμῆσαι τὰ ὑστερινὰ σου, δηλ. νὰ μελετᾷς παντοτεινὰ τὸν θανατόν σου, τὴν φοβερὰν κρίσιν τοῦ Θεοῦ, τὴν αἰώνιον κόλασιν, καὶ τὴν αἰώνιον ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου διατὶ ἡ ἐνθύμησις καὶ ὁ φόβος τούτων τῶν τεσσάρων γίνεται εἰς του λόγου σου, ὡσὰν ἕνα δυνατὸν χαλινάρι, τὸ ὁποῖον δὲν σὲ ἀφήνει νὰ ἁμαρτήσεις, καθὼς λέγει διὰ τοῦ Σειρὰχ (7,36) τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον «Μιμνήσκου, τὰ ἔσχατά σου, καὶ εἰς τὸν αἰῶνα οὐ μὴ ἁμαρτήσεις».

 5ον προφυλακτικόν μεταχειρίζου ἀδελφέ, τὸ νὰ γνωρίσεις καλά, τί κακὸν πρᾶγμα εἶναι ἡ ἁμαρτία, καὶ μάλιστα ἡ θανάσιμος· ἐπειδὴ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι διὰ τοῦτο κάνουν τὴν ἁμαρτίαν, διατὶ δὲν ἠξεύρουν πόσον μεγάλον κακὸν εἶναι. Διὸ καὶ εἰς πολλὰ μέρη τῆς θείας Γραφῆς οἱ ἁμαρτωλοὶ ὀνομάζονται ἄφρονες καὶ ἄγνωστοι.

6ον προφυλακτικόν εἶναι ἡ προσευχὴ. Ὁ Ἱερὸς Αὐγουστίνος λέγει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ κάνει ἐκεῖνο ὅπου δύναται, καὶ νὰ ζητεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἐκεῖνο ὅπου δὲν δύναται. Διὰ τοῦτο καὶ ἠμεῖς, ἀφοῦ σου ἐδώσαμεν ἀδελφὲ τὰ προρρηθέντα προφυλακτικά, διὰ νὰ μὴν μεταπίπτεις εἰς τὴν ἁμαρτίαν, τὰ ὁποία δύνασαι νὰ τὰ κάνεις ἀπὸ λόγου σου μὲ τὴν δικήν σου δύναμιν καὶ προαίρεσιν, τελευταῖον σου δίδομεν καὶ ἕνα ἕκτον προφυλακτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἱερὰ Προσευχή. Μὴν παύεις λοιπὸν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀφιερώνεις τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν Θεὸν καὶ νὰ τὸν παράκαλεῖς θερμότατα νὰ ἐνδυναμώσει τὴν ἀσθένειάν σου, καὶ νὰ στερεώσει τὴν θελησίν σου εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ὅπου ἔκαμες, μὲ τὴν ἐξ ὕψους χάριν του καὶ βοήθειαν, ἐλπίζοντας ὅτι θὰ σὲ εἰσακούσει διὰ τὴν μεγάλην του ἐλεημοσύνην, ὡς τὸ ὑπόσχεται μόνος του. «Ἐὰν καταβοήση πρὸς μέ, εἰσακούσομαι αὐτοῦ, ἐλεήμων γὰρ εἰμί» (Ἐξ. 22,27).





ΟΙ 3 ΠΑΙΔΕΙΕΣ ΟΠΟΥ ΕΛΑΒΕ

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

[Εξομολογητάριον Αγίου Νικοδήμου σελ. 233-235]


1ον, εἰς τοὺς Ἀγγέλους,

2ον, εἰς τοὺς ἀνθρώπους,

3ον, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.


 Ἐπαίδευσε τὴν ἁμαρτία εἰς τοὺς Ἀγγέλους ὁ Θεὸς, καὶ διὰ ἕνα μόνον ὑπερήφανον καὶ ἀποφασιστικὸν λογισμόν τους, ἐκρήμνισεν εἰς τὸν ἄδην ἕνα ἀναρίθμητον πλῆθος ἀπὸ αὐτούς, καὶ δὲν τοὺς ἐψήφισε πὼς ἤσαν πνεύματα ἄϋλα εἰς τὴν φύσιν, ἀθάνατοι εἰς τὸ εἶναι, σοφώτεροι ὅλων τῶν ἀνθρώπων, δυνατώτεροι ἀπὸ ὅλα τὰ κατώτερα κτίσματα, δὲν ἐψήφισεν οὔτε τὴν εὐγένειάν τους, οὔτε τὸν λεπτότατον νοῦν τους, οὔτε τὴν ἄϋλον γνῶσιν τους· ἀλλὰ τοὺς καταδίκασε νὰ παιδεύωνται αἰωνίως μὲ τὰ πλέον χειρότερα παιδευτήρια τοῦ ᾅδου, διὰ νὰ μᾶς κάνει νὰ γνωρίσουμεν πόσον μισεῖ ἐνταυτῶ καὶ παιδεύει τὴν ἁμαρτίαν. «Ἀγγέλους τὲ τοὺς μὴ τηρήσαντας τὴν ἑαυτῶν ἀρχή, ἀλλὰ ἀπολιπόντας τὸ ἴδιον οἰκητήριον εἰς κρίσιν μεγάλης ἡμέρας, δεσμοὶς ἀϊδίοις ὑπὸ ζόφον τετήρηκεν» (Ἰουδ. 6). Καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος εἶπεν «Ὁ Θεὸς Ἀγγέλων ἁμαρτησάντων οὐκ ἐφείσατο· ἀλλὰ σειραὶς ζόφον ταρταρώσας, παρέδωκεν εἰς κρίσιν τετηρημένους» (Β-Πετρ. 2,4).

Ἐπαίδευσε τὴν ἁμαρτίαν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, διατὶ τὸν πρῶτον ἄνθρωπόν, τὸν Ἀδάμ, εὐθὺς ὅπου παρήκουσε τὴν ἐντολήν του, τὸν ἐξώρισεν ἀπὸ τὸν Παράδεισο, καὶ καταδίκασε αὐτόν, καὶ ἠμᾶς ὅλους τοὺς ἀπόγόνους του νὰ ζῶμεν εἰς τὴν κατηραμένην ταύτην γῆν μὲ πτωχείας, μὲ ἀσθενείας, πόνους, ἀναστεναγμούς, δυστυχίας, καὶ τελευταῖον νὰ δοκιμάζωμεν ἕνα παρὰ φύσιν καὶ ὀδυνηρὸν θάνατον. Ἐπαίδευσε τὴν ἁμαρτίαν, διατὶ τοὺς ἐπὶ Νῶε ἀνθρώπους ἁμαρτήσαντας κατέπνιξε μὲ ἕναν παγκόσμιον κατακλυσμὸν ἀπὸ νερὸν· διατὶ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορα κατέκαυσε μὲ ἕναν ἄλλον κατακλυσμὸν ἀπὸ θειάφι καὶ φωτιὰν· καὶ τελευταῖον, διότι κατεδίκασε τοὺς ἀμετανοήτους ἁμαρτωλοὺς νὰ κατάκαίωνται αἰωνίως μέσα εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως, τῶν ὁποίων δὲν θέλουν κουρασθεῖ ποτὲ οἱ βασανιστὲς τοὺς δαίμονες, καὶ ὁ Θεὸς δὲν θέλει συμπονέσει ποτὲ τὴν συμφορά τους, δὲν θέλει ἀκούσει ποτὲ τὰ κλάματά τους, ἀλλὰ μᾶλλον θέλει τοὺς πολεμεῖ, καὶ θέλει τοὺς μισεῖ αἰωνίως· διατὶ αὐτὸς εἶναι ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος λαὸς ποὺ ἀναφέρει ὁ Μαλαχίας «Λαός, ἐφ’ ὂν παρατέτακται Κύριος ἕως αἰῶνος» (Μαλαχ. 1,4).

Σοὺ φαίνονται, ἀδελφέ μου, μεγάλες αὐτὲς οἱ παιδεῖες τῆς ἁμαρτίας; ἀλλὰ ἤξευρε, πὼς κάθε ἁμαρτία δὲν παιδεύεται ποτὲ ἀπὸ τὸν Θεὸν κατ’ ἀξίαν, ἀλλὰ πάντοτε μὲ εὐσπλαγχνίαν· καὶ ἕνας ἁμαρτωλός, ἀγκάλα καὶ νὰ κολάζεται αἰωνίως, ὅμως κολάζεται ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅτι τοῦ πρέπει. Καὶ ἠμπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ εἰπῇ ἐκεῖνο τοῦ Ἰωβ· «Οἴα συνετέλουν, καὶ οὐκ ἄξια ἤτασε μὲ ἥμαρτον» Ἐπαίδευσεν ὁ Θεὸς τὴν ἁμαρτίαν καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, μὰ μὲ τόσην σκληρᾶν παιδείαν, ὥστε ὅπου ὄλαις οἱ ἄνω εἰρημέναις παιδεῖες συγκρινόμενες μὲ αὐτήν, φαίνονται ὡσὰν ἴσκιος· διότι μία μοναχὴ καὶ ἐλαφρὰ πληγῆ εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, μία ἀγκίδα ἀπὸ τᾶς ἀκάνθας του, μία μόνη μαστίγωσίς του εἶναι μεγαλητέρα παιδεία, παρὰ ἂν ὁ Θεὸς ἤθελε χαλάσει ὄλον τὸν κόσμον, καὶ νὰ γκρεμίσει ἀνθρώπους, Ἀγγέλους, Ἀρχαγγέλους, καὶ κάθε ἄλλο κτίσμα, μέσα εἰς τὸ πῦρ τῆς κολάσεως.

 Ἐπειδή, τί ἔχει νὰ κάνει ἡ παιδεία ὅλων τῶν κτισμάτων, μὲ τὴν μικροτέρα βάσανον τοῦ Κτίστου, τοῦ ἀθωοτάτου, τοῦ ἁγιωτάτου, τοῦ Μονογενοῦς Υἱοῦ; Καὶ ὅμως ὁ οὐράνιός του Πατὴρ δὲν εὐχαριστήθει νὰ πάθει ὁ Υἱὸς τοῦ μίαν ὀλίγην βάσανον, διὰ νὰ χαλάσει τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ μίαν ὑπερβολὴν τῶν βασάνων. Θέλεις νὰ τὸ καταλάβεις ἁμαρτωλέ; Γύρισε καὶ ἰδὲ τὸν Ἰησοῦν πὼς πάσχει διὰ τὴν ἁμαρτίαν σου! Προδίδεται, ἐξορκίζεται, ἐμπαίζεται, σέρνεται εἰς τὰ κριτήρια ὡς κατάδικος. Ἰδέ, πὼς οἱ ὀφθαλμοὶ τοῦ εἶναι καταπληγωμένοι ἀπὸ τοὺς γρονθισμοὺς καὶ τοὺς κονδύλους! πὼς τὸ πρόσωπόν του εἶναι γεμάτον ἀπὸ ἐμπτυσύματα! πὼς τὰ μαγουλὰ τοῦ εἶναι ὁλόμαυρα ἀπὸ τὰ ραπίσματα! πὼς ὁ λαρυγγὰς τοῦ εἶναι ξεραμένος ἀπὸ τὴν δίψαν! πὼς ἡ κεφαλὴν τοῦ εἶναι κατατρυπημένη ἀπὸ τὰ σκληρότατα ἀγκάθια! πὼς οἱ βραχίονες καὶ οἱ σφυγμοὶ τοῦ εἶναι σφιχτοδεμένοι μὲ δυνατὰ σχοινία! πὼς οἱ ὦμοι τοῦ εἶναι καταδαμασμένοι ἀπὸ τὸ βαρύτατον βάρος τοῦ Σταυροῦ! πὼς τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια τοῦ εἶναι καρφωμένα μὲ ὀξύτατα καρφιά! Ἰδέ, ἁμαρτωλὲ πὼς οἱ φλέβες τοῦ εἶναι ἄδειες ἀπὸ αἷμα! πὼς ἡ πλευρὰ τοῦ εἶναι λογχευμένη! πὼς τὰ ἄρθρα τοῦ ὅλα εἶναι κατάκεκομμένα ἀπὸ τὸ σφοδρότατο τάνυσμα τοῦ Σταυροῦ! καὶ πὼς ἐπάνω εἰς τὰ σκληρὰ καρφιὰ κρεμάμενος, παρέδωκε τὸ πνεῦμα! Ἰδέ, πὼς ὅλον του τὸ σῶμα ἔγινε μία ὁλόκληρος πληγῆ χωρὶς εἶδος, χωρὶς κάλλος ἀνθρώπινον!

Πέρασε τώρα καὶ μὲ τὸν νοῦ σου εἷς τὸ ἐσωτερικὸ μέρος τῆς ψυχῆς τοῦ Ἰησοῦ διὰ νὰ δεῖς ἐκεῖ μέσα, πόσον ἀσυγκρίτως ἔπαθε περισσότερον μὲ τὴν ψυχήν, παρὰ ποῦ ἔπαθε μὲ τὸ σῶμα, λυπούμενος σφοδρότατα διὰ τόσες ἁμαρτίες, διὰ τόσες ὕβρεις; καὶ διὰ τόσην μεγάλην καταφρόνησιν, ὅπου ἔμελλον νὰ κάνουν εἰς τὴν μεγαλειότητά του καὶ εἷς τὰ πάθη του, οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι οἱ ἁμαρτωλοί, τοῦ ὁποίους διὰ νὰ σώσει τόσα πολλὰ ἔπαθε.


ΟΙ 3 ΒΛΑΒΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙ

 Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΜΑΡΤΩΛΟΝ

[Εξομολογητάριον Αγίου Νικοδήμου σελ. 186-187]


1η βλάβη εἶναι, πὼς αὐτὲς σὲ ἔκαναν νὰ χάσεις τᾶς ὑπερφυσικᾶς χάριτας, ὅπου σου ἐχάρισεν ὁ Θεὸς εἰς ταύτην τὴν ζωὴν· τὴν χάριν τῆς δικαιώσεως, τὴν χάριν τῆς υἱοθεσίας, τῆς διαμονῆς, καὶ τὰς λοιπὰς ἄλλας, τῶν ὁποίων ἕνας καὶ μόνος βαθμὸς εἶναι τιμιώτερος ἀπὸ ὅλες τὶς εὐγένιες, ἀπὸ ὅλες τὶς σοφίες, ἀπὸ ὅλες τὶς ὡραιώτητες, καὶ ἀπὸ ὅλες τὶς δυνάμεις· ἐν συντομίᾳ, ἀπὸ ὅλα ὁμοὺ τὰ χαρίσματα τῆς φύσεως, καὶ τὰ πλέον πολύτιμα καλὰ τοῦ κόσμου, ὡς λέγει ὁ Σολομῶν· «Ὁ πᾶς χρυσὸς ἐν ὄψει αὐτῆς ψάμμος ὀλίγη» (Σοφ.Σολομ. 7,9).

 2η βλάβη εἶναι, ὅτι αὐτὲς σὲ ἔκαναν νὰ χάσεις ὅλην τὴν αἰώνιον μακαριότητα τοῦ Παραδείσου, τὴν τοῦ Θεοῦ ἀπόλαυσιν καὶ θεωρίαν, τὴν θεωρίαν τῆς γλυκυτάτης Θεοτόκου, τῆς Μητρὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ Μητρὸς ὅλων τῶν Χριστιανῶν, τὴν τῶν Ἀγγέλων ἕνωσιν, τὴν τῶν ἁγίων συντροφιάν, τὴν ἀνεκλάλητον χαράν, τὴν οὐράνιον βασιλείαν, τὴν παντοτινὴν ἀνάπαυσιν, τὸ αἰώνιον φῶς καὶ ἁπλῶς ὅλα τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὔτε ὀφθαλμὸς εἶδεν, οὔτε αὐτὶ ἄκουσεν, οὔτε νοῦς ἀνθρώπου ἠμπορεῖ νὰ καταλάβει· καὶ σὲ ἐκατάστησαν νὰ ἀλλάξεις ὅλα ταῦτα μὲ μίαν ὀλίγην, μὲ μίαν πικρᾶν καὶ συγχαμερᾶν ἡδονὴν· καὶ νὰ τὰ ἐξουθενήσεις ὅλα ὡς οὐδέν, καθὼς καὶ ἐκεῖνοι οἱ σκολιοὶ Ἰουδαῖοι, ἐξουθένησαν τὴν ἀντίτυπον τοῦ Παραδείσου Ἱερουσαλήμ. «Καὶ ἐξουδένωσαν γῆν ἐπιθυμητήν» (Ψαλμ. ρε. 24).

3η βλάβη εἶναι, πὼς οἱ ἁμαρτίες σου αὐτές σου προξένησαν τὴν αἰώνιον κόλασιν, τὸ ἄσβεστον ἐκεῖνο πῦρ, τὸν βρυγμὸν τῶν ὀδόντων, τὸν σκώληκα τὸν ἀκοίμητον, τὸν βασανισμὸν ὅλων τῶν αἰσθήσεων τοῦ σώματος, καὶ ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς σου, ἡ ὁποία θὰ ἔχει πάντοτε ἐκεῖνο ὅπου μισεῖ καὶ δὲν θὰ ἔχει ποτὲ ἐκεῖνο ὅπου ἐπιθυμεῖ. Ἐκεῖ δὲν θὰ ἀπολαύσεις ποτὲ καμίαν ἡδονήν, δὲν θὰ ἰδεῖς πλέον κανένα σου φίλον, δὲν θὰ μιλήσεις πλέον σὲ κανένα σου συγγενῆ, δὲν θὰ λάβεις ὕπνον ποτέ, δὲν θὰ βρεῖς καμμίαν ἀνάπαυσιν οὐδὲ μίαν μοναχὴν στιγμήν, ἀπὸ ἐκείνους τοὺς δημίους δαίμονες, ὅπου θὰ σὲ βασανίζουν, καὶ ἁπλῶς συλλογίσου πὼς οἱ ἁμαρτίες σὲ ἔκαναν νὰ κερδίσεις μίαν αἰωνιώτητα τῶν ἀπείρων ἐκείνων βασάνων τῆς κολάσεως, τῆς ὁποίας μία μοναχὴ στιγμή, ὕστερα ἀπὸ τόσας μυριάδας χρόνων, θὰ εἶναι ὅση εἶναι ἡ ἄμμος τῆς θαλάσσης, ὅσοι εἶναι οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ὅσες εἶναι οἱ σταλαγματιὲς τῆς βροχῆς, ὅσα εἶναι τὰ φύλλα τῶν δένδρων, καὶ τὰ ἄτομα τοῦ ἀέρος, δὲ θὰ περάσει δήλ. ἐκείνη ἡ στιγμὴ ποτὲ ποτέ. «Καὶ βασανισθήσονται ἐν πυρὶ καὶ θείω … καὶ ὁ καπνὸς τοῦ βασανισμοῦ αὐτῶν ἀναβαίνει εἰς αἰῶνες αἰώνων» (Αποκ. 14,10-11).


ΟΙ 3 ΒΛΑΒΕΣ ΠΟΥ ΠΡΟΞΕΝΕΙ

Η ΑΜΑΡΤΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

[Εξομολογητάριον Αγίου Νικοδήμου σελ. 183-185]


1η βλάβη εἶναι, ὅτι ἐσὺ μὲ τᾶς ἁμαρτίας σου ὕβρισες καὶ ἀτίμασες τὸν Ὕψιστον ἐκεῖνον καὶ μέγαν Θεὸν· ἐσὺ ὁ σκώληξ, ἕναν Παντοδύναμον· ἐσὺ ὁ πηλός, ἕναν Δημιουργόν του παντός· ἐσὺ τὸ οὐδέν, ἕνα ἄπειρον ὂν· ἐπειδὴ καὶ παρέβεις τὸν νόμον τοῦ «Διὰ τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου τὸν Θεὸν ἀτιμάζεις» (Ρωμ-2,21).

 2η βλάβη εἶναι, ὅτι ἐσὺ μὲ τᾶς ἁμαρτίας σου ἐφάνεις ἀχάριστος δοῦλος καὶ υἱός, εἰς τέτοιον πανάγαθον Δεσπότην καὶ φιλοστοργότατόν σου Πατέρα, ὁ ὁποῖος σὲ ἠγάπησεν ἀπὸ τοῦ αἰῶνος, ὄχι διὰ καμμίαν ἀξιότητα ἐδικήν σου ἀλλὰ διὰ μόνην τὴν ἐδικήν του ἀγαθότητα, καὶ ἀπεφάσισεν εἰς τὴν θεαρχικὴν τοῦ ἰδέαν νὰ σὲ δημιουργήσει ἐκεῖ ὅπου ἐδύνατο νὰ δημιουργήσει ἄλλους ἀντὶ ἐσένα. Διατὶ ἐσὺ ἐφάνεις ἀχάριστος εἰς τέτοιον Δεσπότην, ὁ ὁποῖος σου ἐχάρισε τόσες εὐεργεσίες, τῆς φύσεως, τῆς χάριτος, κοινᾶς, μερικᾶς, κρυφᾶς, φανερᾶς, καὶ τὸ φοβερώτερον ἀπὸ ὅλα, ὅτι εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν ὅπου ἐλάμβανες ὄλας ἐτούτας τᾶς χάριτας, ἐσὺ τὸ ἀχάριστο κτίσμα ἔμπροσθεν εἰς τὰ ὀμμάτιά του, ἐτόλμας καὶ τοῦ ἔδιδες διὰ ἀνταμοιβὴν τᾶς κακίας σου.

3ην βλάβη εἰς τὸν Θεὸν εἶναι, ὅτι μὲ τὶς ἁμαρτίες σου ἔκανες μίαν ἀνήκουστον ἀδικίαν καὶ καταφρόνησιν, ἐναντίον εἰς τὴν λύτρωσιν, ὅπου σου ἔκαμεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ· ἐπειδὴ τὸν ἔβαλες εἰς τὸν σταυρὸν καὶ δευτέραν φορᾶν, κατεπάτησες τὴν ἀγάπην του, ἐβεβήλωσες τὸ Πανάγιον Αἷμα του, ὕβρισες τὴν χάριν τοῦ Πνεύματός του, τοῦ ἄνοιξες τὰς πληγᾶς, τοῦ ἀνακαινούργωσες τὰ ἐπτύσματα, τὰ ραπίσματα, τὸν ἀκάνθινον στέφανον, τᾶς μαστιγώσεις, τὰ καρφιά, τὴν λόγχην, καὶ ὅλα τὰ πάθη καὶ τοὺς ὀνειδισμούς, διατὶ ἔπραξες τὴν ἁμαρτίαν, ἡ ὁποία ἐστάθη ἡ αἰτία τῆς σταυρώσεώς του. «Ἀνασταυρούντας ἐαυτοὶς τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ παραδειγματίζοντας» λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐν τὴ πρὸς Ἑβραίους ἐπιστολὴ τοῦ κέφ. 6.


Μὲ τρία πράγματα ἁμαρτάνουν οἱ ἄνθρωποι,

μὲ τὸν νοῦν,

μὲ τὸν λόγον,

καὶ μὲ τὸ ἔργον.

Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου σελ. 63-64


Τὸ πρώτον ὅπου εἶναι ὁ νοῦς, γίνεται αἰτία εἰς ὅλα ἐκεῖνα ὅπου ἁμαρτάνουν τὰ ἄλλα δύο, ἤγουν ὁ λόγος, καὶ τὸ ἔργον· ὅμως δὲν δύναται νὰ τελειώσῃ ἁμαρτίαν ὁ νοῦς, ἀλλὰ ὁ λόγος, καὶ τὸ ἔργον τελειώνουν ὅσα ἐφευρίσκει ὁ νοῦς. Λοιπὸν ἀπὸ αὐτὰ τὰ τρία ποῖον εἶναι ἀναγκαιότερον νὰ ἰατρεύση ὁ Χριστός; φανερὸν εἶναι ὅτι τὸ πρῶτον, ἤγουν τὸν νοῦν. Καὶ ὁπόταν ὁ νοῦς ἀγιασθῇ, καὶ ἰατρευθῇ, καὶ ἔλθη εἰς καλήν κατάστασιν, καὶ δὲν ὐποφέρῃ νὰ εἰπῇ, μήτε νὰ κάμη τίποτε, ἔξω ἀπὸ ἐκεῖνο ὅπου εἶναι ἀρεστὸν εἰς τὸν Θεόν, τότε κάθε ψυχή φυλάττεται ἀναμάρτητος. Καὶ ἀγκαλά ἡ ἁμαρτία ὅπου κάνει ὁ ἄνθρωπος μὲ τὸ ἔργον, γίνεται μὲ ἀργοπορίαν καὶ ἠ ἁμαρτία ὅπου κάνει με τὸν λόγον, γίνεται ὀγλιγωρότερα· ἡ δὲ ἁμαρτία ὅπου κάνει μὲ τὸν νοῦν γίνεται πολλὰ ὀγλιγωρότερα, καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ.

Πλὴν ἡ ἁμαρτία τοῦ νοὸς μένει ἄπρακτος, ἀνίσως λείψῃ ὁ λόγος, ἢ τὸ ἔρ¬γον. Τὸ λοιπὸν πρέπει νὰ ἀγωνισθοῦμεν ὅσον δυνάμεθα διὰ νὰ ἁγιασθῇ ἀπὸ τὸν Χριστὸν ὁ νοῦς μας, καὶ νὰ λάβῃ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅτι διὰ τούτο καὶ μόνον ὁ Χριστός, Θεὸς ὤν ἔγινεν Ἄνθρωπος, καὶ διὰ αὐτὸ ἐσταυρώθη, καὶ ἀπέθανε, καὶ ἀνέστη. Καὶ τούτο ἤγουν ὁ ἁγιασμός τοῦ νοός, εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ὅπου λαμβάνει εἰς τὴν παροῦσαν ζωήν, διὰ νὰ ἀξιωθοῦν νὰ λάβουν αὐτὴν τὴν θείαν, καὶ ὐπὲρ φύσιν ἀνάστασιν εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν, καὶ τὰ σώματα τῶν ψυχῶν, ὅπου ἀξιώθησαν νὰ ἀναστηθοῦν ἐδώ. Πρέπει λοιπόν νὰ διορθώσωμεν πρῶτον τὸν νοῦν μας, νὰ στέκῃ ὅταν προσεύχε¬ται, καὶ ὅταν διαβάζη, καὶ ὅταν διδάσκεται τὰ θεία λόγια. Εἰδὲ καὶ δὲν διορθώσωμεν τὸν νοῦν, ὅλα τὰ ἄλλα ματαίως γίνονται, καὶ δὲν θέλει λάβῃ προκοπὴν ποτὲ ἡ ψυχή μας.

Μερικοὶ δὲ ὄπου ὀνομάζονται μόνον χριστιανοὶ ἀμὴ δὲν εἶ-ναι τῆ ἀληθεία, μὲ τὸ νὰ μὴ γνωρίζουν αὐτὸ τὸ μέγα, καὶ φοβερὸν πάθος ὅπου ἔχουν εἰς τὴν ψυχήν τους, πίπτουν εἰς κενοδοξίαν, εἰς καπνοὺς καὶ φαντασίας, καὶ λογιάζουν πῶς εἶναι ἀνώτε¬ροι ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς, καὶ ὐψηλοφρονοῦν, ὐπε¬ρηφανεύονται, καὶ καταφρονοῦν τοὺς ἄλλους ὁ¬μογενεῖς ἀνθρώπους, καὶ δὲν ἰξεύρουν ὅτι τὸ πάθος τούτο εἶναι κοινόν εἰς ὅλον τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων, καθὼς εἶναι κοινὰ εἰς ὅλους καὶ ἡ φθορά, καὶ ὁ θάνατος.

Τὸ ὁποῖον πάθος ταῖς πε¬ρισσότεραις φοραῖς μάλιστα ἰατρεύεται ὀγλιγωρότερα εἰς τοὺς ἀπλουστέρους, καὶ ἀμαθεστέρους, παρὰ εἰς τοὺς μαθηματικούς, καὶ σοφούς. Ὅθεν καὶ μὲ τὸ νὰ θεραπεύωνται ὀγλιγωρότερα οἰ ἀπλούστεροι εἶναι καλλίτεροι ἀπὸ τοὺς σοφούς, καὶ πλέον πλησιέστεροι εἰς τὸν Θεόν, καὶ γνωρίζον¬ται, ἤτοι φωτίζονται πρῶτον αὐτοὶ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ὕστερα γνωρίζουν καὶ αὐτοὶ τὸν Θεόν· πλὴν κατὰ τὸ μέτρον τῆς διορθώσεως τοῦ νοός, δίδεται εἰς κάθε ἕνα καὶ τὸ μέτρον τῆς γνώσεως, καὶ ἐπιγνώσεως τοῦ ἐαυτοῦ του, καὶ τοῦ Θεοῦ· δηλ. ὅσον διορθώνεται, ἤτοι ἁγιάζεται, φωτίζεται ὀ νοῦς τοῦ καθ' ἑνὸς ἀπὸ τὸν Θεόν, τόσον γνω¬ρίζει καὶ τὸν ἐαυτόν του, καὶ τὸν Θεόν· ὧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν.


ΟΙ 3 ΤΡΟΠΟΙ ΠΟΥ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΜΕ

ΜΕ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ


 Ὁ μέγας Βασίλειος κατὰ τρεῖς τρόπους λέγει, ὅτι συγκοινωνεῖ τινας εἰς τὴν κακίαν τοῦ ἄλλου. Ἢ κατὰ τὸ ἔργον, ὅταν μὲ τὸν αὐτὸν σκοπὸν συνεργῇ καὶ συμβοηθῇ αὐτὸν εἰς τὸ κακὸν· Ἢ κατὰ τὴν γνώμην, ὅταν συγκατατεθῇ μὲ τὴν διάθεσιν καὶ τὸν τρόπον τοῦ ἁμαρτά-νοντος καὶ συναρέσκεται εἰς αὐτήν. Εἶναι δέ καὶ ἄλλη τρίτη συγκοινωνία, τὴν ὁποίαν οἱ μὲν πολλοὶ δὲν ἠξεύρουν, μαρτυ-ρεῖ δὲ ὅμως ταύτην ἡ ἀκριβολογία τῆς θείας Γραφῆς. Αὕτη δὲ εἶναι, ὅταν τινὰς καὶ χωρὶς νὰ γένη συνεργός μὲ τὸ ἔργον, καὶ χωρὶς νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀμαρτάνοντος, γνωρίσῃ δὲ μόνον τὴν κακίαν τῆς γνώμης τοῦ ἁμαρτάνοντος καὶ ἐφησυχάση, ἤτοι σιωπήση, καὶ δὲν ἐλέγξη αὐτόν.

Ὁ τρόπος δὲ οὗτος τῆς συγκοινωνίας δηλοῦται καὶ ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ λό¬για τοῦ Θεοῦ. «Ταύτα ἐποίησας καὶ ἐσίγησα, ὐπέλαβες ἀνομίαν, ὅτι ἐσομαί σοι ὅμοιος, ἤτοι συγκοινωνὸς τῆς κακίας σου». Διὸ ταύτην τὴν ὑπόνοιαν ἀναιρῶν ὁ Θεὸς λέγει· «ἐλέγξω σε καὶ παραστήσω κατὰ πρόσωπόν σου τὰς ἁμαρτίας σου.» Ἀλλὰ δὴ καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο ὅπου λέγει ὁ Παύλος ἐλέγχωντας τοὺς Κορινθίους διὰ τί ἠσύχασαν, καὶ δὲν ἤλεγξαν τὸν πορνεύσαντα μὲ τὴν μητρυιάν του· «ὑμεῖς πεφυσιωμένοι ἐστὲ, καὶ οὐχὶ μάλλον ἐπενθήσατε, ἵνα ἐξαρθῇ ἐκ μέσου ὑμῶν ὁ τὸ ἔργον τοῦτο ποιήσας κτλ.» (α΄. Κορ. κεφ. ε΄,2).

Διὸ καὶ ὁ Νηστευτὴς ἐν τῷ κε΄ Κανόνι αὐτοῦ λέγει, ὅτι ἡ μοναχὴ ὅπου ἠξεύρει πῶς μοιχεύονται, ἢ φθείρονται οἱ ἄλλαις συναδελφαῖς της Καλογραίαις, καὶ δὲν τὸ φανερώση εἰς τὴν προεστώσαν, νὰ κανονίζεται παρόμοια, καθὼς καὶ αἱ πράττουσαι ταῦτα. Ἀλλὰ καὶ Ἠλίας ὁ Κρή¬της Μητροπολίτης λέγει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δέχωνται οἱ ἱερεῖς τὰς προσφορὰς ἐκεῖνου τοῦ πατρός, μὲ τοῦ ὁποίου τὴν εἴδησιν πορνεύουσιν οἱ ὑπεξούσιοι υἱοί του· ἐπειδὴ δυνάμενος αὐτὸς νὰ τοὺς ἐμποδίση ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν καὶ νὰ τοὺς ὑπανδρεύσει νομίμως, ὅλον τὸ ἐναντίον τοὺς ἀφήνει νὰ ἁμαρτάνουν... (Ὑποσημείωσις κε΄ κανόνος τῆς ἐν Ἀγκύρα τοπ. Συνόδου Πηδάλιον σελ. 383). Μεγ. Βασιλείου. Αὐτὸς ποὺ ἀνέχεται τὸν ἄλλον ποὺ ἀμαρτάνει, εἶναι συνένοχός του. Αὐτὸ τὸ κρίμα εἶναι φανερὸν ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Πιλάτο· «Αὐτὸς ποὺ μὲ παρέδωσε σὲ σένα ἔχει μεγαλύτερη ἁμαρτία». Τοῦ Αὐτοῦ. Καὶ ὁ Πιλᾶτος ἀνεχόμενος τῶν παραδεδωκότων, ἁμαρτίαν εἶχε, εἰ καὶ ἐλάττονα. Παρίστησι δὲ τοῦτο φανερῶς καὶ ὁ Άδάμ ἀνασχόμενος τῆς Εὔας καὶ ἡ Εὔα ἀνασχομένη τοῦ ὄφεως· οὐδείς γὰρ αὐτῶν ὡς ἀθῶος ἀτιμώρητος ἀφείθη...» Τοῦ Αὐτοῦ. Κακία γὰρ σιωπηθεῖσα νόσος ὕπουλός ἐστιν ἐν τῇ ψυχῇ... Τὸ κρύπτειν ἁμαρτίαν, συγκατασκευάζειν ἐστί τῷ νοσοῦντι τὸν θάνατον... Μήτε οὖν ἄλλος ἄλλω συγκρυπτέτω, ἵνα μὴ ἀδελφοκτόνος ἀντί φιλαδέλφου γένηται... Ὅροι κατ’ ἐπιτομήν, ΕΠΕ 9,64-68


ΟΙ 4 ΤΡΟΠΟΙ ΠΟΥ ΑΜΑΡΤΑΝΕΙ

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

[Αγ.Συμεών του Νέου Θεολόγου τα ευρισκόμενα σελ. 84-85]


 Ἑκουσίως, ἀκουσίως, ἐν γνώσει καὶ ἐν ἀγνοῖᾳ. Ἑκουσίως, δήλ. θεληματικῶς εἶναι, ὅταν γνωρίζει τὸ κακὸν μὲ βεβαιότητα, πὼς εἶναι κακόν, τὸ ὁποῖον στέκεται εἰς τὸ θέλημά του, ἢ νὰ τὸ κάνει, ἢ νὰ μὴ τὸ κάνει, καὶ ἐκεῖνος θέλωντας τὸ κάνει. Ἀκουσίως, δήλ. χωρὶς τὸ θέλημά του, εἶναι, ὅταν κάποιος βιάζεται ἀπὸ καμμίαν ἀνάγκην καὶ κάνει τὸ κακό, μὴ θέλοντας, καθὼς πολλοὶ μάρτυρες διὰ τὰ βάσανα ὅπου τοὺς ἔκαναν, ἀρνήθηκαν τὸν Χριστό.

 Ἢ κατὰ ἄλλον τρόπον, μὴ ξέρωντας κάποιος καὶ μὴ θέλωντας κάνει τὸ κακό, καθὼς πολλοὶ ἔριξαν σαΐταν, διὰ νὰ φονεύσουν κανένα θηρίον, καὶ ἐφόνευσαν ἄνθρωπον χωρὶς νὰ τὸ θέλουν. Ἐν γνώσει, εἶναι ὅταν γνωρίζει ὅτι εἶναι κακό, ὅμως μὲ τὸ νὰ εἶναι ἀσθενὴς καὶ ταλαίπωρος ἡ ψυχή, τὸ κάνει, καὶ χωρὶς νὰ θέλει, μὲ τὸ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀντισταθεῖ εἰς τὸν πόλεμον καὶ εἰς τὴν δυναστείαν ὅπου τῆς κάνει τὸ ἁμάρτημα διὰ νὰ τὸ κάνει, ἡ ὁποία κάνει τὸ κακὸ ὅμως δὲν συγκατανεύει εἰς αὐτὸ μὲ τὸ θέλημά της· καὶ εἰς τοῦτο μάλιστα γνωρίζεται κοντὰ εἰς τοὺς πιστοὺς ἡ δύναμις τοῦ Χριστοῦ. Διότι ὅποτε δύνανται, νὰ μὴν κάνουν ἐκεῖνο ὅπου μισοῦν, καὶ ἐκεῖνο ὅπου δὲν θέλουν, τότε γνωρίζουν πὼς ἔχουν τὴν χάριν τοῦ Χριστοῦ. Ἐν ἀγνοῖᾳ, εἶναι ὅταν κάποιος κάνει τὸ κακὸν μὲ τὸ νὰ μὴ ξέρει πῶς εἶναι κακόν, ἀλλὰ νὰ τὸ νομίζει ὡς καλόν.

Τὰ ἑκούσια ἁμαρτήματα εἶναι λίγα καὶ τὶς περισσότερες φορὲς φανερὰ καὶ σὰν φανερὰ καὶ γνωρισμένα κεντοῦν ἐκεῖνον ὅπου τὰ κάνει καὶ τὸν παρακινοῦν εἰς μετάνοιαν. Τὰ δὲ λοιπὰ δήλ. τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν γνώσει καὶ τὰ ἐν ἀγνοῖᾳ, ὄχι μόνο εἶναι πολλὰ καὶ ἀναρίθμητα, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀγνώριστα καὶ κρυπτά, καὶ ἐκεῖνον ὅπου τὰ κάνει παρόλο ποὺ εἶναι τόσα πολλὰ δὲν τὸν κεντοῦν, οὔτε τὸν παρακινοῦν τελείως εἰς μετάνοιαν, ὡσὰν ὅπου δὲν τὰ στοχάζεται διὰ ἁμαρτήματα, οὔτε τὰ ξέρει. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παρακαλοῦμεν τὸν Θεὸν περισσότερον διὰ αὐτά, παρὰ διὰ τὰ ἐκούσια καὶ φανερά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου